ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ν. ΛΕΥΤΕΡΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ, Πολιτική Αγωγή Αρ.: 2043/2011, 22/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A155 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 2043/2011 Μεταξύ: ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ Ενάγοντα - και - ΛΕΥΤΕΡΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ Εναγομένου ------------------- Ημερομηνία: 22/06/2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για τον Ενάγοντα: κ. Γ. Λουκαϊδης για Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο: κ. Γ. Κ. Γεωργίου --------------------- ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΑΠΟΦΑΣΗΣ [Α]. ΕΙΣΑΓΩΓΗ .............................. σελίδα 2 [Β]. ΜΑΡΤΥΡΙΑ .............................. σελίδα 3 [Γ]. ΣΥΝΟΨΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ .... σελίδα 4 [Δ]. ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΝΑΓΟΝΤΑ ......................... σελίδα 5 [Ε]. ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ ....................... σελίδα 5 [Ζ]. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ............ σελίδα 8 α. Αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντα ........ σελίδα 8 β. Αξιολόγηση της μαρτυρίας του Εναγομένου ....... σελίδα 12 γ. Αξιολόγηση της μαρτυρίας του κ. του κ. Γιαννάκη Ιωάννου, ΜΥ1, ............................... σελίδα 14 ε. Αξιολόγηση της μαρτυρίας της κας Μαίρης Λάμπρου, ΜΥ2 ............................. σελίδα 15 [Η]. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ, ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΓΕΡΘΕΝΤΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ .......................... σελίδα 15 α. Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης - Προστασία κατόχου ακίνητης ιδιοκτησίας ............. σελίδα 15 β. «Κατοχή» - Ως νομικός όρος, γενικά ........... σελίδα 16 γ. Κατοχή και το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης .............................σελίδα 17 δ. Αδειούχος και το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης ............................... σελίδα 17 ε. Τα γεγονότα ...................... σελίδα 18 ζ. Εξέταση των γεγονότων ..................σελίδα 20 ζ. (i). Το ισχυριζόμενο αδίκημα της παράνομης επέμβασης ............................... σελίδα 20 ζ. (ii). Παρανομία και Δημόσια Πολιτική ........ σελίδα 25 [Θ]. ΚΑΤΑΛΗΞΗ ........................ σελίδα 36 --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ [Α]. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
- Ο Ενάγοντας, με αυτή την αγωγή, αξιώνει εναντίον του Εναγομένου, σε γενικές γραμμές, τις ακόλουθες θεραπείες: (Α). Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον τον εναγόμενον να παραχωρήσει στον Ενάγοντα ακώλυτο την κατοχή μίας αποθήκης που βρίσκεται επί του τεμαχίου 900, Φ./Σχ. 64.6.IV, μπλοκ G, Σκάλα στην Λάρνακα. (Β). Αποζημιώσεις ίσες προς €65 μηνιαίως από 06/05/2011, μέχρι παραδόσεως της κατοχής. (Γ). Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία. (Δ). Έξοδα, πλέον Φ. Π. Α. και έξοδα επίδοσης.
- Ο Εναγόμενος, δια ανταπαιτήσεως, αξιώνει, εναντίον του Ενάγοντα, σε γενικές γραμμές, τις ακόλουθες θεραπείες: (Α). Δήλωση του Δικαστηρίου, ότι, τόσο η ανέγερση της αποθήκης την οποία στην συνέχεια ο Ενάγοντας ενοικίαζε στον Εναγόμενο ήταν παράνομη και χωρίς έννομο αποτέλεσμα. (Β). Δήλωση του Δικαστηρίου δηλούσα ότι ο Ενάγοντας δεν δικαιούται να αξιώνει από τον Εναγόμενο να παραχωρήσει στον Ενάγοντα ακώλυτο την κατοχή μίας αποθήκης που βρίσκεται στο τεμάχιον 490 Φ./Σχ. L/8.3.11, μπλοκ G, Σκάλα στην Λάρνακα. (Γ). Συνολικό ποσό €23.834,99 - ως οι παράγραφοι 18 και 21 της Ανταπαίτησης πλέον τόκους 9% από τον χρόνο καταβολής του ποσού μέχρι εξοφλήσεως ως αχρεωστήτως καταβληθέντος στον Ενάγοντα και/ή με βάση τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. (Δ). Έξοδα. πλέον Φ. Π. Α.
- Εισαγωγικά, σημειώνεται ότι, οι όποιες υποσημειώσεις ή σημειώσεις τέλους στο κείμενο της απόφασης μου αυτής, αποτελούν μέρος του σκεπτικού της απόφασης μου που ακολουθεί. [Β]. ΜΑΡΤΥΡΙΑ
- Προς απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντα, πέραν της δικής του μαρτυρίας, δεν κλήθηκε στο Δικαστήριο προς κατάθεση, οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο.
- Προς υπεράσπιση του, ο Εναγόμενος, εκτός της δικής του κατάθεσης, κάλεσε στο Δικαστήριο για να δώσουν μαρτυρία, τα ακόλουθα δύο πρόσωπα: i. Τον κ. Γιαννάκη Ιωάννου, που είναι, ως ανέφερε, υπάλληλος στο Τεχνικό Τμήμα του Δήμου Λάρνακας (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ1»), και ii. Την κα Μαίρη Λάμπρου, που είναι, ως ανέφερε, η Αναπληρωτής Διευθύντρια της Υπηρεσίας Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, υπαγόμενη στο Υπουργείο Εσωτερικών (στο εξής καλούμενη «η ΜΥ2»).
- Προχωρώ να συνοψίσω, την εκατέρωθεν, των διαδίκων, εκδοχή, σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς και να αξιολογήσω την προσαχθείσα μαρτυρία. [Γ]. ΣΥΝΟΨΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
- Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενος από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η ευλογοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισμένα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεσαν στο Δικαστήριο, η πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα κ.τ.λ.[i]
- Προτού προχωρήσω να αξιολογήσω την προσαχθείσα μαρτυρία, θέλω να τονίσω ότι η αξιολόγηση μου δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό[ii]. [Δ]. ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΝΑΓΟΝΤΑ
- Ο Ενάγοντας, με την μαρτυρία που έθεσε υπόψη μου, υποστήριξε την ακόλουθη εκδοχή γεγονότων: i. Ο Ενάγοντας είναι κάτοχος μία αποθήκης επί του τεμαχίου 900, Φ./Σχ. 64.6.IV, μπλοκ G, Σκάλα στην Λάρνακα (στο εξής καλούμενα «η Αποθήκη» και το «Τεμάχιο» αντίστοιχα), κατόπιν άδειας που έλαβε από την Κυπριακή Δημοκρατία, δια της Κεντρικής Επιτροπής Διαχειρίσεως Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, ημερομηνίας 06/12/1998, η οποία, έκτοτε, ανανεώνεται. ii. Ο Ενάγοντας, δυνάμει προφορικής συμφωνίας, ενοικίασε την εν λόγω Αποθήκη στον Εναγόμενο, αλλά η εν λόγω συμφωνία είναι άκυρη, παρά το ότι ο ίδιος είχε αρχικά αντίθετη άποψη. iii. Ως εκ των προαναφερομένων, ο Ενάγοντας τερμάτισε το δικαίωμα κατοχής το οποίο είχε παραχωρήσει στον Εναγόμενο και του ζήτησε να του επιστρέψει αμέσως την Αποθήκη. iv. Παρά ταύτα, ο Εναγόμενος εξακολουθεί να έχει την κατοχή της Αποθήκης και να μην την παραδίδει στον Ενάγοντα, ζημιώνοντας την ενοικιαστική αξία της, που ανέρχεται σε €85 μηνιαίως. [Ε]. ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ
- Ο Εναγόμενος, με την μαρτυρία που έθεσε υπόψη μου, αρνήθηκε την, από πλευράς Ενάγουσας, εκδοχή γεγονότων και υποστήριξε την δική του ακόλουθη εκδοχή: i. Ο Ενάγοντας είναι δικαιούχος, δυνάμει άδειας από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, της τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας, μέρος του Τεμαχίου[1]. Γεγονός που επιμαρτυρείται από τις σχετικές άδειες που του παραχωρήθηκαν από την Κεντρική Επιτροπή Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ημερομηνίας 06/12/1988 και 20/09/1997 - με την οποία τελευταία, ακυρώνονται όλες οι προγενέστερες - (στο εξής καλούμενες «η Άδεια του 1988» και «η Άδεια του 1997» αντίστοιχα). ii. Σύμφωνα με την Άδεια του 1988, ο Ενάγοντας ήταν δικαιούχος, μέρους του Τεμαχίου, ως αυτό είχε σημειωθεί σε - συνημμένο στην εκδοθείσα αυτή άδεια - τοπογραφικό σχέδιο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Σκοπός παραχώρησης της Άδειας στον Ενάγοντα και σχετικός όρος αυτής, ήταν η ανέγερση σε αυτό αποθήκης, για ίδια χρήση και κάρπωση, για σκοπούς επαναδραστηριοποίησης. Η εκχώρηση του προαναφερόμενου δικαιώματος του Ενάγοντα, ή, η παραχώρηση άδειας χρησιμοποίησης του Τεμαχίου από τρίτο πρόσωπο, απαγορευόταν από τους όρους της εν λόγω άδειας, εκτός και αν, ο Ενάγοντας, ελάμβανε την συγκατάθεση της Κεντρικής Επιτροπής Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Εις αντάλλαγμα της παραχώρησης σε αυτόν της προαναφερόμενης άδειας, ο Ενάγοντας θα κατέβαλλε, μηνιαίως, £50 (Λίρες Κύπρου). iii. Σύμφωνα με την Άδεια του 1997, ο Ενάγοντας ήταν δικαιούχος, τεσσάρων μερών του Τεμαχίου, ως αυτά είχαν σημειωθεί σε - συνημμένο στην εκδοθείσα αυτή άδεια - τοπογραφικό σχέδιο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, συνολικής έκτασης 2077 τ.μ. Σκοπός παραχώρησης της Άδειας στον Ενάγοντα και σχετικός όρος αυτής, ήταν, αποκλειστικά, η ανέγερση, στα παραχωρηθέντα μέρη του Τεμαχίου, με δική του δαπάνη, υποστατικών αποθήκευσης και επεξεργασίας σιδήρου για ίδια χρήση και κάρπωση, για σκοπούς επαναδραστηριοποίησης, νοουμένου ότι, προγενέστερα, θα εξασφαλίζονταν οι αναγκαίες άδειες[2]. Η εκχώρηση του προαναφερόμενου δικαιώματος του Ενάγοντα, ή, η παραχώρηση άδειας χρησιμοποίησης του Τεμαχίου ή η υπεκμίσθωση του από τρίτο πρόσωπο, απαγορευόταν από τους όρους της εν λόγω άδειας. Εις αντάλλαγμα της παραχώρησης σε αυτόν της προαναφερόμενης άδειας, ο Ενάγοντας θα κατέβαλλε, μηνιαίως, £220 (Λίρες Κύπρου). iv. Ο Ενάγοντας, παρά τους όρους και πρόνοιες της Άδειας του 1997, παράνομα, έλαβε κατοχή ολόκληρου του Τεμαχίου, καθώς και άλλων, παρακείμενων σε αυτό χώρων και ανήγειρε σε αυτά, χωρίς τις αναγκαίες άδειες, έξι αποθήκες, τις οποίες, κατά παράβαση της Άδειας του 1997, αλλά και παράνομα, υπεκμίσθωσε, ή εκχώρησε, ή παραχώρησε άδεια χρήσεως τους σε τρίτα πρόσωπα, μεταξύ άλλων και στον Εναγόμενο. v. Μία από τις αποθήκες που, παράνομα, ανήγειρε ο Ενάγοντας στο Τεμάχιο, εκτάσεως, περίπου, 240 τ.μ., την 27/03/2001 - ήτοι, την Αποθήκη -, συμφώνησε να την μεταβιβάσει στον Εναγόμενο, εις αντάλλαγμα του ποσού των £9.000 (Λιρών Κύπρου), με την υπόσχεση, ότι, νόμιμα θα του μεταβίβαζε αυτήν. Ο Εναγόμενος, κατέβαλε το σύνολο του προαναφερόμενου ποσού προς τον Ενάγοντα, σε τρεις δόσεις των £3.000 (Λιρών Κύπρου) που του κατέβαλε την 27/03/2001, 20/04/2001 και 30/04/2001 αντίστοιχα. Κάτι όμως, που δεν έγινε ποτέ, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του Εναγομένου προς τον Ενάγοντα να αποταθούν για τον σκοπό αυτό, στην Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Συνεπώς, δια της ανταπαίτησης του, αξιώνει την επιστροφή του. vi. Περαιτέρω, ο Ενάγοντας, με γραπτή συμφωνία στην οποία προσήλθε με τον Εναγόμενο ημερομηνίας 27/03/2001, παραχώρησε την Αποθήκη στον Εναγόμενο, με ενοίκιο για χρήση του μέρους του Τεμαχίου που αυτή καταλαμβάνει, μηνιαίως, £50 (Λίρες Κύπρου), ισχυριζόμενος ότι αποτελούσε το ενοίκιο μίσθωσης που ο ίδιος έπρεπε να καταβάλλει στην Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Περί τον Ιούνιο του έτους 2009, ο Εναγόμενος, σταμάτησε να καταβάλλει το προαναφερόμενο ποσό ενοικίου στον Ενάγοντα. Μέχρι και την 15/06/2009, που ο Εναγόμενος σταμάτησε να καταβάλλει το προαναφερόμενο ποσό ενοικίου στον Ενάγοντα, είχε συνολικά καταβάλει στον Ενάγοντα το ποσό των £4.950 (Λιρών Κύπρου). Ένεκα της ισχυριζόμενης από πλευράς Εναγομένου παρανομίας, ως προαναφέρθηκε, το εν λόγω ποσό καταβλήθηκε στον Ενάγοντα, αχρεωστήτως. Συνεπώς, δια της ανταπαίτησης του, αξιώνει την επιστροφή του. Για τον ίδιο λόγο, ο Ενάγοντας δεν δικαιούται να ζητά από το Δικαστήριο την επιστροφή του Τεμαχίου και της Αποθήκης. Αρμόδιο, σε κάθε περίπτωση πρόσωπο, να εκδιώξει από το Τεμάχιο τον Εναγόμενο, ισχυριζόμενος παράνομη επέμβαση, είναι ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και όχι ο Ενάγοντας. vii. Ο Εναγόμενος αρνείται ότι ο Ενάγοντας ζημιώνει με την απώλεια της ενοικιαστικής αξίας της Αποθήκης, από την στιγμή που η υπενοικίαση της προς τον Ενάγοντα, ακόμη και ο ίδιος ισχυρίζεται ότι είναι άκυρη. [Ζ]. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ α. Αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντα
- Η εκδοχή των γεγονότων που ο Ενάγοντας προσπάθησε να προωθήσει στο Δικαστήριο δια της μαρτυρίας του, ελέγχεται ως αναξιόπιστη και απορρίπτεται, για τους ακόλουθους λόγους: i. Κατ' αρχήν, δεν θα ήμουν έτοιμος να βασιστώ στα λεγόμενα του, από την στιγμή που, από τα παραδεκτά γεγονότα, - ανάλυση των οποίων γίνεται στην συνέχεια της απόφασης μου -, προκύπτει ότι, συμπράττοντας με τον Εναγόμενο, με την συμφωνία στην οποία οι δύο προσήλθαν στις 27/03/2001, αυτός ενέργησε παράνομα, σκοπώντας, όχι μόνο να παρακάμψει τις πρόνοιες του Νόμου 139/1991, αλλά και ενάντια στην ρητή απαγόρευση του, που καθιστά την από μέρους του Εναγομένου πράξη ανάληψης κατοχής του Τεμαχίου και ποινικό αδίκημα. Κατά σχετικό βαθμό πιθανότητας, κάποιος ο οποίος ενέργησε κατά τον προαναφερόμενο έκνομο τρόπο, αποτεινόμενος στο Δικαστήριο, ελπίζοντας σε «θεραπεία», αναφερόμενος στα γεγονότα της, ως προκύπτει, παρανομίας του, προς απόδειξη του δικαιώματος του σε αυτή, δεν θα είναι πλήρως αποκαλυπτικός ή/και φιλαλήθης. Τα ίδια, φυσικά, είναι και τα σχόλια μου, σε ότι αφορά την μαρτυρία και του Εναγομένου. Αυτά ακολουθούν στην συνέχεια. ii. Δεν βρίσκω καμία λογική πίσω από το σκεπτικό του Ενάγοντα, ότι μπορούσε να πωλήσει μόνο την Αποθήκη, - ξεχωριστά δηλαδή της γης -, όταν δεν ήταν ιδιοκτήτης του Τεμαχίου και ειδικότερα, όταν στην σύμβαση της 22ας/09/1997 (Τεκμήριο ΜΑ8), προνοείτο ρητά, ότι, σε περίπτωση λήξης ή τερματισμού της εκμίσθωσης του Τεμαχίου, αυτός ήταν υπόχρεος να το εγκαταλείψει και ότι, η Αποθήκη ή και άλλες οικοδομές που θα ανάγερνε σε αυτό με δικά του έξοδα, θα περιέρχονταν στην κατοχή του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών, χωρίς υποχρέωση αποζημίωσης του. Κατά την άποψη μου, αυτά τα γεγονότα, - έχοντας υπόψη και την πεισματική άρνηση του Ενάγοντα κατά την αντεξέταση του ότι, είχε γνώση της παρανομίας από την αρχή, ισχυριζόμενος ότι, το τι έπραττε, όταν το έπραττε, πίστευε ότι ήταν νόμιμο - καταδεικνύουν την αναξιοπιστία των θέσεων του. Αναξιοπιστία, που, ενισχύθηκε και από μεταγενέστερες, αντιφατικές δηλώσεις του Ενάγοντα κατά την μαρτυρία του (στην αντεξέταση), με τις οποίες τελικά αποδέχθηκε ότι είχε πληροφορηθεί από τον δικηγόρο του, ότι, η συμφωνία του με τον Εναγόμενο ήταν παράνομη. iii. Υποστήριξε ο Ενάγοντας, ότι με την συμφωνία στην οποία προσήλθε με τον Εναγόμενο, ημερομηνίας 27/03/2001, συμφώνησε όπως ο Εναγόμενος του καταβάλλει το ποσό των £50 (Λιρών Κύπρου) ως ενοίκιο, προς κάλυψη του ποσού που ο ίδιος πλήρωνε ως ενοίκιο στην Επαρχιακή Διοίκηση, μέχρι να του κάνει την μεταβίβαση της Αποθήκης. Ανέφερε επίσης ότι, είχε συμφωνήσει με τον Εναγόμενο ως τίμημα πώλησης της Αποθήκης, το ποσό των £30.000 (Λιρών Κύπρου) και ότι είχε λάβει ως προκαταβολή (ώστε να παραδώσει την κατοχή της Αποθήκης στον Εναγόμενο) το ποσό των £9.000 (Λιρών Κύπρου). Από τις προαναφερόμενες τοποθετήσεις του Ενάγοντα, προκύπτει ότι, το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης των £21.000 (Λιρών Κύπρου), ο Εναγόμενος θα το εξοφλούσε στον Ενάγοντα σε 35 χρόνια[3]. Δηλαδή το έτος
- Γεγονός, που δεν υποστηρίζει τον ισχυρισμό του ότι, είχε προβεί στην εν λόγω συμφωνία, γιατί είχε οικονομικές δυσκολίες, όταν μάλιστα από την μαρτυρία (δέστε σχετικά τα αναφερόμενα της ΜΥ2) προκύπτει ότι, η ισχυριζόμενη από πλευράς του δαπάνη για την ανέγερση όλων των αποθηκών (έξι στο σύνολο), του κόστισε €400.
- Και είναι και παράλογο, έχοντας υπόψη τους όρους της Άδειας του 1997 και δη ότι αυτή, ήταν για συγκεκριμένη διάρκεια. Κατά πιθανότητα, αν ο Ενάγοντας είχε οικονομικές δυσκολίες, οι όροι της συμφωνίας για αποπληρωμή του τιμήματος πώλησης, δεν θα ήταν τέτοιοι. Αν λάβει υπόψη κάποιος και το γεγονός ότι, από την πραγματική μαρτυρία, και συγκεκριμένα, ότι, στο έγγραφο ημερομηνίας 27/03/2001, Τεκμήριο ΜΑ7, αναφέρεται ότι «Η συμφωνία για την μεταβίβαση της αποθήκης - τουρκοκυπριακή είναι έναντι του ποσού των £9.000 (Λιρών Κύπρου) .» - και όχι δηλαδή του ποσού των £30.000 (Λιρών Κύπρου) -, καθώς επίσης και την μαρτυρία του ότι, η όχληση του προς τον Εναγόμενο για την μη εξόφληση του οφειλόμενου ποσού από το έτος 2009 που του έγινε η τελευταία πληρωμή, μέχρι το έτος 2011 που καταχωρήθηκε αυτή η Αγωγή, ήταν η άρνηση του να του μεταβιβάσει την Αποθήκη (πριν δηλαδή το έτος 2036 - ανέμενε μάλιστα επιστολή του Εναγομένου με την οποία να του ζητά την μεταβίβαση), η πιθανότητα ο προαναφερόμενος ισχυρισμός του Ενάγοντα να είναι ψευδής, είναι μεγαλύτερη από του να είναι αληθής. iv. Η αναξιοπιστία των θέσεων του Ενάγοντα, διαφαίνεται και από το γεγονός, ότι, παρά το γεγονός ότι με την Έκθεση Απαίτησης του, αξιώνει μόνο επιστροφή της Αποθήκης, χωρίς καμία αναφορά σε όσα γεγονότα αφορούν την πώληση της Αποθήκης - που πρέπει να αναφερθεί, ότι, για πρώτη φορά στην διαδικασία αυτά εγέρθηκαν ως ισχυρισμοί στο δικόγραφο της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης του Εναγομένου -, μαρτυρώντας στο Δικαστήριο, ανέφερε ότι, παράλληλα, απαιτεί και το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης της Αποθήκης, δηλαδή τις £21.000 (Λίρες Κύπρου). Κάποιος που αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες, ως ισχυρίστηκε ο Ενάγοντας, ένα σεβαστό ποσό της τάξης των £21.000 (Λιρών Κύπρου) δεν παραλείπεται εύκολα από τις οδηγίες του προς δικηγόρους του που κατέθεσαν για λογαριασμό του αυτή την Αγωγή με τις διεκδικήσεις του. Ούτε και είμαι έτοιμος να αποδεχθώ ότι, οι δικηγόροι του Ενάγοντα, παρέλειψαν να ενεργήσουν κατόπιν των ρητών, ως προς το ζήτημα αυτό οδηγιών του Ενάγοντα, αν τέτοιες τους είχαν δοθεί. Αν το παρέλειπαν, σίγουρα όταν ο σχετικός ισχυρισμός είχε εγερθεί από το δικόγραφο του Εναγομένου, δικονομικά διαβήματα θα γίνονταν, πιστεύω, προς αποκατάσταση της παράλειψης. β. Αξιολόγηση της μαρτυρίας του Εναγομένου
- Ως προανέφερα, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντα, κατ' αρχήν, δεν θα ήμουν έτοιμος να βασιστώ στα λεγόμενα του Εναγομένου, από την στιγμή που, από τα παραδεκτά γεγονότα, - ανάλυση των οποίων γίνεται στην συνέχεια της απόφασης μου -, προκύπτει ότι, σε σύμπραξη με τον Ενάγοντα, με την συμφωνία στην οποία οι δύο προσήλθαν στις 27/03/2001, αυτός ενέργησε παράνομα, σκοπώντας, όχι μόνο να παρακάμψει τις πρόνοιες του Νόμου 139/1991, αλλά και ενάντια στην ρητή απαγόρευση του, που καθιστά την από μέρους του πράξη (ανάκτησης κατοχής τουρκοκυπριακής γης χωρίς άδεια του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών) και ποινικό αδίκημα. Κατά σχετικό βαθμό πιθανότητας, κάποιος ο οποίος ενέργησε κατά τον προαναφερόμενο έκνομο τρόπο, υπερασπιζόμενος τον εαυτό του, ως εναγόμενος διάδικος, σε δικαστική διαδικασία και παράλληλα, ελπίζοντας και σε «θεραπεία», αφού προβάλλει και ανταπαίτηση σε αυτή την υπόθεση, αναφερόμενος στα γεγονότα της, ως προκύπτει, παρανομίας του, προς υπεράσπιση του ή/και προς απόδειξη του δικαιώματος του σε θεραπεία, δεν θα είναι πλήρως αποκαλυπτικός ή/και φιλαλήθης. Επιπρόσθετα, ως προς το ζήτημα αυτό, πρέπει να αναφέρω ότι, ο Εναγόμενος, παραδέχθηκε με την μαρτυρία του ότι γνώριζε τους όρους της μίσθωσης του Τεμαχίου από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών στον Ενάγοντα, αφού ο Ενάγοντας του είχε υποδείξει την σχετική σύμβαση ημερομηνίας 22/09/1997, Τεκμήριο ΜΑ
- Γνώριζε συνεπώς ότι, ο Ενάγοντας δεν είχε δικαίωμα υπεκμίσθωσης του Τεμαχίου, καθώς επίσης γνώριζε και το ότι όλα όσα υποστατικά ο Ενάγοντας, θα ανέγερνε στο Τεμάχιο, με την λήξη ή τον τερματισμό της άδειας χρήσης του Τεμαχίου, θα περιέρχονταν στην κατοχή του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών, χωρίς δικαίωμα του Ενάγοντα να διεκδικήσει την οποιαδήποτε αποζημίωση. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός του ότι, είχε προσέλθει στην συμφωνία ημερομηνίας 27/03/2001 με τον Ενάγοντα, έχοντας την πεποίθηση ότι μπορούσε να επιτευχθεί μεταβίβαση της Αποθήκης (και μόνον της Αποθήκης), δεν έχει λογική και βρίσκω ότι, η εν λόγω αναφορά του κατά την μαρτυρία του, αποσκοπούσε στο να δικαιολογήσει, ή και να συγκαλύψει, το ηθελημένο της παρανομίας στην οποία συνέπραξε με τον Ενάγοντα. Παραδοχή στην οποία άλλωστε προέβη και εν συνεχεία, κατά την αντεξέταση του. Σχετική παραδοχή στην οποία ο Εναγόμενος προβαίνει και στην επιστολή του προς τον Υπουργό Εσωτερικών ημερομηνίας 01/11/2010 ημερομηνίας ΛΕ1[4].
- Ο Εναγόμενος, ενώ ανέφερε στο Δικαστήριο κατά την κυρίως εξέταση του, ότι, αγόρασε την αποθήκη από τον Ενάγοντα, για το ποσό των £9.000, ο οποίος του υποσχέθηκε ότι θα του την μεταβίβαζε, μετέωρο και χωρίς απάντηση παρέμεινε το ερώτημα που του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση, γιατί από το έτος 2001 που εξόφλησε, ως ισχυρίστηκε, το τίμημα για την αγορά της, δεν προέβη σε διαβήματα μέσω δικηγόρου για να υλοποιηθεί η μεταβίβαση, ή για να αναγκάσει τον Ενάγοντα να του την μεταβιβάσει, με κατάληξη την καταχώριση αυτής της Αγωγής (και μάλιστα από τον Ενάγοντα) το έτος
- Η απάντηση που έδωσε, «γιατί να πάω», δεν με ικανοποιεί, αφού δεν συνάδει με την θέση του ότι, επιδίωκε μέσω έντονων προσπαθειών την μεταβίβαση της Αποθήκης και ότι, ανησυχούσε πολύ γιατί ο Ενάγοντας δεν υλοποιούσε την σχετική υπόσχεση του. Αξιοσημείωτο, είναι και το γεγονός, ότι, ο Εναγόμενος, παρά τον ισχυρισμό του ότι, είχε προβεί σε διαβήματα με την επαρχιακή διοίκηση Λάρνακας, λόγω της παράλειψης του Ενάγοντα να του μεταβιβάσει, ως του είχε υποσχεθεί την αποθήκη, - λειτουργοί της οποίας, μάλιστα, του διαβεβαίωναν ότι τέτοια μεταβίβαση μπορούσε να υλοποιηθεί αν συναινούσε και ο Ενάγοντας -, τέτοια μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από πλευράς του, παρά το γεγονός ότι κάλεσε στο Δικαστήριο την ΜΥ2, λειτουργό του καθ' ύλην αρμόδιου τμήματος του κράτους για να δώσει μαρτυρία. Κατά τον ίδιο τρόπο, δεν παρουσιάστηκε και μαρτυρία ότι το τμήμα αυτό, συμβούλευε «υπενοικιαστές», της ίδιας «κατηγορίας» όπως και ο Εναγόμενος, να μην πληρώνουν ενοίκια στα πρόσωπα που τους είχαν υπεκμισθώσει Τουρκοκυπριακή γη που τελούσε υπό την διαχείριση του Κηδεμόνα, χωρίς την άδεια του. Ο συγκεκριμένος λειτουργός, κ. Γ. Θεοδώρου, Διευθυντής της Υπηρεσίας Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών περιουσιών κατά τον ουσιώδη χρόνο, το όνομα του οποίου αναφέρθηκε στο Δικαστήριο από τον Εναγόμενο, ως το πρόσωπο που του υπέδειξε να μην καταβάλλει ενοίκια στον Ενάγοντα, δεν κλήθηκε στο Δικαστήριο προς επιβεβαίωση των λεγομένων του, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ανέφερε ότι θα κλητεύετο στο Δικαστήριο για τον σκοπό, όταν η προαναφερόμενη θέση του, είχε αμφισβητηθεί από πλευράς Ενάγοντα. γ. Αξιολόγηση της μαρτυρίας του κ. Γιαννάκη Ιωάννου, ΜΥ1
- Αξιολογώντας την μαρτυρία του ΜΥ1, καταλήγω, ότι, αυτός, ήταν σαφής και θετικός. Η μαρτυρία του, περιορίστηκε σε γεγονότα τα οποία, λόγω της θέσης και των καθηκόντων του στην Τεχνική Υπηρεσία (Τμήμα Παράνομων Οικοδομών) του Δήμου Λάρνακας, μπορούσε να γνωρίζει σε ότι αφορά τα επίδικα γεγονότα. Βασίστηκε σε γεγονότα για τα οποία πληροφόρηση άντλησε ο ίδιος από το σχετικό αρχείο της υπηρεσίας του. Ας σημειωθεί επίσης εδώ, ότι, η μαρτυρία του, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Ενάγοντα - ουσιαστικά, είχαν υποβληθεί σε αυτήν ερωτήσεις διευκρινιστικές, που περισσότερο αποσκοπούσαν στην παρουσίαση μαρτυρίας προς όφελος του Ενάγοντα - και παρέμεινε αναντίλεκτη. Κατ' ακολουθίαν της πιο πάνω αξιολόγησης, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΥ1 στο σύνολό της, κρίνοντας την ειλικρινή και αξιόπιστη. Προβαίνω, δε, βάσει αυτής, και στα ανάλογα, σύμφωνα με τα επίδικα θέματα, ευρήματα. δ. Αξιολόγηση της μαρτυρίας της κας Μαίρης Λάμπρου, ΜΥ2
- Αξιολογώντας την μαρτυρία της ΜΥ2, καταλήγω, ότι, αυτή, ήταν σαφής και θετική. Η μαρτυρία της, περιορίστηκε σε γεγονότα τα οποία, λόγω της θέσης και των καθηκόντων της ως Αναπληρώτρια Διευθυντής της Υπηρεσίας Τουρκοκυπριακών περιουσιών του Υπουργείου Εσωτερικών, μπορούσε να γνωρίζει σε ότι αφορά τα επίδικα γεγονότα. Βασίστηκε σε γεγονότα για τα οποία είχε ιδία γνώση και από πληροφόρηση που η ίδια άντλησε από το σχετικό αρχείο της υπηρεσίας της. Ας σημειωθεί επίσης εδώ, ότι, η μαρτυρία της, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Ενάγοντα - ουσιαστικά, είχαν υποβληθεί σε αυτήν ερωτήσεις διευκρινιστικές, που περισσότερο αποσκοπούσαν στην παρουσίαση μαρτυρίας προς όφελος του Ενάγοντα - και παρέμεινε αναντίλεκτη. Κατ' ακολουθίαν της πιο πάνω αξιολόγησης, αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΥ2 στο σύνολό της, κρίνοντας την ειλικρινή και αξιόπιστη. Προβαίνω, δε, βάσει αυτής, και στα ανάλογα, σύμφωνα με τα επίδικα θέματα, ευρήματα. [Η]. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ, ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΓΕΡΘΕΝΤΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ α. Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης - Προστασία κατόχου ακίνητης ιδιοκτησίας
- Σύμφωνα με το Άρθρο 43
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148: «Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο». 17. Η παράνομη επέμβαση, είναι αδίκημα εναντίον της κατοχής ακινήτου και όχι της κυριότητας του. Σχετικά, στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 38 στην παράγραφο 1194, αναφέρεται, ότι, επέμβαση, συνίσταται σε παράνομη πράξη υποδεικνύουσα αμφισβήτηση και ενόχληση της κατοχής περιουσίας, αντίθετα με την βούληση του κατόχου. Ενώ, στην υπόθεση Adamou v Christofi
(1974)1 C.L.R. 100, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι, η προστασία που ο νόμος[5] παρέχει σε πρόσωπο που βρίσκεται απλά σε κατοχή ακινήτου, αποτελεί προέκταση της προστασίας που παρέχει στο ίδιο το πρόσωπο. Η κατοχή ακίνητης ιδιοκτησίας, υποδηλώνει, σε κάποιο βαθμό, προσωπική παρουσία και το απαραβίαστο του προσώπου, επεκτείνεται και σε αυτό το είδος της διαταραχής που ένα άτομο μπορεί να υποστεί, ώστε, γενικότερα, να διαφυλάσσεται η κοινωνική τάξη και ειρήνη. β. «Κατοχή» - Ως νομικός όρος, γενικά 18. Κατοχή[6], μπορεί να είναι δύο ειδών. Πραγματική κατοχή (possession in fact), ή νόμιμη κατοχή (possession in law). Η πραγματική κατοχή, δεν ενέχει την ίδια νομική προστασία, όσο ενέχει η νομική κατοχή. Αν και, πραγματική κατοχή, αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη, νομικής κατοχής, αυτή μπορεί να αμφισβητηθεί, καθότι, η ύπαρξη νομικής κατοχής, απαιτεί κάτι περισσότερο. Ο διαχωρισμός των δύο, έγκειται στην διαφορετικότητα της νοητικής κατάστασης που έκαστη προϋποθέτει. Ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Margarita Ikosi v Andreas Karayiannis and Others
(1971)1 C.L.R. 189, για να υπάρχει νομική κατοχή, «there must be a manifest intent not merely to exclude the world at large from interfering with the thing in question, but to do so on one's own account and in one's own name»[iii], χωρίς μάλιστα να προϋποτίθεται ζήτημα φυσικής κατοχής του[iv]. Το κατά πόσο υπάρχει αυτή η πρόθεση, ή όχι, είναι γενικά ζήτημα γεγονότων της κάθε περίπτωσης[v]. γ. Κατοχή και το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης 19. Στο σύγγραμμα των Clerk & Lindsell on Torts, 20η έκδοση, στην σελίδα 1232 και παράγραφο 19-19, με παραπομπή στην απόφαση της Δικαστικής Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Sweet v Mountford
(1985)A.C. 809, αναφέρεται ότι, η πρόθεση των μερών να δοθεί αποκλειστική κατοχή στον χρήστη, γενικά, προκύπτει από τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας. Το ερώτημα που πάντοτε τίθεται, δεν είναι κατά πόσο τα μέρη, ή ο οποιοσδήποτε εξ αυτών, σκόπευαν να δώσουν, ή αντίστοιχα, να πάρουν, αποκλειστική κατοχή, αλλά αν το αποτέλεσμα της συναλλαγής τους, ήταν στην πραγματικότητα, η χορήγηση αποκλειστικής χρήσης.
- Συναφώς, στο ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, «κάτοχος», αναφέρεται ότι σημαίνει, «πρόσωπo τo oπoίo δικαιoύται έvαvτι τoυ κυρίoυ ακίvητης ιδιoκτησίας vα κατέχει ή χρησιμoπoιεί αυτή, και ελλείψει τέτoιoυ πρoσώπoυ τov κύριo της ιδιoκτησίας αυτής». δ. Αδειούχος και το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης
- Ως έχει νομολογηθεί[vi], η άδεια χρήσης δεν δημιουργεί ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή εμπράγματα δικαιώματα στον αδειούχο.
- Εντούτοις, οι όροι μίας άδειας χρήσης, μπορεί να δώσουν στον αδειούχο, τέτοιο βαθμό ελέγχου στην πρόσβαση ενός ακινήτου, ώστε να του παρέχεται το δικαίωμα σε προστασία από το Άρθρο 43
(1)του Κεφ. 148, έναντι οποιουδήποτε προσώπου διαταράζει την κατοχή του ακινήτου που απολαμβάνει. Ως εκ τούτου, διάκριση γίνεται μεταξύ των περιπτώσεων όπου, από τους όρους της μεταξύ των μερών συμφωνίας και το αποτέλεσμα της συναλλαγής τους, προκύπτει αποκλειστική κατοχή ενός ακινήτου από τον αδειούχο έναντι οποιουδήποτε άλλου προσώπου, από άλλες περιπτώσεις που αφορούν κατοχή, όχι αποκλειστική[vii]. Προς την διάγνωση του ζητήματος της αποκλειστικής κατοχής, το Δικαστήριο, λαμβάνει σαφώς υπόψη του και το είδος, ή την κατηγορία της άδειας χρήσης στην οποία εμπίπτει η υπό εξέταση άδεια χρήσης που το απασχολεί, ως αυτές έχουν νομολογιακά καθιερωθεί[viii]. ε. Τα γεγονότα 23. Όπως προκύπτει από την μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, δεν υπάρχουν αντικρουόμενοι ισχυρισμοί σε ότι αφορά τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης αυτής, ώστε να καθίστατο, επιτακτική ανάγκη, η αξιολόγηση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο προς καθορισμό και επίλυση των επίδικων θεμάτων, ως αυτά προκύπτουν από την δικογραφία[ix]. Σε κάθε περίπτωση, τα ζητήματα που καλείται το Δικαστήριο να επιλύσει, ως διαφαίνεται και από την συνέχεια της απόφασης μου, είναι καθαρά νομικά, και το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει ως προς αυτά, στην βάση των παραδεκτών γεγονότων, χωρίς να παρίσταται ανάγκη ευρηματικής κατάληξης του Δικαστηρίου, σε ότι αφορά την όποια εκατέρωθεν των διαδίκων διιστάμενη εκδοχή ως προς οποιαδήποτε άλλα επί μέρους γεγονότα. Τα παραδεκτά, ως προκύπτουν, γεγονότα, είναι τα εξής: i. Ο Ενάγοντας, - εκτοπισμένος συνεπεία της τουρκικής εισβολής και κατοχής -, είχε προσέλθει την 06/12/1988 σε συμφωνία με την Κεντρική Επιτροπή Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, με την οποία του παραχωρήθηκε - υπό όρους και προϋποθέσεις - άδεια κατοχής, χρήσης και εκμετάλλευσης (δια της ανέγερσης αποθήκης) μέρους του Τεμαχίου (Τεκμήριο ΜΑ5). ii. Στην βάση της εν λόγω Άδειας του 1988, ο Ενάγοντας, έλαβε το έτος 1988 πραγματική κατοχή του μέρους αυτού του Τεμαχίου. iii. Την 22/09/1997 και ενώ ο Ενάγοντας συνέχιζε να βρίσκεται σε πραγματική κατοχή και έχοντας φυσικό έλεγχο του συγκεκριμένου μέρους του Τεμαχίου, Ενάγοντας και Υπουργός Εσωτερικών, - ο τελευταίος υπό την ιδιότητα του ως Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών περιουσιών δυνάμει των προνοιών του Νόμου 139/1991 -, προσήλθαν σε σύμβαση, δια της οποίας εκμισθώθηκε στον Ενάγοντα - υπό όρους και προϋποθέσεις -
(1)το μέρος του Τεμαχίου που ήδη κατείχε,
(2)μία επιπρόσθετη έκταση του ιδίου Τεμαχίου και
(3)μέρος ενός άλλου γειτονικού τεμαχίου (Τεκμήριο ΜΑ8). Όροι της προαναφερόμενης σύμβασης, ήταν, μεταξύ άλλων, η ανέγερση, - δαπάνη του Ενάγοντος -, υποστατικών αποθήκευσης και επεξεργασίας σιδηρικών και η χρησιμοποίηση του Τεμαχίου αποκλειστικά για αυτό τον σκοπό. Καθώς επίσης και η απαγόρευση υπεκμίσθωσης, εκχώρησης, ή παραχώρησης άδειας χρήσεως σε τρίτο πρόσωπο, του όλου ή μέρους των τεμαχίων που του είχαν εκμισθωθεί. iv. Ο Ενάγοντας, δυνάμει της προαναφερόμενης σύμβασης ημερομηνίας 22/09/1997 συνέχισε να κατέχει και φυσικά να ελέγχει το Τεμάχιο, ενώ παράλληλα έλαβε κατοχή και απέκτησε φυσικό έλεγχο και των υπόλοιπων χώρων του Τεμαχίου, καθώς επίσης και του γειτονικού τεμαχίου ακίνητης ιδιοκτησίας, που του είχαν παραχωρηθεί δυνάμει αυτής και ανήγειρε σε αυτά αποθήκες, μία εκ των οποίων και η επίδικη. v. Την 27/03/2011, οι διάδικοι, είχαν προσέλθει, προφορικά, σε συμφωνία, με την οποία ο Ενάγοντας θα πωλούσε την επίδικη Αποθήκη στον Εναγόμενο έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, εξόφληση του οποίου θα οδηγούσε σε «μεταβίβαση» της στον Εναγόμενο. Αυτή η συναλλαγή, είχε γίνει, εν αγνοία του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών και εν γνώσει των διαδίκων της απαγόρευσης της από την σχετική νομοθεσία. Συνεπεία αυτής της συμφωνίας, ο Ενάγοντας, παρέδωσε τον φυσικό έλεγχο της Αποθήκης, που καταλαμβάνει μέρος του Τεμαχίου, στον Εναγόμενο, ο οποίος εμποδίζει έκτοτε τον Ενάγοντα να ισχυρίζεται, έναντι του, οποιοδήποτε δικαίωμα φυσικής κατοχής της Αποθήκης και της γης του Τεμαχίου που αυτή καταλαμβάνει. ζ. Εξέταση των γεγονότων ζ. (i). Το ισχυριζόμενο αδίκημα της παράνομης επέμβασης
- Προκύπτει από το προοίμιο του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου του 1991, Νόμος 139/1991, καθώς επίσης και από τον συνδυασμό των προνοιών των Άρθρων 3, 5 και 6 του ιδίου, ότι, στην προκείμενη περίπτωση, νόμιμο δικαίωμα κατοχής του Ακινήτου, έχει ο Κηδεμόνας των Τουρκοκυπριακών περιουσιών. Ειδικότερη δε αναφορά, γίνεται, στο Άρθρο 5 του Νόμου 139/1991, το οποίο προνοεί ότι: «. κατά τη διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών και την άσκηση των αρμοδιοτήτων που του χορηγούνται με τον παρόντα Νόμο, ο Κηδεμόνας θα έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που θα είχε ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης τους» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)[x].
- Έχοντας διαπιστώσει αυτό, προχωρώ να εξετάσω, την σχέση ή ιδιότητα του Ενάγοντα ως προς το Ακίνητο και εάν αυτή, του δίδει, αυτόνομο δικαίωμα δικονομικής παράστασης σε αγωγή για παράνομη επέμβαση εναντίον τρίτου προσώπου. Στην προκείμενη περίπτωση, εναντίον του Εναγομένου.
- Το Άρθρο 6 του Νόμου 139/1991, - και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας των προνοιών του προαναφερόμενου Άρθρου 5 του Νόμου 139/1991 -, προνοεί ότι, εντός των αρμοδιοτήτων του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών είναι να «Κάνει διευθετήσεις, συνάπτει, τερματίζει ή ακυρώνει συμβάσεις ή αναλαμβάνει υποχρεώσεις ή επιβαρύνσεις σε σχέση προς κάθε τέτοια περιουσία και ειδικότερα εκμισθώνει αυτή με τους πιο συμφέροντες για τον ιδιοκτήτη όρους: .» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου).
- Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το Άρθρο 6Β του Νόμου 139/1991, ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών περιουσιών «Στα πλαίσια της εξουσίας του να διαχειρίζεται τουρκοκυπριακές περιουσίες δυνάμει του άρθρου 5 του [παρόντος] Νόμου και κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του δυνάμει του άρθρου 6 του [παρόντος] Νόμου, [ο Κηδεμόνας] δύναται, αφού πρώτα λάβει υπόψη τη γνώμη της Συμβουλευτικής Επιτροπής και τηρουμένων των επιφυλάξεων που θέτει το εν λόγω άρθρο 6, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, και μόνο όπου τούτο εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, να συνάπτει συμβάσεις για την εκμίσθωση ή παραχώρηση άδειας χρήσης Τουρκοκυπριακής ακίνητης ιδιοκτησίας στην Κυβέρνηση της Δημοκρατίας, σε οργανισμούς δημόσιας ωφελείας και σε αρχές τοπικής διοίκησης δυνάμει των οποίων να επιτρέπεται η χρησιμοποίηση ή και κατοχή της ιδιοκτησίας, κατά τρόπο και υπό όρους που κατά την κρίση του Κηδεμόνα εξυπηρετούν τόσο το εν λόγω δημόσιο συμφέρον όσο και τους σκοπούς του παρόντος Νόμου» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου).
- Επίσης, σύμφωνα με το Άρθρο 7 του Νόμου 139/1991, ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών περιουσιών «[Ο Κηδεμόνας], κατά τη διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών και την άσκηση των αρμοδιοτήτων του με βάση τον παρόντα Νόμο, θα μεριμνά για την εξυπηρέτηση των αναγκών των προσφύγων παράλληλα με την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των ιδιοκτητών των εν λόγω περιουσιών με βάση καθορισμένα κριτήρια: Νοείται ότι τουρκοκυπριακές περιουσίες που δεν είναι αναγκαίες ή είναι πέραν των αναγκών ή κρίνονται ακατάλληλες για τις στεγαστικές ή επαγγελματικές ή γεωργικές ανάγκες ή για ανάγκες δραστηριοποίησης των προσφύγων, μπορούν να ενοικιάζονται σε εξαιρετικές περιπτώσεις σε εκτοπισμένους δήμους ή κοινότητες ή σε κατοίκους ακριτικών κοινοτήτων που δεν είναι πρόσφυγες αλλά σημαντικό μέρος της γεωργικής γης τους κατελήφθη ή είναι απροσπέλαστη λόγω της τουρκικής εισβολής ή σε πρόσωπα που έχουν τον ένα γονέα πρόσφυγα με απόφαση του Κηδεμόνα, όπως θα καθορίζεται στους Κανονισμούς που εκδίδονται βάσει του Νόμου αυτού.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου).
- Ως προς τα κριτήρια που πρέπει να πληρούνται για να εκμισθωθεί ή παραχωρηθεί άδεια χρήσης Τουρκοκυπριακής περιουσίας από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών σε πρόσφυγες, παραπομπή γίνεται στον Κανονισμό 5 των Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Κανονισμών του 1992, Κ. Δ. Π. 68/1992, ως αυτοί έχουν μεταγενέστερα τροποποιηθεί δια των Κ. Δ. Π. 155/1999 και Κ. Δ. Π. 547/
- Στην βάση, προφανώς, των προαναφερόμενων Άρθρων του Νόμου 139/1991, ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών περιουσιών, παραχώρησε στον Ενάγοντα, δυνάμει της σύμβασης ημερομηνίας 22/09/1997, Τεκμήριο ΜΑ8, την μίσθωση του Τεμαχίου για περίοδο τριών ετών (από 01/10/1997 έως 30/09/2000), η οποία, μετά την λήξη της, θα ανανεωνόταν αυτόματα από χρόνο σε χρόνο, εκτός εάν τερματιζόταν (πριν από την επέτειο ανανέωσης της) από οποιονδήποτε εκ των συμβαλλομένων κατά τον τρόπο (και στο χρόνο) που η εν λόγω σύμβαση προνοούσε. Του παραχώρησε δηλαδή, την Άδεια του 1997, ως συντομογραφικά αναφέρεται πιο πάνω. Σημειώνεται εδώ, ότι, ο Ενάγοντας, είχε αποκτήσει πραγματική κατοχή και έλεγχο του Τεμαχίου, προγενέστερα, δυνάμει της σύμβασης κατοχής, χρήσης και κάρπωσης του ημερομηνίας 01/11/1988 (Τεκμήριο ΜΑ5), στην οποία είχε προσέλθει με την Κεντρική Επιτροπή Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών περιουσιών. Ήτοι, την Άδεια του
- Δυνάμει της Άδειας του 1997, ο Ενάγοντας, είχε υποχρέωση να χρησιμοποιήσει το Τεμάχιο, για την δημιουργία, με δική του δαπάνη, υποστατικών αποθήκευσης και επεξεργασίας σιδηρικών, αφού θα εξασφάλιζε πολεοδομική και οικοδομική άδεια από την αρμόδια αρχή. Παράλληλα, είχε υποχρέωση χρησιμοποίησης του Τεμαχίου και των υποστατικών που θα ανήγειρε σε αυτό, μόνο για τον προαναφερόμενο σκοπό. Ενώ, είχε και υποχρέωση να επιτρέπει την είσοδο στο Τεμάχιο και στα υποστατικά που θα ανεγείρονταν, στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών, για σκοπούς επιθεώρησης και εξέτασης της κατάστασης του/ς ή και για οποιοδήποτε άλλο σκοπό. Προνοείτο επίσης, ότι, η μίσθωση του Τεμαχίου, θα τερματιζόταν αυτόματα σε περίπτωση που το Υπουργικό Συμβούλιο κήρυσσε λήξη της ισχύος του Νόμου 139/1991, καθώς επίσης και ότι, σε περίπτωση λήξης ή τερματισμού της μίσθωσης, ο Ενάγοντας θα υποχρεούτο να εγκαταλείψει το Τεμάχιο, ως επίσης και την Αποθήκη, το οποίο ή τα οποία, θα περιέρχονταν στην κατοχή του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών, χωρίς υποχρέωση αποζημίωσης του Ενάγοντα. Όρος της σύμβασης ήταν επίσης, ότι, η εκμίσθωση του Τεμαχίου παραχωρείτο στον Ενάγοντα, υπό την προϋπόθεση ότι, με την επιστροφή του Τουρκοκύπριου ιδιοκτήτη του, η ισχύς της θα τερματιζόταν αυτόματα, μετά την κατά νόμο ανάληψη της κατοχής από τον Τουρκοκύπριο ιδιοκτήτη, και πάλι, χωρίς υποχρέωση αποζημίωσης του Ενάγοντα. Δικαίωμα τερματισμού της οποίας, ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών περιουσιών, θα είχε, εν πάση περιπτώσει, ακόμη και πριν από την λήξη της περιόδου μίσθωσης, σε περίπτωση που ο Ενάγοντας δεν εκπλήρωνε οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις που του επιβλήθηκαν με την σύμβαση.
- Από τα προαναφερόμενα γεγονότα, προκύπτει ότι, η κατοχή του Ενάγοντα, δεν ήταν αποκλειστική. Η χρήση του Τεμαχίου ήταν καθορισμένη, όπως καθορισμένη ήταν και η χρονική διάρκεια της χρήσης του. Πολύ σημαντικό είναι και το γεγονός ότι, ο Ενάγοντας, σε περίπτωση λήξης ή τερματισμού της σύμβασης μίσθωσης, δεν θα είχε οποιοδήποτε δικαίωμα αποζημίωσης, ακόμη και σε ότι αφορούσε τα υποστατικά που θα ανέγειρε στο Τεμάχιο με δικά του έξοδα. Ως εκ των προαναφερομένων προκύπτει ότι, ο Ενάγοντας, ήταν αδειούχος[7] του Τεμαχίου, του οποίου απέκτησε και είχε την πραγματική κατοχή[8] ως προσωπικό προνόμιο. Δηλαδή, ως δικαιούχος[9], δυνάμει των προνοιών του Νόμου 139/1991[xi]. Αρχικά, δυνάμει της Άδειας του 1988 και στην συνέχεια, δυνάμει της Άδειας του
- Και αυτό, μέχρι που οριστικά και αμετάκλητα παρέδωσε την κατοχή του ακινήτου στον Εναγόμενο το έτος 2001, - στο μέρος που αφορά την έκταση που καταλαμβάνει η Αποθήκη -, δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας ημερομηνίας 27/03/
- Δέστε σχετικά τα Τεκμήρια ΜΑ6 και ΜΑ
- Έκτοτε, πραγματική κατοχή της Αποθήκης, που καταλαμβάνει μέρος του Τεμαχίου, έχει ο Εναγόμενος, ο οποίος εμποδίζει έκτοτε τον Ενάγοντα να ισχυρίζεται, έναντι του, οποιοδήποτε δικαίωμα φυσικής κατοχής της Αποθήκης και του Τεμαχίου, ή και να αμφισβητεί το δικαίωμα του Ενάγοντα σε κατοχή[xii].
- Συνεπώς, ο Ενάγοντας, ως αδειούχος σε σχέση με το Τεμάχιο, και ο οποίος, κατά την καταχώριση αυτής της Αγωγής, δεν είχε, αποκλειστική κατοχή και ειδικότερα, πραγματική κατοχή του Τεμαχίου - στο μέρος που αφορά την έκταση που καταλαμβάνει η Αποθήκη -, δεν μπορούσε να εγείρει αυτή την Αγωγή εναντίον του Εναγομένου, έχοντας ως βάση, το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης[xiii]. Αυτή, κρίνω, θα μπορούσε να εγερθεί, μόνο από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 6(β) του Νόμου 139/1991, ο οποίος έχει, εκ του νόμου, και το αποκλειστικό δικαίωμα κατοχής του.
- Εδώ, πρέπει να σημειωθεί και το εξής. Στην προκείμενη περίπτωση, δεν έχουμε μία κατάσταση πραγμάτων όπου, ενώ ο Ενάγοντας έχει κατοχή και αποκλειστικό φυσικό έλεγχο του Τεμαχίου και χρησιμοποιούσε αυτό δυνάμει των όρων της Άδειας του 1997, ένα τρίτο πρόσωπο (ο Εναγόμενος), αδίκως παρενέβη στην απόλαυση αυτής της κατοχής και ο Ενάγοντας αναγκάζεται να λάβει μέτρα προάσπισης της. Εδώ, ο Ενάγοντας, ο ίδιος παρέδωσε τον αποκλειστικό φυσικό έλεγχο της Αποθήκης και του μέρους του Τεμαχίου που αυτός καταλαμβάνει, τον οποίο απολάμβανε, στον Εναγόμενο και ως εκ τούτου, πλέον, δεν μπορεί, ως απλός αδειούχος, χωρίς αποκλειστικό δικαίωμα κατοχής, να επιδιώξει θεραπεία στην βάση του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης.
- Αλλά και τέτοια να ήταν η περίπτωση, κατά την άποψη μου, λόγω της ιδιαιτερότητας της περίπτωσης που αφορά τις Τουρκοκυπριακές περιουσίες και των ειδικών, εν σχέση με αυτήν, ρυθμίσεων του Νόμου 139/1991[10], ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών περιουσιών - εκτός και εάν για κάποιο καλό λόγο το Δικαστήριο διέταζε διαφορετικά - θα έπρεπε, τουλάχιστον, να συνενωνόταν ως ενάγοντας διάδικος. Στην περίπτωση δε, που δεν συγκατανευόταν, θα μπορούσε να συνενωνόταν ως εναγόμενος. ζ. (ii). Παρανομία και Δημόσια Πολιτική
- Σύμφωνα με το Άρθρο 15
(1)(γ) του Νόμου 139/1991, «Κάθε πρόσωπο το οποίο αποκτά κατοχή ή με οποιοδήποτε τρόπο χρήση Τουρκοκυπριακής περιουσίας κατά τρόπο διαφορετικό από ότι προβλέπεται στον παρόντα Νόμο, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δυο αυτές ποινές».
- Είναι ξεκάθαρο ότι, ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών περιουσιών, παραχώρησε στον Ενάγοντα την μίσθωση του Τεμαχίου, δυνάμει της σύμβασης ημερομηνίας 22/09/1997, Τεκμήριο ΜΑ8, στην οποία ξεκάθαρα αναφέρεται, ότι, ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών περιουσιών ενεργούσε στην βάση των προνοιών του Νόμου 139/
- Μάλιστα, σε αυτήν, υπάρχει ρητή πρόνοια - συναφής προς την προαναφερόμενη πρόνοια του Άρθρου 15
(1)(γ) του Νόμου 139/1991 -, ότι, ο Εναγόμενος, είχε υποχρέωση να μην υπεκμισθώνει, εκχωρεί ή παραχωρεί άδεια χρήσεως σε τρίτο πρόσωπο, είτε όλου, είτε μέρους του Τεμαχίου. Απαγόρευση, που, ο Ενάγοντας, ως ανέφερε και κατά την κυρίως εξέταση του, είχε υπόψη του όταν προέβη στην συμφωνία με τον Εναγόμενο ημερομηνίας 27/03/2001. Ήταν άλλωστε αντισυμβαλλόμενος στην σύμβαση ημερομηνίας 22/09/1997, Τεκμήριο ΜΑ8 και θα έπρεπε σε κάθε περίπτωση να την γνωρίζει. Ως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Ενάγοντας κατά την αντεξέταση του σε σχέση με την προαναφερόμενη απαγόρευση, - εάν δηλαδή την είχε σε γνώση του όταν προέβαινε στην προαναφερόμενη συμφωνία με τον Εναγόμενο -, «Το 86% των προσφύγων που κατέχουν τουρκοκυπριακά τεμάχια ή κλήρους τα υπενοικιάζουν ή μεταβιβάζουν από το 2001». Ο δε Εναγόμενος, αντεξεταζόμενος επί αυτού του ζητήματος, ανέφερε ότι, γνώριζε ότι η υπεκμίσθωση του Τεμαχίου από τον Ενάγοντα προς αυτόν - στο μέρος που αφορούσε την έκταση που καταλαμβάνει η Αποθήκη -, ήταν παράνομη, αλλά αυτός ευελπιστούσε στην νομιμοποίηση της. Ως ο Εναγόμενος χαρακτηριστικά ανέφερε επί αυτού κατά την αντεξέταση του - όταν ερωτήθηκε τι ακριβώς εννοούσε με την προτελευταία παράγραφο της επιστολής που είχε στείλει στον Υπουργό Εσωτερικών, ημερομηνίας 01/11/2010, Τεκμήριο ΛΕ1[11] -, «Δεν είπα ότι δεν ήταν παράνομη η πράξη που κάναμε με τον Ενάγοντα, αφού δεν πήγαμε στον Κηδεμόνα. Εννοούσα ότι αν μου υπέγραφε [ο Ενάγοντας], θα μπορούσε να γίνει». Προκύπτει από τα προαναφερόμενα, ότι, τόσο ο Ενάγοντας, όσο και ο Εναγόμενος, δεν έχουν δικαίωμα στην απαίτηση και ανταπαίτηση τους αντίστοιχα, καθότι οι θεραπείες που ζητούν από το Δικαστήριο, βασίζονται, ή και το δικαίωμα τους σε αυτές, απορρέει, από παράνομη πράξη στην οποία συνέπραξαν. Δηλαδή, στην μεταξύ τους συμφωνία της 22ης/09/1997, ως έχει προαναφερθεί, που είχε ως σκοπό, όχι μόνο να παρακάμψει τις πρόνοιες του Νόμου 139/1991, αλλά αντίκειτο και σε ρητή απαγόρευση του, που καθιστά την από μέρους του Εναγομένου πράξη ανάκτησης κατοχής Τουρκοκυπριακής περιουσίας χωρίς άδεια του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών, ποινικό αδίκημα. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνεται, ότι, σύμφωνα με την νομολογία (δέστε σχετικά την υπόθεση G. M. Platritis and Co a. o. v Computer Patent Annuities a. o.
(1988)1 C.L.R. 135, - εκτενέστερη αναφορά στην οποία γίνεται στην συνέχεια της απόφασης μου -), γνώση του νόμου δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακυρότητα μιας συμφωνίας. Τα μέρη τεκμαίρεται ότι γνωρίζουν το νόμο. Στην προκείμενη περίπτωση, οι διάδικοι τις πρόνοιες του Νόμου 139/
- Πρόσφατα, το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πολιτική Έφεση Αρ. 55/10, Χλόης Κωνσταντίνου ν Αθηνάς Απλα, ημερομηνίας 03/04/2015, υιοθετώντας το σκεπτικό της απόφασης του στην υπόθεση Χριστοδούλου ν Vraets
(2009)1 A.A.Δ. 802, ανέφερε ως προς το ζήτημα της παρανομίας (σε σχέση μία άλλη άποψη της), τα ακόλουθα: «Το λατινικό αξίωμα ex turpi causa non oritur actio (from a disreputable cause an action does not arise ή, ελληνικά, από παράνομη ή ανήθικη συμπεριφορά δεν απορρέει αγωγή) εξετάστηκε σε βάθος στην Χριστοδούλου ν. Vraets
(2009)1 A.A.Δ. 802, η οποία αφορούσε αξίωση του εφεσίβλητου-ενάγοντα για 3 περίπου εκατομμύρια δολάρια Αμερικής για παράβαση συμφωνίας και διαζευκτικά ως αποζημιώσεις για συνωμοσία προς καταδολίευση του από τους εφεσείοντα-εναγόμενο 1 μετά του εναγομένου
- Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την πρώτη βάση αγωγής που αφορούσε παράβαση συμφωνίας, κρίνοντας ότι η εμπορική πράξη στην οποία συμμετείχε ο εφεσίβλητος ήταν παράνομη. Τον δικαίωσε όμως στη διαζευκτική βάση του αστικού αδικήματος της συνωμοσίας για καταδολίευση βάσει του άρθρου 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.
- Το Εφετείο όμως δικαίωσε τον εφεσείοντα κρίνοντας ότι επρόκειτο για περίπτωση εφαρμογής του αξιώματος ex turpi εφόσον όταν μια δραστηριότητα κρίνεται παράνομη, δεν μπορεί να θεμελιωθεί θεραπεία διαχωρίζοντας πλασματικά βάσεις αγωγής που προέρχονται από τα ίδια γεγονότα που μιαίνονται από παρανομία. Προχώρησε δε το Εφετείο να επισημάνει ότι παρόλο που αρχικά το δόγμα ex turpi causa σχετιζόταν με το δίκαιο των συμβάσεων και όχι με το δίκαιο των αστικών αδικημάτων - όπως είναι και η αμέλεια, άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 - εντούτοις αυτό επεκτάθηκε σε όλο το φάσμα του δικαίου. Παραθέτουμε συναφώς αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα της απόφασης: «Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα Street on Torts 11η έκδ. σελ. 106-109, παρόλο που η αρχική εφαρμογή του δόγματος του ex turpi causa σχετιζόταν με το δίκαιο των συμβάσεων και όχι το δίκαιο των αστικών αδικημάτων, κανένα Δικαστήριο δεν θα εφαρμόσει μια συμφωνία που προέρχεται από παράνομη συναλλαγή, αυτό δε επεκτείνεται σ' όλο το φάσμα του δικαίου. Όπως, επί λέξει, αναφέρεται: «.... if the claimant must rely on an illegal contract to succeed in tort, his action in tort must also fail. So, in Taylor v. Chester the claimant deposited a £50 note with the defendant as security for his agreement to pay her for the 'rent' of her brothel for an orgy. His claim in detinue for return of the pledge failed because he could only deny the validity of the pledge by showing its illegal and immoral purpose.» Σε μεταγενέστερες αποφάσεις όπως τις Euro-Diam Ltd v. Bathurst [1990] 1 Q.B. 1 και Howard v. Shirlstar Container Transport Ltd [1990] 1 W.L.R. 1292, θεωρήθηκε ότι το δόγμα θα μπορούσε να τυγχάνει μιας πιο ελαστικής αντιμετώπισης κατά την οποία μικρές παρανομίες θα μπορούσαν να μην αποτελούν εμπόδιο στην επιδίωξη θεραπείας, άν κατά τα άλλα δεν θα ήταν αντίθετες με το περί δικαίου κοινό αίσθημα («public conscience»). Η προσπάθεια αυτή όμως αποδοκιμάστηκε στην απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στη Tinsley v. Milligan [1994] 1 A.C. 340, με αναφορά στη διαχρονική νομολογία, αρχής γενομένης από την Holman v. Johnson (πιο πάνω). Η απόφαση αυτή αφορούσε το δίκαιο των συμβάσεων, αλλά τυγχάνει εφαρμογής κατ' αναλογίαν και στις θεραπείες που στηρίζονται στο δίκαιο των αστικών αδικημάτων ή τουλάχιστον έχει θέσει υπό σοβαρή αμφισβήτηση ανάλογη θεραπεία ή ανάλογη προσέγγιση και στον τομέα των αστικών αδικημάτων. Έτσι, τόσο στην προγενέστερη απόφαση Pitts v. Hunt [1991] 1 Q.B. 24, όσο και στη μεταγενέστερη Clunis v. Camden and Islington Health Authority [1998] 3 All E.R. 180, η νομική αντιμετώπιση τέτοιων ζητημάτων στα αστικά αδικήματα εδράστηκε περισσότερο στην απαγόρευση απόδοσης θεραπείας λόγω της άμεσης συμμετοχής του ενάγοντος σε εγκληματική ενέργεια, παρά λόγω θεμάτων που άπτονται της δημόσιας πολιτικής ή του δημοσίου κοινού αισθήματος, έννοιες ακαθόριστες και μη επιδεχόμενες ακριβούς ερμηνείας. Όπως αναφέρεται στη σελ. 107 του πιο πάνω συγγράμματος, εξηγώντας τις πιο πάνω αποφάσεις: «For their Lordships, ex turpi was not a 'wholly discretionary' defence. If a claim in tort arises from participation in criminal conduct, no cause of action will lie against the claimant's fellow miscreants. And, similarly, when the harm complained of derives entirely from his own conviction for a criminal offence, any claim must also fail.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Στην υπόθεση G. M. Platritis and Co a. o. v Computer Patent Annuities a. o.
(1988)1 C.L.R. 135 είχε εξεταστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, κατά πόσο συμφωνία στην οποία είχαν προσέλθει οι διάδικοι για παροχή υπηρεσιών εγγραφής και διαχείρισης εμπορικών σημάτων, κατά παράβαση ή αψηφώντας τις πρόνοιες του Άρθρου 2
(1)του Περί Δικηγόρων Νόμου, ήταν νομικά εκτελεστή, δηλαδή, σύμφωνη με τις πρόνοιες του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Αποφασίστηκε, ότι, οποιαδήποτε τέτοια συμφωνία ήταν έκνομη και ως τέτοια, άκυρη, στην βάση των προνοιών του Άρθρου 23 του Κεφ. 149[xiv]. Το σκεπτικό που οδήγησε στην κατάληξη αυτή του Εφετείου, εμπεριέχεται στην ακόλουθη, από την απόφαση αυτή, περικοπή: «Section 23(a) of the Contract Law lays down that an agreement forbidden by law is unlawful. Furthermore, "every agreement of which the object of consideration is unlawful, is void". Section 23 originates from and is modelled upon the provisions of s.23 of the Indian Contract Act. It is broader in ambit than the prohibition of illegal agreements under English law. In contrast to English law, illegality is not solely associated with tainted consideration but also extends to the objectives of an agreement; though the notions of consideration and objects of an agreement overlap in many respects. The subject is discussed in detail by Pollock& Mulla; 10th ed., p.227 et seq. Whenever the consideration for agreement or its objects are prohibited by law the agreement is illegal and as such void. Knowledge of the law is not a condition precedent to the voidance of an agreement. The parties are presumed to know the law. Where the object of legislation in enacting a penal or prohibitory enactment is the protection of the persons dealing with those on whom the prohibition is imposed, the agreement will, as a rule, be declared to be void. As explained by the learned authors of Pollock & Mulla in this area there is little difference between the principles of Indian and English law. The following passage puts the matter in perspective: "When conditions are prescribed by statute for the conduct of any particular business or profession, and such conditions are not observed, agreements made in the course of such business or profession are void if it appears by the context that the object of the Legislature in imposing the condition was the maintenance of public order or safety or the protection of the persons dealing with those on whom the condition is imposed; (but they) are valid if no specific penalty is attached to the specific transaction, and if it appears that the condition was imposed for merely administrative purposes, e.g. the convenient collection of the revenue." Breach of the prohibitions imposed by the Money Lenders Act, was held to have a similar effect on the validity of an agreement because the prohibition was not intended merely to provide a procedure for supervising or regulating money lending but embraced the protection of borrowers who contracted such loans. One of the objects of s.
(1)of the Advocates Law is undoubtedly the protection of the public in the transaction of its legal affairs through a representative. Penal sanctions associated with breach of the law served to emphasize the importance attached to the restriction by the legislature. Any agreement made in breach or defiance to the provisions of s.2
(1)can properly be classified as an agreement forbidden by law. The agreement here under review, assuming an agreement had been formed, was plainly an agreement of a kind forbidden by the Advocates Law, Cap. 2 and, as such; void under the provisions of s.23 of the Contract Law - Cap.
- it could not, therefore, provide a foundation for the action of the appellants.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Από τα προαναφερόμενα, προκύπτει ξεκάθαρα, ότι, από την στιγμή που η κοινή δράση των διαδίκων σε αυτή την υπόθεση κρίνεται ως παράνομη, δεν μπορεί να θεμελιωθεί θεραπεία προς όφελος, είτε του Ενάγοντα, είτε του Εναγομένου, στην βάση, είτε του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης, είτε της παράβασης σύμβασης. Στην βάση του σκεπτικού της υπόθεσης Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Χίνη
(2008)1 A.A.Δ. 818, ο Εναγόμενος, δεν μπορεί να επικαλείται τις αρχές περί αποκατάστασης, ή και άδικου πλουτισμού.
- Συναφώς, καταλήγω ότι, η προαναφερόμενη συμφωνία των διαδίκων ημερομηνίας 22/09/1997, δεν είναι, εν πάση περιπτώσει, αστικώς εκτελεστή και για σκοπούς δημόσιας τάξης και πολιτικής. Στο κοινόδίκαιο, έχει καθιερωθεί ότι, δεν αποτελεί ποινικό αδίκημα για οποιοδήποτε πρόσωπο, είτε αυτό δρα σε συνέργεια με άλλα πρόσωπα, είτε όχι, να προβεί σε πράξεις που δεν απαγορεύονται από νόμο ή το κοινόδίκαιο, και οι οποίες δεν περιλαμβάνουν ανεντιμότητα ή απάτη ή εξαπάτηση, ακόμη και όταν ένας σκοπός που ο νομοθέτης έλπιζε να επιτύχει με κάποιο σχετικό νομοθέτημα, μπορεί να εξουδετερώνεται. Στην περίπτωση όμως συμφωνιών που έχουν αυτό το αποτέλεσμα, το θέμα αντικρίζεται διαφορετικά και υπάρχει η άποψη, την οποία υιοθετώ πλήρως, ότι αυτές, δεν μπορούν να είναι αστικώς εκτελεστές[12]. Η άλλη άποψη που επικρατεί είναι ότι, εκτός και εάν το υπό συζήτηση νομοθέτημα, έχει ήδη τύχει αναγνώρισης από τα Δικαστήρια ότι προστατεύεται από ήδη υπάρχουσες κατηγορίες δημόσιας πολιτικής, ή εκτός και εάν τα μέσα που έχουν χρησιμοποιηθεί από τα μέρη είναι παράνομα ή ανέντιμα, η συμφωνία είναι πλήρως εκτελεστή.
- Το τι έννοια προσλαμβάνει ο όρος «δημόσια τάξη» και ποια η εμβέλεια της στην κυπριακή έννομη τάξη, εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Κένυας ν Bank Fur Arbeit Uno Wirtschaft AG
(1999)1Α Α.Α.Δ 585[13], στα πλαίσια εξέτασης αίτησης που υποβλήθηκε εκ μέρους της Δημοκρατίας της Κένυας για ακύρωση και/ή αναστολή της διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε εναντίον της στα πλαίσια διεθνούς εμπορικής διαιτησίας, που υποβλήθηκε δυνάμει του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του 1987, Νόμος 101/
- Στην υπόθεση εκείνη, ετέθη ζήτημα κατά πόσο, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 6 του Νόμου 101/87, η διαιτητική απόφαση προσέκρουε σε διατάξεις δημόσιας τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας[14]. Και τούτο, σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του Άρθρου 6 του Νόμου 101/87 που ορίζει ότι προσφυγή στο δικαστήριο κατά διεθνούς διαιτητικής απόφασης, χωρεί μόνο στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος αυτός. Ο όρος λοιπόν «δημόσια τάξη», σύμφωνα με την απόφαση αυτή, περιλαμβάνει τις θεμελιακές αξίες που μια κοινωνία, σε δεδομένη χρονική περίοδο, αναγνωρίζει ότι διέπουν τις συναλλαγές και τις άλλες εκφάνσεις της ζωής των μελών της, με τις οποίες είναι διαποτισμένη η καθιερωμένη έννομη τάξη[xv].
- Ο σκοπός του Νόμου 139/1991, όπως προδιαγράφεται από το προοίμιο του και το Άρθρο 1, και έχει κατά επανάληψη αναφερθεί και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι η διαχείριση των Τουρκοκυπριακών περιουσιών που εγκαταλείφθηκαν από τους Τουρκοκύπριους ιδιοκτήτες τους συνεπεία της Τουρκικής Εισβολής και διά της βίας μετακίνησης του πληθυσμού. Το Άρθρο 3 του Νόμου 139/1991 έχει ως εξής: «Ο Υπουργός διορίζεται με τον παρόντα Νόμο Κηδεμόνας των Τουρκοκυπριακών περιουσιών και τις διαχειρίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και ασκεί τις αρμοδιότητες που του χορηγούνται με τον παρόντα Νόμο διαρκούσης της έκρυθμης κατάστασης και μέχρις ότου επιτευχθεί τελική διευθέτηση του θέματος αυτού: .».
- Ο Νόμος, κατά συνέπεια, σκοπεί στην προστασία των Τουρκοκυπριακών περιουσιών και την προσωρινή διαχείριση τους, διαρκούσης της έκρυθμης κατάστασης που δημιουργήθηκε από την Τουρκική Εισβολή και μέχρι την τελική διευθέτηση του θέματος. Αποτελεί, ως εκ τούτου, ο προαναφερόμενος σκοπός, μέρος της δημόσιας πολιτικής αυτού του τόπου και συνεπώς, η όποια συμφωνία επιχειρεί να τον παρακάμψει ή και εξουδετερώσει τις πρόνοιες του, κατά τρόπον ώστε να εκφεύγει του ελέγχου του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών, ο άμεσος έλεγχος, η προστασία και η διαχείριση των Τουρκοκυπριακών περιουσιών, αντίκειται αυτής της δημόσιας πολιτικής και για σκοπούς δημόσιας τάξης δεν είναι σε καμία περίπτωση αστικά εκτελεστή.
- Εδώ, αξίζει να σημειωθεί, ότι, η θέση του Ενάγοντα ότι, αυτός πώλησε μόνο την Αποθήκη στον Εναγόμενο και όχι την γη που αυτή καταλαμβάνει του Τεμαχίου, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, καθότι, ως έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Καίσαρας Πιριπίτσης κ. α. ν Δήμου Λευκωσίας
(1997)1 Α.Α.Δ. 385: «Η ιδιοκτησία ακινήτου είναι συνυφασμένη με την ιδιοκτησία της γης, η οποία περιλαμβάνει και κάθε οικοδομή ή αντικείμενο στερεωμένο σ' αυτή. Ο ιδιοκτήτης της γης είναι ο εγγεγραμμένος ή ο δικαιούμενος να εγγραφεί στα βιβλία του Κτηματολογίου ως ιδιοκτήτης - (βλ. Άρθρο
(2)του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου, ΚΕΦ. 224). Η έννοια της ιδιοκτησίας, για τους σκοπούς της στοιχειοθέτησης του αστικού αδικήματος της επέμβασης σε ακίνητο, ταυτίζεται με την προβλεπόμενη από το ΚΕΦ. 224 έννοια της ιδιοκτησίας - (βλ. Άρθρο
(2)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, ΚΕΦ. 148). Η ιδιοκτησία της γης αποτελεί το θεμέλιο της ακίνητης ιδιοκτησίας. Το περίπτερο, και στερεωμένο να ήταν στη γη, που δε φαίνεται να ήταν η περίπτωση, δε θα μπορούσε να διαχωριστεί από τη γη στην οποία ήταν τοποθετημένο και να αποτελέσει, αφ' εαυτού, αντικείμενο ακίνητης ιδιοκτησίας, όπως φαίνεται να έχει, εσφαλμένα, αποδεχθεί το πρωτόδικο Δικαστήριο.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 46. Στην προκείμενη περίπτωση, προκύπτει, βάσει του σκεπτικού της υπόθεσης Καίσαρας Πιριπίτσης κ. α. ανωτέρω, ότι, η Αποθήκη, δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να διαχωριστεί από το Τεμάχιο στο οποίο έχει ανεγερθεί, ώστε να μπορούσε να αποτελέσει ξεχωριστό αντικείμενο ακίνητης ιδιοκτησίας (δηλαδή, ξεχωριστό από το Τεμάχιο) και αντικείμενο της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας ημερομηνίας 22/09/1997, χωρίς να παρακάμπτονται οι πρόνοιες του Νόμου 139/1991 και δη, η ρητή απαγόρευση του Άρθρου 15
(1)(γ) του Νόμου 139/1991, που καθιστά την από μέρους του Εναγομένου απόκτηση της κατοχής της, - ήτοι, κατά τρόπο διαφορετικό από ότι προβλέπεται στον εν λόγο νόμο -, ποινικό αδίκημα. Επίσης σημαντικό, σε σχέση με το ζήτημα αυτό, γεγονός, είναι ότι, ο Ενάγοντας, ως αδειούχος, δεν είχε ιδιοκτησιακά δικαιώματα σε ότι αφορούσε το Τεμάχιο[xvi], ώστε να ήταν σε θέση να πωλήσει την Αποθήκη, ή ακόμη και τον «αέρα» του Τεμαχίου, ως τον αποκάλεσε ο συνήγορος του. Ο οποίος, «αέρας», - προφανώς, αν αντιλήφθηκα καλά την εισήγηση του συνηγόρου -, αναφερόταν στο συντελεστή δόμησης του Τεμαχίου. Με βάση και πάλι το σκεπτικό της Καίσαρας Πιριπίτσης κ. α. ανωτέρω, καθώς επίσης και του γεγονότος ότι, ο συντελεστής δόμησης ενός ακινήτου, αποτελεί προνόμιο που θεωρείται ότι του ανήκει (δέστε σχετικά τις πρόνοιες του Άρθρου 2 του Κεφ. 224 και την ερμηνεία που δίδεται στον όρο «ακίνητη ιδιοκτησία», υπό το στοιχείο (ε)), η εισήγηση αυτή και από αυτή την άποψη, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Σίγουρα, εδώ, πρέπει να αναφερθεί ότι δεν είναι τέτοια η περίπτωση, αφού στο Τεμάχιο έχει ανεγερθεί η Αποθήκη, η οποία ήταν και το αντικείμενο της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. [Θ]. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
- Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί, τόσο η Αγωγή του Ενάγοντα, όσο και η Ανταπαίτηση του Εναγομένου αποτυγχάνουν και συνεπώς απορρίπτονται.
- Ως προς τα έξοδα της διαδικασίας, εν όψει της προαναφερόμενης κατάληξης μου και το σκεπτικό πίσω από αυτήν, αποφασίζω κάθε διάδικος να επωμισθεί τα δικά του έξοδα. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Νέος αριθμός τεμαχίου 490, Φ./Σχ. L/8.3.
- [2] - πολεοδομική και οικοδομική - [3] (420 δόσεις των £50) [4] Δέστε σχετικά την 2η παράγραφο της 2ης σελίδα του Τεκμηρίου. Εκεί αναφέρει, μεταξύ άλλων: «. Σαν εταιρεία και σαν άτομο δεν αρνούμαι να πληρώνω ενοίκιο για την διαχείριση του τεμαχίου αυτού και να ακολουθήσω ότι προνοεί η νομοθεσία .» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). [5] (Άρθρο 43 του Κεφ. 148) [6] Ως νομικός όρος, γενικά. [7] Δέστε σχετικά την υπόθεση Κωστάκης Καρεσίου ν Χρυστάλλας Καραπίττα κ. α.
(2002)1 Α.Α.Δ.
- [8] Σε αντιδιαστολή της νομικής κατοχής. [9] Ως εκτοπισμένος, σύμφωνα με την μαρτυρία που ετέθη υπόψη μου. [10] Δέστε σχετικά το Άρθρο 6(β), το οποίο προνοεί: «Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του άρθρου 5, ο Κηδεμόνας έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες, τις οποίες ασκεί με τη βοήθεια δημόσιων υπαλλήλων: . (β) Εγείρει ή υπερασπίζεται οποιαδήποτε αγωγή ή παραπομπή ή λαμβάνει μέρος σε οποιαδήποτε διαδικασία που αφορά Τουρκοκυπριακή περιουσία ή προβαίνει σε συμβιβασμό σε αγωγή ή παραπομπή ή οποιαδήποτε άλλη διαδικασία, η οποία θα ήταν επωφελής για την περιουσία αυτή ή τον ιδιοκτήτη» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). [11] «. Μετά από 15 χρόνια κατοχής και χρήσης, η οποία αν και δεν έγινε με τις σωστές διαδικασίες που προνοεί το κράτος, εντούτοις δεν χαρακτηρίζεται ως παράνομη, δε θεωρώ ηθικά ορθό την απόρριψη του αιτήματος μας χωρίς σχετική διερεύνηση του θέματος». [12] Δέστε σχετικά το σύγγραμμα Chitty on Contracts, Τόμος 1, στην σελίδα 1100, τα αναφερόμενα της παραγράφου 16-
- [13] Τα αναφερόμενα στην υπόθεση αυτή σχετικά με την έννοια που προσλαμβάνει ο όρος «δημόσια τάξη» και ποια η εμβέλεια της, υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο και στην υπόθεση Beogradska Banka D.D. v Westcare Investments Inc.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1217. [14] Βάσει των προνοιών του Άρθρου 34
(2)(β)(ii) του Νόμου 101/87 . [i] Δέστε, μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Παπακόκκινου κ.α. ν Σμιρλή κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, C + A Pelecanos Associates Ltd v Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273 και Χ. Γεωργίου ν Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174). [ii] Δέστε την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056. [iii] Σε ελεύθερη μετάφραση: «πρέπει να υπάρχει εμφανής πρόθεση, όχι μόνο αποκλεισμού του κόσμου γενικά από το να παρεμβαίνει με το υπό εξέταση πράγμα, αλλά αποκλεισμός, σε σχέση με αυτό, για ίδιο όφελος και στο όνομα κάποιου». [iv] Δέστε σχετικά, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Παναγιώτη Κίτση ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για λογαριασμό του Υπουργού Εσωτερικών ως κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077 και Υπουργός Εσωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας ως Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών v Θεοδόση Μυλωνά
(2002)1 Α.Α.Δ. 120. Σε ότι αφορά το ζήτημα της δικαιοπρακτικής ικανότητας προσώπου που βρίσκεται σε πραγματική κατοχή, να εγείρει αγωγή βασιζόμενο στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Adamou v Christofi
(1974)1 C.L.R. 100 - το σκεπτικό της οποίας υιοθετήθηκε και σε μεταγενέστερες αποφάσεις του, όπως π. χ. στην Ismini Liasidou a. a. v Kyriacos N. Papademetriou as proxy agent of Christakis E. Ioannou
(1975)1 C.L.R. 122 και Γεώργιος Λάμπρου κ. α. ν Ελένης Κεφάλα
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1516 - ανέφερε τα εξής: «There is no doubt that the plaintiff was in possession of the land in question and has planted the olive trees himself, and clearly in our view the defendant had no right at all to collect the olives and was all along a mere trespasser. It has been said in a number of cases that trespass to land consists in any unjustifiable intrusion by one person upon land in the possession of another. Trespass, therefore, is actionable at the suit of the person in possession of land, in spite of the fact that he is neither the owner nor does he derive title from the owner. Once, therefore, the plaintiff was in occupation or physical control of the land in question and because he has planted those trees, he is holding the land as a de facto possessor and it is too late for the defendant—who never had any title to the land—or indeed she never genuinely believed the land to be hers, to allege that the plaintiff had no right of action against her because the Government is the owner of that land. In our view, the slightest amount of possession would be sufficient to enable the plaintiff to bring an action against the defendant. In Bristow v. Cormican, [1878] 3 App. Cas. 641, Lord Hatherley said at p. 657:— "There can be no doubt whatever that some possession is sufficient, against a person invading that possession without himself having any title whatsoever, as a mere stranger, that is to say, it is sufficient as against a wrongdoer. The slightest amount of possession would be sufficient to entitle the person who is so in possession or claims under those who have been or are in such possession, to recover as against a mere trespasser." See also Wuta-Ofei v. Danquah [1961] l W.L.R. 1238, where the dictum of Lord Hatherley in Bristow v. Cormican (supra) was followed and applied. There is no doubt that a de facto possession gives a right to retain the possession and undisputed enjoyment as against all wrong-doers, except the lawful owner, because he who has such a possession may, just as may the lawful owner, use a reasonable degree of force in the defence of the land which he possesses. He may sue in trespass anyone who disturbs his possession, and in such an action it is no answer for the defendant to show that such title and right to possession is in another person. In our view, jus tertii is no defence to the action, unless the defendant can show when trespassing that he acted under the authority of the true owner or of some person having such a right. Therefore, we find ourselves unable to follow the argument of counsel on behalf of the appellant, because in our opinion, the principle of jus tertii applies equally to a case of land and not only to torts as contended by counsel. We would reiterate that in a case of trespass the defendant has to plead and prove that he had a right to possession of the land at the time of the alleged trespass, or that he acted under the authority of some person having such right. That this is so finds also ample justification in our Civil Wrongs Law Cap. 148, and s. 43 is in these terms:— . It appears that the protection which the law gives to bear possession seems to be nothing more than an extension of the protection that it accords to the person. Possession, as we said earlier in this judgment, implies to some extent personal presence, and the inviolability of the person extends to those sorts of disturbances by which the person might at some time be interfered with. In other words, the explanation of the protection of possession is to be found in the paramount necessity of preventing breaches of the peace.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Σχετική, εν προκειμένω, είναι και απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση David Charles Orams κ. α. ν Μελέτη Αποστολίδη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1402. Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρονται και τα ακόλουθα: «Άλλο ζήτημα με το οποίο θεωρούμε σκόπιμο να ασχοληθούμε είναι εκείνο της κατοχής της προαναφερόμενης περιουσίας από τον εφεσίβλητο. Η αγωγή του εφεσίβλητου εναντίον των εφεσειόντων ήταν για παράνομη επέμβαση και η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι, ουσιαστικά, αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακινήτου. Ο ιδιοκτήτης που δεν έχει κατοχή δεν μπορεί να ενάγει σε σχέση με παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του, με εξαίρεση την περίπτωση όπου υπάρχει πρόκληση ζημιάς στην περιουσία ή όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα (Δέστε: Λάμπρου κ.ά. ν. Κεφάλα κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1516). Στην προκείμενη περίπτωση είναι προφανές ότι η επέμβαση των εφεσειόντων στην περιουσία του εφεσιβλήτου έχει μόνιμο χαρακτήρα και επομένως, κατ' εξαίρεση, ο εφεσίβλητος έχει καλό αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εφεσειόντων παρά το ότι δεν έχει κατοχή της περιουσίας του (ένεκα της συνεχιζόμενης παράνομης Τουρκικής κατοχής και της, κατά συνέπεια, παρεμπόδισής του να το πράξει).». [v] Δέστε σχετικά, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση, Margarita Ikosi v Andreas Karayiannis and Others
(1971)1 C.L.R. 189. [vi] Δέστε σχετικά τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Κωστάκη Καρεσίου ν Χρυστάλλας Καραπίττα κ. α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 338 και Αγγελίδης και Φιλίππου Λτδ ν Σπύρος Κολοκασίδης Εστέϊτς Λτδ
(1991)1 Α.Α.Δ. 327. [vii] Δέστε σχετικά, τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα των Clerk & Lindsell on Torts, 20η έκδοση, στην σελίδα 1233, παράγραφο 19-21 και στην σελίδα 1250, παράγραφο 19-55 και τις αγγλικές υποθέσεις Manchester Airport Plc v Dutton
(2000)Q.B. 133 και National Provincial Bank v Ainsworth
(1965)A.C. 1175 στις οποίες οι προαναφερόμενοι συγγραφείς εκεί παραπέμπουν. Σχετική εν προκειμένω είναι και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Royal Ris Ltd v Δήμος Λάρνακας
(2005)1Β Α.Α.Δ 1149. Ως προς το ζήτημα της αποκλειστικής κατοχής από αδειούχο, σχετική είναι και η αγγλική υπόθεση Hill v Tupper
(1863)2 H & C 121. [viii] Πρόσφατα, στην Πολιτική Έφεση Αρ. 104/2008, Απολλώνιο Ιδιωτικό Νοσοκομείο Λτδ. ν C & S American Heart Institute Ltd κ. α., ημερομηνίας 28/02/2011,
(2011)1 Α.Α.Δ. 379, ο έντιμος Π. Α. Δ. Ναθαναήλ, που έδωσε την ομόφωνη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε αυτή, ανέλυσε την νομική πτυχή του ζητήματος των αδειών χρήσης, ως εξής: «Η παραδοσιακή έννοια της άδειας χρήσης παραπέμπει ακριβώς σε άδεια ή ανοχή ώστε να νομιμοποιείται εκείνο που άλλως πως θα θεωρείτο ως παράνομη επέμβαση στη γη. (Winter Garden Theatre (London) Ltd ν. Millennium Productions Ltd
(1946)1 All E.R. 678, σελ. 680). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Hanbury and Martin: Modern Equity 16η έκδ.
(2001), η παροχή άδειας δυνατόν να αναδύεται μέσα από μια πληθώρα διαφορετικών καταστάσεων. Στο κοινοδίκαιο οι βασικές κατηγορίες της άδειας χρήσης ήταν και εξακολουθούν να είναι, η απλή ή κατά χάριν άδεια («bare or gratuitous licence»), η άδεια χρήσης που συνοδεύεται από παροχή δικαιώματος («licence coupled with a grant (or an interest») και η συμβατική άδεια («contractual licence»). Στην πορεία του χρόνου έχει αναπτυχθεί και τέταρτη κατηγορία αυτή του «licence by estoppel», που θεωρείται ως ένα νέο δικαίωμα in alieno solo, της άδειας χρήσης θεωρούμενης δηλαδή όχι ως εναλλακτικής λύσης ή υποκατάστατο της ενοικίασης, αλλά ως αυτόνομο δικαίωμα. (Cedric D. Bell: Land: The Law of Real Property 3η έκδ. σελ. 213 και Pascoe v. Turner
(1979)2 All E.R. 945). Η πρώτη κατηγορία της απλής άδειας αφορά περιπτώσεις όπου ο ιδιοκτήτης της γης επιτρέπει απλώς την πρόσβαση στην ιδιοκτησία του χωρίς να παρέχεται οποιοδήποτε συμβατικό ή ιδιοκτησιακό δικαίωμα και μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε. Η δεύτερη κατηγορία αφορά τη δυνατότητα παραχώρησης άδειας χρήσης με ταυτόχρονη παροχή κάποιου περιορισμένου δικαιώματος επί της γης, όπως, για παράδειγμα, άδεια εισόδου σε γη με σκοπό την αγορά ξυλείας. Η άδεια εισόδου στη γη υπό τις περιστάσεις αυτές δεν μπορεί να ανακληθεί. ... Η τρίτη κατηγορία, αυτή της συμβατικής άδειας, έχει δημιουργήσει και τα περισσότερα προβλήματα, σε σχέση, ιδιαιτέρως, με τα δικαιώματα του αδειούχου. Κατά το κοινοδίκαιο, η άδεια που δίδει ο ιδιοκτήτης στον αδειούχο να εισέλθει στη γη του για ορισμένο σκοπό ή για ορισμένη περίοδο χρόνου μπορούσε, έστω κατά παράβαση της συμφωνίας, να ανακληθεί από τον ιδιοκτήτη με αποτέλεσμα ο αδειούχος να θεωρείται επεμβασίας με συνακόλουθη την εκδίωξη του. Το δίκαιο της επιείκειας όμως εφηύρε τρόπους προς προστασία του αδειούχου. Σ΄ αυτή την προσπάθεια κατέστη δυνατή η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος ώστε ο ιδιοκτήτης να μην μπορεί να παραβιάσει τη συμβατική άδεια χρήσης. Αναγνωρίστηκε ακόμη και η δυνατότητα ειδικής εκτέλεσης («specific performance»), μιας συμβατικής άδειας (Verrall v. Great Yarmouth Borough Council
(1981)Q.B. 202). Στην υπόθεση Hounslow London Borough Council v. Twickenham Garden Developments Ltd
(1971)Ch 233, λέχθηκε ότι είναι δύσκολο να θεωρηθεί ως επεμβασίας ο κάτοχος γης με συμβατική άδεια χρήσης, διότι δεν είναι δυνατό να διαχωριστεί η σύμβαση από την άδεια ώστε να αποκηρύσσονται χωριστά.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [ix] Δέστε σχετικά τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Pioneer Candy Ltd v Tryton & Sons
(1981)1 C.L.R. 540, Neophytou v Police
(1981)2 C.L.R. 195 και Ειρήνη Α. Λούτση ν Kemtaxi Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 704. [x] Δέστε σχετικά την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Raziye Cemil
(2008)1Β Α.Α.Δ 987. Σχετικές, εν προκειμένω, είναι και οι αποφάσεις του Εφετείου στις υποθέσεις Perihan Mustafa Korkut v Αποστόλου Γεωργίου
(2008)1Β Α.Α.Δ 905, Υπουργός Εσωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας ως Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών v Θεοδόση Μυλωνά
(2002)1 Α.Α.Δ. 120 και Παναγιώτη Κίτση ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για λογαριασμό του Υπουργού Εσωτερικών ως κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077. [xi] Σχετική εν προκειμένω, κατ' αναλογίαν, είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων
(1992)1 Α.Α.Δ. 882, Καίσαρας Πιριπίτσης κ. α. ν Δήμου Λευκωσίας
(1997)1 Α.Α.Δ. 385, Κωστάκη Καρεσίου ν Χρυστάλλας Καραπίττα κ. α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 338 και Royal Ris Ltd v Δήμος Λάρνακας
(2005)1Β Α.Α.Δ
- Παραπέμπω επίσης και στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Shell-mex and B.P. Ltd ν Manchester Garages Ltd [1971] 1 W.L.R.
- [xii] Δέστε, κατ' αναλογία, τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση, Χρίστος Σαβεριάδης ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ. α.
(2009)1Β Α.Α.Δ 1532. [xiii] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Καίσαρας Πιριπίτσης κ. α. ν Δήμου Λευκωσίας
(1997)1 Α.Α.Δ. 385. Παραθέτω σχετική, από την απόφαση αυτή, περικοπή: «Εν πάση περιπτώσει, το εύρημα αυτό καθίσταται θεωρητικής σημασίας, ενόψει του άλλου βασικού ευρήματος του Δικαστηρίου - ότι από το 1990 ο κ. Κλεάνθους εγκατέλειψε το περίπτερο. Η μαρτυρία επί του προκειμένου υπήρξε συντριπτική. Μόνο σε ένα συμπέρασμα θα μπορούσε να αχθεί το Δικαστήριο - ότι, αφότου ο κ. Κλεάνθους εργοδοτήθηκε στη Δημόσια Υπηρεσία, εγκατέλειψε την κατοχή και αποκόπηκε από τη διαχείριση του περιπτέρου. Το περίπτερο περιήλθε στην κατοχή των εφεσειόντων, ως αποτέλεσμα άτυπης μορφής ενοικίασης του υποστατικού από τον κ. Κλεάνθους στον εφεσείοντα 5, διευθέτηση η οποία δεν είχε καμιά απήχηση στο νόμο. Σε συμφωνία με το πρωτόδικο Δικαστήριο, κρίνουμε ότι οι εφεσείοντες εστερούντο νομικού ερείσματος εισόδου και κατοχής του ακινήτου κατά τον κρίσιμο για τους σκοπούς της αγωγής χρόνο.». [xiv] Το Άρθρο 23 του Κεφ. 149 προνοεί: «Η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας είναι νόμιμος εκτός αν- (α) είναι απαγορευμένος από νόμο~ ή (β) είναι τέτοιας φύσης ώστε, αν επιτρεπόταν, θα καταστρατηγούσε τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου~ ή (γ) συνιστά απάτη~ ή (δ) επιφέρει ή ενέχει βλάβη στο πρόσωπο ή την περιουσία άλλου~ ή (ε) το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτός αντίκειται στα χρηστά ήθη ή τη δημόσια πολιτική. Σε καθεμιά από τις περιπτώσεις αυτές η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας θεωρείται παράνομος. Κάθε συμφωνία της οποίας ο σκοπός ή αντιπαροχή είναι παράνομος, είναι άκυρη». [xv] Παραθέτω την σχετική περικοπή απο αυτή την υπόθεση, από τις σελίδες 595 έως 597: «Πρέπει να μας απασχολήσει η έννοια του όρου "δημόσια τάξη" και η εμβέλεια της. Τα παρακάτω αποσπάσματα από τον G.H. Treitel 'The Law of Contract", 8η έκδοση
(1991)στις σελ. 424 και 425 διαφωτίζουν όχι μόνο για το νοηματικό περιεχόμενο του δόγματος αυτού και τις παραμέτρους του, αλλά δίνουν και σύγχρονα παραδείγματα σχετικά με την εφαρμογή του: "Public policy is a variable notion, depending on changing manners, morals and economic conditions. In theory, this flexibility of the doctrine of public policy could provide a judge with an excuse for invalidating any contract which he violently disliked ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... .... . . . . . . On the other hand, the law does adapt itself to changes in economic and social conditions, as can be seen particularly from the development of the rules as to contracts in restraint of trade. This point has often been recognised judicially ... ... ... ... ... ... .... . . . . . . . . . . The present attitude of the courts represents a compromise between the flexibility inherent in the notion of public policy and the need for certainty in commercial affairs ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... Και συνεχίζει στη σελ. 425 με παραδείγματα: "But in some cases (particularly "where the subject-matter is "lawyers" law") judicial intervention may still as a last resort be desirable. The courts may occasionally invalidate a contract even though it is of a kind to which the doctrine of public policy has not been applied before. Such novel applications of the doctrine of public policy are illustrated by decisions to the effect that a moneylending contract is illegal if it imposes quasi-servile obligations on the borrower; that a contract by which a trade journal promises not to comment on the affairs of a company is illegal as it may prevent the journal from exposing frauds perpetrated by the company; that an attempt to contract out of certain statutory provisions governing the liquidation of companies is contrary to public policy; and that the same is true of an attempt to deprive an agricultural tenant of security of tenure where he is entitled to it by statute." . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Θα μπορούσαμε να συγκεφαλαιώσουμε λέγοντας ότι ο όρος "δημόσια τάξη" περιλαμβάνει τις θεμελιακές αξίες που μια κοινωνία, σε δεδομένη χρονική περίοδο, αναγνωρίζει ότι διέπουν τις συναλλαγές καθώς και άλλες εκφάνσεις της ζωής των μελών της, με τις οποίες είναι διαποτισμένη η καθιερωμένη έννομη τάξη. Είναι υπό αυτό το πρίσμα που θα κριθεί κατά πόσον υπάρχει στην προκείμενη περίπτωση αντίθεση προς τη δημόσια τάξη της Δημοκρατίας». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [xvi] Δέστε σχετικά τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Κωστάκη Καρεσίου ν Χρυστάλλας Καραπίττα κ. α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 338 και Αγγελίδης και Φιλίππου Λτδ ν Σπύρος Κολοκασίδης Εστέϊτς Λτδ
(1991)1 Α.Α.Δ. 327. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο