← Κύπρος

Ανδρέα Γρηγορίου ν. Γ. Νικολάου & Υιοί «Φρουταρία Άχνα» Λτδ, Αρ. Αγωγής: 75/11, 14/12/2015

Ανδρέα Γρηγορίου ν. Γ. Νικολάου & Υιοί «Φρουταρία Άχνα» Λτδ, Αρ. Αγωγής: 75/11, 14/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A265 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 75/11 Μεταξύ: Ανδρέα Γρηγορίου Ενάγοντας και Γ. Νικολάου & Υιοί «Φρουταρία Άχνα» Λτδ Εναγομένων Αίτηση Ημερομηνίας 25.8.2015 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 14.12.2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα/Αιτητή: κ. Ματσάγκος Για τους Εναγόμενους/Καθ'ων η αίτηση: κα Γεωργίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση ημερομηνίας 25 Αυγούστου 2015, οι αιτητές ζητούν παράταση χρόνου για την καταχώρηση εφέσεως. Σύμφωνα με τα γεγονότα της αίτησης ο λόγος που η έφεση δεν καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα είναι επειδή ο ενάγοντας πήρε την απόφαση να την μελετήσει και άργησε να επικοινωνήσει με τους δικηγόρους του για να δώσει οδηγίες για καταχώρηση έφεσης. Αυτό έγινε 30 ημέρες μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την καταχώρηση της έφεσης. Η παρουσα αίτηση καταχωρήθηκε 38 μέρες μετά την παρέλευση του χρόνου κατάχωρησης της έφεσης. Οι καθ'ων η αίτηση έχουν καταχωρήσει ένσταση και ισχυρίζονται ότι τέτοια παράταση δεν πρέπει να χορηγηθεί στους αιτητές διότι η παράλειψη να τηρήσουν την προθεσμία δεν είναι καλόπιστη λαμβάνοντας υπόψη το συνολικό χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από την εκπνοή της προθεσμίας. Με βάση την Δ.35 θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών το Δικαστήριο έχει την εξουσία να παρατείνει την προθεσμία που δίδεται σε διάδικο να καταχωρήσει έφεση εναντίον τελεσίδικης πρωτόδικης απόφασης. Η Δ.35 θ.2 ερμηνεύεται και εφαρμόζεται λαμβάνοντας υπόψη και τις πρόνοιες της Δ.57 θ.2 που δίδει την εξουσία στο Δικαστήριο να παρατείνει το χρόνο που δίδεται με βάσει τους θεσμούς εκεί όπου πιστεύεται ότι η παράταση του χρόνου είναι λογική για να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Στην υπόθεση Σολιάτης ν. Ανδρέας Χριστοδουλίδης[1] το Εφετείο επεξήγησε ότι η εξουσία του Δικαστηρίου να παρατείνει την προθεσμία για την καταχώρηση έφεσης είναι διακριτική και ότι θα πρέπει να ασκείται δικαστικά λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Σε εκείνη την υπόθεση τονίσθηκε ότι τα Δικαστήρια θα πρέπει να αποφύγουν μία ανελαστική προσέγγιση των πραγμάτων και να επικεντρωθούν στα γεγονότα της υπόθεσης σε κάθε περίπτωση για να αποφασίσουν εάν είναι ορθό υπό τις περιστάσεις να δοθεί η παράταση. Αναγνωρίσθηκε η αρχή ότι λάθος ή αμέλεια του δικηγόρου μπορεί να αποτελέσει λόγο για να δοθεί η παράταση στην κατάλληλη περίπτωση. Δόθηκαν παραδείγματα ότι ακόμη και στην περίπτωση που ο εφεσείοντας δεν αποταθεί στο Δικαστήριο έγκαιρα για παράταση του χρόνου μπορεί να