Γενική Ταχυδρομική Ελλάδος (Κύπρου) Λίμιτεδ ν. NAN GLOBAL LTD, Αρ. Αγωγής: 2650/2015, 22/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A273 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Φιλίππου, A. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2650/2015 Μεταξύ: Γενική Ταχυδρομική Ελλάδος (Κύπρου) Λίμιτεδ Ενάγουσας - Αιτήτριας - και - NAN GLOBAL LTD Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου, 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: Ο κ. Γλαύκος Ν. Ραφαήλ για Γλαύκος Ραφαήλ & Σία ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη - Καθ'ης η αίτηση: Η κα Χρ. Χριστοφή και ο κ Σ. Σωτηρίου για Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Σε αίτηση με ημερομηνία
- 2015 για έκδοση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων) Με μονομερή αίτηση της η ενάγουσα - αιτήτρια αξίωσε την έκδοση των ακόλουθων τεσσάρων διαταγμάτων: «Α. Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου δια της οποίας να αναγνωρίζεται ότι η Σύμβαση Πρακτορείας ημερομηνίας 2 Ιουνίου 2014 μεταξύ των διαδίκων έχει καταστεί άκυρη και χωρίς καμία ισχύ με υπαιτιότητα των Εναγομένων. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τους Εναγομένους /καθ' ων η Αίτησις ή/και υπηρέτες ή/και αντιπροσώπους των, όπως παύσουν να χρησιμοποιούν την επωνυμία, το σήμα, τα διακριτικά γνωρίσματα και τα λοιπά δικαιώματα πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας της ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΗΣ, και να εμπορεύονται στον τομέα των ταχυμεταφορών στην Κύπρο χρησιμοποιώντας το όνομα, το σήμα και την εμπορική φήμη της Εναγούσης Εταιρείας και να εισπράττουν τέλη για υπηρεσίες ταχυμεταφοράς παρά το γεγονός ότι η μεταξύ των διαδίκων Σύμβασης Πρακτορείας ημερομηνίας 2 Ιουνίου 2014 έχει τερματισθεί με υπαιτιότητα των Εναγομένων. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τους Εναγομένους όπως παύσουν να κατακρατούν και να μην παραδίδουν στους Ενάγοντες /Αιτητές περιουσιακά στοιχεία των Εναγόντων τα οποία παρέλαβαν δυνάμει Σύμβασης Πρακτορείας ημερομηνίας 2 Ιουνίου 2014 οποία έχει τερματισθεί από τους Ενάγοντες με υπαιτιότητα των Εναγομένων και στα οποία μεταξύ άλλων περιλαμβάνονται το πελατολόγιο Εταιρείας ΓΕΝΙΚΗ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΗ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΙΜΙΤΕΔ και κάθε περιουσιακό αντικείμενό της Εναγούσης Εταιρείας, καθώς και έντυπο υλικό, δελτία αποστολών, εγγράφων και λοιπών κινητών πραγμάτων και εγγράφων της εταιρείας καθώς και όλες τις αποστολές, όλο το διαφημιστικό υλικό με τα σήματα της «ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΙΜΙΤΕΔ», όλο το έντυπο υλικό με τα σήματα της «ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΙΜΙΤΕΔ», επιστολόχαρτα, φορτωτικές, εγχειρίδια που περιέχουν κατευθύνσεις και στοιχεία, τα οποία συνδέονται με την ΓΕΝΙΚΗ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΗ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΙΜΙΤΕΔ, τις εκκρεμείς και μη παραδοθείσες αποστολές, τις εκκρεμείς εντολές απόδοσης (μετρητά ή επιταγές που έχουν εισπραχθεί και δεν έχουν αποδοθεί στην ΓΕΝΙΚΗ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΗ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΙΜΙΤΕΔ από παραδόσεις με την υπηρεσία της αντικαταβολής), όλα τα πρωτότυπα συνοδευτικά δελτία ταχυμεταφοράς (ΣΥΔΕΤΑ), και κάθε αντικείμενο ή έγγραφο ιδιοκτησίας της εταιρείας μας, όλες τις ανεκτέλεστες προς παράδοση στους παραλήπτες αποστολές ή παραλαβές προς αποστολή, τα ανείσπρακτα τιμολόγια, τα υλικά και ό,τι άλλο κινητό ανήκει στην ΓΕΝΙΚΗ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΗ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΙΜΙΤΕΔ (πρόγραμμα λειτουργίας-server κλπ.). Δ. Απαγορευτικό Διάταγμα, εμποδίζον τους Εναγομένους ή/και υπηρέτας των να συνεχίσουν και επαναλάβουν, επιτρέπουν και να ανέχονται την συνέχιση όλων των πιο πάνω αναφερόμενων δραστηριοτήτων και να επιφέρουν ζημιά στο όνομα και την επιχείρηση των Εναγόντων.» Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 4,5,7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960, στη Δ.48 Θ.1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις Γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου και τη διακριτική του εξουσία. Την αίτηση υποστηρίζουν με τις ένορκες δηλώσεις τους ο κ. Νίκος Νικολάου και ο κ. Αθανάσιος Αθανασίου, ο καθένας εκ των οποίων δηλώνει υπό ποια ιδιότητα προβαίνει σε αυτή και την εξουσιοδότηση που έχει για να προβεί σε ένορκη δήλωση και να υποστηρίξει την αίτηση. Κάνουν αναφορά στα γεγονότα παραπέμποντας σε σχετικά έγγραφα που επισύναψαν ως τεκμήρια στις ένορκες δηλώσεις τους, τα οποία οδήγησαν κατά την δική τους άποψη στην επίδικη διαφορά και στην ανάγκη να αποταθεί η αιτήτρια στο Δικαστήριο για την έκδοση προσωρινών και προστακτικών διαταγμάτων. Εκδόθηκαν μονομερώς τα διατάγματα των αιτητικών όπως αριθμούνται πιο πάνω ως Γ και Δ. Σε σχέση δε με αιτητικό Δ με τη διευκρίνιση ότι αφορούσε τα στοιχεία ή αντικείμενα που καθορίζονταν στο αιτητικό Γ. Αυτά ορίστηκαν επιστρεπτέα σε μεταγενέστερη ημερομηνία για να επιδοθούν τα σχετικά έγγραφα στην άλλη πλευρά. Για τα υπόλοιπα αιτητικά δόθηκαν οδηγίες για επίδοση τους. Η εναγόμενη - καθ΄ης η αίτηση προέβαλε εικοσιοκτώ λόγους ένστασης όπως απαριθμούνται σε αυτή. Αυτούς τους υποστηρίζει με ένορκη δήλωση του ο διευθυντής της κ. Ανδρέας Ιωάννου. Εκθέτει και αυτός από τη δική του οπτική γωνία τα γεγονότα που οδήγησαν στον κατ΄ισχυτρισμό εκ μέρους της αιτήτριας τερματισμό της μεταξύ τους συμφωνίας και γενικά αναφέρεται σε όρους των συμφωνιών που σύναψε η εταιρεία του με την ενάγουσα, τον τρόπο λειτουργίας τους και στις σχέσεις τους. Επισυνάπτει και αυτός σειρά από έγγραφα ως τεκμήρια, τα οποία καταδεικνύουν διάφορες δοσοληψίες τους και αποκαλύπτουν συζητήσεις στη σχετική επιστολογραφία για τον τρόπο διεξαγωγής των εργασιών τους επιρρίπτοντας την ευθύνη για τη διάρρηξη αυτών των συμφωνιών στην ενάγουσα η οποία με τις ενέργειες της εν τέλει είναι αυτή που την ζημίωσε και την επιβάρυνε οικονομικά. Διατείνονται δε ότι όλα όσα προνοούνταν στα εν λόγω εκδοθέντα διατάγματα είχαν ήδη παραδοθεί και επιστραφεί στην ενάγουσα. Οι συνήγοροι που εμφανίζονται και για τις δύο πλευρές δήλωσαν ότι δεν επιθυμούσαν την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων και έτσι η αίτηση προχώρησε με τις αγορεύσεις τους. Σε αυτές υποστήριξαν και ανέλυσαν ο καθένας σε έκταση τις θέσεις του με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και ανέπτυξαν ικανή νομική επιχειρηματολογία η οποία συνηγορεί κατά την εισήγηση τους υπέρ των θέσεως τους. Θα με απασχολήσει αμέσως ο πρώτος λόγος ένστασης, εφόσον η όποια απόφαση μου επ΄αυτού θα είναι καθοριστικής σημασίας ως προς την έκβαση της αίτησης ή της συνέχισης της ενασχόλησης μου με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης. Προβλήθηκε ως τέτοιος εκ μέρους της εναγόμενης - καθ΄ης η αίτηση ότι: «Η αίτηση των αιτητών ημερ. 26/11/15 και το μονομερές και/ή προσωρινό Διάταγμα ημερ. 26/11/15, πρέπει να απορριφθούν και/ή ακυρωθούν και/ή παραμεριστούν καθότι δεν έχει προσκομιστεί και/ή παρουσιαστεί απαραίτητη και/ή επαρκής μαρτυρία και/ή τέτοια μαρτυρία και/ή ένορκος δήλωση και/ή μαρτυρία δικηγόρου γνώστη του Ελληνικού Δικαίου και/ή απόφοιτου του Τμήματος Νομικής της Ελλάδας και/ή προσώπου κατόχου Ελληνικού Διπλώματος Νομικής με την οποία να επεξηγείται και/ή καταδεικνύεται και/ή να αποδεικνύεται και/ή δικαιολογείται το γεγονός ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία και/ή κατά τόπο αρμοδιότητα και/ή εάν μπορεί να τύχει εφαρμογής και/ή ερμηνείας η σύμβαση ημερ.02/06/2014 και/ή ο όρος αυτής ήτοι το άρθρο 9 παράγραφος 3 της εν λόγω συμφωνίας και/ή ότι το σεβαστό σας Δικαστήριο μπορεί να εκδικάσει την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή και/ή αίτηση και/ή να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα λαμβάνοντας υπόψη και/ή ερμηνεύοντας το Ελληνικό Δίκαιο στα πλαίσια του Κυπριακού Δικαίου, καθότι η σύμβαση πρακτορείας ημερ. 02/06/2014 αναφέρει ότι η εν λόγω σύμβαση διέπεται από το Ελληνικό Δίκαιο και/ή καθότι ο εν λόγω όρος άρθρο 9 παράγραφος 3 δεν αποτελεί δικαστική γνώση.» Στο Άρθρο 9 παρ. 3 της «Σύμβασης Πρακτορείας» με ημερ. 2.06.2014, η οποία αποτελεί και τη βάση επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση αλλά και η αγωγή, γίνεται πράγματι η ακόλουθη πρόνοια σε σχέση με το εφαρμοστέο δίκαιο που θα διέπει την σύμβαση: «Η παρούσα σύμβαση διέπεται και ερμηνεύεται σύμφωνα με το Ελληνικό Δίκαιο. Οποιαδήποτε διαφορά ανακύψει αναφορικά με την παρούσα σύμβαση ή/και επ΄ευκαιρία αυτής υποβάλλεται σε Διαιτησία όπως αυτή προβλέπεται στα α. 876 επ. ΚΠΟΛΔ της Ελλάδος άλλως και όλως επικουρικά ως προβλέπεται κατά το Κυπριακό Δίκαιο.» Σημειώνω ότι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά περί του εφαρμοστέου δικαίου ούτε και γίνεται προσπάθεια παράθεσης ή και ερμηνείας οποιουδήποτε δικαίου. Ενόψει του πιο πάνω λόγου ένστασης θα πρέπει να με απασχολήσει πρωταρχικά το ζήτημα της απόδειξης με την απαραίτητη και/ή επαρκή μαρτυρία των προνοιών του Ελληνικού Δικαίου σε ζητήματα ερμηνείας προνοιών της επίδικης σύμβασης. Στον πιο πάνω λόγο ένστασης η πλευρά της ενάγουσας - αιτήτριας αντιτείνει στην αγόρευση της - προτάσσοντας ότι προνοείται «η επικουρικότητα» του Κυπριακού Δικαίου για επίλυση τυχόν διαφορών - όπως ερμηνεύει τον πιο πάνω όρο «άλλως και όλως επικουρικά», και εισηγείται ότι θα πρέπει: «.να διερωτάται κανείς εάν υπάρχει πιο κλασσική περίπτωση για να εφαρμοσθεί αυτή η πρόνοια από την παρούσα η οποία αφορά διαφορές μεταξύ δύο Κυπριακών εταιρειών οι οποίες απορρέουν από συμφωνία πρακτορείας εφαρμοστέας και εκτελεστέας στην Κύπρο.» Πέραν όμως αυτών, θέτει με την αγόρευση του υπόψη του Δικαστηρίου τις σχετικές, κατά την άποψη της αιτήτριας, πρόνοιες του Ελληνικού Δικαίου για τα επίδικα στην παρούσα αίτηση θέματα χωρίς όμως να αναφέρεται καθόλου στις πρόνοιες των άρθρων 867 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας της Ελλάδος (Κ.ΠΟΛ.Δ.), που αφορούν ζητήματα παραπομπής μιας διαφοράς σε διαιτησία όπως προνοείται στη Διάταξη 9 παρ.3 της επίδικης σύμβασης πρακτορείας. Καλεί ακόμα το Δικαστήριο να εξετάσει, όπως θέτει το ζήτημα στην αγόρευση του, αν αρμόδια για να διατάξουν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, σύμφωνα με τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς (Ρώμη Ι και Ρώμη ΙΙ), αλλά και με τον Ελληνικό Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, είναι τα Δικαστήρια της Κύπρου, ως lex locis damni. Κάνει μάλιστα μνεία συγκεκριμένα στο άρθρο 685 του Ελληνικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας που αναφέρεται, κατά τον συνήγορο, ότι δεν ισχύει συμφωνία διαιτησίας σε υποθέσεις που αφορούν ασφαλιστικά μέτρα, χωρίς να παραθέτει το κείμενο του, το οποίο όμως ούτως ή άλλως ως μη τεθέν υπόψη του Δικαστηρίου κατά τον δέοντα τρόπο, όπως θα εξηγηθεί στη συνέχεια, δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως να ληφθεί υπόψη. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αναφορά, μόλις στην αγόρευση του συνηγόρου της πλευράς της ενάγουσας - αιτήτριας, σε νομοθετικές διατάξεις που απαντώνται στο Ελληνικό Δίκαιο κατά το αποδεικτικό μας δίκαιο δεν είναι αρκετή, καθώς το αλλοδαπό δίκαιο πρέπει να αποδεικνύεται με μαρτυρία όπως όλα τα άλλα επίδικα γεγονότα από τον διάδικο που εγείρει το ζήτημα και προς τούτο παραπέμπω στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη & Νικόλα Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» Έκδοση Σεπτ. 2014 σελ. 597 επ. και στη σχετική επί του θέματος νομολογία που αναφέρεται σε αυτές, από την οποία ενδεικτικά αναφέρω την Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(1999)1 ΑΑΔ 44, στην οποία αναφέρεται ότι το αλλοδαπό δίκαιο θα πρέπει να δικογραφείται και να τεκμηριώνεται με προσαγωγή κατάλληλης μαρτυρίας πραγματογνώμονα. Γίνεται επίσης αναφορά στη διάταξη 687 του Ελληνικού Κ.ΠΟΛ.Δ., το πλήρες περιεχόμενο της οποίας επίσης δεν παρατίθεται, χωρίς βέβαια να είχε και οποιαδήποτε σημασία ενόψει του τρόπου που αυτή εισάγεται - εφόσον δεν καθίσταται μαρτυρία - ότι δηλαδή μπορεί να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα όταν επίκειται άμεσος κίνδυνος και να διαταχθούν χωρίς την κλήτευση του αντιδίκου και ότι ακόμα στη βάση άλλης διάταξης (685 του ίδιου Κ.ΠΟΛ.Δ.), ότι δεν ισχύει συμφωνία διαιτησίας σε υποθέσεις που αφορούν ασφαλιστικά μέτρα. Επομένως η παραπομπή στο Ελληνικό Δίκαιο από την επίδικη σύμβαση χωρίς αυτό να έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τον κατάλληλο τρόπο ούτε και αναφέρεται ρητά στη νομική βάση της αίτησης, δεν συνάδει με το αποδεικτικό μας δίκαιο και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Έγινε εκ μέρους της ενάγουσας παραπομπή στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς (Ρώμη Ι και Ρώμη ΙΙ), ειδικότερα ως το εφαρμοστέο δίκαιο σε σχέση με τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, στη βάση των οποίων, κατά την εισήγηση, αρμόδια είναι τα Δικαστήρια της Κύπρου, ως Lex locis damni (δίκαιο του τόπου όπου προκλήθηκε η ζημιά - βλάβη). Επανέρχομαι στη διάταξη 9 παρ. 3 της επίδικης σύμβασης για να επισημάνω ότι σύμφωνα με αυτή, τα συμβαλλόμενα μέρη αποδέχονται και συμφωνούν ότι η σύμβαση θα διέπεται και ερμηνεύεται σύμφωνα με το Ελληνικό Δίκαιο. Δεν έχω παραπεμφθεί σε συγκεκριμένη διάταξη των πιο πάνω Ευρωπαϊκών Κανονισμών, οι οποίοι ειρήσθω εν παρόδω, δεν καταγράφονται και δεν προσδιορίζονται στην νομική βάση της αίτησης. Παρόλα αυτά εφόσον το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, μετά την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εμπίπτει πλέον εντός της οφειλόμενης Δικαστικής Γνώσης, έχω διεξέλθει τις διατάξεις των πιο πάνω κανονισμών και δεν εντόπισα κάποια πρόνοια σε σχέση με όσα ο συνήγορος της αιτήτριας εισηγείται και ειδικά για το ζήτημα λήψης ασφαλιστικών μέτρων και το εφαρμοστέο δίκαιο όταν λαμβάνονται τέτοια ή ότι αυτό, κατά την εισήγηση πάντοτε, δεν είναι άλλο από το Lex locis damni. Ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 2008 ο οποίος αφορά το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, γνωστός ως Ρώμη Ι, στο άρθρο 1 προνοεί τα ακόλουθα: «Ο παρών Κανονισμός εφαρμόζεται στις συμβατικές ενοχές αστικού και εμπορικού δικαίου στις περιπτώσεις που εμπεριέχουν σύγκρουση νόμων.» Στη παρούσα περίπτωση δεν έχουμε σύγκρουση νόμων κατά την ερμηνεία συμβατικών διατάξεων αλλά επιλογή δικαίου εκ μέρους των μερών της σύμβασης. Στο δε άρθρο 3 του ίδιου Κανονισμού προνοείται ότι: «Η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο που επέλεξαν τα μέρη. Η επιλογή πρέπει να γίνεται ρητώς ή να συνάγεται σαφώς από τις διατάξεις της σύμβασης ή τα δεδομένα της υπόθεσης. Με την επιλογή τους τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να επιλέγουν το εφαρμοστέο δίκαιο στο σύνολο ή σε μέρος μόνο της σύμβασης.» Τέλος, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Ιουλίου 2007, γνωστός ως Ρώμη ΙΙ, στον οποίο έγινε επίσης αναφορά, ρυθμίζει το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές και επομένως δεν μπορεί να έχει έρεισμα και εφαρμογή στην επίδικη διαφορά ως απορρέουσα από σύμβαση. Επομένως, θα συμφωνήσω με τα όσα η πλευρά της εναγόμενης - καθ΄ης η αίτηση προβάλλει στον πρώτο λόγο ένστασης της. Τα μέρη ρητά συμφώνησαν το δίκαιο στη βάση του οποίου θα πρέπει να επιλυθεί οποιαδήποτε διαφορά ανακύψει αναφορικά με τη σύμβαση και αυτό είναι το Ελληνικό. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία σε σχέση με αυτό το ζήτημα. Το Ελληνικό Δίκαιο είναι αυτό το οποίο θα πρέπει να εφαρμοστεί και αυτό δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τον ενδεδειγμένο τρόπο. Πέραν όμως αυτού, στην ίδια πιο πάνω διάταξη της συμφωνίας, γίνεται πρόνοια για παραπομπή σε διαιτησία οποιασδήποτε διαφοράς ανακύψει αναφορικά με τη σύμβαση και μάλιστα σύμφωνα με τις πρόνοιες και πάλι του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας της Ελλάδος. Επομένως πριν αποφασιστεί η προσφυγή ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων θα έπρεπε να γίνει πρόταση παραπομπής ή παραπομπή της ισχυριζόμενης επίδικης διαφοράς σε Διαιτησία κατά τις πρόνοιες του Ελληνικού Δικαίου. Η φράση: «άλλως και όλως επικουρικά θα εξετάζεται κατά το Κυπριακό Δίκαιο», δεν μπορεί να τύχει σύγκλησης στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως εισηγείται o ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας - αιτήτριας, και τούτο καθότι δεν προέκυψε οποιοδήποτε ζήτημα με το Ελληνικό Δίκαιο έτσι που θα συνέδραμε πλέον «επικουρικά» το Κυπριακό Δίκαιο. Το δε Κυπριακό Δίκαιο κατά τη ρητή διάταξη της σύμβασης εφαρμόζεται «όλως επικουρικά», δηλαδή εξ ολοκλήρου βοηθητικά του Ελληνικού δικαίου. Επομένως είναι ακόμα ένας λόγος για τον οποίο θα απέρριπτα την αίτηση εφόσον τίποτε περί των προνοιών του Ελληνικού Δικαίου για θέματα παραπομπής σε διαιτησία δεν τέθηκε κατάλληλα ενώπιον μου. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Είναι λοιπόν η άποψη μου ότι συντρέχει αυτός ο λόγος ένστασης και η αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει περαιτέρω. Ο τρόπος με τον οποίο τέθηκε υπόψη μου και αυτό με πολύ επιλεκτικό τρόπο το εφαρμοστέο δίκαιο, δεν παρέχει δυνατότητα στο Δικαστήριο να επιληφθεί περαιτέρω των αιτημάτων της ενάγουσας τα οποία ανάγονται σε συμβατική διαφορά όπου η ίδια η σύμβαση προνοεί περί του εφαρμοστέου δικαίου. Κάτω από τις περιστάσεις δεν έχω κανένα λόγο να προχωρήσω στην εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης και να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις και αρχές με βάσει τις οποίες εξετάζονται αυτής της φύσης οι αιτήσεις, για παροχή δηλαδή προσωρινής προστασίας στη βάσει των προνοιών του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. Τα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα ακυρώνονται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της καθ΄ης η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας - αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο