← Κύπρος

Sun Sea (SS)Developers Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Γρηγορίου κ.α., Αρ. Αγ. 1612/2007, 8/10/2015

Sun Sea (SS)Developers Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Γρηγορίου κ.α., Αρ. Αγ. 1612/2007, 8/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A215 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγ. 1612/2007

  1. Sun Sea (SS)Developers Ltd
  2. Sun Flower Estates S.R.L. Εναγόντων/Αιτητών και
  3. Ανδρέα Γρηγορίου
  4. Κωστάκη Νικολάου Εναγομένων /Καθ΄ων η αίτηση Ημερομηνία: 8 Οκτωβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: Η κα Χ¨ Νικολή για Δρ Ανδρέα Π. Ποιητή & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους/Καθ΄ων η Αίτηση: Ο κ. Σ. Σταύρου για Αντωνάκης Σωτηρίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι αιτητές με την διά κλήσεως αίτηση τους την οποία καταχώρησαν την 7.05.2015 αιτήθηκαν από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος μεταξύ άλλων με το οποίο να διατάσσεται «. η πώληση, διάθεση ή ρευστοποίηση 10.000 μετοχών της εταιρείας Α.Κ.Γ. Γρηγορίου Λτδ, τις οποίες ο 1ος εναγόμενος μεταβίβασε στον Κώστα Γρηγορίου και οι οποίες επανεγράφησαν στο όνομα του 1ου εναγομένου κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12.12.2014.» Η πιο πάνω αίτηση προσέκρουσε σε ένσταση που καταχώρησε ο εναγόμενος 1 - καθ΄ου η αίτηση η οποία καταχωρήθηκε την 29.06.
  5. Ένας από τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης (λόγος ένστασης αρ.3) είναι ότι: «Η Αίτηση δεν έχει έρεισμα και/ή δεν μπορεί να εξετασθεί από το Δικαστήριο και/ή είναι νόμω και ουσία αβάσιμη καθότι η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος πώλησης κατόπιν άσκησης διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου και εντός του πλαισίου του Ν. 31 (Ι)/1992 υπάρχει μόνο σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία τα οποία ήδη βαρύνονται με επιβαρυντικό διάταγμα.» Με έρεισμα τον πιο πάνω προβαλλόμενο λόγο ένστασης με την παρούσα αίτηση τους οι αιτητές αιτούνται διατάγματος με το οποίο να επιτρέπει την προσθήκη στην αίτηση τους με ημερομηνία 7.05.205 στην παράγραφο 1 της λέξης «επιβάρυνση» ώστε να έχει ως εξής: «
  6. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον την επιβάρυνση, πώληση, διάθεση, ή ρευστοποίηση 10.000 μετοχών της εταιρείας Α.Κ.Γ. Γρηγορίου Λτδ, τις οποίος ο 1ος εναγόμενος μεταβίβασε στον Κώστα Γρηγορίου και οι οποίες επανεγράφησαν στο όνομα του 1ου εναγόμενου κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 2.2.2014.» Το νομικό υπόβαθρο της αίτησης είναι η Δ.25 Θ. 1- 6 η Δ.48 Θ. 1 - 4, 8 και 9 και η Δ.64 Θ. 1 -
  7. Τα γεγονότα της αίτησης υποστηρίζονται από την δικογραφία και στην ένορκη δήλωση της κ. Κατερίνας Κονναρή. Η κ. Κονναρή στην ένορκη δήλωση της δηλώνει ότι είναι υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους αιτητές, ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο από τον φάκελο της διαδικασίας όσο και από τα όσα της έχει πει ο Δρ Ανδρέας Π. Ποιητής, ο οποίος χειρίζεται την υπόθεση και έχει δεόντως εξουσιοδοτηθεί να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Δηλώνει δε ότι εκ παραδρομής στην αίτησης με ημερομηνία 7.05.2015 στο αιτητικό υπ΄αριθμό 1 δεν αναφέρθηκε η λέξη «επιβάρυνση». Για αυτό και ζητά τη βοήθεια του Δικαστηρίου. Στην πιο πάνω αίτηση καταχωρήθηκε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως όπου προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι: "
  8. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει και /ή υποστηρίζει την αίτηση των Αιτητών δεν αποκαλύπτει εύλογη, καλόπιστη και νόμιμη δικαιολογία και γεγονότα που να επιτρέπουν και /ή δικαιολογούν το νόμω και /ή ουσία βάσιμο του αιτήματος των Αιτητών.
  9. Η Αίτηση δεν έχει έρεισμα και/ή δε4ν μπορεί να εξετασθεί από το Δικαστήριο και/ή είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή αντιτίθεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας καθότι επιχειρείται τροποποίηση ενδιάμεσης αίτησης και όχι δικογράφου κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και της πρακτικής του Δικαστηρίου.
  10. Η Ενόρκως Δηλούσα, Κατερίνα Κονναρή, δεν γνωρίζει και/ή δεν είναι σε θέση να γνωρίζει προσωπικά ως ισχυρίζεται τα γεγονότα τα οποία αναφέρει στην Ένορκη Δήλωση της ημερομηνάις 30/6/2015 ως επίσης δεν αποκαλύπτει από ποιόν έχει εξουσιοδοτηθεί για να προχωρήσει στην ως άνω Ένορκη δήλωση.
  11. Από τα όσα παραθέτει η Ενόρκως Δηλούσα, Κατερίνα Κονναρή, στην Ένορκη Δήλωση της ημερομηνίας 30/6/2015, δεν προκύπτει κανένας επαρκής και/ή καλός λόγος για να δοθεί το αιτούμενο διάταγμα στους Αιτητές.
  12. Η Αίτηση των Αιτητών αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (abuse of the process of the court). " Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19, Δ.25 Θ.Θ.1-6, Δ.48 Θ.Θ. 1-4, 8 και 9, Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών όπως επίσης στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος και επί της συμφυούς εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση τα υποστηρίζει με ένορκη δήλωση του ο εναγόμενος 1 καθ΄ου η αίτηση κ. Ανδρέας Γρηγορίου ο οποίος επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους πιο πάνω λόγους ένστασης. Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες και έτσι η αίτηση προχώρησε κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου με γραπτές αγορεύσεις στις οποίες η κάθε πλευρά υποστήριξε τις θέσεις της σε παραπομπή σε νομολογία και στα γεγονότα της υπόθεσης. Η πλευρά των αιτητών βάσισε την επιχειρηματολογία της στη Διαταγή 64 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών η οποία έχει καταργήσει τη διάκριση της άκυρης και παράτυπης διαδικασίας υποστηρίζοντας ότι το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια στη βάσει αυτής της διάταξης θα πρέπει να άρει την παρατυπία που παρουσιάζεται στην αίτηση τους με τη μη συμπερίληψη εκ παραδρομής της λέξης «επιβάρυνση» στο αιτητικό της αίτησης τους. Σχολιάζοντας την ίδια Διαταγή και την νομολογία που αναπτύχθηκε σε σχέση με αυτή, η πλευρά του καθ΄ου η αίτηση υποστήριξε διαμετρικά αντίθετη άποψη. Η Διαταγή 64 όπως ισχύει σήμερα προνοεί τα ακόλουθα: «

(1)Η μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε οποιοδήποτε στάδιο οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δεν θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.
(2)Τηρουμένης της παραγράφου
(3), το Δικαστήριο δύναται, εφόσον διαπιστώσει τέτοια μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, όπως προβλέπεται στην παράγραφο
(1), και υπό τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως κρίνει δίκαιο, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διαδικασία στην οποία επεσυνέβη η μη συμμόρφωση, οποιοδήποτε βήμα έγινε στη διαδικασία εκείνη, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή, ή ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι παρόντες Κανονισμοί, να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, εάν χρειάζεται, αναφορικά με τη διαδικασία γενικά, όπως κρίνει πρέπον.
(3)Το Δικαστήριο δεν θα παραμερίζει εξ ολοκλήρου οποιαδήποτε διαδικασία, ή το κλητήριο ένταλμα, ή άλλο ενακτήριο μέσο με το οποίο έχει αρχίσει η διαδικασία, για το λόγο ότι έχει χρησιμοποιηθεί διαφορετικό ενακτήριο μέσο με την έναρξη της διαδικασίας από εκείνο που απαιτεί οποιοσδήποτε από τους παρόντες Κανονισμούς. 2. Αίτηση για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας, οποιουδήποτε βήματος που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία, ή οποιουδήποτε εγγράφου, αποφάσεως ή διατάγματος σε αυτή, λόγω παρατυπίας, δεν θα επιτρέπεται, εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού ο διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Οι προτεινόμενοι λόγοι για παραμερισμό δυνάμει του παρόντος Κανόνα, θα αναφέρονται στην αίτηση.» Διαπιστώνεται ότι ο καθ΄ου η αίτηση δεν ακολούθησε τη δυνατότητα που του παρέχει η Διάταξη 2 της Δ.64 καταχωρώντας αίτηση για παραμερισμό της διαδικασίας λόγω της διαπιστωθείσας παρατυπίας. Αντί τούτου προχώρησε με καταχώρηση ειδοποίησης περί προθέσεως ενστάσεως, προβάλλοντας ως λόγο ένστασης μεταξύ άλλων και τον λόγο αρ. 3 τον οποίο κατέγραψα στη 1η σελίδα της παρούσας. Και οι δύο πλευρές με παρέπεμψαν στο ακόλουθο απόσπασμα της υπόθεσης Καλιά κ.ά v. Δημοκρατίας κ.ά.
(1996)3 ΑΑΔ 149 όπου στις σελ. 151 -152 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Με την κατάργηση της Δ.64 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και την αντικατάσταση της με τη Δ.64 του Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικού) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1995, που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 24.02.95, η διάκριση μεταξύ άκυρης και παράτυπης διαδικασίας καταργήθηκε και η μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή την φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία. Πέραν αυτού, με τη νέα Δ.64, παρέχεται η διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο διάσωσης της παράτυπης διαδικασίας στην κατάλληλη περίπτωση. Κατά συνέπεια θέση ότι μια έφεση είναι θνησιγενής όταν κανένας από τους λόγους της δεν είναι αιτιολογημένες και επομένως δεν είναι έγκυρη, καταργήθηκε με την τροποποίηση της Δ.64, αλλά η οποιαδήποτε παρατυπία θα πρέπει να θεραπεύεται. Η θεραπεία αυτή επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και η οποιαδήποτε παρέκκλιση από τους θεσμούς θα πρέπει να αντιμετωπίζεται έγκαιρα. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση στη λήψη διορθωτικών μέτρων, τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος που αναλαμβάνει ο αιτητής να πείσει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελος του. (Βλ. μεταξύ άλλων Λοϊζου v. Χαραλάμπους άλλως Καρούσος και Άλλοι
(1996)ΑΑΔ 67, Κυπριακή Δημοκρατία v. Lion Insurance Agency Ltd
(1995)3 ΑΑΔ 338, Γιαννή v. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων κ.ά.
(995)3 ΑΑΔ 334 και Θαλασσινός v. Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(1995)3 ΑΑΔ 255). Είναι λοιπόν φανερό ότι σε περιπτώσεις που πριν την τροποποίηση της Δ.64 το δικαστήριο, με βάση τη νομολογία που ίσχυε τότε, ήταν υπόχρεο να καταλήξει ότι κάποια παράλειψη συμμόρφωσης με τους Θεσμούς οδηγούσε σε ακυρότητα, με τη νέα Δ.64 έχει διακριτική εξουσία να θεωρήσει την μη συμμόρφωση ως απλή παρατυπία, που δεν οδηγεί κατ΄ανάγκη σε ακυρότητα.» Η Διαταγή 48 Θ.1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών προνοεί τα ακόλουθα: «Κάθε αίτηση στον Πρωτοκολλητή θα πρέπει να είναι γραπτή και να αναφέρει την φύση της παράκλησης που γίνεται και να αναφέρεται στο ειδικό άρθρο του Νόμου ή τον ειδικό κανόνα του Δικαστηρίου που στηρίζεται. Αν η αίτηση στηρίζεται σε οποιαδήποτε γεγονότα που δεν υπάρχουν στα βιβλία ή τα πρακτικά του Δικαστηρίου, πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση.» Είναι γεγονός ότι η μη συμπερίληψη στο αιτητικό της λέξης «επιβάρυνση» η οποία είναι αναγκαία διότι η επιβάρυνση είναι προϋπόθεση της παροχής της θεραπείας την οποία ζητούν οι αιτητές όπως προνοείται στα άρθρα 3 - 8 του Νόμου 31(Ι)/ 1992. Θα συμφωνήσω με την πλευρά των αιτητών ότι η προσπάθεια της αποσκοπεί στο να διορθώσει και να άρει την παρατυπία διότι η μη αναγραφή της λέξης «επιβάρυνση» στο αιτητικό της αίτησης, απαραίτητη προϋπόθεση για παροχή της επιδιωκόμενης θεραπείας, και κατά παράβαση των διαλαμβανομένων στη Δ.48 Θ. 1 σύμφωνα με την οποία απαιτείται να αναφέρεται «η φύση της παράκλησης που γίνεται» την καθιστά πράγματι παράτυπη. Η λέξη «επιβάρυνση» θα έπρεπε να αποτελεί μέρος του αιτήματος των αιτητών. Επομένως είναι κατάλληλη περίπτωση να εξετασθεί κατά πόσο μπορεί να αρθεί αυτή η παρατυπία σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.64. Στην υπόθεση Wunderlich v. Παναγιώτου
(1999)1 ΑΑΔ 366 λέχθηκε ότι όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω μη συμμόρφωσης με τους θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο Inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξετασθεί από το δικαστήριο δυνάμει της Δ.64 Θ.
  1. Σε αυτό ακριβώς αποσκοπεί η παρούσα αίτηση εκ μέρους των αιτητών η οποία υποβλήθηκε πολύ νωρίς μόλις έγινε αντιληπτή η αβλεψία στην οποία οφείλεται η παρατυπία. Ένας παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.64 Θ.2 είναι κατά πόσο υπάρχει δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Παρόλο ότι υπάρχει αναφορά ως λόγου ένστασης ένας τέτοιος δυσμενής επηρεασμός εντούτοις αυτός δεν έχει εξειδικευτεί κατά τρόπο που να γίνει αντιληπτός ποιος πράγματι είναι ο δυσμενής επηρεασμός της. Πέραν όμως των πιο πάνω η ίδια πιο πάνω διαταγή είναι διατυπωμένη κατά τρόπο που να παρέχεται ευχέρεια στο Δικαστήριο να απονέμει δικαιοσύνη. Κρίνω λοιπόν ότι η έγκριση της αίτησης θα εξυπηρετήσει τον πιο πάνω σκοπό. Σε διαφορετική περίπτωση, που δεν διαταχθεί η άρση της παρατυπίας, θα συμπαρέσυρε την αρχική αίτηση σε απόρριψη, σε τέτοια όμως περίπτωση οι αιτητές θα επανέρχονταν με νέα αίτηση τους όπου θα συμπεριλάβουν και το αίτημα της «επιβάρυνσης» επομένως εύλογα θα διερωτάτο κάποιος ποιο το κέρδος στην απονομή της δικαιοσύνης. Σ΄αυτό το σημείο νομίζω ότι αξίζει να ανατρέξω, και τέτοια ευχέρεια παρέχεται εφόσον η παρούσα αίτηση ερείδεται και επί της δικογραφίας, στο φάκελο της υπόθεσης και να κάνω μια σύντομη καταγραφή της πορείας της υπόθεσης, όπως φαίνεται από έγγραφα σ΄αυτόν εφόσον τον Σεπτ. 2013 ανοίχθηκε νέος υποκατάστατος φάκελος, για να καταδειχθεί η κατάληξη μου ότι εξυπηρετείται η απονομή της δικαιοσύνης με την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ του αιτήματος. Η αγωγή εγέρθηκε το
  2. Η απόφαση εκδόθηκε μόλις την 9.11.2012 εναντίον του εναγομένου και αφορούσε το ποσό των €75.000,00 ποσό που έφερε τόκο 8% ετησίως από 5.6.2007 μέχρι 14.10.08 και ακολούθως με τόκο προς 5,5% ετησίως από 15.10.08 μέχρις εξοφλήσεως πλέον τα έξοδα €9.102,00 ως έξοδα της απόφασης με τόκο 8% ετησίως επί ποσού €9.043,00 από 5.06.2007 μέχρι 14.10.08 και ακολούθως με τόκο προς 5,5% ετησίως από 15.10.08 μέχρι εξοφλήσεως πλέον Φ.Π.Α. επί ποσού €8.698,
  3. Έκτοτε λήφθηκαν διάφορα μέτρα εκτέλεσης τα οποία απέβησαν ατελέσφορα με τα συνεπαγόμενα έξοδα να επιβαρύνουν τους εναγόμενους. Είναι γι΄αυτόν τον λόγο που οι ενάγοντες/ αιτητές προχώρησαν με αίτηση αρχικά ακύρωσης της μεταβίβασης μετοχών εταιρείας εκ μέρους του 1ου εναγομένου στον γιο του Κώστα Γρηγορίου η οποία είχε γίνει με σκοπό την παρεμπόδιση ή και καθυστέρηση των εναγόντων να εισπράξουν το ποσό που δικαιούνται από την απόφαση, κάτι που πέτυχε μετά από ακρόαση της αίτησης και ακολούθως με την παρούσα αίτηση αιτείται πλέον την επιβάρυνση τους και ακολούθως την πώληση, διάθεση ή ρευστοποίηση τους. Η πορεία της υπόθεσης επιτείνει την πιο πάνω πεποίθηση μου ότι η έγκριση της αίτησης θα συμβάλει στην απονομή της δικαιοσύνης και καθόλου δεν προκαλεί δυσμενή επηρεασμό για τον καθ΄ού η αίτηση. Προβλήθηκε ως λόγος ένστασης ότι η ενόρκως δηλούσα κ.Κατερίνα Κονναρή, η οποία υποστηρίζει την παρούσα αίτηση, δεν είναι σε θέση να γνωρίζει προσωπικά ως ισχυρίζεται τα γεγονότα τα οποία αναφέρει στην ένορκη δήλωση της και ότι δεν αποκαλύπτει από ποιόν έχει εξουσιοδοτηθεί για να προχωρήσει στην ένορκη της δήλωση. Το περιεχόμενο όμως της ένορκης δήλωσης της κ. Κονναρή όπως την κατέγραψα πιο πάνω στη σελ. 2 της παρούσας δείχνει ακριβώς το αντίθετο. Κρίνω ότι αυτή συνάδει με τους Κανονισμούς και καλύπτει όλα τα ζητήματα για τα οποία κλήθηκε να καταθέσει ενόρκως. Σημειώνω ότι δεν είναι η έκταση μιας ένορκης δήλωσης και η επανάληψη ισχυρισμών και θέσεων που έχει σημασία για την αξιολόγηση της αλλά η ουσία του λόγου που εκπέμπει. Η λιτότητα του λόγου προκρίνεται από τη νομολογία μας. Τα όσα ενόρκως υποστηρίζει η κ. Κονναρή με την ένορκη δήλωση της προέρχονται από τον φάκελο της υπόθεσης όπως δηλώνει και από πληροφόρηση από τον δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση, επομένως καταδεικνύεται επαρκώς η γνώση της και από πού προέρχεται. Ως εκ της ιδιότητας της είναι σε θέση να καλύψει με την ένορκη δήλωση της το μόνο ζήτημα που επιδιώκεται με την παρούσα αίτηση που είναι η άρση της παρατυπίας η οποία οφείλεται σε αβλεψία κατά τη σύνταξη της αίτησης. Δηλώνει δε δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση, και αυτή την εξουσιοδότηση ασφαλώς και είναι αυτονόητο ότι θα την έλαβε από τους αιτητές εφόσον δηλώνει «δεόντως» εξουσιοδοτημένη. Διερωτάται κάποιος από ποιους άλλους θα λάμβανε τέτοια εξουσιοδότηση. Η ρητή αναφορά σε αυτούς δεν θα πρόσθετε κατά την γνώμη μου τίποτε. Τα όσα αναφέρει δικαιολογεί το αίτημα το οποίο κρίνεται ως εύλογο καλόπιστο και νόμιμο. Επομένως οι αιτιάσεις και η επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε γι΄αυτό το ζήτημα όπως και το ότι θα αλλάξει πλήρως η βάση της αίτησης δεν έχουν έρεισμα. Χωρίς την προσθήκη της λέξης «επιβάρυνση» η αίτηση δεν έχει καμιά βάση. Τέλος, σε σχέση με τον ισχυρισμό περί κατάχρησης της διαδικασίας εκ μέρους των αιτητών κρίνω ότι δεν προκύπτει από τον όλο χειρισμό της αίτησης και τον χρόνο που αυτή καταχωρήθηκε κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών ούτε και παραβίαση οποιωνδήποτε δικαιωμάτων του καθ΄ου η αίτηση και επομένως ούτε αυτός ο λόγος ένστασης έχει έρεισμα. Καταλήγω να εγκρίνω την αίτηση και να διατάξω όπως αρθεί η παρατυπία στη βάση της Διαταγής 64 με την προσθήκη στο λεκτικό της παραγράφου 1 της αίτησης της λέξης «επιβάρυνση» όπως καθορίζεται στην αίτηση. Κρίνω δίκαιο να μην εκδώσω καμιά διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπ.)............................................... Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.