← Κύπρος

Λούκα Ιωάννου ν. Gavin Kiril Gallimore, Αρ. Αγωγής:4483/2012, 30/10/2015

Λούκα Ιωάννου ν. Gavin Kiril Gallimore, Αρ. Αγωγής:4483/2012, 30/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A230 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:4483/2012 Μεταξύ: Λούκα Ιωάννου Ενάγοντος/Καθ΄ου η Αίτηση και Gavin Kiril Gallimore Εναγόμενου/ Αιτητή Ημερομηνία: 30 Οκτωβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για τον εναγόμενο/ αιτητή:Ο κ. Ανδρέας Πλαστήρας Για τον ενάγοντα/ καθ΄ου η αίτηση: Η κα Άντρια Ττίκκου για Μιχαηλίδου & Κωνσταντίνου Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Σε αίτηση με ημερομηνία 04.02.2015 για έκδοση διατάγματος (α) ακύρωσης και παραμερισμού του διατάγματος που επέτρεψε τη σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής και (β) απόρριψης ή ακύρωσης ή παραμερισμού του κλητηρίου εντάλματος, (γ) του διατάγματος για υποκατάστατο επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, (δ) των διαταγμάτων με τα οποία ανανεωνόταν το κλητήριο ένταλμα και (ε) παραμερισμού της υποκατάστατης επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος.) Ο ενάγων αξιώνει με την αγωγή του από τον εναγόμενο ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, υλικές και συναφείς βλάβες και απώλειες, πόνους, ψυχική οδύνη και εξευτελισμό και ταλαιπωρίες τις οποίες υπέστη ως αποτέλεσμα της εκ προθέσεως χρήσης βίας που άσκησε ο εναγόμενος εναντίον του στις 3.08.1999 σε δισκοθήκη στην Αγία Νάπα Αμμοχώστου. Περαιτέρω διεκδικεί παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές και/ή επιβαρυντικές αποζημιώσεις για τις σωματικές βλάβες και τις ζημιές που του προκάλεσε ο εναγόμενος και υπέστη ο ενάγων κατά το πιο πάνω επεισόδιο. Η σύνοψη της πορείας της παρούσας αγωγής όπως αυτή παρουσιάζεται στον φάκελο της υπόθεσης και στις σχετικές καταγραφές των δύο πλευρών τόσο στις ένορκες δηλώσεις τους όσο και στις αγορεύσεις τους κρίνεται αναγκαία ενόψει των ποικίλων αιτημάτων του εναγόμενου - αιτητή (στη συνέχεια «ο αιτητής»), όπως τα απαρίθμησα πιο πάνω στον υπότιτλο της απόφασης και των λόγων που προβάλλονται στην αίτηση. Ο ενάγων εξασφάλισε την 31.10.2011 διάταγμα με το οποίο του παρεχόταν άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος εναντίον του εναγομένου. Η αγωγή καταχωρήθηκε την 20.12.2012 με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα. Την 19.03.2013 εκδόθηκε διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση εκτός δικαιοδοσίας της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος στη διεύθυνση του εναγομένου στην Αγγλία μέσω της υπηρεσίας data post του Κρατικού Ταχυδρομείου Κύπρου και/ή μέσω διπλοσυστημένης επιστολής με ανάλογες οδηγίες ως προς την εμφάνιση του τελευταίου. Την 22.01.2014 εκδόθηκε διάταγμα για ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος για 6 μήνες από 20.12.

  1. Την 14.05.2014 ο εναγόμενος μέσω των δικηγόρων του στη Κύπρο καταχώρησε εμφάνιση υπό διαμαρτυρία. Στη συνέχεια την 19.05.2014 καταχωρήθηκε αίτηση εκ μέρους του εναγομένου με την οποία είχε αιτηθεί την ακύρωση της προς αυτόν επίδοσης των δικαστικών εγγράφων και την ακύρωση και/ή παραμερισμό του Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος και του διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση και του διατάγματος για ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος. Την 20.06.2014 εκ συμφώνου εκδόθηκε διάταγμα το οποίο ουσιαστικά ακύρωνε την επίδοση των δικαστηριακών εγγράφων στον εναγόμενο ενώ τα υπόλοιπα αιτητικά της αίτησης εγκαταλείφθηκαν ανεπιφύλακτα. Στο μεταξύ την 11.06.2014 εκ μέρους του ενάγοντος καταχωρήθηκε νέα αίτηση για ανανέωση του Κλητηρίου Εντάλματος και την ίδια ημερομηνία δηλαδή την 20.06.2014 το κλητήριο ένταλμα ανανεώθηκε για άλλους 6 μήνες από 20.06.
  2. Η επίδοση έγινε μέσω της υπηρεσίας data post του κρατικού ταχυδρομείου Κύπρου. Η επίδοση και η παραλαβή των εγγράφων από τον εναγόμενο έγινε στις 10.09.
  3. Tην 9.12.2014 ο σημερινός δικηγόρος του εναγομένου καταχώρησε μονομερή αίτηση που να επιτρέπει στον αιτητή να καταχωρήσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία η οποία εγκρίθηκε υπό του Δικαστηρίου την 12.01.15 παρέχοντας του χρόνο 15 ημερών να καταχωρήσει εμφάνιση. Ακολούθως του παραχωρήθηκε παράταση του χρόνου αυτού για άλλες 10 ημέρες και πράγματι καταχωρήθηκε τέτοια εμφάνιση την 4.02.2015 και την ίδια ημέρα καταχωρήθηκε η υπό εκδίκαση αίτηση. Η αίτηση έχει ως νομική βάση την Δ.2 Θ.1,2,3, Δ.4, Δ.5 Θ. 9, 10, Δ.5Α, Δ.6 Θ. 1(e)(a), (h), (Θ), 2,3,4,5,6,7,8,9, Δ.16 Θ.9, Δ.27, Θ.3, Δ.48 Θ.1-4,8,9,12,13, Δ.51 Θ.1, 2Α και 4 Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το αρ. 3 Κεφ. 6, τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό ΕΚ 1393/097, τον περί της Σύμβασης περί την εν τη εν Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις Νόμο Ν.40/82και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό τα αρ. 1-3, 5 -10, 12, 15 και 19, στο αρ. 68, Κεφ.148, τον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/9/60 και στις εγγενείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα της αίτησης τα υποστηρίζει με ένορκη δήλωση του ο δικηγόρος κ. Λούκας Πασχαλίδης ο οποίος δηλώνει ότι συνεργάζεται με τον δικηγόρο κ. Ανδρέα Πλαστήρα και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον εναγόμενο αιτητή να προβεί στην ένορκη δήλωση στην οποία προβαίνει μετά από μελέτη του φακέλου της υπόθεσης και από πληροφορίες και έγγραφα που έλαβε από τον κ. Πλαστήρα αλλά και τον εναγόμενο, ο οποίος διαμένει στο εξωτερικό και είναι για αυτό που δεν ορκίζεται ο ίδιος προσωπικά αλλά και γιατί τα όσα δηλώνει ουσιαστικά αφορούν νομικά θέματα. Στην αίτηση του επισυνάπτει διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια δηλώνοντας ότι η κατάθεση τους γίνεται χωρίς παραδοχή ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους αλλά γίνεται απλά για σκοπούς αναφοράς στα γεγονότα που ο ίδιος ο ενάγοντας έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου για να πετύχει στα διαδικαστικά διαβήματα στα οποία προέβη. Πέραν της πορείας της υπόθεσης, όπως αυτή καταγράφτηκε πιο πάνω, ο ενόρκως δηλών ουσιαστικά υποστηρίζει ότι ο ενάγων έπρεπε για να πετύχει και λάβει άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος να πείσει το Δικαστήριο θέτοντας πλήρη και ειλικρινή μαρτυρία ότι αυτός έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής η οποία εδράζεται επί καλού αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του εναγομένου. Περαιτέρω δηλώνει τα ακόλουθα στις παραγράφους 13 - 25 προς υποστήριξη των θέσεων του, τα οποία καταγράφω αυτολεξεί: «
  4. Στην παρούσα υπόθεση ο ενάγοντας έπρεπε, για να πετύχει να λάβει άδεια για σφράγιση του κλητηρίου , να πείσει το δικαστήριο θέτοντας πλήρη και ειλικρινή μαρτυρία ότι αυτός έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής η οποία εδράζεται επί καλού αγώγιμου δικαιώματος (prima facie good cause of action) εναντίον του εναγομένου. Περαιτέρω, για να μπορέσει να εξασφαλίσει άδεια για επίδοση της αγωγής εκτός δικαιοδοσίας, και εάν χρειαστεί με υποκατάστατο τρόπο, θα πρέπει και πάλι να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, επιπρόσθετα των ανωτέρω, τέτοια μαρτυρία που να καταδεικνύει κατά τρόπο επαρκώς ικανοποιητικό ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Όσον αφορά δε την ανανέωση της ισχύος του κλητηρίου, για να καταστεί δυνατή θα πρέπει το δικαστήριο να πεισθεί ότι η μη επίδοση του δεν οφείλεται σε αδιάφορη και καταχρηστική συμπεριφορά του ενάγοντα αλλά σε γνήσια αδυναμία.
  5. Θεωρώ ότι στην παρούσα υπόθεση σε καμία από τις πιο πάνω δικαστικές διαδικασίες ο ενάγοντας εδικαιούτο στα αντίστοιχα αιτήματα του εφόσον, όχι μόνο δεν πληρούσε τις αντίστοιχες προϋποθέσεις που επιβάλλουν οι σχετικοί νόμοι, κανονισμοί και νομολογία, αλλά επίσης διότι κατ' επανάληψη και εσκεμμένα παραπλάνησε το Δικαστήριο κατά ανεπίτρεπτο τρόπο αποκρύπτοντας ουσιώδη γεγονότα και παρουσιάζοντας μια εντελώς αναληθή εικόνα της υπόθεσης.
  6. Κατ' αρχή, το αδίκημα επί του οποίου εδράζει την παρούσα αγωγή ως αυτό παρουσιάζεται στο κλητήριο ένταλμα και στη σχετική μαρτυρία έχει, δυνάμει του Αρ. 68 του Κεφ. 148, παραγραφεί εδώ και αρκετά χρόνια και επομένως δεν μπορεί να συνιστά καλή βάση ή αιτία αγωγής. Τίποτα στα όσα έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ο ενάγοντας δεν καταδεικνύει γιατί νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή κατά το χρόνο που την ήγειρε αφού από τα όσα έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τουλάχιστον κατά το 2001-2003 όχι μόνο ήταν σε πλήρη θέση, τόσο σωματικά όσο και πνευματικά, να καταχωρήσει οποιαδήποτε αγωγή ως η παρούσα και δεν το έπραξε, αλλά μάλιστα από το 2002 εκπροσωπείται για σκοπούς των επίδικων ισχυρισμών του από δικηγόρο, ο οποίος μάλιστα ζητά και λαμβάνει την 12/03/2002 σχετική έκθεση γεγονότων από την αστυνομία (βλ. σχ. Τ.5 Ε.Δ ημερ. 20/20/2011 στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 119/2011).
  7. Πέραν των ανωτέρω όμως, αυτό που έθεσε ο Ενάγοντας στα πλαίσια της Γ.Α 119/2011 για να δικαιολογήσει την καθυστέρηση του ήταν σύμφωνα με την παρ. 17 της Αίτησης του ότι αγνοούσε την διεύθυνση του εναγόμενου στο Ηνωμένο Βασίλειο, ανυπέρβλητο όπως αφήνει να νοηθεί εμπόδιο στην καταχώρηση δικαστικών μέτρων, την οποία όμως κατάφερε, «μετά από ένα μαραθώνιο», να ανακαλύψει κατά το χρόνο που υποβλήθηκε η αίτηση για άδεια σφράγισης, ήτοι την 20/10/
  8. Προς επιβεβαίωση τούτου, επισύναψε ως Τ.6 σχετική επιστολή Άγγλου ιδιώτη ντετέκτιβ.
  9. Όπως εξηγώ πιο κάτω, οι πιο πάνω ισχυρισμοί του ουδόλως ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα αλλά μάλιστα καταρρίπτονται από την ίδια τη μαρτυρία που έχει ο ίδιος θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου καθ' όλη την πορεία της υπόθεσης, πέραν και ανεξάρτητα των όσων αντιφατικά προβάλλει κάθε φορά, αναλόγως της περίπτωσης σε κάθε δικαστική διαδικασία που ακολουθήθηκε.
  10. Κατ' αρχάς, από την επιστολή του ντετέκτιβ που αποτέλεσε σύμφωνα με τον Ενάγοντα και την πρώτη δυνατή ευκαιρία καταχώρησης της Αγωγής, προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο ενάγοντας προτού να αποταθεί στον ντετέκτιβ, γνώριζε ήδη μια διεύθυνση του εναγόμενου, την οποία μάλιστα και εφοδίασε για έλεγχο στον εν λόγω ντετέκτιβ. Η αναφορά του ντετέκτιβ σε «supplied address» ήτοι σε διεύθυνση με την οποία εφοδιάστηκε ο ντετέκτιβ από τον εντολέα του ενάγοντα αναφέρεται σε διεύθυνση στο Λονδίνο. Προκύπτει επομένως ξεκάθαρα ότι ο ενάγοντας είχε για σκοπούς καταχώρησης αγωγής από πριν κάποια διεύθυνση στη βάση της οποίας μπορούσε να καταχωρήσει αγωγή και δεν το έπραξε. Το αν ο εναγόμενος δεν μπορούσε να ανευρεθεί σε αυτή τη διεύθυνση, ισχυρισμό βέβαια στον οποίο δεν προβαίνει ο ενάγοντας, αφού άλλωστε εσκεμμένα καμία αναφορά κάνει για προηγούμενη γνώση του περί κάποιας διεύθυνσης για τον εναγόμενο, δεν συνιστά κώλυμα στην έγερση αγωγής αλλά ίσως λόγο για να επιτραπεί κάποιος υποκατάστατος τρόπος επίδοσης εάν τέτοια αγωγή ήθελε καταχωρηθεί, όπως άλλωστε έπραξε στο παρελθόν ο ενάγοντας αλλά εσκεμμένα δεν το ανέφερε στο δικαστήριο. Επί αυτού του σημείου θα προβώ σε συγκεκριμένη αναφορά πιο κάτω στην παρούσα.
  11. Σε κάθε περίπτωση όμως, δεν μπορεί να παραγνωριστεί η μετά τη σφράγιση συμπεριφορά του ενάγοντα. Ενώ εξασφαλίζει με τη μαρτυρία του διάταγμα σφράγισης στις 31/10/2011 εντούτοις δεν καταχωρεί την αγωγή του παρά μόνο μετά από δέκα τέσσερεις

(14)μήνες, ήτοι την 20/12/
  1. Πέραν και ανεξάρτητα του ότι η εν λόγω στάση συνιστά παντελή αδιαφορία στην προώθηση της υπόθεσης, αλλά και καταρρίπτει το γνήσιο των προθέσεων του, την ίδια στιγμή δημιουργείται σοβαρό ερώτημα ως προς το κατά πόσον δύναται διάταγμα σφράγισης το οποίο εξασφαλίστηκε μονομερώς να διατηρείται εις το διηνεκές και ιδιαίτερα για χρονικό διάστημα το οποίο θα ήταν αρκετό για να εκπνεύσει το ίδιο το κλητήριο που επέτρεπε να καταχωρηθεί. Θεωρώ πως τουλάχιστον για αυτό το λόγο το διάταγμα σφράγισης και η αγωγή η ίδια θα πρέπει να παραμεριστούν και/ή ακυρωθούν.
  2. Επιπρόσθετα των ανωτέρω όμως, θα πρέπει να επισημανθεί ότι ενώ στην Γ.Α 119/2007 ο Αιτητής προβάλλει τον ισχυρισμό ότι δεν μπορούσε να εντοπίσει τον εναγόμενο στο Η.Β εξού και καθυστέρησε στην έγερση δικαστικών διαδικασιών, στην Αίτηση ημερ. 19/12/2013 για ανανέωση του κλητηρίου, στα πλαίσια της οποίας πέτυχε σχετικό διάταγμα ημερ. 22/01/2014, πρόβαλε ως λόγω αδυναμίας επίδοσης της αγωγής ότι ο εναγόμενος δεν κατέστη δυνατό να ανευρεθεί στην Κύπρο ως επίσης και ότι η διεύθυνση με την οποία τον είχε εφοδιάσει ο ντετέκτιβ δεν απέφερε καρπούς, οπόταν και ήταν αναγκαίο να εξευρεθεί νέα διεύθυνση. Αυτό όμως που δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας ως προς το καταχρηστικό, ανεπίτρεπτο και αναξιόπιστο των ισχυρισμών του ενάγοντα, πέραν των προαναφερόμενων εμφανών αντιφάσεων, είναι το ότι είναι σε αυτή τη διεύθυνση που εν τέλει επιχείρησε την επίδοση την πρώτη φορά περί τον Απρίλη του 2012 αλλά και εκ νέου στο παρόν στάδιο όπως άλλωστε φαίνεται και από τη σχετική απόδειξη αποστολής της υπηρεσίας data post του Ταχυδρομείου που βρίσκεται στο φάκελο του δικαστηρίου.
  3. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τον ίδιο τον ενάγοντα, από το 2011 μέχρι και το 2014 ο εναγόμενος ευρίσκεται στην ίδια διεύθυνση, η επίδοση της Αγωγής σύμφωνα με το διάταγμα ημερ. 19/03/2013 έγκειτο στην απλή ταχυδρόμηση της αλλά αυτός για άγνωστο λόγο όχι μόνο δεν μπορούσε να τον εντοπίσει αλλά μάλιστα ούτε σε αυτή την απλή ταχυδρόμηση προέβηκε. Εντίμως θεωρώ ότι ούτε το διάταγμα ανανέωσης του κλητηρίου ημερ. 22/01/2014 θα έπρεπε να εκδοθεί εφόσον ο ενάγοντας κανένα καλό λόγο δεν έδειξε προς τούτο αλλά και πάλι παραπλάνησε εσκεμμένα το δικαστήριο.
  4. Ίσως όμως η πιο σημαντική παράμετρος απ' όλες η οποία και αναμφίβολα εσκεμμένα δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σε κανένα στάδιο από τη σφράγιση και μέχρι σήμερα είναι το γεγονός ότι το 2007 ο ενάγοντας καταχώρησε με άλλο δικηγόρο πανομοιότυπη με την παρούσα αγωγή εναντίον του εναγόμενου όχι όμως στο Ε.Δ Λάρνακας αλλά στο Ε.Δ Αμμοχώστου. Η εν λόγω αγωγή που έφερε τον αριθμό 484/2007 και την ύπαρξη της οποίας ο ενάγοντας απέκρυψε από το δικαστήριο κατά το στάδιο της σφράγισης και μετέπειτα, σφραγίζει θεωρώ και την τύχη της παρούσας αγωγής αφού το 2010 αυτή απορρίφθηκε από το Δικαστήριο υπό συνθήκες που δημιουργούν δεδικασμένο.
  5. Αυτό όμως που καθιστά ξεκάθαρο το βάσιμο των όσων αναφέρω ανωτέρω αναφορικά με τη συμπεριφορά του ενάγοντα, είναι το γεγονός ότι στην αγωγή 484/07, παρά την επίδειξη συμπεριφοράς που άγγιζε τα όρια περιφρόνησης, το δικαστήριο, του επέτρεψε, έστω και με καθυστέρηση δύο
(2)χρόνων από την καταχώρηση της, να προβεί σε υποκατάστατο επίδοση στον εναγόμενο δια δημοσίευσης της σε αγγλική εφημερίδα. Μάλιστα δε, όπως πρόσφατα ανακαλύφτηκε τυχαία, ο ενάγοντας εν τέλει προέβη στις σχετικές δημοσιεύσεις πλην όμως ουδέποτε επανήλθε στο δικαστήριο για να προωθήσει την αξίωση του ούτε καν για να αιτηθεί τυπικά πλέον απόφαση, με αποτέλεσμα αυτή να απορριφθεί στις 31/05/2010 υπό συνθήκες που, ως έκρινε το δικαστήριο, συνιστούσαν παντελή αδιαφορία στην προώθηση της διαδικασίας. Από τις εν λόγω δημοσιεύσεις, οι οποίες ανακαλύφθηκαν τυχαία κατόπιν πρόσφατης διαδικτυακής έρευνας και οι οποίες επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 5α και 5β, είναι που αποκαλύφθηκε και η ύπαρξη της αγωγής 484/07 την οποία απέκρυψε στην παρούσα ο ενάγοντας. Αντίγραφα των εγγράφων της αγωγής 484/2007 ως επίσης και του πρακτικού ημερομηνίας 31/05/2010 επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 6α και 6β.
  1. Δεν θα μπορούσε όμως ούτε να αγνοηθεί και η τότε προσπάθεια του ενάγοντα να παραπλανήσει το Δικαστήριο αφού ενώ είχε εξασφαλίσει διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση δια δημοσίευσης σε αγγλική εφημερίδα καθημερινής κυκλοφορίας αυτός δημοσίευσε την αγωγή σε εβδομαδιαία ελληνόφωνη κυπριακή εφημερίδα την οποία ο εναγόμενος σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να αντιληφθεί πόσο μάλλον να ενημερωθεί για την ύπαρξη της εν λόγω διαδικασίας.
  2. Ούτε και θα μπορούσε να αγνοηθεί ότι στην αγωγή 484/07, κατόπιν τροποποίησης ο ενάγοντας συμπεριέλαβε σε αυτή ως συνεναγόμενο την κυπριακή εταιρεία M.K.S. AYIA NAPA DISCOS LTD, στην οποία όμως ούτε καν επιχείρησε να επιδώσει και να προωθήσει την αγωγή του.» Σημειώνω ότι η έκθεση απαιτήσεως καταχωρήθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου την 19.02.
  3. Ο ενάγων - καθ΄ου η αίτηση (στη συνέχεια «ο καθ΄ου η αίτηση») καταχώρησε ειδοποίηση περί της προθέσεως του να ενστεί. Η νομική της βάση είναι η ακόλουθη: Βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμούς Δ.48 Θ. 4,7 και 9, Δ.27 Θ. 3,Δ.2 Θ. 1,2,3, Δ.4,Δ.5 Θ. 1,2
(1),
(2),9,10,Δ.5 Α,Δ.6 1(e)(i)(f),4,5,6,7,8 και 9, Δ.51 Θ.1,Δ.64 και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στο Θ.1
(1)και
(2)και
(3), στο άρθρο 3 του Κεφ. 6, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό ΕΚ 1393/2007 και ειδικότερα στο άρθρο 14, στον Περί της Σύμβασης περί την εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις Ν. 40/82και ειδικότερα στο άρθρο 10, στα άρθρα 28 - 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στο άρθρο 31 του Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στο άρθρο 68 του Κεφ. 148 και ειδικότερα στο άρθρο 68
(1)(β), στο άρθρο 6
(3)του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο 66(Ι)/2012, στη Γενική Πρακτική, στη Νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι τους οποίους επίσης καταγράφω αυτολεξεί: «
  1. Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αβάσιμη και/ή πάσχει Νομικά.
  2. Δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι αναγνωρισμένες δικονομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και η Νομολογία για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  3. Η αίτηση κωλύεται να προχωρήσει λόγω δεδικασμένου (RES JUDICATA), οι αιτούμενες θεραπείες δεν είναι ορθές υπό τις περιστάσεις και/ή δεν είναι δικαιολογημένες.
  4. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση δεν δικαιολογούν την αιτούμενη θεραπεία.
  5. Η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και αστήρικτη σε ότι αφορά τα γεγονότα της.
  6. Δεν δίδεται αλλά ούτε και υπάρχει κανένας λόγος για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων τα οποία θα θέσουν τον Ενάγοντα σε δυσμενέστερη θέση από ότι ήδη είναι αδικαιολόγητα.
  7. Η αίτηση παραβιάζει και έρχεται σε καταφανή αντίθεση με τις πρόνοιες των άρθρων 28, 29 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
  8. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση είναι ανεπαρκής, αντικανονική και /ή λανθασμένη και /ή ανεπαρκής και/ή ασαφής και/ή αβάσιμη και δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε λόγο που θα επέτρεπε ή θα δικαιολογούσε βάσει της υφιστάμενης νομοθεσίας την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή η Ένορκη Δήλωση δεν ικανοποιεί τα κριτήρια που επιβάλλει η νομοθεσία και η πάγια νομολογία.
  9. Η αίτηση είναι πρόωρη και δεν συντρέχει λόγος εκδίκασης της καθότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να έχει ενώπιον του όλα τα γεγονότα στο στάδιο αυτό.
  10. Ο Εναγόμενος - Αιτητής ενεργεί κακόπιστα και καταχρηστικά με σκοπό την πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης και ταλαιπωρίας.
  11. Η αίτηση είναι ενοχλητική, σκανδαλώδες και καταχρηστική.
  12. Ο Εναγόμενος δεν νομιμοποιείται να στραφεί εναντίον των ενδιάμεσων μονομερών Αιτήσεων σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας.» Τα γεγονότα τα οποία στηρίζουν την ένσταση υποστηρίζονται με ένορκη δήλωση του ίδιου του ενάγοντος, ο οποίος υποστηρίζει τους πιο πάνω λόγους ένστασης παραπέμποντας στο φάκελο της υπόθεσης αλλά και στις διάφορες διαδικασίες που έλαβαν χώραν εκ μέρους του καθ΄ου η αίτηση με σκοπό να πετύχει επίδοση τόσο αγωγών που καταχώρησε στο παρελθόν όσο και της παρούσας και αναλύοντας τους παρέχοντας πληθώρα λεπτομερειών. Περιγράφει το επεισόδιο που έλαβε χώρα την 3.08.1999 από το οποίο προέκυψε το αδίκημα και η βάση της αγωγής και για το οποίο διεκδικεί αποζημιώσεις και τις συνέπειες που είχε στον ίδιο ο τραυματισμός του κατά το εν λόγω επεισόδιο. Περιγράφει τις προσπάθειες που έκανε να εντοπίσει τον εναγόμενο καταχωρώντας ταυτόχρονα πριν από την παρούσα δύο άλλες αγωγές τις οποίες δεν κατάφερε να επιδώσει στον εναγόμενο παρά τις μακρόχρονες και ενδεδειγμένες προσπάθειες που κατέβαλε για να το πετύχει. Κάνει αναφορά στην κατάσταση της υγείας του και στις βλάβες που υπέστη σωματικές και υλικές τις οποίες εξακολουθεί να υφίσταται. Διαψεύδει ισχυρισμούς του αιτητή οι οποίοι προβάλλονται μέσω του δικηγόρου του τον οποίο δυστυχώς λόγω ακριβώς της ένορκης δήλωσης που υπογράφει δικηγόρος δεν μπορεί να τον αντεξετάσει για να φανερωθεί το ψευδές των ισχυρισμών του. Όπου χρειαστεί στη συνέχεια για όσους από τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς των αντίστοιχων ενόρκων δηλώσεων οι οποίοι έχουν σημασία για την εξαγωγή των απαραίτητων συμπερασμάτων μου θα αναφερθώ με λεπτομέρεια. Δεν προσκομίστηκε προφορική μαρτυρία και οι συνήγοροι προχώρησαν με τις εμπεριστατωμένες πράγματι γραπτές αγορεύσεις τους αναλύοντας τα γεγονότα της υπόθεσης σε συνδυασμό με τη σχετική νομοθεσία, νομολογία και αυθεντίες υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Τις μελέτησα και τις λαμβάνω πολύ σοβαρά υπόψη στην εξαγωγή των απαραίτητων συμπερασμάτων μου για κάθε πτυχή που απασχόλησε. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΕΞΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΩΝ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΩΝ: Ο αιτητής στην γραπτή του αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του εισηγείται συνοπτικά τα ακόλουθα: (α) ότι ο καθ΄ου η αίτηση κακώς πέτυχε τόσο την άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος, όσο και τα διατάγματα ανανέωσης του, αφού όχι μόνο δεν ικανοποίησε τις απαραίτητες προϋποθέσεις και κυρίως την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής αιτίας αγωγής η οποία εδράζεται επί καλού αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του αλλά και απέκρυψε - ενώ είχε καθήκον αποκάλυψης - ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο, όπως την προ πολλού παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος του και το γεγονός πως είναι η τρίτη φορά που καταχωρεί την ίδια και αυτή αγωγή, (β) η αγωγή συνιστά κατάφορη κατάχρηση της διαδικασίας αφού ακριβώς πανομοιότυπη αγωγή (εξ όσων εκ των υστέρων αποκάλυψε ο ενάγοντας) καταχωρήθηκε το 2004 από τον Ενάγοντα και δεν προωθήθηκε ως επίσης και το 2007 που επίσης ενώ είχε γίνει υποκατάστατος επίδοσης και ο ίδιος μπορούσε να αιτηθεί απόφαση, δεν προωθήθηκε από τον καθ΄ου η αίτηση και απορρίφθηκε τα 2010 από το Δικαστήριο υπό συνθήκες μάλιστα που καθιστούν δεδικασμένο, (γ) το αγώγιμο δικαίωμα του καθ΄ου η αίτηση έχει παραγραφεί και (δ) στον αιτητή δεν αποστάληκαν όλα τα απαραίτητα και σχετικά με την υπόθεση έγγραφα είτε μεταφρασμένα είτε στην αγγλική είτε σε άλλη κατανοητή γι΄αυτόν γλώσσα. Ο καθ΄ού η αίτηση για όλα τα πιο πάνω ζητήματα προτάσσει λόγους ένστασης τους οποίους επίσης ανάλυσε στην εμπεριστατωμένη εισήγηση του. Θα ξεκινήσω την ανάλυση μου με το ζήτημα της παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του καθ' ού η αίτηση το οποίο είναι και το πιο καθοριστικό για την τύχη της αγωγής καθώς αν η κατάληξη μου είναι όπως η εισήγηση της πλευράς του αιτητή δεν θα έχει πια καμιά σημασία η ενασχόληση μου με τα υπόλοιπα ζητήματα. Ο αιτητής ισχυρίζεται στην αίτηση του ότι το αδίκημα το οποίο συνιστά τη βάση της αγωγής έχει παραγραφεί δυνάμει του άρθρου 68 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 και επομένως δεν μπορεί να συνιστά καλή βάση ή αιτία αγωγής και ότι τίποτε από όσα έχει θέσει ο καθ΄ου η αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου δεν καταδεικνύει γιατί νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή κατά το χρόνο που την ήγειρε. Η πλευρά του καθ΄ου η αίτηση ισχυρίζεται και επιχειρηματολόγησε επί τούτου ότι το αστικό αδίκημα το οποίο είναι η βάση της αγωγής δεν έχει παραγραφεί καθώς συνεπεία αυτού ο καθ΄ού η αίτηση υφίσταται συνεχώς νέες ζημιές από μέρα σε μέρα (de die in diem) μέχρι και σήμερα. Το άρθρο 68 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε το οποίο διέπει το θέμα της παραγραφής προνοεί τα ακόλουθα στις παρ. (α) και (β) αυτού για ό, τι ενδιαφέρει την παρούσα: «Καμιά αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα, εκτός αν αυτή εγερθεί - (α) εντός τριών ετών αμέσως μετά την πράξη ή παράλειψη με την οποία εγέρθηκε η αγωγή. ή (β) αν το αστικό αδίκημα προκαλεί νέα ζημιά κατά εξακολούθηση από μέρα σε μέρα, εντός τριών ετών από την κατάπαυση αυτής. ή.» Ο Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος του 2012 (Ν. 66(Ι)/2012)δεν εφαρμόζεται στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης αυτής εφόσον αυτός θεσπίστηκε μετά τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας αγωγής και δεν έχει αναδρομική ισχύ. Παρά το ότι το άρθρο 29 του πιο πάνω νόμου καταργεί το άρθρο 68 του Κεφ. 48 εντούτοις, η κατάργηση του εφαρμόζεται μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επισυνέβη κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του δηλαδή κατά ή μετά την 01.07.
  13. Η πλευρά του καθ΄ου η αίτηση με παραπομπή στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα CLERK & LINDSELL ON TORTS έκδοση του 1954, 11η έκδοση στη σελ. 241: « If the act complained of creates a continuing injury, and is of such a nature as to render the doer of it responsible for the continuance, them in cases in which damage is not of the essence of the action, as in trespass, a fresh cause of action arises de die in idem, and in case in which damage is of the essence of the action, as in nuisance, a fresh cause of action arises as often as fresh damage accrues.» εισηγείται ότι οι ζημιές που ο αιτητής προκάλεσε στον καθ΄ου η αίτηση είναι θλιβερότατες. Λόγω της βίας που ο αιτητής άσκησε στον καθ΄ού η αίτηση την 3.08.1999 ο τελευταίος υφίσταται ζημιές από μέρα σε μέρα μέχρι και σήμερα και θα εξακολουθεί να υφίσταται εφόρου ζωής χωρίς κατάπαυση. Έχω μελετήσει τα όσα ισχυρίζεται ο καθ΄ου η αίτηση στην ένορκη δήλωση του με την οποία υποστηρίζει την ένσταση του όσο και άλλες ένορκες δηλώσεις του όταν αποτεινόταν για την εξασφάλιση των διαφόρων διαταγμάτων για να μπορέσει να προωθήσει τις αξιώσεις του εναντίον του αιτητή όπως και το περιεχόμενο των τεκμηρίων τα οποία κάθε φορά επισύναπτε. Είναι γενικά ο ισχυρισμός του ότι κατάντησε ένα φυτό, ένας άνθρωπος που δεν μπορεί να εργαστεί, να ζήσει, να ερωτευτεί, να κάνει οικογένεια και ένα άνθρωπο που δεν μπορεί να απολαύσει ούτε μια στιγμή της ζωής του. Λόγω δε της ζημιάς που παθαίνει από μέρα σε μέρα αναζητεί συνεχώς θεραπείες στη Κύπρο και στο εξωτερικό με τα συνεπαγόμενα έξοδα και την προκύπτουσα ζημιά που υφίσταται από μέρα σε μέρα. Ισχυρίζεται ανικανότητα η οποία του προκλήθηκε συνεπεία της πράξης του εναγομένου εναντίον του. Περιγράφει επίσης με λεπτομέρειες την προσπάθεια που κατέβαλε για χρόνια για να βρει τα αναγκαία στοιχεία που θα αποδείκνυαν το αγώγιμο δικαίωμα του εναντίον του αιτητή και τη διεύθυνση τού τελευταίου για να του επιδώσει τα διάφορα δικαστικά έγγραφα. Η στάση του αιτητή όλα αυτά τα χρόνια, εκτός από την απαράδεκτη αδιαφορία που επέδειξε για το θύμα του, συνιστούσε και μια μεθοδευμένη προσπάθεια να μην ανευρεθεί. Επομένως δίδεται εξήγηση γιατί κατά την άποψη της πλευράς του καθ΄ου η αίτηση το αγώγιμο του δικαίωμα δεν έχει παραγραφεί και επομένως το αδίκημα επί του οποίου εδράζεται η αγωγή του κατά την άποψη του συνιστά καλή βάση ή αιτία αγωγής. Το ζήτημα αυτό δεν θα μπορούσε παρά να αποφασιστεί αφού ακουστεί μαρτυρία επί τούτου στα πλαίσια της εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης και να αποφασιστεί εφόσον εκτεθούν οι λόγοι που οδήγησαν τον καθ΄ου η αίτηση στην καταχώρηση της αγωγής στον χρόνο που την καταχώρησε. Το αίτημα διαγραφής της αγωγής στη βάση της Διαταγής 27 Θεσμός 3 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών δεν δικαιολογείται για τον λόγο και μόνο ότι γίνεται επίκληση παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος. Η επίκληση της παραγραφής εν προκειμένω δεν είναι λόγος που προνοείται στην Δ.27 Θ. 3 ότι «δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα». Η πιο πάνω διαταγή προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τη διαγραφή οποιουδήποτε δικογράφου για τον λόγο ότι αυτό δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση και σε κάθε τέτοια περίπτωση ή στην περίπτωση που η αγωγή ή η υπεράσπιση καταδεικνύεται από τα δικόγραφα να είναι κακόπιστη και ενοχλητική το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την αναστολή ή την απόρριψη της αγωγής ή να εκδώσει απόφαση αναλόγως όπως θεωρήσει δίκαιο.» Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι η εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο με τον πιο πάνω κανονισμό ασκείται μόνο σε εμφανείς και ξεκάθαρες περιπτώσεις και αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα ή όπου πεισθεί, ότι η διαδικασία είναι κακόπιστη και ενοχλητική (frivolous and vexatious). Δεν διατάσσεται διαγραφή δικογράφου εκτός αν αυτό είναι τόσο ανυπόστατο (demurrable) ώστε να μη δύναται να διασωθεί ούτε με διαταγή για τροποποίηση του (βλ Annual Practice, έκδοση 958, Τόμος 1, σελ. 574 κάτω από τον τίτλο «Scope of this Rule». H διαγραφή δικογράφου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. (βλ. In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246). Μελετώντας την αίτηση διαπιστώνεται ότι ο αιτητής αιτείται την διαγραφή της αγωγής για τον μόνο λόγο ότι ένεκα του ισχυρισμού του περί παραγραφής δεν αποκαλύπτεται εύλογο αγώγιμο δικαίωμα. Κανένας άλλος ουσιαστικός λόγος δεν παρέχεται μέσω της μαρτυρίας γιατί η παρούσα αγωγή εναντίον του είναι σκανδαλώδης, καταπιεστική και ενοχλητική ή γιατί δύναται να επηρεάσει δυσμενώς ή να θέσει σε αμηχανία ή να καθυστερήσει την δίκαιη δίκη της υπόθεσης ή γιατί κατά τα άλλα αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Τα μόνα άλλα ζητήματα που προβάλλει είναι τα ατελέσφορα δικονομικά διαβήματα του καθ΄ού η αίτηση μέχρι να πετύχει την επίδοση της παρούσας αγωγής του στον αιτητή και ζήτημα δεδικασμένου για το οποίο όμως θα επανέλθω στη συνέχεια.. Για τον λόγο δε ότι η αίτηση υποβλήθηκε πρόωρα δηλαδή πριν την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης εκ μέρους του καθ΄ού η αίτηση η Διαταγή 27 Θ. 3 την οποία επικαλείται ο αιτητής δεν τυγχάνει εφαρμογής. Όταν γίνεται επίκληση του πιο πάνω θεσμού δεν επιτρέπεται η προσαγωγή μαρτυρίας και το θέμα κρίνεται από το Δικαστήριο μόνο στη βάση των ισχυρισμών που εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης (βλ. Annual Practice, έκδοση 1958, τόμος 1, σελ. 575 όπου παρατίθενται μάλιστα και περιπτώσεις όπου η έκθεση απαίτησης διαγράφηκε και η αγωγή απορρίφθηκε). Βλέπε επίσης την Price v Philips
(1894)W.N.213 στην οποία αποφασίστηκε ότι σε αγωγή στην οποία από την Έκθεση Απαίτησης διεφάνη ότι το αγώγιμο δικαίωμα προέκυψε μετά την λήξη της περιόδου παραγραφής, αποφασίστηκε ότι η Έκθεση Απαίτησης δεν θα έπρεπε να διαγραφεί εκτός αν είχε εφαρμογή ο νόμος περί παραγραφής. Στην αγγλική απόφαση Dismore v. Milton
(1938)3 All E.R. 762 λέχθηκε ότι σε αίτηση για διαγραφή δεν νομιμοποιείται ο εναγόμενος να επικαλείται την παραγραφή ως την βάση για την θέση ότι η Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα. Στην δε υπόθεση Riches v. Director of Public Prosecutions
(1973)2 All E.R. 935 το Αγγλικό Εφετείο αποφάσισε ότι μια έκθεση απαίτησης μπορεί να διαγραφεί για τον λόγο ότι δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα, νοουμένου ότι είναι σαφές, ότι ο ενάγων δεν μπορεί να στηριχθεί ή να επικαλεσθεί κάποια από τις εξαιρέσεις του νόμου που διέπει την παραγραφή, ώστε να μπορεί να ξεφύγει από τις πρόνοιες του νόμου αυτού που κατά τα άλλα καθιστούν την αγωγή του παραγεγραμμένη. Επομένως καταλήγω ότι για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν μπορώ να αποδεχθώ τη θέση της πλευράς του αιτητή περί παραγραφής του αγωγίμου δικαιώματος του καθ΄ου η αίτηση και ως εκ τούτου οι σχετικοί λόγοι ένστασης του πετυχαίνουν. Τέθηκε εκ μέρους του αιτητή ζήτημα δεδικασμένου για δύο προηγηθείσες αγωγές τις οποίες καταχώρησε ο καθ΄ου η αίτηση την 611/2004 και την 484/2007. Το ζήτημα του δεδικασμένου σε κάθε περίπτωση είναι νομικό σημείο το οποίο μπορεί να εξετασθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης και δεν συντρέχει λόγος να εξετασθεί προδικαστικά δεδομένου πως το Δικαστήριο δεν μπορεί να έχει ενώπιον του όλα τα γεγονότα στο στάδιο αυτό καθότι στα πλαίσια της παρούσας αγωγής δεν καταχωρήθηκε Υπεράσπιση στην Έκθεση Απαίτησης ούτε και Απάντηση και δεν ολοκληρώθηκε η δικογραφία (absence of pleadings). Η δε αίτηση όπως ανέφερα και πιο πάνω καταχωρήθηκε ακόμα και πριν καταχωρηθεί η έκθεση απαίτησης. Πέραν όμως των πιο πάνω και προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα ενόψει και του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου διαπιστώνεται ότι στις πιο πάνω αγωγές δεν υπάρχει τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Οι αγωγές αυτές διακόπηκαν στα αρχικά τους στάδια για τον λόγο ότι δεν είχαν επιδοθεί και τα κλητήρια εντάλματα είχαν παύσει να ισχύουν καθώς δεν είχαν ανανεωθεί. Για την εφαρμογή του κανόνα του δεδικασμένου πρέπει να υπάρχουν τα πιο κάτω τέσσερα βασικά στοιχεία τα οποία πρέπει να συντρέχουν: (α) η απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη, (β) πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων, (γ) πρέπει να υπάρχει ταύτιση ιδιότητας των διαδίκων και (δ) πρέπει να υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων (βλ. Το Δίκαιο Της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές σελ. 928 των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Γ. Σάντη). Στην προκείμενη περίπτωση εξετάζοντας το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου διαπιστώνεται και είναι φανερό ότι δεν υπάρχουν αποφάσεις στις πιο πάνω αγωγές (487/2007 και 611/2004), ούτε και τελεσιδικία τους, επομένως δεν έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο συνεπεία οποιασδήποτε από τις πιο πάνω αποφάσεις. Τα επίδικα θέματα που ηγέρθησαν στις πιο πάνω αγωγές δεν εξετάστηκαν στην ουσία τους και οι αγωγές απορρίφθηκαν λόγω παράλειψης προώθησης τους. Σύμφωνα με την τέταρτη προϋπόθεση, όπως τις κατέγραψα πιο πάνω, για την ύπαρξη δεδικασμένου πρέπει να υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων. Πρέπει δηλαδή να αποδειχθεί ότι το θέμα που εγείρεται στη νέα διαδικασία έχει εγερθεί και έχει εξετασθεί στην πρώτη διαδικασία. Εφόσον δεν έχει εξετασθεί στην πρώτη διαδικασία δεν συντρέχει η τέταρτη προϋπόθεση της ύπαρξης δεδικασμένου. Στην Χαραλάμπους v. Χαραλάμπους
(2008)1 ΑΑΔ 1298 αναφέρθηκε ότι η αρχή του δεδικασμένου βασίζεται σε δύο άλλες αρχές, την αρχή «Interest rei puplicae ut sit finis litium» που συμαίνει ότι η τελεσίδικη εκδίκαση μιας διαφοράς είναι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος και την αρχή «Nemo debet bis vexavi pro eadem causa» που σημαίνει ότι κανένας δεν πρέπει να ενοχλείται δύο φορές για το ίδιο θέμα. Από την άλλη δεν αποτελεί κώλυμα για την καταχώρηση μιας φρέσκας αγωγής το γεγονός ότι μια αγωγή εγκαταλείφθηκε πριν επιδοθεί στον Εναγόμενο και πριν καν να ξεκινήσουν οι προθεσμίες παραγραφής. Στο σύγγραμμα The Encyclopaedia of Court Forms and Precedents In Civil Proceedings έκδοση 1950, τόμος 15 σελ. 781 γίνεται η ακόλουθη αναφορά κάτω από τον τίτλο Abandonment of Writ: «A plaintiff may abandon his writ before it has served and may issue a new writ in its place» όπου δηλαδή ένας ενάγων μπορεί να εγκαταλείψει την αγωγή του πριν επιδοθεί και μπορεί να καταχωρήσει νέα αγωγή στη θέση της. Επομένως η αίτηση και γι΄αυτόν τον λόγο δεν μπορεί να έχει επιτυχία. Ο αιτητής καταλογίζει στον καθ΄ου η αίτηση την μη εκπλήρωση του καθήκοντος πλήρους και δίκαιης αποκάλυψης στο Δικαστήριο μέσω των μονομερών αιτήσεων του, λόγω ενεργειών ή παραλείψεων του κατά την προσπάθεια του να εξεύρει τον αιτητή. Έχω μελετήσει την πορεία τόσο της παρούσας υπόθεσης όσο και των αγωγών 611/2004 και 484/2007 από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου γι΄αυτές. Η πορεία των υποθέσεων καταδεικνύει κατά την άποψη μου το γνήσιο ενδιαφέρων του καθ΄ου η αίτηση να προωθήσει τις αξιώσεις του εναντίον του αιτητή. Δεν διακρίνω σε αυτές τα όσα του καταλογίζει η πλευρά του αιτητή. Εξάλλου πιο θα ήταν το συμφέρον του να αρχίζει δικαστικές διαδικασίες με τα συνεπαγόμενα έξοδα και να μη τις προωθεί. Θα πρέπει να εξεταστεί τι ήταν που τον εμπόδιζε κάθε φορά να προωθήσει τις υποθέσεις του και ποιος ευθυνόταν γι΄αυτό. Μελετώντας περαιτέρω τους λόγους που κάθε φορά προέβαλλε για να πετύχει σε κάποιο από τα αιτήματα του, διακρίνω ειλικρίνεια και παροχή όλων των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνταν με σκοπό την στοιχειοθέτηση του αιτήματος του σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας μας. Με ειλικρινή και δίκαιο τρόπο αποκάλυπτε όλα στη διάθεση του στοιχεία και τα ουσιώδη γεγονότα που ενδιέφεραν κάθε φορά - κάθε αίτηση του - και επίδειξη καλής πίστης στην απουσία του αντιδίκου του. Η μη εξεύρεση του αιτητή στη μόνη γνωστή διεύθυνση την οποία διέθετε ο καθ΄ου η αίτηση, παρ' όλες τις προσπάθειες που κατέβαλλε στάθηκε εμπόδιο στην προώθηση των αγωγών του που προηγήθηκαν της παρούσας. Η άγνοια της διεύθυνσης ή της διαμονής του αιτητή ήταν ένα σοβαρό και ανυπέρβλητο εμπόδιο στην καταχώρηση και προώθηση οποιασδήποτε αγωγής. Διαπιστώνεται δε ότι δεν υπήρξε εσκεμμένη παράλειψη αναφοράς των υπό αναφορά αγωγών εφόσον εκλαμβανόταν από μέρους του καθ΄ού η αίτηση ότι δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως δεδικασμένο και επομένως δεν ήταν γεγονός ουσιώδους σημασίας το οποίο έπρεπε να τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου. Δεν διακρίνεται εξ αυτού του λόγου κακοπιστία ή συνειδητή προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Ένας από τους λόγους της μη προώθησης της αγωγής μετά την εξασφάλιση διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης διά δημοσιεύσεως σε αγγλικές εφημερίδες ήταν το κόστος που συνεπαγόταν για μια διαδικασία που με τα υπάρχοντα δεδομένα και εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούσε να εκτελέσει ενδεχόμενη απόφαση που θα εξασφάλιζε εφόσον δεν ήταν γνωστή η διεύθυνση του αιτητή. Δεν οφειλόταν δε σε επίδειξη αδιαφορίας προώθησης της αγωγής του αλλά η μη σπατάλη περαιτέρω εξόδων για μια διαδικασία για την οποία δεν θα μπορούσε να ικανοποιηθεί οικονομικά. Η πορεία των υποθέσεων και κάθε μονομερής αίτηση στα πλαίσια όλων των αγωγών κρίνω ότι αποσκοπούσε στο να προωθηθούν οι αγωγές με τις αξιώσεις του καθ΄ου η αίτηση εναντίον του αιτητή και καταδεικνύει το γνήσιο ενδιαφέρον του καθ΄ού η αίτηση για επίδοση στον αιτητή και προώθηση των αξιώσεων του. Σε σχέση με το διάταγμα σφράγισης με ημερομηνία 31.10.2011 παρατηρώ ότι δεν έθετε χρονικό περιορισμό ως προς την ισχύ του. Επομένως η καταχώρηση της αγωγής 14 μήνες αργότερα ήτοι την 20.12.2012 δεν ήταν εκπρόθεσμη. Η μη παροχή λεπτομερειών στην αγωγή οφείλεται στο γεγονός ότι αυτή καταχωρήθηκε με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με βάση τη Διαταγή 2 κ.1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η δε καταχώρηση έκθεσης απαίτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση χορήγησης προσωρινής θεραπείας. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση κάλυπτε τα όσα ενδιέφεραν για την έγκριση του αιτήματος. Έχω διεξέλθει τις ένορκες δηλώσεις που υποστήριζαν κάθε μια από τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν μονομερώς από τον καθ΄ου η αίτηση για να εξασφαλίσει άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος, άδεια για επίδοση της αγωγής εκτός δικαιοδοσίας, άδειας για υποκατάστατη επίδοση και άδειας για ανανέωσης του κλητηρίου εντάλματος. Κρίνω ότι αυτές πληρούσαν όλες τις αναγκαίες προϋποθέσεις και παρείχαν όλα τα αναγκαία στοιχεία και γεγονότα. Σε σχέση με την αίτηση για άδεια σφράγισης παρεχόταν το αναγκαίο έρεισμα για την εκπλήρωση της προϋπόθεσης της εκ πρώτης όψεως καλής αιτίας αγωγής. Παρείχετο επίσης εύλογη μαρτυρία από την οποία προέκυπτε η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος. Σε σχέση με την αίτηση για παροχή άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και εάν χρειαστεί με υποκατάστατη επίδοση η αίτηση συνοδευόταν εκτός των προβαλλομένων ισχυρισμών και από σχετικά τεκμήρια για τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν κατά τρόπο που αποκάλυψε όσα χρειάζονταν και καταδεικνύει ότι εκπληρούνταν οι προϋποθέσεις για να επιτρέψει το Δικαστήριο την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανονισμούς (Διαταγή 6 Θ. 4 και Δ.9 των θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας) και για να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Σε σχέση τέλος με τις αιτήσεις για ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος είχαν τεθεί οι λόγοι της αδυναμίας επίδοσης και κρίθηκε ότι δεν οφειλόταν σε αδιάφορη και καταχρηστική συμπεριφορά αλλά πράγματι ότι συνέτρεχε πραγματική αδυναμία επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος και έτσι έπρεπε να ανανεωθεί και να δοθεί η ευκαιρία επίδοσης του. Τα πρακτικά της 20.06.2014 καταδεικνύουν ότι η αίτηση για ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος ήταν ορισμένη σε μεταγενέστερη ημερομηνία ήτοι την 23.06. 2014 και το Δικαστήριο αφού πρώτα επιλήφθηκε της αίτησης του αιτητή ημερομηνίας 19.05.2014 έκδωσε τα διατάγματα και ακολούθως επιλήφθηκε της αίτησης ημερομηνίας 11.06.2014 που ήταν ορισμένη σε μεταγενέστερη ημερομηνία ήτοι την 23.06.2014. Σημειώνεται ότι το κλητήριο ανανεώθηκε την 20.01.2014 και έληγε την 20.06.2014 και επομένως ορθά είχε καταχωρηθεί η αίτηση για ανανέωση του, ανεξάρτητα του αποτελέσματος της αίτησης του αιτητή ημερομηνίας 19.05.2014 για παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Κρίνω δε ότι δεν έχει καμιά σημασία αν η καταχώρηση της έγινε πριν την ημερομηνία ακύρωσης της επίδοσης που είχε προηγηθεί. Τέλος, για το ζήτημα της επίδοσης των εγγράφων στον αιτητή στη βάση νομοθεσίας μέσω της υπηρεσίας data post του κρατικού ταχυδρομείου Κύπρου και η επίδοση και παραλαβή τους από τον εναγόμενο κρίνω ότι αυτή έγινε κατά τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό ΕΚ 1393/2007 (Άρθρο 14) και κατά το Άρθρο 10 του περί της Σύμβασης περί την εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις Ν. 40/82. Επιδόθηκε σε μετάφραση το έγγραφο για το οποίο δόθηκε άδεια να επιδοθεί με υποκατάστατο επίδοση στο εξωτερικό και σε μετάφραση του. Καταλήγω ότι η επίδοση έγινε σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου και της κείμενης νομοθεσίας ο αιτητής έλαβε γνώση της δικαστικής διαδικασίας που εκκρεμούσε εναντίον του στη Κύπρο εφόσον το κλητήριο ένταλμα είχε μεταφραστεί στη γλώσσα του και επιδόθηκαν σε αυτόν μαζί όπως διαπιστώνεται από τα έγγραφα που είναι καταχωρημένα στο φάκελο της υπόθεσης και γι΄αυτό αντιλαμβάνομαι όρισε αμέσως δικηγόρο να τον εκπροσωπήσει στην παρούσα αγωγή. Επομένως ο σχετικός λόγος απορρίπτεται. Ενόψει των πιο πάνω συμπερασμάτων μου κρίνω περιττό να ασχοληθώ με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης όπως της αντικανονικότητας που κατά τον καθ΄ου η αίτηση παρουσιάζει η αίτηση η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου ο οποίος λόγω του ότι δεν είχε προσωπική γνώση γεγονότων αλλά παρουσιάζεται υπό την ιδιότητα του μάρτυρα χωρίς όμως να μπορούσε να αντεξετασθεί επί αμφισβητούμενων γεγονότων που βρίσκονται στην αποκλειστική γνώση του αιτητή. Καταλήγω να απορρίψω την αίτηση με έξοδα εναντίον του αιτητή και υπέρ του καθ΄ου η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος όμως της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. Η εμφάνιση υπό όρους εκ μέρους του εναγόμενου - αιτητή καθίσταται άνευ όρων και στη συνέχεια, με έναρξη των σχετικών προθεσμιών από τη σημερινή ημερομηνία, να ακολουθηθούν οι θεσμοί ως προς τη συμπλήρωση των δικογράφων. (Υπ.)........................................................ Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.