← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Raymond Johnson κ.α., Αρ. Αγωγής: 1267/2012, 9/10/2015

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Raymond Johnson κ.α., Αρ. Αγωγής: 1267/2012, 9/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A219 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1267/2012 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd Εναγόντων -και-

  1. Raymond Johnson
  2. Sotiris A. Christodoulou Estates Ltd Εναγομένων Αίτηση τροποποίησης ημερ. 30.4.15 9 Οκτωβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 1 - Αιτητή: κ.Αττάου Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ων η αίτηση: κ. Δ. Μιχαήλ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
  3. Ο εναγόμενος 1 με την παρούσα αίτηση επιζητεί την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης.
  4. Με την Έκθεση Απαίτησης τους οι ενάγοντες, μεταξύ άλλων, αξιώνουν το ποσό των CHF301.179.89 πλέον τόκους, εκποίηση του ενυπόθηκου κτήματος, διατάγματα για ειδική εκτέλεση των αγοραπωλητηρίων εγγράφων και έξοδα.
  5. Σύμφωνα με τα όσα εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης με γραπτή συμφωνία ημερ. 13.8.2008, όπως αυτή τροποποιήθηκε, οι ενάγοντες παραχώρησαν στον εναγόμενο 1 δάνειο για το ποσό των 302.000 ελβετικών φράγκων. Προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων του εναγομένου 1 οι εναγόμενοι 2 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις του, υποθήκευσαν προς όφελος των εναγόντων το επίδικο ακίνητο ως επίσης υπέγραψαν συμφωνία ημερ. 13.8.
  6. Ο εναγόμενος 1 καθυστέρησε στην πληρωμή των δόσεων και έτσι στις 13.2.2012 οι ενάγοντες τερμάτισαν την μεταξύ τους συμφωνία.
  7. Ο εναγόμενος 1 στην Έκθεση Υπεράσπισης του παραδέχεται ότι υπογράφηκε συμφωνία δανείου για το πιο πάνω ποσό. Εκείνο που ουσιαστικά επιζητεί με την τροποποίηση είναι η αντικατάσταση του πιο πάνω ισχυρισμού και την προβολή του ισχυρισμού ότι η υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας δανείου είναι άκυρη καθότι εξασφαλίστηκε από τους ενάγοντες κατόπιν αθέμιτης ή παράνομης επιρροής που ασκήθηκε εναντίον του κατόπιν δόλου ή και ψευδών παραστάσεων ή και απάτης και επιζητεί την προβολή λεπτομερειών. Περαιτέρω επιζητεί να προβάλει τον ισχυρισμό ότι οι ενάγοντες παραβίασαν το άρθρο 4

(2)της Οδηγίας 93/13 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.
  1. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 θ1-6 και Δ.48 θ 1, 2 8 και 9 και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Αθανασίας Γρηγορίου στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες και επεσήμανε ότι κατά την διάρκεια της προετοιμασίας της ακρόασης διαπιστώθηκε ότι λόγω λανθασμένων οδηγιών του εναγομένου 1 στους δικηγόρους δεν καταγράφηκαν όλα τα γεγονότα και θέσεις του τελευταίου στην Έκθεση Υπεράσπισης. Οι ενάγοντες - καθ΄ων η αίτηση στην ένσταση τους, μεταξύ άλλων, προβάλλουν ότι, (α) υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή και προώθηση της αίτησης τροποποίησης, (β) ο αιτητής δεν παρουσιάζει επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, και (γ) η καταχώρηση της επίδικης αίτησης προσλαμβάνει μορφή περιφρόνησης και έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας.
  2. Οι Αρχές οι οποίες διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αναφορικά με την τροποποίηση δικογράφων έχουν συνοψιστεί από τον πρώην Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Γ. Πική στην υπόθεση Φοινιώτης v. Green Navigation
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 33 ως εξής:
(1)«Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη και τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D.361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». (Βλ. και Γραμμές Στρίντζη v. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607).
  1. Σταθερή γραμμή της Νομολογίας επιβεβαιώνει ως θεμελιακή αρχή πως τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται νέα βάση αγωγής, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, να επιτρέπει τροποποίηση. (Βλ. Icos Cif Ltd ν.
  2. Μartin Coward κ.α. Πολ. Εφέσεις αρ. 137/2013 και 138/2013 ημερ. 20.3.2014)
  3. Έχουν ήδη παρατεθεί οι βασικές αρχές, οι οποίες και συνιστούν τον γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση ζητήματος τροποποίησης δικογράφων. Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (βλ. υπόθεση Icos Cif Ltd, ανωτέρω και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες).
  4. Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει αφ' εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 A.A.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ.501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. 10. Στην Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1ΑΑΔ 934 αναφέρθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα Δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα κι όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην ίδια απόφαση γίνεται αναφορά στην αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754 στην οποία αναφέρονται τα εξής: "I start with the principle, well settled, than an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here". Και σε μετάφραση στα ελληνικά: «Ξεκινώ με την αρχή, που είναι καλά καθιερωμένη, ότι μια τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται έστω και αν ζητείται αργά, αν είναι αναγκαία, για να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων, καθόσον οποιαδήποτε δυσχέρεια θα ήθελε προκληθεί από αυτή μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Αυτή η αρχή ισχύει εδώ». 11. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Χριστοδούλου ανωτέρω η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω κι αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Η πιο πάνω αρχή όμως περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1ΑΑΔ 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Επίσης έχει νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών παρόλο που η ευθύνη για την διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος βαρύνει το Δικαστήριο (Βλ. Καυκαρής v. Δημοκρατίας
(1990)2ΑΑΔ 203, Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84, Λυσιώτη v. Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 10515/22.3.2000 και Union Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, Series A, 157, Publication of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989), Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Σωτηρούλας Χαρικλείδη και Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Ζήνωνα Ποφαϊδη και άλλων Πολ. Εφέσεις 10719 και 10786 αντίστοιχα ημερ. 24/10/
  1. Στην υπόθεση Astor Manufacturing ανωτέρω εγκρίθηκε τροποποίηση σε αίτηση που καταχωρήθηκε 11 χρόνια μετά την καταχώρηση της Αγωγής καθότι υποβλήθηκε σε μια γνήσια προσπάθεια κάλυψης όσων εκλήφθηκαν ως ελλείψεις της Έκθεσης Απαίτησης γιατί υποβλήθηκε καλόπιστα ως επίσης στην υπόθεση Χριστοδούλου ανωτέρω εγκρίθηκε τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης μετά που είχαν ακουσθεί 7 μάρτυρες.
  2. Ως έχει ήδη επισημανθεί προβάλλεται ως λόγος ένστασης η υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης τροποποίησης από μέρους του εναγομένου
  3. Λίγα λόγια για το ιστορικό της υπόθεσης είναι χρήσιμα. Στις 19.4.2012 καταχωρήθηκε κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο. Στις 21.6.2012 δόθηκε άδεια για σφράγιση του κλητηρίου και εκδόθηκε διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στον εναγόμενο 1 σύμφωνα με τις πρόνοιες του κανονισμού 1393/
  4. Στις 4.3.2013 ο εναγόμενος 1 καταχώρησε εμφάνιση μέσω δικηγόρου. Οι ενάγοντες σε τρεις περιπτώσεις και ειδικότερα στις 5.4.2013, 14.11.2013 και 14.11.2014 καταχώρησαν αίτηση για ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος σε σχέση με τον εναγόμενο
  5. Στα πλαίσια της πιο πάνω τελευταίας αίτησης μεταξύ άλλων εκδόθηκε διάταγμα για ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος για περίοδο 6 μηνών από 14.11.
  6. Προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου ότι το κλητήριο ένταλμα δεν έχει επιδοθεί στην εναγόμενη 2 εταιρεία. Στις 13.9.2013 καταχωρήθηκε Έκθεση Υπεράσπισης από τον εναγόμενο 1 αφού προηγουμένως καταχωρήθηκε σχετική αίτηση για απόφαση. Η αγωγή ορίστηκε για πρώτη φορά για οδηγίες στις 28.11.2013 και ακολούθως ορίστηκε στις 27.1.
  7. Ορίστηκε για ακρόαση στις 13.10.2014 όπου κατ΄εκείνη την ημέρα η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 11.11.2014 με σκοπό να καταχωρηθεί αίτηση για ανανέωση του κλητηρίου και ορίστηκε για ακρόαση στις 18.12.2014 όπου κατ΄εκείνη την ημέρα και πάλιν αναβλήθηκε καθότι μεταξύ άλλων υπήρχε πρόθεση για να καταχωρηθεί αίτηση τροποποίησης από μέρους του εναγομένου 1 ως επίσης υπήρχε πιθανότητα να διευθετηθεί η αγωγή . Η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση στις 3.6.2015 και στο μεταξύ στις 30.4.2015 καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση. Στις 3.6.2015 η αγωγή αναβλήθηκε και ορίστηκε για ακρόαση στις 15.1.
  8. Η συνήγορος των καθ΄ων η αίτηση προς υποστήριξη της ένστασης παρέπεμψε μεταξύ άλλων στην υπόθεση Agini v Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1(Α) ΑΑΔ
  1. Στην εν λόγω υπόθεση η Υπεράσπιση καταχωρήθηκε δυο περίπου χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής. Οι συνήγοροι της εφεσείουσας αποσύρθηκαν και ανέλαβαν άλλοι οι οποίοι διαπίστωσαν την ανάγκη τροποποίησης της Υπεράσπισης και την προσθήκη Ανταπαίτησης με αποτέλεσμα να ζητήσουν αναβολή της υπόθεσης με προοπτική καταχώρησης αίτησης τροποποίησης. Ακολούθως ο συνήγορος της εφεσείουσας δήλωσε ότι δεν θα υποβαλλόταν αίτηση για τροποποίηση και έτσι το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για ακρόαση. Λίγες μέρες πριν την ακρόαση καταχωρήθηκε αίτηση για τροποποίηση. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι τα γεγονότα απεκάλυπταν πρόθεση της εφεσείουσας για κωλυσιεργία και λόγω της μακράς και αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην υποβολή της απέρριψε την αίτηση. Όπως διαφαίνεται τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαφέρουν από τα γεγονότα της υπόθεσης Agini, ανωτέρω.
  2. Στην προκείμενη περίπτωση όπως διαφαίνεται από το ιστορικό της υπόθεσης όπως με λεπτομέρεια έχει εκτεθεί πιο πάνω, η ακροαματική διαδικασία δεν έχει αρχίσει. Η υπόθεση προγραμματίστηκε για ακρόαση αναφορικά με τον εναγόμενο 1 στις 15.1.
  3. Το κλητήριο ένταλμα σε σχέση με τον εναγόμενο 2 έχει εκπνεύσει τον Μάιο του 2015 αφού προηγουμένως σε τρεις περιπτώσεις εκδόθηκαν διατάγματα ανανέωσης του κατόπιν σχετικών αιτήσεων. Είναι γεγονός ότι υφίσταται κάποια καθυστέρηση από μέρους του εναγόμενου 1 στην καταχώρηση της επίδικης αίτησης. Δεν προσδιορίζεται επίσης στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση το ακριβές χρονικό σημείο που διαπιστώθηκε η αναγκαιότητα τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης. Αναφέρεται ότι κατά την διάρκεια της προετοιμασίας της ακρόασης διαπιστώθηκε η αναγκαιότητα τροποποίησης λόγω λανθασμένων οδηγιών του εναγομένου 1 προς τους δικηγόρους του. Στις 18.12.2014 ο συνήγορος του εναγόμενου 1 δήλωσε ότι υπήρχε πρόθεση να καταχωρηθεί αίτηση τροποποίησης, η οποία τελικά καταχωρήθηκε στις 30.4.
  4. Λαμβάνοντας υπόψη το ιστορικό της υπόθεσης όπως με λεπτομέρεια έχει εκτεθεί πιο πάνω το γεγονός ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει αρχίσει, τα όσα εκτίθενται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση κρίνω ότι η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης δεν είναι τέτοια που να μπορεί να οδηγήσει προς την κατεύθυνση της απόρριψης. Δεν διαπιστώνεται καθοιονδήποτε τρόπο η ανυπαρξία καλής πίστης. Περαιτέρω σε περίπτωση που το αίτημα εγκριθεί, αδυνατώ να αντιληφθώ πώς θα επηρεαστούν δυσμενώς οι ενάγοντες και δεν εντοπίζεται οτιδήποτε που να επιφέρει αδικία σ΄ αυτούς λαμβάνοντας υπόψη ότι μπορεί να υπάρξει αποζημίωση με την επιδίκαση εξόδων. Δεν έχει καταδειχθεί κατάχρηση ή και κακοπιστία ή και οτιδήποτε άλλο που να οδηγεί προς την κατεύθυνση της απόρριψης της αίτησης.
  5. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω κρίνω ορθό και δίκαιο όπως εξασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  6. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α και Β της αίτησης. Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από σήμερα και Απάντηση στην Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης.
  7. Αναφορικά με τα έξοδα, όλα τα σπαταληθέντα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος. Σε σχέση με τα έξοδα της αίτησης, έχοντας υπόψη ότι αδικαιολόγητα υπήρξε ένσταση από μέρους των καθ΄ ων η αίτηση, επιδικάζονται έξοδα υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή μέχρι και την πρώτη εμφάνιση των αιτητών (3.6.2015 στα πλαίσια της επίδικης αίτησης), όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος. Σε σχέση με τις μεταγενέστερες εμφανίσεις, στα πλαίσια της αίτησης, καμία διαταγή για έξοδα αφού όπως έχει ήδη αναφερθεί αδικαιολόγητα υπήρξε ένσταση από μέρους των καθ΄ ων η αίτηση. (Υπ.) .................................................. Η. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.