παραταθεί ο χρόνος. Στην υπόθεση Βουριά ν. Δάσκαλου[2] επαναλήφθηκαν οι ίδιες αρχές αλλά το Εφετείο καθόρισε ως κατευθυντήρια γραμμή ότι το Δικαστήριο ως γενικό κανόνα θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του εξουσία υπέρ της παράτασης εκεί όπου διάδικος επιδεικνύει σπουδή για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων που εκτρέπεται λόγου σφάλματος ή αδιαφορίας νοουμένου ότι δεν διαπιστώνεται ανατρεπτικός παράγοντας για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα γεγονότα αυτής της υποθεσης κάθε άλλο παρά αποδεικνύουν ότι ο αιτητής είχε ενδιαφέρον να καταχωρήσει έφεση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Είχε συνάντηση με τον δικηγόρο του μετά την έκδοση της απόφασης για να τον συμβουλεύσει ο δικηγόρος του για την καταχώρηση έφεσης εναντίον της απόφασης. Δεν διευκρινίζεται στην αίτηση κατά πόσο ο δικηγόρος του σ'αυτήν την συνάντηση τον πληροφόρησε ότι υπήρχε προθεσμία για την κατάχωρηση της έφεσης.Κρίνω ότι σκόπιμα υπάρχει αποδεικτικό κενό σε σχέση μ'αυτό το ζήτημα ώστε να δημιουργηθεί ασάφεια σε σχέση με το τι λέχθηκε σ'αυτή την συνάντηση σε σχέση με την δυνατότητα καταχώρησης έφεσης κατά της απόφασης. Η κοινή λογική υπαγορεύει ότι το αντικείμενο αυτής της συνάντησης ήταν για να ακούσει ο πελάτης την γνώμη του δικηγόρου σε σχέση με την δυνατότητα καταχώρησης έφεσης και της προθεσμίας εντός της οποιας τέτοια έφεση μπορούσε να καταχωρηθεί. Στο διάστημα από την έκδοση της απόφασης μέχρι την καταχώρηση αυτής, ο αιτητής είχε τους ίδιους δικηγόρους και συνέχιζε η σχέση πελάτη δικηγόρου, επομένως είναι άξιον απορίας γιατί δεν ενημερώθηκε ο πελάτης στην συνάντηση για την προθεσμία καταχώρησης έφεσης. Επίσης είναι άγνωστο τι θα αναλάμβανε ο πελάτης να μελετήσει στην απόφαση αφού είχε συνάντηση με τους δικηγόρους του γι'αυτόν τον σκοπό και είχε δικηγορους για να μελετήσουν την απόφαση. Οπότε μου δημιουργείται έντονα η εντύπωση ότι αιτητής απλά άφησε τον χρόνο να περάσει μέχρι να πάρει την απόφαση να καταχωρήσει την έφεση. Αυτή δεν είναι συμπεριφορά προσώπου που διεκδικεί τα δικαιώματα του με σπουδή και επιμέλεια. Στην απόφαση Χόππης ν. Παναγής[3] το Εφετείο τόνισε ότι αποκλειστικός οδηγός για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για την παράταση του χρόνου άσκησης έφεσης είναι τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Πρέπει να αντισταθμιστούν τα συμφέροντα του αντίδικου που θα επηρεασθούν από την μη τήρηση των χρονικών πλαισίων που προβλέπουν οι θεσμοί σε σχέση με τη δυνατότητα του να ασκήσει τα δικαιώματα τα οποία απορρέουν από τη δικαστική απόφαση (στην παρούσα περίπτωση την μη αναγέννηση δικαστικής διαδικασίας η οποία έχει τελειώσει) με το δικαίωμα του αιτητή να επωφεληθεί της διαδικασίας της έφεσης. Ο Δικαστής κ. Πικής αποφάνθηκε ότι όσο μικρότερο είναι το χρονικό διάστημα που διαρρέει μεταξύ της εκπνοής της προθεσμίας και της κίνησης του μηχανισμού για παράταση ανάλογα μεγαλύτερη είναι και η πιθανότητα αποδοχής του αιτήματος. Ο αιτητής άφησε ολόκληρο το καλοκάρι να περάσει και μετά την περίοδο των καλοκαιρινών διακοπών αποφάσισε να δώσει οδηγίες στους δικηγόρους του να προωθήσουν την έφεση. Δεν ανέφερε τι μελετούσε στην απόφαση όλο το καλοκαίρι αφού ο ίδιος δεν είναι νομικός και είχε διορίσει δικηγόρους με τους οποίους είχε συνάντηση γι'αυτό τον σκοπό. Στην ουσία δεν προβάλεται καμία βάσιμη δικαιολογία για την αδιαφορία του να πράξει έγκαιρα για την καταχώρηση της έφεσης και σκόπιμα έχει αναφερθεί σε αόριστα δεδομένα για να δημιουργήσει πεπλανημένα την εντύπωση ότι όλο το καλοκαίρι έκανε διαβήματα και αξιοποίησε τον χρόνο του για να δράσει έγκαιρα. Δεν είναι η περίπτωση που η παράλειψη του οφείλεται σε καλόπιστο λάθος ή σε συγκυρίες εκτός του ελέγχου του που τον οδήγησαν στο αποτέλεσμα να χάσει την προθεσμία. Ακόμη και να μελετούσε για 24 ώρες την κάθε σελίδα της 16σέλιδης απόφασης ξεχωριστά δεν θα καταλάμβανε το σύνολο των 42 ημερών που είναι η γενναιόδωρη προθεσμία που παρέχεται για την καταχώρηση της έφεσης. Ακόμη οι 30 μέρες μετά την εκπνοή της προθεσμίας που παρέλειψε να δράσει είναι υπερβολικές για να μελετήσει την συγκεκριμένη δικαστική απόφαση που δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί μακροσκελής. Στην υπόθεση Νιόβη Παπαιωάννου ν. Σάββα Κωνσταντίνου[4] το Δικαστήριο επέκρινε τον εφεσείοντα ο οποίος αποτάθηκε για παράταση της προθεσμίας μονομερώς ανγόωντας τα δικαίωματα της άλλης πλευράς και σημείωσε ότι η παράταση της προθεσμίας των θεσμών για την καταχώρηση έφεσης δίδεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις ώστε να μην συμβιβάζεται αδικαιολόγητα και αναίτια η αρχή της τελεσιδικίας μετά την έκδοση τελικής δικαστικής απόφασης. Κρίνεται ότι αυτή η παράταση χρόνου λανθασμένα δόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο στη βάση μονομερούς αίτησης με δεδομένο ότι σύμφωνα με τη Δ.48, θ.θ.8 και 9, αίτηση για παράταση χρόνου καταχώρησης έφεσης θα πρέπει να υποβάλλεται διά κλήσεως ώστε να δίνεται η ευκαιρία και στην άλλη πλευρά να εκφράζει τις απόψεις της. Αυτό ακριβώς αναφέρει και το αντίστοιχο O.58, r.14 των Αγγλικών Θεσμών. Στο Supreme Court Practice 1958 σελ. 1700, κάτω από τον τίτλο «Applications for extension of time for appealing», αναγράφεται ότι οι αιτήσεις για παράταση του χρόνου έφεσης πρέπει να γίνονται «by notice of motion» διότι «The other side is entitled to be heard». Αυτό γιατί το Δικαστήριο πρέπει να γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα και να ακούσει τις δύο πλευρές προτού ασκήσει δικαστικά την ευχέρεια του. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Αδελφοί Ιακώβου (Κατασκευαί) Λτδ ν. Χ"Νικόλα[5] οι προθεσμίες των θεσμών πρέπει να τηρούνται, η δε παράταση στις προθεσμίες αποτελεί ένα εξαιρετικό νομικό μέτρο. Ομοίως, στην De Luxe Terrazo Tiles & Marbles Ltd v. Εργοληπτική Εταιρεία «Νέμεσις Λτδ»

(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 658, τονίστηκε ότι οι προθεσμίες των θεσμών παρατείνονται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις με δεδομένο ότι οποτεδήποτε οι προθεσμίες παρατείνονται επηρεάζεται το δημόσιο συμφέρον και το δικαίωμα του κάθε διάδικου στην τελεσιδικία. Κατά τα άλλα σύμφωνα με τη Δ.35, θ.2, καμία έφεση δεν μπορεί να καταχωρηθεί επί τελικής αποφάσεως μετά την εκπνοή 6 εβδομάδων εκτός εάν το Δικαστήριο ή ο Δικαστής κατά το χρόνο της έκδοσης του διατάγματος ή της απόφασης ή σε οποιοδήποτε χρόνο μετά, επεκτείνει το χρόνο. Δικαίωμα επέκτασης του χρόνου έχει επίσης και το Εφετείο. Παρόλον που επέκταση χρόνου με βάση τη Δ.57 θ.2, μπορεί να γίνει και πάνω σε μονομερή βάση σύμφωνα με τη Δ.48 θ.8
(1)(qq), εν τούτοις η ειδική πρόνοια που υπάρχει στη Δ.35, θ.2 για το χρόνο καταχώρησης έφεσης υπερτερεί, ειδικά όταν η αίτηση για επέκταση του χρόνου καταχωρείται ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου και όχι ενώπιον του Εφετείου, το οποίο διατηρεί τη δική του ευχέρεια κάτω από τη Δ.57, θ.2, όπως ρητά προνοείται από τη Δ.35, θ.2. Μονομερείς αιτήσεις επέκτασης ή σύντμησης χρόνου δυνατόν να γίνουν για δευτερεύοντα ή παρεμφερή θέματα κάτω από τη Δ.57, θ.2, όπως για καταχώρηση δικογράφων πριν, βεβαίως, ο αντίδικος λάβει ουσιαστικά μέτρα για τελεσίδικη επίλυση της διαφοράς τερματίζοντας έτσι την αγωγή (Odgers' Principles of Pleading and Practice 21η Έκδ. σελ. 72). Ο αιτητής σπατάλησε χρόνο αχρείαστα και δεν δικαιολόγησε επαρκώς την ολιγωρία του για διεκδίκηση των δικαιωμάτων του. ΄Οταν πέρασε ένας ολόκληρος μήνας μετά την εκπνοή της προθεσμίας δέησε να ενεργήσει και τελικώς μέσω του δικηγόρου του και καταχρηστικά αποτάθηκε για παράταση της προθεσμίας μονομερώς. Η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης είναι αόριστη γενική και ασαφής για το πως αξιοποίησε τον χρόνο του όλο το διάστημα μέχρι την εκπνοή της προθεσμίας και για να δικαιολογήσει το πως έτυχε να χάσει την προθεσμία. Επειδή αυτή η αίτηση είναι αόριστη ως προς τα γεγονότα και έχει καταχωρηθεί ολόκληρο μήνα μετά την εκπνοή της προθεσμίας δημιουργείται έντονα η εντύπωση ότι δεν είναι η περίπτωση προσώπου που γνήσια έκανε καλοπιστο λαθος και έχασε την προθεσμία αλλά προσώπου που αφησε τον χρόνο να περάσει άσκοπα και επινόησε μία εκδοχή των πραγμάτων όταν αποφάσισε να καταχωρήσει έφεση κατά της δικαστικής απόφασης για να δικαιολογήσει την ολιγωρία του. Η αίτηση απορρίπτεται και τα έξοδα της επιδικάζονται εναντίον του αιτητή όπως αυτά υπολογιθσούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] 1 ΑΑΔ 1162
(1990)[2] 1 ΑΑΔ 808
(1993)[3] 1 ΑΑΔ
(1993)[4] 1 ΑΑΔ 1083
(2008)[5]
(1990)1 Α.Α.Δ. 470 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.