Sun Sea (SS)Developers Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Γρηγορίου κ.α., Αρ. Αγ. 1612/2007, 11/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A241 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγ. 1612/2007
- Sun Sea (SS)Developers Ltd
- Sun Flower Estates S.R.L. Εναγόντων/Αιτητών και
- Ανδρέα Γρηγορίου
- Κωστάκη Νικολάου Εναγομένων /Καθ΄ων η αίτηση Ημερομηνία: 11 Νοεμβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: Η κα Μανώλη για Δρ Ανδρέα Π. Ποιητή & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους/Καθ΄ων η Αίτηση: Ο κ. Σ. Σταύρου για Αντωνάκης Σωτηρίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι αιτητές με την παρούσα αίτηση τους την οποία καταχώρησαν την 7.05.2015 αιτούνται από το Δικαστήριο κατά πρώτον την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η επιβάρυνση, πώληση, διάθεση ή ρευστοποίηση 10.000 μετοχών της εταιρείας Α.Κ.Γ. Γρηγορίου Λτδ, τις οποίες κατέχει ο 1ος εναγόμενος και κατά δεύτερον διάταγμα με το οποίο να διατάσσει, αν κρίνει σκόπιμο το Δικαστήριο, το διορισμό παραλήπτη για την πώληση, διάθεση ή ρευστοποίηση των πιο πάνω μετοχών. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ. 1 - 4,8,9 Ν. 31 (Ι)/ 1992 άρθρα 3,4,5,6,7 και
- Τα γεγονότα της αίτησης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση του κ. Πέτρου Καλοπετρίδη ο οποίος στην ένορκη δήλωση του δηλώνει εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος των εναγουσών εταιρειών, ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και ότι έχει εξουσιοδοτηθεί να προβεί στην ένορκη δήλωση. Σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης αναφέρει ότι την 9.11.2012 εξεδόθη απόφαση εναντίον του εναγομένου 1 και υπέρ των εναγουσών εταιρειών όπως ο εναγόμενος 1 πληρώσει το ποσό των €75.000= με τόκο 8% ετησίως από 5.06.2007 μέχρι 14.10.2008 και ακολούθως με τόκο 5,5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρις εξοφλήσεως, πλέον το ποσό των €9.102 έξοδα της παρούσας αγωγής και της ανταπαίτησης συμπεριλαμβανομένων των εξόδων συντάξεως της αποφάσεως με τόκο προς 8% ετησίως επί του ποσού των €9.043 από 5.06/2007 μέχρι 14.10.2008 και ακολούθως με τόκο προς 5,5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρις εξοφλήσεως πλέον Φ.Π.Α. επί ποσού €8.698= όπως αυτά έχουν υπολογισθεί από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Από όσα πληροφορείται ο εναγόμενος 1 έχει 10.000 συνήθεις μετοχές (αξία μετοχής €1,7) στην εταιρεία Α.Κ.Γ. Γρηγορίου Λίμιτεδ (Η.Ε.142742). Αναφέρεται στη συνέχεια στη διαδικασία επανεγγραφής των μετοχών στο όνομα του εναγομένου 1 η οποία έγινε με δικαστικό διάταγμα που εκδόθηκε την 12.12.
- Ο εναγόμενος δεν έχει οποιαδήποτε άλλη κινητή περιουσία και είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί διάταγμα επιβαρυντικό του δικαιώματος του στις πιο πάνω μετοχές, ή και διάταγμα επιβαρυντικό των ίδιων μετοχών προς εξασφάλιση της πληρωμής της απαιτήσεως των εναγουσών εταιρειών. Η περιουσιακή κατάσταση του εναγομένου 1 είναι τέτοια, που είναι ορθή και δίκαιη η έκδοση τέτοιου διατάγματος. Με την έκδοση του διατάγματος κανένας άλλος πιστωτής του εναγομένου δε θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά. Ταυτόχρονα θα πρέπει να εκδοθεί διάταγμα επιβαρυντικό οποιουδήποτε μερίσματος ή άλλου εισοδήματος σχετικά με τις πιο πάνω μετοχές. Είναι επίσης ορθό να εκδοθεί διάταγμα για την πώληση, διάθεση ή και ρευστοποίηση των πιο πάνω μετοχών του εναγομένου 1 ή και του συμφέροντος του σε αυτές. Η πιο πάνω αίτηση προσέκρουσε σε ένσταση που καταχώρησε ο εναγόμενος 1 - καθ΄ου η αίτηση η οποία καταχωρήθηκε την 29.06.
- Ως λόγοι ένστασης καταγράφονται οι ακόλουθοι:
- Οι αιτητές δεν αποκαλύπτουν όλα τα ουσιώδη στοιχεία και/ή γεγονότα της υπόθεσης και/ή προβάλλουν ανακρίβειες για υποστήριξη της Αίτησης τους.
- Οι αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο ότι εναντίον της πρωτόδικης απόφασης εκκρεμεί έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου η οποία καταχωρίστηκε την 23.01.2013 με αριθμό Πολιτικής Έφεσης 1/
- Η αίτηση δεν έχει έρεισμα και/ή δεν μπορεί να εξετασθεί από το Δικαστήριο και/ή είναι νόμω και ουσία αβάσιμη καθότι η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος πώλησης κατόπιν άσκησης διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου και εντός του πλαισίου του Νόμου 3(Ι)/992 υπάρχει μόνο σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία τα οποία ήδη βαρύνονται με επιβαρυντικό διάταγμα.
- Δεν είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης το Δικαστήριο να ικανοποιήσει τις αιτούμενες θεραπείες καθώς οι αιτητές εκτός των άλλων είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές για το ποσό της απαίτησης τους, μετά την εγγραφή της δικαστικής απόφασης επί προσωπικής περιουσίας του καθ΄ου η αίτηση
- Οι αιτητές είχαν υποχρέωση να πληροφορήσουν το Δικαστήριο για την αξία των μετοχών η οποία με μια εύλογη επιμέλεια και έρευνα θα μπορούσε να υπολογιστεί λαμβανομένων υπόψη των υποχρεώσεων της εταιρείας.
- Η αίτηση είναι καταχρηστική και σκοπό έχει τον εξαναγκασμό του καθ΄ου η αίτηση 1 σε άμεση καταβολή του χρέους, όταν παρόμοια αίτηση με Νομική βάση το Νόμο 31 (Ι)/ 1992 αποσύρθηκε από το Δικαστήριο σε προγενέστερη ημερομηνία.
- Δεν στοιχειοθετείται η αναγκαιότητα για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Γενικά η παρούσα αίτηση και οι περιστάσεις που την περιβάλλουν δεν δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ των αιτητών. Η ένσταση βασίζεται στους θεσμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 ΘΘ 1 - 4, 8 και 9 στην Δ.64 στον Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο του 1992 (31 (Ι) / 1992) άρθρα 3,4,5,6,7, και 8 όπως και επί της συμφυούς εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα της ένστασης υποστηρίζονται με ένορκη δήλωση του ίδιου του εναγόμενου 1 / καθ΄ου η αίτηση κ. Ανδρέα Γρηγορίου ο οποίος ισχυρίζεται ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης που καταχωρήθηκε εναντίον της πρωτόδικης απόφασης, ότι καταχωρήθηκε επιβάρυνση επί ακινήτου του οποίου η αξία καλύπτει το εξ αποφάσεως χρέος. Υποστηρίζει ότι το συνολικό ποσό των χρεών της εταιρείας Α.Κ.Γ. Γρηγορίου Λτδ συγκεντρώνεται σήμερα περίπου στο ποσό των €1.000.000= ενώ η ακίνητη περιουσία της εταιρείας η αξία της οποίας σήμερα έχει μειωθεί σημαντικά ήτοι περίπου στις €700.000= ένεκα της οικονομικής κρίσης είναι βεβαρημένη με εμπράγματα βάρη. Προς τούτο επισυνάπτει σχετικό πιστοποιητικό έρευνας στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ημερ. 26.05.2015 ως Τεκμ. Β. Σε σχέση δε με την οικονομική κατάσταση της εταιρείας δηλώνει ότι αυτή βρίσκεται σε δεινή οικονομική κατάσταση ως αποτέλεσμα της έκδοσης διαφόρων δικαστικών αποφάσεων και την εκκρεμότητα σωρεία άλλων δικαστικών υποθέσεων εναντίον της ενώπιον του Δικαστηρίου και περαιτέρω καθυστερεί την πληρωμή και άλλες συναφείς υποχρεώσεις της. Ως συνάγεται από τα πιο πάνω οι μετοχές της εταιρείας ουσιαστικά δεν έχουν οποιαδήποτε αξία. Συνακόλουθα, ισχυρίζεται, ο σκοπός της παρούσας αίτησης είναι η άσκηση πίεσης προς το πρόσωπο του καθ΄ου η αίτηση για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους του. Ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες/ αιτητές δεν ήρθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια εφόσον η αγωγή εκκρεμούσε από το 2007 και ενώ είχαν τη δυνατότητα να δεσμεύσουν τις εν λόγω μετοχές όπως έκαναν με το ακίνητο του δεν το έπραξαν διότι προφανώς γνώριζαν και εξακολουθούν να γνωρίζουν ότι οι μετοχές της εταιρείας δεν έχουν καμιά ή έχουν μηδαμινή αξία. Οι αιτητές καταχώρησαν την 9.09.2013 εναντίον του προηγουμένως παρόμοια αίτηση την οποία απέσυραν και καταδικάστηκαν στα έξοδα της αίτησης τα οποία ποτέ δεν κατέβαλαν. Γι΄αυτό ζητά την απόρριψη της αίτησης με έξοδα. Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες και έτσι η αίτηση προχώρησε κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου με γραπτές αγορεύσεις στις οποίες η κάθε πλευρά υποστήριξε τις θέσεις της σε παραπομπή σε νομολογία και στα γεγονότα της υπόθεσης. Σε λεπτομέρειες των εισηγήσεων τους θα κάνω αναφορά όπου χρειαστεί στο κατάλληλο μέρος της απόφασης μου. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ: Ο νόμος που διέπει την έκδοση των διαταγμάτων που αξιώνονται με την παρούσα αίτηση είναι ο Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμος του 1992 (Ν.32(Ι)/1992). Όπως αναφέρεται στην απόφαση Πολ. Αίτηση Αρ. 167/2013 Ημερ. 11.10.2013 για άδεια για καταχώρηση αιτήσεως εντάλματος της Φύσης Certiorari υπό του Ερωτοκρίτου, Δ. : «Δυνάμει του συγκεκριμένου Νόμου μπορούν, μεταξύ άλλων να εκδοθούν δύο ειδών διατάγματα: Τελικά «διατάγματα επιβάρυνσης» δυνάμει του άρθρου 3 και «προσωρινά διατάγματα επιβάρυνσης» δυνάμει του άρθρου 9 του Νόμου 31(Ι)/
- Τα πρώτα εκδίδονται για σκοπούς εκτέλεσης. και τα δεύτερα εκκρεμούσης της αγωγής.» Η παρούσα αίτηση βασίζεται στο άρθρο
- Το άρθρο 3 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «3.-
(1)Όταν κατόπιν απόφασης ή διατάγματος Δικαστηρίου πρόσωπο καλείται να πληρώσει χρηματικό ποσό (οφειλέτης) σε άλλο πρόσωπο (πιστωτή), τότε, προς το σκοπό εκτέλεσης της απόφασης ή του διατάγματος, το Δικαστήριο, με βάση τις διατάξεις του Νόμου αυτού, δύναται να εκδώσει διάταγμα (το οποίο θα αναφέρεται ως επιβαρυντικό διάταγμα), με το οποίο επιβάλλει επιβάρυνση σε οποιοδήποτε συμφέρον, το οποίο ο εξ αποφάσεως οφειλέτης έχει επί περιουσιακών στοιχείων για τα οποία ο Νόμος αυτός εφαρμόζεται και τα οποία καθορίζονται στο διάταγμα, με σκοπό την εξασφάλιση πληρωμής του οφειλόμενου ποσού.
(2)Το Δικαστήριο, προτού αποφασίσει κατά πόσο θα εκδώσει επιβαρυντικό διάταγμα, εξετάζει όλα τα περιστατικά της υπόθεσης και ειδικότερα οποιαδήποτε ενώπιον του αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με- (α) Την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη, και (β) το ενδεχόμενο ζημιάς άλλου πιστωτή του οφειλέτη από την έκδοση του διατάγματος.
(3)Το Δικαστήριο δύναται κατά την έκδοση του διατάγματος να επιβάλει όρους σχετικά με την πληροφόρηση του οφειλέτη και άλλου ενδιαφερόμενου ή επηρεαζόμενου προσώπου ή σχετικά με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, οι οποίοι κατά την κρίση του είναι αναγκαίοι και υπό τις περιστάσεις δίκαιοι.
(4)Το Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε το επιβαρυντικό διάταγμα δύναται οποτεδήποτε, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη ή άλλου προσώπου που δυνατό να έχει συμφέρον σε περιουσιακό στοιχείο στο οποίο αναφέρεται το διάταγμα, να εκδώσει διάταγμα δυνάμει του οποίου να ακυρώνει ή να διαφοροποιεί το επιβαρυντικό διάταγμα.
(5)Όταν επιβάλλεται επιβάρυνση με βάση τις πρόνοιες του Νόμου αυτού, το Δικαστήριο εκδίδοντας το διάταγμα δύναται να προβλέψει όπως η επιβάρυνση επεκτείνεται σε οποιοδήποτε μέρισμα ή άλλο εισόδημα πληρωτέο σε σχέση με το βαρυνόμενο στοιχείο.
(6)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)του άρθρου 5 διάταγμα επιβάρυνσης εκδιδόμενο με βάση τις πρόνοιες του παρόντος Νόμου θα έχει τις συνέπειες που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)του ίδιου άρθρου.» Όπως δε αναφέρεται στη συνέχεια της ίδιας πιο πάνω απόφασης: « Είναι φανερό από το περιεχόμενο του άρθρου 3 ότι η διαδικασία που χαράσσεται με το Νόμο 31(Ι)/92 είναι μια ιδιόμορφη διαδικασία διακριτή από αυτή που προβλέπεται στο άρθρο 9 του Κεφ. 6 και αφορά την έκδοση «προσωρινών διαταγμάτων» εκκρεμούσης της αγωγής (βλ. Ψάλτης v. Χ¨ Λόη
(2001)1 Β ΑΑΔ 1454,1458.) Σε τέτοιες περιπτώσεις το δικαστήριο για διασφάλιση των δικαιωμάτων του εναγομένου, εφαρμόζοντας τις πρόνοιες του άρθρου 9
(3)του Κεφ. 6 ορίζει το διάταγμα επιστρεπτέο. Όμως για την έκδοση «επιβαρυντικών διαταγμάτων» ως μέτρο εκτέλεσης, ο Νόμος δεν ορίζει παρόμοια διαδικασία. Αντίθετα, διά του άρθρου 3
(3)του Νόμου, ορίζεται διαφορετική διαδικασία προβλέποντας ότι το Δικαστήριο δύναται «να επιβάλει όρους σχετικά με την πληροφόρηση του οφειλέτη.ή σχετικά με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα.» Πέραν τούτου, το άρθρο 3
(4)του Νόμου δεν προβλέπει για καταχώρηση ένστασης για αμφισβήτηση του διατάγματος, αλλά για υποβολή αίτησης για ακύρωση ή διαφοροποίηση του διατάγματος. Πρόκειται για άλλη μια ουσιαστική διαφορά που τονίζει το ιδιόμορφο της διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 3 του Νόμου.» Στην ερμηνευτική διάταξη του εν λόγω νόμου (Ν.31(Ι)/1992)δίδονται οι ακόλουθοι ορισμοί οι οποίοι είναι σχετικοί με τα θέματα που θα απασχολήσουν στην παρούσα υπόθεση: «Άρθρο 2
(1): Στο Νόμο αυτό- "βαρυνόμενο στοιχείο" σημαίνει το περιουσιακό στοιχείο ή στοιχεία για τα οποία εκδόθηκε διάταγμα επιβάρυνσης δυνάμει του άρθρου 3 "διάταγμα πώλησης" σημαίνει διάταγμα που εκδίδεται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 6 "Δικαστήριο" σημαίνει Δικαστήριο αρμόδιας δικαιοδοσίας "εξασφαλισμένο ποσό" σημαίνει το ποσό το οποίο εξασφαλίζεται με την έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος "επιβαρυντικό διάταγμα" σημαίνει διάταγμα που εκδίδεται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 3 "οφειλέτης" και "πιστωτής" έχουν την έννοια που τους αποδίδεται στο άρθρο 3
(1)
(2)Για τους σκοπούς του άρθρου 3 αναφορά σε απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου θα θεωρείται ότι περιλαμβάνει αναφορά σε απόφαση, διάταγμα, εντολή (decree) ή διαιτητική απόφαση (award) (όπως και αν αυτή αποκαλείται) αλλοδαπού Δικαστηρίου ή διαιτητή (ή αλλοδαπού διαιτητή) η οποία είναι ή κατέστη εκτελεστή (είτε καθ' ολοκληρία είτε σε περιορισμένη έκταση), ως αν ήταν απόφαση ή διάταγμα των Δικαστηρίων της Κύπρου.» Προς καλύτερη κατανόηση της αίτησης και της λειτουργίας έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων κρίνω σκόπιμο να παραθέσω και τις πρόνοιες των Άρθρων 4,5,6,7 και 8 του νόμου στα οποία βασίζεται επίσης η αίτηση: « 4.-
(1)Τηρουμένων των προνοιών του εδαφίου
(3)επιβάρυνση δύναται να επιβληθεί με την έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος μόνο σε οποιοδήποτε συμφέρον που κατέχει ο οφειλέτης ως δικαιούχος σε περιουσιακά στοιχεία του είδους που αναφέρονται στο εδάφιο
(2).
(2)Τα περιουσιακά στοιχεία που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)είναι- (α) Τα ακόλουθα ομόλογα: (
- i)Κυβερνητικά ομόλογα, (
- ii)ομόλογα οποιουδήποτε νομικού προσώπου το οποίο συστάθηκε στη Δημοκρατία της Κύπρου, (iii) ομόλογα νομικού προσώπου το οποίο συστάθηκε εκτός της Δημοκρατίας της Κύπρου και τα οποία είναι ομόλογα εγγεγραμμένα σε μητρώο που τηρείται εντός της Δημοκρατίας. (β) Μερίδιο σε εμπίστευμα μονάδων για το οποίο τηρείται μητρώο των μεριδιούχων οπουδήποτε εντός της Δημοκρατίας (γ) Καταθέσεις σε Δικαστήριο (Funds in Court).
(3)Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με έκδοση κανονισμών να τροποποιεί το εδάφιο
(2)με την προσθήκη ή διαγραφή περιουσιακών στοιχείων τα οποία κατά τη γνώμη του Συμβουλίου έπρεπε να είχαν προστεθεί ή διαγραφεί, νοουμένου ότι στην περίπτωση προσθήκης νέου περιουσιακού στοιχείου η εν λόγω προσθήκη δε συνεπάγεται άλλες τροποποιήσεις στο Νόμο.
(4)Κανονισμοί που εκδίδονται με βάση το άρθρο αυτό κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση και ακολούθως εφαρμόζονται οι πρόνοιες του εδαφίου
(2)του άρθρου 3 των περί Καταθέσεως στη Βουλή των Αντιπροσώπων των Κανονισμών που εκδίδονται με εξουσιοδότηση Νόμου, Νόμων του 1989 έως 1992.» 5.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)η έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 θα έχει ως συνέπειες- (α) Την επιβάρυνση του συμφέροντος του οφειλέτη στο περιουσιακό στοιχείο για το οποίο εκδίδεται το διάταγμα με την πληρωμή του ποσού το οποίο κατέστη οφειλόμενο δυνάμει της απόφασης του Δικαστηρίου με προτεραιότητα έναντι όλων των χρεών και υποχρεώσεων του οφειλέτη τα οποία δεν αποτέλεσαν το αντικείμενο προγενέστερων επιβαρυντικών διαταγμάτων στα αυτά περιουσιακά στοιχεία ή άλλων επιβαρύνσεων που δημιουργήθηκαν πριν από την έκδοση του διατάγματος με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο. (β) Την απαγόρευση μεταβιβάσεων, πωλήσεων, πληρωμών ή άλλων συναλλαγών σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία περιγράφονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 4 άνευ επηρεασμού εκτέλεσης αποφάσεων ή διαταγμάτων του Δικαστηρίου που εκδόθηκαν πριν από την έκδοση του διατάγματος. (γ) Την απαγόρευση πληρωμής μερισμάτων στο χρεώστη σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία που περιγράφονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 4. Τα μερίσματα θα κατακρατούνται σε ξεχωριστό λογαριασμό και θα αποτελούν μέρος του βαρυνόμενου στοιχείου της περιουσίας. (δ) Στην περίπτωση εμπιστεύματος μονάδων την απαγόρευση οποιασδήποτε απόκτησης των μονάδων ή συναλλαγής σχετικά με αυτές από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί αρμοδιότητες βάσει του εμπιστεύματος.
(2)Το Δικαστήριο όταν εκδίδει διάταγμα καθορίζει τις συνέπειες του ανάλογα με το περιουσιακό στοιχείο για το οποίο ζητείται το διάταγμα και επιβάλλει τέτοιους όρους ή δίνει τέτοιες οδηγίες που κρίνει αναγκαίες ή συμπληρωματικές της καθοριζόμενης συνέπειας ή συνεπειών.
(3)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(4)του άρθρου 6 η έκδοση διατάγματος επιβάρυνσης δε λογίζεται ότι ισοδυναμεί με τρόπο εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου.
(4)Το Δικαστήριο δύναται κατά την έκδοση του διατάγματος να καθορίσει τα πρόσωπα τα οποία δυνατό να επηρεάζονται από την έκδοση του διατάγματος, περιλαμβανομένων και τρίτων προσώπων, προς τα οποία θα πρέπει να γίνει επίδοση του διατάγματος.
(5)Μετά την επίδοση διατάγματος σε οποιοδήποτε πρόσωπο δυνάμει των προνοιών του παρόντος Νόμου δημιουργείται υποχρέωση του προσώπου αυτού να συμμορφωθεί με το περιεχόμενο του διατάγματος. 6.
(1)Άνευ επηρεασμού των προνοιών του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου σχετικά με την εκτέλεση αποφάσεων του Δικαστηρίου, περιουσιακά στοιχεία τα οποία βαρύνονται με διάταγμα εκδοθέν δυνάμει των προνοιών του παρόντος Νόμου πωλούνται, διατίθενται ή ρευστοποιούνται μόνο με διάταγμα Δικαστηρίου το οποίο εκδίδεται κατόπιν αίτησης του πιστωτή και το οποίο καλείται διάταγμα πώλησης.
(2)Το Δικαστήριο κατά την έκδοση του διατάγματος με βάση τις πρόνοιες του εδαφίου
(1)δύναται να επιβάλει οποιουσδήποτε όρους τους οποίους κρίνει αναγκαίους για τη διασφάλιση των συμφερόντων όλων των ενδιαφερόμενων μερών, ανεξάρτητα αν είναι ή όχι διάδικοι.
(3)Το Δικαστήριο, προτού εκδώσει την απόφαση του σε αίτηση η οποία υποβάλλεται δυνάμει του εδαφίου
(1), οφείλει να εξασφαλίσει τις απόψεις όλων των ενδιαφερόμενων μερών, περιλαμβανομένων του Επίσημου Παραλήπτη και Εφόρου Εταιρειών, των Συμβούλων της Εταιρείας ή άλλου νομικού προσώπου, με σκοπό την εξακρίβωση του συμφέροντος του οφειλέτη και του συμφέροντος όλων όσων δυνατό να έχουν συμφέρον στα βαρυνόμενα περιουσιακά στοιχεία ή δυνατό να επηρεάζονται από την πώληση, ρευστοποίηση ή διάθεση τους. Για το σκοπό αυτό το Δικαστήριο δύναται να δώσει οποιεσδήποτε οδηγίες οι οποίες υπό τις περιστάσεις κρίνονται σκόπιμες και αναγκαίες.
(4)Το Δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται αίτηση για την έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος δύναται, αν αυτό περιλαμβάνεται στην αίτηση του πιστωτή, να διατάξει την πώληση, ρευστοποίηση ή διάθεση των περιουσιακών στοιχείων για τα οποία εκδίδεται το επιβαρυντικό διάταγμα και στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι πρόνοιες των εδαφίων
(2)και
(3)του παρόντος άρθρου: Νοείται ότι η έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος συνοδευομένου με διάταγμα πώλησης θα λογίζεται τρόπος εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου. 7.-
(1)Το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται αίτησης για την πώληση, διάθεση ή ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων βαρυνομένων με επιβαρυντικό διάταγμα δύναται, αν αυτό ζητηθεί από τον αιτητή και αν το Δικαστήριο το κρίνει σκόπιμο, να προβεί στο διορισμό παραλήπτη για τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία με σκοπό την είσπραξη του εξασφαλισμένου ποσού.
(2)Με το διορισμό παραλήπτη δυνάμει του παρόντος άρθρου και τηρουμένων τυχόν όρων και οδηγιών που το Δικαστήριο θα επιβάλει, το βαρυνόμενο στοιχείο περιέρχεται στην κατοχή και προστασία του παραλήπτη για λογαριασμό του αιτητή και όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του οφειλέτη επί του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου περιέρχονται στον παραλήπτη, μέχρις ότου ο παραλήπτης εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του και το Δικαστήριο ακυρώσει το διορισμό του.
(3)Άνευ επηρεασμού της γενικότητας του εδαφίου
(2), παραλήπτης διοριζόμενος δυνάμει του παρόντος άρθρου έχει τις πιο κάτω εξουσίες, εκτός αν το Δικαστήριο κατά το διορισμό του εξαιρέσει ή αντικαταστήσει μερικές από αυτές: Χωρίς έγκριση του Δικαστηρίου (α) Να εγείρει ή να υπερασπίζει οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νομική διαδικασία στο όνομα ή εκ μέρους του οφειλέτη σχετικά με το βαρυνόμενο στοιχείο (β) να διορίζει δικηγόρο για να τον βοηθήσει στην εκτέλεση των καθηκόντων του (γ) να συμβιβάζει οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ του οφειλέτη και οποιουδήποτε άλλου προσώπου σχετικά με το βαρυνόμενο στοιχείο (δ) να υπογράφει και να εκτελεί στο όνομα και για λογαριασμό του οφειλέτη όλα τα συμβόλαια, αποδείξεις και άλλα έγγραφα που σχετίζονται με το βαρυνόμενο στοιχείο (ε) να εκδίδει, να αποδέχεται, να καταρτίζει και να οπισθογράφει οποιαδήποτε συναλλαγματική ή γραμμάτιο σε διαταγή, στο όνομα ή εκ μέρους του οφειλέτη σχετικά με το βαρυνόμενο στοιχείο (στ) να εισπράττει εκ μέρους του οφειλέτη οποιοδήποτε ποσό καθίσταται πληρωτέο δυνάμει του βαρυνόμενου στοιχείου Με έγκριση του Δικαστηρίου (ζ) να πωλεί το βαρυνόμενο στοιχείο με δημόσιο πλειστηριασμό ή ιδιωτική σύμβαση (η) να εξασφαλίζει πιστώσεις, χρησιμοποιώντας το βαρυνόμενο στοιχείο ως εγγύηση με την υποθήκευση του ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο και για το σκοπό αυτό να προβαίνει στην υπογραφή και εκτέλεση κάθε σχετικού εγγράφου (θ) να διανέμει το προϊόν πώλησης του βαρυνόμενου στοιχείου με τον τρόπο που αναφέρεται στο εδάφιο
(5)του παρόντος άρθρου (ι) να προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια για διασφάλιση της αξίας του βαρυνόμενου στοιχείου και των συμφερόντων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή που απορρέουν από αυτό (ια) να διαχειρίζεται το βαρυνόμενο στοιχείο με οποιοδήποτε τρόπο κρίνει αναγκαίο για τους σκοπούς του διορισμού του (ιβ) σε περίπτωση μετοχών θα έχει και θα ασκεί τα ίδια δικαιώματα όπως και ο μέτοχος και το όνομα του καταχωρείται ως μέτοχος στο σχετικό Μητρώο με την ιδιότητα του παραλήπτη.
(4)Τα έξοδα του παραλήπτη θεωρούνται έξοδα εκτέλεσης και αποτελούν μέρος του ποσού που εξασφαλίζεται με την επιβάρυνση.
(5)Ο παραλήπτης κατά την πώληση του βαρυνόμενου στοιχείου διαθέτει το προϊόν πώλησης με την πιο κάτω σειρά προτεραιότητας: (α) Έξοδα πώλησης (β) αμοιβή και έξοδα παραλήπτη ή άλλα παρεπόμενα έξοδα (γ) τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 5(α) την πληρωμή του ποσού για το οποίο επιβαρύνθηκε το περιουσιακό στοιχείο (δ) τυχόν υπόλοιπο πληρώνεται στον οφειλέτη.
(6)Το Δικαστήριο δύναται για οποιοδήποτε λόγο να τερματίσει το διορισμό του παραλήπτη και τον τερματίζει, όταν αυτός έχει εκπληρώσει τους σκοπούς για τους οποίους διορίστηκε.
(7)Το Δικαστήριο δύναται κατόπιν αίτησης του παραλήπτη ή άλλου ενδιαφερόμενου προσώπου να δώσει οποιαδήποτε οδηγία κρίνει αναγκαία σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του παραλήπτη, περιλαμβανομένης διαταγής για την αμοιβή του. 8. Στις περιπτώσεις όπου το βαρυνόμενο στοιχείο συνίσταται από μετοχές σε εταιρεία και η πώληση τους διατάσσεται από το Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 6 ή διενεργείται από παραλήπτη με έγκριση του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 7, τότε, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, η πώληση γίνεται με δημόσιο πλειστηριασμό και ακολούθως ισχύουν οι πιο κάτω διατάξεις: (α) Η κατακύρωση της πώλησης στον ψηλότερο πλειοδότη είναι προσωρινή για περίοδο 21 ημερών, και (β) (
- i)μέχρις ότου εκπνεύσει η πιο πάνω περίοδος των 21 ημερών, αν οποιοσδήποτε άλλος μέτοχος της εταιρείας καταθέσει στο δημοπράτη το ποσό για το οποίο κατακυρώθηκε η ψηλότερη πλειοδότηση, τότε η προσωρινή κατακύρωση ακυρώνεται και η πώληση κατακυρώνεται οριστικά προς όφελος του εν λόγω μετόχου: Νοείται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία περισσότεροι του ενός μετόχου εξάσκησαν το προβλεπόμενο στην υποπαράγραφο (β)(
- i)δικαίωμα, η κατανομή των μετοχών μεταξύ τους γίνεται σε αναλογία του ποσοστού των μετοχών που κατέχει ο κάθε μέτοχος σε σχέση με τον άλλο ή (
- ii)αν η περίοδος των 21 ημερών εκπνεύσει και κανένας από τους μετόχους της εταιρείας δεν ενήργησε με τον τρόπο που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (i), τότε η προσωρινή κατακύρωση της πλειοδότησης καθίσταται οριστική και παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου ο αγοραστής, αφού καταβάλει το ποσό στο οποίο η πώληση κατακυρώθηκε, δικαιούται να εγγραφεί ως μέτοχος της εταιρείας για τον αριθμό των μετοχών που αγόρασε (γ) το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα ή να δώσει οποιεσδήποτε οδηγίες κρίνει αναγκαίες για εφαρμογή των προνοιών του παρόντος άρθρου.» Σημαντικός στην πιο πάνω νομοθεσία είναι και ο ερμηνευτικός ορισμός του ομολόγου: «Ομόλογα (stock)» περιλαμβάνει μετοχές (shares), χρεόγραφα εταιρειών (debentures) και άλλα αξιόγραφα του νομικού προσώπου, ανεξάρτητα αν αυτά συνιστούν ή όχι επιβάρυνση πάνω στα περιουσιακά στοιχεία (assets) του εν λόγω προσώπου.» Όπως δε εξηγήθηκε στην υπόθεση Ιωάννου (Σιαμαρτά) v. Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ
(2000)1 ΑΑΔ 1463, στα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτει ο Νόμος περιλαμβάνονται και οι μετοχές εταιρειών. Αυτό εξάλλου προνοείται ρητά στην στο άρθρο 4
(2)(ιι) όπου σε συνδυασμό με τον πιο πάνω ορισμό του ομολόγου προνοείται ότι τα περιουσιακά στοιχεία για τα οποία εκδίδεται το διάταγμα περιλαμβάνει και τα «ομόλογα οποιουδήποτε νομικού προσώπου το οποίο συστάθηκε στη Δημοκρατία της Κύπρου.» ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΕΝΣΤΑΣΗΣ: Προβλήθηκε ως πρώτος λόγος ένστασης ότι οι αιτητές δεν αποκαλύπτουν όλα τα ουσιώδη στοιχεία και/ή γεγονότα της υπόθεσης και/ή προβάλλουν ανακρίβειες για υποστήριξη της αίτηση τους. Επισημαίνω ότι εφόσον με την αίτηση αξιώνεται και διάταγμα πώλησης των μετοχών το οποίο θα έπεται του διατάγματος επιβάρυνσης τους ορθά η αίτηση καταχωρήθηκε διά κλήσεως. Επομένως παρέχεται - όπως και το έπραξε - στον καθ΄ου η αίτηση η ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση του με την καταχώρηση ένστασης όπως ο ίδιος επιθυμεί και να προβάλει τους ισχυρισμούς που αυτός πιστεύει ότι μπορούν να προβληθούν και να έχουν θετική επίδραση στην υπόθεση του. Κατά τα άλλα δεν συγκεκριμενοποιεί ποια είναι αυτά τα ουσιώδη στοιχεία ή γεγονότα και ποιες οι ανακρίβειες. Εάν δε αυτά εξειδικεύονται στους επόμενους λόγους ένστασης αυτοί θα εξετασθούν στη συνέχεια. Επομένως ο λόγος αυτός ένστασης δεν έχει έρεισμα. Προβάλλεται ότι ο αιτητής απέκρυψε από το Δικαστήριο την εκκρεμότητα της έφεσης εναντίον της εκδοθείσας πρωτόδικης απόφασης. Δεν καταχωρήθηκε αίτηση για αναστολή της εκδοθείσας απόφασης και η καταχώρηση έφεσης από μόνη της δεν παρεμποδίζει τη λήψη μέτρων εκτέλεσης μιας νομίμως εκδοθείσας απόφασης. Επομένως ούτε και αυτός ο λόγος ένστασης έχει έρεισμα. Προβάλλεται ως λόγος ένστασης ότι η αίτηση δεν έχει έρεισμα και/ή δεν μπορεί να εξετασθεί από το Δικαστήριο και/ή είναι νόμω και ουσία αβάσιμη καθότι