EΜΠΟΡΙΑ ΖΩΟΤΡΟΦΩΝ Κ.Ε.ΔΟ. ΛΤΔ ν. ΔΙΑΜΑΝΤΩ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1625/14, 25/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A252 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1625/14 Μεταξύ: EΜΠΟΡΙΑ ΖΩΟΤΡΟΦΩΝ Κ.Ε.ΔΟ. ΛΤΔ Ενάγουσα και ΔΙΑΜΑΝΤΩ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ Εναγομένης Αίτηση Ημερομηνίας 3.11.2015 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 25.11.2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα Εταιρεία: κα Κουννά Για την Εναγομένη: κ. Καπελλάκης Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 29 Ιανουαρίου 2015 κατά το στάδιο που ορίσθηκε η αγωγή για οδηγίες με βάση την. Δ.30 τα μέρη αποδέχθηκαν εκ συμφώνου όπως εκδοθεί διάταγμα εκατέρωθεν για ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης με χρόνο συμμόρφωσης του διατάγματος την περίοδο των 45 ημερών από την έκδοση του διατάγματος. Οι ενάγοντες ουδέποτε συμμορφώθηκαν με την διαταγή του Δικαστηρίου. Την μέρα κατά την οποία η υπόθεση είχε ορισθεί για ακρόαση, 8 μήνες αργότερα, ακόμη δεν είχαν συμμορφωθεί με το διάταγμα αποκάλυψης. Αίτημα αναβολής της ακρόασης δεν εγκρίθηκε και δεν επετράπη στους ενάγοντες να παρουσιάσουν έγγραφα της υπόθεσης που δεν είχαν αποκαλύψει κατά παράβαση του δικαστικού διατάγματος. Ολοκληρώθηκε η αντεξέταση του πρώτου και κύριου μάρτυρα της πλευράς των εναγόντων. Τέσσερεις μέρες αργότερα καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση με την οποία ζητούν παράταση χρόνου δυνάμει της Δ.57 κ.2 για να καταχωρήσουν ένορκη δήλωση αποκάλυψης. Στην αίτηση η εναγόμενη έχει καταχωρήσει ένσταση. Η συγκεκριμένη αίτηση δημιουργεί προβληματισμό διότι η πραγματική της βάση είναι αντιφατική και αλλοπρόσαλλη. Επικαλούνται αβλεψία και παρανόηση των πραγμάτων για την παράλειψη τους να συμμορφωθούν με το Δικαστικό διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων όμως παράλληλα επικαλούνται αδυναμία συμμόρφωσης στο διάταγμα εντός του καθορισμένου χρόνου των 45 ημερών που προέβλεπε το διάταγμα διότι δεν μπορούσαν να εντοπίσουν κάποια έγγραφα. Κατά την ακροαματική διαδικασία η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση και την ανέλαβε πρόσφατα, ανέφερε ότι διαπίστωσε ότι την ημέρα πριν την ακρόαση, η ένορκη δήλωση ήταν μέσα στον φάκελο της υπόθεσης όμως ουδέποτε καταχωρήθηκε αλλά και ούτε αντιλήφθηκε έγκαιρα ότι είχε εκδοθεί διάταγμα αποκάλυψης. Οπότε τα γεγονότα που τεκμηριώνουν την δικαιολογία για μη συμμόρφωση στο δικαστικό διάταγμα είναι συγχυσμένα και αντιφατικά. Ως εκ τούτου δίδεται μία συνολική εικόνα από τις πραγματικές παραστάσεις των αιτητών ότι δεν αποκαλύπτονται γνήσια και αληθινά οι αιτίες για τις οποίες υπήρξε τέτοια ολιγωρία στην καταχώρηση της ένορκης δήλωσης της αποκάλυψης. Αφού διαπιστώθηκε έστω και την προηγούμενη της ακρόασης τίθετο και ζήτημα ότι δεν καταχωρήθηκε αυτή η αίτηση έστω και την ημέρα της ακρόασης και καταχωρήθηκε μεταγενέστερα αφού ολοκληρώθηκε η εξέταση του πρώτου και πιο σημαντικού μάρτυρα των εναγόντων. Είναι δρακόντιες οι συνέπειες μη αποκάλυψης εγγράφων κατόπιν έκδοσης διατάγματος του Δικαστηρίου. H Δ.28 θ. 3 προνοεί τα ακόλουθα: "If a party ordered to make discovery of documents fails so to do he shall not afterwards be at libert to put in evidence on his behalf in the action and document he failed to discover or to allow to be inspected unless the Court is satisfied that he had sufficient excuse for so failing in which case the court may allow such document to be put in evidence on such terms as it may see fit". Aκόμη πιο αυστηρή είναι προσέγγιση που προδιαγράφεται από την Δ.28 θ. 12,13,14 όπου προβλέπονται κυρώσεις στην περίπτωση διαδίκου ή δικηγόρο που δεν είχε συμμορφωθεί με δικαστικό διάταγμα αποκάλυψης. Προβλέπεται ακόμη απόρριψη της αγωγής του ενάγοντα εξ' ολοκλήρου στην περίπτωση που δεν έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα. Η μη συμμόρφωση στο διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων αντιμετωπίζεται ως ζήτημα καταφρόνησης του Δικαστηρίου διότι προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά από την συνεχιζόμενη παράβαση στο διάταγμα. Δίδεται ευρεία εξουσία στο Δικαστήριο να υποχρεώσει διάδικο να αποκαλύψει έγγραφα και να δώσει λεπτομέρειες για την απαίτηση που είναι σχετικά με την υπόθεση διότι αναγνωρίζεται το δικαίωμα του αντιδίκου να γνωρίζει και να αντιμετωπίσει την υπόθεση εναντίον του. Στην υπόθεση Gap Navigation Ltd. v. Merzico Marathon SRL[1] επεξηγήθηκε ότι σχετικά έγγραφα μπορεί να είναι οποιαδήποτε έγγραφα που μπορούν άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την υπόθεση του είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του. Τα σχετικά θέματα σε γενική αίτηση για αποκάλυψη προκύπτουν από τα δικόγραφα δηλαδή από την έκθεση απαιτήσεως και την έκθεση υπερασπίσεως ( βλ. Compagnie v. Financiere Du Pacifique[2]). Με βάση το Annual Practice Book του 1958 η αντίστοιχη αγγλική διάταξη της Δ.28 θ.1 των θεσμών είναι το O.31 r.
- Στη σελίδα 713 του Annual Practice Book επεξηγείται ότι υπάρχει δικαίωμα για αποκάλυψη εγγράφων το οποίο μπορεί να περιορισθεί μόνο όταν το Δικαστήριο διαπιστώσει, με βάση τα δικόγραφα ή προηγούμενες ένορκες δηλώσεις που έχουν γίνει κατόπιν έκδοσης διατάγματος για αποκάλυψη εγγράφων, ότι με την εν λόγω αποκάλυψη δεν θα εξυπηρετηθεί κανένας νόμιμος σκοπός και ότι η αποκάλυψη δεν θα βοηθήσει με κανένα τρόπο την δίκαια επίλυση της εν λόγω αγωγής. Η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει αποκάλυψη είναι ευρύτατη και δεν περιορίζεται στο να διατάξει την αποκάλυψη εγγράφων τα οποία η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει ως τεκμήρια προς υποστήριξη της υπόθεσης της κατά την ακρόαση της αγωγής. Στην αγγλική υπόθεση Compagnie v. Financiere Du Pacifique[3] επεξηγήθηκε με σαφήνεια ποια είναι τα όρια της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να διατάξει αποκάλυψη εγγράφων. "[a] document which it is not unreasonable to suppose may tend to either advance the case of the party seeking discovery or to damage the case of his adversary should be regarded as a document relating to a matter in question in the action.a document relates to the matters in question in the action, which not only be evidence upon any issue but also which it is reasonable to suppose contains information which may either directly or indirectly enable the party requiring the affidavit either to advance his own case or to damage the case of his adversary" Στην υπόθεση Χριστόδουλος Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ[4] επεξηγήθηκε ποια είναι τα όρια της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να διατάξει την παροχή λεπτομερειών με βάση τους θεσμούς. Από το συνδυασμένο αποτέλεσμα της Δ.19, θ.6 και της Δ.19, θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ακολουθεί και η αρχή που εκφράζεται ως βασική αρχή στη νομολογία ότι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με τη μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξη τους. Δίδονται δε ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει ποια υπόθεση μπορεί να αναμένει να παρουσιασθεί στη δίκη και να μην καταληφθεί εξ΄απίνης. Οι λεπτομέρειες έχουν σκοπό να διευκρινίσουν και να εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα. Στην παρούσα περίπτωση οι ενάγοντες αγνόησαν δικαστικό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε εκ συμφώνου τον Ιανουάριο 2015 και δεν αποκάλυψαν έγγραφα σχετικά με την απαίτηση τους που θα μπορούσαν να βλάψουν τους αντιδίκους τους ή να τους βοηθήσουν στην υπεράσπιση τους. ΄Εχουν με την συμπεριφορά τους διαταράξει τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και μάλιστα με άδικο τρόπο κατά παράβαση δικαστικού διατάγματος στο οποίο οι ίδιοι είχαν συμφωνήσει να εκδοθεί. Η Δ.57 θ. 2 προβλέπει ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να ασκήσει την διακριτική του εξουσία υπέρ μίας παράτασης εάν αυτό είναι δίκαιο και ορθό υπό τις περιστάσεις. Στην υπόθεση Λυσιώτη ν. Κυπριακή Δημοκρατίας[5] το Εφετείο επεξήγησε ότι δεν δύναται να παραταθεί χρόνος που έχει καθορίσει το Δικαστήριο ή οι θεσμοί διά να καταχωρηθεί δικόγραφο ή ένορκη δήλωση εκτός και εάν εξυπηρετούνται οι ευρύτεροι στόχοι απονομής της δικαιοσύνης. Το θέμα της παράτασης της προθεσμίας στην κρινόμενη περίπτωση διέπεται από την Δ.57 θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Ο θεσμός αυτός παρέχει εξουσία στο δικαστήριο να χορηγήσει παράταση της προθεσμίας που προβλέπεται από τους θεσμούς. ΄Εχει επανειλημμένα εξεταστεί από τη νομολογία μας. Από την επισκόπηση της σχετικής νομολογίας προκύπτουν οι πιο κάτω αρχές: "
- Η προεξάρχουσα αρχή είναι ότι η σχετική εξουσία του δικαστηρίου αποτελεί ζήτημα διακριτικής ευχέρειας (Loizou v. Konteatis
(1968)1 C.L.R. 291, 293 και Schafer v. Blyth
(1920)3 K.B. 143). Η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται δικαστικά και να λαμβάνονται υπόψη όλα τα ουσιώδη περιστατικά της υπόθεσης. Ανάμεσα στα περιστατικά πρωτεύουσα θέση κατέχει η ύπαρξη ή όχι ικανοποιητικής δικαιολογίας για την παράλειψη του αιτητή να κάμει μέσα στις καθορισμένες προθεσμίες αυτό που τώρα επιζητεί να κάμει (Λυρατζής ν. Χαραλάμπους κ.α.
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ., 193, Loizou (πιο πάνω), Cyprian Seaway Agencies v. Republic
(1981)3 C.L.R. 271). 2. Οι τασσόμενες προθεσμίες αποτελούν βασικό υποστήριγμα του νομικού μας συστήματος για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. (Μιχαηλίδης Χρίστου, Πολιτική ΄Εφεση 9626/25.11.96, Κληρίδη ν. Σταυρίδη, Πολιτικές Εφέσεις 8918 και 9064/21.10.97, και Βαρδιάνου ν. Richards, Πολιτική Έφεση 9112/14.4.98). ΄Οπου ο νομοθέτης θέτει προθεσμίες για τη λήψη διαδικαστικών μέτρων οι πρόνοιες αναφορικά με τις προθεσμίες πρέπει να εφαρμόζονται αυστηρά. Η τήρηση τους εξυπηρετεί άμεσα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Πρόκειται για ζήτημα που συνδέεται με το δημόσιο συμφέρο για την τελεσιδικία και επηρεάζει άμεσα τα συμφέροντα των διαδίκων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα που τάσσονται από τους θεσμούς εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης. Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης (Χόππης ν. Παναγή
(1993)Α.Α.Δ. 140, Βαρδιάνου (πιο πάνω) και Cyprus Import Corporation Ltd v. Κώστας, Πολιτική ΄Εφεση 9359/22.5.98). 3. Ειδικές περιστάσεις όπως υπερβολική αργοπορία δυνατόν να πείσουν το δικαστήριο να αρνηθεί την παράταση της προθεσμίας (Eaton v. Storer 22 Ch. D. 92, C.A. και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 904).
- Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτελεί αποκλειστικό οδηγό για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για την παράταση της προθεσμίας (Χόππης (πιο πάνω), σελ.
- Βλ. και Ιωάννου ν. Θεοδούλου κ.α., Πολιτική Έφεση 10232/11.1.2000 στην οποία έχουν επισημανθεί τα εξής: "Ο προσδιορισμός των συμφερόντων της δικαιοσύνης σε κάθε περίπτωση, είναι έργο σύνθετο. Αντισταθμίζονται, αφενός, οι συνέπειες της παρεκτροπής από τα θέσμια, τα επακόλουθα τους στα δικαιώματα του αντιδίκου και, αφετέρου, οι συνέπειες άρνησης του αιτήματος στα συμφέροντα του αιτητή. ΄Οπως εξηγείται στη Χοππής, σελ. 143: "Το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη με το σύνολό των αρχών του δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης" (Βλ. επίσης Δημοκρατίας ν. Χριστοδούλου, Α.Ε. 2207-2208/20.6.97 και Πισσούριου ν. Golden Hand Co. Ltd, Πολιτική Έφεση 10272/26.2.99). Το δικαίωμα του εφεσείοντα να ακουσθεί - το οποίο επικαλείται - διασφαλίζεται από το άρθρο 30.3 (β) και (γ) του Συντάγματος. Ωστόσο αυτό το δικαίωμα πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο. Έχει δε νομολογηθεί ότι η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και συγχρόνως εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας (Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 Α.Α.Δ. 984, 988). Η Δ.57 θ. 2 των θεσμών είναι αντίστοιχη με την διάταξη των Αγγλικών Θεσμών 64.6 κατά το έτος 1952. Σύμφωνα με το Annual Practice Book 1952 στο επεξηγηματικό σημείωμα που αφορά αυτή την διάταξη σκοπός αυτής της πρόνοιας είναι η αποφυγή της αδικίας. «The object of the rule was to give the Court in every case a discretion to extend time with a view to the avoidance of injustice (pg. 1871)». ΄Oμως στην περίπτωση που το Δικαστήριο έχει εκδώσει διαταγή να συμμορφωθεί ο διάδικος με συγκεκριμένη διαταγή, όπως είναι και η υποχρέωση για αποκάλυψη εγγράφων, η παράταση χορηγείται μόνο σε ειδικές περιπτώσεις. «The time for performance of a peremptory order will not be exetended except under very special circumstances. (Pg. 1373)». Ακόμη πιο σχετική είναι η σημείωση που αναφέρει ότι στην περίπτωση που η διαταγή έχει εκδοθεί εκ συμφώνου αυτή μπορεί να αλλοιωθεί μόνο κατόπιν συγκατάθεσης της άλλης πλευράς. «The time limited by a consent order order for doing an act cannot be extended except by consent.pg. 1375». Πριν από 10 μήνες οι ενάγοντες αποδέχθηκαν εκ συμφώνου την έκδοση του διατάγματος που τους υποχρέωνε εντός των 45 ημερών να αποκαλύψουν όλα τα έγγραφα στην κατοχή τους και/ή υπό τον έλεγχο τους που ήταν σχετικά με την απαίτηση τους. Δεν συμμορφώθηκαν ποτέ και μόνο όταν υπήρχαν συνέπειες της μη συμμόρφωσης, ήτοι, δεν τους επετράπηκε να καταχωρήσουν έγγραφα στην κατοχή τους να αποδείξουν την υπόθεση τους δεήσαν να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση με την οποία ζητούν παράταση χρόνου να κάνουν εκείνο που τους διάταξε το Δικαστήριο και εκείνο που συμφώνησαν να κάνουν ώστε να μην βρεθεί σε δυσμενή θέση η πλευρά των εναγομένων την ημέρα της ακρόασης. Η αδιαφορία τους στις προθεσμίες που έθεσε το Δικαστήριο είναι αισθητή και απαράδεκτη. Ακόμη και στα πλαίσια αυτής της αίτησης δεν ήταν ειλικρινής προς το Δικαστήριο και έχουν προβάλλει αλλοπρόσαλλες εκδοχές για να εξηγήσουν αυτή την ανεπίτρεπτη παρεκτροπή στα θέσμια και τους χρονικούς περιορισμούς που έθεσε το Δικαστήριο να αποκαλύψουν έγγραφα προκειμένου να μην επηρεασθεί άδικα η πλευρά της εναγομένης. Δεν βλέπω, να εξυπηρετείται δίκαιος σκοπός με την παράταση της προθεσμίας. Αντιθέτως, στην περίπτωση που δοθεί η παράταση η πλευρά των εναγόντων θα αποκτήσει ένα πλεονέκτημα εις βάρος της εναγομένης και μάλιστα ένα πλεονέκτημα που το απέκτησε άδικα καταστρατηγώντας διάταγμα του Δικαστηρίου. ΄Εχει ήδη εξετασθεί και αντεξετασθεί ο πρώτος μάρτυρας Στην περίπτωση που δοθεί η συγκεκριμένη παράταση πιθανώς να ακολουθήσουν και άλλα αιτήματα για επανακλήτευση μαρτύρων κτλ. Δεν εξυπηρετείται η απονομή της δικαιοσύνης όταν η δικαστική διαδικασία είναι ατέρμονη, πολυέξοδη και δαιδαλώδης . Αυτή η κατάσταση των πραγμάτων έχει δημιουργηθεί από την αδικαιολόγητη ολιγωρία διαδίκου ο οποίος περιφρόνησε διάταγμα του Δικαστηρίου. Οι ενάγοντες με την αδικαιολόγητη τους ολιγωρία έχουν προκαλέσει εκτροχιασμό της διαδικασίας και δεν θα ασκήσω την διακριτική μου εξουσία υπέρ μίας παράτασης που θα προκαλέσει αδικία στην άλλη πλευρά επικυρώνοντας τον εκτροχιασμό της διαδικασίας και την αδικία. Η αίτηση απορρίπτεται τα έξοδα αίτησης επιδικάζονται εναντίον των αιτητών όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Πολιτική Έφεση αρ. 9960 ημ. 22/9/98 [2] [1882] 2 QBD 60 [3] Id. [4] 1ΑΑΔ 157
(2000)[5] 1 ΑΑΔ 364
(2000)cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο