← Κύπρος

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΩΣ ΚΗΔΕΜΟΝΑΣ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ, Αίτηση Αρ.: 5/2014, 9/1/2015

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΩΣ ΚΗΔΕΜΟΝΑΣ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ, Αίτηση Αρ.: 5/2014, 9/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Αίτηση Αρ.: 5/2014 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ (ΔΙΑΚΑΤΟΧΗ, ΕΓΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ) ΝΟΜΟ, ΚΕΦ. 224 ΜΕΤΑΞΥ: ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Αιτητής / Εφεσείοντας -και- ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΩΣ ΚΗΔΕΜΟΝΑΣ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ Καθ' ου η Αίτηση / Εφεσίβλητος ------------------- Ημερομηνία: 09/01/2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για τον Αιτητή / Εφεσείοντα: κα Α. Φωκά για Δειλινός & Συνεργάτες Δ. Ε. Π. Ε. Για τον Καθ' ου η Αίτηση / Εφεσίβλητο: κα Ε. Φλωρέντζου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την υπό κρίση Αίτηση του, ο Αιτητής, ζητά από το Δικαστήριο την έκδοση της ακόλουθης απόφασης: «Α. Όπως το Σεβαστό Δικαστήριο ακυρώσει και/ή παραμερίσει την απόφαση (που στο εξής θα αναφέρεται ως η «απόφαση») του Διευθυντή Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ή/και του Διευθυντή Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λάρνακας (που στο εξής θα αναφέρεται ως ο «Διευθυντής») που δόθηκε με ειδοποίηση του ημερομηνίας 08/04/2014 και που παραλήφθηκε από τον Εφεσείων / Αιτητή στις 15/04/2014 αναφορικά με την επίλυση συνοριακής διαφοράς στην υπόθεση με αριθμό φακέλου 4/ΑΧ 1904/ 2005 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας. Β. Δήλωση και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η έκταση γης που αναφέρεται στην «απόφαση» του «Διευθυντή» και δείχνεται με γαλάζιο χρώμα στο επισυναπτόμενο σε αυτή σχέδιο (που στο εξής θα αναφέρεται ως η «διαφιλονικούμενη έκταση γης») δεν αποτελεί μέρος του ακινήτου με Αρ. Εγγραφής: 34525, Αρ. Τεμ.: 218, Φ/Σχ.: 49/13, Δήμος: Πάνω Λεύκαρα, Επαρχία: Λάρνακα (που στο εξής θα αναφέρεται ως «Τεμάχιο 218») αλλά αποτελεί μέρος του ακινήτου με Αρ. Εγγραφής: 40847, Αρ. Τεμ.: 219, Φ/Σχ.: 49/13, Δήμος: Πάνω Λεύκαρα, Επαρχία: Λάρνακα (που στο εξής θα αναφέρεται ως «Τεμάχιο 219») και ανήκει στον Εφεσείων / Αιτητή.» Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Προς υποστήριξη του αιτήματος του, ο Αιτητής, με την υπό κρίση Αίτηση, εγείρει αριθμό λόγων για τους οποίους η Απόφαση του Διευθυντή θα πρέπει να ακυρωθεί ή παραμεριστεί, ή εν πάση περιπτώσει, για τους οποίους το Δικαστήριο θα πρέπει να εκδώσει προς όφελος του απόφαση, ως τα προαναφερόμενα παρακλητικά της Αίτησης. Σ' αυτούς, στρέφομαι στην συνέχεια, κατά την εξέταση της ουσίας του υποβληθέντος αιτήματος. Η Αίτηση, βασίζεται στα Άρθρα 3, 4, 58 και 80 του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, στα Άρθρα 5 και 7 των Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956, στο Άρθρο 2 του Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος του 1991, Νόμος 139/1991, στα Άρθρα 2 και 23 του Συντάγματος, στη Νομολογία και στις ενυπάρχουσες και εγγενείς και/ή συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε και υποστηρίζεται, από την ένορκο δήλωση του ίδιου του Αιτητή, ημερομηνίας 13/05/2014. Στα αναφερόμενα σ' αυτήν γεγονότα, στρέφομαι στην συνέχεια της απόφασης μου αυτής, εκεί και όπου ο σχολιασμός τους κρίνεται απαραίτητος για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Ο Καθ' ου η Αίτηση, καταχώρισε ένσταση στην υπό εξέταση Αίτηση, εγείροντας αριθμό λόγων για τους οποίους αυτή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο. Σ' αυτούς, στρέφομαι στην συνέχεια, κατά την εξέταση της ουσίας του υποβληθέντος αιτήματος. Η Ένσταση, βασίζεται στον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, Άρθρα 50, 58 και 80, στον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) και Νόμων Αρ. 3 του 1960 έως 6(Ι) του 1993, Διαδικαστικό Κανονισμό του 1993, Διαδικαστικό Κασνονισμό του 1956, Κανονισμό 5

(2), στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, κ. 4 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε και υποστηρίζεται, από την ένορκο δήλωση του κ. Μάριου Ταππάκη, που είναι Κτηματολογικός Λειτουργός στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας. Στα αναφερόμενα σ' αυτήν γεγονότα, στρέφομαι στην συνέχεια της απόφασης μου αυτής, εκεί και όπου ο σχολιασμός τους κρίνεται απαραίτητος για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με το Άρθρο 80 του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (∆ιακατοχή, Εγγραφή και Εκτίµηση) Νόµος, Κεφ. 224, κάθε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο κατά οποιασδήποτε διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του ∆ιευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, που διενεργήθηκε, δόθηκε ή λήφθηκε δυνάµει των διατάξεων του Κεφ. 224, δύναται, εντός τριάντα ηµερών από την ηµεροµηνία κοινοποίησης σε αυτόν της διαταγής αυτής, ειδοποίησης ή απόφασης, να υποβάλει έφεση στο ∆ικαστήριο και το ∆ικαστήριο, δύναται, να εκδώσει επί αυτής τέτοιο διάταγµα ως ήθελε είναι δίκαιο. Ως έχει νομολογηθεί, το Δικαστήριο, στα πλαίσια της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας δυνάμει του προαναφερόμενου Άρθρου 80 του Κεφ. 224, εξετάζει κατά πόσο η απόφαση του Διευθυντή είναι νόμιμη και ορθή στην ουσία της. Όταν υπάρχουν όλα τα στοιχεία, το Δικαστήριο μπορεί να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του και να εκδώσει οποιαδήποτε διαταγή κρίνει δίκαιη[i]. Αυτό σημαίνει ότι, η δικαιοδοσία του δικαστηρίου δεν περιορίζεται μόνο στον έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης, αλλά επεκτείνεται και στην ορθότητά της, καθώς και στις ρυθμίσεις των δικαιωμάτων των διαδίκων με γνώμονα το δίκαιο[ii]. Το Δικαστήριο, δεν θα αντικαταστήσει εύκολα την δική του διακριτική ευχέρεια με εκείνη του Διευθυντή. Θα υιοθετήσει τέτοια πορεία, μόνο εφόσον υπάρχουν ισχυροί λόγοι οι οποίοι αποδεικνύονται με αποδεκτή μαρτυρία και οι οποίοι συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση[iii]. Λόγοι ακύρωσης που λαμβάνονται υπόψη από το Ανώτατο Δικαστήριο για ακύρωση μιας διοικητικής πράξης, όπως για παράδειγμα παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, έλλειψη δέουσας έρευνας, έλλειψη αιτιολογίας, πλάνη περί το νόμο ή τα πράγματα, τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής και σε υποθέσεις που αφορούν τον έλεγχο αποφάσεων του Διευθυντή[iv]. Το βάρος απόδειξης του παράνομου ή εσφαλμένου ή αναιτιολόγητου[v] της απόφασης του Διευθυντή φέρει ο αιτητής / εφεσείοντας[vi]. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Κατ' αρχήν, το τι παρατηρείται και πρέπει να σημειωθεί εισαγωγικά σ' αυτό το μέρος της απόφασης μου, είναι ότι ο Αιτητής, δεν αμφισβητεί καθ' οιονδήποτε ουσιαστικό και θετικό τρόπο και δη με πραγματογνωμοσύνη[vii] την ορθότητα της χωρομετρικής εργασίας, στα πλαίσια της οποίας λήφθηκε η Απόφαση του Διευθυντή, με την οποία η συνοριακή διαφορά επιλύθηκε προς όφελος του Τεμαχίου 218 και ως εκ τούτου, ως προς το ζήτημα αυτό, δεν παρέχεται περιθώριο εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 80 Κεφ. 224[viii]. Ως εκ τούτου, αποδέχομαι, ως προς αυτή την πτυχή της υπόθεσης, την μαρτυρία που προσφέρθηκε από πλευράς καθ' ου η αίτηση / εφεσίβλητου προς υποστήριξη της ένστασης του και προβαίνω βάσει αυτής στα ανάλογα ευρήματα. Η θέση του Αιτητή ότι η Απόφαση του Διευθυντή πρέπει να παραμεριστεί, επειδή το ακίνητο δεν ανήκει σε τουρκοκύπριο εν τοι εννοία του Άρθρου 2 του Συντάγματος και της σχετικής επί του προκείμενου Νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επίσης εκφεύγει του αναθεωρητικού ελέγχου του Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 80 του Κεφ. 224, από την στιγμή που ο Διευθυντής, δεν ήταν το αρμόδιο πρόσωπο να επιλύσει το ζήτημα αυτό, εξ ου και η απόφαση του δεν πραγματεύεται το εν λόγω ζήτημα. Ας σημειωθεί περαιτέρω εδώ, ότι το ζήτημα αυτό, δεν είχε καν εγερθεί κατά την διενέργεια της εξέτασης του σχετικού αιτήματος στον Διευθυντή. Ως εκ τούτου, στην απουσία απόφασης του Διευθυντή επί του ζητήματος, και επ' αυτού του ζητήματος δεν παρέχεται περιθώριο εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 80 Κεφ.
  1. Όπως και στις περιπτώσεις όπου ο Διευθυντής, είναι αναρμόδιος να επιλύσει περιουσιακές διαφορές που αφορούν ακίνητη ιδιοκτησία, κατ' αναλογία είναι αναρμόδιος να αποφασίσει το κατά πόσο το πρόσωπο που υπέβαλε την αίτηση για την επίλυση της συνοριακής διαφοράς, είχε δικαίωμα να το πράξει, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του Άρθρου 2 του Συντάγματος και του Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος του 1991, Νόμος 139/1991[ix]. Αν υπό τις περιστάσεις, τα δικαιώματα του Αιτητή, επηρεάστηκαν ή επηρεάζονται, από τις περιστάσεις διαχείρισης, κατοχής ή/και ελέγχου ή/και χρήσης του Τεμαχίου 218, είναι ζήτημα που μπορούσε ή μπορεί να επιλυθεί από το αρμόδιο προς τούτο Δικαστήριο και όχι από τον Διευθυντή ή/και από το Δικαστήριο στα πλαίσια της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας δυνάμει του Άρθρου 80 του Κεφ.
  2. Ο Διευθυντής είχε ενώπιον του μία αίτηση για επίλυση συνοριακής διαφοράς σε ότι αφορούσε τα τεμάχια 218 και 219, την οποία είχε με βάση τον Νόμο υποχρέωση να επιλύσει, ή εν πάση περιπτώσει, είχε υποχρέωση να αποφανθεί επ' αυτής, οριστικά, όπως και έπραξε[x]. Η δε έρευνα στην οποία είχε υποχρέωση να προβεί για να αποφανθεί επί του αιτήματος, μόνο ως προς αυτή την πτυχή της υπόθεσης έπρεπε να περιοριστεί, όπως και έγινε. Σε κάθε όμως περίπτωση, ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι η απόφαση του Διευθυντή πρέπει να ανατραπεί καθότι αυτός τελούσε υπό πλάνη κατά την έκδοση της απόφασης του, περί του γεγονότος ότι το ακίνητο δεν ανήκει σε τουρκοκύπριο εν τοι εννοία του Άρθρου 2 του Συντάγματος είναι εντελώς ανεδαφικός. Και αυτό γιατί, μελετώντας προσεχτικά τον φάκελο της δικογραφίας, απ' την Έκθεση Λεπτομερειών Ακινήτου - αναφορικά με το Τεμάχιο 218 -, Τεκμήριο Β1, στην Αιτιολογημένη Απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 05/06/2014, προκύπτει ότι, αναφορικά με το πρόσωπο του ιδιοκτήτη του Τεμαχίου 218, Ali Halil Halil, δίδεται αριθμός ταυτότητας «188340/2/9», μαρτυρία επαρκής υπό τις περιστάσεις για να αποδειχθεί η κυπριακή ιθαγένεια του εν λόγω προσώπου. Διερωτώμαι πως διέλαθε της προσοχής του Αιτητή, αυτό το μέρος της μαρτυρίας που προσφέρει το προαναφερόμενο Τεκμήριο Β1 στην Αιτιολογημένη Απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 05/06/2014, όταν μνεία σ' αυτό (και στην ίδια μάλιστα σελίδα), έγινε και απ' τον συνήγορο του - σε ότι αφορούσε την μαρτυρία που αυτό προσφέρει περί του ανοικτού φακέλου διαχείρισης που το αφορά με αναφορά ΜΑ90/72 - προς υποστήριξη της ακριβώς αντίθετης θέσης. Σε κάθε όμως περίπτωση και ανεξαρτήτως αυτού του ευρήματος μου, λίγα λόγια πρέπει να ειπωθούν για την προαναφερόμενη θέση που προωθήθηκε από πλευράς Αιτητή και για τον τρόπο με τον οποίο αυτή προωθήθηκε. Το ζήτημα αναφορικά με το ποια ακίνητη περιουσία εμπίπτει εντός της εμβέλειας του Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος του 1991, Νόμος 139/1991 και ως εκ τούτου, δια του Νόμου, τυγχάνει διαχείρισης από τον Κηδεμόνα τουρκοκυπριακών περιουσιών και ποιες οι σχετικές εξουσίες αυτού, έχει ξεκαθαριστεί νομολογιακά από το Ανώτατο Δικαστήριο. Παραπέμπω ενδεικτικά στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν Bahchecioglou κ. α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 426 και Perihan v Γεωργίου
(2008)1 Α.Α.Δ.
  1. Παραθέτω ακολούθως, περικοπές από την απόφαση στην Perihan ανωτέρω, που ενσωματώνουν το ισχύον επί του προκείμενου δίκαιο: «Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Bahchecioglou κ.ά, ανωτέρω, επιβεβαιώθηκε ότι ο νομοθέτης καθόρισε την έννοια της «εγκαταλειφθείσας περιουσίας» ως την περιουσία Τουρκοκύπριου που δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Έτσι η εφεσίβλητη στην πιο πάνω υπόθεση, η οποία είχε μεταναστεύσει με το σύζυγό της στην Αγγλία από το 1962, κρίθηκε ότι δεν είχε τη συνήθη διαμονή της στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Είναι προφανές ότι και τα επίδικα τεμάχια ιδιοκτησίας της εφεσείουσας η οποία δεν διαμένει στις ελεύθερες περιοχές, εμπίπτουν μέσα στα πλαίσια του Νόμου 139/
  2. ...................................................... Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε ότι μετά τη θέσπιση του Νόμου 139/91 κάθε ακίνητη περιουσία Τουρκοκύπριου, ο οποίος τον Ιούλιο του 1991 δεν κατοικούσε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, περιήλθε υπό την κατοχή και διαχείριση του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και καμιά δικαιοπραξία δεν μπορεί νόμιμα να συναφθεί αναφορικά με αυτή, εκτός από τον ίδιο τον Κηδεμόνα. Η κυριότητα της ακίνητης περιουσίας παραμένει βέβαια στους ιδιοκτήτες της, οι οποίοι περιορίζονται προσωρινά, κατά τη διάρκεια της έκρυθμης κατάστασης, από του να μπορούν να την αποξενώσουν, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Δεν αποκλείεται βέβαια, κάτω από προϋποθέσεις, είτε η μεταβίβαση και εγγραφή της περιουσίας επ' ονόματι των τέκνων των ιδιοκτητών, είτε η, μετά το θάνατο του νόμιμου ιδιοκτήτη, μεταβίβαση του τίτλου στους νόμιμους κληρονόμους. Η οποιαδήποτε δικαιοπραξία που αφορά την κυριότητα τουρκοκυπριακής περιουσίας μπορεί να γίνει μόνο ύστερα από σχετική άδεια και πάντοτε μέσω του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Ωσαύτως, κάθε δικαστική διαδικασία, όπως η παρούσα, θα πρέπει να εγείρεται όχι εναντίον του ιδιοκτήτη Τουρκοκύπριου, αλλά εναντίον του Κηδεμόνα, ο οποίος σύμφωνα με το Άρθρο 6(β) εγείρει ή υπερασπίζεται οποιαδήποτε αγωγή ή λαμβάνει μέρος σε οποιαδήποτε διαδικασία που αφορά τουρκοκυπριακή περιουσία.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Όπως και στην υπόθεση Bahchecioglou ανωτέρω, στην οποία η αιτήτρια είχε μεταναστεύσει με το σύζυγό της στην Αγγλία από το 1962, κρίθηκε ότι δεν είχε τη συνήθη διαμονή της στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές· και στην υπό εξέταση περίπτωση, το Τεμάχιο 218 του εν λόγω Ali Halil Halil, ο οποίος τον Ιούλιο του 1991 δεν είχε τη συνήθη διαμονή του στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας και ο οποίος δεν διαμένει στις ελεύθερες περιοχές ούτε και σήμερα[xi], εμπίπτει μέσα στα πλαίσια του Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου του 1991, Νόμος 139/
  3. Το κριτήριο δηλαδή του Νόμου 139/1991, ως προς το ποίος είναι «Τουρκοκύπριος», είναι η, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, συνήθης διαμονή του ιδιοκτήτη στις περιοχές που ελέγχονται από τη Δημοκρατία και όχι οτιδήποτε άλλο. Πράγμα που στην προκείμενη περίπτωση δεν υφίστατο ή υφίσταται. Ας σημειωθεί εδώ ότι δεν θα ήμουν, εν πάση περιπτώσει, έτοιμος να αποδεχθώ ότι, ο Αιτητής, έχει αποδείξει τον ισχυρισμό του ότι, ο εν λόγω ιδιοκτήτης του Τεμαχίου 218, Ali Halil Halil, εγκατέλειψε την Κύπρο πριν το 1960 που εγκαθιδρύθηκε η Δημοκρατία, ότι αυτός εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αμερική και ότι δεν αιτήθηκε ποτέ την πολιτογράφηση του ως Κύπριος πολίτης, γιατί αυτός έχει υποβληθεί γενικά και αόριστα από τον Αιτητή, χωρίς να αποκαλύπτεται επαρκώς η πηγή της πληροφόρησης του. Η γενική και αόριστη επίκληση πληροφόρησης του, περί των εν λόγω γεγονότων, εξ ακοής, από ηλικιωμένα πρόσωπα του χωριού των Πάνω Λευκάρων όπου βρίσκεται το εν λόγω ακίνητο, δεν είναι κατά την άποψη μου αρκετή ή και αξιόπιστη για να αποσείσει το ειδικό βάρος απόδειξης του εν λόγω ισχυρισμού του[xii]. Ως έχω προαναφέρει, αυτή η αυθαίρετη θέση, καταρρίπτεται από τα αναφερόμενα σε ότι αφορά του πρόσωπο του ιδιοκτήτη του Τεμαχίου 218, Ali Halil Halil, στην Έκθεση Λεπτομερειών Ακινήτου, Τεκμήριο Β1, στην Αιτιολογημένη Απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 05/06/
  4. Περαιτέρω - και πάλι ανεξάρτητα του προαναφερόμενου ευρήματος μου περί της κυπριακής ιθαγένειας του ιδιοκτήτη του Τεμαχίου 218, Ali Halil Halil - ακόμη και στην περίπτωση που ήθελε υποτεθεί ότι ο Αιτητής απέδειξε τα εν λόγω γεγονότα, αυτά, ως έχουν παρατεθεί, δεν θα είχαν την αναγκαία δυναμική ώστε να υποστηρίξουν την εισήγηση του. Ότι δηλαδή, ο εν λόγω ιδιοκτήτης του Τεμαχίου 218, Ali Halil Halil, δεν είναι Κύπριος πολίτης. Και εξηγώ. Υιοθετώντας τα όσα αναφέρει ο έντιμος Δ. Α. Δ. Κ. Παμπαλλής στην Υπόθεση Αρ. 2101/2006, Rahme Djemali Raif, ημερομηνίας 27/08/2009, το γεγονός ότι ο εν λόγω ιδιοκτήτης του Τεμαχίου 218, Ali Halil Halil, εγκατέλειψε την Κύπρο πριν το 1960, δεν εξυπακούει ότι αυτός δεν απέκτησε την κυπριακή υπηκοότητα. Όπως αναφέρει ο έντιμος Δικαστής Παμπαλλής στην προαναφερόμενη υπόθεση, σύμφωνα με το Άρθρο 2 του Παραρτήματος Δ της Συνθήκης Εγκαθιδρύσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας, οποιοσδήποτε υπήκοος του Ηνωμένου Βασιλείου ή των Αποικιών, την ημέρα της Συμφωνίας
(1960)έχει τα προσδιοριζόμενα στην παράγραφο 2 προαπαιτούμενα, θα καταστεί (shall on that date become), υπήκοος της Κυπριακής Δημοκρατίας, αν είναι μόνιμος κάτοικος της νήσου Κύπρου, οποιοδήποτε χρονικό διάστημα της περιόδου των πέντε χρόνων που προηγήθηκαν της ημερομηνίας της Συμφωνίας. Στο ίδιο Παράρτημα προσδιορίζεται ως ημερομηνία έναρξης της Συμφωνίας η 16/02/
  1. Σημειώνεται εδώ ότι, πρόσωπα τα οποία είχαν γεννηθεί κατά την περίοδο της Βρετανικής αποικιοκρατίας, είχαν, εξ αυτού του γεγονότος, Βρετανική υπηκοότητα. Εξ ου και η αναφορά στο προαναφερόμενο Άρθρο 2 του Παραρτήματος Δ της Συνθήκης Εγκαθιδρύσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας σε «υπήκοο του Ηνωμένου Βασιλείου». Ως εκ τούτου, θα χρειαζόταν κάτι περισσότερο από πλευράς Αιτητή ώστε να αποδειχθεί ο ισχυρισμός του ότι, επειδή ο εν λόγω ιδιοκτήτης του Τεμαχίου 218, Ali Halil Halil έφυγε από την Κύπρο πριν το 1960, αυτός δεν είναι Κύπριος πολίτης εν τοι εννοία του Άρθρου 2 του Συντάγματος και δη, ότι το Τεμάχιο 218 δεν εμπίπτει εντός της έννοιας της «εγκαταληφθείσας περιουσίας», βάσει του Άρθρου 2 του Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου του 1991, Νόμος 139/1991 και αρά, ότι λανθασμένα έχει περιέλθει υπό την κηδεμονία του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών. Όπως, π. χ., θα ήταν η απόδειξη γεγονότων ως προς το πότε ο εν λόγω ιδιοκτήτης του Τεμαχίου 218, Ali Halil Halil γεννήθηκε και πότε ακριβώς έφυγε από την Κύπρο, ή εν πάση περιπτώσει, εάν αυτός δεν ήταν μόνιμος κάτοικος Κύπρου οποιοδήποτε χρονικό διάστημα της περιόδου των πέντε χρόνων που προηγήθηκαν της 16/02/1961, ήτοι της ημερομηνίας της Συνθήκης Εγκαθιδρύσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σίγουρα όμως εδώ, τίποτα από τα προαναφερόμενα δεν τυγχάνει εφαρμογής γι' αυτό δεν θα ενασχοληθώ περαιτέρω με το ζήτημα αυτό. Τα αναφερόμενα στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Perihan ανωτέρω, απαντούν πιστεύω και στα όσα διατείνεται ο Αιτητής περί της έλλειψης δικαιώματος του Καθ' ου η Αίτηση / Εφεσίβλητου να προβεί σε διαβήματα εξ ονόματος του Τουρκοκύπριου ιδιοκτήτη του Τεμαχίου 218 που αφορούν την εν λόγω τουρκοκυπριακή περιουσία ως εκ του νόμου διαχειριστής της και της παραβίασης των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του εν λόγω Τουρκοκυπρίου, της ιδιοκτησίας, της δυσμενής διάκρισης και της ελεύθερης πρόσβασης σε Δικαστήριο. Καταλήγω συναφώς ότι, ο μόνος αναγκαίος διάδικος στην υπόθεση αυτή, πέραν του Αιτητή, ήταν ο Καθ' ου η Αίτηση / Εφεσίβλητος. Ως εκ τούτου, δεν θα ενασχοληθώ με τις προαναφερόμενες εισηγήσεις περισσότερο. Αυτές απορρίπτονται. Θα σχολιάσω απλά περαιτέρω, εν συντομία, την επί του προκείμενου αναφορά της συνηγόρου του Αιτητή, στις πολιτικές προεκτάσεις του ζητήματος, οι οποίες, όποιες και να είναι και εάν υπάρχουν, δεν έχουν θέση σε μία δικαστική διαδικασία, το αποτέλεσμα της οποίας εξαρτάται, από τον σχετικό, σε κάθε περίπτωση, νόμο και δίκαιο και την προσφερθείσα, σε ότι αφορά την υπόθεση, μαρτυρία. Τώρα, σε ότι αφορά την εισήγηση του Αιτητή ότι η απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 08/04/2014, είναι «τρωτή και λανθασμένη» γιατί εξεδόθη επτά σχεδόν χρόνια από την επιτόπια εξέταση των επίδικων ακινήτων, χωρίς να επαναληφθεί νέα, αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η γενικότητα αυτής της τοποθέτησης του Αιτητή και η, σε κάθε περίπτωση, απουσία ισχυρισμού περί ύπαρξης νέων δεδομένων από την ημερομηνία της αρχικής επιτόπιας εξέτασης, που πιθανόν να επηρέαζαν την απόφαση του Διευθυντή, είναι καταλυτικής σημασίας και οδηγεί, χωρίς άλλο, σε απόρριψη της θέσης αυτής του Αιτητή. Τέλος, εξετάζοντας το κατά πόσο η Αίτηση αυτή καταχωρήθηκε εντός της προθεσμίας που ορίζει το Άρθρο 80 του Κεφ. 224, παρατηρώ τα εξής. Η απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 08/04/2014, κοινοποιήθηκε στο Αιτητή, δια της αποστολής της με συστημένο ταχυδρομείο, την ίδια ημέρα, ήτοι, την 08/04/
  2. Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα στην παράγραφο 13 της Αιτιολογημένης Απόφασης του Διευθυντή ημερομηνίας 05/06/2014 και το προς υποστήριξη τους Τεκμήριο Ι1 σ' αυτήν. Ως εκ τούτου, η προθεσμία για την καταχώριση της Αίτησης αυτής, δυνάμει του Άρθρου 80 του Κεφ. 224, εξέπνευσε την 08/05/2014[xiii]. Μ' αυτό ως δεδομένο, η καταχώριση της Αίτησης αυτής την 13/05/2014, ήταν εκπρόθεσμη. Λόγος επίσης απορριπτικός της Αίτησης αυτής. Προς περαιτέρω υποστήριξη του προαναφερόμενου ευρήματος μου, παραπέμπω στις πρόνοιες του Άρθρου 75
(1)και
(3)του Κεφ. 224 σύμφωνα με τις οποίες: «
(1)Κάθε ειδοποίηση ή κοινοποίηση η οποία απαιτείται όπως δοθεί ή διενεργηθεί από το Διευθυντή δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού δύναται να δοθεί ή διευνεργηθεί ταχυδρομικώς με επιστολή η οποία απευθύνεται στον τελευταίο γνωστό τόπο διαμονής του προσώπου προς το οποίο προορίζεται η ειδοποίηση ή η κοινοποίηση: Νοείται ότι όταν είναι πρακτικά δυνατό η ειδοποίηση ή η κοινοποίηση δίνεται ή διενεργείται με συστημένη επιστολή: ......................................................
(3)Η ημερομηνία ταχυδρόμησης της επιστολής θεωρείται ότι είναι η ημερομηνία κατά την οποία δίνεται ή διενεργείται η ειδοποίηση ή η κοινοποίηση και πιστοποιητικό που εκδίδεται από το πρόσωπο που ταχυδρομεί την επιστολή αυτή, το οποίο αναφέρει την ημερομηνία ταχυδρόμησης αυτής θεωρείται ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη της ταχυδρόμησης αυτής». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Βάσει των προαναφερόμενων προνοιών, ειδικότερα, του Άρθρου 75
(3)του Κεφ. 224 και καθοδηγούμενος από τα αναφερόμενα του έντιμου Δ. Α. Δ. Ναθαναήλ στην υπόθεση Κουντουρίδη κ. α. ν Νικολάου
(2008)1 Α.Α.Δ. 412[xiv], δεν αποδέχομαι ότι η απλή αναφορά του Αιτητή, στην ένορκο μαρτυρία του που παρουσιάστηκε προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης, ότι αυτός παρέλαβε την απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 08/04/2014, την 15/04/2014 είναι αρκετή για να ανατρέψει το προαναφερόμενο τεκμήριο που δημιουργήθηκε στην προκείμενη περίπτωση από επενέργεια του νόμου. Ισχύουν, κατ' αναλογία, εδώ, τα όσα ο έντιμος Δικαστής Ναθαναήλ ανέφερε στην υπόθεση Κουντουρίδη ανωτέρω: «. θα εξεταστεί κατά πρώτον ο λόγος έφεσης που αφορά στην κατ' ισχυρισμό αποστέρηση του δικαιώματος ακρόασης των εφεσειόντων, επειδή δεν είχαν λάβει και επομένως δεν είχαν παραστεί στην επιτόπια έρευνα, τη σχετική προς τούτο γνωστοποίηση. Ο λόγος αυτός δεν ευσταθεί, με δεδομένο ότι, από τη μαρτυρία που αποδέχθηκε εύλογα το Δικαστήριο, ο κτηματολογικός λειτουργός Ανδρέας Κωνσταντίνου, Μ.Υ.2, είχε αποστείλει τις σχετικές ειδοποιήσεις που προβλέπονται από το Άρθρο 11Α
(2)του Κεφ. 224, στους εφεσείοντες και μάλιστα με συστημένο ταχυδρομείο. Να προστεθεί ότι με βάση τον Κανονισμό 5 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Παροχή Διόδου) Κανονισμών του 1967, Κ.Δ.Π. 255/67, προνοείται ότι πριν την εξέταση της αιτήσεως του ιδιοκτήτη του δεσπόζοντος τεμαχίου πρέπει να δοθεί τουλάχιστον επταήμερη ειδοποίηση στα ενδιαφερόμενα μέρη με την οποία να τους κοινοποιείται η ημερομηνία κατά την οποία ο διευθυντής ή λειτουργός αυτού θα επιθεωρήσει τα ακίνητα. Έγινε δεκτό, ότι οι συγκεκριμένες γνωστοποιήσεις αποστάληκαν στις 30.5.01 με καθορισμό της ημερομηνίας επιτόπιας εξέτασης στις 12.6.01, παρέχοντας επομένως προθεσμία πέραν των επτά ημερών. Από τη στιγμή που δεν επεστράφησαν οι γνωστοποιήσεις αυτές πίσω για οποιονδήποτε λόγο, ορθά ο μάρτυρας και κατ' επέκταση το πρωτόδικο Δικαστήριο, θεώρησε ότι θα πρέπει να είχαν παραλειφθεί και δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε επιπλέον ενέργεια εκ μέρους του μάρτυρα, όπως αυτή που εισηγήθηκε ο κ. Κλεοβούλου, δηλαδή, να κτυπήσει την πόρτα του σπιτιού των εφεσειόντων για να διαπιστώσει εάν ήταν ή όχι στο σπίτι, την ημέρα της επιτόπιας έρευνας. Δεν προνοείται πουθενά τέτοια πρόσθετη υποχρέωση από πλευράς του Κτηματολογίου, κάτι που θα καθιστούσε ίσως και άνευ αντικειμένου την ανάγκη αποστολής των γνωστοποιήσεων διά τουταχυδρομείου. Δεν ευσταθεί η θέση του κ. Κλεοβούλου ότι η επταήμερη προειδοποίηση που επιβάλλεται από τον Κανονισμό 5, άρχεται από την ημερομηνία πραγματικής λήψης της ειδοποίησης από τον ενδιαφερόμενο. Με το σκεπτικό αυτό εύκολα θα καταστρατηγείτο η παροχή της προθεσμίας, αφού ο ενδιαφερόμενος, όπου μπορεί, θα αρνείται την παραλαβή ή λήψη της, ενώ θα είναι αδύνατο για το Κτηματολόγιο να προκαθορίσει την ημερομηνία της επιτόπιας επιθεώρησης .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Χρειαζόταν επομένως και εδώ, κάτι περισσότερο από πλευράς μαρτυρίας, για να καταρριφθεί από τον Αιτητή το μαχητό τεκμήριο της κοινοποίησης της απόφασης του Διευθυντή ημερομηνίας 08/04/2014, την 08/04/2014, οπόταν και ο χρόνος για την καταχώριση της Αίτησης αυτής δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 80 του Κεφ. 224 άρχισε να τρέχει. Κάθε άλλη αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού, θα απέληγε σε καταστρατήγηση της προθεσμίας που καθορίζει το Άρθρο 80 του Κεφ. 224, για την καταχώριση αίτησης για αναθεώρηση απόφασης του Διευθυντή, αφού ο, κατά περίπτωση, δυσαρεστημένος ενδιαφερόμενος, θα ηρνείτο εύκολα την παραλαβή ή λήψη της εντός χρόνου που θα του παρείχε την ευχέρεια καταχώρισης της νενομισμένης αίτησης για την αμφισβήτηση της ορθότητα της. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η υπό κρίση Αίτηση αποτυγχάνει και συνεπώς απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης και της διαδικασίας ακροάσεως της, επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση / Εφεσίβλητου και εναντίον του Αιτητή / Εφεσείοντα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, με νόμιμο τόκο επί του ποσού που θα υπολογιστεί, από την ημερομηνία έγκρισης του από το Δικαστήριο μέχρι εξόφλησης. (Υπ.) ________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Δέστε σχετικά τις υποθέσεις Peyiotis and Another v Polemides
(1982)1 C.L.R. 442 και Παύλου κ.α. ν Νεοφύτου
(1995)1 Α.Α.Δ. 973. [ii] Δέστε σχετικά τις υποθέσεις Kafieros v Theocharous
(1978)1 C.L.R. 619, Peyiotis v Polemides
(1982)1 C.L.R. 442, Αθανάση κ.α. ν Χατζημάμα κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 208, Κουμής ν Κούντουρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1312, Πατσαλίδης v Δαμασκηνού
(2004)1Β Α.Α.Δ. 1248 και Κυριάκου v Παπαστεφάνου
(2010)1 Α.Α.Δ. 496. [iii] Δέστε τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Παύλου κ.α. ν Νεοφύτου
(1995)1 Α.Α.Δ. 973, Αριστοτέλους v Χ¨Κυριάκου και άλλου
(2001)1Α Α.Α.Δ. 100 και Σωφρονίου Χρίστου Χατζησωφρονίου αντιπρόσωπος των Αντώνη και Χρυσήλιου Χρήστου Χατζησωφρονίου v Δημοσθένους, Πολιτική Έφεση 111/2008 ημερομηνίας 20/05/
  1. [iv] Δέστε σχετικά την υπόθεση Σωφρονίου Χρίστου Χατζησωφρονίου αντιπρόσωπος των Αντώνη και Χρυσήλιου Χρήστου Χατζησωφρονίου v Δημοσθένους, Πολιτική Έφεση 111/2008 ημερομηνίας 20/05/
  2. [v] Επιπρόσθετα, η απόφαση του Διευθυντή πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Η υποχρέωση του αυτή, πηγάζει από τη φύση της διαδικασίας που είναι οιονεί δικαστική και από τις ρητές πρόνοιες του Κανονισμού 6
(2)και
(3)των σχετικών Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956. Δέστε σχετικά τις υποθέσεις Παύλου κ. α. ν Νεοφύτου
(1995)1 Α.Α.Δ. 973 και Χειμώνας v. Γεωργίου κ. α.
(1999)1Α Α.Α.Δ. 108. [vi] Δέστε σχετικά τις υποθέσεις Αριστοτέλους v Χ¨Κυριάκου κ. α.
(2001)1Α Α.Α.Δ. 100, Παπαχρυσοστόμου v Παπασταύρου κ. α.
(2004)1Α Α.Α.Δ. 546 και Κτωρίδη v Επάρχου Λεμεσού κ. α.
(2005)1 Α.Α.Δ.
  1. [vii] Δέστε σχετικά την υπόθεση Προκοπίου ν Ryan κ. α., Πολιτική Έφεση Αρ.341/2008, ημερομηνίας 05/09/
  2. [viii] Δέστε σχετικά τις υποθέσεις Ρωσσίδου ν Κυπριανού κ. α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ 1695, Ε.Κ. Κατέκος Λτδ ν. Δ/ντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κ. α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 256, Χ¨Σωφρονίου κ. α. ν Κωνσταντίνου
(2011)1Α Α.Α.Δ 492, Είκοσι ν Αργυρίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 65/2009, ημερομηνίας 27/07/2012, Χαρίτου κ. α. ν Σάββα, Πολιτική Έφεση Αρ. 88/2009, ημερομηνίας 21/11/2012 και Κωμοδρόμου ν Κόκου, Πολιτική Έφεση Αρ. 293/2007, ημερομηνίας 18/07/2013. [ix] Δέστε σχετικά τις υποθέσεις Hassidoff v. Santi a.o.
(1970)1 C.L.R. 220 και Νέο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Νέων Βαρωσίων ν Διευθυντή Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος Λάρνακας κ. α.
(2005)1Β Α.Α.Δ 1137. [x] Δέστε σχετικά τις υποθέσεις Μάρκου ν Πασχάλη
(2001)1 Α.Α.Δ. 829, Μιχαήλ κ.α. ν Πότση κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 39/2008, ημερομηνίας 22/03/2011 και Κωμοδρόμου ν Κόκου, Πολιτική Έφεση 293/2007, ημερομηνίας 18/07/2013. Έχουν εφαρμογή πιστεύω και σ' αυτή την υπόθεση, κατ' αναλογίαν, τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Λιασίδης ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ. α.
(1989)1E Α.Α.Δ 185: «Στην κρινόμενη υπόθεση ο εφεσείων εμφανίζει την υπόθεσή του ως να αφορά απλή διαφορά συνόρων, της οποίας μπορεί να επιληφθεί ο Διευθυντής βάσει του άρθρου 58 του Νόμου, αλλά στην ουσία εκείνο που αξιώνει είναι να προστεθεί στην ακίνητη ιδιοκτησία του, τεμ. 96, έκταση 20 στρεμμάτων που περιλαμβάνεται στον τίτλο εγγραφής της Κυπριακής Δημοκρατίας υπό τεμάχιο 110. Τέτοιου είδους διαφορές δεν εμπίπτουν για επίλυση στην αρμοδιότητα του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Δες: Κάτοικοι του Χωριού Καρπάσια κ.α. ν. Εκκλησιαστικής Επιτροπής Αγίας Μαρίνας, Εκκλησίας του Διόριος κ.α.
(1971)1 Α.Α.Δ. 411, όπου αναφέρεται και η υπόθεση Χάσσιτωφ, και Μιχαηλίδης ν. Τταπούρα
(1980)1 Α.Α.Δ. 610. Στην υπόθεση Χάσσιτωφ η απόφαση του Διευθυντή λήφθηκε δυνάμει του άρθρου 61 του Νόμου, ενώ στην Κάτοικοι του χωριού Καρπάσια βάσει του άρθρου 41
(1). Τόσο σ' αυτές τις δύο υποθέσεις όσο και στην Μιχαηλίδης ν. Τταπούρα η φιλοσοφία των αποφάσεων είναι ότι σοβαρές διαφορές που αφορούν στην κυριότητα ακίνητης ιδιοκτησίας δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Διευθυντή, αλλά σ' αυτή του Δικαστηρίου. Η καταχωρισθείσα επομένως έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο ήταν από την αρχή νομικά αβάσιμη.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [xi] Δέστε σχετικά την υπόθεση Mustafa v Υπουργείου Εσωτερικών
(2004)4 Α.Α.Δ.
  1. [xii] Σχετικές είναι και οι πρόνοιες του Άρθρου 26 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
  2. [xiii] Δέστε επ' αυτού και τις πρόνοιες του Άρθρου 31 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ.
  3. [xiv] Δέστε επίσης και την υπόθεση Αχιλλέως κ. α. ν Πιτταρα, Πολιτική Έφεση Αρ. 100/2009, ημερομηνίας 17/07/
  4. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.