← Κύπρος

ARLYCO LTD ν. Π. ΠΥΡΟΓΙΑΤΗΣ ΑΛΛΑΝΤΙΚΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 552/14, 2/12/2015

ARLYCO LTD ν. Π. ΠΥΡΟΓΙΑΤΗΣ ΑΛΛΑΝΤΙΚΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 552/14, 2/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A257 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΤΑΛΑΡΙΔΟΥ - ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ , Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 552/14 Μεταξύ: ARLYCO LTD Ενάγουσας και Π. ΠΥΡΟΓΙΑΤΗΣ ΑΛΛΑΝΤΙΚΑ ΛΤΔ Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 2.12.2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: κα Καλλή Για τους Καθ'ών η αίτηση: κα Σουρουλλά ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση η εναγομένη εταιρεία επιδιώκει τον παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε εναντίον της στις 10 Απριλίου 2014 για το πόσο των €30,698.77 πλέον τόκους και έξοδα. Η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε εναντίον της εναγομένης επειδή παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. Στην αίτηση της η αιτήτρια ζητεί τον παραμερισμό της απόφαση επειδή εγείρει υπεράσπιση στην αγωγή, ήτοι ότι η απαίτηση έχει πληρωθεί με αποτέλεσμα να παραμένει απλήρωτο μόνο το ποσό των €4,934.74 από τις €30,698.

  1. Ο διευθυντής των εναγομένων μίλησε με τους δικηγόρους της ενάγουσας μετά την επίδοση της αγωγής και έγινε συνάντηση μεταξύ τους. Στην συνάντηση τους υπέδειξε αποδείξεις πληρωμής έναντι του οφειλόμενου χρέους και έκφρασε πρόθεση το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό να πληρωθεί με δόσεις. Είχε συνεννοηθεί με τους ενάγοντες ότι δεν θα έπρατταν οτιδήποτε μέχρι οι λογιστές να καταλήξουν στο πραγματικό οφειλόμενο ποσό και έτσι δεν ενημέρωσε τους δικηγόρους της εναγομένης εταιρείας για να καταχωρήσουν εμφάνιση στην αγωγή. Περαιτέρω στα τέλη Μαρτίου, ο διευθυντής των εναγομένων ανακάλυψε ότι ο υιός του είχε σοβαρό πρόβλημα υγείας και έτσι επειδή ήταν συγκλονισμένος και είχε την εντύπωση ότι το ζήτημα θα τακτοποίητο ως είχε συμφωνηθεί, δεν έδωσε οδηγίες για καταχώρηση εμφάνισης στην αγωγή. Εξαιτίας των προβλημάτων του σταμάτησε να ασχολείται με τα ζητήματα της εταιρείας και έπαψε η εναγομένη εταιρεία να δραστηριοποιείται. Ενημερώθηκε για την ύπαρξη της δικαστικής απόφασης στις 6 Νοεμβρίου 2014, από δικαστικό επιδότη, ο οποίος εκτελούσε ένταλμα κινητής περιουσίας. Μετά από αυτήν την εξέλιξη έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους να παραμερίσουν την απόφαση και η αίτηση καταχωρήθηκε στις 13 Νοεμβρίου
  2. Στην ένσταση του οι ενάγοντες παραθέτουν κάποια σημαντικά γεγονότα. Εκδόθηκε και προγενέστερο ένταλμα κινητών στις 30 Μαίου 2014, το οποίο επεστράφη ανεκτέλεστο. Δεύτερο ένταλμα κινητών εκδόθηκε όταν βρέθηκαν νέα στοιχεία για περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας στην βιομηχανική περιοχή Αθηαίνου. Σε αντίθεση μ' αυτά που αναφέρει ο διευθυντής των αιτητών, στην ένορκη του δήλωση ισχυρίζεται ότι δέχθηκε το χρέος των €30.000 και συζητούσαν μόνο ευκολίες πληρωμής του οφειλόμενου ποσού στην παρουσία των λογιστών της ενάγουσας εταιρείας. Στην συνέχεια παρέλειψε να προσέλθει στα γραφεία τους ως είχε συνεννοηθεί για να διευθετήσει το χρέος. ΄Ελαβε γνώση της ύπαρξης της απόφασης κατά την εκτέλεση του πρώτου εντάλματος κινητών. Ο διευθυντής της εναγομένης εταιρείας ουδέποτε τους ενημέρωσε κατά τον επίδικο χρόνο για τα προβλήματα υγείας του υιού του και ουδέποτε επισκέφθηκε τα γραφεία των εναγόντων ως υποσχέθηκε να κάνει. Αναφορικά με το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό επισυνάπτεται αντίγραφο κατάσταση λογαριασμού που καταδεικνύει ότι το ποσό του εξ' αποφάσεως χρέους πράγματι οφείλεται. Σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση ο διευθυντής των εναγόντων παραδέχεται ότι το πρώτο ένταλμα κινητών εκτελέσθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εναγομένης εταιρείας αλλά αναφέρει ότι η εταιρεία ουδέποτε δραστηριοποιήθηκε εκεί. Στις παραγράφους 7 μέχρι 9 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που παραθέτω αναφέρει ότι υπήρχε πληρωμή έναντι συγκεκριμένων τιμολογίων . «
  3. Οι αποδείξεις που παρουσίασα ως Τεκμήρια στην ένορκη μου δήλωση δόθηκαν έναντι των επίδικων τιμολογίων. Ενδεικτικά αναφέρω και διευκρινίζω ότι στην απόδειξη με αριθμό 23042 ημερ. 14.3.2013 για ποσό €3.867,96 αναγράφεται ότι αυτή αφορά την παράδοση δύο επιταγών για €2.188,21 και €1.679,75 αντίστοιχα. Αυτή η απόδειξη αφορά την πληρωμή του τιμολογίου αρ. 129700 (για ποσό €2.188,21) και των τιμολογίων αρ. 129407 (για ποσό €1.427,20) που συμποσούμενο με το ποσό των €252,55 που ααφορά τι τιμολόγιο αρ. 129406 ανέρχεται στο ποσό των €1.679,
  4. Επιπλέον και πάλι ενδεικτικά, διευκρινίζω ότι η απόδειξη με αριθμό 22823 ημερ. 17.1.2013 για ποσό €4.014,87 αφορά την πληρωμή των επίδικων τιμολογίων με αριθμούς 125568, 125576 και 125974 για ποσά €1.506,31, €1.165,04 και €1.343,46 αντίστοιχα, τα οποία συμποσούμενα καταλήγουν στο πιο πάνω ποσό της απόδειξης. Ομοίως, οι υπόλοιπες αποδείξεις αφορούν ποσά που δίνονταν έναντι των εκάστοτε δημιουργούμενων οφειλών από τα επίδικα τιμολόγια.
  5. Μόνο από τις πιο πάνω αποδείξεις πληρωμών με αριθμούς 23042 και 22823 συνάγεται ότι οι Εναγόμενοι κατέβαλαν έναντι των επίδικων τιμολογίων το ποσό των €7.882,
  6. Άρα πως είναι δυνατό να ευσταθεί ο ισχυρισμός των Εναγόντων στην αγωγή τους ότι οι Εναγόμενοι κατέβαλαν έναντι των επίδικων τιμολογίων μόνο €2.229,21». Συγκεκριμένες αποδείξεις επισυνάπτονται ως τεκμήρια στην αίτηση.. Όμως σύμφωνα με την απαντητική ένορκη δήλωση των καθ'ων η αίτηση στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση των αιτητών αυτές οι πληρωμές λήφθηκαν υπόψη στην λεπτομερή κατάσταση λογαριασμού και αυτές οι πληρωμές έχουν αφαιρεθεί από το συνολικό οφειλόμενο ποσό της απαίτησης. ΄Ελεξγα ένα προς ένα τις αποδείξεις που επισυνάπτονται ως τεκμήριο στην αίτηση, ως πληρωμές έναντι του οφειλόμενου ποσού και έχω διαπιστώσει ότι όλες αυτές οι αποδείξεις καταγράφονται στην κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτεται στην ένσταση. Αυτό δείχνει ότι οι καθ'ων η αίτηση έλαβαν υπόψη τους τις πληρωμές διά να υπολογισθεί το συνολικό οφειλόμενο ποσό της εναγομένης εταιρείας. Είναι ένα χειροπιαστό αποδεικτικό στοιχείο ότι αυτές οι πληρωμές λήφθηκαν υπόψη και το ποσό ακόμη οφείλεται. Είναι ισχυρό αποδεικτικό στοιχείο που οι αιτητές δεν έχουν καταρρίψει με άλλη χειροπιαστή μαρτυρία. Οι αιτητές δεν πραγματοποίησαν καμία συνάντηση με λογιστές των καθ'ων η αίτηση κατά τους μήνες μετά την πρώτη συνάντηση για να έχουν λογική προσδοκία ότι επήλθε συμφωνία των μερών σε σχέση με το χρέος. Περαιτέρω, στην απαντητική ένορκη δήλωση παρατίθενται σημαντικά γεγονότα που δείχνουν ότι δεν είναι δυνατόν ο ενόρκων δηλών στην αίτηση να μην έλαβε γνώση της έκδοσης απόφασης στην αγωγή. Το πρώτο ένταλμα κινητών εκτελέσθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας που τυγχάνει να είναι στην ίδια διεύθυνση με την οικία των γονέων του κ. Πυρογιάτη. Το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στην ίδια διεύθυνση και παραλήφθηκε από τον πατέρα του ενόρκως δηλούντα. Συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να μη έλαβε γνώση της εκτέλεσης του εντάλματος κινητών που πραγματοποιήθηκε στην ίδια διεύθυνση, τον Μάϊο
  7. Με βάση την Δ.17 θ.10 οι διαδικαστικοί Κανονισμοί της Πολιτικής Δικονομίας προνοούν ως ακολούθως, στην περίπτωση που εκδοθεί απόφαση εναντίον εναγόμενου ερήμην λόγω του ότι παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή: " Where judgement is entered pursuant to any of the proceeding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary judgement upon such terms as may be just." Η νομολογία μας αναγνωρίζει δύο περιπτώσεις όπου είναι ορθό και δίκαιο να παραμερισθεί η εκδοθείσα απόφαση. Η πρώτη περίπτωση είναι όταν εκδίδεται απόφαση λόγω αντικανονικότητας στην διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης στην αγωγή. Σ' αυτή την περίπτωση δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση από το Δικαστήριο. Ο εναγόμενος δικαιωματικά ( ex debito justitiae) δικαιούται παραμερισμό της απόφασης και το Δικαστήριο, αφού ικανοποιηθεί ότι υπήρχε αντικανονικότης στην διαδικασία με αποτέλεσμα να μην δικαιούται ο ενάγοντας απόφαση κατά τον δεδομένο χρόνο, είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση. Η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή κατά την οποία η διαδικασία ήταν κανονική και ορθά είχε εκδοθεί η απόφαση αλλά ο εναγόμενος λόγω αβλεψίας ή παραλείψεως του δεν εμφανίσθηκε στην αγωγή με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Η διάκριση μεταξύ της πρώτης και δεύτερης περίπτωσης σύμφωνα με τον Lord Wright στην Αγγλική απόφαση Evans v. Bartlam [1] ,η οποία υιοθετείται και εφαρμόζεται από τα Κυπριακά Δικαστήρια, είναι ότι στην περίπτωση όπου αποδεικνύεται ότι δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση στην αγωγή με βάση τα γεγονότα το Δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει την απόφαση ενώ στην περίπτωση όπου η έκδοση της απόφασης έγινε κανονικά και νομότυπα το Δικαστήριο θα ασκήσει την διακριτική του εξουσία υπέρ του παραμερισμού της απόφασης μόνο εάν ο εναγόμενος πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχουν γεγονότα που στοιχειοθετούν την ύπαρξη καλής υπεράσπισης και που θα πρέπει να ακουσθούν στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής. Θα πρέπει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι προκαλείται αδικία εάν δεν παραμερισθεί η απόφαση διότι παρά της ύπαρξης καλής υπεράσπισης δεν δίδεται ευκαιρία στον εναγόμενο να ακουσθεί. "A discretion necessarily involves a latitude of individual choice, according to the particular circumstances, and differs from a case where the decision follows ex debito justitiae, once the facts are ascertained. In a case like the present , there is a judgement , which though by default , is a regular judgement, and the applicant must show grounds why the discretion to set it aside should be exercised in his favour. The primary consideration is whether he has merits, to which the Court should pay heed ; if merits are shown the court will not prima facie desire to let pass a judgement on which there has been no proper adjudication. The Court might also have regard to the applicants explanation why he neglected to appear after being served , though as a rule his fault in that respect can be sufficiently punished by the terms, as to costs.. The appellant here has an explanation , the truth of which is indeed denied by respondent , but at this stage I see no reason why he should be disbelieved on what appears to me to be a conflict on affidavits." Στην δεύτερη αυτή περίπτωση το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση άλλα έχει την διακριτική εξουσία να παραμερίσει την απόφαση εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: (α) έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή (β) η μη εμφάνιση του είναι δικαιολογημένη υπό της περιστάσεις. Ο εναγόμενος έχει το βάρος αποδείξεως σε σχέση με την ύπαρξη των πιο πάνω προϋποθέσεων .Να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος δεν είναι ανάγκη να αποδείξει την αλήθεια των γεγονότων που περιέχονται στην ένορκη του δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης παραμερισμού τα οποία θεμελιώνουν το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης περί της ύπαρξης καλής υπεράσπισης. Αυτό που θα πρέπει να αποδείξει ο εναγόμενος είναι ότι τα γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη του δήλωση εάν ήταν αλήθεια θα αποτελούσαν καλή υπεράσπιση στην αγωγή. ΄Οπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Λευκίδου ν. Αρίστου Κανναουρίδη [2], από τον Δικαστή Γ. Κωνσταντινίδη, δία να αποδειχθεί η ύπαρξη καλής υπεράσπισης στην αγωγή σε αίτηση παραμερισμού της απόφασης, δεν απαιτείται η απόδειξη της αλήθειας των ισχυρισμών με τον τρόπο που αντιμετωπίζεται η απόδειξη γεγονότων σε ενδιάμεσες αιτήσεις με βάση των προνοιών της Δ.48 θ.4 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας. Ο σκοπός της αίτησης παραμερισμού δεν είναι για να εκδικασθεί η ουσία της αγωγής επί των γεγονότων και να γίνει αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά να εξετάσει το Δικαστήριο κατά πόσο υπάρχουν ισχυρισμοί που βασίζονται σε κάποια γεγονότα που αποτελούν υπεράσπιση στην αγωγή. Είναι γι' αυτό τον λόγο που τα γεγονότα αυτά δεν είναι ανάγκη να αποδειχθούν για την αλήθεια των ισχυρισμών του. 'Η νομολογία σε σχέση με την Δ.48 θ.4 που παραθέσαμε αφορά σε κάθε ενδιάμεση αίτηση , σε σχέση με γεγονότα τα οποία πρέπει να αποδεικνύονται. Δεν τέμνεται με την Evans v. Bartland και την Κυπριακή νομολογία ως προς τις αρχές που διέπουν το παραμερισμό απόφασης. Δεν επιβάλλει την απόδειξη γεγονότων που δεν χρειάζεται να αποδεικτούν'. Όμως σε σχέση με τους λόγους μη εμφάνισης του εναγόμενου στην αγωγή είναι ανάγκη να αποδειχθούν τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του. Τούτου λέχθηκε με σαφήνεια στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζα Κύπρου Λτδ. ν. Μιχαήλ 1 ΑΑΔ 1044

(2003). Λέχθηκε ότι εάν το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε καταλήξει σε θετικό εύρημα ότι ο εναγόμενος δεν είχε λάβει γνώση της αγωγής τότε έχει δικαίωμα παραμερισμό της απόφασης για να προβάλει την υπεράσπιση του. Σε εκείνο την περίπτωση ο εναγόμενος ανέφερε ότι έγινε επίδοση στην σύζυγο του με την οποία ήταν σε διάσταση και δεν επικοινωνούσαν. Ο τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε να αποδειχθεί αυτό το γεγονός είναι με το συνηθισμένο τρόπο απόδειξης γεγονότων σε ενδιάμεσες αιτήσεις με βάση την Δ.
  1. ΄Οπως έχει λεχθεί στην απόφαση Luis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ[3] η μαρτυρία η οποία υποστηρίζει την αίτηση παρέχεται με ένορκη δήλωση, όπως προβλέπεται στη Δ.
  2. ΄Οταν υπάρχει διάσταση των γεγονότων μεταξύ των γεγονότων της ένορκης δήλωσης της αίτησης και της έντασης αυτά τα γεγονότα πρέπει να αποδειχθούν και ο αιτητής έχει το βάρος αποδείξεως. "Εφόσον αμφισβητούνται τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την αίτηση, επιβάλλεται η απόδειξη τους από τον διάδικο που έχει το βάρος απόδειξης, όπως ορίζεται στη Δ.48 θ.4."[4] Στην υπόθεση Λευκίδου [5] υποδείχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι τα γεγονότα που αφορούν τον λόγω μη εμφάνισης του εναγόμενου θα πρέπει να αποδειχθούν σε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης από τον αιτητή. "Με προσδιορισμό το βάρος απόδειξης , ορισμένου γεγονότος, εφάρμοσαν την Δ.48 θ.4 αναφορικά με τη μέθοδο της απόδειξης του... Η νομολογία σε σχέση με τη Δ.48 θ.4 που παραθέσαμε αφορά σε κάθε ενδιάμεση αίτηση, σε σχέση με γεγονότα τα οποία πρέπει να αποδεικνύονται...Δεν επιβάλλει την απόδειξη γεγονότων που δεν χρειάζεται να αποδειχθούν. Εφαρμόζεται όμως και σε περιπτώσεις αιτήσεων για παραμερισμό, σε σχέση με γεγονότα τα οποία, στη βάση των αρχών της Evans v. Bartlam πρέπει να αποδεικτούν. ΄Οπως για παράδειγμα μπορεί να είναι οι λόγοι μη εμφάνισης ή της οποίας καθυστέρησης." Από το απόσπασμα της απόφασης Evans v. Bartlam [6] πιο πάνω η οποία αναφέρει ότι τα γεγονότα θα πρέπει να διαπιστωθούν (ascertained facts) διά να καταλήξει το Δικαστήριο σε συμπέρασμα με τον λόγο μη εμφάνισης στην αγωγή είναι φανερό ότι το ζήτημα αυτό θα πρέπει να αποδειχθεί μέσα στα πλαίσια αυτής της αίτησης με βάση τις πραγματικές παραστάσεις της κάθε πλευράς όπως προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις. Δεν αμφισβητείται το νομότυπο της επίδοσης της αγωγής από τους εναγόμενους και εξάλλου είναι αναντίλεκτο γεγονός ότι έλαβαν γνώση της αγωγής έγκαιρα. Το επίδικο ζήτημα είναι κατά πόσο οι εναγόμενοι έχουν αποδείξει ότι η μη εμφάνιση τους στην αγωγή είναι δικαιολογημένη. Σε σχέση με το ζήτημα ύπαρξης καλής υπεράσπισης κρίνω ότι οι ισχυρισμοί των εναγομένων είναι αόριστοι και εντελώς ατεκμηρίωτοι. ΄Εχουν καταθέσει κάποιες αποδείξεις πληρωμής που έχουν ληφθεί υπόψη από τους ενάγοντες στην διαμόρφωση του τελικού οφειλόμενου υπολοίπου. Δεν έχουν παραθέσει κανένα άλλο γεγονός ή στοιχείο που να καταρρίπτει το γεγονός ότι αυτές οι πληρωμές έχουν ήδη ληφθεί υπόψη. Συνεπώς, δεν έχω χειροπιαστή μαρτυρία ότι το ποσό αυτό δεν οφείλεται πλέον. Εξάλλου ως ανέφερα πιο πάνω οι εναγόμενοι ουδέποτε πραγματοποίησαν συνάντηση με λογιστές των εναγόντων, ως οι ίδιοι ισχυρίστηκαν ότι συμφώνησαν να κάνουν. Οι εναγόμενοι με δική τους ομολογία έλαβαν γνώση για την ύπαρξη της αγωγής και γι' αυτό βρέθηκαν με τους ενάγοντες σε προσπάθεια διευθέτησης της εκκρεμοδικίας. Οι εναγόμενοι έχουν παραθέσει κάποια γεγονότα για να δικαιολογήσουν το γεγονός ότι δεν καταχώρησαν εμφάνιση στην αγωγή με αποτέλεσμα να εκδοθεί εναντίον τους δικαστική απόφαση. Οι εναγόμενοι δεν πείθουν ότι από τον Μάρτιο μέχρι τον Οκτώβριο 2014 ξέχασαν για την ύπαρξη της αγωγής. ΄Ηταν θέση τους ότι πρόκειται να γίνουν συζητήσεις για να επέλθει εξώδικος διακανονισμός των διαφορών τους με τους ενάγοντες. Όμως δεν πείθουν ότι ήταν με την εντύπωση ότι αυτές οι συζητήσεις γίνονται από τον Μάρτιο μέχρι τον Οκτώβριο
  3. Στο διάστημα αυτό δεν επικοινώνησαν με τους ενάγοντες ούτε πήραν καμία πρωτοβουλία προς αυτή την κατεύθυνση. ΄Ενας λογικός άνθρωπος θα αναρωτιόταν για την εξέλιξη αυτών των διαπραγματεύσεων μέσα σ' αυτούς τους μήνες. Το γεγονός ότι αδιαφόρησαν για αυτές τις συζητήσεις είναι απτή απόδειξη ότι δεν είπαν την αλήθεια γι' αυτό το ζήτημα. Ούτε έχουν αποδείξει ότι έλαβαν γνώση της έκδοσης της απόφασης μόλις τον Νοέμβριο
  4. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένταλμα κινητών που εκτελέσθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας στην ίδια διεύθυνση που έγινε η επίδοση της αγωγής με αποτέλεσμα οι εναγόμενοι να λάβουν γνώση της ύπαρξης της αγωγής. Τα γεγονότα που καταγράφονται στην απαντητική ένορκη δήλωση της συμπληρωματικής επιστολής δεν έχουν καταρριφθεί και αυτά τα γεγονότα είναι απτή απόδειξη ότι οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση της δικαστικής απόφασης από τον Μάιο 2014 και αδιαφόρησαν μέχρι που ήρθε η δικαστική επιδότης και βρήκε περιουσία της εταιρείας για να εκτελέσει την δικαστική απόφαση τον Νοέμβριο
  5. Οι εναγόμενοι έχουν το βάρος να αποδείξουν τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην αίτηση. Όχι μόνο δεν έχουν καταφέρει να πείσουν το Δικαστήριο ότι δεν έλαβαν κατάλληλα μέτρα για καλούς λόγους να καταχωρίσουν εμφάνιση στην αγωγή αλλά αποδεικνύεται ότι αδιαφορούσαν μέχρι που υπήρχαν συνέπειες για την παράλειψη τους να δράσουν ήτοι να τους κατασχεθεί περιουσία προς ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης ΄Οπως λέχθηκε στην απόφαση Miluca Motor Trading Ltd. v. Χρυσάνθου Κούρτη [7] οι εξηγήσεις που δίδει ο εναγόμενος για την μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο δεν συνιστούν αυτομάτως και δικαιολογία. Περαιτέρω λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Η νομολογία υποστηρίζει ότι μπορεί να απορριφθεί η αίτηση, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσο διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και δικαιωμάτων του αντιδίκου" Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει και την όλη συμπεριφορά του διαδίκου παρά του γεγονότος ότι έχει καλή υπεράσπιση διαφορετικά το αποτέλεσμα, όπως επεξηγείται στην πιο πάνω απόφαση, θα είναι ότι " πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματα της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγόμενου, σε σχέση με την εναντίον του αγωγή." Οι εναγόμενοι δεν έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι είχαν καλό λόγο να μην εμφανισθούν στην αγωγή. Ούτε έχουν πείσει το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση ώστε να δικαιολογείται παραμερισμό της απόφασης και επανάνοιγμα της υπόθεσης. Δεν είναι η κατάλληλη περίπτωση για να ασκηθεί η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου υπέρ του παραμερισμού δικαστικής απόφασης. Η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα αίτησης επιδικάζονται εναντίον των εναγομένων όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]
(1937)2 ALL ER 646,656 [2] Πολιτική Εφεση 10015 ημερ. 26.4.99 [3] 1 ΑΑΔ 1454 ,1463
(1992)[4] Id at 1465 [5] Supra note 2 [6] Supra note 1 [7] Πολτική Εφεση 9686 ημερ. 8 Αυγούστου 1997 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.