← Κύπρος

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΤΡΙΚΩΜΙΤΟΥ κ.α. ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED κ.α., Αγωγή αρ. 1394/2013, 8/12/2015

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΤΡΙΚΩΜΙΤΟΥ κ.α. ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED κ.α., Αγωγή αρ. 1394/2013, 8/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A262 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1394/2013 Μεταξύ:

  1. ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΤΡΙΚΩΜΙΤΟΥ
  2. ΠΕΤΡΟΣ ΚΡΑΣΣΑΣ Ενάγοντες και
  3. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED
  4. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
  5. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ Εναγόμενοι Ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ημερομηνίας 17.6.2014 Μεταξύ:
  6. ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΤΡΙΚΩΜΙΤΟΥ
  7. ΠΕΤΡΟΣ ΚΡΑΣΣΑΣ Ενάγοντες και
  8. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED
  9. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
  10. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ
  11. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόμενοι Aίτηση ημερ. 20.10.2015 Ημερ.: 8.12.2015 Για τους Ενάγοντες: B.Γιατρού (κα) για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 1: Κ.Στυλιανού για Τορναρίτης & Σία ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 2: Θ.Ραφτοπούλου (κα) για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο 3: Μ.Τσαγγάρη (κα) για τον Γενικό Εισαγγελέα Για την Εναγόμενη 4: Ουδείς για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε την 26.4.2013 με Κλητήριο Ενταλμα Γενικά Οπισθογραφημένο. Εκθεση Απαίτησης καταχωρίστηκε την 6.9.
  12. Την 17.6.2014 εκδόθηκε χωρίς ένσταση από τους τότε Εναγόμενους διάταγμα με το οποίο τροποποιήθηκε το Κλητήριο Ενταλμα και η Εκθεση Απαίτησης ώστε να προστεθεί ως διάδικος η Εναγόμενη
  13. Προστέθηκαν και συναφείς παραγράφοι στο σώμα της Οπισθογράφησης του Κλητηρίου Εντάλματος και της Εκθεσης Απαίτησης. Η Τροποποιημένη Εκθεση Απαίτησης καταχωρίστηκε την 18.7.
  14. Η δικογραφία συμπληρώθηκε σε σχέση με όλους τους Εναγόμενους μόλις την 21.9.2015 με την καταχώρηση Απάντησης στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης
  15. Η αγωγή δεν έχει ακόμα οριστεί γι΄ ακρόαση αφού την 20.10.2015 καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση με την οποία οι Ενάγοντες εξαιτούνται διατάγματος για την τροποποίηση της Εκθεσης Απαίτησης. Επιδιώκονται διαγραφές, διαγραφές και αντικαταστάσεις και προσθήκες που καλύπτουν 12 σελίδες. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερ. 15.10.2015 της Λώριας Χατζηξενοφώντος, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Εναγόντων. Αναφέρει η ομνύουσα ότι κατόπιν λεπτομερούς μελέτης και αξιολόγησης των γεγονότων και των νομικών ζητημάτων της υπόθεσης το καλοκαίρι (προφανώς του 2015) κρίνεται από τους δικηγόρους των Εναγόντων ότι οι εξαιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες ώστε να συμπεριληφθεί το πλήρες φάσμα των πραγματικών γεγονότων, ισχυρισμών και αξιώσεων. Στην ουσία, αναφέρει, πρόκειται για την ευθύνη που έχει η Κεντρική Τράπεζα και το Κράτος απέναντι στους Ενάγοντες τόσο για τα γεγονότα που προηγήθηκαν των πωλήσεων των αξιογράφων, αλλά και αυτά που διαδραματίστηκαν από το Μάρτιο του 2013 και μετά. Περαιτέρω, αναφέρει, θα πρέπει να επιτραπεί να δικογραφηθούν αναλυτικά όλες οι ενέργειες και παραλείψεις της Εναγόμενης 1 ώστε να μπορεί να προσκομιστεί ανάλογη μαρτυρία κατά τη δίκη. Ετσι, θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά γεγονότα και θα μπορέσουν οι Ενάγοντες να προωθήσουν την υπόθεση τους. Η Αίτηση, αναφέρει, γίνεται καλόπιστα και δεν θα επιφέρει αδικία ή ζημιά στους Εναγόμενους που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Η Εναγόμενη 2 καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης με 12 λόγους Ενστασης που υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερ. 2.11.2015 της Ελενας Σκίτσα δικηγόρου, στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της. Η ομνύουσα αναλώνεται κατά το πλείστον σε νομική επιχειρηματολογία και αναφέρεται σε αριθμό άλλων αγωγών για να υποστηρίξει επιμέρους επιχείρημα της. Ο Εναγόμενος 3 καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης με 11 λόγους Ενστασης που υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερ. 2.11.2015 της Ευρυδίκης Μαλαή ασκούμενης δικηγόρου στη Γενική Εισαγγελία. Αναλώνεται και αυτή κατά το πλείστον σε νομική επιχειρηματολογία. Η Εναγόμενη 1 δεν καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης. Οι δικηγόροι της δήλωσαν ότι καλύπτονται από τις Ενστάσεις που καταχώρησαν οι άλλοι Εναγόμενοι. Η Εναγόμενη 4 δεν φέρει ένσταση στις εξαιτούμενες τροποποιήσεις. Με την υφιστάμενη Εκθεση Απαίτησης, το ζεύγος των Εναγόντων καταλογίζει στην Εναγόμενη 1 Τράπεζα, ότι τον Ιούνιο - Ιούλιο του 2008, Απρίλιο του 2009 και Μάϊο του 2010 τους ξεγέλασε, δελέασε και παραπλάνησε ώστε να αγοράσουν αξιόγραφα που έκδιδε η ίδια η Εναγόμενη
  16. Οι Ενάγοντες «Παρασυρόμενοι και χωρίς την ελεύθερη συναίνεση τους» αγόρασαν, όπως αναλυτικά καταγράφεται, σε πέντε περιπτώσεις κατά τις πιο πάνω περιόδους 995 αξιόγραφα της Εναγόμενης 1 συνολικής αξίας €995.
  17. Περιγράφεται σχέση εμπιστοσύνης της Εναγόμενης 1 προς τους Ενάγοντες και δικογραφούνται, σε διάφορες παραγράφους της Εκθεσης Απαίτησης, οι καταλογιζόμενες στην Εναγόμενη 1 πράξεις και παραλείψεις και παρατίθενται λεπτομέρειες. Αποδίδεται σε αυτές σκοπιμότητα εκ μέρους της Εναγόμενης 1 και αναφέρονται οι λόγοι επί των οποίων εδράζεται ο ισχυρισμός. Ισχυρίζονται ακόμα οι Ενάγοντες ότι η Εναγόμενη 1 τους παρείχε επενδυτική υπηρεσία δηλαδή επενδυτική συμβουλή κατά παράβαση των Νόμων και Κανονισμών και εν αγνοία τους, τους κατέστησε επενδυτές. Γίνεται ακόμα αναφορά σε δόλιους, ανέντιμους και κακόπιστους σχεδιασμούς και μεθοδεύσεις της Εναγόμενης
  18. Την 7.5.2010 η Εναγόμενη 1 παραχώρησε νέες διευκολύνσεις σε δύο υφιστάμενα δάνεια των Εναγόντων με ενεχυρίαση μέρους των αξιογράφων τους και τρίτο δάνειο προς την Ενάγουσα 1 για ποσό €369.000 με ενεχυρίαση 369 αξιογράφων του
  19. Προφανώς είναι με αυτά τα χρήματα που η Ενάγουσα 1 αγόρασε τον Μάϊο του 2010 τα τελευταία 369 αξιόγραφα αξίας €369.
  20. Στους Εναγόμενους 2 και 3 καταλογίζεται (παρ.15) ότι οι πράξεις και παραλείψεις της Εναγόμενης 1 έγιναν κάτω από την πλημμελή εποπτεία και έλεγχο και αμέλεια τους κατά την άσκηση της εποπτείας και άλλων νομίμων καθηκόντων τους. Παρατίθενται και Λεπτομέρειες. (Οι παρ. 16 και 17, παρά το ότι αναφέρονται σε Εναγόμενους είναι πρόδηλο ότι αφορούν μόνο την Εναγόμενη 1). Είναι η θέση των Εναγόντων ότι, συνεπεία των όσων περιγράφουν, νόμιμα και δικαιωματικά δικαιούνται σε ακύρωση ή και τερματισμό των συμφωνιών με τις οποίες αγόρασαν τα αξιόγραφα και αποζημιώσεις για δόλο, καταδολίευση, ψευδείς παραστάσεις ή και διαφορετικά. Ότι τα έγγραφα που υπόγραψαν είναι άκυρα εξ΄ υπαρχής ή και ακυρώσιμα, ακυρωτέα ή και πρέπει να ακυρωθούν. Διατείνονται ότι οι Εναγόμενοι πλούτισαν σε βάρος τους αδικαιολόγητα, άδικα, καταχρηστικά, παράνομα, αντισυμβατικά ή και χωρίς νόμιμη αιτία και ότι δικαιούνται στην επιστροφή του ποσού των €995.000 που πλήρωσαν πλέον τόκους. Αξιώνουν διατάγματα του Δικαστηρίου με τα οποία να τερματίζεται η κάθε μια από τις πέντε συμφωνίες αγοράς αξιογράφων, ότι οι Εναγόμενες 1 και 4 δεν δικαιούνται να απαιτούν ή διεκδικούν οποιοδήποτε ποσό τόκων ή άλλων χρεώσεων από τις τρεις συμφωνίες ή ανανεώσεις δανείων της 7.5.2010 και ότι δικαιωματικά οι ίδιοι δεν πληρώνουν τις σχετικές δόσεις, τόκους και άλλες χρεώσεις. Αξιώνουν ακόμα κάτω από διάφορες βάσεις αποζημιώσεις και ξανά επιστροφή του ποσού των €995.000 πλέον τόκους. Η Δ.25, Θ. 1, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας βασίζεται η αίτηση προβλέπει πως: «Το Δικαστήριο, ή ο Δικαστής, μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε διάδικο να αλλάξει ή να τροποποιήσει το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ή τα δικόγραφά του, με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που θα κρίνει δίκαιο, και όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα γίνονται, οι οποίες θα είναι αναγκαίες για το σκοπό της διαλεύκανσης των πραγματικών θεμάτων για τα οποία οι διάδικοι έχουν διαφορές.» Στην Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ. ά.

(1991)1 Α.Α.Δ. 934 αναφέρεται πως: "Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Στην Geto Tracing Import - Export Ltd. V. To Πλοίο Μ/V Vladimir Vaslyayev, (αρ. 4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714, 716 λέχθηκε πως: "Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιόν του τις πραγματικές επίδικες διαφορές." Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 704, προβάλλεται η σύγχρονη τάση αντιμετώπισης του θέματος: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» Στην Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co Ltd
(1990)A.A.Δ. 24, 26 αναφέρεται πως: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και εξισορροπούνται μετά από συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους και των συμφερόντων του δημοσίου στη εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.» Βασικός λόγος ένστασης των Εναγομένων 2 και 3 (λόγοι ένστασης 1 και 3 αντίστοιχα) είναι ότι με τις εξαιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρείται η εισαγωγή εναντίον τους αγώγιμων δικαιωμάτων για αστικά αδικήματα που έχουν παραγραφεί, αφού αφορούν ισχυριζόμενες πράξεις ή και παραλείψεις που έλαβαν χώρα «από το 2006». Η παραγραφή αφορά στα αστικά αδικήματα που περιγράφονται στις προτεινόμενες παραγράφους 24Β, 24Γ, 24Δ και 24Ε και την αξίωση Ιδ1 στο Παρακλητικό. Η προτεινόμενη παράγραφος 24Β αφορά στην Εναγόμενη 1 και οι αναφορές στους Εναγόμενους 2 και 3 είναι παρεπόμενες και τίθενται ευθέως στην παράγραφο 24Γ που ακολουθεί. Με την προτεινόμενη παράγραφο 24Γ επιχειρείται να εισαχθεί ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη 2 επέδειξε βαριά αμέλεια κατά την εποπτεία της Εναγόμενης 1 και έτσι συνέργησε με την Εναγόμενη 1, την ανέχθηκε, την ενθάρρυνε, την κάλυψε και τη συγκάλυψε για να προβεί στις ενέργειες που περιγράφονται στην προτεινόμενη παράγραφο 24Β. Ακόμη ότι οι ρηθείσες ενέργειες της Εναγόμενης 1 ήταν το αποτέλεσμα κακής άσκησης εξουσίας σε δημόσια θέση των αρμοδίων αρχών, οργάνων, αξιωματούχων ή και υπαλλήλων της Δημοκρατίας (την οποία εκπροσωπεί ο Εναγόμενος 3). Παρατίθενται λεπτομέρειες των πράξεων και παραλείψεων των Εναγομένων 2 και 3 για κάποιες από τις οποίες, που αφορούν την Εναγόμενη 2, προσδιορίζεται ως χρόνος διάπραξης κατά ή περί το 2006 και τα τέλη του 2011 και για άλλη που αφορά τόσο την Εναγόμενη 2 όσο και τον Εναγόμενο 3 το 2011 και αρχές του 2012. Για πλείστες άλλες πράξεις ή παραλείψεις δεν προσδιορίζεται ο χρόνος της ισχυριζόμενης διάπραξης τους. 'Ολες όμως παραπέμπουν στις ενέργειες της Εναγόμενης 1 που περιγράφονται στην προηγηθείσα παράγραφο 24Β και συνεπώς ήταν είτε προγενέστερα ή ταυτόχρονα με εκείνες. Οι ενέργειες της Εναγόμενης 1 οριοθετούνται χρονικά στην προτεινόμενη παράγραφο 24Β «Την περίοδο μεταξύ 2010 και 2013». Στις Λεπτομέρειες υπάρχουν επιμέρους αναφορές στο 2006, 2011 και πρώτο εξάμηνο του 2012, στις περισσότερες όμως δεν καθορίζεται πότε, μέσα στην πιο πάνω περίοδο, έλαβε χώρα η αποδιδόμενη ενέργεια. Οι προτεινόμενες παράγραφοι 24Δ και 24Ε παραπέμπουν στους ισχυρισμούς των προηγηθέντων παραγράφων 24Β και 24Γ. Είναι η θέση της Εναγόμενης 2 ότι αστικά αδικήματα που κατ΄ ισχυρισμό διαπράχθηκαν από αυτή πριν την 1.7.2012 έχουν παραγραφεί. Το άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 προνοεί ότι: «Καμιά αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα, εκτός αν αυτή εγερθεί - (α) εντός τριών ετών αμέσως μετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία εγέρθηκε η αγωγή, ή (β) αν το αστικό αδίκημα προκαλεί νέα ζημιά κατά εξακολούθηση από μέρα σε μέρα, εντός τριών ετών από την κατάπαυση αυτής, ή (γ) αν η βάση της αγωγής δεν προκύπτει από την τέλεση οποιασδήποτε πράξης ή παράλειψης για τέλεση πράξης αλλά από τη ζημιά που απορρέεει από την πράξη αυτή ή παράλειψη εντός των τριών αμέσως επόμενων ετών μετά που ο ενάγοντας υπέστη τη ζημιά, ή (δ) αν το αστικό αδίκημα δόλια αποκρύφτηκε από τον εναγόμενο, εντός τριών ετών από την ανακάλυψή του από τον ενάγοντα, ή από το χρόνο που θα ανακαλύπτετο από αυτό αν κατέβαλλε εύλογη φροντίδα και επιμέλεια:» Σύμφωνα με τους περί της Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμους του 2012 έως 2014, άρθρο 29
(1)και Παράρτημα, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου, δηλαδή την 1.7.2012, καταργείται το άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, αλλά μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επισυνέβηκε κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του Νόμου. Επομένως, καταλήγουν οι Εναγόμενοι 2 και 3, αιτία αγωγής εδραζόμενη σε πράξη ή παράλειψη τους που επισυνέβηκε πριν την 1.7.2012 (και με δεδομένη την ημερομηνία της υπό κρίση Αίτησης) έχει παραγραφεί δυνάμει του άρθρου 68 του Κεφ.
  1. Υποστηρίζουν οι δικηγόροι του Εναγόμενου 3 ότι με την προτεινόμενη παρ. 5 προστίθεται ως νέα αιτία αγωγής η παράβαση της υποχρέωσης σωστής και αποτελεσματικής ενσωμάτωσης και εφαρμογής του Ευρωπαϊκού πλαισίου, ενώ με την προτεινόμενη παρ. 24Γ (και 24Β) η κακή άσκηση εξουσίας σε δημόσια θέση (public misfeasance). Είναι η θέση του Εναγόμενου 3 ότι, όπως είχε εγείρει με «προδικαστική του ένσταση» με την Εκθεση Υπεράσπισης του, η αγωγή δεν αποκάλυπτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του οπόταν, επιχειρηματολογεί, η εξαιτούμενη τροποποίηση στοχεύει στη «δημιουργία» αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του κάτι που αν μπορεί να προωθηθεί στο χρονικό τούτο στάδιο, θα πρέπει να γίνει με νέα αγωγή. Επικαλείται προς τούτο την IKOS CIF LTD v. MARTIN COWARD και άλλοι, Π.Ε. 137-138/2013, ημερ. 20.3.
  2. Στην αγόρευση των δικηγόρων των Εναγόντων υποστηρίζεται ότι δεν είναι οι συγκεκριμένες πράξεις και παραλείψεις των Εναγομένων 2 και 3 που συνθέτουν τη βάση της αγωγής αλλά η ζημιά που απορρέει από αυτές τις πράξεις και παραλείψεις και ότι η περίπτωση ξεκάθαρα εμπίπτει στο άρθρο 69(γ) του Κεφ.
  3. Περαιτέρω, υποστηρίζεται ότι η ζημιά των Εναγόντων είναι συνεχής και δεν προέκυψε μόνο όταν η Εναγόμενη 1 σταμάτησε την καταβολή τόκου επί των αξιογράφων. Συνεχίστηκε και μετά τα γεγονότα του Μαρτίου του 2013 με την κατάρρευση της Εναγόμενης
  4. Οι Ενάγοντες έπαθαν ζημιά που προέκυψε από την αγορά των αξιογράφων αλλά και περαιτέρω βλάβη μετά τη μεταβίβαση των εργασιών της Εναγόμενης 1 στην Εναγόμενη
  5. Συνεχίζει η αγόρευση των δικηγόρων των Εναγόντων ότι η ζημιά «αυτή καθ΄ εαυτή» των Εναγόντων συνέβηκε με την πλήρη συνεισφορά των κατόχων των αξιογράφων με το «bail in» τον Μάρτιο του 2013 και ότι το χρονικό σημείο γνώσης της ζημιάς τους είναι μετά τον Μάρτιο του
  6. Η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκομίζει είναι ότι με τη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων τους οι Ενάγοντες προσπαθούν να βρουν αντίδοτο στη θέση των Εναγομένων 2 και 3 για την παραγραφή. Η αξίωση έχει ως πυλώνα ότι οι Ενάγοντες εξαπατήθηκαν και παραπλανήθηκαν ώστε να αγοράσουν αξιόγραφα της Εναγόμενης
  7. Αξιώνεται η ακύρωση των συμφωνιών για την αγορά τους. Με τις προτεινόμενες με την Αίτηση νέες αξιώσεις ζητούνται και διατάγματα ιχνηλάτησης των ποσών που πληρώθηκαν έναντι των αξιογράφων. Η αγωγή δεν έχει τη μορφή αξίωσης για μείωση στην αξία των αξιογράφων με ενέργειες που συνεχίστηκαν μετά την αγορά τους. Οι αποζημιώσεις ζητούνται για τα ποσά που οι Ενάγοντες πλήρωσαν για να αποκτήσουν τα αξιόγραφα. Αναμφίβολα η ζημιά των Εναγόντων δεν προέκυψε κατά τους χρόνους που η Εναγόμενη 2 ή ο Εναγόμενος 3 κατ΄ ισχυρισμό διέπραξαν ή παρέλειψαν να πράξουν τα όσα τους καταλογίζονται. Για παράδειγμα, η ισχυριζόμενη έλλειψη εποπτείας το 2006 ασφαλώς και δεν προκάλεσε ζημιά στους Ενάγοντες σε εκείνο το χρονικό σημείο αφού δεν είχαν ακόμη αγοράσει αξιόγραφα. Η ζημιά τους επήλθε μεταγενέστερα όταν αγόρασαν αξιόγραφα. Όταν συμβλήθηκαν για τις αγορές τις οποίες με την αγωγή επιδιώκουν να ακυρώσουν. Με τον τρόπο που δικογραφούνται οι πλέον ουσιαστικές παραγράφοι που επιδιώκεται να εισαχθούν είναι αδύνατο να διαγνωσθεί πότε κατ΄ ισχυρισμό διαπράχθηκε η κάθε πράξη ή παράλειψη που καταλογίζεται στους Εναγόμενους. Ηταν υποχρέωση των Εναγόντων να καθορίσουν στην Αίτηση πότε επεσυνέβηκε η κάθε ισχυριζόμενη πράξη ή παράλειψη ώστε η καθεμιά να μπορεί να εξεταστεί ξεχωριστά. Δεδομένης της ύπαρξης του ζητήματος της παραγραφής ο κάθε προτεινόμενος ισχυρισμός θα έπρεπε να έχει χρονικό προσδιορισμό. Πότε ή σε ποιά συγκεκριμένη περίοδο επεσυνέβηκε η πράξη ή η παράλειψη που επιδιώκεται να εισαχθεί. Δεν θα μπορούσε να επιτραπούν οι προτεινόμενες τροποποιήσεις συλλήβδην γιατί αφού εισαχθούν στη δικογραφία θα μπορεί να δοθεί μαρτυρία σε όλο το φάσμα που αυτές καλύπτουν. Πρέπει να απορριφθούν στην ολότητα τους εκτός και όπου συγκεκριμένος ισχυρισμός θα διαφαίνετο ότι αφορούσε σε χρόνο μετά την 1.7.
  8. Η Εναγόμενη 2 υποστηρίζει ότι «το σύνολο των γεγονότων και όλο το απαραίτητο υλικό το οποίο σκοπείται να εισαχθεί» ήταν σε γνώση των Εναγόντων πριν την καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης ημερ. 27.5.2014, ακόμα και πριν την καταχώρηση της αγωγής. Η θέση εδράζεται στο γεγονός ότι οι δικηγόροι των Εναγόντων καταχώρησαν άλλες αγωγές εκ μέρους άλλων πελατών τους στις οποίες εγείρονται τα ζητήματα που επιδιώκεται να εισαχθούν με τις προτεινόμενες παρ. 24Β και 24Γ. Οι εκθέσεις απαίτησης που επισυνάπτονται στην Ενορκη Δήλωση Σκίτσα έχουν ημερομηνίες καταχώρησης 20.10.2014, 6.2.2015 και 13.5.
  9. Επομένως δεν τεκμηριώνεται η θέση ότι οι δικηγόροι των Εναγόντων είχαν υπόψη τους τα ζητήματα πριν την 27.5.2014 πολύ περισσότερο πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Ο παράγοντας καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για τροποποίηση, μπορεί, κάτω από ορισμένες περιστάσεις, να επηρεάσει το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, όμως ο παράγοντας αυτός δεν είναι αφ΄ εαυτού αποφασιστικής σημασίας στην έκβαση της αίτησης. Εξετάζεται σε συνάρτηση με τους ουσιαστικότερους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και βασικά σαν συνισταμένη τυχόν επηρεασμού των δικαιωμάτων του καθ΄ ου η αίτηση. Στο διαδικαστικό στάδιο που βρίσκεται η υπόθεση δεν τεκμηριώνεται η οποιαδήποτε βλάβη στα συμφέροντα των Εναγομένων από την όποια τυχόν καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης. Υπάρχει όμως ζήτημα αναφορικά με το πώς προέκυψε η ανάγκη δικογράφησης νέων ισχυρισμών και κατ΄ επέκταση καταχώρηση της Αίτησης. Τίποτα το ουσιαστικό δεν αναφέρεται στην Ενορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση. Ούτε καν ότι νέα στοιχεία περιέπεσαν στην αντίληψη των Εναγόντων ή των δικηγόρων τους. Διαπιστώθηκε, αναφέρεται, ότι η Εκθεση Απαίτησης χρήζει τροποποίησης μετά τη μελέτη των δικηγόρων των Εναγόντων. Μετά από την τελευταία διεξοδική ενασχόληση των δεδομένων της υπόθεσης, όπως αναφέρεται στην παρ.6 της Ενορκης Δήλωσης. Με λίγα λόγια ότι τώρα που οι δικηγόροι των Εναγόντων μελέτησαν καλύτερα την υπόθεση κρίνουν ότι δεν την συνέταξαν όπως θα ήθελαν ή όπως θα έπρεπε και επιθυμούν να βασίσουν την αξίωση τους σε μια καλύτερη έκθεση απαίτησης που θα εμπεριέχει και άλλα στοιχεία που δεν περιλαμβάνονται στην υφιστάμενη. Και δεν περιλαμβάνονται στην υφιστάμενη όχι γιατί αποκαλύφθηκαν νέα στοιχεία ή γιατί μετά την καταχώρηση της Εκθεσης Απαίτησης περιέπεσαν σε γνώση των Εναγόντων ή των δικηγόρων τους στοιχεία που δεν ήταν υπόψη τους, αλλά γιατί τώρα που μελέτησαν την υπόθεση για σκοπούς προετοιμασίας της ακρόασης βρίσκουν την Εκθεση Απαίτησης ανεπαρκή. Για κάθε ένα από τους δύο λόγους που εξηγήθηκαν πιο πάνω η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων και εναντίον των Εναγόντων όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οι Εναγόμενοι που είχαν διαφορετική εκπροσώπηση θα δικαιούνται σε ξεχωριστό σετ εξόδων. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 θα δικαιούνται σε πλήρες σετ εξόδων, ενώ οι Εναγόμενοι 1 και 4 θα δικαιούνται σε έξοδα μέχρι και την δικάσιμο της 6.11.
  10. (Υπ.)............................ Χ.Μαλαχτός /ΚΣ Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.