ICR CORPORATE RESEARCH (CYPRUS) LTD ν. LIAM SCOTT JOHNS κ.α., Αρ. Αγωγής: 696/2015, 19/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A222 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 696/2015 Μεταξύ: ICR CORPORATE RESEARCH (CYPRUS) LTD Εναγόντων -και-
- LIAM SCOTT JOHNS
- PHILIP DEAN JOHNS
- J.O GLOBAL VENTURES LIMITED
- WILLIAM ONYANGO OLANGO
- KOFI FRANCIS DOKU
- PASCAS JOSEPHAT DIDAS
- BABALOLA OLATUNJI Εναγομένων Αίτηση ημερ. 16.7.15 για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος 19 Οκτωβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Χρ. Ιωάννου Για Εναγόμενους : κ. Ηλιάδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
- Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 αιτητές επιζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο μεταξύ άλλων, να παραμερίζεται το πιο πάνω κλητήριο λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου.
- Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στον Κανονισμό (ΕΕ) αρ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, στο άρθρο 21 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.6 θ.7, 8 και 9, Δ.16 θ.9, Δ.48 θ.1-7, Δ.59 και Δ.
- Η αίτηση συνοδεύεται από τις ένορκες δηλώσεις των Εναγομένων 1 και 2 αιτητών. Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι ήταν κάτοικος Ηνωμένου Βασιλείου μέχρι το 2010 και ακολούθως από τον Σεπτέμβρη του 2014 μέχρι σήμερα. Ο δε Εναγόμενος 2, αναφέρει ότι είναι κάτοικος Ηνωμένου Βασιλείου καθόλη την διάρκεια της ζωής του. Ισχυρίζονται ότι ήταν εργοδοτούμενοι των Εναγόντων καθ΄ων η αίτηση. Η δε Εναγομένη 3 πρόκειται για εταιρεία η ενεγράφη στο Ηνωμένο Βασίλειο. Συνεπώς διατείνονται ότι το παρόν Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσία για να εκδικάσει την παρούσα αγωγή ενόψει των προνοιών του Κανονισμού ΕΕ1215/12 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και ειδικότερα των προνοιών του άρθρου 22, το οποίο προβλέπει ότι ο εργοδότης μπορεί να ασκήσει αγωγή μόνο ενώπιον των Δικαστηρίου του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ο εργαζόμενος έχει την κατοικία του. Οι Ενάγοντες καθ΄ων η αίτηση στην ένσταση τους μεταξύ άλλων προβάλλουν ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία. Θα επανέλθω στους λόγους ένστασης πιο κάτω, όταν αυτοί θα εξετάζονται.
- Διαφαίνεται από το φάκελο της υπόθεσης ότι στις 17.4.2015 στα πλαίσια της γενικής αίτησης 44/15, κατόπιν σχετικού αιτήματος, το Δικαστήριο επέτρεψε την σφράγιση κλητηρίου εντάλματος. Έτσι την ίδια ημέρα καταχωρήθηκε κλητήριο γενικώς οπισθογραφημένο με το οποίο οι Ενάγοντες αξιώνουν, μεταξύ άλλων, από τους Εναγομένους γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας εργοδότησης ως επίσης και διατάγματα με τα οποία να απαγορεύεται στους Εναγομένους να παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες τις οποίες παρέχουν οι Ενάγοντες και περαιτέρω να απαγορεύεται σ΄αυτούς να χρησιμοποιούν εμπορικά μυστικά ή και πληροφορίες τις οποίες απέκτησαν οι Εναγόμενοι κατά την περίοδο της εργοδότησης τους από τους Ενάγοντες. Περαιτέρω στις 17.4.2015 καταχωρήθηκε μονομερής αίτηση από μέρους των Εναγόντων με την οποία ζητούσαν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Το Δικαστήριο στις 20.4.2015 στα πλαίσια της πιο πάνω μονομερούς αίτησης εξέδωσε προσωρινά διατάγματα με τα οποία, μεταξύ άλλων, απαγόρευε στους Εναγομένους να συναλλάσσονται και/ή να δραστηριοποιούνται στον ίδιο εμπορικό τομέα στον οποίο δραστηριοποιούνται οι Ενάγοντες και να προσεγγίζουν για παροχή τέτοιων υπηρεσιών οποιοδήποτε πελάτη των Εναγόντων όπως καθορίστηκαν και περαιτέρω απαγόρευε στους Εναγομένους να χρησιμοποιούν οποιαδήποτε εμπορικά μυστικά ή πληροφορίες τα οποία απέκτησαν κατά την περίοδο εργοδότησης στους Ενάγοντες. Επίσης εκδόθηκαν διατάγματα για επίδοση του κλητηρίου στους αιτητές στο Ηνωμένο Βασίλειο.
- Όπως προκύπτει από το σύνολο των γεγονότων οι Ενάγοντες είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη και το εγγεγραμμένο γραφείο της βρίσκεται στην Λάρνακα και προσφέρει υπηρεσίες σε ολόκληρο τον κόσμο που αφορά επιβολή και προστασία δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και διεθνείς εμπορικές διερευνήσεις και ενάσκηση δέουσας επιμέλειας. Οι Ενάγοντες στις 8.7.2010 προσέλαβαν τον Εναγόμενο 1 και ακολούθως προσέλαβαν τον πατέρα του, Εναγόμενο
- Υπεγράφησαν σχετικές συμφωνίες εργοδότησης. Στις 6.3.2015 ο Εναγόμενος 1 παραιτήθηκε και τρεις ημέρες αργότερα παραιτήθηκε ο Εναγόμενος
- Στη συνέχεια παραιτήθηκαν οι Εναγόμενοι 4 και 5 οι οποίοι ήταν διευθυντές των Εναγόντων στην Κένυα και Γκάνα, ως επίσης παραιτήθηκαν οι Εναγόμενοι 6 και 7 οι οποίοι ήταν διευθυντές των Εναγόντων στην Τανζανία και Νιγηρία. Μετά την παραίτηση των Εναγομένων 1 και 2, πελάτης των Εναγόντων πληροφόρησε τους τελευταίους ότι τον προσέγγισε ο Εναγόμενος 1 και του ζήτησε όπως αναθέσει στην Εναγομένη 3 και στον ίδιο την παροχή εταιρικών υπηρεσιών και υπηρεσιών προστασίας πνευματικής ιδιοκτησίας. Η Εναγομένη 3 πρόκειται για εταιρεία η οποία ενεγράφη στο Ηνωμένο Βασίλειο τον Οκτώβριο του 2014 στην οποία μέτοχοι και διευθυντές είναι οι Εναγόμενοι 1 και
- Σύμφωνα με τις πρόνοιες των συμφωνιών εργοδότησης των Εναγομένων 1 και 2, αυτοί όφειλαν μετά τον τερματισμό της σύμβασης να μην ανταγωνιστούν την εταιρεία για περίοδο 12 μηνών από την ημερομηνία τερματισμού της σύμβασης ως επίσης όφειλαν μετά τον τερματισμό της εργοδότησης τους να μην αποκαλύπτουν και να κοινοποιούν πληροφορίες των Εναγόντων σε οποιαδήποτε πρόσωπα τα οποία δεν εργοδοτούνται από την εταιρεία. 5.1 Ο Εναγόμενος 1 στις 16.6.2015 καταχώρισε εμφάνιση υπό διαμαρτυρία σε αντίθεση με τους Εναγομένους 2 και 3 οι οποίοι καταχώρισαν εμφάνιση χωρίς αίρεση. Στις 16.7.2015 καταχωρήθηκε η επίδικη αίτηση με την οποία οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 αιτητές επιζητούν τον παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Ήταν η θέση του συνηγόρου των καθ΄ων η αίτηση ότι ενόψει του γεγονότος ότι οι Εναγομένου 2 και 3 δεν καταχώρισαν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία έχουν υπαχθεί στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και κωλύονται να επιζητούν τέτοιο διάταγμα. 5.2 Προκύπτει από την νομολογία πως υπάρχουν δύο επιλογές για τον Εναγόμενο που επιθυμεί τον παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος. Ο Εναγόμενος δικαιούται, χωρίς προηγουμένως να έχει διαταγή του Δικαστηρίου που να του επιτρέπει να καταχωρίσει εμφάνιση υπό αίρεση, να υποβάλει αίτηση για τον παραμερισμό της επίδοσης προς αυτόν του κλητηρίου εντάλματος. Ο δεύτερος τρόπος για την προώθηση αίτησης παραμερισμού του κλητηρίου εντάλματος είναι ταυτόχρονη καταχώρηση τέτοιας αίτησης μαζί με την καταχώρηση της υπό αίρεση εμφάνισης. (βλ. Γεωργιάδης ν Χάσικου κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 1136, Παπακόκκινου ν Landbroke Group P.L.C. κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 1090, G.J. Magdon Ltd v A.L. Metal Trading Ltd
(2001)1 Γ ΑΑΔ 2064). Η Δ.16 Θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και η νομολογία αποσκοπούν στην άμεση και κατά προτεραιότητα εξέτασης πιθανής ένστασης στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να παραμένει στην ελεύθερη επιλογή του χρόνου από τον Εναγόμενο. Στην υπόθεση G.J. Magdon ανωτέρω, το υπό εξέταση ζήτημα ήταν κατά πόσο τα Δικαστήρια της Κύπρου δεν ήταν τα προσφορότερα για να εκδικάσουν την αγωγή. Σε καμία από τις πιο πάνω υποθέσεις η εξαιτούμενη θεραπεία δεν εδραζόταν σε έλλειψη δικαιοδοσίας δυνάμει Νόμου. Όταν υπάρχει έλλειψη δικαιοδοσίας δυνάμει Νόμου η έγερση του ζητήματος μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ανεξάρτητα αν ο Εναγόμενος έχει καταχωρίσει εμφάνιση χωρίς όρους ή έχει λάβει οποιαδήποτε άλλα διαδικαστικά μέτρα στην αγωγή. (βλ. Θεοχάρους ν Παστελλή,
(1993)1 ΑΑΔ 240). Η δικαιοδοσία των Δικαστηρίων είναι ζήτημα δημόσιας τάξης και μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ακόμη και κατ΄έφεση (βλ. Παναγιώτου ν Χ»Κυριάκου,
(1991)1 ΑΑΔ 362). Λόγω της φύσης και της σοβαρότητας του, αφού ελλείψει δικαιοδοσίας κάθε απόφαση είναι άκυρη. Το ζήτημα μπορεί να εγερθεί και να εξεταστεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας (βλ. Michaelidou v Gregoriou and others,
(1988)1 CLR 88). Περαιτέρω, το τμήμα 8 του πιο πάνω κανονισμού και ειδικότερα το άρθρο 28 ρητά προνοεί ότι ένα πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος - μέλος ενάγεται ενώπιον Δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους και δεν εμφανιστεί το Δικαστήριο διαπιστώνει αυτεπάγγελτα την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας εκτός εάν η δικαιοδοσία του απορρέει από τον Κανονισμό. Όταν το Δικαστήριο εξέδιδε το προσωρινό διάταγμα είχε υποχρέωση με βάση τις πιο πάνω πρόνοιες να διαπιστώσει κατά πόσο είχε δικαιοδοσία. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 δεν κωλύονται να εγείρουν το ζήτημα της δικαιοδοσίας ενόψει του γεγονότος ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρησαν εμφάνιση χωρίς αίρεση και ο Εναγόμενος 1 καταχώρησε εμφάνιση υπό διαμαρτυρία αλλά καταχώρησε την επίδικη αίτηση σε μεταγενέστερο χρόνο. 6.1 Ο Κανονισμός 1215/12 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις έχει αυξημένη ισχύ στην Δημοκρατία και υπερισχύει κάθε αντίθετης νομοθετικής ή κανονιστικής διάταξης (Ironhold Estates Ltd, T/A Henipa Hotel v Travelworld Vacation Ltd,
(2010)1(Α) ΑΑΔ 452). Εξάλλου το άρθρο 81 του πιο πάνω κανονισμού ρητά προνοεί ότι ο κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα στα κράτη - μέλη σύμφωνα με τις συνθήκες. 6.2 Το τμήμα 5 που περιλαμβάνει τα άρθρα 20 έως 23 του πιο πάνω κανονισμού αναφέρεται στη διεθνή δικαιοδοσία σε ατομικές συμβάσεις εργασίας. Το άρθρο 22 ρητά προνοεί «1. Ο εργοδότης μπορεί να ασκήσει αγωγή μόνο ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ο εργαζόμενος έχει την κατοικία του.». Παρέκκλιση από τις διατάξεις του πιο πάνω τμήματος είναι δυνατή μόνο με συμφωνία που, είναι μεταγενέστερη της γένεσης της διαφοράς ή επιτρέπει στον εργαζόμενο να προσφύγει σε άλλα Δικαστήρια εκτός από τα προβλεπόμενα στο παρόν τμήμα. Η παρέκταση της διεθνούς δικαιοδοσίας εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπως αυτές καθορίζονται στα άρθρα 25 και 26 του πιο πάνω κανονισμού. 6.3 Κατ΄αρχήν οι γραπτές συμφωνίες εργοδότησης των Εναγομένων 1 και 2 προνοούν ότι θα διέπονται από τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας «shall be governed by the Laws of the Republic of Cyprus». Δεν συμφώνησαν ότι ένα Δικαστήριο ή τα Δικαστήρια κράτους - μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση όπως προνοείται σχετικά από το άρθρο 25 του κανονισμού σε σχέση με την παρέκταση της διεθνούς δικαιοδοσίας. Οι επίδικες συμφωνίες δεν περιέχουν ρήτρα αλλοδαπών Δικαστηρίων παρά μόνο πρόνοια για το δίκαιο που τις διέπει (βλ. Otteron Ltd v Χριστοδουλίδη
(2002)1 Β ΑΑΔ 1081). Συνεπώς δεν με βρίσκει σύμφωνο η περί του αντιθέτου σχετική εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των αιτητών. 6.4 Εκείνο που θα πρέπει να εξεταστεί στη συνέχεια είναι κατά πόσο οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 έχουν την κατοικία τους σε άλλο κράτος μέλος. Για να καθοριστεί αν διάδικος έχει την κατοικία του στο έδαφος του κράτους μέλους του επιληφθέντος Δικαστηρίου, το Δικαστήριο εφαρμόζει το εθνικό δίκαιο (βλ. άρθρο 62 παρ.1 του Κανονισμού). Αν διάδικος δεν έχει την κατοικία του στο κράτος - μέλος του επιληφθέντος Δικαστηρίου, το Δικαστήριο, προκειμένου να καθορίσει αν ο διάδικος έχει την κατοικία του σε άλλο κράτος μέλος, εφαρμόζει το δίκαιο του κράτους μέλους αυτού (βλ. άρθρο 62 παρ.2 του Κανονισμού). 6.5 Στην Christopoulou and Others v Christopoulou and Another
(1971)1CLR 437. 469, με παραπομπή στην Bell v Kennedy L.R. 1 Sc. & Div. 307, πως το βάρος απόδειξης ότι κατοικία έχει επιλεγεί σε αντικατάσταση της κατοικίας καταγωγής (domicile of origin) είναι στους ώμους αυτού που ισχυρίζεται πως η κατοικία καταγωγής έχει χαθεί. Στη Σαρρή ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)3(Γ) ΑΑΔ 2285, αναφέρεται ότι έχει νομολογιακά καθιερωθεί πως πρέπει να ικανοποιηθούν δύο προϋποθέσεις για να αποκτήσει κάποιος νέα μόνιμη κατοικίας (fresh domicile). Οι προϋποθέσεις αυτές είναι η διαμονή και η πρόθεση. Αυτά τα δύο στοιχεία, factum and animus, πρέπει να συνυπάρχουν παρόλο που δεν είναι ανάγκη να είναι ταυτόχρονη η συνύπαρξη τους, γιατί η πρόθεση μπορεί να προϋπήρχε ή να ακολουθήσει τη διαμονή. Η πρόθεση πρέπει να είναι για μόνιμη ή επ΄ αόριστο διαμονή σε μια νέα χώρα. (βλ. Christopoulou (πιο πάνω) σελ. 475). Διαμονή σε μια χώρα για σκοπούς του νόμου της κατοικίας είναι η φυσική παρουσία στη χώρα αυτή ως κατοίκου της (inhabitant). Τι συνιστά πρόθεση για μόνιμη ή επ΄ αόριστο διαμονή εξηγείται στο σύγγραμμα The Conflict of Laws των Dicey Morris, 12 έκδοση όπου αναφέρεται πως η υπόψη διαμονή πρέπει να είναι γενική και επ΄ αόριστο και όχι καθορισμένη για περιορισμένη χρονική περίοδο ή για κάποιο σκοπό. Πρέπει να υπάρχει πρόθεση να εγκαταλείψει κάποιος τη χώρα της προηγούμενης του κατοικίας ως επίσης πρόθεση να κατοικήσει στη χώρα της νέας του κατοικίας. Σημειώνεται πως, ένα πρόσωπο που καταλήγει στο να παραμείνει για το υπόλοιπο της ζωής του σε μια χώρα, ξεκάθαρα έχει την απαραίτητη πρόθεση. Αναφέρεται στην Σαρρή (πιο πάνω) ότι για την εξακρίβωση της πρόθεσης απόκτησης κατοικίας επιλογής χρειάζεται μια πολύ μεγάλη έρευνα σε βάθος και σε πλάτος. Μνημονεύεται απόσπασμα από το σύγγραμμα Private International Law του Cheshire, 5η έκδοση σελ. 170, ότι είναι αδύνατο να τεθούν θετικοί κανόνες αναφορικά με την μαρτυρία που χρειάζεται για να αποδειχθεί τέτοια πρόθεση. Το τι μπορεί να λεχθεί είναι πως κάθε γεγονός και κάθε περίσταση στη ζωή του ανθρώπου είναι σχετικά και αποδεχτή ένδειξη της κατάστασης του μυαλού του. Μπορεί να είναι αναγκαίο να εξεταστεί το ιστορικό της ζωής του με την πιο μεγάλη προσοχή. Τίποτε δεν πρέπει να παραβλεφθεί που θα μπορούσε να καταδείξει το μέρος που θεωρούσε ως το μόνιμο του σπίτι στο σχετικό χρόνο. Η παραμικρή λεπτομέρεια δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Το Αγγλικό δίκαιο όπως κάθε αλλοδαπό δίκαιο είναι θέμα πραγματικό που αποδεικνύεται με μαρτυρία. (Βλ. Bank of Scotland v Geodrill Ltd κ.ά.
(1993)1 ΑΑΔ 753, Zolotets κ.ά. v "Dalvent"
(1993)1 ΑΑΔ 877 και Sat Vision Ltd v Interamerican Prop. & Cas. Ins. Co.
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1811). Δεν προσκομίστηκε μαρτυρία απόδειξης του αγγλικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Σύμφωνα με την υπόθεση Zolotets κ.ά. v "Dalvent", ανωτέρω, στην απουσία μαρτυρίας περί του αντιθέτου, ισχύει η αρχή ότι ο νόμος της αλλοδαπής είναι ο ίδιος με τον κυπριακό. 6.6 Στην προκείμενη περίπτωση όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω οι Ενάγοντες αξιώνουν γενικές και ειδικές αποζημιώσεις ως επίσης και διατάγματα εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 για παράβαση της συμφωνίας εργοδότησης των Εναγομένων 1 και 2, οι οποίοι κατά την έγερση της αγωγής είχαν την κατοικία τους στο Ηνωμένο Βασίλειο, γεγονός που αναγνωρίστηκε και από τις δύο πλευρές στο στάδιο των αγορεύσεων. Εξάλλου τόσο στα πλαίσια της γενικής αίτησης 44/15 για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος όσον και στον τίτλο της αγωγής αλλά και της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας διαφαίνεται ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 κατοικούν στο Ηνωμένο Βασίλειο και ότι η Εναγομένη 3 είναι εταιρεία η οποία ενεγράφη στο Ηνωμένο Βασίλειο. Περαιτέρω στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση των Εναγόντων για έκδοση προσωρινού διατάγματος και για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι οι Ενάγοντες επέτρεψαν στον Εναγόμενο 1 να διαμένει στο Ηνωμένο Βασίλειο από τον Σεπτέμβρη του 2014. Επίσης οι Εναγόμενοι 1 και 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τους ισχυρίζονται ότι κατοικούν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν την κατοικία τους σε άλλο κράτος μέλος και συγκεκριμένα στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Με βάση τις πρόνοιες του εν λόγω κανονισμού και ειδικότερα του άρθρου 22
(1)το οποίο προνοεί, ότι ο εργοδότης μπορεί να ασκήσει αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ο εργαζόμενος έχει την κατοικία του, ως επίσης και του γεγονότος ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε παρέκταση της διεθνούς δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αλλά και τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα όπως έχουν εκτεθεί πιο πάνω κρίνω ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν υφίσταται δικαιοδοσία του Δικαστηρίου σε σχέση με τους Εναγόμενους 1 και 2 οι οποίοι ήταν εργοδοτούμενοι των Εναγόντων και κατοικούν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το γεγονός ότι οι συμφωνίες εργοδότησης των Εναγομένων 1 και 2 υπεγράφησαν στην Λάρνακα, όπως αναγνώρισαν στο στάδιο των αγορεύσεων και οι δύο συνήγοροι, δεν διαφοροποιεί καθοιονδήποτε τρόπο το πιο πάνω αποτέλεσμα. Το ουσιώδες, στην προκείμενη περίπτωση είναι ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος και ειδικότερα στο Ηνωμένο Βασίλειο ως επίσης ότι ήταν εργοδοτούμενοι των Εναγόντων, οι οποίοι αξιώνουν από αυτούς, μεταξύ άλλων, όπως αναφέρεται πιο πάνω, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνιών εργοδότησης.
- Η Εναγομένη 3 είναι εταιρεία η οποία ενεγράφη στο Ηνωμένο Βασίλειο τον Οκτώβριο του
- Διευθυντές και μέτοχοι αυτής είναι οι Εναγόμενοι 1 και
- Το άρθρο 63 του Κανονισμού προνοεί τα ακόλουθα: «
- Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, εταιρεία ή άλλο νομικό πρόσωπο έχει την κατοικία της στον τόπο στον οποίο έχει: α) την καταστατική της έδρα· β) την κεντρική της διοίκηση· ή γ) την κύρια εγκατάστασή της.
- Για τους σκοπούς της Ιρλανδίας, την Κύπρου κα του Ηνωμένου Βασιλείου, με τον όρο «καταστατική έδρα» νοείται ο τόπος του «registered office» ελλείψει δε αυτού νοείται το «place of incorporation» (ο τόπος ιδρύσεως), ελλείψει δε και αυτού ο τόπος δυνάμει της νομοθεσίας του οποίου πραγματοποιήθηκε η «formation» (σύσταση) του νομικού προσώπου.
- Για να καθορίσει αν ένα trust έχει την έδρα του στο έδαφος του κράτους μέλους του επιληφθέντος δικαστηρίου, το δικαστήριο εφαρμόζει τους κανόνες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου.» Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η Εναγομένη 3 εταιρεία έχει την κατοικία της σε άλλο κράτος μέλος και ειδικότερα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Δεν ήταν όμως καθοιονδήποτε τρόπο εργοδοτουμένη των Εναγόντων. Συνεπώς δεν έχει εφαρμογή το τμήμα 5 του πιο πάνω Κανονισμού που αφορά σε διεθνή δικαιοδοσία σε ατομικές συμβάσεις εργασίας. Στις γενικές διατάξεις και ειδικότερα στο άρθρο 4 του κανονισμού προνοείται ότι τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των Δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους ανεξάρτητα από την ιθαγένεια τους. Μπορούν όμως να εναχθούν ενώπιον Δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους μόνο σύμφωνα με τους κανόνες που περιλαμβάνονται στα τμήματα 2 έως 7 του Κεφαλαίου ΙΙ του Κανονισμού. Το τμήμα 2 το οποίο περιλαμβάνει τα άρθρα 7-9 του Κανονισμού, αναφέρεται στις περιπτώσεις όπου πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος. Το άρθρο 7
(2)προνοεί μεταξύ άλλων, ότι πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος «ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας ενώπιον του Δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός». Στην προκείμενη περίπτωση όπως έχει ήδη επισημανθεί και πιο πάνω η κατοικία της Εναγομένης 3 εταιρείας είναι στο Ηνωμένο Βασίλειο. Αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος και για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 συνέστησαν την Εναγομένη 3 εταιρεία στην οποία είναι διευθυντές και μέτοχοι. Κατά παράβαση των συμφωνιών εργοδότησης των Εναγομένων 1 και 2 οι τελευταίοι αλλά και η Εναγόμενη 3 ανταγωνίζονται μεταξύ άλλων τους Ενάγοντες. Επισημαίνεται επίσης ότι λόγω της πιο πάνω δραστηριότητας των εν λόγω Εναγομένων υπάρχει ο κίνδυνος οι Ενάγοντες να αναγκαστούν να τερματίσουν τις υπηρεσίες τους. Συνακόλουθα το ζημιογόνο γεγονός ενδέχεται να συμβεί στην Λάρνακα όπου οι Ενάγοντες έχουν το εγγεγραμμένο γραφείο τους. Συνακόλουθα θεωρώ ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία σε σχέση με την Εναγόμενη 3 εταιρεία.
- Οι Ενάγοντες Καθ΄ων η αίτηση κατά τρόπο γενικό και αόριστο προβάλλουν ότι ο κανονισμός περιορίζει το δικαίωμα των Εναγόντων πρόσβασης στο Δικαστήριο. Δεν καταδεικνύεται καθοιονδήποτε τρόπο ότι ο κανονισμός είναι αντίθετος στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Όπως έχει ήδη αναφερθεί το παρόν Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσία σε σχέση με τους Εναγομένους 1 και 2 για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω. Οι Ενάγοντες όφειλαν να καταχωρήσουν την αγωγή σε σχέση με αυτούς στο Ηνωμένο Βασίλειο. Δεν περιορίζεται το δικαίωμα πρόσβασης τους στο Δικαστήριο, αντιθέτως. Συνακόλουθα ο σχετικός λόγος ένστασης αλλά και οι υπόλοιποι όπως τίθενται στην ένσταση δεν με βρίσκουν σύμφωνο και απορρίπτονται.
- Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση επιτυγχάνει σε σχέση με τους Εναγομένους 1 και 2 και συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται το κλητήριο ένταλμα αναφορικά με τους Εναγομένους 1 και
- Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 αιτητών και εναντίον των Εναγόντων καθ΄ων η αίτηση ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αίτηση αναφορικά με την Εναγόμενη 3 εταιρεία απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόντων καθ΄ων η αίτηση και εναντίον της Εναγομένης 3 αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος. (Υπ.): ........... Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο