ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. ΑΤΜΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΡΙΟ ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ &ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1356/2012, 6/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A235 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, A. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1356/2012 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Εναγόντος - Καθ΄ού η Αίτηση και
- ΑΤΜΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΡΙΟ ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ &ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ
- ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ ΕΛΕΟΝΟΔΩΡΟΣ
- ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ ΑΝΔΡΕΑΣ
- ΑΡΑΚΛΕΙΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
- ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ ΖΑΧΑΡΙΑΣ Εναγομένων - Αιτητών ----------------------------------- Ημερομηνία: 6 Νοεμβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα - καθ΄ου η αίτηση: Η κα Β. Χριστοδουλίδου για Μαυρομμάτης & Χριστοδουλίδου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγόμενους - αιτητές: κα ..... για Π. Αγγελίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Απόφαση (Σε αίτηση υπό των εναγομένων - αιτητών για παραμερισμό απόφασης και επαναφοράς του κλητηρίου εντάλματος) Το ιστορικό της υπόθεσης είναι απαραίτητο όταν πρόκειται να κριθεί αίτημα για ακύρωση /ή παραμερισμό μιας δικαστικής απόφασης και γι΄αυτό το καταγράφω αμέσως στη συνέχεια: . Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 26/4/2012 και επιδόθηκε στους εναγόμενους 1, 3 και 5 στις 28/4/2012 και στους εναγόμενους 2 και 4 στις 2/5/
- Οι ενάγοντες προχώρησαν με αίτηση την 15.05.2012 για απόφαση λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους των εναγομένων και την 25.05.2012 εκδόθηκε η επίδικη απόφαση. Η εκδοθείσα απόφαση αφορά το ποσό των €482.215,72 πλέον τόκους 12% ετησίως από 19/01/2012 μέχρι εξοφλήσεως καθώς και διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο διατάσσεται η εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου καθώς και την πώλησή του, το δε προϊόν από την πώληση του να διατεθεί και/ή προς εξόφληση της ως άνω απαιτήσεως των εναγόντων και των εξόδων της παρούσας αγωγής. Εμφάνιση εκ μέρους των εναγομένων καταχωρήθηκε την 26.03.2015 και την ίδια ημέρα καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση με την οποία επιδιώκεται ο παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης και βασίζεται μεταξύ άλλων στην Δ.17 Θ.10 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. O κ. Ανδρέα Ηρακλέους - εναγόμενος 3 και εκ των διευθυντών της εναγόμενης 1 και εκ μέρους των υπόλοιπων αιτητών (στη συνέχεια «οι αιτητές»), στην ένορκη δήλωση του με την οποία υποστηρίζει την αίτηση, ισχυρίζεται ότι όταν έλαβε την κλήση για την ως άνω αγωγή από τον δικαστικό επιδότη επισκέφθηκε αμέσως το κατάστημα του ενάγοντος - καθ΄ού η αίτηση (στη συνέχεια «ο καθ΄ου η αίτηση»), όπου ανήσυχος και αγχωμένος όπως διαπιστώθηκε από τον κ Φλώρο Νικολάου τότε Ανώτερο Τμηματάρχη στο Τμήμα Δανείων του ενάγοντος ο οποίος και τον καθησύχασε και ο οποίος του είπε ότι δεν χρειάζεται να ανησυχεί και τον οδήγησε στον Διευθυντή του καθ΄ου η αίτηση κ. Αντρέα Βύρα. Αυτός τον ρώτησε τι ήταν διατεθειμένος να πληρώνει και όταν του απάντησε ότι θα μπορούσαν να καταβάλλουν περί τις €3.000 μηνιαίως αυτός του απάντησε πως ήταν ικανοποιητικό ποσό και πως θα το αναφέρει στον δικηγόρο του καθ΄ου η αίτηση για να μη προχωρήσει την αγωγή, υποσχόμενος ταυτόχρονα ότι θα απέσυρε την αγωγή και όλα θα ρυθμίζονταν με βάση τη νέα συμφωνία για δόση €3.
- Με τη σειρά του ο ίδιος καθησύχασε τους υπόλοιπους αιτητές οι οποίοι γνώριζαν και τον Αντρέα Βύρα και τον Φλώρο Νικολάου. Έδωσαν πίστη στην υπόσχεση τους ότι η αγωγή θα αποσυρόταν και έμειναν στον λόγο του Αντρέα Βύρα ως αξιωματούχου του καθ΄ου η αίτηση πως θα αποσυρόταν η αγωγή αναμένοντας να κληθούν για να υπογράψουν συμπληρωματικά έγγραφα. Στην ένορκη δήλωση του ισχυρίζεται ακόμη ότι όλοι οι αιτητές μέχρι πρόσφατα είχαν την εύλογη εντύπωση ότι η αγωγή εναντίον τους είχε αποσυρθεί. Προς έκπληξη τους είχαν επίσκεψη από δικαστικό επιδότη στις τελευταίες 60 ημέρες ο οποίος ισχυριζόταν ότι είχε εκδοθεί δικαστική απόφαση εναντίον τους. Αρχικά πίστεψαν ότι επρόκειτο περί λάθους. Τελικά επειδή ανησύχησαν επισκέφθηκαν το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας και διαπίστωσαν ότι είχε εκδοθεί απόφαση ερήμην τους με τόκο 12% επί ποσού €482,215,72σ. Αναφέρει στη συνέχεια της ένορκης δήλωσης του ότι στην αρχική συμφωνία την οποία επισυνάπτει και ως Τεκμήριο Α, ο πληρωτέος τόκος οριζόταν σε 7,50%. Όπως δε συμβουλεύονται από τον δικηγόρο τους, Παύλο Αγγελίδη, το εν λόγω δάνειο είναι υπερφορτωμένο με παράνομες χρεώσεις με αποκορύφωμα το επιτόκιο του 12%. Επειδή είχαν αμφιβολία αν πράγματι η Τράπεζα είχε δικαίωμα μονομερούς αύξησης του επιτοκίου, ζήτησαν περισσότερες λεπτομέρειες διότι δεν ήθελαν να εμπλακούν σε περισσότερες δυσάρεστες εξελίξεις. Ο κ. Αγγελίδης τους παρουσίασε απόφαση του εντίμου Προέδρου Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας που εκδόθηκε την 30/10/2014 εις την οποία ο δικαστής κ. Χ. Μαλαχτός σε αγωγή της Τράπεζας Κύπρου απέρριψε ως αδικαιολόγητο και τιμωρητικό το επιτόκιο του 12,45% την στιγμή που η σχετική σύμβαση προέβλεπε επιτόκιο 6.25%. Είναι πλέον καλά νομολογημένο ότι η μονομερής αύξηση του επιτοκίου αποτελεί τόσο καταχρηστικό όσο και τιμωρητική ρήτρα. Ως εκ των πιο πάνω εκφράζει την πίστη τους ότι έχουν καλή υπεράσπιση και ότι αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα η ενάγουσα δεν έχει να υποστεί καμία ζημία αφού οι εξασφαλίσεις προς αυτήν θα παραμείνουν ακέραιες και η υπόθεση τους δεν παραβλάπτεται με οιονδήποτε τρόπο. Αντίθετα, εάν η απόφαση δεν παραμερισθεί θα εκποιηθεί το ενυπόθηκο ακίνητο τους. Περαιτέρω σε σχέση με τον χρόνο που πέρασε δηλώνει ότι εκ των πραγμάτων, φαίνεται ότι ο χρόνος που πέρασε μέχρι να αντιληφθούν την έκδοση αποφάσεως αν και κάπως μεγάλος, είναι απόλυτα δικαιολογημένος μια και είναι θύματα της παραπλάνησης των αξιωματούχων του καθ΄ου η αίτηση κ.κ. Φλώρου Νικολάου και Αντρέα Βύρα. Δηλώνει ακόμη ότι μόνο και μόνο από τις υπερχρεώσεις που προκύπτουν από το παράνομο επιτόκιο, διαφαίνεται σχεδόν σίγουρη υπεράσπιση για το ποσό το οποίο οι εναγόμενοι οφείλουν πραγματικά στο καθ΄ου η αίτηση Συνεργατικό Ταμιευτήριο. Το καθ΄ου η αίτηση (Συνεργατικό Ταμιευτήριο), καταχώρησε ειδοποίηση περί της προθέσεως ενστάσεως στην οποία προβάλλει τους ακόλουθους λόγους: «
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και της νομολογίας για παραμερισμό της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης.
- Η εκδοθείσα Δικαστική Απόφαση είναι ορθή και καθόλα νόμιμη.
- Οι Εναγόμενοι/Αιτητές δεν επεξηγούν και/ή αιτιολογούν και/ή δεν αιτιολογούν επαρκώς την παράλειψή τους να εμφανιστούν στο Δικαστήριο μετά την επίδοση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής.
- Τα όσα οι Εναγόμενοι/Αιτητές επικαλούνται στην αίτησή τους και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτήν για να αιτιολογήσουν την παράλειψή τους να εμφανιστούν στην διαδικασία δεν ευσταθούν και/ή σε κάθε περίπτωση δεν συνιστούν επαρκή και/ή σοβαρό και/ή εύλογο λόγο και/ή αιτιολογία για την παράλειψή τους να εμφανιστούν.
- Οι Εναγόμενοι/Αιτητές επέδειξαν ασέβεια και αδιαφορία στην αγωγή η οποία ισοδυναμεί με μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας.
- Οι Εναγόμενοι/Αιτητές επέδειξαν υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της επίδικης αίτησης.
- Η εκδοθείσα Δικαστική Απόφαση είναι εις γνώση των Εναγομένων/Αιτητών εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα και τουλάχιστον από τον Απρίλιο του 2014 όταν και επιδόθηκε σε αυτούς σχετικής επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας/Καθ' ης η Αίτηση.
- Οι Εναγόμενοι/Αιτητές δεν έχουν καλή και/ή βάσιμη υπεράσπιση.
- Οι Εναγόμενοι/Αιτητές δεν έχουν καταδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση και/ή προβάλλουν ανυπόστατους ισχυρισμούς για να επιτύχουν τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον τους.
- Η επίδικη αίτηση υποβάλλεται καταχρηστικά με σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας εκτέλεσης της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης.
- Το Σεβαστό Δικαστήριο θα πρέπει ασκώντας την διακριτική ευχέρεια την απορρίψει την Αίτηση των Εναγομένων/Αιτητών.» Η ένσταση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 Θ. 1 - 4, 8, 9 (h), 3, Δ.17 Θ. 10 στη νομολογία και στις συμφυείς και αναφαίρετες εξουσίες και γενικές αρχές του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της ένστασης υποστηρίζει με ένορκη δήλωση της η κ. Χρύσα Πρωτόγυρου η οποία δηλώνει ότι εργάζεται στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών του καθ΄ου η αίτηση δηλώνει ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης και κατέχει όλα τα σχετικά έγγραφα. Περαιτέρω δηλώνει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από το καθ΄ου η αίτηση να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση. Διάβασε το περιεχόμενο της αίτησης και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του εναγομένου 3 που την συνοδεύει. Εκτός όπου ρητά προβαίνει σε παραδοχή αρνείται όλους μαζί και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς των αιτητών ως αυτοί εκτίθενται στην αίτηση και στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου
- Έχει προσωπική γνώση των γεγονότων στα οποία κάμνει αναφορά αλλά και από πληροφορίες από τον κ. Ανδρέα Βύρα, ο οποίος ευρίσκεται στην υπηρεσία του καθ ου η αίτηση και ο οποίος επιβεβαιώνει τα γεγονότα αυτά και με δική του ένορκη δήλωση. Περαιτέρω δηλώνει ότι έχει λάβει νομική συμβουλή και από τους δικηγόρους του καθ΄ου η αίτηση. Περιγράφει την πορεία της υπόθεσης μέχρι και την έκδοση της απόφασης και ακολούθως ότι η ενάγουσα προχώρησε στην εγγραφή της (memo) στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας σε διάφορα ακίνητα των εναγομένων όπως φαίνονται στο Τεκμήριο
- Την 26/9/12 καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας αίτηση για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Ότι η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε από τους εναγόμενους/καθ' ων η αίτηση την 30/3/15 ήτοι μετά την πάροδο περίπου 3 ετών από την έκδοση της δικαστικής απόφασης. Αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα ότι δόθηκαν σε αυτόν οποιεσδήποτε διαβεβαιώσεις για απόσυρση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής. Περαιτέρω αρνείται ότι μετά την έγερση της αγωγής είχε γίνει οποιαδήποτε μεταξύ των μερών συμφωνία η οποία θα οδηγούσε στην απόσυρση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής Εκφράζει την ειλικρινή της πίστη ότι τα πιο πάνω είναι εκ των υστέρων σκέψεις των αιτητών στην προσπάθειά τους να δικαιολογήσουν την παράλειψη τους να εμφανιστούν στην διαδικασία για να επιτύχουν τον παραμερισμό της εναντίον τους εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. Ανεξάρτητα δε των πιο πάνω και σε κάθε περίπτωση οι εν λόγω ισχυρισμοί των αιτητών δεν δικαιολογούν με οποιοδήποτε τρόπο την παράλειψή τους να εμφανιστούν στην διαδικασία. Είναι προφανές ότι οι αιτητές ουδέν ενδιαφέρον επέδειξαν στην δικαστική διαδικασία που εκκρεμούσε εναντίον τους παραλείποντας να εμφανιστούν. Ακόμα και εάν οι ισχυρισμοί τους ευσταθούσαν (γεγονός το οποίο αρνείται κατηγορηματικά), οι αιτητές θα έπρεπε να ελέγξουν ή διαπιστώσουν κατά πόσο πράγματι η εναντίον τους εγερθείσα διαδικασία είχε αποσυρθεί. Η συμπεριφορά των αιτητών καταδεικνύει πλήρη εκ μέρους τους αδιαφορία ως προς την δικαστική διαδικασία και είναι δε αντίθετη στην λογική το γεγονός ότι δεν ενδιαφέρθηκαν καν να διαπιστώσουν κατά πόσο η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή είχε πράγματι αποσυρθεί. Εκφράζει την ειλικρινή της πίστη και λαμβάνει νομικής συμβουλής ότι οι αιτητές δεν έχουν καταδείξει σοβαρό και εύλογο λόγο ο οποίος να δικαιολογεί την μη εμφάνισή τους μετά την επίδοση της αγωγής. Οι αιτητές όφειλαν σε κάθε περίπτωση μετά την επίδοση της αγωγής και αφού έλαβαν γνώση αυτής να καταχωρήσουν εμφάνιση στην διαδικασία. Αρνείται τον ισχυρισμό του ότι μόλις πρόσφατα έλαβε γνώση της εναντίον τους δικαστικής απόφασης. Ειδικότερα ισχυρίζομαι ότι το αργότερο που οι αιτητές έλαβαν γνώση της δικαστικής απόφασης ήταν τον Απρίλιο του 2014 όταν και επιδόθηκε σε αυτούς επιστολή από τους δικηγόρους του καθ΄ου η αίτηση με την οποία μεταξύ άλλων κοινοποιήθηκε αντίγραφο της δικαστικής απόφασης. Επισυνάπτει δε ως δέσμη σχετικών ενόρκων δηλώσεων επίδοσης ως Τεκμήριο
- Προκύπτει ότι οι αιτητές είχαν γνώση της εναντίον τους εκδοθείσας δικαστικής απόφασης τουλάχιστον 1 χρόνο πριν την καταχώριση της επίδικης αίτησης. Αυτό καταρρίπτει τους ισχυρισμούς του εναγόμενου 3 και καταδεικνύει ότι οι αιτητές καθυστέρησαν υπέρμετρα στο να υποβάλουν την παρούσα αίτηση. Η καθυστέρηση που επέδειξαν οι αιτητές στο να λάβουν μέτρα παραμερισμού της απόφασης η οποία είναι τουλάχιστον καθυστέρηση 1 έτους είναι αδικαιολόγητη και καταδεικνύει και αυτή την αδιαφορία που οι αιτητές επέδειξαν και επιδεικνύουν στην εναντίον τους δικαστική διαδικασία. Η καθυστέρηση αυτή πιστεύει ότι είναι ικανή να οδηγήσει στην απόρριψη της αιτήσεως των αιτητών. Η δικαστική απόφαση την οποία επικαλούνται οι αιτητές είναι πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και σε καμία περίπτωση δεν δημιουργεί υπεράσπιση στους αιτητές. Δηλαδή η έκδοση και μόνο της συγκεκριμένης απόφασης στα πλαίσια της οποίας το Δικαστήριο είχε αποφασίσει ότι στην συγκεκριμένη αγωγή ο καθ΄ου η αίτηση δεν δικαιούνταν επιτόκιο ύψους 12% δεν σημαίνει ότι αυτόματα όλα τα αξιούμενα επιτόκια καθίστανται αδικαιολόγητα και τιμωρητικά. Συνεπώς αυτά τα οποία οι Εναγόμενοι επικαλούνται δεν αποτελούν βάσιμη και συζητήσιμη υπεράσπιση. Η υπεράσπιση των αιτητών ως αυτή συνοψίζεται στην παράγραφο 8 της ένορκης τους δήλωσης είναι ότι «είναι πλέον καλά νομολογημένο ότι η αύξηση του επιτοκίου αποτελεί τόσο καταχρηστικό όσο και τιμωρητική ρήτρα». Αυτό που υπάρχει είναι μια απόφαση Πρωτόδικου Δικαστηρίου η οποία σε καμία περίπτωση δεν είναι δεσμευτική και η οποία δεν δημιουργεί νομολογία. Ανεξάρτητα της πιο πάνω θέσης, η εν λόγω απόφαση στην οποία ο ενόρκως δηλών παραπέμπει δεν χαρακτηρίζει την κάθε μονομερή αύξηση του επιτοκίου ως καταχρηστική ή τιμωρητική. Θα πρέπει τέτοια αύξηση να φανεί ότι είναι αδικαιολόγητη. Στην παρούσα περίπτωση καμία τέτοια μαρτυρία παρουσιάζεται από τους αιτητές. Οι αιτητές απλά επικαλούνται χωρίς οποιεσδήποτε λεπτομέρειες την εν λόγω απόφαση και θεωρούν ότι αυτόματα το επιτόκιο που αξιωνόταν από το καθ΄ου η αίτηση ήταν παράνομο κάτι το οποίο δεν ισχύει ως εξηγείται ανωτέρω. Οι αιτητές δεν αμφισβητούν ούτε την υπογραφή της συμφωνίας δανείου και εγγυήσεως ούτε καν το οφειλόμενο υπόλοιπο. Συνεπώς ειλικρινά εκφράζει την πίστη της και όπως λαμβάνει νομική συμβουλή οι αιτητές δεν έχουν καταδείξει υπεράσπιση. Πιστεύει ότι ο μόνος στόχος των αιτητών είναι να καθυστερήσουν την εκτέλεση της νομίμως εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. Οι αιτητές δεν έχουν δικαιολογήσει την παράλειψή τους να εμφανιστούν στην διαδικασία, δεν έχουν δείξει ότι έχουν καλόπιστη ή συζητήσιμη υπεράσπιση ενώ έχουν καθυστερήσει υπέρμετρα να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση. Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Προς υποστήριξη των λόγων ένστασης ένορκη δήλωση έγινε και από τον κ. Ανδρέα Βύρα ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο διευθυντής στα Κεντρικά Γραφεία του καθ΄ου η αίτηση. Αρνείται κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς του κ. Ανδρέα Ηρακλέους όπου τον εμπλέκει σε συνάντηση τους και ότι δήθεν του υποσχέθηκε ότι αν κατέβαλλαν το ποσό που συμφώνησαν εκ νέου δεν θα προωθείτο η αγωγή και θα αποσυρόταν. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών δήλωσαν ότι δεν επιθυμούσαν να αντεξετάσουν οποιονδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες και έτσι με άδεια του Δικαστηρίου προχώρησαν με γραπτές αγορεύσεις στις οποίες εξέθεσαν τις θέσεις τους με παραπομπή σε σχετική νομολογία. Με την πλευρά των αιτητών να εισηγείται ότι θα πρέπει να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης του αιτήματος και την πλευρά του καθ΄ου η αίτηση ότι αυτό θα πρέπει να απορριφθεί. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η αίτηση εξετάζεται κάτω από τις πρόνοιες της Διαταγής 17 Θ. 10 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα: Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just. Σε μετάφραση: Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διαταγής, θα είναι νόμιμο για το δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι. Η νομολογία μας, έχοντας σαν καθοδηγητική την υπόθεση Evans v. Bartlam,
(1937)2 All E.R. 646 καθόρισε τις αρχές που το δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, η οποία ασφαλώς θα πρέπει να ασκείται δικαστικά με βάση τις αρχές και τα κριτήρια που καθιερώνονται στη νομολογία, όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό απόφασης (βλ. μεταξύ άλλων την Bush κ.ά. v. Γιαννή,
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. σελ. 1342 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ιακώβου κ.ά.,
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 457). Η πιο πάνω απόφαση έτυχε ανάλυσης και στην υπόθεση Μερκής v. Yiannouka Holiday Inns Ltd κ. ά.,
(1994)1 Α.Α.Δ. σελ. 736 η οποία αφορούσε έκδοση τελικής απόφασης σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως από το πρωτόδικο Δικαστήριο εφόσον δεν είχε καταχωρηθεί εμφάνιση από τον εναγόμενο, όπου ο Κούρρης, Δ (απόφαση πλειοψηφίας), συνόψισε το σκεπτικό της ως εξής σε σχέση με τις αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης που λαμβάνεται ερήμην του εναγόμενου με τις οποίες βέβαια δεν διαφώνησε με την απόφαση του (μειοψηφίας) ο Χρυσοστομής, Δ. καθώς η διαφωνία του έγκειτο στον τρόπο παρουσίασης της μαρτυρίας προς απόδειξη της ύπαρξης καλής υπεράσπισης επί της ουσίας όπως ερμηνευόταν τότε η Δ.48 Θ. 4:
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για να αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης, και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας. Οι ακόλουθες δύο αποφάσεις επεξηγούν επίσης τι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αυτής της μορφής τις αιτήσεις: Στην υπόθεση Πατούρη v. Hellenic Bank Ltd,
(2001)1 (Γ) A.A.Δ. 2118, 2123 λέχθηκαν τα εξής: «Καθιερωμένες μπορεί να θεωρηθούν οι αρχές που διέπουν και προσμετρούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σ΄αυτό το πεδίο. Απαραίτητη είναι η επεξήγηση των λόγων για τη μη εμφάνιση του εναγομένου και η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης.» Στην δε υπόθεση Phylactou and others v. Michael,
(1982)1 C.L.R. 204, 210 λέχθηκαν τα εξής: «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει εξισορρόπηση μεταξύ δύο θεμελιωδών αρχών. Την ανάγκη από τη μια να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν και από την άλλη την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.» Στην πολύ πρόσφατη απόφαση Πολ. Έφεση αρ. 121/2010
- NSM DEMOCARS LTD κ.ά v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ημερ.
- 10.2015 λέχθηκαν τα ακόλουθα από την Ψαρά - Μιλτιάδου ,Δ : «... να προβούμε σε μια συνοπτική περιγραφή της νομολογιακής αντίκρυσης της Δ.17 Θ. 10 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αποτέλεσε βέβαια τον πυρήνα της αίτησης, της ένστασης και της απόφασης. Όπως έχει διαχρονικά τεθεί από τη νομολογία, η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, απόφασης ληφθείσας ερήμην, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.17 θ. 10 (βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.ά v. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 28, Πίττας v. Unigoods Trading Co.Ltd
(2004)1Γ ΑΑΔ 1761, Κωνσταντινίδη v. Hissin
(2004)1Γ ΑΑΔ 1774)» Και στη συνέχεια της ίδιας απόφασης: «Επιδίωξη του Δικαστηρίου πρέπει να είναι η εξισορρόπηση αφενός του δικαιώματος του διαδίκου να ακουσθεί στην υπόθεση του και αφετέρου, η ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων με τη διασφάλιση της τελεσιδικίας.» ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΕΞΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΩΝ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΩΝ: Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της έκδοσης διαταγής για ακύρωση μιας δικαστικής απόφασης, τον χρόνο υποβολής του αιτήματος, τους λόγους που υποστηρίζουν το αίτημα και τους λόγους της ένστασης όπως επίσης και τις εμπεριστατωμένες εισηγήσεις των δύο πλευρών θα προσπαθήσω στη συνέχεια να εξαγάγω τα συμπεράσματα μου κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έγκριση του αιτήματος. ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ΚΑΛΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ: Θα εξετάσω κατ΄αρχή το ζήτημα της αποκάλυψης εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης. Σύμφωνα με τη νομολογία μας οι αιτητές έχουν το βάρος να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς τους με τους ενάγοντες. Στην υπόθεση Χρυσάνθου κ.ά. v. Mariala Construction Ltd,
(1996)(1Β) A.A.Δ. σελ. 1129 λέχθηκαν τα εξής: «Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στους αιτητές να αποδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. Δεν απαιτείται απόδειξη της υπεράσπισης τους. Είναι αρκετό να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και αυτό είναι αρκετό για να παραμεριστεί η απόφαση και να επανεκδικασθεί η υπόθεση επί της ουσίας.» Στην υπόθεση Τεγκεράκης ως Διαχειριστής της περιουσίας της K. Τεγκεράκη (Χ¨ Παναγή Γιάννη) v. Δήμος Λευκωσίας,
(2005)(1 Α) Α.Α.Δ. σελ. 289 τονίστηκε ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή.» Η πλευρά του αιτητή προβάλλει ότι έχει καλή υπεράσπιση και επικαλείται κατά κύριο λόγο το αυξημένο και παράνομο όπως ισχυρίζονται επιτόκιο του 12% για το οποίο εκδόθηκε η απόφαση σε σχέση με το συμβατικό που ήταν 7,5%. Προς απόδειξη καλού λόγου υπεράσπισης επικαλείται απόφαση με ημερομηνία 30.10.2014 του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας κ. Χ. Μαλαχτού (Πρόκειται για την απόφαση Αρ. Αγ. 1331/2008 ημερ. 30.10.2014 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. 1. Ανδρέα Ανδρέου Χρ. Άλλως Ανδρέα Χρ. Ανδρέου κ.α. Ε.Δ. Λάρνακας) όπου δεν αποδέχθηκε και απέρριψε την αξίωση επιτοκίου 12,45% ως αδικαιολόγητο και τιμωρητικό μέτρο, τη στιγμή που η σύμβαση προέβλεπε επιτόκιο 6,25%. Η πλευρά του καθ΄ου η αίτηση αντιτείνει ότι η πιο πάνω απόφαση ως πρωτόδικη και όχι του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν είναι δεσμευτική για το παρών Δικαστήριο και αφορούσε τη συγκεκριμένη αγωγή με τα δικά της γεγονότα και καθόλου δεν σημαίνει ότι αυτόματα όλα τα αξιούμενα επιτόκια καθίστανται αδικαιολόγητα και τιμωρητικά. Οι εναγόμενοι στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου τους προέβαλαν ότι ο χρεωθείς τόκος δεν είναι νόμιμος λόγω του γεγονότος ότι υπερβαίνει το συμφωνηθέν επιτόκιο του 7,5% κατά 4,5% ως εκ τούτου η επιδίκαση του επιτοκίου με 12% επί του υπολοίπου είναι παράνομη και αντισυμβατική. Προβαίνει μάλιστα σε υπλογισμό αυτού του πρόσθετου τόκου ετησίως και παραθέτει διάφορα ποσά με τα οποία χρεώθηκε και χρεώνεται ο λογαριασμός των εναγομένων. Χωρίς ασφαλώς στα πλαίσια της παρούσας να αποφαίνομαι οριστικά για το κατά πόσο ευσταθεί ο πιο πάνω ισχυρισμός των εναγομένων, εντούτοις κρίνω ότι έχουν καταδείξει ως προς αυτό το συγκεκριμένο ζήτημα και έχουν αποδείξει ότι έχουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Τα πιο πάνω βέβαια εφόσον έχω μελετήσει και λαμβάνω υπόψη τους σχετικούς όρους της σύμβασης δανείου και εγγύησης όπως αυτά τα έγγραφα έχουν κατατεθεί στο φάκελο του Δικαστηρίου κατά το στάδιο της απόδειξης της υπόθεσης, οι οποίοι δεν καθορίζουν επ΄ακριβώς την αύξηση του επιτοκίου που υπό κάποιες προϋποθέσεις ενδεχόμενα οι ενάγοντες είχαν το δικαίωμα να προβούν, ούτε και στις αντίστοιχες υποχρεώσεις από την άλλη των αιτητών γίνεται οποιαδήποτε τέτοια συγκεκριμένη πρόνοια. Αυτά είναι ζητήματα τα οποία ενδεχομένως θα απασχολούσαν το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αγωγής εάν οι αιτητές εμφανίζονταν σε αυτή. ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ: Το κατά πόσο συντρέχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση είναι θέμα που συνδέεται με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το γεγονός της μη καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης εκ μέρους των αιτητών αποδίδεται στις δήθεν υποσχέσεις που έλαβαν από αξιωματούχους του καθ΄ου η αίτηση. Όμως από πλευράς αιτητών και ειδικότερα από τον κ. Ανδρέα Βύρα υπήρξε άρνηση του εν λόγω ισχυρισμού στην ένορκη δήλωση που προέβη για να αρνηθεί ειδικά αυτόν τον ισχυρισμό. Δεν ζητήθηκε να αντεξετασθεί ο κ Α. Βύρας γι΄ αυτόν τον ισχυρισμό οπότε αυτός παρέμεινε ατεκμηρίωτος όπως προβλήθηκε από τους αιτητές. Ενόψει αυτού όλοι οι μετέπειτα ισχυρισμοί των αιτητών για να δικαιολογήσουν την μη έγκαιρη εμφάνιση τους πριν εκδοθεί απόφαση εναντίον τους παραμένουν αόριστοι και ατεκμηρίωτοι και καταδεικνύουν την πλήρη αδιαφορία τους στη δικαστική διαδικασία που είχε αρχίσει εναντίον τους και την οποία δεν αρνήθηκαν ότι πληροφορήθηκαν εγκαίρως και δεόντως με την νομότυπη επίδοση σε αυτούς του κλητηρίου εντάλματος. Επιδείχθηκε δε αδιαφορία ως προς τις δικαστικές διαδικασίες τόσο πριν την έκδοση της απόφασης όσο και μετά, αφού παρήλθαν σχεδόν τρία χρόνια για να ενδιαφερθούν γι΄αυτή και την απόληξη της. Ο ισχυρισμός δε ότι είχε γίνει αποδεκτή πρόταση για καταβολή μηνιαίως του ποσού των €3.000= δεν μπορεί να έχει θετική αντίκριση εφόσον όπως καταδεικνύεται και από το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό ποτέ δεν τήρησαν την υπόσχεση τους αυτή. Είναι δε περίεργος ο ισχυρισμός τους ότι ανέμεναν από το καθ΄ου η αίτηση να τους ειδοποιήσει για να υπογράψουν νέα έγγραφα. Μετά την έκδοση της απόφασης την 25.05.2012 ενδιαφέρθηκαν για πρώτη φορά την 26.03.2015, μετά σχεδόν τρία χρόνια, καταχωρώντας την παρούσα αίτηση όταν αυτοί οχλήθηκαν σε σχέση με την αίτηση για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου τους. Η άγνοια τους δε περί της έκδοσης της δικαστικής απόφασης δεν μπορεί να θεωρηθεί πρόσφατη όπως διατείνονται αλλά πληροφορήθηκαν γι΄αυτή τουλάχιστον από την 23.04.2014 όταν τους επιδόθηκε επιστολή των δικηγόρων του καθ΄ου η αίτηση με την οποία τους πληροφορούσαν ότι θα προέβαιναν σε αίτηση για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου τους, όμως και πάλιν αδράνησαν για 11 μήνες. Η κ. Πρωτογύρου δεν αντεξετάστηκε επίσης και έτσι ο εν λόγω ισχυρισμός του καθ΄ου η αίτηση παρέμεινε αναμφισβήτητος, γεγονός το οποίο επιτείνει την αντίληψη που μπορεί να αποκομίσει κάποιος περί παντελούς παραγνώρισης των δικαστικών διαδικασιών. Στην υπόθεση Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου,
(1993)1 Α.Α. Δ. 26 είχε υποβληθεί αίτημα για παραμερισμό απόφασης που είχε εκδοθεί ερήμην ένα χρόνο μετά την έκδοση της απόφασης. Δεν δόθηκε ικανοποιητική δικαιολογία για την καθυστέρηση. Το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία αποφασίσθηκε ο παραμερισμός της απόφασης. Στην υπόθεση Πίττας v. Unigoods Trading Company Ltd,
(2004)1 A.A.Δ. σελ. 1761 η έφεση απορρίφθηκε. Είχε κριθεί από το Πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν υπήρχαν στοιχεία σε σχέση με την ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης και όπου επίσης κρίθηκε ότι ο εφεσείων είχε επιδείξει κατά συρροή αδιαφορία η οποία υπό τις συνθήκες προσλάμβανε μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Παρόμοια αντικρίσθηκε και το ζήτημα στην υπόθεση Editc Ltd v. 1. Makis Michaelides & Associates κ.ά.
(2003)1 ΑΑΔ 1887 τα γεγονότα της οποίας κατά κάποιο τρόπο προσομοιάζουν με αυτά της παρούσας, όπου ο Μ. Κρονίδης στην απόφαση του κάνει εκτενή αναφορά στη νομολογία που διέπει το ζήτημα. Αναφέρει δε: «Το ερώτημα που τίθεται και έχουμε κληθεί να απαντήσουμε είναι αν ορθά αποφασίστηκε η απόρριψη της αίτησης για επαναφορά της υπόθεσης, παρά το εύρημα ότι η εφεσείουσα είχε αποκαλύψει συζητήσιμη υπεράσπιση. Η νομολογία υποστηρίζει ότι μπορεί να απορριφθεί η αίτηση, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία είναι δυνατό να θεωρηθεί μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Στο καταληκτικό μέρος της απόφασης Milouca Motor Trading Ltd v. Χρ. Κούρτη
(1997)1 Β ΑΑΔ 941 ο Πικής, Π. αναφέρει τα εξής: «Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του Εναγομένου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματος του. Διαφορετικά η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και το αποτέλεσμα της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του Εναγομένου σε σχέση με την εναντίον του αγωγή.» Και στη συνέχεια της ίδιας απόφασης ο κ. Κρονίδης συνεχίζει με τα εξής: « Γνώμονας για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας πρέπει να είναι η ανάγκη εξισορρόπησης αφενός της ανάγκης διασφάλισης του δικαιώματος του κάθε διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του και αφετέρου της ανάγκης για ταχείαν απονομή της δικαιοσύνης και την τελεσιδικία της δικαστικής απόφασης. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Phylactou and Others v. Michael
(1982)1 CLR 204, 210 με αναφορά στις παρατηρήσεις του Megaw L.J.στην υπόθεση Lamert v. Mainland Market
(1977)2 All E.R. 826: « ..if a party is rightly allowed to re - open a case, the imprint of finality, attaching to a judgment, with all that goes with it, and the certainty it imports in the management of human affairs, will disappear with grave consequence to the administration of justice.» Κατά παρόμοιο τρόπο κρίνεται και η συμπεριφορά των αιτητών στην παρούσα υπόθεση. Η δικαιολογία που επιχειρήθηκε να δοθεί για τη μη εμφάνιση τους αρχικά όταν τους επιδόθηκε το κλητήριο παρουσιάζει τέτοιες αδυναμίες που δεν θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε θετική αντίκριση. Ακολούθως δε και αν εκλάβουμε ως χρόνο κατά τον οποίο πληροφορήθηκαν αρχικά την έκδοση εναντίον τους απόφασης, που ήταν η επίδοση της επιστολής του δικηγόρου των εναγόντων στην οποία επισυναπτόταν και η απόφαση την 23.04.2014 και πάλι διαπιστώνεται αδικαιολόγητη καθυστέρηση 11 και πλέον μηνών μέχρι να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια δεν μπορούν να προσδοκούν σε θετική αντίκριση του αιτήματος των. Στην υπόθεση Παπανικολάου v. Κότσαπα,
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1800 στη σελ. 1805 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως έχει επανειλημμένα τονισθεί, πρέπει να διασφαλίζονται από τη μια το δικαίωμα ακρόασης του διάδικου και από την άλλη η ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άνευ φειδούς επανάνοιξη υπόθεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στην τελεσιδικία και γι΄αυτό, αν η συμπεριφορά διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης και καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί το αίτημα του διαδίκου.» Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ιακώβου κ.ά.,
(2001)1 Α.Α.Δ. σελ. 457 λέχθηκαν ακόμη και τα ακόλουθα: «Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας αλλά παράγοντας υψίστης σημασίας για την ουσιαστική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι συνυφασμένη με την ανάγκη εξασφάλισης της τελεσιδικίας. Αν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιτυγχάνει επανάνοιγμα υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα εξυπακούει καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου θα απολεσθούν με οδυνηρές συνέπειες στην απόδοση του δικαίου.» Οι λόγοι που επικαλούνται οι αιτητές στην ένορκο δήλωση τους με την οποία υποστηρίζουν την αίτηση δεν εμπίπτει από όποια σκοπιά και αν αυτοί ειδωθούν στην έννοια του «σοβαρού και εύλογου λόγου». Καταλήγω ότι οι λόγοι που επικαλούνται για να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση ούτε σοβαρός μπορεί να κριθεί ούτε και εύλογος. Δεν υπάρχει αμφιβολία λαμβάνοντας υπόψη και την πιο πάνω νομολογία ότι οι αιτητές επέδειξαν αδιαφορία και παντελώς περιφρονητική στάση προς τη δικαστική διαδικασία. Έτσι καταλήγω να απορρίψω την αίτηση με έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο υπέρ του ενάγοντος - καθ΄ου η αίτηση τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................................ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο