PRIME INSURANCE CO LTD ν. Γεώργιος Νεοπτολέμου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1850/2014, 3/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A233 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Φιλίππου, A. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1850/2014 Μεταξύ: PRIME INSURANCE CO LTD Ενάγουσας - Αιτήτριας - και -
- Γεώργιος Νεοπτολέμου
- Δήμητρα Νεοπτολέμου Εναγομένων - Καθ' ών η Αίτηση Ημερομηνία: 3 Νοεμβρίου, 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: Η κα Χρίστια Μιτσίδου για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. στην εκφώνηση της απόφασης ο κ. Γ. Γεωργίου Για την Εναγόμενη 2 - Καθ'ης η αίτηση: Ο κ. Χρ. Πουτζιουρής για Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. στην εκφώνηση της απόφασης η κα Σάββια Γεωργίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Σε αίτηση με ημερομηνία 22.
- 2014 για έκδοση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων εναντίον της εναγομένης 2 - καθ΄ης η αίτηση) Η ΑΞΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ ΣΤΗΝ ΑΓΩΓΗ ΤΗΣ: Η ενάγουσα - αιτήτρια (στη συνέχεια «η αιτήτρια» στα πλαίσια της παρούσας αγωγής αξιώνει εναντίον των εναγομένων δηλωτική και/ή αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου και ακολούθως απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα δικαιούται να ανακτήσει από τους εναγόμενους 1 και 2 ή όπως οι εναγόμενοι καταβάλουν στον ενάγοντα οποιονδήποτε ποσό το οποίο θα υποχρεωθεί με βάση τις διατάξεις του Νόμου να πληρώσει στον ενάγοντα στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας υπ΄αριθμό 1183/2014, οποιονδήποτε ποσόν ενδεχόμενα να υποχρεωθεί στο μέλλον με βάση τις διατάξεις του Νόμου να καταβάλει ως αποζημιώσεις στους διαχειριστές της περιουσίας της Μυρούλλας Άσπρου σε σχέση με τον θάνατο της συνεπεία του ατυχήματος που επισυνέβη κατά ή περί την
- 08.2011 καθ΄ον χρόνον ο εναγόμενος 1 οδηγούσε το ασφαλισμένο αυτοκίνητο της εναγομένης 2 και το ποσό των €8,373 το οποίο η ενάγουσα κατέβαλε για την επιδιόρθωση των ζημιών του ασφαλισμένου αυτοκινήτου. ΤΑ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΙΤΕΙΤΑΙ Η ΑΙΤΗΤΡΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ: Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της πιο πάνω αγωγής της ήτοι την 22.07.2014, η αιτήτρια καταχώρησε και μονομερή αίτηση για έκδοση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων μέχρι νεωτέρας διαταγής του δικαστηρίου και ή μέχρι την έκδοση απόφασης στην παρούσα αγωγή εναντίον της εναγομένης 2 - καθ΄ης η αίτηση (στη συνέχεια «η καθ΄ης η αίτηση»). Ο αδελφός δικαστής που είχε εξετάσει το αίτημα ενέκρινε την αίτηση μονομερώς και την ίδια ημέρα εξέδωσε προσωρινά διατάγματα ως τα αιτητικά (α) και (β) της αίτησης τα οποία αφορούσαν την απαγόρευση στην καθ΄ης η αίτηση ή των εκπροσώπων της ή των πληρεξούσιων αντιπροσώπων της να αποξενώσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή πωλήσουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή επιβαρύνουν τα μερίδια ιδιοκτησίας της σε δύο ακίνητα της το ένα στο χωριό Αραδίππου και το άλλο στο χωριό Σκαρίνου της Επαρχίας Λάρνακας. Μετά που εξασφαλίστηκε διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης και επίδοσης όλων των σχετικών δικογράφων και του εκδοθέντος διατάγματος στην καθ΄ης η αίτηση, αυτή καταχώρησε ειδοποίηση περί της πρόθεσης της να ενστεί. Η ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ: Η αίτηση βασίζεται στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, Άρθρα 29
(1)(γ),31 και 32, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 Άρθρα 4,5 και 9, στο κοινοδίκαιο και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ.Θ. 1,2,3,8,9, 11 και 12 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ: Την αίτηση υποστηρίζει με την ένορκη δήλωση της η κ. Στέλλα Αναστάση η οποία είναι νομικός και εργάζεται σαν Νομικός Σύμβουλος στο τμήμα αποζημιώσεων του Γενικού Κλάδου της αιτήτριας και τα όσα δηλώνει προέρχονται από προσωπική της γνώση και από πληροφορίες που έχει αντλήσει από έρευνες που έχει κάνει από τα έγγραφα που περιέχονται τον σχετικό φάκελο που τηρεί η αιτήτρια και αφορά την υπόθεση αυτή. Αναφέρεται στην ιδιότητα της αιτήτριας ως ασφαλιστικής εταιρείας η οποία παρείχε περιεκτική ασφαλιστική κάλυψη σε σχέση με την οδήγηση του από την καθ΄ης η αίτηση και προς οποιονδήποτε οδηγό ηλικίας μεταξύ 23 - 70 ετών κάτοχο κανονικής άδειας οδήγησης πέραν των 2 ετών. Στις 13.08.2011 και περί ώρα 23:45 ο εναγόμενος 1 εν γνώσει και με την συγκατάθεση της καθ΄ης η αίτηση και κατά παράβαση του ασφαλιστηρίου ήτοι υπό την επήρεια αλκοόλης οδηγούσε το ασφαλισμένο αυτοκίνητο στη Λάρνακα και παρέσυρε και τραυμάτισε θανάσιμα την πεζή Μυρούλλα Άσπρου και τραυμάτισε σοβαρά τον σύζυγο της Μάμα Άσπρου. Οι εναγόμενοι υπέβαλαν στην αιτήτρια έντυπο απαίτησης σε σχέση με το ατύχημα στο οποίο απέκρυψαν ότι ο εναγόμενος 1 κατά το χρόνο του ατυχήματος οδηγούσε το ασφαλισμένο αυτοκίνητο υπό την επήρεια αλκοόλης και η αιτήτρια βασιζόμενη στην εν λόγω δήλωση τους προχώρησε στην επιδιόρθωση του αυτοκινήτου καταβάλλοντας συνολικό ποσό €8.373,00. Εναντίον του εναγομένου 1 καταχωρήθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας η ποινική υπόθεση με αριθμό 14681/11 με τις κατηγορίες της οδήγησης καθ΄ον χρόνο η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του υπερέβαινε το καθορισμένο όριο και της πρόκλησης θανάτου λόγω απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης και στις 10.12.2013 μετά από ακροαματική διαδικασία βρέθηκε από το δικαστήριο ένοχος και στην συνέχεια καταδικάστηκε σε φυλάκιση. Με βάση τον όρο 8 των Γενικών Εξαιρέσεων Μέρος 4 του ασφαλιστηρίου η εταιρεία δεν θα έχει ευθύνη να παρέχει κάλυψη μεταξύ άλλων: «στον οδηγό, αν αυτός βρίσκεται υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών, φαρμάκων ή ναρκωτικών και στον ασφαλισμένο, αν αυτός γνώριζε ότι ο οδηγός βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών, φαρμάκων ή ναρκωτικών και ο οδηγός αυτός καταδικάστηκε...» Με βάση σχετικό όρο του ασφαλιστηρίου με τίτλο ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΟΡΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΝΑΚΤΗΣΗΣ, σε περίπτωση που η ενάγουσα καταβάλει οποιοδήποτε ποσό βάση των διατάξεων του Νόμου το οποίο δεν θα ήταν υπόλογη να καταβάλει δυνάμει των όρων του ασφαλιστηρίου, τότε ο ασφαλιζόμενος και/ή ο οδηγός οφείλει να επιστρέψει το ποσό αυτό στην ενάγουσα και η ενάγουσα δικαιούται να το ανακτήσει από τον ασφαλιζόμενο και/ή τον οδηγό. Το ίδιο δικαίωμα ανάκτησης έχει η ενάγουσα με βάση την πιο πάνω πρόνοια του ασφαλιστηρίου και σε περίπτωση που καταβάλει οποιοδήποτε ποσό δυνάμει οποιασδήποτε συμφωνίας που βρίσκεται σε ισχύ: (α) Μεταξύ της κυβέρνησης και του Ταμείου Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων ή (β) Μεταξύ της ενάγουσας και του εν λόγω Ταμείου ή (γ) Μεταξύ της ενάγουσας και των άλλων ασφαλιστικών εταιρειών μελών του εν λόγω Ταμείου ή (δ) Μεταξύ του Κυπριακού Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης και οποιουδήποτε Αλλοδαπού Γραφείου ή Γραφείων Διεθνούς Ασφάλισης και το οποίο η αιτήτρια δεν θα ήταν διαφορετικά υπόλογη να καταβάλει δυνάμει του ασφαλιστηρίου. Με βάση το άρθρο 14
(5)του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου 96
(1)/2000 όπως έχει τροποποιηθεί: Σε περίπτωση που ασφαλιστής καθίσταται υπόχρεος δυνάμει των διατάξεων του άρθρου αυτού να πληρώσει οποιονδήποτε ποσόν σε σχέση με ευθύνη προσώπου που δεν καλύπτεται από ασφαλιστήριο δικαιούται να ανακτήσει το ποσό αυτό από (α) τέτοιο πρόσωπο ή (β) από οποιονδήποτε άλλο πρόσωπο που - (ι) καλύπτεται από το ασφαλιστήριο, σύμφωνα με τους όρους του οποίου η ευθύνη θα καλυπτόταν αν το ασφαλιστήριο παρείχε σε οποιοδήποτε πρόσωπο, και που (ιι) προκάλεσε ή επέτρεψε την χρήση του μηχανοκινήτου που δημιούργησε την ευθύνη. Κατά ή περί την 9.05.2014 ο Μάμας Άσπρου καταχώρησε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας την αγωγή με αριθμό 1183/2014 εναντίον του εναγομένου 1 και της ενάγουσας με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις στην κλίμακα €100.000 - €500.000 για σωματικές βλάβες και ζημιές που έχει υποστεί συνεπεία του δυστυχήματος που προκάλεσε ο εναγόμενος
- Περαιτέρω οι διαχειριστές της περιουσίας της αποβιώσασας Μυρούλλας Άσπρου έχουν υποβάλει με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 10.
- 14 στην αιτήτρια απαίτηση εκ μέρους του συζύγου της και των κληρονόμων και/ή εξαρτωμένων της η οποία ανέρχεται στο ποσό των €255,200 σε σχέση με τον θάνατο της. Πιστεύει από νομική συμβουλή που έχει από τους δικηγόρους της ενάγουσας και ειλικρινά πιστεύει ότι η αιτήτρια με βάση τις σχετικές πρόνοιες του ασφαλιστηρίου και/ή τις πρόνοιες του άρθρου 14 παράγραφος 5 του Νόμου δικαιούται να ανακτήσει από τους εναγόμενους οποιοδήποτε ποσό τυχόν διαταχθεί από το Δικαστήριο να καταβάλει στον ενάγοντα στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας υπ΄αριθμό 1183/204 και οποιοδήποτε ποσόν ενδεχόμενα να υποχρεωθεί στο μέλλον να καταβάλει σε σχέση με τον θάνατο της Μυρούλλας Άσπρου, όπως επίσης και το ποσό των €8.373,00 που κατέβαλε για την επιδιόρθωση του ασφαλισμένου αυτοκινήτου. Στην συνέχεια περιγράφει τα δύο ακίνητα ιδιοκτησίας της καθ΄ης η αίτηση στα οποία δεν υπάρχουν εγγεγραμμένες επιβαρύνσεις, τα οποία μπορεί σε μεταγενέστερο στάδιο και εφόσον εκδοθεί εναντίον της απόφαση από το Δικαστήριο να εκποιηθεί προς ικανοποίηση της και/ή την ικανοποίηση μέρους αυτής. Ο εναγόμενος 1 από έρευνες που έχουν κάνει πληροφορήθηκαν ότι δεν είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης οποιασδήποτε ακίνητης περιουσίας και ότι τόσο αυτός όσο και η καθ΄ης η αίτηση δεν εργάζονται και δεν έχουν οποιαδήποτε πηγή εισοδήματος στην Κύπρο. Αυτοί ήταν κάτοικοι Αγγλίας και ήρθαν στην Κύπρο τα τελευταία χρόνια και δεν γνωρίζει αν διαθέτουν οποιαδήποτε περιουσία ή πηγή εισοδήματος στην Αγγλία. Από τα πιο πάνω γεγονότα και από τα επισυνημμένα τεκμήρια - η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζοντας τα πιο πάνω γεγονότα επεσύναψε στην ένορκη δήλωση της συνολικά 10 συνολικά τεκμήρια - όπως συμβουλεύεται τους δικηγόρους της και πιστεύει ειλικρινά προκύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, με σοβαρές πιθανότητες η ενάγουσα να δικαιούται στις θεραπείες που αξιώνει με την αγωγή της. Από την κλίμακα της αγωγής του Μάμα Άσπρου και τα στοιχεία με τα οποία την έχουν εφοδιάσει οι δικηγόροι του σε προγενέστερο της καταχώρησης της στάδιο και από τεκμηριωμένη γραπτή απαίτηση των δικηγόρων της αποβιώσασας Μυρούλλας Άσπρου προκύπτει ότι η αιτήτρια θα υποχρεωθεί να πληρώσει προς αυτούς ένα ποσό που κατά την εκτίμηση της και την εκτίμηση των δικηγόρων της αιτήτριας πιθανόν να υπερβεί συνολικά τις €300.
- Ένεκα του μεγάλου ποσού που πολύ πιθανόν να υποχρεωθεί η ενάγουσα να πληρώσει δυνάμει του Νόμου, του γεγονότος ότι υπάρχουν αυξημένες πιθανότητες η ενάγουσα να επιτύχει στην αγωγή της και της ορατής πιθανότητας η εναγόμενη 2 να προχωρήσει με την αποξένωση των ακινήτων που είναι εγγεγραμμένα στο όνομα της μόλις της επιδοθεί η αγωγή, με σκοπό την αποφυγή εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της και/ή για να καταστήσει αδύνατη την εκτέλεση της οποιασδήποτε απόφασης τυχόν εκδοθεί εναντίον της στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, πιστεύει ότι είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα ούτως ώστε να είναι κατορθωτή η απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο και η εκτέλεση της οποιασδήποτε απόφασης στην παρούσα αγωγή. Πιστεύει ειλικρινά ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα είναι πολύ πιθανόν ότι δεν θα μπορεί να απονεμηθεί μελλοντικά ουσιαστική δικαιοσύνη υπό την έννοια ότι η ενάγουσα δεν θα είναι σε θέση να εκτελέσει και θα αποστερηθεί τους καρπούς της απόφασης που θα εκδοθεί εναντίον της και θα υποστεί με αυτό τον τρόπο ανεπανόρθωτη ζημιά, ενώ σε περίπτωση έκδοσης του η εναγόμενη 2 δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά. ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΕΝΣΤΑΣΗΣ: Η καθ΄ης η αίτηση την 11.03.2015 καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους:
- Η αίτηση ημερομηνία 22.07.2014 είναι ουσία και νόμω αβάσιμη και δεν στηρίζεται στην σωστή νομική βάση.
- Δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του Νόμου και της Νομολογίας για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Οι αιτητές - ενάγοντες δεν προσήλθαν ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια και απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα τα οποία έπρεπε να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Τα εκδοθέντα διατάγματα των εναγόντων - αιτητών στερούνται νομικού και πραγματικού ερείσματος.
- Οι ενάγοντες - αιτητές δεν αποκαλύπτουν οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της εναγομένης / καθ΄ης η αίτηση
- Η αγωγή εναντίον της εναγόμενης / καθ΄ης η αίτηση 2 είναι πρόωρη και καμιά θεραπεία δεν μπορεί να αποδοθεί από το Σεβαστό Δικαστήριο.
- Υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της επίδικης αίτησης από τους ενάγοντες/ αιτητές και δεν δίδεται καμία εξήγηση για την εν λόγω καθυστέρηση.
- Η αίτηση των εναγόντων - αιτητών είναι ελαττωματική και/ή παράτυπη και/ή άκυρη και/ή αντικανονική και δεν βασίζεται στην σωστή νομική βάση και/ή στον σωστό τύπο και θα πρέπει να απορριφθεί.
- Η αίτηση των εναγόντων - αιτητών στερείται του αναγκαίου πραγματικού υπόβαθρου για την χορήγηση του ζητούμενου διατάγματος εφόσον δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση σύμφωνα με την Δ.
- Οι ενάγοντες - αιτητές δεν έχουν αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη στοιχεία και/ή γεγονότα και/ή έχουν προβάλει ανακρίβειες στην αίτηση τους και ή παραπλάνησαν το Δικαστήριο στην έκδοση των επίδικων διαταγμάτων.
- Στην αίτηση και στην ένορκο δήλωση που την υποστηρίζει δεν υπάρχουν γεγονότα που να δείχνουν το κατεπείγον ή άλλη ιδιαίτερη περίσταση ούτως ώστε οι ενάγοντες - αιτητές να νομιμοποιούνται και να ζητούν από το Δικαστήριο να εκδώσει τα διατάγματα μονομερώς.
- Στην αίτηση ή στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει οι αιτητές δεν καταδεικνύουν με γεγονότα ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ: Η ένσταση βασίζεται στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρα 29,30,32, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 άρθρα 4,5,6,7,8 και 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2, Δ.9, Δ.39 Θ.Θ. 1 και 2 και 3, Δ.48 Θ.Θ. 1,2,3,4,8, και 9, Δ.64 και άρθρο 30
(1),
(2)και
(3)του Κυπριακού Συντάγματος, τις Αρχές της Φυσικής Δικαιοσύνης και επί της συμφυούς εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου. ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΤΗΣ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ: Η ένσταση υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση στην οποία προέβη η ίδια η καθ΄ης η αίτηση όπου δηλώνει ότι γνωρίζει προσωπικά όλα τα γεγονότα τα οποία αναφέρει στην ένορκη δήλωση της, έχει θετική γνώση γι΄αυτά και από πληροφορίες από τον φάκελο της δικογραφίας και όσον αφορά νομικές συμβουλές τις έλαβε από τον δικηγόρο της κ. Χρίστο Πουτζιουρή. Όπου αντλεί γνώση από τρίτα πρόσωπα τα κατονομάζει. Αρνείται όλους μαζί και κάθε ένα ξεχωριστά όλους τους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας που περιέχονται σε αυτές, πλην εκείνων των ισχυρισμών που ρητά και ειδικά παραδέχεται όπως είναι αυτούς των παρ. 2,3,4 και 5 της ένορκης δήλωσης της κ. Στέλλας Αναστάση. Αρνείται επίσης την νομική βάση της αίτησης και τα αιτούμενα διατάγματα και θέτει την αιτήτρια σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. Ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος 1 ήταν δικαιούχος και ασφαλισμένος οδηγός σύμφωνα με τους όρους του επίδικου ασφαλιστηρίου εφόσον είχε άδεια οδήγησης πέραν των δύο ετών και ήταν ηλικίας 66 ετών περίπου κατά την ημερομηνία του επίδικου δυστυχήματος. Γνωρίζει ότι την 13.08.2011 ο εναγόμενος 2 ενεπλάκη σε θανατηφόρο δυστύχημα όμως όπως την έχει πληροφορήσει ο ίδιος το δυστύχημα δεν οφειλόταν στην δική του αμέλεια και ούτε η ανίχνευση αλκοόλης στο σώμα του ήταν η αιτία της πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος. Η ίδια κατά τους ουσιώδεις επίδικους χρόνους του δυστυχήματος ήταν στην Αγγλία και δεν μπορούσε να έχει τη γνώση την οποία της αποδίδουν οι ενάγοντες για την δήθεν οδήγηση του επίδικου αυτοκινήτου από τον εναγόμενο 1 με την επήρεια αλκοόλης και ούτε είχε τέτοια γνώση. Ο εναγόμενος 1 που είναι ο σύζυγος της και είναι σε διάσταση οδηγούσε το επίδικο όχημα πριν το επίδικο γεγονός με την γνώση των εναγόντων και των αντιπροσώπων τους και καλυπτόταν από την επίδικη ασφάλιση της εφόσον όταν έγινε το επίδικο δυστύχημα ήταν 66 χρονών και είχε Κυπριακή άδεια οδήγησης από την 1.03.2000 και από το 1964 έχει αγγλική άδεια οδήγησης. Ισχυρίζεται ότι με την ένορκη δήλωση της η κ. Στέλλα Αναστάση προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο επειδή η απαίτηση που έχει υποβάλει σχετίζεται και με την κακόβουλη βλάβη που επέφεραν στο επίδικο όχημα άγνωστοι παριστάμενοι μετά το επίδικο ατύχημα όπως αναφέρεται και στο σχετικό τεκμήριο που έχουν οι ίδιοι παρουσιάσει. Επίσης από ότι την έχει πληροφορήσει ο εναγόμενος 1 από την πρώτη στιγμή πληροφόρησε τους αντιπροσώπους των εναγόντων για το όλο δυστύχημα και για την ανίχνευση στο σώμα του αλκοόλης από την Αστυνομία και ήταν σε γνώση της ασφαλιστικής όπως δείχνουν και τα έγγραφα που έχει επισυνάψει στην αίτηση. Ισχυρίζεται ότι υπήρξε απόκρυψη και σε σχέση με το πράγματι καταβληθέν ποσό εκ μέρους της αιτήτριας για τις επιδιορθώσεις του οχήματος εφόσον απεκόπη δύο φορές το excess εφόσον η απαίτηση τους διαχωρίστηκε στα δύο μια για το δυστύχημα και μια για τις κακόβουλες ζημιές στο όχημα από άγνωστους παρισταμένους η μια αποκοπή αφορούσε το ποσό των €200.00 και η άλλη το ποσό των €400.
- Επομένως υπήρξε παραπλάνηση του Δικαστηρίου όταν εξέδιδε μονομερώς τα προσωρινά διατάγματα. Ισχυρίζεται ότι εφόσον η ασφάλεια της ήταν περιεκτική και την καλύπτει και για ζημιές άλλων οδηγών που οδηγούν το αυτοκίνητο της εφόσον καλύπτονται από το επίδικο ασφαλιστικό συμβόλαιο όπως καλυπτόταν και ο εναγόμενος
- Ούτε και η καταδίκη του εναγομένου 1 την δεσμεύει και ούτε προσθέτει στην υπόθεση των εναγόντων εναντίον της. Η αιτήτρια δεν έχει κανένα αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της και δεν είναι υπόλογη ή υπεύθυνη για τις πράξεις και παραλείψεις του εναγόμενου 1 εφόσον ούτε αντιπρόσωπος της ήταν ούτε και εργοδοτούμενος της αλλά ούτε και με βάση τις πρόνοιες που παρέθεσε η κ. Αναστάση στην ένορκη δήλωση της η αιτήτρια κέκτηται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της. Αγνοεί επίσης την ύπαρξη της αγωγής 1183/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Οι αιτητές προσπαθούν να της αποδώσουν εκ προστήσεως ευθύνη χωρίς να έχει τέτοια ευθύνη. Η πληρωμή του ποσού των €8.373,00 καλώς έγινε εφόσον οι ζημιές του οχήματος μεταξύ άλλων είχαν και άλλη προέλευση και όχι μόνο από το επίδικο δυστύχημα. Σε σχέση δε με την αξία των ακινήτων τα οποία επιδιώκει η αιτήτρια να δεσμεύσει μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής ισχυρίζεται ότι με βάση τις αξίες της που προσέδωσε το κτηματολόγιο για την 1.01.2013 αυτή ανέρχεται για μεν το ένα κτήμα στην Αραδίππου στο ποσό των €476,000 για δε το άλλο στη Σκαρίνου στο ποσό των €98.
- Ισχυρίζεται ότι έχει εργασία και εισοδήματα από την εργασία της στην Αγγλία. Ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας της αιτήτριας στην αγωγή της και ότι η αγωγή είναι πρόωρη και αναφέρεται σε πιθανό μελλοντικό δικαστικό αποτέλεσμα για ζημιές και απαιτήσεις που μπορεί να είναι θετικό ή και αρνητικό για την αιτήτρια και αναφέρεται σε ζημιές οι οποίες δεν έχουν ακόμα αποκρυσταλλωθεί. Δεν συνέτρεχε η προϋπόθεση του κατεπείγοντος όταν εκδόθηκαν μονομερώς τα διατάγματα καθώς δεν είναι αληθής ο ισχυρισμός ότι θα αποξένωνε τα κτήματα της όταν θα πληροφορείτο για την έγερση της αγωγής. Επικαλείται καθυστέρηση στην καταχώρηση της επίδικης αίτησης. Ότι η αίτηση δεν είναι σύμφωνη με την Δ.39 καθώς η ένορκη δήλωση είναι προχρονολογημένη της καταχώρησης της επίδικης αίτησης και της ίδιας της αγωγής και επομένως δεν θα μπορούσε να την υποστηρίξει. Για τους πιο πάνω λόγους αιτείται την απόρριψη της αίτησης και την ακύρωση της των εκδοθέντων μονομερώς διαταγμάτων. ΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΣΤΙΣ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΕΝΟΡΚΕΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ: Μετά που οι δύο πλευρές συμφώνησαν και επέτρεψε το Δικαστήριο καταχωρήθηκαν συμπληρωματικές δηλώσεις από τα ίδια πρόσωπα που είχαν ορκισθεί και αρχικά δηλαδή την κα Στέλλα Αναστάση από πλευράς της αιτήτριας και από την ίδια την καθ΄ης η αίτηση. Η πλευρά της αιτήτριας στην δική της συμπληρωματική ένορκη δήλωση διαψεύδει τον ισχυρισμό της καθ΄ης η αίτηση ότι από την πρώτη στιγμή ενημέρωσε τους αντιπροσώπους της ενάγουσας ότι ανιχνεύτηκε στο αίμα του από την αστυνομία αλκοόλη και ότι στο έντυπο απαίτησης το οποίο υπέβαλε 13 ημέρες μετά το δυστύχημα δεν κάμνει αναφορά σε αυτό το γεγονός και ότι η αιτήτρια πληροφορήθηκε για πρώτη φορά γι΄αυτό πολύ αργότερα όταν έλαβε την αστυνομική έκθεση γι΄αυτό και τρεις και πλέον μήνες μετά το δυστύχημα προχώρησαν και πλήρωσαν τις ζημιές του αυτοκινήτου της καθ΄ης η αίτηση τις οποίες δεν θα πλήρωσαν αν γνώριζαν ότι ο εναγόμενος 1 οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης. Αρνείται ότι παραπλάνησε το Δικαστήριο σε σχέση με δήθεν απόκρυψη του γεγονότος ότι το ποσό που χρειάστηκε να πληρώσει για την επιδιόρθωση του αυτοκινήτου αφορούσε δύο απαιτήσεις εκ των οποίων η μια αφορά κακόβουλη ζημιάς. Αν και στο έντυπο απαίτησης αναφερόταν αυτό το γεγονός εντούτοις δεν ήταν δυνατόν να διαχωριστούν αυτές οι ζημιές και η πληρωμή που έγινε ήταν για όλες τις ζημιές. Το δε γεγονός αυτό δεν ενέχει οποιαδήποτε σημασία εφόσον και η κακόβουλη ζημιά προκλήθηκε συνεπεία του δυστυχήματος στο οποίο υπέπεσε ο εναγόμενος 2 ο οποίος βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλης κατά παράβαση του ασφαλιστηρίου και έτσι η ενάγουσα ενώ είχε δικαίωμα να μη πληρώσει για αυτές τις ζημιές τώρα έχει δικαίωμα να ανακτήσει το ποσό που κατέβαλε. Σε κάθε περίπτωση δεν αφορά την κύρια αξίωση της αιτήτριας στην αγωγή αλλά ένα πολύ μικρό συγκριτικά με το σύνολο των ποσών που θα κληθεί να πληρώσει και επομένως εκτός του ότι καλόπιστα δεν έγινε αναφορά στα πιο πάνω και όχι απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος το οποίο αν είχε τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου ενδεχόμενα να επηρέαζε την κρίση του. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της η καθ΄ης η αίτηση υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της στην προηγούμενη ένορκη δήλωση της και αρνείται και δεν παραδέχεται όσα συμπληρωματικά δηλώνει η κα Αναστάση. Καταγράφω τους ουσιώδεις ως προς την παρούσα αίτηση ισχυρισμούς της. Η Αστυνομική Έκθεση στην οποία γίνεται αναφορά για την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης είχε σταλεί στην Στέλλα Αναστάση από τον δικηγόρο Πετουφά την 2.10.2012 και έτσι καταρρίπτονται οι ισχυρισμοί της όταν εξασφάλισε μονομερώς διάταγμα από το Δικαστήριο ισχυριζόμενη ότι έλαβε γνώση του θέματος αυτού μόλις καταχωρήθηκαν οι αγωγές εναντίον τους. Επίσης η αιτήτρια ως εναγόμενη 2 καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή 1183/2014 ήδη από την 30.05.
- Επίσης η αιτήτρια είναι εναγόμενη και στην αγωγή 1923/
- Υπάρχει κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας την οποία το Δικαστήρθιο μπορεί να καταστείλει σε οποιοδήποτε στάδιο ακόμα και αυτεπάγγελτα καθώς θα μπορούσαν στις πιο πάνω αγωγές να καταστήσουν τριτοδιάδικο και ως εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη την καθ΄ης αίτηση με σκοπό τον περιορισμό των εξόδων και του δικαστικού χρόνου και όχι να καταχωρήσουν ξεχωριστή αγωγή. Σε σχέση με την καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας μονομερούς αίτησης ισχυρίζεται ότι η αιτήτρια γνώριζε τα γεγονότα εδώ και χρόνια ή μήνες και πέρασαν σχεδόν δύο μήνες αφότου καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης την 30.05.2014 στην αγωγή 1183/2014 χωρίς να δώσει οποιαδήποτε δικαιολογία γι΄αυτή την καθυστέρηση. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι συνήγοροι που εμφανίζονται και για τις δύο πλευρές δήλωσαν ότι δεν επιθυμούσαν την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων και έτσι η αίτηση προχώρησε με τις αγορεύσεις τους όπου μετά από άδεια του Δικαστηρίου κατατέθηκαν γραπτώς και όπου υποστήριξαν και ανέλυσαν ο καθένας σε έκταση και εμπεριστατωμένα τις θέσεις τους σε αναφορά στους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στις ένορκες δηλώσεις και στα τεκμήρια που τις συνοδεύουν και αναπτύσσοντας ικανή νομική επιχειρηματολογία που συνηγορεί κατά την εισήγηση τους υπέρ των θέσεως τους. Οι εισηγήσεις τους λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και όπου χρειαστεί στη συνέχεια κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει θα γίνει αναφορά σε επιμέρους πτυχές της. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΠΡΟΣΩΡΙΝΩΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΩΝ: Θα προσπαθήσω να συνοψίσω τις αρχές που ακολουθούνται από τα Δικαστήρια μας σε αυτής της φύσης τα αιτήματα και κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει θα γίνεται όπου κρίνεται σκόπιμο και περαιτέρω παραπομπή σε σχετική νομολογία και αυθεντίες και σε πρωτόδικες αποφάσεις όπου αναλύονται παρόμοια ζητήματα σε πλείστες εκ των οποίων είχαν την καλοσύνη να με παραπέμψουν και να με εφοδιάσουν με αυτές οι ευπαίδευτοι συνήγοροι. Το άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, εφαρμόζεται εκεί που η έκδοση συντηρητικού διατάγματος έχει σκοπό την προστασία της περιουσίας που είναι αντικείμενο της αγωγής (Βλ. Cyprus Palestine Plantation Co Ltd v. Oliver & Co (Cyprus) Ltd 16 C.L.R. 122). Το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 αποτελεί το υπόβαθρο αιτήσεων που υποβάλλονται μονομερώς (βλ. σχετικά Τσιαντή v. Hellenic Bank (Investments) Ltd,
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 2029). Η έκδοση προσωρινού διατάγματος με μονομερή αίτηση δεν παρέχει οποιοδήποτε ουσιαστικό ή δικονομικό πλεονέκτημα στον αιτητή, ο οποίος βαρύνεται κατά την ακρόαση να τεκμηριώσει το αίτημα του για την παροχή θεραπείας (βλ. Vuitton v. Dermosak Ltd k.a.,
(1992)1 (B) A.A.Δ. σελ. 1453). Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς (δέστε Demades v. Studio,
(1996)1 A.A.Δ. 799 και Αίτηση Χάρη Φεσσά,
(1990)1 Α.Α.Δ. 704). Το Άρθρο 32 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Δεν θα παραθέσω εδώ το τόσο γνωστό άρθρο που εξετάστηκε από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε σειρά υποθέσεων (βλέπε Acropol Shipping Co. Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates & others,
(1982)1 C.L.R. 557. στην οποία γίνεται μια εκτενής ανάλυση των αρχών που ακολουθούνται σε αυτής της φύσης τα αιτήματα, National Bank of Greece SA v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Pastella Marine Co. Ltd v. National Iranian Tanker Co. Ltd.
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd. v. Global Cruises SA
(1989)1 A.A.Δ. 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282, Vuitton v. Dermosak Limited κ.α. (ανωτέρω), αλλά θα προχωρήσω στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι εξής: (
- i)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (
- ii)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούνται οι ενάγοντες σε θεραπεία. (iii) Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Πέραν όμως των πιο πάνω αναφερόμενων προϋποθέσεων οι οποίες πηγάζουν από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960), έχει νομολογηθεί ότι σε μονομερείς αιτήσεις, ο αιτητής έχει καθήκον να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιαστικών στοιχείων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το Δικαστήριο ενώ πρέπει να δικαιολογηθεί και το κατεπείγον της μονομερούς αιτήσεως. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει ο,τιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγοντας - αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας ("visible chance of success"). ΕΞΕΤΑΣΗ ΚΑΤΑ ΠΟΣΟΝ ΣΥΝΤΡΕΧΟΥΝ ΟΙ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΣΕ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟ ΜΕ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ: Η αιτήτρια αξιώνει εναντίον των εναγομένων δηλωτική και/ή αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου όπως και απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα δικαιούται να ανακτήσει από τους εναγόμενους 1 και 2 ή όπως οι εναγόμενοι καταβάλουν στην ενάγουσα οποιονδήποτε ποσό το οποίο θα υποχρεωθεί με βάση τις διατάξεις του Νόμου να πληρώσει στον ενάγοντα στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας υπ΄αριθμό 1183/2014, οποιονδήποτε ποσόν ενδεχόμενα να υποχρεωθεί στο μέλλον με βάση τις διατάξεις του Νόμου να καταβάλει ως αποζημιώσεις στους διαχειριστές της περιουσίας της Μυρούλλας Άσπρου σε σχέση με τον θάνατο της συνεπεία του ατυχήματος που επισυνέβη κατά ή περί την 13.08.2011 καθ΄ον χρόνον ο εναγόμενος 1 οδηγούσε το ασφαλισμένο αυτοκίνητο της εναγόμενης 2 και το ποσό των €8,373= το οποίο η ενάγουσα κατέβαλε για την επιδιόρθωση των ζημιών του ασφαλισμένου αυτοκινήτου της εναγόμενης
- Στους λόγους ένστασης της υπ΄αριθμό 1,4 και 8 η καθ΄ης η αίτηση προβάλλει ότι η αίτηση δεν στηρίζεται στη σωστή νομική βάση χωρίς να προχωρήσει και να υποδείξει σε τι υπολείπεται και ποια άλλη νομοθεσία ή κανονισμός ή αρχή θα έπρεπε να είχε συμπεριληφθεί. Σε σχέση δε με τον λόγο ένστασης περί έλλειψης πραγματικού ερείσματος θα επεκταθώ σε άλλο σημείο της απόφασης μου. Κατέγραψα πιο πάνω τη νομική βάση στην οποία στηρίζεται η αίτηση και δεν βλέπω τι άλλο θα μπορούσε να είχε συμπεριληφθεί για να καλύψει τη νομική της βάση. Έτσι ο ισχυρισμός της περί έλλειψης νομικής βάσης παρέμεινε αόριστος, ατεκμηρίωτος και εν τέλει ανυπόστατος. Οι πιο πάνω λόγοι ένστασης επομένως απορρίπτονται. Θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσο συντρέχουν οι πιο πάνω αναφερόμενες τρεις προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση πλέον του εκδοθέντος μονομερώς διατάγματος, εφόσον αυτό είναι το αντικείμενο της παρούσας, και το οποίο αφορά τη μη αποξένωση ή επιβάρυνση των δύο ακινήτων της καθ΄ης η αίτηση απαντώντας ταυτόχρονα και στους σχετικούς λόγους ένστασης 2,5,6, και
- Σε σχέση με τους λόγους ένστασης 5 και 6 όπου προβάλλεται ότι στην αγωγή της αιτήτριας δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα και ότι η αγωγή είναι πρόωρη απάντηση βρίσκεται τόσο στο επίδικο ασφαλιστήριο έγγραφο όσο και στον Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμο (Ν.96(Ι)/2000). Στην Odysseos v. Pieris Estates Limited and others (πιο πάνω) λέxθηκε ότι το κριτήριο δεν ανάγεται στο βάρος απόδειξης που απαιτείται σε μια αστική διαδικασία αλλά ότι υπάρχει «visible chance of success.» Παρόμοια προσεγγίστηκε το ζήτημα και στην υπόθεση Eurocypria v. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.ά.
(2011)1 ΑΑΔ 1783 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 έχουν περαιτέρω επεξηγηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates & Others (πιο πάνω) και Πουργουρίδη v. Θέμιδος Μέζου κ.ά.
(1994)1 ΑΑΔ 201. Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα.» Οι αξιώσεις της αιτήτριας πηγάζουν από το δικαίωμα της να ανακτήσει οποιοδήποτε ποσό διαταχθεί να πληρώσει στην αγωγή 1183/2014 του Ε.Δ. Λάρνακας, οποιοδήποτε ποσό καταβάλει στους διαχειριστές της περιουσίας της αποβιωσάσης Μυρούλας Άσπρου (σημειώνω ότι όπως διευκρινίζεται πλέον στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Αναστάση, έχει εγερθεί μετά την αρχική της ένορκη δήλωση η υπ΄ αριθμό 1923/2014 αγωγή του Ε.Δ. Λάρνακας από αυτούς με την οποία αξιώνουν αποζημιώσεις στη κλίμακα €100.000= - €500.000= και το ποσό που έχει ήδη πληρώσει για επιδιόρθωση του οχήματος της Εναγόμενης 2 ύψους €8.373=. Η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι το δικαίωμα της αυτό πηγάζει τόσο από όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που βρισκόταν σε ισχύ μεταξύ της αιτήτριας και της καθ΄ης η αίτηση (Όρος 8 των Γενικών Εξαιρέσεων Μέρος 4), όσο και δυνάμει του άρθρου 14
(5)του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου (Ν.96(Ι)/2000), όπως έχει τροποποιηθεί (οι πρόνοιες τους καταγράφονται στη σελ. 4 της απόφασης μου και για οικονομία δεν επαναλαμβάνονται). Σύμφωνα με το άρθρο 41 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60): «Έκαστον δικαστήριον εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας θα έχη εξουσίαν όπως εκδίδει δεσμευτικάς αναγνωρίσεις δικαιώματος είτε ζητείται ή ηδύνατο να ζητηθεί οιαδήποτε παρεπόμενη θεραπεία ή όχι.» Στη βάση λοιπόν των πιο πάνω συμβατικών αλλά και νομοθετικών προνοιών και της δυνατότητας που παρέχει ο Περί Δικαστηρίων Νόμος άρθρο 41 κρίνω ότι η αιτήτρια έχει αποκαλύψει στο δικόγραφο της σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ότι επομένως πληρείται η προϋπόθεση του άρθρου 32 στο βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο. Η εξέταση του μαρτυρικού υλικού δεν γίνεται σε αυτό το στάδιο σε βάθος, ούτε και απαιτείται τελεσίδικη αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ή ευρήματα επί των γεγονότων, στόχος είναι η διαπίστωση ύπαρξης αναγκαίας νομικής και πραγματικής βάσης και εάν αυτά ικανοποιούν ή όχι το άρθρο 32 (βλ. Jonitexo v. Adidas,
(1984)1 Α.Α.Δ. σελ. 263). Μελετώντας τόσο το ασφαλιστήριο έγγραφο όσο και τον Ν.96(Ι)/2000 διαπιστώνεται ότι παρέχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της ασφαλιζόμενης και του οδηγού ενός οχήματος ο οποίος οδηγεί το όχημα υπό την επήρεια αλκοόλης όπως συνέβη εν προκειμένω με τους εναγόμενους του μεν πρώτου ως του οδηγού που ενεπλάκη στο επίδικο δυστύχημα της δε δεύτερης ως της ασφαλισμένης. Τα πιο πάνω σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης όπου ο οδηγός του οχήματος ήταν ο σύζυγος της ιδιοκτήτριας του ασφαλισμένου οχήματος και εκ πρώτοις όψεως τουλάχιστον συνάγεται ότι του επέτρεψε και ότι αυτός είχε την εξουσιοδότηση της να χρησιμοποιεί το όχημα εφόσον κατείχε το κλειδί του και το ίδιο το όχημα έστω και αν αυτή βρισκόταν στο εξωτερικό. Η δυνατότητα του Δικαστηρίου να εκδίδει αποφάσεις αναγνωριστικές δικαιώματος παρέχεται από το άρθρο 41 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60). Όπως δε έχει νομολογηθεί η έκδοση δηλωτικής απόφασης αποτελεί χρήσιμη και σημαντική θεραπεία για τη διακρίβωση και τον καθορισμό των νομικών δικαιωμάτων των διαδίκων. Η δηλωτική απόφαση μπορεί να συνοδεύεται και με άλλες θεραπείες. Πρέπει να σημειωθεί ότι δηλωτική απόφαση μπορεί να εκδοθεί για τον καθορισμό νομικού δικαιώματος και μόνο στην περίπτωση όπου ένας εναγόμενος έχει αμφισβητήσει τα δικαιώματα του ενάγοντα. Η εξουσία έκδοσης δηλωτικών αποφάσεων εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και εκεί όπου δεν εξυπηρετείται οποιοσδήποτε σκοπός δεν εκδίδεται. Μεταξύ τέτοιων περιπτώσεων είναι όταν εγείρονται ακαδημαϊκά ή υποθετικά ερωτήματα. Στην υπόθεση Padden v. Arbuthnot Pensions & Investments Ltd
(2004)EWCA Civ. 582 γίνεται αναφορά στην ακόλουθη περικοπή από την απόφαση FSA v. Rourke (9 October 2001) unreported): ¨So far as the CPR are concerned, the power to made declarations appears to be unfettered. As between the parties.it seems to me that the court can grant a declaration as to their rights, or as to the existence of facts, or as to a principle of law, where those rights, facts or principles have been established to the court´s satisfaction. The court should not, however, grant any declarations merely because the rights, facts or principles have been established when one party asks for a declaration. The court has to consider whether, in all the circumstances, it is appropriate to make such an order¨ Επίσης στην ίδια απόφαση παρατίθεται και η ακόλουθη περικοπή: ¨It seems to me that, when considering whether to grant a declaration or not, the courts should take into account justice to the claimant, justice to the defendant, whether the declaration would serve a useful purpose and whether there are any other special reasons why or why not the court should grant the declaration¨. Στο σύγγραμμα Bullen and Leake Precedents of Pleadings 12η έκδ. στη σελ. 384 συνοψίζεται και αναλύεται η σχετική αγγλική νομολογία και οι αρχές που αναπτύχθηκαν αναφορικά με την έκδοση δηλωτικών αποφάσεων: ¨The action for a declaration is useful and important procedural method for ascertaining and determining the legal right of parties, or for the determination of a point of law or the construction of a document and for the determination of a point of law or the construction of a document and for determination of the validity of orders or decisions of inferior courts or tribunals. . Accourdingly, the action for a declaration may used in a great variety of circumstances, and may be accompanied by other claims for ancillary or specific or alterative lelief or remedies. . On the other hand an action for a declaration only lies for a declaration of leagal right and only against a defendant who has asserted a right or formulated a claim against the plaintiff or controverted the claim of the plaintiff to his legal right (see Re Clay
(1911)1 Ch. 66). ..». Επομένως οι σχετικοί λόγοι ένστασης περί του δήθεν αβάσιμου της αίτησης, τόσον κατ΄ουσία αλλά και στη βάση των γεγονότων της, απορρίπτεται. Σημειώνεται δε ότι ως προς τον λόγο ένστασης αρ. 6 η αιτήτρια δεν ζητεί τίποτα περισσότερο από μια αναγνωριστική απόφαση, δηλωτική του δικαιώματος της για ανάκτηση οποιουδήποτε ποσού κληθεί να πληρώσει και απόφαση για το ποσό που ενδεχομένως να διαταχθεί να πληρώσει. Επομένως έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων και δεν μπορεί με τέτοιες αξιώσεις να κριθεί η αγωγή της ως πρόωρη καθώς δεν αξιώνεται με την αγωγή οποιοδήποτε συγκεκριμένο ποσό το οποίο δεν έχει καταβάλει ακόμα. Σε σχέση με την προϋπόθεση της ύπαρξης πιθανότητας η αιτήτρια να δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή της, όπως έχει εξηγηθεί από την νομολογία μας αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας, αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Κυτάλα v. Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 235.) Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 2015, τονίστηκε ότι δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σε αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να προσπαθήσει να επιλύσει αντικρουόμενη μαρτυρία στις ένορκες δηλώσεις σε σχέση με τα γεγονότα επί των οποίων εδράζονται οι αξιώσεις των διαδίκων ούτε και να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγοντας έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Πρέπει δηλαδή, ο αιτών διάδικος να αναφέρεται σε γεγονότα που να πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σε αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις. Στην υπόθεση P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 AAΔ.802 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το ίδιο θέμα: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της μη πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα επί του θέματος των αποφάσεων μας. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά.» Τέλος, πάνω στο ίδιο θέμα στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beograbska Banka
(1999)1 ΑΑΔ 225 ,235 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Θα επαναλάβουμε, έστω με τον κίνδυνο να γίνουμε φορτικοί, πως οι διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνουμε, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος, αντικείμενο της πρωτόδικης απόφασης και της έφεσης. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της.» Για να καταλήξω επομένως σε σχέση με την ύπαρξη αυτής της προϋπόθεσης του κατά πόσο δηλαδή η αιτήτρια δικαιούται σε θεραπεία, θα πρέπει να εξετάσω τους ισχυρισμούς τους οποίους προβάλλει στην ένορκη δήλωση της που υποστηρίζει την αίτηση και τα επισυνημμένα σε αυτή τεκμήρια τα οποία στηρίζουν τους ισχυρισμούς της. Η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι έχουν παραβεί συγκεκριμένο όρο του ασφαλιστηρίου με τον μεν εναγόμενο 1 να οδηγεί υπό την επήρεια αλκοόλης και την εναγόμενη 2 να επιτρέπει σε αυτόν να οδηγεί το όχημα που είναι ιδιοκτησίας της. Το ασφαλιστήριο έγγραφο (Τεκμ. 8) στην ένορκη δήλωση, προνοούσε ότι δεν θα παρείχε κάλυψη η αιτήτρια σε περίπτωση που ο οδηγός του οχήματος βρεθεί να οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών. Προνοείται επίσης στο ασφαλιστήριο ότι εάν η αιτήτρια καταβάλει οποιοδήποτε ποσό δυνάμει του Νόμου, τότε έχει δικαίωμα να το ανακτήσει τόσο από τον ασφαλισμένο όσο και από τον οδηγό του οχήματος. Το δικαίωμα ανάκτησης παρέχεται ακόμα και από το άρθρο 14
(5)του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμο (Ν.96(Ι)/2000). Ο ισχυρισμός της αιτήτριας ότι ο οδηγός του οχήματος (εναγόμενος 1) οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών υποστηρίζεται από το Τεκμ. 4 που είναι η αστυνομική έκθεση όπου αναγράφεται ότι το τελικό αποτέλεσμα του ελέγχου αλκοόλης ήταν 74mg% αντί 22 και από το Τεκμ. 7 που είναι η δικαστική απόφαση στην υπόθεση 14681/11 στην οποία ο εναγόμενος 1 βρέθηκε ένοχος μετά από ακροαματική διαδικασία στις κατηγορίες της αμελούς οδήγησης και της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης. Η εναγόμενη στην ένορκη δήλωση της προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς όπως είναι η άγνοια της ότι το όχημα της οδηγείτο από τον εναγόμενο 1 υπό την επήρεια αλκοόλης, αγνοούσε το γεγονός ότι καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση εναντίον του εναγομένου 1 και ότι αυτό το πληροφορήθηκε πρόσφατα από τον υιό της. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος 1 της ανάφερε ότι το δυστύχημα δεν οφειλόταν στην δική του αμέλεια, ότι ενημέρωσε την αιτήτρια για το ποσοστό αλκοόλης που βρέθηκε στο αίμα του και ότι η ενημέρωση αυτή προκύπτει από τα ίδια τα έγγραφα που επισύναψε η αιτήτρια στην αίτηση της. Οι αντικρουόμενοι ισχυρισμοί που προβάλλουν οι διάδικοι στις ένορκες δηλώσεις τους με βάση την πιο πάνω νομολογία μας δεν πρέπει να εξετάζονται θα μπορούσα όμως αντικειμενικά να παρατηρήσω ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί της καθ΄ης η αίτησης δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε μαρτυρία και όσα αναφέρει ότι της λέχθηκαν από τον εναγόμενο 1 είναι εξ ακοής μαρτυρία. Ούτε τέλος προκύπτει από τα έγγραφα που επισύναψε η αιτήτρια στην αίτηση της γνώση της περί της οδήγησης του οχήματος υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών εφόσον η αστυνομική έκθεση που φαίνεται αυτό το ποσοστό, παραλήφθηκε από την αιτήτρια την 2.10.2012 μετά δηλαδή που η τελευταία είχε πληρώσει τις ζημιές του οχήματος της. Στη βάση των πιο πάνω, κατά την άποψη μου, έχει καταδειχθεί πιθανότητα επιτυχίας της αιτήτριας. Τα πιο πάνω κατά την άποψη μου θεμελιώνουν τις δύο πρώτες προϋποθέσεις εφόσον, αφενός μεν η αξίωση του ενάγοντος - αιτητή προκύπτει από το Κλητήριο Ένταλμα και η προσφερόμενη μαρτυρία μέσω της ένορκης δήλωσης η οποία υποστηρίζει την αίτηση και τα τεκμήρια που την συνοδεύουν στοιχειοθετούν το σοβαρό ζήτημα για την εκδίκαση και αφετέρου στη βάση της ίδιας αυτής μαρτυρίας κατά την άποψη μου υπάρχει και πιθανότητα (probability) επιτυχίας όπως αυτή έχει επεξηγηθεί μεταξύ άλλων και στην Odysseos v. Pieris Estates & Others, (πιο πάνω): "A probability, in the context of the provision to s. 32
(1), requires the applicant to demonstrate that he has a visible chance of success". Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα αν η ενάγουσα δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθ΄ότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι΄αυτό δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Δηλαδή αν η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ της ενάγουσας στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Στην υπόθεση Αναφ. Φιλελεύθερος κ.α.
(2003)1 Γ ΑΑΔ 1729 αποφασίστηκε δικαιολογείται το προσωρινό διάταγμα στη περίπτωση που θα είναι αδύνατη η ικανοποίηση της απόφασης λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης του εναγόμενου. Η καθ΄ης η αίτηση ισχυρίστηκε στην ένορκη δήλωση της ότι δεν ικανοποιείται αυτή η προϋπόθεση εφόσον (α) έχει εργασία και εισοδήματα από την εργασία της στην Αγγλία και(β0 δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα να αποξενώσει τα ακίνητα της εφόσον έχουν περάσει σχεδόν τρία χρόνια από την ημερομηνία του δυστυχήματος. Σε σχέση με τον ισχυρισμό της καθ΄ης η αίτηση ότι έχει άλλα εισοδήματα στην υπόθεση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. v. Benfleet Enterprises Ltd κ.α.
(2006)1 ΑΑΔ 280 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το άρθρο 5
(1)προνοεί για δέσμευση τόσης περιουσίας, όσο θα επαρκεί για ικανοποίηση της απαίτησης, μαζί με τα έξοδα. Και αυτή την προϋπόθεση ικανοποιήσουν οι Εφεσίβλητοι. Αν οι Εφεσείοντες είχαν προτείνει εναλλακτική προσέγγιση, το επιχείρημα τους θα είχε κάποιο νόημα, αφού το Δικαστήριο θα έπρεπε, ίσως να επιλέξει τη λιγότερο επαχθή για τους Εφεσείοντες επιλογή, νοουμένου ότι αυτή θα ήταν εξ ίσου αποτελεσματική. Οι Εφεσείοντες περιορίστηκαν να αναφέρουν ότι διαθέτουν και άλλη ακίνητη περιουσία. Αυτό, όμως δεν είναι αρκετό για να μην εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. Θα πρέπει να δεσμευτεί ακίνητη περιουσία αρκετή ώστε ο Ενάγων να διασφαλίζεται ότι τυχόν δικαστική απόφαση υπέρ του θα ικανοποιηθεί.» Τα όσα αναφέρει η καθ΄ης η αίτησης περί εργασίας και εισοδημάτων και τα περί της αξίας των δύο ακινήτων χωρίς να προσκομίζει οποιαδήποτε προς τούτο μαρτυρία είναι γενικά και αόριστα εφόσον δεν συγκεκριμενοποιεί το ύψος των εισοδημάτων ή έστω τη φύση της εργασίας της. Επομένως η αόριστη αναφορά σε εισοδήματα δεν είναι ικανοποιητικό κριτήριο ότι θα ικανοποιήσει την οποιανδήποτε απόφαση ήθελε εκδοθεί με αυτά τα εισοδήματα της. Η δε αξία της ακίνητης περιουσίας της στην οποία κάνει λόγο στην ένορκη δήλωση της παρέμεινε επίσης χωρίς καμιά απόδειξη εφόσον η έρευνα του δικηγόρου της και αυτή παρέμεινε να αιωρείται εφόσον δεν προσδιορίζεται από πού λήφθηκαν τα στοιχεία αλλά σε κάθε περίπτωση προέρχεται από μη ειδικό. Σε σχέση με την πιθανότητα η καθ΄ης η αίτηση να αποξενωθεί των ακινήτων ιδιοκτησίας της παραπέμπω στην C. Phasarias (Auto Center) Ltd v. Σκυρ. «Λεωνικ» Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 785 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ακούσαμε τις δύο πλευρές και καταλήγουμε πως επιβάλλεται να παρέμβουμε. Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πραγματική πρόθεση του Εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. (βλ. Lakatamitis (ανωτέρω) στη σελ. 525. Έχουμε υπόψη την Κυριάκος Παναγιώτου Σταυρινής Κολλάτου
(1999)1 ΑΑΔ
- Εκεί έγινε αναφορά σε πρόθεση αποξένωσης αλλά αυτή ήταν η μαρτυρία που υπήρχε και δεν απασχόλησε τέτοιο θέμα. Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοϊζου,Π. στην Ζωμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα «ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο Ενάγων.» Τα ίδια και στην Τσιολάκκη κ.α. (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στη σελίδα 785, εκείνο που απαιτείται είναι «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε να εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντος». Από τις πιο πάνω αποφάσεις προκύπτει καθαρά ότι καμιά υποχρέωση δεν είχε η αιτήτρια να προσκομίσει μαρτυρία με την οποία να αποδεικνύει ότι η καθ΄ης η αίτηση έχει πρόθεση να αποξενώσει την περιουσία της. Σε τέτοιες περιπτώσεις ελλοχεύει πάντοτε ένας τέτοιος κίνδυνος αποξένωσης της ακίνητης της περιουσίας με σκοπό την αποφυγή εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της και να καταστήσει την εκτέλεση τυχόν απόφασης αδύνατη και μάλιστα όταν είναι πιθανόν να υποχρεωθεί η αιτήτρια στη καταβολή αποζημιώσεων που πιθανόν να υπερβούν και τις €300.000=, ποσό για το οποίο θα έχει δικαίωμα ανάκτησης από τους εναγόμενους. Ο δε ισχυρισμός της καθ΄ης η αίτηση ότι αν υπήρχε πρόθεση αποξένωσης της περιουσίας της θα το έκαμνε εδώ και τρία χρόνια δεν μπορεί να ευσταθεί εφόσον τα τρία προηγούμενα χρόνια δεν ήταν ορατός ο κίνδυνος που αντιμετωπίζει σήμερα με την παρούσα αγωγή της αιτήτριας. Επομένως και ο λόγος ένστασης αρ. 2 δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Εφόσον δε κρίνεται ότι συντρέχει και αυτή η προϋπόθεση κατά συνέπεια και ο λόγος ένστασης αρ. 2 απορρίπτεται εφόσον έκρινα ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις. Σε σχέση με το ζήτημα της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης εκ μέρους της αιτήτριας όλων των γεγονότων και πληροφοριών που είχε ή ήταν στη διάθεση της και το αν αυτή προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια (λόγοι ένστασης αρ. 3 και 10) είναι βασική αρχή ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Ο αιτητής ο οποίος επιδιώκει μονομερώς ένα προσωρινό διάταγμα πρέπει να προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια πρέπει δε να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί η απουσία αποκάλυψης ουσιώδους γεγονότος τότε το εκδοθέν διάταγμα ακυρώνεται και το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να ακούσει περαιτέρω τον αιτητή. (βλ. μεταξύ άλλων Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S. - υπό εκκαθάριση v.
- Daventree Resources Ltd κ.ά.
(2008)(1Β) Α.Α.Δ. σελ. 801, Τσιερκέζου v. Dracon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 734, Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστοφόρου κ. ά
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου (1 998) 1 (Β) ΑΑΔ 598,Σεβαστού v. Σεβαστού,
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1980 και την αγγλική υπόθεση Brink's - Mat ltd v. Elcombe and others
(1988)3 All E.R. 188). Στην τελευταία πιο πάνω απόφαση τονίστηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «
(1)Τα ουσιώδη στοιχεία είναι εκείνα τα οποία θα πρέπει να γνωρίζει ο δικαστής όπως αυτά καθορίζονται από τον δικαστή και όχι από τους δικηγόρους των διαδίκων.
(2)η υποχρέωση της αποκάλυψης δεν περιορίζεται στα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά και σε εκείνα που μπορούσαν να αποκαλυφθούν με εύλογη έρευνα.» Η πλευρά της καθ΄ης η αίτησης αναφέρθηκε σε δύο ζητήματα τα οποία δεν αποκαλύφθηκαν στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας και έτσι υπήρξε απόκρυψη ουσιώδους ζητήματος και παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Το πρώτο, το οποίο προβλήθηκε στην αρχική ένορκη δήλωση της καθ΄ης η αίτηση, αφορά το ζήτημα της καταβολής του ποσού των €8.373,00 από την αιτήτρια το οποίο όμως αφορούσε δύο απαιτήσεις, η μια για το θανατηφόρο δυστύχημα και η άλλη για κακόβουλη ζημιά που προκλήθηκε στο όχημα της καθ΄ης η αίτησης από άγνωστα πρόσωπα που πήγαν στη σκηνή του δυστυχήματος μετά που επισυνέβη αυτό. Για το πιο πάνω ζήτημα χωρίς να θεωρεί ότι επρόκειτο για ουσιώδες ζήτημα το οποίο απεκρύβη ενόψει του μικρού ποσού που αφορά σε σχέση με το τι θα κληθεί ενδεχομένως να καταβάλει η αιτήτρια ως αποζημιώσεις στις δύο αγωγές που ήδη εγέρθηκαν και απαντά για αυτό το ζήτημα στην συμπληρωματική της ένορκη δήλωση της κας Στέλλας Αναστάση, εξηγώντας ακριβώς ότι οι ζημιές που προκλήθηκαν στο όχημα της δεν μπορούσαν να διαχωριστούν σε αυτές που προκλήθηκαν συνεπεία του δυστυχήματος και αυτές που προκλήθηκαν συνεπεία της κακόβουλης ζημιάς. Γι΄αυτό και ο εκτιμητής που διόρισε η αιτήτρια έκαμε μια εκτίμηση για όλες τις ζημιές. Κρίνω για τους πιο πάνω λόγους ότι δεν υπήρξε σκόπιμη και παραπλανητική απόκρυψη ουσιώδους στοιχείου το οποίο θα επιδρούσε στην απόφαση του Δικαστηρίου. Ανεξάρτητα των πιο πάνω ενδεχόμενα ενόψει των συνθηκών κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το δυστύχημα και η επακόλουθη πρόκληση κακόβουλης ζημιάς στο όχημα η αιτήτρια να έχει το δικαίωμα ανάκτησης όλου του ποσού που πλήρωσε για την αποκατάσταση των ζημιών στο όχημα της καθ΄ης η αίτηση. Είναι ακόμα ένας παράγοντας ο οποίος θα μπορούσε να προσμετρήσει στο κατά πόσο υπήρξε απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος ή όχι. Για το δεύτερο ζήτημα που θέτει στην συμπληρωματική της ένορκη δήλωση περί της γνώσης της αιτήτριας ότι ο εναγόμενος 1 οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών είναι εμφανές από την αστυνομική έκθεση (Τεκμήριο 4) το οποίο επισυνάπτει η αιτήτρια στην αίτηση της ότι η πληροφόρηση αυτή έλαβε χώρα την 12.0.2012 οπότε και στάληκε στην ενόρκως δηλούσα κα Αναστάση από τον δικηγόρο κ. Πετουφά με τηλεομοιότυπο. Ούτε και ανέφερε η αιτήτρια ότι έλαβε γνώση του τελευταίου αυτού θέματος μόλις καταχωρήθηκαν οι αγωγές 1183/14 και 1923/14. Επομένως και λόγοι ένστασης αρ. 3 και 10 δεν έχουν έρεισμα και απορρίπτονται. Σε σχέση με το ζήτημα του κατεπείγοντος η εξουσία του Δικαστηρίου για χορήγηση μονομερούς θεραπείας προβλέπεται από το άρθρο 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το οποίο προβλέπει: «Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο.» Στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου,
(1998)1 Α.Α.Δ. σελ. 598 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει γνώμη.» Στην προκείμενη περίπτωση κρίθηκε από τον αδελφό δικαστή που επιλήφθηκε της μονομερούς αίτησης ότι συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος. Η καταχώρηση της αγωγής 1183/2014 και η επίδοση της στους εναγόμενους γεννούσε την πιθανότητα να αποξένωναν τα περιουσιακά τους στοιχεία. Σε σχέση με αυτό το ζήτημα στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου την 27.02.2015 στην υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α. v. Adeona Holdings Limited, Πολ. Έφεση Ε6/201 4 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στο θέμα του κατεπείγοντος. Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς. Όπως νομολογήθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούππα v. Πουλλά Τσαδιώτη Λίμιτεδ κ.α. Πολ. Έφεση Αρ. 312/10 ημερ. 17.07. 201 4 όταν εγερθεί θέμα κατεπείγοντος μετά που ακουστεί ο εναγόμενος, το θέμα δεν «θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο .. και να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του.» Σχετικές είναι επίσης και οι υποθέσεις Κασπαρή v. Ανδρέου
(2004)1Β ΑΑΔ 784 και Αποστόλου v. Iωάννου (201 2) 1 Α ΑΑΔ 604, στις οποίες εκφράστηκαν επιφυλάξεις ως προς την προηγούμενη νομολογία επί του θέματος.» Η αντίκριση επομένως του ζητήματος του κατεπείγοντος εξετάζεται κάτω από τον φακό της πιο πάνω πρόσφατης νομολογίας. Εξετάζοντας λοιπόν πιο πάνω το ζήτημα της απόκρυψης ουσιωδών στοιχείων όπου αποφάνθηκα ότι δεν υπήρξε τέτοια, καθιστά την εξέταση του ζητήματος του κατεπείγοντος αχρείαστη. Κρίνω ότι η επείγουσα κρίση της υπόθεσης μονομερώς όπως έγινε και στον βαθμό που έγινε με την έκδοση των συγκεκριμένων διαταγμάτων μονομερώς εξυπηρέτησε τις ανάγκες της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Προς τούτο υιοθετώ πλήρως το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης στην υπ΄ αριθμό αγωγή 3568/2010 Ε.Δ. Λεμεσού μεταξύ των Vianova Holdings Ltd v. 1. Brassolis Holdings Ltd κ.ά. με ημερ. 5.11.2010 στην οποία ο Χ. Μαλαχτός Π.Ε.Δ. καταγράφει στην απόφαση του τα ακόλουθα στη σελ. 9: «Εδώ το στοιχείο του κατεπείγοντος είναι συνδεδεμένο, όχι τόσο με τον χρόνο παροχής της θεραπείας όσο με την αναγκαιότητα αυτή να χορηγείτο χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά. Το ζήτημα δεν ήταν πως η αίτηση δεν μπορούσε να αναβληθεί για λίγες μέρες ώστε να ειδοποιηθούν οι εναγόμενοι αλλά ότι οι τελευταίοι δεν θα έπρεπε να ελάμβαναν γνώση προτού η ενάγουσα εξασφαλιστεί με την έκδοση των σχετικών διαταγμάτων. Επιβαλλόταν τα εκδοθέντα διατάγματα να χορηγηθούν χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά η οποία να ειδοποιείτο για την έκδοση τους με την επίδοση τους.» Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να οριστικοποιήσει τα ήδη εκδοθέντα διατάγματα μέχρι και την τελική εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης (βλ. Bacardi v. Vinco,
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Ζηντίλης ν. Ανδρέου,
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland,
(1997)1 (G) A.A.Δ. 1791, Akis Express ν. Aris Expres,
(1998)(1A) Α.Α.Δ. σελ. 149). Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι το "ισοζύγιο της ευχέρειας" όπως αποκαλείται στην American Cyanamid Co Ltd v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 503, κλίνει σαφώς υπέρ της ενάγουσας - αιτήτριας. Είναι φανερόν ότι η διατήρηση του status quo ante ανατρέχει στον χρόνο που η αιτήτρια έλαβε γνώση του δικαιώματος της για να αξιώσει εναντίον των εναγομένων ακόμα και την έκδοση αναγνωριστικής απόφασης. Θα ήθελα πολύ περιεκτικά να κάνω μια αναφορά και σε κάποια άλλα ζητήματα που τέθηκαν εκ μέρους της καθ΄ης η αίτηση. Το πρώτο αφορά το ζήτημα της προχρονολόγησης της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση κατά μια ημέρα. Είναι φανερό από το υλικό που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου και προκύπτει αβίαστα ότι η αίτηση στην οποία η ημερομηνία καταχώρηση της έτυχε διόρθωσης πριν καταχωρηθεί όπως και η ένορκη δήλωση που την υποστήριζε είχαν συμπληρωθεί μια ημέρα πριν καταχωρηθούν και λανθασμένα έφεραν ημερομηνία 21.07.
- Η ημερομηνία στην αίτηση διορθώθηκε κατά την καταχώρηση της κάτι που δεν έγινε όμως και με την ένορκη δήλωση. Η αναγραφή όμως στα τεκμήρια που τη συνοδεύουν ότι αυτά «είναι τεκμήρια τα οποία αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της Στέλλας Αναστάση ημερομηνίας 22.07.2014» δεν αφήνει αμφιβολία περί του γραφικού λάθους που έγινε. Κρίνω ότι η άφεση της ημερομηνίας 21.07.2014 οφειλόταν σε καλόπιστο λάθος και δεν αντικατοπτρίζει το πραγματικό γεγονός της υπογραφής και σφράγισης της από την Πρωτοκολλητή την ημέρα που καταχωρήθηκε και η αίτηση, δηλαδή την 22.07.
- Επομένως δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στα όσα έχουν λεχθεί στις αποφάσεις Re Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995), Αναφορικά με την Αίτηση του Χαράλαμπου Ιωάννου
(2011)1Β ΑΑΔ 971 στις οποίες με παρέπεμψε η ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας. Επομένως ο σχετικός λόγος ένστασης (αρ. 9), απορρίπτεται. Το δεύτερο που προβάλλεται στον λόγο ένστασης αρ. 7 είναι ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Η αίτηση όμως καταχωρήθηκε ταυτόχρονα με την αγωγή η οποία χαρακτηρίζεται όμως από την καθ΄ης η αίτηση ως πρόωρη. Εξηγήθηκε η ανάγκη που προκάλεσε την καταχώρηση της παρούσας αγωγής που ήταν η καταχώρηση της αγωγής 1183/2014 εναντίον της ενάγουσας και του εναγομένου
- Χωρίς την αγωγή αυτή η οποία καταχωρήθηκε την 9.05.2014 δεν υπήρχε εκ των πραγμάτων νομιμοποίηση της αιτήτριας να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή βάση της οποίας εξασφάλισε τα αιτούμενα διατάγματα. Η καταχώρηση επομένως της παρούσας δύο μόλις μήνες αργότερα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έγινε με καθυστέρηση. Προβάλλεται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της καθ΄ης η αίτηση ότι η διαδικασία που ακολούθησε η αιτήτρια με την καταχώρηση αυτής της αγωγής είναι καταχρηστική των δικαστικών διαδικασιών εφόσον θα μπορούσε να την είχε συμπεριλάβει ως εναγόμενη εξ ανταπαιτήσεως ή ως τριτοδιάδικο στις αγωγές 1183/2014 και 1923/
- Πέραν του ότι η αιτήτρια δεν διέθετε τέτοια δικονομική δυνατότητα δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω αυτή η αναφορά της καθ΄ης η αίτηση στην συμπληρωματική της ένορκη δήλωση καθότι αυτός ο ισχυρισμός περί κατάχρησης δεν τέθηκε στην αρχική ένορκη δήλωση της ενώ θα μπορούσε να είχε προβληθεί εφόσον ήταν γνωστοί σε αυτήν οι λόγοι που δικαιολογούν κατά την άποψη της αυτόν τον ισχυρισμό της, αλλά και από την άλλη δεν απαντά σε κάποιο ισχυρισμό της αιτήτριας που προέβαλε στην συμπληρωματική της ένορκη δήλωση όπως και θα έπρεπε και γι΄αυτό είναι που εξασφάλισε σχετική άδεια από το Δικαστήριο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Κάτω από τις περιστάσεις με δεδομένο ότι έχω ικανοποιηθεί από τους αιτητές ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/1960 και περαιτέρω οι αρχές που προκύπτουν από τη συναφή νομολογία και περαιτέρω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της αιτήτριας και υιοθετώντας τέτοια πορεία η οποία να ενέχει τους λιγότερο δυνατούς κινδύνους πρόκλησης αδικίας (βλ. Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd,
(1996)1 (B) Α.Α.Δ. σελ. 788, 795), θα προχωρήσω και θα εγκρίνω την αίτηση και επομένως τα προσωρινά διατάγματα που εκδόθηκαν την 22.07.2014 ως οι παράγραφοι (α) και (β) της αίτησης με την παρούσα οριστικοποιούνται. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Τα έξοδα της αίτησης θα είναι υπέρ της ενάγουσας - αιτήτριας και σε βάρος της εναγόμενης 2 - καθ΄ης η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπογρ.).............. Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο