← Κύπρος

ΠΕΤΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ κ.α. ν. IRONHOLD ESTATES LTD, Αρ. Αγωγής: 2440/10, 29/10/2015

ΠΕΤΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ κ.α. ν. IRONHOLD ESTATES LTD, Αρ. Αγωγής: 2440/10, 29/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A229 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Γερολέμου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2440/10 Μεταξύ:-

  1. ΠΕΤΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ
  2. FP.M. CONSTRUCTIONS LTD Εναγόντων Και IRONHOLD ESTATES LTD Εναγομένων ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29/10/2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κος Γ. Λουκαΐδης για Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σια Για Εναγομένους: κος Α. Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σια ΔΕΠΕ ---------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγουσες 1 και 2 είναι εργοληπτικές εταιρείες, δεόντως εγγεγραμμένες στην Κύπρο. Η Εναγόμενη είναι επίσης εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο. Δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 28/11/07, που φέρει στην όψη της τον τίτλο, Έντυπο Κυρίως Συμβολαίου για Οικοδομικά Έργα (χωρίς ποσότητες), Τεκμήριο 1, οι Ενάγουσες ανέλαβαν την ανέγερση 48 δωματίων, υπόγειου χώρου στάθμευσης και εξωτερικών εργασιών, αντί του ποσού των £1.074.000 (€1.835.037,90) για λογαριασμό της Εναγόμενης στην Ορόκλινη-Λάρνακας. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης οι Ενάγουσες, κατόπιν οδηγιών της Εναγόμενης, προέβησαν σε επιπλέον (extra) εργασίες και έτσι, αφού μειώθηκε το αρχικό ποσό κατά €607.353 για μη εκτελεσθείσες εργασίες ή άλλες αφαιρέσεις, ως στη σελίδα 1 του Τεκμηρίου 1, αναφέρεται και προστέθηκαν οι επιπλέον (extra) εργασίες, οι οποίες επίσης αναφέρονται στη σελίδα 1 του Τεκμηρίου 1, το ολικό ποσό ανήλθε σε €2.217.
  3. Έναντι του ποσού αυτού καταβλήθηκε το ποσό των €1.697.448 και παρέμεινε οφειλόμενο το ποσό των €520.300, ενώ αφού αφαιρέθηκε ή μειώθηκε το ποσό των €60.300, ως εμφαίνεται στο Τεκμήριο 3, παρέμεινε τελικά οφειλόμενο ποσό εκ €460.
  4. Ως εκ τούτου οι Ενάγουσες αξιώνουν εναντίον της Εναγόμενης το ποσό των €460.000, ως υπόλοιπο εργασιών ή και δυνάμει λογαριασμού. Από την άλλη, η Εναγόμενη με την Υπεράσπισή της, αφού προβάλλει τον ισχυρισμό ότι δεν καταρτίστηκε νόμιμη συμφωνία μεταξύ τους και ότι οι Ενάγουσες δεν ήταν νόμιμα εγγεγραμμένοι εργολάβοι για το ως άνω έργο και ως εκ τούτου δεν δικαιούνται να αξιώνουν οιονδήποτε ποσό, στη συνέχεια ισχυρίζεται ότι δεν έγινε καμία συμφωνία για επιπλέον εργασίες, αλλά και αν ήθελε φανεί ότι έγιναν επιπλέον εργασίες, αυτές δεν προσυμφωνήθηκαν αλλά έγιναν κατά τρόπο αμελή, αντιεπαγγελματικό, παράνομο και χωρίς την έγκριση της Εναγόμενης ή και ότι δεν έγινε καμία νόμιμη συμφωνία. Τέλος ισχυρίζεται ότι οι αφαιρέσεις, που έπρεπε να γίνουν, ανέρχονται σε ποσό πέραν των €137.590 και ως εκ τούτου με το καταβληθέν ποσό έχει πλήρως εξοφληθεί οιαδήποτε εργασία τυχόν έχει εκτελεστεί, παρά το γεγονός ότι δεν υφίσταται νόμιμη συμφωνία. Οι Ενάγουσες για να αποδείξουν την υπόθεσή τους κάλεσαν 3 μάρτυρες, τον Χριστάκη Μονογιό (ΜΕ1), επιμετρητή ποσοτήτων, τον οποίο, έχοντας υπόψη τις γνώσεις του και την εμπειρία του, κρίνω ότι είναι εμπειρογνώμονας στην ειδικότητά του, ο οποίος ήταν ενεργά αναμεμειγμένος στην επέκταση του ξενοδοχείου ΧΕΝΙΠΑ, δηλαδή του έργου στην Ορόκλινη-Λάρνακας, που αναφέρεται στο Τεκμήριο 1, από τις Ενάγουσες, για λογαριασμό της Εναγομένης, όπου έγιναν οι ως άνω εργασίες, ένεκα της ειδικότητάς του, για λογαριασμό των Εναγουσών, τον Στέλιο Δημητρίου (ΜΕ2), ο οποίος είναι διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Πέτρου Δημητρίου, του οποίου ανήκε η Ενάγουσα 1 και την Ελένη Χαραλάμπους (ΜΕ3), τεχνικός στο Συμβούλιο Εργοληπτών, Εγγραφής και Ελέγχου Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων, από το
  5. Η Εναγόμενη επέλεξε να μην καλέσει οιονδήποτε μάρτυρα. Δεν θα ακολουθηθεί η κλασσική δομή μιας απόφασης, ήτοι η παράθεση της μαρτυρίας, στη συνέχεια η αξιολόγηση και ακολούθως τα ευρήματα και η κατάληξη, αλλά μέσα από την διαλεκτική της απόφασης θα εμπεριέχονται όλα τα πιο πάνω, προβαίνοντας το Δικαστήριο σε σύγκριση, αντιπαράθεση, αντιπαραβολή και παραλληλισμό της μαρτυρίας που ευρίσκεται ενώπιόν του, τόσο ενός εκάστου μάρτυρα ξεχωριστά, όσο και όλων μαζί και στο σύνολο της μαρτυρίας, με βάσει τα γνωστά κριτήρια που έχει καθιερώσει η νομολογία και οι σχετικές πρόνοιες του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
  6. Επίσης θα σχολιάζονται και θα απαντώνται οι θέσεις και εισηγήσεις της μιας ή της άλλης πλευράς, χωρίς κατ' ανάγκη να γίνεται αναφορά στο συγκεκριμένο σημείο από την αγόρευση του ενός ή του άλλου δικηγόρου. Στις 28/11/07 η Ενάγουσα 1, η οποία ενεγράφη με βάσει τον περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμο 29(Ι)/2001, την 01/02/2006 και συνεχίζει να είναι εγγεγραμμένη μέχρι και σήμερα, η οποία κατείχε, κατά τον επίδικο χρόνο, άδεια 4ης τάξης, Τεκμήριο 9, και από τις 23/07/2012 μέχρι σήμερα άδεια 5ης τάξης, ανέλαβε από κοινού με την Ενάγουσα 2, η οποία ενεγράφη δυνάμει του πιο πάνω Νόμου την 01/02/2006 και συνεχίζει να είναι εγγεγραμμένη μέχρι και σήμερα, η οποία κατείχε κατά τον επίδικο χρόνο άδεια 3ης τάξης, Τεκμήριο 8, και σήμερα άδεια 2ης τάξης, Τεκμήριο 8, την ανέγερση 48 δωματίων, υπόγειου χώρου στάθμευσης και εξωτερικών εργασιών, αντί του ποσού των £1.074.000 (€1.835.037,90), υπογράφοντας συμφωνητικό έγγραφο, ως εργολάβοι του έργου, αυτοί, από τη μια και η Εναγόμενη, ως εργοδότης, από την άλλη, Τεκμήριο
  7. Οι εργασίες, ως αμέσως στη συνέχεια εξηγείται, ολοκληρώθηκαν και αυτές καταγράφονται στο Τεκμήριο 2, που αποτελεί την κατάσταση τελικού λογαριασμού, στο οποίο εμφαίνονται τόσο οι εργασίες που έγιναν δυνάμει της συμφωνίας Τεκμήριο 1 και αυτές που δεν έγιναν και αφαιρέθηκε το ποσό που ανταποκρίνετο σε αυτές, ήτοι €607.353, όσο και οι επιπλέον εργασίες, συνολικής τιμής €990.101, άλλες οι οποίες προσυμφωνήθηκαν και άλλες οι οποίες έγιναν κατόπιν οδηγιών της Εναγομένης, για τις οποίες, όλες εργασίες, καταβλήθηκε το συνολικό ποσό των €1.697.448 και όχι €1.726.068 που ανέφερε στη μαρτυρία του ο ΜΕ1, προφανώς εκ λάθους, αφού σύμφωνα με τις μαθηματικές πράξεις του Τεκμηρίου 2 το πρώτο ποσό καταβλήθηκε και παρέμεινε το οφειλόμενο ποσό των €520.300, ως εμφαίνεται στο Τεκμήριο 3 και ακολούθως εξήγησε, με αναφορά στα υπ' αριθμό 1.3 έως 1.10 του Τεκμηρίου 3, γιατί αξιώνεται το ποσό των €460.000, που δεν είναι άλλη από την αφαίρεση του ποσού των €60.300, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, ανωτέρω και καταγράφεται στο Τεκμήριο
  8. Η θέση του ΜΕ1 ότι κατόπιν διαπραγματεύσεων που έγιναν σε διάφορες ημερομηνίες είχαν ως αποτέλεσμα, κατά την πεποίθησή του ή τουλάχιστον έτσι πίστευε, να καταλήξουν σε συμφωνία περί τον Ιούλιο του 2010, ότι οφείλεται το ποσό των €460.000 που αναγράφεται στο Τεκμήριο 3 και στάληκε στις 06/07/2010 σχετική επιστολή στον ιδιοκτήτη και στους αρχιτέκτονες του έργου, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, καθότι από το Τεκμήριο 4, που είναι επιστολή ημερομηνίας 04/10/2010, των αρχιτεκτόνων-πολιτικών μηχανικών Α/φοί Θράσου, που είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας που ο ΜΕ1 ανέφερε ότι επιτεύχθηκε η μεταξύ τους συμφωνία, διαφαίνεται ότι οι αρχιτέκτονες-πολιτικοί μηχανικοί Α/φοί Θράσου & Συνεργάτες, στην οποία γίνεται παραδεκτό ότι η συμφωνία εκτέλεσης του έργου ήταν για το ποσό των €1.835.038 και για το οποίο εκδόθηκε πιστοποιητικό πληρωμής για εξόφληση εκ μέρους τους, αφού ενεργούσαν εκ μέρους της Εναγόμενης, αν και οι προσθαφαιρέσεις για μη εκτελεσθείσες και επιπλέον εργασίες δεν μπορούσαν να καθοριστούν από αυτούς, αφού οι επιπλέον εργασίες είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων μερών, κατά την εκτίμησή τους το ποσό που αφορά τις προσθαφαιρέσεις μετά τις αλλεπάλληλες συναντήσεις που είχαν με την Εναγόμενη και τις Ενάγουσες το υπολόγισαν να κυμαίνεται περί τις €325.000-€350.
  9. Αναδεικνύεται όμως, από το Τεκμήριο 4, που αποτελεί επιβεβαίωση της μαρτυρίας του ΜΕ1, ότι έγιναν πολλές συναντήσεις μεταξύ των αρχιτεκτόνων-πολιτικών μηχανικών, που ενεργούσαν εκ μέρους της Εναγόμενης, με τους εργολάβους του έργου και την ιδιοκτήτρια, ότι με βάσει τον υπολογισμό των αρχιτεκτόνων-πολιτικών μηχανικών της Εναγόμενης, οφείλεται από αυτήν προς τις Ενάγουσες, τουλάχιστον έναν ποσό που κυμαίνεται μεταξύ των €325.000-€350.
  10. Τούτο, έστω και εξ ακοής μαρτυρία, την οποία αποδέχομαι, καθ' ότι αποτελεί ένα γεγονός που προήλθε εκ μέρους προσώπου που αντιπροσώπευε την Εναγόμενη 1 και δη μετά την έγερση της παρούσας αγωγής, η οποία καταχωρήθηκε στις 06/09/2010, αποτελεί παραδοχή οφειλής μετά από υπολογισμό προσώπου που ενεργούσε εκ μέρους της Εναγόμενης ή τουλάχιστον αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία που επιβεβαιώνει, στο μεγαλύτερο μέρος του, το οφειλόμενο ποσό που αξιώνεται από τις Ενάγουσες και ενισχύει και επιβεβαιώνει τη μαρτυρία του ΜΕ1 και του περιεχόμενου του Τεκμηρίου 2, το οποίο αποτελεί την κατάσταση λογαριασμού και στο οποίο Τεκμήριο 2 εμπεριέχονται, με λεπτομέρεια, όλες οι εργασίες που έγιναν ή δεν έγιναν με βάσει το Τεκμήριο 1 καθώς και οι επιπλέον εργασίες. Αν και έγινε εξαντλητική αντεξέταση του ΜΕ1, του οποίου τη μαρτυρία δέχομαι ως αξιόπιστη, και σε μερικά σημεία δημιουργήθηκε, προς στιγμή, κάποια σύγχυση ή διαφάνηκε να υπάρχει διάσταση σ' αυτά που έλεγε για τις διάφορες εργασίες και τα ποσά που ανταποκρίνοντο σε αυτές, όπως και γιατί χρεώθηκε κάποιο ποσό ενώ έγιναν αλλού οι εργασίες, εν τούτοις, στη συνέχεια, ο ΜΕ1 εξήγησε με σαφήνεια πώς προέκυπταν αυτά, τα οποία καταγράφονται στο Τεκμήριο 2, με παραπομπή και στο Τεκμήριο 1, ενώ οι θέσεις που προώθησε ο συνήγορος της Εναγομένης, ως προς το τι εργασίες έγιναν ή δεν έγιναν από αυτές που προβλέπονται στο Τεκμήριο 1, όπως και για τις επιπλέον εργασίες, δεν προσκομίστηκε μαρτυρία προς υποστήριξη τούτων. Το Τεκμήριο Α προς Αναγνώριση δεν έγινε κανονικό Τεκμήριο και ως εκ τούτου δεν λαμβάνεται υπόψη (βλ. Δαμιανού ν. White Knight Holdings Limited κ.ά.

(2012)1 ΑΑΔ 699). Τελικά η μόνη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου για αυτά τα θέματα είναι η μαρτυρία του ΜΕ1, η οποία γίνεται αποδεκτή, ως αναφέρεται και προηγουμένως, ως αξιόπιστη, αφού δεν κλονίστηκε. Η αναφορά του ότι δεν γνώριζε αν έγινε τελική παραλαβή του έργου και ότι δεν παρουσίασε απλήρωτο διατακτικό που εκδόθηκε από τον αρχιτέκτονα, ως ήταν ο ισχυρισμός του, ουδόλως επηρεάζουν την αξιοπιστία του, αφού για το μεν πρώτο είναι αδιάφορο αν δεν έγινε τελική παραλαβή, με την εκτέλεση των εργασιών, επί τη βάσει των οποίων αξιώνεται το συγκεκριμένο οφειλόμενο ποσό και για μεν το δεύτερο υπάρχει η παραδοχή έκδοσης πιστοποιητικού πληρωμής από τους αρχιτέκτονες-πολιτικούς μηχανικούς στο Τεκμήριο 4 για το ποσό των €1.835.038, ενώ καταβλήθηκε το ποσό των €1.697.448, που αποδεικνύει ότι δεν πληρώθηκε το σύνολο του ποσού του πιστοποιητικού πληρωμής που αναφέρεται στο Τεκμήριο
  1. Ότι έγινε το έργο από τις Ενάγουσες 1 και 2 και εισέπρατταν τα διάφορα ποσά από την Εναγόμενη, έστω και αν δεν δόθηκαν πλήρη στοιχεία, μέσα από γραπτά στοιχεία, κάτι που δεν καθιστά αναξιόπιστο τον ΜΕ2, εν τούτοις, διαφαίνεται από το Τεκμήριο 6 και το Τεκμήριο 7 ότι έτσι εγίνετο, και ότι συνέστησαν κοινοπραξία την οποία δήλωσαν στις αρμόδιες φορολογικές αρχές του Κράτους, ενώ δημιούργησαν και κοινό λογαριασμό, ως εμφαίνεται από το Τεκμήριο 5, άσχετα αν δεν μπορούσε να εξηγηθεί από τον ΜΕ2 γιατί μέχρι και σήμερα δεν έγινε διανομή των ποσών του μεταξύ, των δύο Εναγουσών, λογαριασμού τους, το οποίο αποτελεί εσωτερικό τους θέμα και ουδόλως επηρεάζει το γεγονός της από κοινού αυτών ανάληψης του επίδικου έργου. Επομένως, με βάσει τα πιο πάνω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγουσες από κοινού εκτέλεσαν το έργο που αναφέρεται στο Τεκμήριο 1, το οποίο υπέγραψαν ως εργολάβοι, από τη μια, και η Εναγόμενη ως εργοδότης, από την άλλη, με αναφορά στο Τεκμήριο 2, στο οποίο αναφέρονται και οι εργασίες που δεν έγιναν και αφαιρέθηκαν τα ποσά που αντιστοιχούσαν σε αυτές, ως αναφέρθηκε πιο πάνω, όπως και της εκτέλεσης των επιπλέον εργασιών, που επίσης αναφέρονται στο Τεκμήριο 2 και το ποσό καταγράφηκε ανωτέρω, και ότι έναντι του συνολικού ποσού των €2.217.748, για όλες τις εργασίες, καταβλήθηκε το ποσό των €1.697.448 και το οφειλόμενο ποσό, εν τέλει, ως περιορίστηκε, αφού αφαιρέθηκε το ποσό των €60.300, ανέρχεται στο ποσό των €460.
  2. Οι ισχυρισμοί της Εναγόμενης ότι οι Ενάγουσες εκτέλεσαν τις εν λόγω εργασίες κατά τρόπο αμελή και αντιεπαγγελματικό, δεν υποστηρίχθηκαν από οιανδήποτε μαρτυρία και απορρίπτονται, όπως απορρίπτεται, ως ήδη εξάγεται από τα ανωτέρω που αναφέρθηκαν και ο ισχυρισμός της παραγράφου 4Β) της Έκθεσης Υπεράσπισης, ότι οι μη εκτελεσθείσες εργασίες και αφαιρέσεις εκ του ποσού των €1.835.037,90, ανέρχονται στο ποσό των €137.
  3. Όμως, η Εναγόμενη, πρόβαλε τον ισχυρισμό, στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης, ότι δεν καταρτίστηκε καμία νόμιμη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων και περαιτέρω ότι οι Ενάγουσες δεν ήταν νόμιμα εγγεγραμμένες εργολάβοι για το επίδικο έργο και ως εκ τούτου δεν δικαιούνται να αξιώνουν οιοδήποτε ποσό. Επίσης, όσον αφορά τις επιπλέον εργασίες που αναφέρονται στην παράγραφο 3Α της Έκθεσης Απαίτησης, προβάλλεται ο ισχυρισμός στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης ότι αυτές έγιναν παράνομα και/ή ότι δεν υπήρξε νόμιμη συμφωνία. Κατά την αγόρευσή του ο συνήγορος Υπεράσπισης βάσισε τον μεν πρώτο, πιο πάνω, ισχυρισμό στο άρθρο 30 του περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Ν.29(Ι)/2001, ενώ τον δεύτερο ισχυρισμό, δηλαδή της παραγράφου 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης, στο άρθρο 38 του ίδιου Νόμου. Παρέπεμψε δε το Δικαστήριο σε νομολογία. Από την άλλη, ο δικηγόρος των Εναγουσών, εισηγήθηκε κατά την αγόρευσή του ότι τα γεγονότα της υπόθεσης δεν αναδεικνύουν πρόδηλη παράνομη σύμβαση και ως εκ τούτου έπρεπε η Εναγόμενη να δικογραφήσει ειδικά τα γεγονότα που καθιστούν τη γραπτή συμφωνία, Τεκμήριο 1, παράνομη, καθώς και το σχετικό άρθρο του Νόμου επί του οποίου επιθυμούσαν να βασιστούν. Αφού δεν είναι πρόδηλη η παρανομία, επειδή δεν υπάρχει μαρτυρία για το μέγεθος του επίδικου έργου, ούτε και την ακριβή άδεια που χρειάζεται για την εκτέλεση του επίδικου έργου, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εξετάσει θέμα παράνομης σύμβασης αυτεπάγγελτα. Συνέχισε δε εισηγούμενος ότι το βάρος απόδειξης ότι μια σύμβαση είναι παράνομη το φέρει αυτός που ισχυρίζεται τούτο και δεν υπέχει υποχρέωση απόδειξης της εγκυρότητάς της ο επικαλούμενος αυτήν, θέτοντας μάλιστα θέμα ερμηνείας του άρθρου 30 του Ν.29(Ι)2001, που στηριζόμενος στο Άρθρο 26(Ι) του Συντάγματος, ερμήνευσε το άρθρο τούτο, που κατ' αυτόν, ο επικαλούμενος την ακυρότητα πρέπει να αποδείξει τέσσερεις συντρέχουσες προϋποθέσεις, τις οποίες προσδιόρισε, αναφέροντας ότι κάθε συμφωνία είναι έγκυρη εκτός αν δεν πληρείται μία από τις τέσσερεις προϋποθέσεις που ανέφερε. Η Υπεράσπιση της παρανομίας θα πρέπει να εγείρεται ρητά στα δικόγραφα με την παράθεση γεγονότων που να δεικνύουν τούτη, προς ικανοποίηση και της Δ.39 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. Ayia Napa Nissi Development ltd κ.ά v. Χρίστου Παπαμιχαήλ
(1992)1 ΑΑΔ 549 και Αρκαδίου ν. Porto Lara Estates Ltd
(2010)1 ΑΑΔ 2035. Μόνο όταν η παρανομία είναι πρόδηλη εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, ενώ αν η παρανομία δεν είναι πρόδηλη από τη σύμβαση δεν εξετάζεται, (βλ. Ayia Napa Nissi Development ltd κ.ά v. Χρίστου Παπαμιχαήλ και Αρκαδίου ν. Porto Lara Estates Ltd (ανωτέρω)). Στην υπόθεση A.N. Stasis Estates Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2006)1 ΑΑΔ 860, λέχθηκαν τα εξής: «Στο Chitty on Contracts , 27 ed. Vol. 1, par. 16-173, p. 884 αναφέρεται: ''Presumption of legality. The party alleging the illegality on the contract bears the legal burden of proving this fact''». Σε μετάφραση: «Τεκμήριο νομιμότητας: Ο διάδικος που ισχυρίζεται παρανομία της σύμβασης φέρει το νομικό βάρος απόδειξης του γεγονότος». Εξετάζοντας κατά πόσο στον ισχυρισμό για παρανομία στη σύμβαση, που προβάλλεται στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης, αναφέρονται σε αυτό γεγονότα που αναδεικνύουν την παρανομία, σίγουρα στη φράση «ουδεμία νόμιμη συμφωνία» δεν περιέχονται τέτοια γεγονότα, ενώ στη φράση «δεν ήταν νόμιμα εγγεγραμμένοι εργολάβοι για το επίδικο έργο» ελλείπουν ουσιώδη στοιχεία που να φθάνουν στο επίπεδο γεγονότων που δεικνύουν παρανομία στη σύμβαση, όπως πχ ότι το έργο ήταν συγκεκριμένων τετραγωνικών μέτρων και η άδεια των Εναγουσών ήταν για εκτέλεση συγκεκριμένων και πάλι τετραγωνικών μέτρων, η οποία άδεια ήταν μικρότερη από το έργο που αναλήφθηκε από αυτές. Εν πάση περιπτώσει και να θεωρείτο από το Δικαστήριο ότι η ως άνω φράση εμπεριέχει εκείνα τα γεγονότα τα οποία είναι ικανά να καταδείξουν παρανομία στη σύμβαση, το βάρος απόδειξης που είχε η Εναγόμενη για να αποδείξει την παρανομία στη σύμβαση, ως πιο πάνω αναφέρεται, δεν κατάφερε να το αποσείσει, όχι γιατί δεν προσκόμισε μαρτυρία, αλλά από τη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, αν και αποδεικνύεται ότι η Ενάγουσα 1 κατά τον επίδικο χρόνο κατείχε άδεια τέταρτης τάξης, που σύμφωνα με τον πρώτο πίνακα και την πρώτη στήλη αυτού των παραρτημάτων, στην οποία κατατάσσεται το έργο, δικαιούται να εκτελεί έργα μέχρι 1.000 τμ και η Ενάγουσα 2, κατά τον επίδικο χρόνο κατείχε άδεια τρίτης τάξης, και με βάση τον ίδιο πίνακα και στήλη δικαιούτο να εκτελεί έργα μέχρι 4.000 τμ, δεν αποδείχθηκε πόσα τετραγωνικά μέτρα ήταν το έργο, έτσι ώστε να διαφανεί αν τούτο ενέπιπτε στην άδεια της μιας ή της άλλης Ενάγουσας ή αν ήταν μεγαλύτερο από αυτό που δικαιούντο να εκτελέσουν η μία ή η άλλη με βάση την άδειά τους, ούτως ώστε αν φαινόταν ότι το έργο δεν ήταν αντίστοιχο της τάξης της άδειας που κατείχαν να τύχει εφαρμογής το άρθρο 30 του Ν.29(Ι)/2001. Επομένως θα απορρίπτετο ο ισχυρισμός για παρανομία στη σύμβαση και γι' αυτόν το λόγο. Όσον αφορά τον ισχυρισμό που περιέχεται στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης, ότι οι επιπλέον εργασίες έγιναν παράνομα, ισχύουν τα ίδια που αναφέρθηκαν και για τη φράση «παρανομία στη σύμβαση» που εξετάστηκε αμέσως προηγουμένως, ότι δηλαδή δεν περιέχονται γεγονότα που καταδεικνύουν παρανομία στη συμφωνία. Ως προς το άλλο σκέλος της εισήγησης που έγινε κατά την αγόρευση του συνηγόρου της Εναγόμενης, ότι υπάρχει παράβαση του άρθρου 38 του Ν.29(Ι)/2001 επειδή δεν έγινε γραπτή σύμβαση για τις επιπλέον εργασίες (extra) και ως εκ τούτου μη έγκυρη και μη νομικά εκτελεστή σύμβαση, κατά πρώτο να αναφέρω ότι δεν υπάρχει δικογραφημένη, στην Έκθεση Υπεράσπισης αυτή η θέση και ως εκ τούτου, με βάση τη νομολογία, το Δικαστήριο δεν εξετάζει θέματα που δεν συμπεριλαμβάνονται στα δικόγραφα και κατά δεύτερο, στην περίπτωσή μας, υπάρχει γραπτή σύμβαση ήτοι το Τεκμήριο 1, με βάσει το οποίο έγιναν οι αναπροσαρμογές του έργου, είτε με αφαιρέσεις ή μη εκτελεσθείσες εργασίες, είτε με προσθήκες ή επιπλέον εργασίες για τις οποίες δεν χρειαζόταν άλλη γραπτή σύμβαση. Το νόημα και η ουσία του άρθρου 38 του Ν.29(Ι)/2001 είναι η ύπαρξη γραπτής σύμβασης του έργου και όχι για κάθε μία άλλη εργασία που θα γίνεται κατά την εκτέλεση του έργου, να γίνεται και ξεχωριστή γραπτή σύμβαση. Έπεται ότι απορρίπτεται και αυτή η θέση. Με όσα πιο πάνω προσπάθησε το Δικαστήριο να εξηγήσει και να αναλύσει, αποτελεί κατάληξή του ότι η αγωγή επιτυγχάνει. Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγουσών και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €460.000 με νόμιμο τόκο από την ημέρα καταχώρησης της αγωγής πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.