Ζωή Γεωργίου ν. BERRIMAN PROPERTIES (OVERSEAS) LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2739/14, 23/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A247 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΤΑΛΑΡΙΔΟΥ - ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ , Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2739/14 Μεταξύ: Ζωή Γεωργίου Ενάγουσα και
- BERRIMAN PROPERTIES (OVERSEAS) LTD
- BERRIMAN IVESTMENTS LTD
- MARY BERRIMAN Εναγομένων Αίτηση Ημερομηνίας 18.11.2014 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 23.11.2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κ. Λουκαϊδης Για τους Εναγομένους: κ. Παντζιαρής Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή της η αιτήτρια ζητεί όπως η εναγομένη 3 επιστρέψει το ποσό των €7197.22 που οικειοποιήθηκε στις εναγόμενες 1 και
- Περαιτέρω ζητεί όπως η εναγόμενη 3 της δώσει λογαριασμό για τα χρήματα που εισέπραξε. Με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ζητεί την έκδοση διατάγματος με το οποίο εμποδίζεται η εναγομένη 3 να εισπράττει χρήματα προς όφελος των εταιρειών εναγομένων 1 και 2 καθώς και να επιστρέψει το ποσό των €7197.22 που έχει οικειοποιηθεί. Η αιτήτρια είναι μέτοχος των εταιρειών εναγομένων 1 και
- Η εναγομένη 3 είναι μέτοχος της εναγομένης
- Η εναγόμενη είναι κληρονόμος του αποβιώσαντα και έτερου μετόχου στην εναγομένη
- Η εναγόμενη ήταν εξουσιοδοτημένη να εισπράττει ενοίκια 7 διαμερισμάτων που ανήκουν στις εναγόμενες 1 και
- Όμως αυτά τα ενοίκια αντί να τα αποδώσει στις εναγόμενες 1και 2, σύμφωνα με την αιτήτρια, τα οικειοποιήθηκε για προσωπική της χρήση. Ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη απέκρυβε από τους λογαριασμούς της εταιρείας ότι εισέπραττε ποσά για προσωπική της χρήση. Στην αίτηση επισυνάπτεται ως τεκμήριο κατάσταση λογαριασμού των εταιρειών όπου προκύπτει ότι υπήρχαν έξοδα που εκ πρώτης όψεως φαίνονται ότι δεν αφορούσαν υποχρεώσεις των εταιρειών. Παράλληλα προκύπτει από τα τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον μου ότι κάποια τέλη που οφείλουν οι εναγόμενες 1και 2 δεν έχουν πληρωθεί. Με την ένσταση η εναγόμενη 3-καθ'ης η αίτηση αναφέρει ότι η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και καταχρηστική. Η αιτήτρια έχει καταχωρήσει τέσσερεις ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις κατά της καθ'ης η αίτηση για κλοπή και υπεξαίρεση χρημάτων από των εναγομένων εταιρειών. Δέχεται ότι τα εισπραχθέντα ενοίκια είχαν κατατεθεί στον προσωπικό της τραπεζικό λογαριασμό μετά από συμφωνία των διευθυντών της εταιρείας όπου αποφασίσθηκε η μεταφορά των χρημάτων, διότι οι λογαριασμοί των εταιρειών είχαν παγιοποιηθεί συνέπεια της καταχώρησης των ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης εναντίον της ότι διεξήγαγε το επάγγελμα κτηματομεσίτη χωρίς άδεια. Σε εκείνη την ποινική υπόθεση έχει ήδη αθωωθεί. Περαιτέρω η καθ'ης η αίτηση έχει καταχωρήσει πειθαρχική έρευνα κατά του δικηγόρου της αιτήτριας επειδή προηγουμένως ήταν κοινός δικηγόρος και των δύο ενώ μεταγενέστερα συνέχισε να αντιπροσωπεύει μόνο την αιτήτρια. Ισχυρίζεται ότι εν γνώσει και με την συγκατάθεση της αιτήτριας τα ενοίκια είχαν κατατεθεί στον προσωπικό της λογαριασμό και τον συγκεκριμένο λογαριασμό το χρησιμοποιούσαν και οι δύο. Εκείνη και η σύζυγος της είναι καθαροί συνεισφορείς των εναγομένων 1 και 2 και αυτές οι εταιρείες χρωστούν πολλά χρήματα σε εκείνη για την συνεισφορά της. Δεν είναι αλήθεια ότι έχει οικειοποιηθεί τα χρήματα και μάλιστα από το 2015 όταν η αιτήτρια απέκτησε πρόσβαση στον λογαριασμό αυτή είναι που χρησιμοποιεί τα χρήματα του λογαριασμού. Οι εναγόμενες 1 και 2 οφείλουν τεράστιο ποσό χρημάτων στις τράπεζες και τα δάνεια που οφείλουν δεν είναι εξυπηρετούμενα. Όλοι οι μέτοχοι και διευθυντές των εναγομένων εταιρειών εγγυούνται τα δάνεια των εταιρειών και ο μόνος που κινδυνεύει από την απώλεια των χρημάτων είναι η προσωπική περιουσία της ίδιας. Η αιτήτρια ήθελε να αποχωρήσει ως εγγυητής των εναγομένων 1 και 2 με γραπτή συμφωνία. Οι εταιρείες χρωστούν χρήματα στους λογιστές τους και αυτοί οι λογαριασμοί πληρώθηκαν από την προσωπική της περιουσία. Περαιτέρω η αιτήτρια έχει αποστείλει επιστολής στους ένοικους των διαμερισμάτων και τους πληροφόρησε ότι οι εταιρείες πρόκειται να εκκαθαριστούν με αποτέλεσμα οι ένοικοι να εγκαταλείψουν αυτά τα διαμερίσματα. Σε αυτές τις επιστολές η αιτήτρια είχε παραστήσει στους ενοίκους ότι ήταν μοναδική μέτοχος της εταιρείας. Μετά το κούρεμα των καταθέσεων έγιναν αναλήψεις χρημάτων για να τακτοποιηθούν εκκρεμότητες των εναγομένων 1 και
- Η αιτήτρια ψευδώς έχει παραστήσει ότι αυτά τα χρήματα τα πήρε υπό την προσωπική της ιδιότητα. Η αιτήτρια δεν έχει αποκαλύψει στο Δικαστήριο ότι η ίδια υπό την προσωπική της ιδιότητα εισπράττει το ενοίκιο ενός ένοικου διαμερίσματος και το καταθέτει στον δικό της προσωπικό λογαριασμό. Διάβασα τα τεκμήρια που επισυνάπτονται στην ένσταση. Το τεκμήριο 6 είναι επιστολή που αποστάληκε από τον δικηγόρο Λουκή Λουκαϊδη σε κάποια ένοικο διαμερίσματος. Την πληροφόρησε ότι οι εταιρείες πρόκειται να διαλυθούν και ότι το ενοίκιο θα πρέπει να πληρωθεί το κάθε 1/2 μερίδιο στην αιτήτρια και καθ'ης η αίτηση αντίστοιχα. Το τεκμήριο 7 είναι επιστολή όπου ο δικηγόρος Λουκής Λουκαϊδης που ενεργούσε εκ μέρους της αιτήτριας πληροφόρησε ένοικο διαμερίσματος να πληρώνει το ενοίκιο στην αιτήτρια επειδή εκκρεμούν ποινικές υποθέσεις εναντίον της καθ'ης η αίτηση για κλοπή. Στην συνέχεια η αιτήτρια καταχώρησε δύο συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Mε την συμπληρωματική δήλωση ημερομηνίας 15 Ιουνίου 2015 απάντησε ένα προς ένα τους ισχυρισμούς της καθ'ης η αίτηση. Η δεύτερη συμπληρωματική δήλωση είχε ουσιώδης ομοιότητες με την πρώτη ένορκη δήλωση και κρίνω ότι είτε την λάβω υπόψη μου ή όχι δεν προσθέτει κανένα ιδιαίτερο γεγονός που να αλλοιώνει την εικόνα που έχω αποκομίσει από τις πραγματικές παραστάσεις των μερών και την αναγκαιότητα να ληφθεί προσωρινό μέτρο να προστατευθεί η περιουσία των εναγομένων 1 και
- Εξήγησε ότι το ποσό των κλαπέντων χρημάτων έχει αυξηθεί από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Εξήγησε ότι οι τραπεζικοί λογαριασμοί που παρακολουθούσε τα έλεγχε όμως δεν είχε ικανοποιητικά στοιχεία να διακρίνει κατά πόσο όλες οι εισπράξεις αφορούσαν προσωπικά και όχι εταιρικά έξοδα. Όμως ενδεικτικό των προθέσεων της καθ'ης η αίτηση να συνεχίζει τις εισπράξεις είναι ότι έχει ανακαλέσει το δικαίωμα της αιτήτριας να λαμβάνω καταστάσεις λογαριασμού αυτών των εισοδημάτων. Διευκρίνισε ότι οι τραπεζικοί λογαριασμοί των εταιρειών στην τράπεζα έχουν παγιοποιηθεί επειδή οφείλουν χρήματα στην τράπεζα. Αναφορικά με τα ενοίκια ήταν με την συναίνεση της αιτήτριας που η καθ'ης η αίτηση εισέπραττε τα ενοίκια, πράγμα που δείχνει ότι η αιτήτρια δεν έχει αλλότριους λόγους καταχώρησης της αίτησης, αλλά όταν ανακάλυψε ότι η καθ'ης η αίτηση οικειοποιείτο τα χρήματα έλαβε μέτρα για να προστατεύει τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας. Ισχυρίζεται ότι ουδέποτε υπήρχε κοινός λογαριασμός που χρησιμοποιούσαν και οι δύο αλλά και ουδέποτε είχε πρόσβαση σε πιστωτική κάρτα. Δεν επένδυσε χρήματα στην εταιρεία αλλά προσέφερε κατά καιρούς εργασία αμισθί. Η λεκτική διατύπωση της παραγράφου 10 της ένορκης δήλωσης αφήνει να νοηθεί ότι υπήρξε αντιμισθία κατά καιρούς για την εργασία της. Ούτε είναι ενήμερη ότι οι εταιρείες χρωστούν χρήματα στην καθ'ης η αίτηση. Ήταν αληθινός ο ισχυρισμός της αιτήτριας ότι η καθ'ης η αίτηση δεν είχε μετοχικό κεφάλαιο στην μία εκ των δύο εταιρειών. Όμως ο σύζυγος της είχε μετοχικό κεφάλαιο και με τον θάνατο του είναι κληρονόμος στο μετοχικό κεφάλαιο. Η αιτήτρια είναι εγγυήτρια στις οφειλές των εταιρειών. Επιχειρήθηκε να γίνει συμφωνία με την οποία θα απαλλαγόταν ως εγγυήτρια των εταιρειών με αντάλλαγμα όμως την μεταβίβαση του μετοχικού της κεφαλαίου στις εταιρείες. Επειδή το αποτέλεσμα δεν ήταν βέβαιο και το τίμημα για απαλλαγή μη αποδεκτό δεν προχώρησε αυτή η συμφωνία. Αναφορικά με ένοικο ενός διαμερίσματος αληθεύει ότι εισέπραξε το ενοίκιο επειδή η καθ'ης η αίτηση απείλησε να της κάνει έξωση. Σε σχέση με το διαμέρισμα η αιτήτρια έχει καταβάλει τους φόρους κτλ. Από τα πιο πάνω απεκόμισα την γενική εικόνα ότι οι εταιρείες δεν είχαν τραπεζικό λογαριασμό το οποίο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εξαιτίας οφειλών των εταιρειών στην τράπεζα. Καμία πλευρά δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι οι δύο εταιρείες χρωστούν χρήματα στην τράπεζα. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος η αιτήτρια επέτρεψε στην καθ'ης η αίτηση να εισπράττει τα ενοίκια αλλά μόνο για να τα διαχειρίζεται προς όφελος των εταιρειών μέχρι να ξεκαθαρίσει το ζήτημα με τα χρέη των εταιρειών.Η αιτήτρια ανακάλυψε ότι η καθ'ης η αίτηση χρησιμοποιούσε τα χρήματα για προσωπικό της όφελος και τότε επενέβηκε με διάφορους τρόπους να προστατεύσει το συμφέρον της στις δύο εταιρείες. Η καθ'ης η αίτηση απάντησε στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Κρίνω ότι αυτά που ανέφερε δεν αλλάζουν ουσιωδώς τα πιο πάνω. Στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 24.Ιουνίου 2015 επισυνάπτει μία απόδειξη ως τεκμήριο 2 που δεν φαίνεται καθαρά η γραφή της και συνοδεύεται με ισχυρισμό ότι αυτή η απόδειξη είναι είσπραξη της αιτήτριας για το ποσό των 750 ενοίκιο. Οι δύο πλευρές συμφωνούν ότι οι εταιρείες δεν έχουν πλέον δικό τους τραπεζικό λογαριασμό σε χρήση και έτσι αποφάσισαν τα χρήματα να τα εισπράττει και να τα διαθέτει η καθ'ης η αίτηση προς όφελος των εταιρειών και μετόχων των εταιρειών. Αντ'αυτού η αιτήτρια ανακάλυψε ότι η καθ'ης η αίτηση έπαιρνε τα χρήματα για προσωπικά της έξοδα και γι'αυτό καταχώρησε αγωγή, ιδιωτικές ποινικές για κλοπή αντιπροσώπου και ανέλαβε η ίδια να εισπράξει κάποια έσοδα της εταιρείας. Εξάλλου στην συμπληρωματική της δήλωση η αιτήτρια ανέφερε ότι γι'αυτό το διαμέρισμα έχει τακτοποίηση και φορολογικές υποχρεώσεις. Το τεκμήριο 4 που αφορά την χρήση πιστωτικής κάρτας αποδεικνύει ότι η καθ'ης η αίτηση την χρησιμοποιούσε και όχι η αιτήτρια. Αναφορικά με την μισθοδοσία της αιτήτριας, ουδέποτε ισχυρίσθηκε ότι δεν πήρε μισθό ποτέ και οι αποδείξεις που επισύναψε η καθ'ης η αίτηση αφορούν μηνιαία χρηματική αμοιβή πολύ χαμηλή σε σχέση με τον κατώτατο μισθό. Είναι γεγονός ότι έχουν τεθεί ενώπιον μου αλληλοσυγκρουόμενες εκδοχές σε σχέση με την οικονομική διαχείριση της εταιρείας όμως εκδόθηκε διαταγή του Δικαστηρίου το οποίο δεν επέτρεπε την αντεξέταση ενόρκων δηλούντων προς επίλυση οιονδήποτε πραγματικών συγκρούσεων της υπόθεσης. Παρόλο τούτο κρίνω ότι επί των σημαντικών γεγονότων δεν υπάρχει ουσιαστική διάσταση μεταξύ των μερών. Συμφωνούν και οι δύο ότι ως μέτοχοι ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ τους όπως η καθ'ης η αίτηση εισπράξει τα ενοίκια επειδή δεν ήταν σε χρήση οι τραπεζικοί λογαριασμοί των εταιρειών. Τα δύο μέρη είναι εγγυητές για τα χρέη των εταιρειών ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ναυάγησε συμφωνία στην οποία ενδεχομένως να απαλλαγόταν η αιτήτρια ως εγγυήτρια των χρεών. Η καθ'ης η αίτηση έχει αρνηθεί ότι χρησιμοποιεί χρήματα για προσωπική της χρήσης αλλά δεν έχει προσκομίσει αποδεικτικό υλικό για να αμφισβητήσει το περιεχόμενο των τραπεζικών λογαριασμών που επισυνάπτονται στην αίτηση και την σύνοψη των αναλήψεων ήτοι τα τεκμήρια 1 και
- Επιπρόσθετα, η καθ'ης η αίτηση έχει παραδεχθεί ότι σε τουλάχιστον μία περίπτωση έχει χρησιμοποιήσει για προσωπικά έξοδα χρήματα από τις εισπράξεις ενοικίων σε σχέση με διαμονή δική της και της αιτήτριας σε ξενοδοχείο στην Ελλάδα. Οι ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις που καταχώρησε η αιτήτρια εις βάρος της καθ'ης η αίτηση για το αδίκημα της κλοπής αφορά περίοδο από 2012 μέχρι 2014 ενώ οι αναλήψεις για τις οποίες παραπονείται η αιτήτρια στην παρούσα διαδικασία αφορούν την περίοδο μετά από τις 9 Απριλίου
- Δεν μπορούσε να επιλύσω το ζήτημα κατά πόσο η καθ'ης η αίτηση και ο σύζυγος της είναι οι μόνοι συνεισφορείς των εταιρειών και κατά πόσο οι εταιρείες πράγματι τους χρωστούν χρήματα. Η αιτήτρια παραδέχεται ότι εισέπραξε ένα ενοίκιο που αφορά εισόδημα της εταιρείας. Δεν είμαι σε θέση να διακρίνω ότι αυτά τα χρήματα διατέθηκαν προς όφελος των εταιρειών, ήτοι πληρωμή φόρων και τελών που αφορά το ακίνητο ή εάν αυτό το ποσό χρησιμοποιήθηκε ως εισηγείται η καθ'ης η αίτηση για προσωπικούς σκοπούς της αιτήτριας. Θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος. Σε σχέση με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις που είναι αναγκαίες για την έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του ν.14/60 έχω ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ως και επίσης ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης τέτοιων δικαιωμάτων. Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co. Ltd. [1] επεξηγήθηκε ότι εάν και δεν χρειάζεται σ'αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν είναι ανάγκη να αποφασίσει αντικρουόμενα πραγματικά ζητήματα ή δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση διά να διαπιστώσει ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις ο ενάγοντας πρέπει να αποδείξει ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις να δικαιούται τις εν λόγω θεραπείες. Αυτό σημαίνει ότι η ένορκη δήλωση της ενάγουσας θα πρέπει να αποκαλύπτει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και προοπτικές επιτυχίας οι οποίες να υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Οι δύο εταιρείες είναι ξεχωριστά νομικά πρόσωπα. Δεν δικαιούται κανένας μέτοχος ή διευθυντής της εταιρείας να οικειοποιείται τα χρήματα της εταιρείας χωρίς νόμιμη απόφαση των εταιρειών ότι κάτι τέτοιο επιτρέπεται. Κανένα μέρος δεν έχει προσκομίσει μαρτυρία ότι υπάρχει απόφαση των εταιρειών μετά από Γενική Συνέλευση των εταιριών, ότι η καθ'ης η αίτηση δικαιούται να εισπράξει τα έσοδα των εταιρειών, να τα καταθέτει σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό και βέβαια να κάνει αναλήψεις από τον λογαριασμό αυτό για προσωπικά της έξοδα. Η αιτήτρια φαίνεται να ήταν ενήμερη ότι τα έσοδα αυτά θα τα εισέπραττε η καθ'ης η αίτηση και συμφωνούσε. Περαιτέρω προκύπτει ότι και η αιτήτρια εισέπραξε προσωπικά ενοίκιο έσοδα της εταιρείας. Αυτή ισχυρίζεται ότι το έκανε για να προστατεύει τα συμφέροντα της από αναλγησία της καθ'ης η αίτηση, όμως η καθ'ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι αυτές οι ενέργειες έγιναν παράνομα και εις βάρος των εταιρειών. Παρόλο που αυτό το πραγματικό ζήτημα δεν επιλύεται εξαιτίας αλληλοσυγκρουόμενων ισχυρισμών, είναι φανερό ότι αποκαλύπτεται από τις πραγματικές παραστάσεις ενώπιον μου ότι η καθ'ης η αίτηση εισέπραττε έσοδα της εταιρείας, τα κατέθετε στον προσωπικό της λογαριασμό και είτε είχε ή δεν είχε την συγκατάθεση της αιτήτριας αρχικά για κάτι τέτοιο τώρα δεν έχει τέτοια συγκατάθεση και δεν έχει παρουσιαστεί απόφαση των εταιρειών που έχει ληφθεί νόμιμα από τις εταιρείες που να επιτρέπει την συνέχιση αυτής της τακτικής. Εφόσον η αιτήτρια έχει εγείρει ζήτημα κλοπής των εισοδημάτων της εταιρείας και μάλιστα με τραπεζικά έγγραφα που καταδεικνύουν πολλές αναλήψεις εγείρεται σοβαρό ζήτημα παρανομίας της καθ'ης η αίτηση. ΄Oπως έχει λεχθεί στις αποφάσεις Luis Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ.[2] και Fashion Box SRL v Ferro Fashions Ltd.[3]όταν υπάρχει διάσταση ως προς τα γεγονότα σε ενδιάμεσες αιτήσεις μεταξύ του αιτητή και του προσώπου που έχει ενστεί στην αίτηση αυτός που έχει το βάρος απόδειξης θα πρέπει κατά την ακρόαση της αίτησης να αποδείξει αυτά τα γεγονότα. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει προσωρινά διατάγματα είναι ελαστική και δεν περιορίζεται από τους αυστηρούς και τεχνικούς κανόνες της απόδειξης. ΄Ομως εκεί που ο ομνύοντας δεν στηρίζεται στην προσωπική του γνώση για να προβεί στα γεγονότα θα πρέπει να αποκαλύψει την πηγή των πληροφοριών του. Η αιτήτρια έχει αποδείξει ότι η καθ'ης αίτηση εισέπραττε έσοδα της εταιρείας. Αν και αρχικά είχε την συγκατάθεση της για κάτι τέτοιο τώρα δεν έχει και μάλιστα έχει καταχωρήσει εναντίον της ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις για κλοπή. Η καθ'ης η αίτηση δεν έχει προσκομίσει νομότυπη ληφθείσα απόφαση της εταιρείας ότι δικαιούται να πράττει με τέτοιο τρόπο και δεν έχει καταθέσει έγγραφο υλικό για να αντικρούσει τον ισχυρισμό της αιτήτριας ότι έγιναν αναλήψεις για προσωπικά της έξοδα και ούτε έχει δώσει λογαριασμό για το που πήγαν αυτά τα χρήματα που παραδέχεται είναι χρήματα της εταιρείας. ΄Εχει κατηγορήσει την αιτήτρια ότι και αυτή έχει καταχραστεί τα έσοδα της εταιρείας όμως αυτό δεν είναι υπεράσπιση για την δική της παρανομία με δεδομένο ότι οι εταιρείες είναι ξεχωριστό νομικό πρόσωπο και δεν δικαιούται κανείς να καρπούται τα έσοδα αυτών των εταιρειών για προσωπικά τους έξοδα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο άρθρο 32 του N.14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Με βάση το πιο πάνω άρθρο το Δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία σε σχέση με την έκδοση τέτοιας φύσεως διαταγμάτων. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με γνώμονα των πιο κάτω προϋποθέσεων: Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων θεραπεία. Η διαπίστωση ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού θέματος προς εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν από τον καταδειχθεί μία συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται την αιτούμενη θεραπεία διαπιστώνεται με αναφορά το πραγματικό υπόβαθρο προς υποστήριξη της αιτήσεως στο βαθμό που έχει αποδειχθεί η πιθανότητα επιτυχίας του αιτητή όπως απαιτείται από το άρθρο 32
(1). Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να διακριβώνεται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Αυτό σημαίνει ότι η ένορκη δήλωση του ενάγοντα θα πρέπει να αποκαλύπτει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και προοπτικές επιτυχίας οι οποίες να υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Στην Αγγλική υπόθεση American Cyanamid v. Ethican Ltd.[4] επεξηγήθηκε ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν από του να αποδείξει ο ενάγοντας ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα και του δικαιώματος που προσπαθεί να προστατεύσει. Το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιχειρήσει να επιλύσει τα διάφορα πραγματικά ζητήματα που εγείρονται στην απαίτηση με βάση τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί προς υποστήριξη της αίτησης και ένστασης για την έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος. Ο ρόλος του Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται πέραν από του να αποφασίσει εάν εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Επομένως, δεν πρέπει το Δικαστήριο να εισέλθει σε εις βάθος εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Το Δικαστήριο εξετάζει την απαίτηση του ενάγοντα στο βαθμό που απαιτείται για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η απαίτηση του ενάγοντα δεν είναι επιπόλαια με βάση τις πραγματικές παραστάσεις που τίθενται ενώπιον του ως και επίσης εξετάζει κατά πόσο η θεραπεία που αναζητεί ο ενάγοντας θεμελιώνεται στον νόμο. Η έκδοση ή μη του προσωρινού διατάγματος είναι πάντοτε ζήτημα διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει όμως να ασκείται δικαστικά με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές. Όπως λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Jonitexo Ltd. v Adidas [5] η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 32 Ν. 14/60δεν πρέπει να περιορίζεται από άκαμπτους και αυστηρούς κανόνες διότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερο να ασκήσει την κρίση του και να χορηγήσει αυτή την θεραπεία εκεί όπου θα απονεμηθεί δικαιοσύνη. Τέλος έχει νομολογηθεί, σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι η τρίτη προϋπόθεση που προνοεί το άρθρο 32 του Ν.14/60 για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος πληρείται εάν ο ενάγοντας δείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να εκτελέσει οιανδήποτε δικαστική απόφαση που δυνατόν να εκδοθεί υπέρ του σε κατοπινό στάδιο εάν το Δικαστήριο δεν του χορηγήσει το απαιτούμενο προσωρινό διάταγμα. Πάντοτε το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί την εξουσία του με τρόπο που θα προκαλείται η λιγότερη αδικία σε κάθε πλευρά. Το πρώτο ζήτημα που με απασχόλησε είναι κατά πόσο η αιτήτρια δικαιούται να εγείρει την αγωγή ως μέτοχος των εταιρειών κατά της καθ'ης η αίτηση και των δύο εταιρειών ως εναγόμενοι 1 και
- Ο γενικός κανόνας όπως αυτός διατυπώθηκε στην Αγγλική υπόθεση Foss v. Harbottle[6] είναι ότι μέτοχοι μίας εταιρείας ακόμη εταιρείας που ελέγχεται από διευθυντές που έχουν προβεί σε δόλιες πράξεις κατά της εταιρείας δεν νομιμοποιούνται να καταχωρήσουν αγωγή για την προστασία των εταιρειών στην περίπτωση που οι ενέργειες των διευθυντών έχουν επικυρωθεί σε συνέλευση της πλειοψηφίας των μετοχών. Σε σχέση με την πιο πάνω αρχή έχουν προκύψει εξαιρέσεις που αναγνωρίζονται στην νομολογία. Σ'αυτές τις περιπτώσεις απόφαση της εταιρείας από την πλειοψηφία των μετόχων δεν μπορεί να επικυρώσει τις συγκεκριμένες πράξεις. Αυτές οι εξαιρέσεις είναι ως ακολούθως: 1.an act which is ultra vires the company is illegal
- an act which constiututes a fraud against the minority and the wrongdoers are themselves in control of the company
- a resolution which requires a qualified majority but has been passed by a simple majority ( Palmers Company Law ) 21st edition Stevens and Sons Ltd. 1968 Σε σχέση με την δεύτερη περίπτωση δηλαδή των μετόχων μειοψηφίας στην περίπτωση που αυτοί που παρανομούν εις βάρος της εταιρείας έχουν τον έλεγχο της εταιρείας δίδεται δικαίωμα να καταχωρήσουν αγωγή εκ μέρους της εταιρείας με την λογική ότι σε διαφορετική περίπτωση αυτή η διαφορά δεν θα έφθανε ποτέ στο Δικαστήριο επειδή η πλειοψηφία έχει τον έλεγχο της εταιρείας. (βλ. αγγλική υπόθεση Cool v. Deeks[7]. H σωστή πρακτική σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η αγωγή να εγερθεί (representative action) εκ μέρους της εταιρείας και να καταχωρηθεί η αγωγή εναντίον των μετόχων που ελέγχουν την εταιρεία και καθώς εναντίον των εταιρειών. Στην παρούσα περίπτωση προκύπτει από τα αναντίλεκτα γεγονότα της υπόθεσης ότι η καθ'ης η αίτηση έχει τον έλεγχο της εταιρείας καθότι αυτή εισπράττει τα ενοίκια και διαθέτει όπως επιθυμεί τα έσοδα της εταιρείας χωρίς έλεγχο από τους άλλους μετόχους. ΣΟΒΑΡΟ ΖΗΤΗΜΑ ΠΡΟΣ ΕΚΔΙΚΑΣΗ ΚΑΙ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΕΣ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ Η ενάγουσα έχει καταχωρήσει αγωγή εναντίον της αιτήτριας ως πρόσωπο που ελέγχει τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας και ισχυρίζεται ότι παράνομα οικειοποιείται έσοδα της εταιρείας για προσωπικά της έξοδα. Στην περίπτωση που έχει φανεί ότι η εναγομένη έχει τον έλεγχο της εταιρείας αλλά και ότι κλέβει χρήματα της εταιρείας υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Δεν θα εισέλθω επί της ουσίας της αγωγής σε τέτοιο βαθμό ως εισηγείται η καθ'ης η αίτηση και να αποφανθώ με ποιο τρόπο έπρεπε να δικογραφείται η απαίτηση της ενάγουσας. Τα ζήτηματα που έχει εγείρει η καθ'ης η αίτηση με την γραπτή της αγόρευση δεν αλλοιώνουν την διαπίστωση μου ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Είναι γεγονός ότι η αιτήτρια δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει επ'ακριβώς το ποσό που η καθ'ης η αίτηση έχει οικειοποιηθεί για προσωπικά της έξοδα. Όμως έχει δώσει εξηγήσεις γι'αυτό το γεγονός δηλαδή ότι παρά τον λογιστικό έλεγχο η διακίνηση των χρημάτων δεν μπορεί να ελεχθεί με ακρίβεια. Επιπρόσθετα με την πάροδο του χρόνου αυτό το ποσό μεγαλώνει και τέλος η περίοδος που καλύπτεται από τις ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις είναι μεγαλύτερη από αυτό της αγωγής. Συνεπώς, δεν πρόκειται για διαζευκτική διατύπωση εκδοχών αλλά μίας εκδοχής ότι σταδιακά και συστηματικά συντελείται οικειοποίηση χρημάτων των εταιρειών. Διαφορετικός είναι ο στόχος της πολιτικής και ποινικές διαδικασίας. Δεν έχει καταδειχθεί ενώπιον μου μαρτυρία ότι οι ποινικές διώξεις οι οποίες καταχωρήθηκαν μεταγενέστερα της αγωγής έγιναν με μοναδικό σκοπό την είσπραξη χρημάτων και εν πάση περιπτώσει με την αγωγή ζητούνται και άλλες θεραπείες όχι μόνο επιστροφή χρημάτων άλλα ζητούνται διατάγματα όπως η καθ'ης η αίτηση δώσει λογαριασμό για τα ποσά που εισέπραξε από το
- Ως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης Χαραλαμπίδης ν. Κωμόδρομου[8]η αναστολή της διαδικασίας εκεί όπου διαπιστώνεται κατάχρηση της διαδικασίας είναι εξαιρετικό μέτρο και μέτρο που χρησιμοποιείται μόνο όταν τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν διαπιστωθεί. Αυτό είναι πρώιμο στάδιο για να διαπιστώσω κάτι τέτοιο ειδικά αφού τα πραγματικά ζητήματα της υπόθεσης δεν έχουν επιλυθεί. Ως προς την παραπάνω παρατήρηση του Λόρδου Diplock, δεν φαίνεται από τα συμφραζόμενα να τέθηκε σαν όρος της δίωξης. Το σχετικό απόσπασμα από τη Gouriet είναι από τη σελίδα 97: «In English public law every citizen still has the right, as he once had a duty (though of imperfect obligation), to invoke the aid of courts of criminal jurisdiction for the enforcement of the criminal law by this procedure. It is a right which nowadays seldom needs to be exercised by an ordinary member of the public, for since the formation of regular police forces charged with the duty in public law to prevent and detect crime and to bring criminals to justice and the creation in 1879 of the office of Director of Public Prosecutions, the need for prosecutions to be undertaken (and paid for) by private individuals has largely disappeared; but it still exists and is a useful constitutional safeguard against capricious, corrupt or biased failure or refusal of those authorities to prosecute offenders against the criminal law.» Στην Ttofinis υπογραμμίστηκε ότι το ιδιωτικό δικαίωμα δίωξης συμβολίζει το κοινό συμφέρον για την εφαρμογή του νόμου καθώς και το συμφέρον των παθόντων να καταφύγουν στην ποινική διαδικασία για την αυτοπροστασία τους. Αναφορικά με τις συνταγματικές εξουσίες του Γενικού Εισαγγελέα στο θέμα των διώξεων και τις εξουσίες των αστυνομικών αρχών που τους παρέχει ο νόμος, η απόφαση του Πική, Π., διευκρινίζει ότι το δικαίωμα της ιδιωτικής δίωξης παραμένει ανεπηρέαστο. «There is nothing in the Constitution neutralising the position at common law as regards private prosecutions. On the contrary, Article 113.2 is an empowering enactment conferring wide powers upon the Attorney-General with regard to prosecution, in addition and not in derogation of those vesting in other persons or authorities. Likewise, the power conferred upon Police authorities to prosecute under s.17
(2)and s.19 of the Police Law-Cap. 285, is not exclusive but supplementary to the right of the victim of crime to prosecute the suspect. Not every individual has the right of private prosecution. Only victims of crime have this right. Unlike the Roman Law, the common law never recognised actio popularis in any sphere.» Προλογίζουμε τη συνέχεια με ότι ανέφερε ο Λόρδος Denning στην Goldsmith v. Sperrings Ltd[9], μιλώντας για τη δικαστική διαδικασία στη σελίδα 489: «It is abused when it is diverted from its true cause so as to serve extortion or oppression; or to exert pressure so as to achieve an improper end.» Την επίσης σχετική υπόθεση D.P.P. v. Hussain,[10] παραθέτει και σχολιάζει ως εξής ο Archbold στη σελίδα 1/439: «In D.P.P. v. Hussain, The Times, June 1, 1994, the Divisional Court reiterated the exceptional nature of an order staying proceedings on the ground of abuse of process and stated that such an order should never be made where there were other ways of achieving a fair hearing of the case, still less where there was no evidence of prejudice to the defendant.» Δεν μπορεί να αποκλεισθεί η πιθανότητα επιτυχίας της υπόθεσης με την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου η οποία βέβαια δεν έχει αξιολογηθεί στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας. Είναι πρώιμο να αναφερθώ κατά πόσο η αιτήτρια καταχράστηκε τη δικαστική διαδικασία . Όμως είναι αναντίλεκτο γεγονός ότι η καθ'ης η αίτηση εισέπραττε χρήματα των εταιρειών τα οποία δεν κατατίθεντο στον λογαριασμό των εταιρειών αλλά σε προσωπικό της λογαριασμό χωρίς να παρουσιάσει στο Δικαστήριο απόφαση των εταιρειών για κάτι τέτοιο. Δεύτερο η αιτήτρια έχει καταθέσει στοιχεία αυτού του τραπεζικού λογαριασμού όπου φαίνονται αναλήψεις πολλών χιλιάδων ευρώ για τα οποία η καθ'ης η αίτηση δεν έχει προσκομίσει έγγραφα στοιχεία ή άλλα απτά στοιχεία ότι διατέθηκαν τα χρήματα για τις ανάγκες των εταιρειών. ΤΟ ΑΝΕΠΑΝΟΡΘΩΤΟ ΤΗΣ ΖΗΜΙΑΣ Είναι αναντίλεκτο γεγονός ότι οι εταιρείες βρίσκονται σε άσχημη οικονομική κατάσταση και δεν είναι σε θέση να εξυπηρετούν τα χρέη τους στην τράπεζα. Εάν αληθεύει ότι η καθ'ης η αίτηση σταδιακά και συστηματικά οικειοποιείται τα χρήματα αυτών των εταιρειών για προσωπικά της έξοδα οι εταιρείες αλλά και οι υπόλοιποι μέτοχοι της εταιρείας θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά. Η αιτήτρια με την σειρά της πιθανόν να έχει καταφύγει σε ανορθόδοξο και μη νόμιμο τρόπο για να διασφαλίσει τα συμφέροντα της ως μέτοχος και εγγυήτρια των οφειλών της εταιρείας. Όμως αυτή η πτυχή του ζητήματος δεν μπορεί να επιλυθεί στα πλαίσια αυτής της αίτησης και ούτε αλλοιώνει την ουσία δηλαδή, ότι η καθ'ης η αίτηση εξακολουθεί να εισπράττει για λογαριασμό των εταιρειών εισοδήματα χωρίς απόφαση αυτών των εταιρειών και χωρίς την συγκατάθεση των λοιπών μετόχων των εταιρειών. Το Δικαστήριο οφείλει να εκδώσει τέτοια διαταγή που να προκαλέσει την λιγότερη ζημιά. Στην υπόθεση Bacardi v. Vinco[11] το Εφετείο επεσήμανε ότι είναι 'θεμελιώδη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του Δικαστηρίου σε σχέση με την έκδοση ή μη του προσωρινού διατάγματος ήταν εσφαλμένη.' Στα πλαίσια έκδοσης προσωρινού διατάγματος το Δικαστήριο δεν μπορεί να εισέλθει σε τόσο βάθος των γεγονότων που να εκδικασθεί η ουσία της αγωγής και να προβεί σε τελικά συμπεράσματα σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Γι' αυτό το Δικαστήριο πρέπει πάντοτε να επιδιώκει στο στάδιο αυτό να ενεργήσει με τρόπο που να μην ανατρέπει τις ισορροπίες. Κάποτε είναι ανάγκη η έκδοση προσωρινού διατάγματος για την διατήρηση του status quo κάποτε όμως o αιτητής αποτείνεται για θεραπεία τόσο καθυστερημένα που ανατρέπεται το status quo με την έκδοση του διατάγματος. Το Δικαστήριο πρέπει να προσεγγίσει το όλο ζήτημα με τον τρόπο που εισηγήθηκε ο Δικαστής Π. Καλλής στην υπόθεση Bacardi . «Αν προωθηθεί η μεταφορική έννοια τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το ορθό status quo ante bellum είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli εκτός εάν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo». Τα χρήματα αυτά είναι έσοδα των εταιρειών ως ξεχωριστές νομικές οντότητες των μετόχων που τους κατέχουν. Κρίνω ότι εάν αληθεύουν αυτά που καταγράφονται στην αίτηση θα εξανεμισθούν αυτά τα έσοδα και αυτές οι εταιρείες που ήδη αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα θα αντιμετωπίσουν κίνδυνο στην ίδια τους την ύπαρξη. Αυτό θα προκαλέσει αλυσιδωτές συνέπειες και στα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν σ'αυτές τις εταιρείες. Πιθανή διαρροή χρημάτων της εταιρείας δεν μπορεί να συνεχίσει. Όποτε εκδίδεται διάταγμα αναφορικά με το πρώτο σκέλος της αίτησης δηλαδή η εναγομένη 3 να μην συνεχίσει να εισπράττει τα έσοδα των εταιρειών. Εκδίδεται και συμπληρωματική οδηγία όπως τα χρήματα κατατεθούν σε νέο τραπεζικό λογαριασμό επ'ονόματι των εταιρειών και αναλήψεις θα γίνονται μόνο μετά από νόμιμη ληφθείσα απόφαση των εταιρειών. Το δεύτερο σκέλος της αίτησης απορρίπτεται διότι αφορά την ουσία της αγωγής για το οποίο θα πρέπει να ακούσω μαρτυρία και να την αξιολογήσω για να αποφανθώ και εξάλλου εάν αληθεύει ότι η καθ'ης η αίτηση έχει παράνομα οικειοποιηθεί αυτά τα χρήματα είναι ζημιά που ήδη υφίστανται οι εταιρείες. Το ήμισυ των εξόδων της αίτησης επιδικάζονται εναντίον της καθ'ής η αίτηση - εναγομένης όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Πολιτική ΄Εφεση 11156 ημερ. 19 Δεκεμβρίου 2002 [2] 1 ΑΑΔ 1453
(1992)[3] Πολιτική Εφεση 9984 ημερ. 29 Οκτωβρίου 1999 [4]
(1975)AC 396 [5] 1 CLR 263
(1983)[6]
(1843)2 Hare 461 [7] [1916] 1 A.C. 554 [8] 2 ΑΑΔ 522
(2002)[9] [1977] 1 W.L.R. 478 [10] The Times, June 1, 1994 [11] 1 ΑΑΔ 788
(1996)cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο