← Κύπρος

Μοναχή Μαρκέλλα κ.α. ν. Αρχιμανδρίτης Σεβαστιανός Σταύρου κ.α., Αρ.Αγωγής 2046/2011, 30/11/2015

Μοναχή Μαρκέλλα κ.α. ν. Αρχιμανδρίτης Σεβαστιανός Σταύρου κ.α., Αρ.Αγωγής 2046/2011, 30/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A255 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής 2046/2011 Μεταξύ:

  1. Μοναχή Μαρκέλλα κ.α. Εναγόντων και
  2. Αρχιμανδρίτης Σεβαστιανός Σταύρου κ.α. Εναγομένων Ημερ.: 30.11.2015 Για τις Ενάγουσες: κ.Χρ.Πουργουρίδης για Χρήστος Πουργουρίδης & Σία ΔΕΠΕ Για τις Εναγόμενες 1 και 11: κ.Χρ.Πουτζιουρής για Ορφανίδης, Χριστοφίδης, Πουτζιουρής & Δαμιανού ΔΕΠΕ Για τις Εναγόμενες 2 έως 10: κ.Α.Χατζησέργης για Ανδρέας Χατζησέργης ΔΕΠΕ Για τις Εναγόμενες 12 έως 22: Γ.Πάτσαλου (κα) Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή - Η Δικογραφία Η Εκκλησία των Γνήσιων Ορθοδόξων Χριστιανών, ΓΟΧ, Κύπρου ΕΓΚ, υφίσταται από το 1924 που αποσχίστηκε από την Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου. Δικό της Καταστατικό Χάρτη απέκτησε το
  3. Το Καταστατικό της ΕΓΚ είναι υποκείμενο των Ιερών Κανόνων και Παραδόσεων της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η Ιερά Μονή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, που ιδρύθηκε τη δεκαετία του 1940, ανήκει στην ΕΓΚ. Η Μονή είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια μεταξύ πολλών άλλων ακινήτων (βλ. Τεκμ.50) δύο όμορων κτημάτων, του τεμ. 154 του Φ/Σχ 40/7 του χωριού Τρούλλοι και του τεμ. 272 του Φ/Σχ 40/6 του χωριού Αβδελλερό στην επαρχία Λάρνακας, πάνω στα οποία είναι κτισμένη η Μονή. Κατά την αξίωση, η Ενάγουσα 1 ήταν η Ηγουμένη της Μονής από το 1961 και εξακολουθεί να είναι. Οι Ενάγουσες 2 και 3 (η Ενάγουσα 4 απεβίωσε) προωθούν την αγωγή ως μέλη της μοναστικής αδελφότητας της Μονής. Ο Εναγόμενος 1 φέρεται από τις Ενάγουσες ως Αρχιμανδρίτης της ΕΓΚ. Η θέση των Εναγομένων είναι ότι είναι ο Μητροπολίτης Κιτίου της ΕΓΚ. Η εκλογή του αμφισβητείται από τις Ενάγουσες, ζήτημα που αποτέλεσε κυρίαρχο θέμα κατά τη δίκη. Οι Εναγόμενες είναι μοναχές και δόκιμες μοναχές της ΕΓΚ. Η ΕΓΚ από το 1924 μέχρι το 1948 δεν είχε Επίσκοπο. Το 1948 χειροτονήθηκε ο Σπυρίδων ως Επίσκοπος Τριμυθούντος ο οποίος εξορίστηκε από τους Αγγλους μετά από λίγους μήνες. Η ΕΓΚ παρέμεινε ακέφαλη μέχρι το 1956 που χειροτονήθηκε ο Επιφάνιος ως Μητροπολίτης Κιτίου και Εξαρχος πάσης Κύπρου (βλ. Τεκμ.77

(12)). Και οι δύο είχαν χειροτονηθεί από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας των ΓΟΧ Ελλάδος, ΙΣΕΓΕ και ΕΓΕ, με την οποία η ΕΓΚ είχε ανέκαθεν πνευματική κοινωνία και συνεργασία. Στην περίπτωση του Επιφάνιου είχε προηγηθεί εκλογή ενώ στην περίπτωση του Σπυρίδωνα όχι. Ο Επιφάνιος παρακάθετο σε κάποιες συνεδριάσεις της ΙΣΕΓΕ. 'Οπως αναφέρεται στην Εκθεση Απαίτησης, μετά το θάνατο του Επιφάνιου, ο Εναγόμενος 1 «Κατά παράβαση ρητής πρόνοιας του Καταστατικού Χάρτη της εν λόγω εκκλησίας αποτάθηκε σε μια από τις διάφορες Ιερές Συνόδους που υπάρχουν μεταξύ των Παλιοημερολογιτών της Ελλάδας, η οποία και τον χειροτόνησε σε Επίσκοπο για την Εκκλησία των ΓΟΧ της Κύπρου χωρίς να έχει προηγηθεί εκλογή Μητροπολίτη ο οποίος και να μεριμνήσει για την εκλογή επισκόπου, όπως ρητά προνοεί ο Καταστατικός Χάρτης. Πρόσθετα δεν έγινε ψηφοφορία για την εκλογή επισκόπου όπως και πάλιν ρητά προνοεί ο Καταστατικός Χάρτης.» (παρ.15 (α) της Εκθεσης Απαίτησης). Είναι η θέση των Εναγουσών ότι κατ΄ αυτό τον τρόπο επήλθε σχίσμα στην ΕΓΚ με τον Εναγόμενο 1 και όσους τον ακολουθούν να έχουν αποσχιστεί, με τις ίδιες και το πλήρωμα της Εκκλησίας που αρνήθηκε να τον ακολουθήσει να αντιπροσωπεύουν την ΕΓΚ και τη Μονή. Καταλογίζεται στον Εναγόμενο 1 πως παρότρυνε τις Εναγόμενες 2 έως 10 να εισέλθουν και να καταλάβουν διά της βίας τη Μονή, ενώ στη συνέχεια εισήλθαν και έκτοτε επεμβαίνουν παράνομα στη Μονή και οι Εναγόμενες 11 έως
  1. Οι Εναγόμενες 2 έως 20 είναι μοναχές που, κατά τις Ενάγουσες, δεν ανήκουν στην αδελφότητα της Μονής και οι πιο πάνω ενέργειες τους έγιναν χωρίς την έγκριση της Ενάγουσας
  2. Δεν δικογραφείται ο χρόνος των ισχυριζόμενων επεμβάσεων, όμως, για μεν την πρώτη καταχωρίστηκε την 27.12.2006 η αγωγή αρ. 3395/2006 Ε.Δ. Λάρνακας, και συνεπώς η ισχυριζόμενη επέμβαση είχε προηγηθεί, η δε δεύτερη αναφέρεται ότι έγινε μετά την έναρξη της δίκης στην υπόθεση εκείνη. Οι Εναγόμενες 21 - 26 είναι μοναχές που ανήκουν στην αδελφότητα της Μονής. Για τις Εναγόμενες 21, 22 και 23 αναφέρεται στην Εκθεση Απαίτησης ότι λόγω γήρατος και άλλων προβλημάτων δεν έχουν πλήρη επίγνωση των πράξεων τους, αναφέρεται όμως ότι έχουν ακολουθήσει τον Εναγόμενο 1 στη σχισματική του εκκλησία. Για τις Εναγόμενες 24, 25 και 26 αναφέρεται πως δεν φαίνεται να ακολουθούν τον Εναγόμενο 1 αλλά έχουν καταστεί Εναγόμενες αφού παραμένουν στα κτίρια της Μονής ώστε να διευκρινιστεί η θέση τους. Είναι η θέση των Εναγουσών ότι μετά την κατάληψη της Μονής από τους Εναγόμενους 1 - 20 η διαβίωση των Εναγουσών κατέστηκε δυσβάστακτη με αποτέλεσμα οι Ενάγουσες 1 και 2 να αναγκαστούν να εγκαταλείψουν τη Μονή, ενώ η Ενάγουσα 3 εκδιώχθηκε από τη Μονή παράνομα με απόφαση του Εναγόμενου 1 και της Ιεράς Συνόδου που ο ίδιος συγκάλεσε. Τον Ιανουάριο του 2011 ο Εναγόμενος 1 χειροθέτησε σε Ηγουμένη της Μονής την Εναγόμενη 11, κατά τις Ενάγουσες παράνομα. Ως αποτέλεσμα «Οι Εναγόμενοι κατέχουν, νέμονται και διαχειρίζονται την ακίνητη και κινητή περιουσία της Μονής και στερούν έτσι από τη Μονή έσοδα και άλλα οφέλη και από τις Ενάγουσες στερούν το δικαίωμα να διαχειρίζονται, νέμονται και κατέχουν την εν λόγω περιουσία ...» (παρ.24 της Εκθεσης Απαίτησης). Οι Ενάγουσες αξιώνουν διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγόμενους να τερματίσουν την παράνομη επέμβαση στα ακίνητα της Μονής και να παραδώσουν ελευθέρα κατοχή τούτων στις Ενάγουσες και δήλωση του Δικαστηρίου ότι αυτές έχουν αποκλειστικό δικαίωμα κατοχής, χρήσης και νομής των προαναφερθέντων τεμ. 154 και 272 καθώς και κάθε άλλης ακίνητης και κινητής περιουσίας ιδιοκτησίας της Μονής. Ακόμα, διάταγμα που να διατάσσει τους Εναγόμενους 1 - 20 όπως αποδώσουν λογαριασμό για τη διαχείριση της περιουσίας της Μονής από της κατάληψης της μέχρι και την παράδοση της κατοχής της στις Ενάγουσες. Περαιτέρω αξιώνουν αριθμό άλλων διαταγμάτων που αφορούν ζητήματα της Εκκλησίας τους. Διάταγμα ότι η χειροθεσία της Εναγόμενης 11 ήταν παράνομη και διάταγμα που να απαγορεύει σε αυτή να παρουσιάζεται ως τέτοια και στις Εναγόμενες 2 - 20 να παρουσιάζονται ως μέλη της Αδελφότητας της Μονής. Ακόμη, διάταγμα ότι όσοι αποτελούν την εκκλησία που έχει ως θρησκευτικό ηγέτη τον Εναγόμενο 1 συνιστούν νέα εκκλησία, σχισματική της ΕΓΚ, που δεν έχει κανένα δικαίωμα επί της Μονής ή διοικητική, πειθαρχική ή πνευματική εξουσία στα μέλη της ΕΓΚ. Ο Εναγόμενος 1 καταχώρησε Εκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση. Πέραν της απόρριψης της αγωγής ανταξιώνει απόφαση που να τον αναγνωρίζει ως τον κανονικά και νόμιμα εκλεγμένο, χειροτονημένο και ενθρονισμένο Μητροπολίτη Κιτίου και Εξαρχο Πάσης Κύπρου της ΕΓΚ, ότι η Εναγόμενη 11 είναι η νόμιμα εκλεγείσα Ηγουμένη της Μονής και ότι η ΕΓΚ δεν είναι εθελούσια ένωση προσώπων, όπως διατείνονται οι Ενάγουσες, αλλά Εκκλησία με τα ίδια συνταγματικά δικαιώματα και ελευθερίες όπως και οι άλλες Εκκλησίες της Κύπρου. Ξεχωριστή Εκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης καταχώρησε η Εναγόμενη 11 ανταξιώνοντας και αυτή ότι είναι η νόμιμα εκλεγείσα Ηγουμένη της Μονής και επίσης ότι η ΕΓΚ δεν είναι εθελούσια ένωση προσώπων αλλά Εκκλησία με τα ίδια συνταγματικά δικαιώματα και ελευθερίες όπως και οι άλλες Εκκλησίες της Κύπρου. Οι Εναγόμενες 2 - 10 καταχώρησαν δική τους Εκθεση Υπεράσπισης όπως και οι Εναγόμενες 12 -
  3. Θα ήταν αχρείαστα επιβαρυντικό για το κείμενο της απόφασης εάν επιχειρείτο να παρατεθεί το σύνολο των ισχυρισμών των τεσσάρων Εκθέσεων Υπεράσπισης που καταχωρίστηκαν. Τα εγειρόμενα ζητήματα εξετάζονται στις ενότητες που ακολουθούν χωρίς να εξειδικεύεται με ποια ή ποιες Υπερασπίσεις εγείρονται. Η αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 23 αποσύρθηκε κατόπιν αδείας και απορρίφθηκε στις 10.9.
  4. Εναντίον των Εναγομένων 24 - 26 δεν αποκαλύπτεται στην αξίωση αιτία αγωγής. Δεν αμφισβητείται ότι ανήκαν στην Αδελφότητα της Μονής και δεν δικογραφείται να τους είχε απαγορευθεί η παραμονή και διαβίωση στη Μονή. Η αγωγή εναντίον τους θα πρέπει, χωρίς άλλο, να απορριφθεί. Β. Τα επίδικα θέματα Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη περιουσία συνίσταται σε οποιαδήποτε είσοδο, ζημιά ή παρέμβαση στην περιουσία αυτή που είναι παράνομη (άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148). Η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη περιουσία είναι ουσιαστικά αδίκημα εναντίον της κατοχής. Απαιτείται πραγματική κατοχή ή φυσικός έλεγχος της περιουσίας. Ο ιδιοκτήτης που δεν έχει κατοχή δεν μπορεί να ενάγει σε σχέση με παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του, με εξαίρεση την περίπτωση όπου υπάρχει πρόκληση ζημιάς στην περιουσία ή όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα (Λάμπρου κ.ά. ν. Κεφάλα κ.ά.
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1516, 1527). Εγείρεται συναφώς από την υπεράσπιση ζήτημα ότι οι Ενάγουσες δεν νομιμοποιούνται στην καταχώρηση της αγωγής αφού κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής δεν διέμεναν στη Μονή. Όμως, δεν είναι ο χρόνος καταχώρησης της αγωγής, την 7.7.2011, που έχει σημασία αλλά ο χρόνος διάπραξης της ισχυριζόμενης παράνομης επέμβασης. Αλλωστε, αυτό που επικαλούνται οι Ενάγουσες είναι ότι ως αποτέλεσμα και κατ΄ ακολουθία της παράνομης επέμβασης αναγκάστηκαν, σε μεταγενέστερο στάδιο, να εγκαταλείψουν ή εκδιώχθηκαν από τη Μονή. Κυρίαρχο ζήτημα κατά τη δίκη ήταν η διακρίβωση του ποιός ή ποιοί αντιπροσωπεύουν ή και δικαιούνται να διαχειρίζονται την εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια Μονή, ποιος διοικεί την ΕΓΚ στην οποία η Μονή υπάγεται και κατ΄ επέκταση η εγκυρότητα της εκλογής του Εναγόμενου 1 ως Μητροπολίτη Κιτίου και Προκαθήμενου της ΕΓΚ. Το τελευταίο ζήτημα δεν αφορά στην ισχυριζόμενη αρχική επέμβαση το 2006 αφού ο Εναγόμενος 1 χειροτονήθηκε Επίσκοπος Τριμυθούντας την 25.1.2007 (Τεκμ.84
(9)) και ενθρονίστηκε Μητροπολίτης Κιτίου την 21.5.2007. Ούτε και το ισχυριζόμενο στην αξίωση σχίσμα μπορεί να αφορά την ισχυριζόμενη επέμβαση το 2006 αφού αυτό οριοθετείται χρονικά στην αξίωση μετά τη χειροτονία του Εναγόμενου 1 ως Επισκόπου Τριμυθούντας, αφού τα περιστατικά της χειροτονίας δικογραφούνται ως λόγος για το σχίσμα (παρ.15(α) της Εκθεσης Απαίτησης). Γ. Η υπόσταση της ΕΓΚ Οι δικηγόροι των Εναγουσών παρέπεμψαν σε Αγγλική νομολογία για να υποστηρίξουν τη θέση ότι η ΕΓΚ είναι μια εθελούσια ένωση προσώπων. Πρόδηλα, ως το υπόβαθρο για να υποστηρίξουν ότι σε κάθε διάσταση των δραστηριοτήτων της χωρεί η παρέμβαση του πολιτικού Δικαστηρίου. Στην απόφαση του Ανακτοσυμβουλίου στην Τhe Rev. Andrew Murray and others v. The Rev. Thomas Burgess
(1867)Law J.R.44, 48 αναφέρεται ότι μια εκκλησία είναι μια εθελούσια ένωση προσώπων που συγκροτείται και υφίσταται με κοινή συμφωνία των μελών της. Η ρύθμιση των θρησκευτικών της ζητημάτων εδράζεται σε σύμβαση και η εξουσία των διοικητικών της οργάνων προέρχεται αποκλειστικά από την οικιοθελή υποταγή και συμφωνία των μελών της, κληρικών και λαϊκών, που συγκροτούν την εκκλησία ή την ένωση. Στην απόφαση επίσης του Ανακτοσυμβουλίου στην Long v. The Bishop of Cape Town
(1863)1 Moore, P.C. N.C. 411, 461, αναφέρεται ότι ως εθελούσια ένωση προσώπων η εκκλησία μπορεί να θεσπίζει κανονισμούς για να επιβάλλει την εσωτερική πειθαρχία, που θα είναι δεσμευτικοί για αυτούς που ρητά ή εξυπακουόμενα τους αποδέχτηκαν. Μπορεί ακόμα να εγκαθιδρύσει σώμα που να αποφασίζει κατά πόσο υπάρχει παραβίαση κανονισμού από κάποιο μέλος και ποιες θα είναι οι κυρώσεις. Οι αποφάσεις τέτοιων σωμάτων μπορούν να εφαρμοστούν με τη συνδρομή των Δικαστηρίων που μπορούν να τους δώσουν κύρος, όπως σε μια διαιτητική απόφαση όπου ωσαύτως η δικαιοδοσία του διαιτητικού δικαστηρίου εδράζεται στη συμφωνία των μερών. Οι δικηγόροι των Εναγομένων υποστήριξαν διαφορετική θέση. Η κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι τα Αρθρα 110 και 111 του Συντάγματος τα οποία αναφέρονται στην Αυτοκέφαλη Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου δεν αφορούν την ΕΓΚ. Ούτε αυτή απολαμβάνει των συνταγματικών προνομίων των πέντε μεγαλύτερων θρησκευμάτων της Κύπρου (δηλαδή της Ορθόδοξης, της Μουσουλμανικής, της Μαρωνιτικής, της Αρμενικής, και της Ρωμαιοκαθολικής θρησκείας). Τυγχάνει όμως η ΕΓΚ της προστασίας της θρησκευτικής ελευθερίας που καθιερώνεται με το Αρθρο 18 του Συντάγματος και το άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με τον περί της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως διά την προάσπισιν των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κυρωτικό) Νόμο του 1962 (Ν.39/1962), και το άρθρο 18 των Διεθνών Συμφώνων που κυρώθηκαν με το περί Διεθνών Συμφωνιών (Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα και Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα) (Κυρωτικό) Νόμο του 1969 (Ν.14/1969). Οι δε πρόνοιες του περί Γάμου των προσώπων που πρεσβεύουν το Ιουλιανό ημερολόγιο Νόμου του 1994 (Ν.60(Ι)/1994) επιβεβαιώνουν την αναγνώριση από την πολιτεία της ΕΓΚ ως θρησκευτικής ομάδας και του ηγέτη και των κληρικών της. Σημειώνεται περαιτέρω ότι την 6.2.2003, κατόπιν αιτήματος του Επιφάνιου, το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε να καταβάλλεται μηνιαίο επίδομα στον εφημεριακό κλήρο της υπαίθρου της ΕΓΚ, όπως από το 1998 συνέβαινε σε σχέση με τους ιερείς των θρησκευτικών ομάδων των Μαρωνιτών, Λατίνων και Αρμένιων. Ακόμα, η ΕΓΚ εμπίπτει στην έννοια του όρου «Θρησκευτικός Οργανισμός» του άρθρου 2 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, όπως έχει τροποποιηθεί, και μπορεί να αποκτά ακίνητη ιδιοκτησία. Ενώ λοιπόν η ΕΓΚ μπορεί να έχει στοιχεία εθελούσιας ένωσης προσώπων έχει και άλλα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και συνιστά αναγνωρισμένο από την Πολιτεία θρήσκευμα, θρησκευτική ομάδα και θρησκευτικό οργανισμό, έτσι που η περιγραφή της ως εθελούσια ένωση προσώπων να είναι τόσο ανεπαρκής ώστε να θεωρείται και ατυχής. Δ. Ζήτημα δεδικασμένου Εγείρεται στην Εκθεση Υπεράσπισης των Εναγομένων 2 - 10 ζήτημα δεδικασμένου με αναφορά στις αγωγές 3395/2006, 996/2008, 2670/2008 και 2786/2008 όλες του Ε.Δ. Λάρνακας. Με την αγωγή 2670/2008 (Τεκμ.79) η Ενάγουσα 3 είχε ενάξει τις Εναγόμενες 2 - 5 και 7 - 10 για αποζημιώσεις για βιαιοπραγίες κατά του προσώπου της που κατ΄ ισχυρισμόν έλαβαν χώρα την 2.11.
  1. Με την αγωγή 996/2008 (Τεκμ.80) οι Ενάγουσες 1, 2 και 3 και κάποια Μοναχή Βερονίκη ως μέλη της Αδελφότητας της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος ή και του Ηγουμενοσυμβουλίου της, είχαν ενάξει τους Εναγόμενους 1 και 2 σε σχέση με οικοδομικές εργασίες που κατόπιν οδηγιών τους είχαν γίνει στο τεμ. 154 και επρόκειτο να γίνουν και στο τεμ.
  2. Από το κείμενο της Εκθεσης Απαίτησης συμπερασματικά εξάγεται ότι οι ισχυριζόμενες οικοδομικές εργασίες είχαν αρχίσει τέλη του 2007, όμως, από το περιεχόμενο δήλωσης της Ενάγουσας 3 σε ενδιάμεση αίτηση που καταχωρίστηκε φαίνεται ότι οι εργασίες άρχισαν, κατ΄ ισχυρισμό, τον Νοέμβριο του
  3. Αξιωνόταν μεταξύ άλλων δήλωση του Δικαστηρίου ότι αποκλειστικό δικαίωμα διαχείρισης των δύο τεμαχίων είχαν η Ενάγουσα 1 ή και το Ηγουμενοσυμβούλιο της Μονής. Σημειώνεται ότι ο Εναγόμενος 1 φέρεται στον τίτλο της αγωγής ως «Επίσκοπος Σεβαστιανός». Με την αγωγή 2786/2008 (Τεκμ.81) οι Ενάγουσες 1 και 3 είχαν ενάξει τον Εναγόμενο 1 αξιώνοντας δήλωση του Δικαστηρίου ότι αυτός δεν είχε δικαίωμα να ασκεί τη διοίκηση της Μονής στην οποία δικαιούτο η Ενάγουσα 1 μαζί με το Ηγουμενοσυμβούλιο της Μονής. Ακόμα διάταγμα που να του απαγορεύει να εκδιώξει την Ενάγουσα 3 ή άλλη Μοναχή από τη Μονή. Η εκδίωξη της Ενάγουσας 3 από τη Μονή έγινε κατ΄ ισχυρισμό την 15.12.
  4. Προκύπτει από τη μαρτυρία του Ορθόδοξου Ορθοδόξου (Μ.Υ.3), υπεύθυνου του πολιτικού τμήματος του Πρωτοκολλητείου του Ε.Δ. Λάρνακας, ότι και οι τρεις προαναφερθείσες αγωγές αποσύρθηκαν και απορρίφθηκαν άνευ βλάβης. Δεν μαρτυρήθηκε πότε. Η αγωγή 3395/2006 καταχωρίστηκε από την Μονή διά της Ενάγουσας 1 εναντίον των Εναγομένων 1 - 7, 9 και 10 σε σχέση με ισχυριζόμενη παράνομη επέμβαση τους στον περιφραγμένο χώρο της Μονής την 4.12.2006 και ανάληψη της κατοχής του ξενώνα της κυρίως εκκλησίας και άλλων χώρων. Σε κατοπινό στάδιο έλαβαν κατοχή, κατ΄ ισχυρισμό παράνομα, και άλλων υποστατικών εντός του περιφραγμένου χώρου. Η αγωγή εκδικάστηκε, όμως η πρωτόδικη απόφαση παραμερίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο την 7.2.2014, που διέταξε την επανεκδίκαση της. Την 30.6.2014 κατόπιν αδείας αποσύρθηκαν η απαίτηση και η ανταπαίτηση και απορρίφθηκαν χωρίς επηρεασμό οποιωνδήποτε δικαιωμάτων των διαδίκων με σκοπό, όπως καταγράφεται στο σχετικό πρακτικό (Τεκμ.82), να δοθεί προτεραιότητα στην εκδίκαση της παρούσας. 'Ο,τι θετικά προκύπτει είναι πως κατά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και μέχρι την 30.6.2014 εκκρεμούσαν και οι δύο αγωγές σε σχέση με την κατ΄ ισχυρισμό επέμβαση της 4.12.2006 από τους Εναγόμενους 1 - 7, 9 και
  5. Πληροφοριακά καταγράφεται ότι σε σχέση με τα ίδια ισχυριζόμενα γεγονότα της 4.12.2006 και την ισχυριζόμενη συνέχιση της παράνομης επέμβασης, καταχωρίστηκε από τη Μονή μέσω της Ενάγουσας 1 η Ιδιωτική Ποινική Υπόθεση 5155/2011 Ε.Δ. Λάρνακας με κατηγορούμενους τον Εναγόμενο 1 και τις Εναγόμενες 2 - 20 (Τεκμ.107). Για τις Εναγόμενες 12 και 20 η υπόθεση είχε αποσυρθεί ενώ οι λοιποί κατηγορούμενοι αθωώθηκαν και απαλλάχθηκαν την 19.6.2013 (Τεκμ.108) χωρίς να κληθούν σε απολογία. Καταχωρίστηκε η Εφεση 114/2013 δεν μαρτυρήθηκε όμως ποια ήταν η κατάληξη της. Ε. Οι μάρτυρες διάδικοι και ο μάρτυρας Κυριάκος Ζήνωνος Ο Κυριάκος Ζήνωνος (Μ.Ε.1) (γραπτή δήλωση Τεκμ.1) ήταν ένας από τους λιγοστούς ιερείς, ίσως πέντε, που διέθετε η ΕΓΚ. Χειροτονήθηκε ιερέας το
  6. Ο μάρτυρας είχε συμμετοχή στην απομάκρυνση των Εναγουσών 1 και 2 από τη Μονή. Σήμερα αυτές όπως και η Ενάγουσα 3 διαμένουν σε κατοικία δίπλα από την Εκκλησία του Αγ.Σπυρίδωνα στην Αραδίππου που φαίνεται να παραχωρήθηκε φροντίδι του. Η Χρυστάλλα Σάββα Κυριάκου, Μοναχή Προκοπία, Ενάγουσα 2 (Μ.Ε.3) (γραπτή δήλωση Τεκμ.35), ανήκει από το 1967 στη μοναστική αδελφότητα της Μονής. Η Κυριακή Κουτσονικόλα, Μοναχή Καλλίστη, Ενάγουσα 3 (Μ.Ε.6) (γραπτή δήλωση Τεκμ.57), ανήκει από το 1950 στη μοναστική Αδελφότητα της Μονής. Ο Αρχιμανδρίτης Σεβαστιανός Σταύρου όπως αναφέρεται στον τίτλο της αγωγής, Εναγόμενος 1 (Μ.Υ.4) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.77), χειροτονήθηκε Επίσκοπος Τριμυθούντας την 25.1.2007 και ενθρονίστηκε Μητροπολίτης Κιτίου της ΕΓΚ την 21.5.2007, με τη νομιμότητα των πράξεων να αμφισβητείται, όπως προειπώθηκε, από τις Ενάγουσες. Η Σοφία Σταύρου, Μοναχή Αγαθονίκη, Εναγόμενη 4 (Μ.Υ.2) (γραπτή δήλωση Τεκμ.76), παρουσιάζεται ως η γενική γραμματέας και η υπεύθυνη του αρχείου της Μονής. Στη συνέχεια χάριν ευκολίας θα αναφέρομαι στους πιο πάνω μάρτυρες ως ο Κυριάκος, η Προκοπία, η Καλλίστη, ο Σεβαστιανός και η Αγαθονίκη. Οι πιο πάνω μάρτυρες δεν ήταν ιδιαίτερα βοηθητικοί στο έργο του Δικαστηρίου να επιλύσει τα επίδικα ζητήματα. Όλοι, είτε ειλικρινά πιστεύοντας ότι η πλευρά τους έχει δίκαιο είτε όχι, επέδειξαν καχυποψία κατά την παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και προσπαθούσαν να αποφεύγουν αναφορές σε ζητήματα που αισθάνονταν ότι μπορούσε να παραβλάψουν την πλευρά τους. Επικαλούνταν άγνοια για ζητήματα που δεν είναι δυνατόν να γίνει αποδεκτό πως δεν ήταν υπόψη τους ή δεν είχαν θύμηση τους. Ακόμα, μερικοί, αρνούνταν να αναγνωρίσουν έγγραφα επικαλούμενοι ότι δεν φέρουν την υπογραφή τους, ότι μπορεί να είναι παραποιημένα ή πλαστογραφημένα και ότι ήταν δυσανάγνωστα. Ιδιαίτερες αναφορές στην αξιοπιστία των μαρτύρων αυτών ακολουθούν διάσπαρτα εκεί όπου συζητούνται ζητήματα στα οποία συγκεκριμένος μάρτυρας επέδειξε έντονα έλλειψη ευθύτητας και ειλικρίνειας. Ετσι, το Δικαστήριο βασίζεται κατά κύριο λόγο σε έγγραφα που είχαν καταρτιστεί σε ανύποπτο χρόνο σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα και σε απαντήσεις των μαρτύρων που δόθηκαν αυθόρμητα μέσα από τις μακρές τους αντεξετάσεις, και που κατά το πλείστον είναι επιζήμιες για την πλευρά τους. Στ. Τα περιστατικά που μπορεί να στοιχειοθετούν την παράνομη επέμβαση Η Προκοπία αναφέρθηκε σε δύο κύρια περιστατικά. Στο πρώτο, που συμπερασματικά φαίνεται να έλαβε χώρα την 4.12.2006 (20.11.2006 με το παλιό ημερολόγιο), εμπλέκει τις Εναγόμενες 2 - 10 και τον Σεβαστιανό ως αυτόν που τους έδωσε οδηγίες. Καταλογίζει στις Εναγόμενες 2 - 10 ότι με τη συνδρομή κοσμικών εισήλθαν παράνομα και κατέλαβαν τη Μονή. Αναφορικά με αυτό το περιστατικό η Καλλίστη περιγράφει ότι ήταν παραμονή της εορτής της Παναγίας και οι Εναγόμενες 2 - 5, που διέμεναν ως φιλοξενούμενες στον Ξενώνα της Μονής, είχαν θεαθεί έξω από το ναό της Μονής να ψάλλουν. Όπως πιο κάτω αποκαλύπτεται, την εποχή εκείνη η κατάσταση στην ΕΓΚ ήταν τεταμένη. Υπήρχε αντιπαράθεση σε σχέση με το ποιος θα μπορούσε ή έπρεπε να λειτουργεί στο ναό της Μονής με βαθύτερα αίτια και προεκτάσεις. Οι Ενάγουσες είχαν καλέσει σιδηρουργό ο οποίος έβαλε σύρτες με κλειδαριές στις πόρτες του ναού για να αποτρέψουν τον Σεβαστιανό από του να λειτουργήσει εκεί. Σε κάποιο στάδιο, σύμφωνα με τη μαρτυρία για τις Ενάγουσες, οι Εναγόμενες 2 - 5 άνοιξαν τις πόρτες της Μονής σε συγγενείς τους και άλλους κοσμικούς υποστηριχτές του Σεβαστιανού και στις άλλες μοναχές του Ησυχαστηρίου που εισήλθαν και κατέλαβαν με τη μορφή καταδρομικής επιχείρησης τη Μονή. Οι επεμβασίες με εργαλεία αφαίρεσαν τις πόρτες του ναού. Η Καλλίστη περιγράφει σκηνές βίας. Η ίδια οδηγώντας αυτοκίνητο προσέφυγε σε γειτνιάζοντα στρατώνα και από εκεί κάλεσε την Αστυνομία. Στο δεύτερο «περιστατικό», του οποίου ο ακριβής χρόνος δεν μπορεί να προσδιοριστεί, η Προκοπία εμπλέκει τις Εναγόμενες 11 -
  7. Σε αυτές δεν αποδίδει συμμετοχή σε κάποιο επεισόδιο αλλά ότι εντάχθηκαν στο μοναχισμό στη Μονή χωρίς την έγκριση της Ενάγουσας 1 Ηγουμένης της, με την παρότρυνση και καθοδήγηση του Σεβαστιανού. Στο σύνολο των Εναγομένων 2 - 20 καταλογίζει η Προκοπία ότι καθοδηγούμενες από τον Σεβαστιανό καταπίεζαν τις Ενάγουσες απαγορεύοντας τους να συναντιούνται μεταξύ τους και να προσεύχονται, εκδίωξαν την Ενάγουσα 1 από τον Παρθενώνα όπου διέμενε και την ανάγκασαν να ζει στο Ξενώνα και δεν τους επέτρεπαν να επικοινωνούν ελεύθερα με τους συγγενείς, γνωστούς και το δικηγόρο τους, αφαιρώντας τους τα κινητά τους τηλέφωνα. Η Καλλίστη ισχυρίστηκε ότι οι νεαρές μοναχές τις ύβριζαν, δεν αναγνώριζαν την Ενάγουσα 1 ως Ηγουμένη και τις πίεζαν να αναγνωρίσουν τον Σεβαστιανό ως τον Επίσκοπο τους. ΄Εκτοτε, οι Εναγόμενες 2 - 20 και η Εναγόμενη 11, που στο μεταξύ, τον Ιανουάριο του 2011 σε μεταξύ τους εκλογές χωρίς τη συμμετοχή των Εναγουσών, εξελέγηκε και χειροθετήθηκε Ηγουμένη από τον Σεβαστιανό, διαχειρίζονται την περιουσία της Μονής. Η Προκοπία εγκατέλειψε τη Μονή. Επενέβησαν συγγενικά της πρόσωπα και αναγκάστηκε να υπογράψει δήλωση ημερ. 30.5.2011 ότι αποχωρούσε οικειοθελώς (Τεκμ.38) και να εγκαταλείψει τη Μονή για να μην γίνουν σκοτωμοί. Στην Ενάγουσα 1, αναφέρει η Προκοπία, επιτράπηκε να φύγει από τη Μονή μόνο μετά από απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η Καλλίστη διατάχθηκε από τον Σεβαστιανό να μετακομίσει σε κελλί στον Αγ.Μόδεστο. Αρνήθηκε, όταν όμως μια μέρα βγήκε έξω από τη Μονή για εργασία δεν της επετράπηκε να ξαναεπιστρέψει. Αργότερα η Ιερά Σύνοδος υπό τον Σεβαστιανό την αποσχημάτισε. Η Αγαθονίκη παρουσιάζει την εκδοχή της υπεράσπισης ως προς τα γεγονότα της 4.12.
  8. Αναφέρει ότι κάποιος Ιερομόναχος Ευθύμιος (αναφορά στον οποίο γίνεται πιο κάτω) μαζί με τον Κυριάκο και τον Πατέρα Μιχαήλ (και οι δύο είναι σήμερα σε αργία όπως ανέφερε) προσπαθούσαν να θέσουν τη Μονή υπό τον έλεγχο τους εξωθώντας τις Ενάγουσες 1 και 3 να ενεργούν αντιμοναχικά. Αυτές προσπαθούσαν με διάφορους τρόπους να εκδιώξουν από τη Μονή τις αντιφρονούντες μοναχές και σφράγισαν τις πόρτες του ναού της Μονής. Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.Νικόλαος, αναφέρει η Αγαθονίκη, ως Τοποτηρητής του Θρόνου του Μητροπολίτη Κιτίου της ΕΓΚ, με επιστολή του ημερ. 30.11.2006 προς την Ενάγουσα 1 (Τεκμ.77
(21)), για λόγους που αναφέρονται στην επιστολή, την κάλεσε σε απολογία ενώπιον της ΙΣΕΓΕ και ανέθεσε προσωρινά τα καθήκοντα της στην Εναγόμενη 2. Την 4.12.2006, αναφέρει η Αγαθονίκη, ο Σεβαστιανός ως υπεύθυνος της Μονής έδωσε εντολή να ανοιχθεί ο ναός και τέλεσε εκεί τη θεία λειτουργία χωρίς να δημιουργηθεί οποιοδήποτε ιδιαίτερο πρόβλημα. Αρνείται η Αγαθονίκη ότι υπήρξε εισβολή στη Μονή και όσα τους αποδίδονται από τις Ενάγουσες. Κατέφυγαν, αναφέρει, οι Ενάγουσες στη δικαιοσύνη προωθώντας διάφορες διαδικασίες όταν απέτυχαν να τις εκδιώξουν με τη βία. Ζ. Κατά πόσο ο Επιφάνιος ήταν Κτήτορας της Μονής και κατά πόσο ανέθεσε στο Σεβαστιανό καθήκοντα στη Μονή ή του παραχώρησε οποιαδήποτε σχετικά δικαιώματα Η υπεράσπιση είναι της θέσης ότι ο Επιφάνιος ήταν «Κτήτορας» της Μονής, θέση που οι Ενάγουσες αρνούνται, υποστηρίζοντας περαιτέρω ότι η Κυπριακή Πολιτεία δεν αναγνωρίζει «κτητορικά δικαιώματα». Εκείνο που ενδιαφέρει δεν είναι κατά πόσο ο Επιφάνιος, ή ο όποιος διάδοχος του, θα μπορούσε να αξιώσει θεραπείες στα πολιτικά Δικαστήρια στη βάση κτητορικού δικαιώματος, αλλά κατά πόσο κατά την Εκκλησιαστική τάξη η ίδια η Μονή αναγνωρίζει Κτήτορα της και διαδοχή στο ζήτημα. Ο Εσωτερικός Κανονισμός της Μονής (Τεκμ.61) που τέθηκε σε ισχύ από το 1960 και προσυπογράφεται από την Ενάγουσα 1 ως Προϊσταμένη της Μονής και μεταξύ άλλων και την Ενάγουσα 3 ως μέλος της Αδελφότητας της Μονής, είναι διάσπαρτος από αναφορές στον Κτήτορα της, ενώ στο άρθρο 1 αναφέρεται στον Επιφάνιο ως τον πρώτο της Κτήτορα. Στον Επιφάνιο αναφέρεται ο Κανονισμός και ως ιδρυτή της Μονής. Προνοούνται γι΄ αυτόν ευρείες αποκλειστικές εξουσίες μέχρι και την αναθεώρηση του ιδίου του Κανονισμού. Περαιτέρω, υπάρχει σωρεία άλλων εγγράφων, αδιαμφισβήτητης γνησιότητας, εκτελεσμένα σε ανύποπτο χρόνο σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα, τα οποία αναφέρονται στον Επιφάνιο ως τον Ιδρυτή και Κτήτορα της Μονής. Η αναγνώριση από την ίδια τη Μονή μέσω του Εσωτερικού της Κανονισμού είναι καταλυτική στο ζήτημα. Τα υπόλοιπα έγγραφα επιβεβαιώνουν την ορθότητα του συμπεράσματος. Είναι συνεπώς εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Επιφάνιος ήταν ο Κτήτορας της Μονής. Κατά την υπεράσπιση, ο Επιφάνιος ως Κτήτορας της Μονής είχε την εξουσία και δικαιούτο να διορίσει διάδοχο του. Το Τεκμ.77
(1)είναι φωτοαντίγραφο εγγράφου που φέρει ως ημερ. 12.12.2002 (προφανώς με το παλιό ημερολόγιο) με το οποίο ο Επιφάνιος διορίζει τον Εναγόμενο 1 τοποτηρητή και γενικό υπεύθυνο της Μονής και του Ησυχαστηρίου. Αναφέρεται στο έγγραφο ότι ο Σεβαστιανός θα λογοδοτούσε αποκλειστικά και απευθείας στον Επιφάνιο για οτιδήποτε αφορούσε τη διοίκηση και τη διαχείριση της Μονής και του Ησυχαστηρίου και ότι μετά το θάνατο του Επιφάνιου πέραν από τη διοίκηση και διαχείριση θα περιερχόταν στον Σεβαστιανό και η πνευματική ευθύνη της Μονής και του Ησυχαστηρίου. Η τελευταία εντολή εμπεριέχεται και στη διαθήκη του Επιφάνιου (Τεκμ.77
(2)) που καταρτίστηκε την ίδια ημέρα. Παραδέχεται ο Κυριάκος ότι ο Επιφάνιος είχε αποφασίσει όπως ο Εναγόμενος 1 λειτουργεί στο ναό της Μονής. Δεν επικροτούσε την απόφαση. Ανάφερε για τον Επιφάνιο: «Ηταν Επίσκοπος. Αποφάσιζε. Κρίμα δικό του στο λαιμό του που είναι ενώπιον του Κριτή. Ο Θεός να τον ελεήσει.» Η Καλλίστη μαρτύρησε ότι ο Επιφάνιος είχε διορίσει τον Σεβαστιανό υπεύθυνο της Μονής όχι όμως διαχειριστή της περιουσίας της. Πρόσθεσε ότι όταν η Επιτροπή της Μονής ανάφερε στον Επιφάνιο ότι δεν ήθελαν να λειτουργεί στο ναό της Μονής νεαρός Ιερομόναχος όπως ήταν ο Σεβαστιανός, ο Επιφάνιος είχε πει να μην ξαναπατήσει το πόδι του στο Μοναστήρι ο Σεβαστιανός, ούτε οι άλλες μοναχές του Ησυχαστηρίου και στο ναό της Μονής να λειτουργεί ο Πάτερ Γρηγόρης. Ο Πάτερ Γρηγόρης, ανάφερε η Καλλίστη, λειτούργησε 5 - 6 φορές μέχρι που έγιναν τα επεισόδια. Η Καλλίστη είχε στα πλαίσια αίτησης συντηρητικού διατάγματος στην αγωγή 996/2008 υπογράψει δήλωση ημερ. 14.5.2008 (μέρος του Τεκμ.80) στην οποία ανάφερνε ότι ο Επιφάνιος λίγο καιρό πριν το θάνατο του με έγγραφο του διόρισε τον Σεβαστιανό ως τοποτηρητή και πνευματικό καθοδηγητή και γενικό υπεύθυνο της Μονής. Αμφισβητούσε την εξουσία και αρμοδιότητα του Επιφάνιου να προβεί σε τέτοιο διορισμό. Ακόμα πως η πνευματική του κατάσταση και υγεία δεν του επέτρεπαν να ενεργεί με πλήρη επίγνωση και ανεξάρτητη γνώμη. Αποδεχόταν ακόμα η Καλλίστη ότι ο Επιφάνιος πριν το θάνατο του είχε διορίσει την Εναγόμενη 2 ως υπεύθυνη της Μονής, θεωρεί όμως ότι και αυτός ο διορισμός ήταν εντελώς παράτυπος. Απορρίπτεται ως αναληθής η θέση της Καλλίστης ότι ο Επιφάνιος είχε ανακαλέσει σε οποιοδήποτε στάδιο την εντολή του όπως ο Σεβαστιανός λειτουργεί στο ναό της Μονής. Εάν τούτο ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, και δεν ήταν επινόηση της Καλλίστης για σκοπούς της παρούσας αγωγής, θα αναμενόταν να το είχε επικαλεστεί και στην προαναφερθείσα γραπτή δήλωση της. Μαρτυρία εμπειρογνώμονα σε σχέση με το Εκκλησιαστικό Δίκαιο παρουσιάστηκε μόνο από την πλευρά των Εναγομένων. Επρόκειτο για τη μαρτυρία του Ιωάννη Κονιδάρη (Μ.Υ.1) καθηγητή της νομικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών με αντικείμενο το Εκκλησιαστικό Δίκαιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας το οποίο ο μάρτυρας διδάσκει από το
  1. Το βιογραφικό του και η εργογραφία του εμπεριέχονται σε σχετικό έγγραφο που παρουσίασε (Τεκμ.70). Εχοντας υπόψη την κατάρτιση του μάρτυρα και την πολυετή ενασχόληση του με το αντικείμενο από τη θέση του Καθηγητή Πανεπιστημίου, καθώς και το έργο του, όπως παρουσιάζεται στο Τεκμ.70, τον αποδέχομαι ως εμπειρογνώμονα στο θέμα που εξετάζω. Στον Κονιδάρη ανατέθηκε από την υπεράσπιση να γνωμοδοτήσει επί συγκεκριμένων ζητημάτων που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση. Ο μάρτυρας συνέταξε τρεις γνωμοδοτήσεις. Οι γνωμοδοτήσεις του βασίζονται στο Εκκλησιαστικό Δίκαιο δηλαδή τους Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας και όπου τυγχάνει εφαρμογής το Καταστατικό της ΕΓΚ. Στην γνωμοδότηση του ημερ. 18.8.2006 (Τεκμ.71) απαντά σε τρία ερωτήματα που του είχαν τεθεί. Tα στοιχεία που είχαν τεθεί υπόψη του Κονιδάρη καταγράφονται ως ιστορικό στις πρώτες σελίδες της Γνωμοδότησης. Για το επιμέρους ζήτημα που εξετάζεται σε αυτή την ενότητα ενδιαφέρουν οι απαντήσεις του στα πρώτα δύο ερωτήματα: «
  2. Ποία είναι από νομοκανονική άποψη η θέση και ιδιότητα του Αρχιμανδρίτη π.Σεβαστιανού Σταύρου της Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. Κύπρου όσον αφορά το μοναστηριακό συγκρότημα της Ι. Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος μετά των μετοχίων αυτής και του Ι. Ησυχαστηρίου της Ζωοδόχου Πηγής Αβδελλερού Λάρνακος;» «Ο Αρχιμανδρίτης π.Σεβαστιανός Σταύρου είναι ο διάδοχος του κτήτορος του μοναστηριακού συγκροτήματος της Ι. Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος μετά των μετοχίων αυτής και του Ι. Ησυχαστηρίου της Ζωοδόχου Πηγής στο Αβδελλερό Λάρνακος και έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αρχικού κτήτορος, διαδέχεται δηλ. τον κτήτορα στο σύνολο των καθηκόντων και δικαιωμάτων του, όπως αυτά περιγράφονται στις ιδρυτικές πράξεις και τους Εσωτερικούς Κανονισμούς, τη Διαθήκη και τα διοριστήρια έγγραφα, αλλά και στην προφορική παράδοση που ισχύει ως κανών εθιμικός στη Μονή.» «
  3. Ποία είναι από νομοκανονική άποψη η θέση της Γερόντισσας Μαρκέλλας και των μοναζουσών που συντάσσονται με αυτήν και (τυχόν) αμφισβητούν τη νόμιμη και κανονική διοίκηση της Ι. Μονής Μεταμορφώσεως:» «Οι αμφισβητήσεις από μέρους της Γερόντισσας Μαρκέλλας και των μοναζουσών, που συντάσσονται με αυτήν, της νόμιμης και κανονικής διοικήσεως της Ι. Μονής Μεταμορφώσεως, συνιστούν προφανείς παραβιάσεις των μοναχικών υποχρεώσεών τους και άρα εκκλησιαστικά παραπτώματα που επισύρουν τις προβλεπόμενες από τους ιερούς κανόνες ποινές, τυχόν προσχώρηση δε των μοναζουσών αυτών σε άλλη, σχισματική, Εκκλησία Παλαιοημερολογιτών, συνιστά, πέραν της διαπράξεως του κανονικού αδικήματος του σχίσματος, και απώλεια της ουσιώδους προϋποθέσεως για εγκαταβίωσή τους στην εν λόγω Ι. Μονή.» Στη Γνωμοδότηση ημερ. 28.5.2009 (Τεκμ.72) αναλύεται ο θεσμός της κτητορείας στην Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία και αναφέρεται ο Κονιδάρης στα δικαιώματα του Επιφάνιου ως Ιδρυτή και Κτήτορα της Μονής επαναλαμβάνοντας και επιβεβαιώνοντας τα όσα αναφέρονται στην πρώτη του γνωμοδότηση. Η ΙΣΕΓΕ με απόφαση της ημερ. 22.1.2007 (Τεκμ.77
(22)) αναφέρει ότι ο Σεβαστιανός είναι από του διορισμού του από τον Επιφάνιο την 12.12.2002 ο πνευματικός και διοικητικός προϊστάμενος της Μονής και ότι η Ενάγουσα 1 δεν δικαιούτο και δεν νομιμοποιείτο να εκπροσωπεί τη Μονή. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά το Εκκλησιαστικό Δίκαιο και την Εκκλησιαστική τάξη πραγμάτων που διέπει την ΕΓΚ, το κτητορικό δικαίωμα τυγχάνει αναγνώρισης και σεβασμού. Περαιτέρω, ότι το κτητορικό δικαίωμα είναι «μεταβιβάσιμο», περιλαμβάνει δηλαδή δικαίωμα του Κτήτορα να το μεταβιβάσει σε άλλο πρόσωπο. Συνεπώς, ο Επιφάνιος μπορούσε, όπως και έπραξε, να διορίσει τον Σεβαστιανό Τοποτηρητή και γενικό υπεύθυνο της Μονής και του Ησυχαστηρίου στον οποίο και θα περιερχόταν η διοίκηση και διαχείριση και πνευματική ευθύνη της Μονής και του Ησυχαστηρίου μετά το θάνατο του. Είναι το επί του προκειμένου καταληκτικό εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά τους ουσιώδεις χρόνους που αφορούν την παρούσα αγωγή ο Σεβαστιανός ήταν ο γενικός υπεύθυνος και είχε τη διοίκηση και διαχείριση και πνευματική ευθύνη της Μονής και του Ησυχαστηρίου. Η. Κατά πόσο η Ενάγουσα 1 ήταν η Ηγούμενη της Μονής Το Τεκμ.66 είναι έγγραφο τιτλοφορούμενο «Χειροτονητήριο» ημερ. 6.8.1961 με το οποίο η Ενάγουσα 1 φέρεται να χειροτονείται Ηγουμένη της Μονής με «δικαίωμα του διευθύνειν ακωλύτως τα της ειρημμένης Μονής», υπογεγραμμένο από τον Επιφάνιο. Η θέση της υπεράσπισης, όπως εκφράστηκε με δήλωση των δικηγόρων υπεράσπισης, ήταν ότι δεν αμφισβητείται η γνησιότητα της υπογραφής του Επιφάνιου στο «Χειροτονητήριο», αλλά η υπεράσπιση είχε άγνοια της ύπαρξης του. Η Καλλίστη μαρτύρησε ότι ήταν παρούσα στη χειροθεσία. Η Προκοπία μαρτύρησε ότι παρά το ότι ήταν τότε κοσμική, είχε παρευρεθεί και αυτή στη χειροτονία της Ενάγουσας
  1. Σε έκδοση της εποχής της ΕΓΕ, αναφέρθηκε, περιγράφεται το γεγονός της χειροθεσίας της Ενάγουσας 1 από τον Επιφάνιο τον Αύγουστο του
  2. Το Τεκμ.104 είναι φωτοαντίγραφο ιδιόχειρης επιστολής του Επισκόπου Πατρών Ανδρέα ημερ. 22.7.1965 προς την Ενάγουσα 1 επ΄ ευκαιρία της ονομαστικής της εορτής. Την προσφωνεί «Οσιωλογιοτάτη Καθηγουμένη». Ο Μανώλης Βασιλείου από την Αραδίππου (Μ.Ε.2) είχε το 1990 πάρει συνέντευξη από τον Επιφάνιο που δημοσιεύτηκε σε περιοδικό που εκδίδει ο Δήμος Αραδίππου (Τεκμ.34). Φέρεται ο Επιφάνιος να αναφέρεται στην Ενάγουσα 1 ως Ηγουμένη. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι στην ηχογραφημένη συνέντευξη ο Επιφάνιος αναφερόταν σε Προϊσταμένη και όχι Ηγουμένη. Ο μάρτυρας δεν μπορούσε να είχε θύμηση. Η υπεράσπιση που αμφισβήτησε την ορθότητα του τυπογραφημένου κειμένου δεν παρουσίασε την ηχογραφημένη συνέντευξη. Στον προαναφερθέντα Εσωτερικό Κανονισμό της Μονής υπάρχουν αναφορές τόσο σε «Προϊσταμένη» όσο και «Ηγουμένη» ενώ στα άρθρα 4 και 10 αναφέρεται ότι η Μαρκέλλα Δημητρίου (Ενάγουσα 1) κατέχει τη θέση της Ηγουμένης. Προνοείται στον Κανονισμό ότι η «Ηγουμένη» υπόκειται στην εξουσία του οικείου Επισκόπου. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα 1 είχε χειροτονηθεί Ηγουμένη της Μονής το 1961 και μέχρι και τους χρόνους που αφορούν τα επίδικα γεγονότα δεν είχε καθαιρεθεί. Όπως μαρτύρησε η Καλλίστη, παρά την ύπαρξη Ηγουμένης, ο Επιφάνιος πάντοτε εκτελούσε καθήκοντα Ηγουμένου και λάμβανε αποφάσεις για όλα τα θέματα. Ολες οι μοναχές τον υπάκουαν τυφλά. Η ίδια είχε αντιδράσει σε κάποιες αποφάσεις του. Από τις μαρτυρίες που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατέστηκε πρόδηλο, και άλλωστε αποτέλεσε κοινό έδαφος, ότι ο Επιφάνιος ασκούσε ευρείες εξουσίες σε κάθε ζήτημα που αφορούσε την ΕΓΚ απολαμβάνοντας την τυφλή υπακοή του κλήρου της ΕΓΚ. Μόνο η Καλλίστη τολμούσε να έχει κάποιες αντιπαραθέσεις μαζί του. Είναι περαιτέρω εύρημα του Δικαστηρίου ότι παρά το γεγονός της χειροτονίας της Ενάγουσας 1 ως Ηγουμένης της Μονής την ουσιαστική διοίκηση, διαχείριση και κάθε μορφής εξουσία σε σχέση με τη Μονή, είχε ο Επιφάνιος. Η Προκοπία παραδέχτηκε ότι το 1974 είχε επιβληθεί στην Ενάγουσα 1 επιτίμιο από τον Επιφάνιο και γι΄ αυτό πήγε στη Λεμεσό. Είχε η Ενάγουσα 1 χειροτονήσει ως μοναχή τη μητέρα της χωρίς την άδεια του Επιφάνου όταν αυτός απουσίαζε στην Αμερική. Η Καλλίστη έδωσε κάποιες περαιτέρω λεπτομέρειες υποστηρίζοντας ότι παρά το γεγονός ότι τέτοιου είδους τιμωρία δεν θα μπορούσε να είχε επιβληθεί, η Ενάγουσα 1 υπάκουσε και πήγε στη Λεμεσό. Ο Κυριάκος υποστήριξε ότι η Ενάγουσα 1 είχε αποσπαστεί από τη Μονή στην Αγία Τριάδα στη Λεμεσό. Στη συνέχεια, ανάφερε, επέστρεψε στη Μονή. Αρνήθηκε ότι ο Επιφάνιος την είχε εξορίσει συνεπεία παραπτώματος της και απέφυγε να επιβεβαιώσει ότι η απουσία της από τη Μονή διήρκεσε 17 χρόνια, επιβεβαιώνοντας την τακτική του να αποφεύγει να παραδέχεται ζητήματα που όπως έκρινε θα μπορούσαν να παραβλάψουν την υπόθεση των Εναγουσών. Η Ενάγουσα 1 επέστρεψε στη Μονή το
  3. Η υπεράσπιση επικαλείται έγγραφο του 1995 (Τεκμ.77
(16)), το οποίο προσυπόγραψε και η ίδια, με το οποίο της δίδονται δικαιώματα επιτετραμμένης και μόνον. Υποστηρίζεται πως δεν συνάδει η παραχώρηση δικαιωμάτων επιτετραμμένης σε Ηγουμένη. Εάν πράγματι πρόκειται για ασυνέπεια το Δικαστήριο αποδίδει και αυτή στον τρόπο με τον οποίο ο Επιφάνιος χειριζόταν τα ζητήματα και δεν αποδέχεται ότι επειδή της δόθηκαν δικαιώματα επιτετραμμένης εξυπακούεται ότι είχε πάψει να είναι Ηγουμένη. Όπως έχει ήδη σημειωθεί, την 30.11.2006 η Ενάγουσα 1 κλήθηκε σε απολογία από τον Νικόλαο (Τεκμ.77
(21)) και της ζητήθηκε να παρουσιαστεί ενώπιον της Ιεράς Συνόδου στην Αθήνα. Η καταγγελία εναντίον της αφορούσε την κατ΄ ισχυρισμόν ταύτιση και υποταγή της στις εντολές του Ευθύμιου προς κατάληψη και σφετερισμό της Μονής (το ζήτημα εξετάζεται πιο κάτω). Η Ενάγουσα 1 δεν ανταποκρίθηκε και η Ιερά Σύνοδος εξέδωσε απόφαση ημερ. 22.1.2007 (Τεκμ.77
(22)) αναφέροντας ότι αυτή δεν δικαιούτο και δεν νομιμοποιείτο να εκπροσωπεί τη Μονή. Η Ενάγουσα 1 καθαιρέθηκε από κάθε αξίωμα και αρμοδιότητα και κηρύχθηκε αποκεκομμένη από τη Μονή και την ΕΓΚ με απόφαση του Επισκοπικού Δικαστηρίου της ΕΓΚ την 13.1.2011 (Τεκμ.77
(23)) υπό τον Σεβαστιανό. Ειδικά μέσα από την εξέταση του ζητήματος του κατά πόσο η Ενάγουσα 1 ήταν Ηγουμένη της Μονής, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο Σεβαστιανός δεν ήταν άμεσος στις απαντήσεις του. Ιδιαίτερα αρνητική εικόνα εξέπεμπε ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπιζε έγγραφα που τέθηκαν υπόψη του και τα οποία προδήλως εκτιμούσε ότι εμπεριείχαν στοιχεία αρνητικά για την υπεράσπιση ή που θα μπορούσε να καταδείξουν την έλλειψη συνέπειας στον τρόπο που ο ίδιος προσέγγιζε κάποια ζητήματα. Όταν τέθηκε υπόψη του το Τεκμ.104 απάντησε πως δεν θα μπορούσε να γνωρίζει τι είχε υπόψη του ο Επίσκοπος Ανδρέας για να προσφωνήσει την Εναγόμενη 1 όπως περιγράφηκε, επικαλούμενος την ύπαρξη άλλων εγγράφων που ο Επίσκοπος Ανδρέας αποκαλεί τον Επιφάνιο «Καθηγούμενο» της Μονής. Ανάλογη ήταν και η αντιμετώπιση του στην έκδοση του 1961. Θ. Κατά πόσο οι Εναγόμενες 2 - 20 ανήκαν στην Αδελφότητα της Μονής Η θέση των Εναγουσών είναι ότι η Ιερά Μονή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και το Ησυχαστήριο της Ζωοδόχου Πηγής αποτελούν ξεχωριστές οντότητες. Συνεπώς οι Εναγόμενες 2 - 20 που, όπως υποστηρίζουν, ανήκαν στο Ησυχαστήριο δεν ήταν μέλη της Αδελφότητας της Μονής. Οπόταν, καταλήγουν, η είσοδος τους στην Μονή χωρίς την έγκριση της Ηγουμένης της Μονής συνιστά παράνομη επέμβαση. Μέσα στον περιφραγμένο χώρο της Μονής βρίσκεται ο ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, ο Παρθενώνας και ο Ξενώνας. Ο Παρθενώνας έχει κελιά για τις μοναχές ενώ ο Ξενώνας διαθέτει δωμάτια φιλοξενίας. Το Ησυχαστήριο είναι μια οικία, που ανεγέρθηκε σε λόφο σε απόσταση 300 - 400 μ. από τον περιφραγμένο χώρο της Μονής, στο οποίο διέμενε ο Επιφάνιος. Ανεγέρθηκε το 1991 και το 1998 απέκτησε ναό, αυτό της Ζωοδόχου Πηγής. Η απόσταση και ότι το Ησυχαστήριο ήταν εκτός του περιφραγμένου χώρου δεν έχουν σημασία αφού και το παλιό Μοναστήρι του Αγ. Μόδεστου, σε απόσταση 1 χλμ. μακρυά ανήκει στη Μονή. Αλλωστε η Μονή είχε και Μετόχι στη Λεμεσό. Το γεγονός ότι πέραν από την Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως που είναι ιδιοκτήτρια ακίνητης περιουσίας (βλ. Τεκμ. 50 και 53), ακίνητη περιουσία βρίσκεται εγγεγραμμένη στο όνομα του Ιερού Ναού Ζωοδόχου Πηγής, Αβδελλερό (βλ. Τεκμ.51) δεν έχει βαρύνουσα αξία. Αλλωστε και ο Ιερός Ναός Αγ.Μόδεστου που ανήκει στη Μονή είναι και αυτός εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ακίνητης περιουσίας (βλ. Τεκμ.56). Υπάρχει ιδιόχειρη ιδρυτική πράξη του Επιφάνιου ιδρυτή του Ησυχαστηρίου. Ο Επιφάνιος ανακήρυξε και ονόμασε την κατοικία που ανήγειρε Ιερό Ησυχαστήριο Ζωοδόχου Πηγής και σημειώνει: «Το Ησυχαστήριον τούτον θα λειτουργή ως ανεξάρτητον Μονήδριον χωρίς να υπάγεται αμέσως εις καμμίαν Μονήν. Θα δικαιούται να δέχεται 29 τροφίμους εν αυτώ δοκίμους εις την μοναχικήν πολιτείαν, δύνανται δε αι δόκιμες ή μεγαλόσχημες που γίνονται εν αυτώ να κατατάσσονται εις την Μονήν Μεταμορφώσεως τη αδεία της υπευθύνου του Ιδρύματος. Επίσης εκ της Μονής Μεταμορφώσεως δύνανται να ησυχάσωσιν εν αυτώ εάν υπάρχη καμμία υπέργηρος και ενάρετος προς ησυχίαν ... Η μεταβίβασις εις την Μονήν προς εγκαταβίωσιν εκ των μελών του Ησυχαστηρίου ή εκ της Μονής προς εγκαταβίωσιν προς το Ησυχαστήριον δεν αποκλείεται. Μόνον εκ του Ησυχαστηρίου να συγκατατίθεται η Προϊσταμένη και εκ της Μονής, εκτός των ασθενών και ευλαβών υπεργήρων, άλλων τινών προς φύλαξιν, η συγκατάβασις της Ηγουμένης ... Όλα αυτά διά την καλυτέραν διεξαγωγήν του προορισμού του μοναχού και την διατήρησιν της αγάπης και την άμιλλαν της αρετής μεταξύ των δύο Ιδρυμάτων, Μονής και Ησυχαστηρίου και να δύναται κανείς όποιον δρόμον θέλει να εκλέξει, όπως υπάρχουν και εις Αγιον Ορος Μοναί, σκήται, καλύβες και Ησυχαστήρια». Μαρτύρησε η Αγαθονίκη ότι ο αρχικός σχεδιασμός για 29 τροφίμους δεν υλοποιήθηκε και στο χώρο του Ησυχαστηρίου δεν μπορούσαν εκ των πραγμάτων να διαμένουν πέραν από δύο μοναχές. Οι μοναχές ως δόκιμες είχαν κελιά στον Ξενώνα. Όταν έγιναν μεγαλόσχημες απέκτησαν κελιά στον Παρθενώνα. Η θέση ότι ο αρχικός σχεδιασμός του Επιφάνιου δεν κατέστηκε εφικτός και ουδέποτε υλοποιήθηκε στην πράξη υποστηρίχθηκε και από τον Σεβαστιανό. Η θέση του Κυριάκου ότι το Ησυχαστήριο απέκτησε και κελιά για τις μονάζουσες είναι πρόδηλο πως δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Οι χώροι του Ησυχαστηρίου ήταν περιορισμένοι. Στον πρώτο όροφο ήταν το υπνοδωμάτιο του Επιφάνιου και ένα μικρό δωμάτιο στο οποίο προσευχόταν. Στο ισόγειο υπήρχε ακόμα ένα υπνοδωμάτιο. Όταν ερωτήθηκε η Καλλίστη πώς θα μπορούσαν να μένουν τόσες μοναχές εκεί απάντησε «Δουλειά δική τους ...». Εισηγήθηκε μάλιστα να μετατρέψουν παρακείμενο εργαστήριο αγιογραφίας σε κρεβατοκάμαρα. Εάν υφίσταντο κελιά, όπως υποστήριξε ο Κυριάκος, αναμένεται ότι η Καλλίστη θα το επικαλείτο. Ανάφερε ακόμα η Καλλίστη ότι στον Παρθενώνα διέμεναν 15 μοναχές. Εφόσον οι Ενάγουσες ήταν τέσσερεις, κλήθηκε να κατονομάσει τις υπόλοιπες για να διαφανεί κατά πόσο ήταν κάποιες από τις Εναγόμενες. Η Καλλίστη δεν μπορούσε να δώσει ξεκάθαρη απάντηση. Ο Κυριάκος υποστήριξε ότι το «Ησυχαστήριο» αποτελούσε ξεχωριστή αδελφότητα. Παραδέχτηκε ωστόσο ότι στον τραπεζικό λογαριασμό της Μονής με εντολή του Επιφάνιου δικαίωμα υπογραφής είχε η Εναγόμενη 2 η οποία και τον χειριζόταν. Φωτοαντίγραφο του σχετικού εγγράφου διορισμού και εξουσιοδότησης που φέρει ημερομηνία 12.2.2002 παρουσιάστηκε (Τεκμ.77
(19)). Όπως ανέφερε, τον καιρό που ζούσε ο Επιφάνιος δεν υπήρχαν τέτοια θέματα. Μετά ηγέρθηκαν. Τότε υπήρχε αδελφοσύνη, ομόνοια και μονιασμένο κλίμα. Παραδέχτηκε ακόμα ο Κυριάκος ότι διακονήματα στη Μονή έκαναν και οι Εναγόμενες με εντολές του Επιφάνιου. Πιο ειλικρινής ήταν η επί του προκειμένου μαρτυρία της Προκοπίας. Όταν της υποβλήθηκε ότι στα πρακτικά των συνεδριάσεων της Μονής υπάρχουν υπογραφές κάποιων εκ των Εναγομένων και συγκεκριμένα της Εναγόμενης 2, απάντησε πως μετά τους τσακωμούς οι Ενάγουσες έκαναν μόνες τους τις συνεδριάσεις. Ακόμα, αναφερόμενη σε κάποιες από τις Εναγόμενες, είπε πως μετά το θάνατο του Επιφάνιου πήγαν στο Ησυχαστήριο και ενώ οι Ενάγουσες τις καλούσαν να έρθουν κάτω να ζήσουν μαζί αυτές δεν δέχονταν. Αποδέχτηκε ακόμα πως στο Ησυχαστήριο υπηρετούσαν τον Επιφάνιο 2 - 3 μοναχές οι οποίες εναλλάσσονταν. Ερωτήθηκε: «Ολες μαζί αυτές που τον υπηρετούσετε δεν είσασταν μέλη στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως κάτω από την ίδια Μονή;» Και απάντησε: «Ναι είμαστε πριν το θάνατο.» Σε υποβολή ότι οι Εναγόμενες ήταν και είναι μέλη της Αδελφότητας της Μονής, απάντησε: «Ανήκαν μα τώρα με τες φασαρίες και με το σχίσμα ...». Ο προαναφερθείς Βασιλείου είναι και πολυτεχνίτης και το 2002 ανέλαβε εργασίες ανακαίνισης στη Μονή. Από τη μαρτυρία του προκύπτει ότι οι Εναγόμενες 3, 4 και 5 κυκλοφορούσαν και έκαναν εργασίες στη Μονή. Το Τεκμ.67 είναι δύο έγγραφα του Δεκεμβρίου του 2006 με τα οποία ο Σεβαστιανός δίδει πληροφορίες στο πλήρωμα της ΕΓΚ για τα «λυπηρά επεισόδια που σημειώθηκαν πρόσφατα στη Μονή». Στο πρώτο έγγραφο με ημερ. 8.12.2006 αναφέρει «Ετσι οι ήδη λιγοστές μοναχές που εγκαταβιούν στην Ιερά Μονή βρέθηκαν διηρημένες σε τρεις τάξεις. Σε όσες έμειναν πιστές στη γραμμή του εκλιπόντος Ποιμενάρχου μας, σε αυτές που εστασίασαν και έγιναν υποχείρια τρίτων, και στις υπερήλικες που ένεκα της καταστάσεως των δεν είναι δυνατόν να αναμιχθούν σε ότι αφορά το μέλλον της Μονής». Ετέθηκε υπόψη του Σεβαστιανού κατά την αντεξέταση του, ως δήλωση παραδοχής εκ μέρους του ότι στη Μονή μόνο λιγοστές μοναχές διέμεναν. Η χρησιμοποίηση της λέξης «λιγοστές» δεν είναι καταλυτική ως προς τον αριθμό των μοναχών που διέμεναν στη Μονή. Το βέβαιο είναι ότι η περιγραφή σε μοναχές που «έμειναν πιστές στη γραμμή του εκλιπόντος Ποιμενάρχου μας» και που και αυτές εγκαταβιούσαν στη Μονή αφορά σε κάποιες από τις Εναγόμενες. Η Αγαθονίκη διορίστηκε από τον Επιφάνιο ως γενική γραμματέας και υπεύθυνη του αρχείου της Μονής (Τεκμ.77). Παρουσίασε σωρεία εγγράφων για να ανατρέψει, μεταξύ άλλων, τους ισχυρισμούς της αξίωσης ότι οι Εναγόμενες δεν ανήκουν στην Αδελφότητα της Μονής. Στα διάφορα έγγραφα, κάποια από τα οποία είναι βαρύνουσας και άλλα περιθωριακής σημασίας, υπάρχουν αναφορές στις Εναγόμενες 2, 3, 5 και 6. Είναι αποδεκτό από τις Ενάγουσες ότι στη Μονή διατηρείτο «Μοναχολόγιο». Το Τεκμ. 77
(6)είναι τρισέλιδο δακτυλογραφημένο έγγραφο στο οποίο γίνεται αναφορά σε εβδομήντα ονόματα μοναχών. Φαίνεται να είναι αντιγραφή του χειρόγραφου (Τεκμ.77
(6)). Υπάρχει και το πιο αναλυτικό χειρόγραφο (Τεκμ.77
(8)) το οποίο εμπεριέχει μια ξεχωριστή σελίδα για κάθε μοναχή. Ο δικηγόρος των Εναγουσών αμφισβήτησε τη γνησιότητα των εγγράφων. Στη μορφή που έχουν παρουσιαστεί δεν είναι δυνατόν να εξαχθεί από αυτά κατά πόσο υπήρξαν παρεμβάσεις ή προσθήκες ή εκτυπώθηκαν εκ νέου μετά από παρεμβάσεις ή προσθήκες. Το Τεκμ.77
(24)είναι φωτοαντίγραφο βεβαίωσης άνευ ημερομηνίας, με την οποία ο Επιφάνιος φέρεται να βεβαιώνει ότι η Εναγόμενη 5 μονάζει στη Μονή. Μαρτύρησε η Αγαθονίκη ότι η βεβαίωση είχε δοθεί ώστε να παρουσιαστεί σε κάποιο κυβερνητικό τμήμα. Δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα του εγγράφου αυτού. Το Τεκμ. 77
(30)είναι φωτοαντίγραφο βιβλίου πρακτικών των συνεδριάσεων της Επιτροπής της Μονής. Το πρώτο πρακτικό έχει ημερομηνία 15.9.1999 και το τελευταίο 15.1.
  1. Πρόεδρος της Επιτροπής ήταν ο Επιφάνιος που περιγράφεται ως Κτήτωρ και Ιδρυτής της Μονής. Αντιπρόεδρος ήταν η Εναγόμενη 2, Ταμίας η Μοναχή Βερονίκη που απεβίωσε, Γραμματέας η Εναγόμενη 6 και Μέλος η Ενάγουσα
  2. Δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι οι Εναγόμενες 2, 6 και 4, Αντιπρόεδρος και Γραμματέας της Επιτροπής της Μονής και γενική γραμματέας και υπεύθυνη του αρχείου της Μονής αντίστοιχα, δεν ήταν μέλη της Αδελφότητας της Μονής, όπως υποστηρίχθηκε. Το ίδιο όσον αφορά και την Εναγόμενη
  3. Δεν παρουσιάστηκαν ανάλογα πειστήρια για το σύνολο των Εναγομένων. Είναι κατανοητό ότι για όσες δεν κατείχαν κάποιο αξίωμα ή κάποια συγκεκριμένη υπεύθυνη θέση μπορεί και να μην ήταν ευχερές ούτε καν εφικτό να παρουσιαστεί τέτοιου είδους μαρτυρία. Είναι αρκετό ότι παρουσιάστηκε πειστική μαρτυρία για κάποιες από τις Εναγόμενες έτσι ώστε να μην μπορεί να γίνει πιστευτή η προβληθείσα από τις Ενάγουσες θέση ότι οι Εναγόμενες 2 - 20 δεν ήταν μέλη της Αδελφότητας της Μονής. Ο ισχυρισμός έχει καταρρεύσει και εκθεμελιωθεί πλέον σε όλη του την έκταση. Η επί του ζητήματος μαρτυρία από την υπεράσπιση συνεπικουρούμενη από το έγγραφο υλικό που παρουσιάστηκε, οδηγεί το Δικαστήριο στο να αποδεχτεί τη θέση της υπεράσπισης ότι δεν υφίστατο άλλη συγκροτημένη Αδελφότητα και ότι το σύνολο των μοναχών ανήκαν στην Αδελφότητα της Μονής. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενες 2 - 20 ήταν μέλη της Αδελφότητας της Μονής και το γεγονός ότι κατά καιρούς δύο ή τρεις διέμεναν στο Ησυχαστήριο για σκοπούς εξυπηρέτησης του Επιφάνιου, δεν αλλάζει το δεδομένο. Δεν υπάρχει ισχυρισμός στην Εκθεση Απαίτησης ότι καθ΄ οιοδήποτε χρόνο η Ενάγουσα 1 εκδίωξε από τη Μονή ή απαγόρευσε σε οποιαδήποτε μοναχή της Μονής να εισέρχεται σε αυτή. Συνεπώς και σε αυτή τη βάση η καθεμιά από τις Εναγόμενες δικαιωματικά μπορούσε να βρίσκεται και να διακινείται στους χώρους της Μονής. Ι. Οι διεργασίες που ακολούθησαν το θάνατο του Επιφάνιου Ο Σεβαστιανός και ο Κυριάκος ήταν οι δύο από τους πέντε κληρικούς της ΕΓΚ που συνήλθαν μετά το θάνατο του Επιφάνιου για να συζητήσουν το ζήτημα της εκλογής διαδόχου του. Οι άλλοι τρεις ήταν οι Πατέρες Γρηγόριος, Μιχαήλ, και Αγαθοκλής. Από το σχετικό πρακτικό της συνεδρίασης του Ιερατικού Συμβουλίου ημερ. 30.4.2005 (Τεκμ.6) προκύπτει ότι λήφθηκε απόφαση να μνημονεύεται προσωρινά ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κ.Νικόλαος. Την 14.5.2005 αποστάληκε επιστολή στην ΙΣΕΓΕ με την οποία εκφραζόταν η απορία κατά πόσο η τοποθέτηση του Νικόλαου ως Τοποτηρητή του θρόνου του Μητροπολίτη Κιτίου των ΓΟΧ, που είχε προηγηθεί, συνήδε με το Αυτοκέφαλο της ΕΓΚ. Τον Αύγουστο του 2005 τρεις ιερείς της ΕΓΚ μεταξύ των οποίων και ο Κυριάκος, απέστειλαν επιστολή - αναφορά προς τον Νικόλαο (Τεκμ.8) καταγγέλλοντας τον Σεβαστιανό ότι δεν διακατήχετο από εκκλησιαστικό πνεύμα και οδηγούσε σε διχασμό την Εκκλησία. Εξέφραζαν καθαρά τη θέση σε σχέση με το ζήτημα της Τοποτηρητείας, ότι η διοίκηση της ΕΓΚ από ξένο Επίσκοπο προσέβαλλε και κατέλυε το Αυτοκέφαλο της. Τέλος, ζητείτο να προχωρήσει το συντομότερο δυνατό και με ταχύτερους ρυθμούς η διαδικασία για εκλογή και ανάδειξη νέου Επισκόπου. Με επιστολή ημερ. 30.9.2005 προς τον Νικόλαο και την ΙΣΕΓΕ (Τεκμ.9) το Ιερατικό Συμβούλιο της Ιεράς Μητρόπολης Κιτίου πληροφορούσε ότι συμφωνήθηκε ότι «πρέπει η Ιερά Σύνοδος να προχωρήσει τη διαδικασία εκλογής Κεφαλής της Εκκλησίας της Κύπρου. Στην εκλογική διαδικασία θα συμμετάσχει όλο το πλήρωμα της Εκκλησίας της Κύπρου κατά την Παράδοση». Την επιστολή υπογράφουν ο Σεβαστιανός, ο Κυριάκος και άλλοι τέσσερεις ιερείς. Σε ξεχωριστή επιστολή ιδίας ημερομηνίας (Τεκμ.10) καταγράφονται οι προτάσεις υποψηφίων του κάθε συμμετέχοντος. Τέσσερεις ιερείς, μεταξύ των οποίων και ο Κυριάκος, πρότειναν τον Πατέρα Ευστάθιο. Ενας τον Ευστάθιο και τον Σεβαστιανό. Ο Σεβαστιανός πρότεινε τον Ανδρέα, Επίσκοπο Θηβαίων, τον Ευστάθιο και τον Πατέρα Λάζαρο. Με νέα επιστολή ημερ. 26.11.2005 (Τεκμ.11) πληροφορούσαν τον Νικόλαο και την ΙΣΕΓΕ ότι ο Πατήρ Ευθύμιος (είναι το ίδιο πρόσωπο στο οποίο η Αγαθονίκη αναφέρεται ως Ιερομόναχο Ευθύμιο) είχε έρθει στην Κύπρο και προσπαθούσε να παραπλανήσει το λαό. Καλείτο ο Νικόλαος να επισκεφθεί την Κύπρο μαζί με τον Επίσκοπο Θηβαίων «για να επιληφθούμεν του θέματος των εκλογών». Αυθημερόν το Ιερατικό Συμβούλιο εξέδωσε ανακοίνωση προς το πλήρωμα της ΕΓΚ με κοινοποίηση προς τον Νικόλαο και την ΙΣΕΓΕ (Τεκμ.12), βάλλοντας κατά του Ευθύμιου. Ως αποτέλεσμα η ΙΣΕΓΕ εξέδωσε εγκύκλιο επιστολή ημερ. 29.12.2015 (Τεκμ.13) απευθυνόμενη προς το πλήρωμα της ΕΓΚ πληροφορώντας ότι ο Ευθύμιος είχε τεθεί σε αργία από το 1993, ότι είχε παραπεμφθεί στο Δικαστήριο της ΙΣΕΓΕ και ότι βρίσκεται εκτός Εκκλησίας από το
  4. Σημειωνόταν ότι αυτός καμιά πνευματική ή διοικητική αρμοδιότητα ή εκκλησιαστική έγκριση είχε να αναμιγνύεται ή ενεργεί οτιδήποτε στην ΕΓΚ. Η εμπλοκή του Ευθύμιου στις υποθέσεις της ΕΓΚ προκύπτει να είχε προκαλέσει αντιπαράθεση στις τάξεις της. Όταν ο Κυριάκος ρωτήθηκε αν συμφωνεί ότι τον Ευθύμιο εξέλεξε σε μεταγενέστερο χρόνο μερίδα αντιφρονούντων στον Σεβαστιανό, απάντησε πως δεν θυμόταν γιατί πέρασαν τόσα χρόνια. Στη συνέχεια όμως αποδέχτηκε ότι ο Ευθύμιος εκλέγηκε από τους άλλους ιερείς, αλλά ποτέ δεν χειροτονήθηκε. Όταν το Τεκμ.11 τέθηκε υπόψη του Κυριάκου κατά την αντεξέταση του δικαιολογήθηκε με το ανήκουστο ότι χρησιμοποίησαν το όνομα του Ευθύμιου για να προτρέψουν την ΙΣΕΓΕ να επισπεύσει τη διαδικασία εκλογής Μητροπολίτη. Ηταν, ανάφερε, ένα τέχνασμα σημασία όμως έχει ότι ανακάλεσαν αυτή την επιστολή διότι «τρόπον τινά εκθέσαμε τον Ευθύμιο ενώ δεν έπρεπε». Ανάλογες ήταν και οι δικαιολογίες του όταν τέθηκε υπόψη του το Τεκμ.
  5. Με επιστολή του ημερ. 27.6.2006 προς τον Ευθύμιο (Τεκμ.15) ζητούσε συγχώρεση διότι έγινε αιτία με την υπογραφή του να δυσφημιστεί το όνομα του. Ολοκληρώνοντας για τον Κυριάκο καταγράφεται ότι αυτός έκαμε αρνητική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Όταν εγειρόταν ζήτημα αναφορά στο οποίο θεωρούσε ότι παρέβλαπτε τις θέσεις που ο ίδιος ήθελε να προβάλει, απαντούσε με υπεκφυγές και πολλές φορές αδέξια. Επικαλέστηκε πως δεν γνωρίζει ότι εκδόθηκε απορριπτική απόφαση σε προσφυγή που καταχώρησε σε σχέση με την αποκοπή του επιδόματος του μετά την καθαίρεση του από την Ιερά Σύνοδο και πως η ενημέρωση του είναι ότι η υπόθεση εκκρεμεί ακόμα. Αναφορικά με κάποιο Ρουμάνο υπήκοο Πέτρου Κουμανέσκου που κάποιοι χειροτόνησαν ως Μητροπολίτη Κιτίου της ΕΓΚ, αρνήθηκε ότι είχε γνώση αποφεύγοντας να απαντήσει οποιεσδήποτε ερωτήσεις. Κ. Η εκλογή του Σεβαστιανού ως Μητροπολίτη Κιτίου της ΕΓΚ Από την 26.12.1997 που ο Σεβαστιανός χειροτονήθηκε Αρχιμανδρίτης, μέχρι και το θάνατο του Επιφάνιου, ήταν μετά τον αποβιώσαντα ο δεύτερος τη τάξη στην ΕΓΚ. Μετά το θάνατο του Επιφάνιου κατέστηκε ο πρώτος τη τάξη. Μάλιστα από τον κλήρο της ΕΓΚ ήταν ο μόνος που δεν ήταν νυμφευμένος και μπορούσε να διεκδικήσει εκλογή στο θρόνο του Μητροπολίτη Κιτίου της ΕΓΚ. Για να είναι κάποιος εκλέξιμος για Μητροπολίτης δεν είναι απαραίτητο να είναι Επίσκοπος. Εφόσον όμως εκλεγεί Μητροπολίτης, προτού ενθρονιστεί θα πρέπει να χειροτονηθεί Επίσκοπος. Μαρτύρησε ο Σεβαστιανός ότι για να μπορούσε κάποιος κληρικός άλλης Εκκλησίας ΓΟΧ να διεκδικήσει εκλογή θα έπρεπε να ενταχθεί στην ΕΓΚ. Προς τούτο, προαπαιτείτο απολυτήριο γράμμα από τον Επίσκοπο του και έγκριση από τον Επίσκοπο της ΕΓΚ. Αποδέχομαι αυτή τη θέση. Δεν αμφισβητήθηκε και είναι καθ΄ όλα συνεπής με τη μαρτυρηθείσα επισκοποκεντρική υπόσταση των Εκκλησιών των ΓΟΧ. Ο Ευστάθιος, πρόσθεσε ο Σεβαστιανός, ανήκε στην ΕΓΕ και ήταν στην Αυστραλία. Τώρα είναι Επίσκοπος στην ΕΓΕ. Οι Λάζαρος και Ανδρέας επίσης ανήκαν στην ΕΓΕ. Κατά τον Σεβαστιανό ούτε ο Ανδρέας ούτε ο Ευστάθιος επιθυμούσαν να λάβουν μέρος στη διαδικασία. Κατά πόσο αυτό είναι αλήθεια δεν θα μπορούσε να διαπιστωθεί από το Δικαστήριο με ασφάλεια, γεγονός όμως είναι πως δεν υπάρχει θετική μαρτυρία ότι οποιοσδήποτε από αυτούς επιθυμούσε να διεκδικήσει εκλογή. Περαιτέρω σημειώνεται ότι η Ιερά Σύνοδος υπό τον Τοποτηρητή Νικόλαο, που όπως πιο κάτω αναφέρεται αποφάσισε τη χειροτονία του Σεβαστιανού και του Λάζαρου σε Επισκόπους, δεν επέλεξε ούτε τον Ευστάθιο, ούτε τον Ανδρέα, ούτε απολυτήριο παραχώρησε σε αυτούς. Ούτε και αυτοί ή οποιοσδήποτε άλλος αποτάθηκε στην Ιερά Σύνοδο ή άλλη Εκκλησιαστική Αρχή για να προσβάλει οποιαδήποτε πτυχή της εκλογικής διαδικασίας ή των προκαταρκτικών διαδικασιών της εκλογής ή να εκφράσει οποιοδήποτε σχετικό παράπονο. Οι σχετικές με το ζήτημα της εκλογής πρόνοιες του Καταστατικού Χάρτη της ΕΓΚ αναφέρουν: «Β' ΕΠΙCΚΟΠΙΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΙ - ΕΚΛΟΓΗ ΑΡΧΙΕΡΕΩΝ
  6. Η έν Κύπρω "Εκκλησία των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών", περιλαμβάνει επί τοΰ παρόντος δύο έπισκοπικάς περιφερείας, έχουσας έκαστη ίδιον Επίσκοπον. Τήν περιφέρε ιαν της Μητροπόλεως Κιτίου και την της Επισκοπής Τριμυθούντος. Δύνανται δέ νά άναβιβασθώσι αι έπισκοπαί είς δώδεκα, αναλόγως τοΰ πληθυσμού και των αναγκών της Εκκλησίας ταύτης. Περί τούτου άποφασίζουσι οί Αρχιερείς όταν είναι πλείονες των τεσσάρων. Δικαιούται έκαστος των Μητρο­πολιτών νά έχη δύο Επισκόπους καί Χωρεπίσκοπον. Ό καθορισμός της περιφερείας έκαστου ορίζεται έν Συνόδω πρό της εκλογής.
  7. Χηρεύσαντος Μητροπολιτικού ή Επισκοπικού θρόνου, ή πνευματική διοίκησις ανήκει τώ Αρχιεπισκόπω, μή υπάρχοντος δέ, τω πρώτω τη τάξει Μητροπολίτη και ένδημοϋντι έν τη Νήσω .........................................................................................
  8. Διά τήν έκλογήν Μητροπολίτου συνέρχεται εκλογική συνέλευσις είς προκαθωρισμένον τόπον. αποτελούμενη έκ τών Μητροπολιτών, Επισκόπων, Χωρεπισκόπων έάν ύπάρχωσι και τών Ήγουμένοιν τών της Μητροπόλεως Μονών, δύο βαθμούχων κληρικών τής"Μητροπόλεως δι' ήν ή εκλογή γίνεται και 33 αιρετών αντιπροσώπων ών το 1/3 έκ τού ενοριακού κλήρου. Οί αντιπρόσωποι ούτοι δέον νά ώσιν Έλληνες γνήσιοι ορθόδοξοι και κάτοικοι τής Δημοκρατίας της Κύπρου, ηλικίας άνω τών 25 ετών. εκλεγμένοι δυνάμει εγκυκλίου, απολυόμενης έπί τούτω ύπό τού Αρχιεπισκόπου ή τού πρώτου τη τάξει Μητροπολίτου, ύπό Ελλήνων γνησίων ορθοδόξων ηλικίας άνω τών 21 ετών, βάσει εκλογικού καταλόγου ψηφοφόρων κεκυρωμένου ύπό τού Επισκόπου. Εκλέγονται δέ ούτοι κατά πόλιν και χωρίον, είς ωρισμενην ήμεραν, τόπον και αριθμόν όν ήθελεν ορίσει ό Μητροπολίτης μή υπάρχοντος Αρχιεπισκόπου.
  9. Οι καταλόγοι των ψηφοφόρων συντάσσονται υπό των ιερέων εκάστης ενορίας εις διπλούν, επικυρούνται δε υπό του οικείου Επισκόπου όστις κρατεί έναν εξ αυτών. Οι καταλόγοι ούτοι αναθεωρούμενοι κατά διετία και συμπληρούμενοι θα χρησιμεύσωσι και διά την εκλογήν των εκκλησιαστικών Επιτροπειών. .........................................................................................
  10. Έπί τού κύρους τών εκλογών αποφαίνεται ή Ί. Σύνοδος ήτις εκδικάζει τάς τυχόν ενστάσεις αϊ αποφαίνεται είς περίπτωσιν ακυρώσεως διατάσσουσα τήν επανάληψιν τής εκλογής. Αϊ ενστάσεις υποβάλλονται εντός οκτώ ήμερων από τής εκλογής. .........................................................................................
  11. Τόν Έπίσκοπον έκλέγουσι οί Μητροπολΐται καί Επίσκοποι πάντες τής "Εκκλησίας των Γνησίων 'Ορθοδόξων Χριστιανών" τής Νήσου καί οί κληρικοί καί Ηγούμενοι των Μονών της Επισκοπής περί ής γίνεται ή εκλογή. Πάντες ούτοι καλούνται ύπό του Μητροπολίτου τής "Επαρχίας καί γίνεται ή εκλογή, ή ομοφώνως ή διά ψηφοφορίας κατά πλειοψηφίαν. Χηρευούσης Μητροπόλεως γίνεται πρώτον εκλογή Μητροπολίτου ίνα ούτος ένεργήση τά τής εκλογής Επισκόπου." Η πρόνοια του άρθρου 20 του Καταστατικού της ΕΓΚ που αναφέρεται στην εκλογή Μητροπολίτη, δεν μπορούσε να τύχει πλήρους εφαρμογής αφού εναποθέτει καθήκοντα στον Αρχιεπίσκοπο ή τον πρώτο τη τάξη Μητροπολίτη ή Επίσκοπο που στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρχε. Όπως ακόμα σημειώνει ο Κονιδάρης, το άρθρο 21 προνοεί για επικύρωση του καταλόγου των ψηφοφόρων από τον Επίσκοπο, οπόταν όταν δεν υπάρχει Επίσκοπος δεν μπορεί να επικυρωθεί ο κατάλογος και κατά συνέπεια δεν μπορούν να διεξαχθούν εκλογές. Είναι η περαιτέρω θέση του Κονιδάρη ότι το άρθρο 27, του οποίου επίκληση γίνεται στην Εκθεση Απαίτησης (παρ.15(α)), δεν μπορούσε να εφαρμοστεί αφού δεν υπήρχε Μητροπολίτης ή Επίσκοπος για να προβεί στην εκλογή Επισκόπου. Όπως στο Πολιτειακό Δίκαιο υπάρχει το Δίκαιο της Ανάγκης έτσι και στο Εκκλησιαστικό Δίκαιο υπάρχει η εκκλησιαστική οικονομία, ανάλογη έννοια ακόμα ίσως και ευρύτερης εμβέλειας και εφαρμογής. Εξυπηρετεί ώστε να επιτυγχάνονται οι σκοποί της Εκκλησίας και η συνέχεια της εκεί όπου οι πραγματικές συνθήκες εγείρουν εκ πρώτοις ανυπέρβλητα κωλύματα και τα Καταστατικά εάν επιδιωχθεί να τηρηθούν αυστηρά οδηγούν σε αδιέξοδα. Ο Αγγελος Κυριακούδης (Μ.Ε.4), φιλόλογος με σπουδές ιστορίας και αρχαιολογίας, χωρίς καμιά ειδικότητα στο εκκλησιαστικό δίκαιο και χωρίς να είναι κανονιολόγος, αναφέρθηκε σε ιστορικά γεγονότα της Εκκλησίας. Δύο τέτοια ιστορικά γεγονότα της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Κύπρου καταδεικνύουν, κατά το μάρτυρα, ότι τα καθήκοντα του Τοποτηρητή Μητροπολιτικού θρόνου περιορίζονται στα της εκλογής του αντικαταστάτη και ο Τοποτηρητής δεν ασκεί άλλη εξουσία. Η έρευνα του από αρχαιοτάτων χρόνων κατέδειξε ότι ελλείψει ιεραρχών η Εκκλησία της Κύπρου ζητούσε βοήθεια από ξένες εκκλησίες όχι όμως για την εκλογή αλλά μόνο προς την χειροτονία. Εννοούσε τη χειροτονία αυτού που θα ψηφιζόταν από τον κλήρο και το πλήρωμα της Εκκλησίας της Κύπρου. Είναι κοινό έδαφος ότι οι Ιεροί Κανόνες προβλέπουν πως η χειροτονία Επισκόπου διενεργείται υπό τριών Επισκόπων. Συνεπώς, ακόμα και πριν το θάνατο του Επιφάνιου δεν ήταν δυνατόν να χειροτονηθεί Επίσκοπος της ΕΓΚ χωρίς τη συνδρομή από άλλη Εκκλησία. ΄Αλλωστε και ο Επιφάνιος, όπως και προγενέστερα ο Σπυρίδωνας, είχαν χειροτονηθεί από την ΙΣΕΓΕ. Ο Κονιδάρης στη γνωμοδότηση ημερ. 18.4.2007 (Τεκμ.33) απάντησε στο πιο κάτω ερώτημα: «Πώς κρίνεται, επί τη βάσει των Ι. Κανόνων, της υφισταμένης εκκλησιαστικής καταστάσεως και των ισχυόντων εν Κύπρω, η απόφαση της υπό τον Αρχιεπίσκοπο Νικόλαο Ι. Συνόδου της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ελλάδος περί εκλογής και χειροτονίας δύο Επισκόπων στην εμπερίστατη Εκκλησία των Γ.Ο.Χ. Κύπρου;» Είναι η θέση του Κονιδάρη ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη λειτουργία του Καταστατικού της ΕΓΚ είναι η ύπαρξη τουλάχιστον ενός Επισκόπου και πως δεν υπάρχει πρόβλεψη για την περίπτωση που δεν υπάρχει τέτοιος. Όταν δεν υπάρχει Επίσκοπος, αναφέρει, δεν υπάρχει Ευχαριστία και επομένως ούτε Εκκλησία. Ακριβώς γιατί η δομή της ΕΓΚ είναι επισκοποκεντρική. Μετά το θάνατο του Επιφάνιου η ΕΓΚ βρέθηκε ακέφαλη και εμπερίστατη. Τέτοια κατάσταση αντιμετωπίζεται με τη συναντίληψη, προστασία και αναγκαία παρέμβαση άλλης Εκκλησίας με την οποία η εμπερίστατη έχει κανονική κοινωνία και ειδική σχέση. Η ΕΓΕ όμορη και ομοιότυπη Εκκλησία με την ΕΓΚ ήρθε, ως όφειλε, αρωγός με την ανάληψη των καθηκόντων του Τοποτηρητή του κενού Μητροπολιτικού θρόνου από τον Πρόεδρο της ΙΣΕΓΕ, τον Νικόλαο, τον οποίο είχαν ομόφωνα αποδεχθεί όλοι οι κληρικοί της ΕΓΚ να μνημονεύουν. Η ΙΣΕΓΕ έκρινε επιβεβλημένη την αποστολή Εξαρχίας στην Κύπρο όμως, όπως σημειώνει: «Η μετάβαση της Εξαρχίας στην Κύπρο, και μάλιστα υπό την προεδρία του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Γ.Ο.Χ. κ.Νικολάου, δεν κατέστη δυνατόν να εξομαλύνει τις διαφορετικές απόψεις για την αντιμετώπιση διαδικαστικών ζητημάτων, που από ικανού χρόνου επωάζονταν, με αποτέλεσμα η Εξαρχία να επιφυλαχθεί να αποφασίσει επί των ζητημάτων που τέθηκαν. Η εκδήλωση όμως της προφανώς όλως αντικανονικής και αντιεκκλησιαστικής "πρωτοβουλίας" κληρικών και λαϊκών, οι οποίοι κινήθηκαν παρά τους Ι. Κανόνες και τις βασικές αρχές της Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας για την ανάδειξη αντικανονικώς Μητροπολίτη Κιτίου, ερήμην της ήδη επιληφθείσας της υποθέσεως Εξαρχίας και του Τοποτηρητή του κενού Θρόνου, ανάγκασε την Ι. Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ελλάδος να χωρήσει στην άμεση εκλογή και προχείριση και των δύο ήδη εγκεκριμένων ομοφώνως ως κανονικών υποψηφίων για τον χηρεύοντα θρόνο της Μητροπόλεως Κιτίου κληρικών, δηλ. του Αρχιμανδρίτη π. Σεβαστιανού Σταύρου και του Ιερομονάχου π. Λαζάρου Αθανάσωφ, σε Επισκόπους Τριμυθούντος και Αμαθούντος αντιστοίχως, προκειμένου η Εκκλησία των Γ.Ο.Χ. Κύπρου να αποκτήσει ορατήν κεφαλήν και να διευκολυνθεί με τον τρόπο αυτό η εκλογή Μητροπολίτη Κιτίου. Προσθέτως δε ανέθεσε στον πρώτο εκ των ως άνω, δηλ. στον Επίσκοπο Τριμυθούντος, και την Τοποτηρητεία του χηρεύοντος θρόνου της Ι. Μητροπόλεως Κιτίου με την αποστολή, σε συνεργασία με τον Επίσκοπο Αμαθούντος, να προχωρήσει και να ολοκληρώσει τη διαδικασία εκλογής Μητροπολίτη Κιτίου» Καταλήγει ότι η απόφαση της ΙΣΕΓΕ για τη χειροτονία δύο Επισκόπων και η ανάθεση στον πρώτο τη τάξη των καθηκόντων Τοποτηρητή της Μητρόπολης Κιτίου με σκοπό την ολοκλήρωση των διαδικασιών εκλογής νέου Μητροπολίτη, δεν προσβάλλει το Αυτοκέφαλο της ΕΓΚ αλλά και λήφθηκε μέσα στα πλαίσια της κανονικής τάξης της Εκκλησίας προκειμένου, ενόψει των δυσχερειών και αμφισβητήσεων που προβλήθηκαν, να διευκολύνει με τον τρόπο αυτό την εκλογή Μητροπολίτη. Όπως ανέφερε ο Κονιδάρης, δεν εξέτασε κατά πόσο η ΙΣΕΓΕ θα μπορούσε να ενεργήσει διαφορετικά αλλά κατά πόσο ο τρόπος που ενήργησε ήταν αντικανονικός. Είναι βασική θέση του Κονιδάρη ότι εφόσον η ΕΓΚ απευθύνθηκε προς την ΙΣΕΓΕ δεν μπορούσε να υποδεικνύει πώς η τελευταία θα χειριζόταν το ζήτημα. Η ΙΣΕΓΕ μπορούσε να ενεργήσει όπως αυτή έκρινε ορθά σύμφωνα με τους Κανόνες της Εκκλησίας. Υποστήριξε πως όταν αποστάληκε ο κατάλογος των προτεινόμενων υποψηφίων δόθηκε η εξουσία στην ΙΣΕΓΕ για να ενεργήσει. Οι προτεινόμενες υποψηφιότητες από τους κληρικούς της ΕΓΚ, αναφέρει, τέθηκαν ώστε η ΙΣΕΓΕ να επιλέξει, όπως και επέλεξε. Θα μπορούσε μάλιστα να επιλέξει κατευθείαν το Μητροπολίτη. Αποδέχτηκε ο Κονιδάρης ότι αν δεν υπήρχε πρόσκληση από την ΕΓΚ προς την ΕΓΕ για να εκλέξει και χειροτονήσει Επισκόπους τότε η εκλογή και η χειροτονία που έγιναν δεν θα ήταν έγκυρες. Ο Σεβαστιανός παρέπεμψε στο άρθρο 6 του Καταστατικού Χάρτη της ΕΓΚ όπου αναφέρεται για την Ιερά Σύνοδο ότι «οι τοιουτοτρόπως και επί τοιούτω σκοπώ προσερχόμενοι έχουσι πάντα τα δικαιώματα και υπόκεινται εις πάσας τας υποχρεώσεις του μέλους της Ι.Συνόδου, μέχρι λήξεως της υποθέσεως δι΄ ην εκλήθησαν». Οπόταν, κατά την εισήγηση του, εφόσον η Σύνοδος κλήθηκε να ενεργήσει, μπορούσε να πράξει ότι θεωρούσε καλύτερο για την ΕΓΚ. Η ΕΓΚ καθιέρωσε το Μητροπολιτικό - Συνοδικό σύστημα. Η εξουσία ασκείται από την Ιερά Σύνοδο, η οποία είναι εντολοδόχος του πληρώματος της Εκκλησίας και συνιστά, κατ΄ εντολή του λαού, την ανώτατη πνευματική, νομοθετική, διοικητική και δικαστική αρχή της Εκκλησίας. Είναι δεδομένο ότι η ΕΓΚ ουδέποτε είχε επαρκή αριθμό Επισκόπων ώστε να συγκαλεί Ιερά Σύνοδο με δικούς της και μόνο Επισκόπους. Το Καταστατικό της ΕΓΚ παρείχε την ευχέρεια στον υπάρχοντα Επίσκοπο να συγκαλεί Ιερά Σύνοδο καλώντας Επισκόπους από άλλες ομοιότυπες Εκκλησίες και ειδικά της Ελλάδας (άρθρο 3) εάν δε ήταν αδύνατο να προσέλθουν στην Κύπρο ξένοι Επίσκοποι, αυτός να μεταβεί στο εξωτερικό και ιδίως στην Ελλάδα για να συνεδριάσει με άλλους αρχιερείς ομοιότυπου Εκκλησίας (άρθρο 4). Με την επιστολή του Αυγούστου του 2005 ζητήθηκε από την Ιερά Σύνοδο να προχωρήσει το συντομότερο δυνατό και με ταχύτερους ρυθμούς η διαδικασία για εκλογή και ανάδειξη νέου Επισκόπου. Στην επιστολή ημερ. 30.9.2005 αναφερόταν ότι «πρέπει η Ιερά Σύνοδος να προχωρήσει τη διαδικασία εκλογής Κεφαλής της Εκκλησίας της Κύπρου. Στην εκλογική διαδικασία θα συμμετάσχει όλο το πλήρωμα της Εκκλησίας της Κύπρου κατά την Παράδοση». Είναι σε αυτή την επιστολή που καταγράφονται και οι προτάσεις του κλήρου της ΕΓΚ. Τέλος, με την επιστολή ημερ. 26.11.2005, μετά το πρόβλημα που είχε εγερθεί με τον Ευθύμιο, καλείτο ο Νικόλαος να επισκεφθεί την Κύπρο μαζί με τον Επίσκοπο Θηβαίων «για να επιληφθούμεν του θέματος των εκλογών». Είναι πρόδηλο ότι ανατέθηκε στην Ιερά Σύνοδο να ενεργήσει για την εκλογή Μητροπολίτη Κιτίου της ΕΓΚ. Εάν άλλη ήταν η επιθυμία του κλήρου της ΕΓΚ, και ήταν επιτρεπτό και σύμφωνα με τους Κανόνες της Εκκλησίας, ζήτημα που εξετάζεται αμέσως πιο κάτω, θα μπορούσαν να προβούν σε όλες τις διαδικασίες χωρίς να δώσουν λόγο και να ζητήσουν οτιδήποτε από την ΙΣΕΓΕ και αφού ολοκληρωθεί η εκλογή του Μητροπολίτη Κιτίου απλά να καλέσουν τρεις Επισκόπους είτε από την ΕΓΕ είτε από άλλη όμορη και ομοιότυπη Εκκλησία για να τελέσουν απλά το τελετουργικό και να τον χειροτονήσουν Επίσκοπο. Τέτοια διαδικασία δεν φαίνεται να ήταν πρόσφορη σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες αλλά και το ίδιο το Καταστατικό της ΕΓΚ. Ερωτήματα επί του θέματος ετέθησαν στον Κονιδάρη που γνωμάτευσε: «Είναι δυνατή και πάντως κανονική η εκλογή και ανάδειξη Επισκόπου στην Εκκλησία των Γ.Ο.Χ. Κύπρου μέσω άλλης διαδικασίας με πρωτοβουλία κληρικών ή άλλων τινών;» «Δεν είναι δυνατή και πάντως είναι αντικανονική και αντιεκκλησιαστική η εκλογή και ανάδειξη Επισκόπου στην Εκκλησία των Γ.Ο.Χ. Κύπρου μέσω άλλης διαδικασίας με πρωτοβουλία κληρικών ή όποιων άλλων, από τη στιγμή μάλιστα κατά την οποία του όλου ζητήματος επιλήφθηκε, με τη γνώμη όλων των εφημερίων της Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. Κύπρου, η Ι.Σύνοδος της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ελλάδος». Και ακόμα: «Ποία είναι από νομοκανονική άποψη η θέση του "Ιερατικού Συμβουλίου" που συγκροτήθηκε από τον αοίδιμο Μητροπολίτη Κιτίου, ιδίως κατά τη διαδικασία εκλογής νέου Μητροπολίτη και γενικότερα στη διοίκηση της εν χηρεία Ι.Μητροπόλεως Κιτίου;» «Το "Ιερατικό Συμβούλιο", που συστήθηκε από τον αοίδιμο Μητροπολίτη Κιτίου Επιφάνιο και λειτούργησε ως ιερατική σύναξη της Μητροπόλεως, δεν έχει θεσμικό ρόλο αφού δεν προβλέπεται ούτε από τους Ιερούς Κανόνες ούτε από το "Καταστατικό" της Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. Κύπρου και δεν μπορεί να έχει λόγο, πολύ περισσότερο αποφασιστικό, στα εκκλησιαστικά πράγματα, όπως στον διορισμό Τοποτηρητή της χηρεύουσας Μητρόπολης Κιτίου και στην εκλογή νέου Μητροπολίτη.» Για να επιτευχθεί η εκλογή Μητροπολίτη απαιτούνταν ενέργειες από Επίσκοπο και Μητροπολίτη ή Τοποτηρητή του Μητροπολιτικού θρόνου. Η ανάληψη από τον Νικόλαο της θέσης του Τοποτηρητή προκάλεσε ερώτημα μερίδας του κλήρου της ΕΓΚ που με επιστολή ημερ. 14.5.2005 εξέφρασαν την απορία κατά πόσο η τοποθέτηση του Νικόλαου που ανήκε στην ΕΓΕ ως Τοποτηρητή συνήδε με το Αυτοκέφαλο της ΕΓΚ. Η απορία και η αντίδραση, όπως εξελίχθηκε, αφορούσε στο ότι ένας ξένος Επίσκοπος είχε αναλάβει ως Τοποτηρητής του θρόνου της Μητρόπολης Κιτίου της ΕΓΚ. Αυτό που έγινε στη συνέχεια ήταν η Ιερά Σύνοδος να αναθέσει την Τοποτηρητεία του θρόνου σε κληρικό της ΕΓΚ. Για να αναλάβει Τοποτηρητής θα έπρεπε να είναι Επίσκοπος, οπόταν χειροτονήθηκε Επίσκοπος Τριμυθούντος ο Σεβαστιανός και του ανατέθηκε η Τοποτηρητεία ώστε αυτός, σε συνεργασία και με τον Λάζαρο που είχε χειροτονηθεί Επίσκοπος Αμαθούντος, να προχωρήσει και να ολοκληρώσει τη διαδικασία εκλογής Μητροπολίτη Κιτίου. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, κανένας άλλος κληρικός της ΕΓΚ δεν μπορούσε να γίνει Επίσκοπος γιατί όλοι ήσαν νυμφευμένοι. Επομένως, η Ιερά Σύνοδος που ουσιαστικά κατηγορήθηκε γιατί ανέθεσε την Τοποτηρητεία του Θρόνου σε ξένο Επίσκοπο, τον Νικόλαο, στη συνέχεια την ανέθεσε στο μόνο κληρικό της ΕΓΚ που θα μπορούσε. Δεν υπήρχε άλλος κληρικός της ΕΓΚ που θα μπορούσε να γίνει Επίσκοπος και να του ανατεθεί η Τοποτηρητεία του θρόνου. Αυτή ήταν μια πρόσφορη διέξοδος ώστε να προχωρήσει και να ολοκληρωθεί η διαδικασία εκλογής Μητροπολίτη Κιτίου. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η παρέμβαση της ΕΓΕ στο ευρύτερο ζήτημα της εκλογής Μητροπολίτη Κιτίου έγινε κατόπιν πρόσκλησης και παράκλησης των κληρικών της ΕΓΚ. Η ΕΓΕ ενήργησε όπως έκρινε ορθό για να παράσχει τη συνδρομή της στο ζήτημα. Ηταν επομένως οι ενέργειες της εξουσιοδοτημένες δυνάμει της πρόσκλησης και παράκλησης για να ενεργήσει. Κάτω από τις περιστάσεις αυτές η ΕΓΕ δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι παραβίασε το Αυτοκέφαλο της ΕΓΚ ακόμα και αν θα μπορούσε να ενεργήσει και διαφορετικά. Καθ΄ όσον αφορά την εκλογική διαδικασία δεν μαρτυρήθηκαν επιμέρους γεγονότα. Κατά πόσον υπήρξαν παράπονα ή ενστάσεις. Όπως προνοείται στο Καταστατικό (άρθρο 5) της ΕΓΚ η Ιερά Σύνοδος είναι η δικαστική αρχή της ΕΓΚ. Στις εξουσίες της ρητά περιλαμβάνεται η εξουσία να ενεργεί ως εκλογοδικείο (βλ. άρθρο 23) αφού σε αυτήν εναποτίθεται η εξουσία να εκδικάσει οποιαδήποτε ένσταση επί του κύρους των εκλογών. Προκύπτει ότι ουδεμία ένσταση ή άλλο ζήτημα ηγέρθηκε ενώπιον της Ιεράς Συνόδου αναφορικά με την εγκυρότητα των εκλογών. Η εξήγηση του Κυριάκου γιατί ο ίδιος δεν αποτάθηκε σε κάποιο εκκλησιαστικό βήμα για να ζητήσει θεραπεία, ότι «αφού οι ίδιοι παπάδες τζιαι τατάδες. Πώς θα απευθυνθώ;» δεν δικαιολογεί παρέκκλιση από την Καταστατική οδό, τουλάχιστον σε πρώτο στάδιο. Λ. Κατά πόσο ο Σεβαστιανός και όσοι τον ακολουθούν αποσχίστηκαν από την ΕΓΚ Οι δικηγόροι των Εναγουσών παράπεμψαν σε δύο αγγλικές αποφάσεις, την Free Church of Scotland v. Lord Overtoun and others
(1990)A.C. 515 και την Craigdallie v. Aikman
(1813)1 Dow 1, όπου το επίδικο θέμα ήταν ποια μέλη του πληρώματος της εκκλησίας είχαν δικαίωμα να κατέχουν την περιουσία τους κατόπιν σχίσματος στους κόλπους της. Και στις δύο υποθέσεις αποφασίστηκε ότι σε περίπτωση σχίσματος στους κόλπους του πληρώματος μιας εκκλησίας αυτοί που δικαιούνται να κατέχουν την περιουσία της είναι αυτοί που παραμένουν πιστοί στα όσα αποτέλεσαν τη συμφωνία πάνω στην οποία στηρίχθηκε η συγκρότηση της. Δεν έχει σημασία ότι αυτοί που αποσχίστηκαν συνιστούν την πλειοψηφία αφού, κατ΄ ουσία, συνιστούν πλέον μια άλλη οντότητα. Παρέπεμψαν ακόμη στους Ηalsbury's Laws of England, 3η έκδ., Τομ.13, σελ.28, όπου αναφέρεται ότι όπου η μεταβολή στη βάση της οποίας λαμβάνει χώρα ο διαχωρισμός αφορά αντίθεση σε κάποιο ουσιαστικό στοιχείο αποδεχτού δόγματος της εκκλησίας (involves a contradiction in some material particular of the accepted expression of the doctrine of the church) το μέρος που αποσπάται αυτόματα παύει να συνιστά μέρος της εκκλησίας. Το Δικαστήριο δεν έχει δυσκολία στο να συμφωνήσει με τη θέση ότι αυτός που αποσπάται από μια θρησκευτική ομάδα ή ένα θρησκευτικό οργανισμό παύει να συνιστά μέρος του και χάνει οποιαδήποτε δικαιώματα στην περιουσία του. Συνεπώς, εάν ο Σεβαστιανός έχει αποσχιστεί και δεν συνιστά μέρος της ΕΓΚ τότε δεν μπορεί να διατηρεί οποιοδήποτε δικαίωμα ή αξίωμα ή θέση σε αυτή. Ούτε Μητροπολίτης Κιτίου της ΕΓΚ μπορεί να είναι, ούτε καν Αρχιμανδρίτης της ΕΓΚ όπως ήταν προηγουμένως και όπως αποκαλείται με την αγωγή. Ούτε και να έχει οποιοδήποτε από τα δικαιώματα που του παραχώρησε ο Επιφάνιος. Ακόμα και αν οι οποιεσδήποτε ενέργειες ή εντολές του σε σχέση με τα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 2006 ήταν νόμιμες στη βάση των δικαιωμάτων που του είχαν χορηγηθεί από τον Επιφάνιο, εάν έχει έκτοτε αποσχιστεί από την ΕΓΚ, τότε οι έκτοτε ενέργειες του και αυτών που τον ακολουθούν, και η οποιαδήποτε επέμβαση τους ή συνέχιση επέμβασης στη Μονή ή άλλη περιουσία της ΕΓΚ δεν νομιμοποιούνται. Υποστήριξε ο Σεβαστιανός, χωρίς όμως να παραπέμψει σε συγκεκριμένη πρόνοια, ότι οι Ιεροί Κανόνες προνοούν ότι για να υπάρξει σχίσμα πρέπει γι΄ αυτό να αποφανθεί η Ιερά Σύνοδος. Όπως εξήγησε ο Κονιδάρης, αναφερόμενος στις Ενάγουσες και τους υποστηρικτές τους, αυτοί που δεν αναγνωρίζουν τη διοίκηση της Εκκλησίας διαπράττουν το αδίκημα του σχίσματος. Αυτό όμως, όπως εξήγησε, διαφέρει από το σχίσμα πίστεως που συμβαίνει όταν μέρος της Εκκλησίας διαφοροποιείται σε ζήτημα που αφορά την πίστη. Δεν είναι βέβαια η όποια διαφωνία ή αντιπαράθεση στους κόλπους μιας Εκκλησίας που σηματοδοτεί σχίσμα. Προμετωπίδα του επιχειρήματος των Εναγουσών ότι οι Εναγόμενοι αποσχίσθηκαν από την Εκκλησία των ΓΟΧ αποτέλεσε το θέμα του Αυτοκέφαλου της Εκκλησίας των ΓΟΧ. Κατά τη θέση τους ο τρόπος κατά τον οποίο ενήργησε η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας των ΓΟΧ Ελλάδος, αναφορικά με τις διεργασίες που οδήγησαν στην εκλογή του Σεβαστιανού ως Μητροπολίτη Κιτίου των ΓΟΧ, συνιστά επέμβαση στα εσωτερικά της Εκκλησίας των ΓΟΧ Κύπρου και κατ΄ επέκταση επέμβαση στο Αυτοκέφαλο της Εκκλησίας των ΓΟΧ Κύπρου. Οι Εναγόμενοι θα είχαν θέσει τους εαυτούς τους εκτός της ΕΓΚ εάν είχαν αποκηρύξει και πρέσβευαν ότι η Εκκλησία τους δεν είναι Αυτοκέφαλη. Η ύπαρξη σχίσματος, στην όποια εκκλησιαστική έννοια, είναι αμφίβολο εάν μπορεί για μια Εκκλησία να επιβεβαιωθεί με αναγνωριστική προς τούτο απόφαση του Δικαστηρίου. Ο,τι το Δικαστήριο είναι επιβεβλημένο να αποφασίσει για να επιλύσει το εγειρόμενο με την αγωγή ζήτημα της παράνομης επέμβασης είναι κατά πόσο ο Σεβαστιανός και όσοι τον ακολουθούν έχουν αποχωρήσει από την ΕΓΚ. Η συμπεριφορά τους, που ουσιαστικά συνίσταται στην αποδοχή εξουσιοδοτημένων από την ΕΓΚ ενεργειών της ΙΣΕΓΕ δεν θα μπορούσε να τεκμηριώσει κάτι τέτοιο. Εφόσον οι θέσεις πάνω στις οποίες εδραζόταν ο ισχυρισμός ότι ο Σεβαστιανός αποσχίστηκε έχουν απορριφθεί μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει ότι οι Ενάγουσες δεν απέδειξαν ότι υπήρξε σχίσμα όπως το επικαλέστηκαν. Μ. Κατάληξη Η παρούσα αγωγή αφορούσε ζήτημα κατοχής και χρήσης της περιουσίας της Μονής. Η επίλυση του ανακίνησε το ζήτημα της νομιμότητας της εκλογής του Μητροπολίτη Κιτίου της ΕΓΚ. Όμως, το ζήτημα της νομιμότητας της εκλογής του Μητροπολίτη Κιτίου της ΕΓΚ έχει ευρύτερες συνέπειες. Πέραν της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος κάτω από την ΕΓΚ και την Κεφαλή αυτής, δηλαδή τον Μητροπολίτη Κιτίου της ΕΓΚ, βρίσκονται και άλλες «εκκλησιαστικές οντότητες» που αναγνωρίζονται ως πρόσωπα που μπορούν να είναι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας. Είναι ο Ιερός Ναός Ζωοδόχου Πηγής στο Αβδελλερό, η Εκκλησία Αγ.Νικολάου στο Καϊμακλί, η Ιερά Μονή Αγ.Επιφανίου στην Αραδίππου, ο Ιερός Ναός Αγ.Μοδέστου στους Τρούλλους και ενδεχομένως και άλλες. Επομένως, το ζήτημα της νομιμότητας της εκλογής του Μητροπολίτη Κιτίου, ακύρωσης ή επιβεβαίωσης της εκλογής του, αφορά και άλλους πέραν των ενώπιον του Δικαστηρίου διαδίκων στην παρούσα αγωγή όπως και το ακόμα πιο ευρύ θέμα του κατά πόσο υπήρξε σχίσμα στην ΕΓΚ. Ακόμα και αν ήταν θέμα για το Δικαστήριο να αποφασίσει, δεν θα μπορούσε να επιλυθεί σε μια αγωγή από την οποία απουσιάζουν τέτοια μέρη. Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει τις αναγνωριστικές αποφάσεις που ο Εναγόμενος 1 και η Εναγόμενη 11 αξιώνουν με τις Ανταπαιτήσεις τους. Ούτε και να εκδώσει τα διατάγματα που οι Ενάγουσες αξιώνουν και που έχουν περιγραφεί ως άλλα διατάγματα που αφορούν ζητήματα της Εκκλησίας τους. Τα ζητήματα αυτά είναι καθαρά εκκλησιαστικά για την ίδια την ΕΓΚ να ρυθμίσει. Στη βάση του ευρήματος ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν ο γενικός υπεύθυνος και είχε τη διοίκηση και τη διαχείριση και πνευματική ευθύνη της Μονής και του Ησυχαστηρίου όπως και ο Επιφάνιος όταν ζούσε, με την Ηγουμένη να υπόκειται στις οδηγίες και εντολές του, του περαιτέρω ευρήματος ότι ενθρονίστηκε Μητροπολίτης Κιτίου λαμβάνοντας τη θέση του Προκαθήμενου της Εκκλησίας των ΓΟΧ μετά από διαδικασίες που δεν έχουν ακυρωθεί από το αρμόδιο Εκκλησιαστικό Οργανο και του περαιτέρω ευρήματος ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι αυτός αποχώρησε από την Εκκλησία των ΓΟΧ, η όποια επέμβαση στην Ιερά Μονή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος είτε από τον ίδιο είτε κατ΄ εντολή ή εξουσιοδότηση του, δεν ήταν παράνομη. Ως εκ των ανωτέρω η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων και εναντίον των Εναγουσών, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ο Εναγόμενος 1 και η Εναγόμενη 11, οι Εναγόμενες 2 έως 10 και οι Εναγόμενες 12 έως 22 που είχαν διαφορετική εκπροσώπηση, θα δικαιούνται σε ξεχωριστό σετ εξόδων. Η Ανταπαίτηση του Εναγόμενου 1 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγουσών και εναντίον του Εναγόμενου 1, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο μειωμένα κατά το ήμισυ. Η Ανταπαίτηση της Εναγόμενης 11 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγουσών και εναντίον της Εναγόμενης 11, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο μειωμένα κατά το ήμισυ. Τέλος, το Δικαστήριο, χωρίς να εξετάζει οποιοδήποτε ζήτημα που αφορά στην Εκκλησία των ΓΟΧ, επιθυμεί να εκφράσει τη λύπη του για το γεγονός ότι τρεις γυναίκες, οι Ενάγουσες 1 - 3, που αφιέρωσαν τη ζωή τους στο μοναχισμό υπηρετώντας την Ιερά Μονή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, βρίσκονται, στο στάδιο αυτό της ζωής τους μακρυά από τη Μονή. (Υπ).................... Χ.Μαλαχτός Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.