η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος πώλησης κατόπιν άσκησης διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου και εντός του πλαισίου του Νόμου 31(Ι)/1992 υπάρχει μόνο σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία τα οποία ήδη βαρύνονται με επιβαρυντικό διάταγμα. Παρατηρώ ότι ναι μεν οι μετοχές αυτές δεν έχουν επιβαρυνθεί προηγουμένως με άλλη αίτηση στη βάση των διατάξεων του Ν. 31(Ι) /1992 - κάτι όμως που ζητείται στα πλαίσια της παρούσας - αλλά επί της ουσίας, λαμβάνοντας και την προϊστορία της παρούσας υπόθεσης, δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι για τις ίδιες αυτές μετοχές εκδόθηκε διάταγμα ακύρωσης δόλιας μεταβίβασης τους και έτσι έγινε η επανεγγραφή τους στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών επ΄ονόματι του καθ΄ου η αίτηση, οπότε κατά κάποιο τρόπο αυτές είναι ήδη βεβαρυμμένες. Ο καθ΄ού η αίτηση μετά την πιο πάνω απόφαση του Δικαστηρίου περί δόλιας μεταβίβασης και της συμμόρφωση του με το εκδοθέν διάταγμα καιτην επανεγραφή τους στο όνομα του δεν θα μπορούσε να επιχειρήσει την εκ νέου αποξένωση των μετοχών. Δεν υπάρχει αποτρεπτικός κανόνας για την ταυτόχρονη υποβολή στα πλαίσια της ίδιας αίτησης τόσο αιτήματος για την έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος όσο και διατάγματος για την πώληση και/ή διάθεση των μετοχών. Τουναντίον κατ΄αυτόν τον τρόπο συνηθίζεται να υποβάλλονται τέτοιας φύσης αιτήματα κάτι που εξοικονομεί και χρόνο και δεν προκαλεί και περιττά έξοδα. Το επιβαρυντικό διάταγμα εξάλλου ισχύει από την έκδοση του μέχρι και τη μεταβίβαση της περιουσίας που έχει επιβαρυνθεί με το σχετικό επιβαρυντικό διάταγμα και εν προκειμένω των μετοχών των οποίων επιδιώκεται τόσο η επιβάρυνση όσο και η πώληση τους. Σε σχέση με τον επόμενο λόγο ένστασης, δηλαδή ότι οι αιτητές είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές εφόσον έχουν εγγράψει τη δικαστική απόφαση επί προσωπικής περιουσίας του καθ΄ου η αίτηση παρατηρώ απλά ότι το γεγονός εγγραφής επιβάρυνσης σε ακίνητο δεν τίθεται ως εμπόδιο και δεν είναι αποτρεπτικό στην προσπάθεια είσπραξης ενός εξ αποφάσεως χρέους. Σε σχέση με τον λόγο ένστασης ότι οι αιτητές είχαν υποχρέωση να πληροφορήσουν το Δικαστήριο για την αξία των μετοχών η οποία με εύλογη επιμέλεια και έρευνα θα μπορούσε να υπολογισθεί λαμβανομένων υπόψη των υποχρεώσεων της εταιρείας όπως έχει αποφασιστεί και στην υπόθεση Ιωάννου (Σιαρματτά), πιο πάνω, από τον Νικολάου, Δ. σχολιάζοντας παρόμοια εισήγηση σε σχέση με την πρόνοια του άρθρου 3
(2)(α): «.Δεν είναι δυνατό να αναμένεται η ανάληψη ανιχνευτικού έργου από τον εξ αποφάσεως πιστωτή σε σχέση με την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη για να παρουσιάσει ο πρώτος στοιχεία τα οποία βασικά ενδιαφέρουν τον δεύτερο και τα οποία μπορεί ο ίδιος να παρουσιάσει αν επιθυμεί.» Ορθά επισημαίνεται στην εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των αιτητών ότι είναι ο καθ΄ου η αίτηση το πρόσωπο που μπορεί να προσφέρει μαρτυρία σχετικά με την αξία των μετοχών. Και είχαν την ευκαιρία να το πράξουν στα πλαίσια της ένστασης τους όπως και το έκαναν ασφαλώς περιγράφοντας τη δεινή οικονομική κατάσταση της εταιρείας και τις διαδικασίες που εκκρεμούν εναντίον της. Σε σχέση με τον λόγο ένστασης αρ. 6, ότι δηλαδή η αίτηση είναι καταχρηστική και σκοπό έχει τον εξαναγκασμό του καθ΄ου η αίτηση 1 σε άμεση καταβολή του χρέους, όταν παρόμοια αίτηση με την ίδια νομική βάση καταχωρήθηκε και αποσύρθηκε από το Δικαστήριο σε προγενέστερη ημερομηνία, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η προηγούμενη αίτηση είχε αποσυρθεί άνευ βλάβης των δικαιωμάτων των αιτητών όπως φαίνεται και από το πρακτικό, ο λόγος δε που είχε αποσυρθεί ήταν ότι οι εναγόμενοι είχαν προβεί δολίως σε προγενέστερο στάδιο, όπως κρίθηκε αργότερα από το Δικαστήριο, σε μεταβίβαση των μετοχών και επομένως η αίτηση εκείνη δεν είχε γι΄αυτό το λόγο αντικείμενο. Επομένως δεν συντρέχει περίπτωση κατάχρησης και δεν θα έπρεπε κατά την άποψη μου να είχε προβληθεί ένας τέτοιος λόγος όταν είναι γνωστά τα γεγονότα της υπόθεσης. Ο επόμενος λόγος ένστασης ότι δηλαδή δεν στοιχειοθετείται η αναγκαιότητα για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων κρίνεται ως ανεδαφικός εφόσον η αναγκαιότητα μιας αίτησης δεν χρειάζεται να στοιχειοθετηθεί αν συντρέχουν οι λόγοι για τους οποίους γίνεται, και τότε αυτόματα καθίσταται και αναγκαία και στη προκείμενη περίπτωση αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του κ. Καλοπετρίδη ότι το εξ αποφάσεως χρέος και τα συναφή έξοδα εξακολουθούν να οφείλονται, οπότε συντρέχει η ανάγκη ικανοποίησης της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. Τέλος, σε σχέση με τον λόγο ένστασης αρ. 8 ότι δηλαδή η παρούσα αίτηση και οι περιστάσεις που την περιβάλλουν δεν δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ των αιτητών στην αίτηση παρατηρώ ότι όλες οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την δυνατότητα καταχώρησης τέτοιας αίτησης συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση. Παρέμεινε αναμφισβήτητος ο ισχυρισμός των αιτητών για την έκδοση δικαστικής απόφασης εναντίον των εναγομένων μεταξύ των οποίων ο εναγόμενος 1, η αίτηση αποσκοπεί στην εκτέλεση της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης και η περιουσιακή κατάσταση του εναγομένου 1 - καθ΄ου η αίτηση είναι τέτοια που είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα προς εξασφάλιση της πληρωμής της απαιτήσεως των εναγουσών εταιρειών και αιτητών στην παρούσα. Με την έκδοση του διατάγματος όπως ισχυρίστηκε στην ένορκη δήλωση του ο κ. Καλοπετρίδης εκ μέρους των αιτητών κανένας άλλος πιστωτής του εναγομένου δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά. Ο καθ΄ου η αίτηση δεν αντέτεινε οτιδήποτε το διαφορετικό στα πιο πάνω ούτε και τα αμφισβήτησε. Έτσι η αίτηση εκπληρώνει τις προϋποθέσεις του νόμου και ως εκ τούτου απορρίπτονται οποιεσδήποτε περί του αντιθέτου αιτιάσεις εκ μέρους του καθ΄ου η αίτηση. Σε σχέση με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1 όπου περιγράφει τη δεινή οικονομική κατάσταση της εταιρείας η οποία επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο λόγω της οικονομικής κρίσης και της μείωσης της αξίας της ακίνητης περιουσίας της αλλά και στην έγερση αγωγών και έκδοση δικαστικών αποφάσεων εναντίον της εταιρείας Α.Κ.Γ. Γρηγορίου Λτδ και εν τέλει την εκμηδένιση της αξίας των μετοχών της εταιρείας, είναι γεγονότα αδιάφορα τα οποία δεν ενέχουν καμιά σημασία ως προς την έκβαση της παρούσας αίτησης. Ούτε τέλος ο ισχυρισμός ότι οι αιτητές δεν ήρθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια μπορεί να έχει θετική αντίκριση εφόσον είναι γεγονός ότι μόλις είχαν την δυνατότητα που τους παρέχει ο νόμος να αποταθούν στο Δικαστήριο εξασφαλίζονταν τα επιδιωκόμενα διατάγματα το έπραξαν. Ο νόμος τυγχάνει εφαρμογής για εξ αποφάσεως χρέος και μόλις την 9.11.2012 εκδόθηκε η δικαστική απόφαση και ακολούθησε η αίτηση η οποία αποσύρθηκε όταν έγινε αντιληπτή η αποδειχθείσα δόλια μεταβίβαση των μετοχών και καταχωρήθηκε εκ νέου μόλις εξασφαλίστηκε το διάταγμα ακύρωσης της. Σε καμιά περίπτωση δεν είχε τεθεί ως προϋπόθεση κατάθεσης νέας αίτησης η πληρωμή των εξόδων της αιτήσεως που είχε αποσυρθεί και τα οποία επιδικάσθηκαν υπέρ των καθ΄ων η αίτηση. Τόσο μάλλον όταν οι ίδιοι οφείλουν τα έξοδα ολόκληρης της αγωγής αλλά και της μεταγενέστερης αίτησης για την ακύρωση της δόλιας μεταβίβασης. Κρίνω ότι η αίτηση ούτε αχρείαστη είναι ενόψει όλων των πιο πάνω λόγων αλλά ούτε και καταπιεστική ούτε και διαφαίνεται αντικειμενικά με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης κακοβουλία εκ μέρους των αιτητών. Καταλήγω, έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον μου και μάλιστα την οικονομική κατάσταση του εναγομένου 1 - καθ΄ου η αίτηση να εκδώσω τα αιτούμενα διατάγματα. Εκδίδεται διάταγμα ως το αιτητικό 1 της αίτησης. Νοείται ότι το εκδοθέν επιβαρυντικό διάταγμα θα επεκτείνεται σε οποιοδήποτε μέρισμα ή άλλο εισόδημα πληρωτέο σε σχέση με τις βαρυνόμενες μετοχές σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 παρ.
(5)του Ν. 31(Ι)/1992. Ως προς το αιτητικό 2 της αίτησης, το οποίο αφορά αίτημα για διορισμό παραλήπτη για την πώληση, διάθεση ή ρευστοποίηση των πιο πάνω μετοχών, εφόσον δεν προτάθηκε κάποιος ή έστω δεν υπήρξε κοινή εισήγηση περί τούτου, κρίνω ότι ο πιο αρμόδιος να οριστεί προς τούτο είναι ο Έφορος Εταιρειών και Επίσημος Παραλήπτης ο οποίος και ορίζεται ως ο παραλήπτης των μετοχών του εναγόμενου 1 - καθ΄ου η αίτηση στην εταιρεία Α.Κ.Γ. Γρηγορίου Λίμιτεδ (ΗΕ 142742) ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο εκείνος θα ήθελε διορίσει στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων και εξουσιών του και ο οποίος θα ενεργήσει σύμφωνα με τις πρόνοιες του νόμου και του παρόντος διατάγματος. Τα έξοδα της αίτησης θα είναι υπέρ των αιτητών και εναντίον του εναγόμενου 1 - καθ΄ου η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............................................... Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο