ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ A.E. GAZILION CONSTRUCTIONS LTD, Αίτηση Εκκαθάρισης Αρ.: 36/2013, 15/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A266 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Αίτηση Εκκαθάρισης Αρ.: 36/2013 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ A.E. GAZILION CONSTRUCTIONS LTD (Α. Ε. 176115) -και- ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ, ΚΕΦ. 113 ------------------- Ημερομηνία: 15/12/2015 Αίτηση ημερομηνίας 03/11/2015, για λήψη άδειας από το Δικαστήριο για συνέχιση διαδικασίας ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης εναντίον της εταιρείας Α.Ε. Gazilion Constructions Ltd, εναντίον της οποίας έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης την 17/05/2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για την Αιτήτρια, N.P.P. Betomix Ltd: κα Λουκά για την Χρίστος Πατσαλίδης Δ. Ε. Π. Ε. Για τον προσωρινό Εκκαθαριστή της Α.Ε. Gazilion Constructions Ltd, Επίσημο Παραλήπτη: κα Γ. Γεωργίου --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
- Η Αιτήτρια, N.P.P. Betomix Ltd, με την υπό κρίση Αίτηση, αιτείται από το Δικαστήριο το ακόλουθο διάταγμα: «. για συνέχιση της υπ' αρ. 21226/2012 ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας .».
- Για σκοπούς εύκολης αναφοράς, στην συνέχεια της απόφασης μου, η N.P.P. Betomix Ltd θα καλείται ως «η Αιτήτρια» και η εταιρεία Α.Ε. Gazilion Constructions Ltd ως «η Εταιρεία».
- Εισαγωγικά, πρέπει επίσης να σημειωθεί, ότι, η υπό κρίση Αίτηση, έχει υποβληθεί δια κλήσεως[i] του Επίσημου Παραλήπτη, που ως φαίνεται από τον φάκελο της υπόθεσης που τηρείται από τον Πρωτοκολλητή, είναι ο προσωρινός της εκκαθαριστής. Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ
- Η Αίτηση, βασίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, Άρθρο 220, στους Περί Εταιρειών Κανονισμούς, Κεφ. 12, στους Περί Εκκαθαρίσεων Κανονισμούς του 1933, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48, κ. κ. 1 έως 9 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.
- Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση του κ. Νικόλα Καφφά, που είναι υπάλληλος της Αιτήτριας, στην οποία, σε γενικές γραμμές, αναφέρονται τα ακόλουθα: I. Την 03/08/2012, η Αιτήτρια καταχώρισε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, την υπ' αριθμό 21226/2012 ιδιωτική ποινική υπόθεση εναντίον της Εταιρείας. Η υπόθεση, εξακολουθεί να εκκρεμεί προς εκδίκαση. Στο Δικαστήριο, παρουσιάστηκε το εκδοθέν εναντίον της Εταιρείας, κατηγορητήριο, από το οποίο προκύπτει ότι, αυτή, κατηγορείται για την διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση δηλαδή των προνοιών των Άρθρων 305Α(
(1)και
(3)) και 29 του Περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154. Συγκατηγορούμενος στην υπόθεση, και πάλι σύμφωνα με τα όσα το κατηγορητήριο της υπόθεσης παρουσιάζει, είναι κάποιος Ανδρέας Ελευθερίου, αντιπρόσωπος της. Κατηγορείται και αυτός για το ίδιο αδίκημα, βάσει των προνοιών των Άρθρων 305Α(
(1)και
(3)), 20 και 29 του Περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ.
- II. Την 17/05/2013 εκδόθηκε το διάταγμα εκκαθάρισης της Εταιρείας. III. Τελικώς, εκφράζεται η άποψη του ενόρκως δηλούντα, ότι, «. η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης καθ' ότι η Αιτήτρια θα μπορεί να συνεχίσει την προαναφερθείσα ιδιωτική ποινική υπόθεση εναντίον της υπό εκκαθάριση εταιρείας» και ότι «σε περίπτωση που δεν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα . θα επηρεαστούν δυσμενώς τα συμφέροντα της Αιτήτριας - Παραπονούμενης». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ
- Το Άρθρο 220 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, στο οποίο βασίζεται ουσιαστικά η υπό κρίση Αίτηση, έχει ως εξής: «Όταν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής, καμιά αγωγή ή διαδικασία συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της εταιρείας εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει».
- Η νομική πτυχή και εφαρμογή των προνοιών του Άρθρο 220 του Κεφ. 113 έχω εντοπίσει να αναλύονται πλήρως στην απόφαση του έντιμου Ε. Δ., Λ. Παντελή, στην Αίτηση 245/2001 του Ε. Δ. Λευκωσίας, Αναφορικά με την εταιρεία Maxdata Holdings Ltd, ημερομηνίας 30/11/
- Παραθέτω αυτούσια σχετική περικοπή από τα αναφερόμενα του συναδέλφου στην εν λόγω απόφαση του, την ανάλυση του οποίου, σε ότι αφορά την νομική πτυχή του υπό συζήτηση θέματος, υιοθετώ πλήρως: «Όπως έχει ειπωθεί το λεκτικό του άρθρου 220 προσομοιάζει με εκείνο του άρθρου 231 του αγγλικού Companies Act του
- Κατ' επέκταση συγγράμματα και δικαστικές αποφάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 231 του αγγλικού νόμου μπορούν να καθοδηγήσουν το Δικαστήριο (βλ. Stefanos & Andreas Cold Stories Trading Limited v. Εταιρείας Αναψυτικών ΚΕΑΝ Λίμιτεδ (αρ. 1)
(1998)1Γ Α.Α.Δ. 1806, 1812). Ό,τι εξυπηρετεί το άρθρο 231 προσδιορίζεται στο σύγγραμμα Company Law, 4th ed, του Robert R. Pennington. Στη σελίδα 701 αναφέρεται ότι∙ Τhe purpose of the statutory provision is to ensure that all claims against the company which can be determined by the cheap, summary procedure available in a winding up are not made the subject of expensive litigation, but the provision also applies where there is no such summary procedure available, and so even interpleader proceedings against a company in compulsory liquidation cannot be brought without leave. Περαιτέρω στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, 21st edition, στη σελίδα 768 αναφέρεται∙ The object of the winding-up provisions of the Companies Act 1862, said Lindley L.J. in Re Oak Pitts Colliery Co., "is to put all unsecured creditors upon an equality and to pay them pari passu". Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι σκοπός του αγγλικού άρθρου 231, αλλά και του επίδικου, άρθρο 220, είναι η προστασία της περιουσίας εταιρείας που τελεί υπό εκκαθάριση ούτως ώστε οι πιστωτές της να ικανοποιηθούν εξίσου και ακριβοδίκαια στα πλαίσια μιας συνοπτικής και χαμηλού κόστους διαδικασία, όπως είναι η διαδικασία της επαλήθευσης. Σημειώνεται περαιτέρω ότι το λεκτικό του άρθρου 220 αναφέρεται σε αγωγή ή διαδικασία που στρέφεται εναντίον της εταιρείας. Στην υπόθεση Stefanos & Andreas (πιο πάνω) έφεση που υπέβαλε η εταιρεία, η οποία είχε στο μεταξύ τεθεί υπό εκκαθάριση, κρίθηκε ότι δεν συνιστούσε διαδικασία εναντίον της εταιρείας. Ανάλογη ήταν η προσέγγιση και στην υπόθεση επί τοις αφορώσι την εταιρεία GENEMP Trading Ltd
(2009)1B A.A.Δ. 1658 σε αυτή όμως την περίπτωση το δικαστήριο διέταξε την εφεσείουσα εταιρεία, η οποία τελούσε υπό εκκαθάριση, να καταθέσει συγκεκριμένο χρηματικό ποσό ως εξασφάλιση για έξοδα που ενδεχομένως να δημιουργούντο σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης. Εδώ αξίζει να ειπωθεί ότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπόθεση αναφορικά με την αίτηση του Ανδρέα Τσαγγάρη
(1999)1Α Α.Α.Δ.326, 331, αρμόδιο δικαστήριο για να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται ή όχι χορήγηση άδειας για συνέχιση ή έναρξη αγωγής ή διαδικασίας εναντίον εταιρείας που τελεί υπό εκκαθάριση είναι το δικαστήριο ενώπιον του οποίου βρίσκεται κατατεθειμένος ο φάκελος της υπό εκκαθάριση εταιρείας. Εξαίρεση αποτελεί μόνο η περίπτωση που μνημονεύεται στο άρθρο 215 του Κεφ.
- ................................. . Στο σύγγραμμα Company Law (πιο πάνω) στη σελίδα 701 αναφέρεται ότι∙ "The court will always give a plaintiff leave to proceed against the company if he has a prima facie case and his claim cannot be dealt with adequately in the winding up, or if the remedy he seeks cannot be given him therein". Περαιτέρω, στον Buckley (πιο πάνω) στη σελίδα 499 αναφέρεται ότι∙ "But, in general, leave to institute or proceed with an action will only be given where some question arises which cannot properly be determined in the winding up, and for whose determination an action is requisite". Εκ των πιο πάνω συνάγεται ότι για να επιτύχει αίτημα ως το επίδικο ο αιτητής χρειάζεται να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι έχει συζητήσιμη (prima facie) υπόθεση εναντίον της εταιρείας, ότι η φύση της αξίωσής του είναι τέτοια που δεν μπορεί να εξεταστεί με επαλήθευση, και ότι η θεραπεία που αξιώνει δεν μπορεί να ικανοποιηθεί μέσω της διαδικασίας επαλήθευσης[ii].». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Σε κάθε περίπτωση, ως προκύπτει και από τα προαναφερόμενα, πρωταρχικός σκοπός των προνοιών Άρθρου 220 του Κεφ. 113 και του Δικαστηρίου που καλείται να το εφαρμόσει, είναι αυτός που η ίδια η διαδικασία της εκκαθάρισης αποσκοπεί. Δηλαδή, της περισυλλογής και διανομής, ισομερώς και χωρίς προτεραιότητα εξόφλησης («pari passu») μεταξύ των ανεξασφάλιστων πιστωτών της υπό εκκαθάριση εταιρείας, των περιουσιακών της στοιχείων. Και τούτο, αφού έχει προηγηθεί η πληρωμή όλων των προνομιούχων πιστωτών της. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο λόγος που ένα διάταγμα εκκαθάρισης εταιρείας επηρεάζει όλους τους πιστωτές της εταιρείας και όλους τους συνεισφορείς της, κατά τρόπο συλλογικό. Έχει μάλιστα εκφρασθεί επί τούτου και η άποψη ότι επενεργεί «ως αν να είχε υποβληθεί κοινό αίτημα πιστωτών και συνεισφορέων της εταιρείας»[iii] για την έκδοση του.
- Σύμφωνα με το κοινό δίκαιο, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να παράσχει άδεια για έναρξη ή συνέχιση αγωγής ή άλλης διαδικασίας εναντίον εταιρείας που βρίσκεται υπό εκκαθάριση, εξασκείται σύμφωνα με το σωστό και δίκαιο της κάθε περίπτωσης και προς όφελος προσώπου που θεμελιώνει προς τούτο καλό και επιτακτικό λόγο. Η αντιμετώπιση του ζητήματος από τα Δικαστήρια, μέχρι στιγμής, είναι κοινή. Η υπό αναφορά διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, εξασκείται προς εξισορρόπηση του συλλογικού συμφέροντος της ομάδας των πιστωτών της εταιρείας, έναντι της σχετικής ταλαιπωρίας και αδικίας που μπορεί να υποστεί ένας και μόνο πιστωτής. Ως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws Of England, 5η Έκδοση, Τόμος 17, στην παράγραφο 853, στην σελίδα 153: «The court will exercise its discretion whether or not to give permission to proceed with or commence a claim or proceeding against a company which is being wound up by the court according to what is right and fair in the circumstances. Proceedings will be allowed to continue where they are to enforce a mortgage or security upon the company's property unless the liquidator offers to give all that the mortgagee can obtain by his proceedings or an order in the winding up has already given him that relief. Proceedings will also be allowed to continue where the company is a necessary party to a claim against It and other persons; or where a claim is the most convenient method of trying a question; or where a shareholder has begun proceedings for rescission and rectification of the register before the winding up; or where the claim is for specific performance or for recovery of possession ...». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Παρόμοιες είναι και οι αναφορές στο Σύγγραμμα του Ian F. Fletcher, The Law Of Insolvency, 4η Έκδοση, στις σελίδες 701 και 702, στην παράγραφος 22-007: «Although it is one of the principal consequences of the making of winding-up order that all proceedings and actions by individual creditors in enforcement of their claims against the company are suspended, the court has an important, discretionary power under s.130
(2)of the Act to grant dispensation from this moratorium in favour of those who establish special reasons for being allowed to continue, or commence, an action or proceeding against the company or its property. The court's powers in respect of the lifting of the automatic stay are complemented by those conferred by s.183 in respect of executions or attachments which were incomplete at the time of the commencement of the winding-up. A discretionary power is vested in the court by s.183
(2)(c) to enable it to do what is right and fair with respect to any creditors who had failed to complete an execution or attachment which was in progress at the date of commencement of winding-up. Although the basic thrust of s.183 is to the effect that a creditor is not entitled to retain the benefit of such an incomplete execution or attachment against the liquidator, subs.
(2)(c) creates the possibility for exceptions to be made, in the sense that the liquidator's rights may be set aside to such extent and on such terms as the court thinks fit. In exercising their discretionary powers-which can be invoked in relation to voluntary winding-up, as well as in a winding-up by the court - the courts have evolved an approach which aspires to balance the collective interest of the general body of creditors against the relative hardship and injustice which may be experienced by the individual creditor. The court is always conscious of the fact that it is acting under circumstances where it is inevitable that any mitigation of one person's loss will be at the expense of the general body of creditors, and hence will amount to a judicially-sanctioned exception to the pari passu principle. Considerable judicial emphasis has been placed upon the desire to do what is "right and fair in all the circumstances", with a particular regard for the invidious predicament of a creditor who can fairly claim to have been endeavouring to respect the requirements of established legal procedure and who in consequence refrained from completing an execution process that would otherwise have been put through in time. Courts have also been prepared to alleviate the plight of a creditor who would have completed a process of execution or attachment but for the perpetration of some act of deception or evasion by the debtor company. However, the court has to be persuaded that there are compelling reasons for disturbing the operation of the pari passu regime, and the mere fact that a creditor has been dissuaded from pressing home an available process of enforcement by means of what may be termed the "standard repertoire" of excuses for non-payment, or simply because the company pleaded for a further period of indulgence, may result in the court failing to find sufficiently weighty grounds for setting aside the governing principle of uniform treatment of all unsecured creditors. In the leading case dealing with the issues of principle with which the court is here concerned a creditor, having obtained a default judgment against the company, had obtained a charging order nisi over land on which the latter's business operations were conducted. Two days before the date set for the court to consider whether to make the order absolute the company passed a resolution for voluntary winding-up. The House of Lords concluded that no special weight should be given to the existence of the order nisi, since it did not amount to an irrevocable decision by the court which had made it. Accordingly, this did not provide a basis for enabling the creditor to gain an advantage as against the general body of creditors by exempting it from the consequences of the statutory scheme which took effect upon the passing of the resolution for winding-up. The charging order nisi was discharged.[1]». 11. Στην προκείμενη περίπτωση είναι πρόδηλο ότι, αυτό το Δικαστήριο, αναλαμβάνει δικαιοδοσία ως το Δικαστήριο που εξέδωσε το διάταγμα εκκαθάρισης της Εταιρείας, έχοντας ενώπιον του τον σχετικό φάκελο της διαδικασίας εκκαθάρισης (δέστε σχετικά την απόφαση Ανδρέας Τσαγγάρη ανωτέρω)[iv]. 12. Το πρώτο ζήτημα που εγείρεται, είναι κατά πόσο το Δικαστήριο αυτής της δικαιοδοσίας, μπορεί, κατ' εφαρμογή των προνοιών του Άρθρου 220 του Κεφ. 113, να παράσχει άδεια για έναρξη ή συνέχιση ποινικής διαδικασίας εναντίον της υπό εκκαθάριση Εταιρείας. Το ζήτημα έχει ήδη νομολογιακά ξεκαθαριστεί και η απάντηση στο ερώτημα είναι καταφατική. Παραπέμπω στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Βιομηχανιών Συνομοσπονδίας Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου (ΣΕΚ) ν Samoa Clothing Industry Ltd κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 619. Σχετικές είναι και οι Αγγλικές αποφάσεις R v Dickson
(1991)94 Cr App Rep 7, [1991] Crim LR 854, [1991] BCC 719 (Αγγλικού Εφετείου/CA), Re Flint, Coal and Cannel Co Ltd,
(1887)56 LJ Ch 232, 56 LT 16, 3 TLR 276 (High Court of Justice, Ch. D) και Re Briton Medical and Medical and General Life Association
(1886)32 Ch.D. 503 (High Court of Justice, Ch. D).
- Συνεπώς, το τι παραμένει προς εξέταση είναι κατά πόσο, στην προκείμενη περίπτωση, είναι σωστό και δίκαιο να συνεχίσει η συγκεκριμένη ποινική διαδικασία εναντίον της Εταιρείας και εάν η Αιτήτρια έχει θεμελιώσει προς τούτο καλό και επιτακτικό λόγο. Η λογική του πράγματος, ξεκινά από το γεγονός ότι, το αποτέλεσμα μίας ποινικής διαδικασίας, μπορεί να επηρεάσει την διαδικασία και το αποτέλεσμα της ίδιας της εκκαθάρισης και ειδικότερα, να οδηγήσει σε καταπάτηση της αρχής της περισυλλογής και διανομής, ισομερώς και χωρίς προτεραιότητα εξόφλησης («pari passu») μεταξύ των ανεξασφάλιστων πιστωτών της υπό εκκαθάριση εταιρείας των περιουσιακών της στοιχείων. Το πώς αυτό είναι δυνατό, συνοψίζεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Βιομηχανιών Συνομοσπονδίας Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου (ΣΕΚ) ανωτέρω, που δόθηκε από τον έντιμο Δ.Α.Δ. Δ. Καλλή (ως ήταν τότε): «Λαμβάνουμε υπόψη τη θέση της νομολογίας. Συμφωνούμε ότι ο όρος "διαδικασία" πρέπει να ερμηνεύεται με ευρύτητα και ότι σκοπός του επίμαχου άρθρου 220 του Κεφ. 113 είναι η προστασία των συμφερόντων των πιστωτών. Τυχόν καταδίκη της εταιρείας δυνατόν να έχει σαν συνέπεια την επιβολή χρηματικής ποινής. Επομένως απολήγει σε επηρεασμό της οικονομικής κατάστασης της εταιρείας και κατ΄ επέκταση σε επηρεασμό των συμφερόντων των πιστωτών.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Συνεπώς, τα συμφέροντα των πιστωτών μίας εταιρείας υπό εκκαθάριση, είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση αιτημάτων του είδους. Δεν είναι όμως και ο μοναδικός. Υπάρχουν και άλλες παράμετροι του ζητήματος που δεν θα πρέπει να υπερβαίνονται από μόνο το λόγο τυχόν επηρεασμού των συμφερόντων των πιστωτών της εταιρείας. Αποφασιστικής σημασίας παράγοντας, είναι, κατά την άποψη μου, οι λόγοι για τους οποίους πρέπει να διωχθεί η εταιρεία και αν αυτοί είναι τέτοιοι που το δημόσιο συμφέρον υπαγορεύει την δίωξη. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το Δικαστήριο οφείλει και μάλιστα εύκολα, να επιτρέψει την δίωξη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι, κάτι τέτοιο, γίνεται απαρέγκλιτα για κάθε περίπτωση. Άλλοι τέτοιοι παράγοντες είναι, γενικά οι επιπτώσεις που τυχόν να επιφέρει η έναρξη ή συνέχιση της ποινικής διαδικασίας εναντίον της εταιρείας, η οικονομική της κατάσταση, το τελικό αποτέλεσμα που επιδιώκεται να επιτευχθεί από αυτή, καθώς επίσης και οι προοπτικές επιτυχίας του[v]. Θα έλεγα, ότι, κάθε υπόθεση κρίνεται βάσει των γεγονότων που τη αφορούν και των τυχόν ιδιαίτερων περιστάσεων που την περιβάλλουν.
- Ως αναφέρεται και από τον έντιμο Δ.Α.Δ. Σ. Ναθαναήλ στην ομόφωνη απόφαση που έδωσε το Εφετείο στην υπόθεση L.C.A. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, ημερομηνίας 17/03/2015, «Η νομολογία κατά συστηματικό τρόπο έχει στιγματίσει την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρυσμα ή την πρόκληση μη εξόφλησης επιταγών χωρίς εύλογη αιτία, ενέργειες που δημιουργούν σοβαρή αναστάτωση στο εμπόριο εφόσον αφαιρείται το υπόβαθρο της ασφάλειας και της εμπιστοσύνης που πρέπει να εμποτίζουν τις συναλλαγές αυτές. Η σοβαρότητα συνεπώς του αδικήματος για το οποίο καταδικάστηκαν οι εφεσίβλητοι είναι δεδομένη, ιδιαίτερα διότι είναι, δυστυχώς, σύνηθες αδίκημα που πλήττει ευθέως τις εμπορικές συναλλαγές». Η υπό συζήτηση υπόθεση ποινικής δίωξης αφορά και αυτή το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα. Αδίκημα, που, τονίζω, στις μέρες μας βρίσκεται σε έξαρση. Συνεπώς, στην απουσία οποιουδήποτε λόγου που να δικαιολογεί το αντίθετο, το δημόσιο συμφέρον υπαγορεύει την δίωξη της Εταιρείας. Πόσο μάλλον στην προκείμενη περίπτωση, που το κατηγορητήριο έχει ήδη εγκριθεί από το Ε. Δ. Λευκωσίας και εκδόθηκε και η υπόθεση βρίσκεται σε εξέλιξη ενώπιον του.
- Η εκπρόσωπος του Επίσημου Παραλήπτη, εμφανιζόμενη στη διαδικασία (αν και δεν καταχωρήθηκε ένσταση από πλευράς του Επίσημου Παραλήπτη στην Αίτηση), αναφέρθηκε μόνο στο ζήτημα της επίδοσης της Αίτησης. Ότι δηλαδή, δεν θα έπρεπε να επιδοθεί η Αίτηση αυτή στον Επίσημο Παραλήπτη, αλλά στον διοικητικό της σύμβουλο. Διαφωνώ με την εισήγηση και επανέρχομαι με εκτενέστερη αναφορά σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό στην συνέχεια της απόφασης μου. Θέλω όμως να τονίσω με αυτό, ότι, ο Επίσημος Παραλήπτης, ως προσωρινός εκκαθαριστής της Εταιρείας, δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο οτιδήποτε που να αφορά την διαδικασία εκκαθάρισης της Εταιρείας, την οικονομική της κατάσταση και εάν υπάρχουν πιστωτές και αν και πως αυτών επηρεάζονται τα συμφέροντα από την συνέχιση της ποινικής διαδικασίας εναντίον της Εταιρείας. Ενώ, πρέπει να σημειωθεί, ότι, ούτε και ο φάκελος της εκκαθάρισης παρουσιάζει (κατόπιν κοινοποίησης από τον προσωρινό εκκαθαριστή ή καταχώρισης με βάσει την ισχύουσα νομοθεσία, οτιδήποτε το σχετικό).
- Τέλος, πρέπει να αναφέρω ότι, σε ότι αφορά το ζήτημα που έχει μόλις αποφασιστεί, δεν διαφεύγουν της προσοχής μου τα εξής, τα οποία όμως θεωρώ ότι δεν είναι του παρόντος Δικαστηρίου για να αποφασίσει: Η αναφορά του ενόρκως δηλούντα που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της Αίτησης, ότι «σε περίπτωση που δεν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα . θα επηρεαστούν δυσμενώς τα συμφέροντα της Αιτήτριας - Παραπονούμενης» και ότι αυτή μπορεί να σημαίνει. Απλά σημειώνω, ότι, τα ζητήματα κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας, αν μπορεί να εγερθεί ένα τέτοιο ζήτημα, είναι του εκδικάζοντος την ποινική υπόθεση Δικαστηρίου να αποφασίσει. Το ύψος της χρηματικής ποινής που μπορεί να επιβληθεί στην Εταιρεία σε περίπτωση που κριθεί ένοχη στην διαδικασία. Και πάλι όμως, το ζήτημα αυτό, δηλαδή το ύψος της ποινής που τυχόν να πρέπει να επιβληθεί και ποιοι παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν τον καθορισμό του (όπως π. χ. η οικονομική κατάσταση της Εταιρείας και το γεγονός ότι αυτή βρίσκεται σε εκκαθάριση, και το εάν έχει ή δεν έχει ανεξασφάλιστους πιστωτές και πως αυτών τα δικαιώματα επηρεάζονται από την επιβληθείσα ποινή), είναι του εκδικάζοντος την ποινική υπόθεση Δικαστηρίου να αποφασίσει.
- Σε ότι αφορά το ζήτημα της επίδοσης της υπό κρίση Αίτησης στον Επίσημο Παραλήπτη και κατά πόσο υπό τις περιστάσεις θα έπρεπε να γίνει στον διοικητικό σύμβουλο της Εταιρείας, άποψη μου είναι ότι ορθά επιδόθηκε στον Επίσημο Παραλήπτη υπό την ιδιότητα του ως προσωρινού εκκαθαριστή της Εταιρείας. Και αυτό γιατί, το διοικητικό συμβούλιο της Εταιρείας, με την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης της την 17/05/2013, έχει καταστεί fanctus officio και οι εξουσίες του, σε ότι αφορά ζητήματα διαχείρισης της εταιρείας και των υποθέσεων που την αφορούν, από την 17/05/2013, έχουν αναληφθεί από τον εκκαθαριστή.
- Ενδεικτικά, δέστε σχετικά τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Αναφορικά με την εταιρεία Lindos Constructions (Σε Εκκαθάριση)
(1999)1 A.A.Δ. 1033 και Αναφορικά με την Helindo Shipping Company Ltd
(2003)1 A.A.Δ, 238). Δεν είναι η περίπτωση που εξετάζεται τέτοια, που για το εγειρόμενο με την υπό συζήτηση Αίτηση ζήτημα, να καλύπτεται δικαιοπρακτικά από το κατάλοιπο των εξουσιών του διοικητικού συμβουλίου της Εταιρείας[2], ώστε να έπρεπε να λάβει ειδοποίηση της και να κληθεί για τους σκοπούς της στο Δικαστήριο. Ενδεικτικά, δέστε σχετικά την αγγλική απόφαση Re Union Accident Insurance Co Ltd [1972] 1 WLR 640 και το σύγγραμμα Court Applications under the Companies Acts[3], στην σελ. 661 και παρ. 16.63). Παραθέτω την σχετική περικοπή: «Effect of Appointment [16.63] On the appointment of a provisional liquidator the board of directors of a a company becomes fanctus officio and its powers are assumed by the provisional liquidator [Re Eurofood IFSC Ltd (27 January 2004, ex tempore) HC (Lavan J); mentioned in Re Eurofood IFSC Ltd
(2004)IEHC 607]. Moreover, the appointment of a provisional liquidator automatically revokes the authority of agents appointed to act on behalf of the company. This is in accordance to the general rule that an agent's authority ceases once his principal becomes incapable of acting on his own behalf [Pacific and General Insurance Company Ltd v Hazell
(1997)BCC 400]. The Court may, of course, authorise the board of directors or any other person to continue having the same powers it had before the appointment of the provisional liquidator. Notwithstanding the appointment of a provisional liquidator, the company's board of directors retain the residual power to instruct solicitors and counsel to oppose the petition and to appeal against the winding up order, as well as to act in interlocutory proceedings, including an application to remove the provision liquidator [Re Union Accident Insurance Co Ltd [1972] 1 WLR 640]. ...». (η υπογράμμιση και έμφαση είναι δική μου) 20. Ως προς το ζήτημα της επίδοσης, παραπέμπω και στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws Of England, 5η Έκδοση, Τόμος 17, στην παράγραφο 854, στην σελίδα 154 όπου, με παραπομπή στην υπόθεση Western and Brazilian Telegraph Co v Bibby
(1880)42 LT 821, αναφέρονται τα εξής: «An application to commence or proceed with claims and proceedings against a company after a winding-up order must be made to the winding-up court and must be served on the liquidator. .». (η υπογράμμιση και έμφαση είναι δική μου) ΚΑΤΑΛΗΞΗ
- Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω η Αίτηση επιτυγχάνει και συνεπώς, το αιτούμενο διάταγμα εγκρίνεται. Δίδεται άδεια στην Αιτήτρια, N.P.P. Betomix Ltd, να συνεχίσει την ποινική διαδικασία που εκκρεμεί εναντίον της υπό εκκαθάριση εταιρείας στο Ε. Δ. Λευκωσίας (Υπόθεση υπ' αρ. 21226/12). (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Παραπομπή γίνεται, στην υπόθεση Roberts Petroleum Ltd v Bernard Kenny Ltd [1983] 2 A.C. 192 (HL). [2] ή της εταιρείας σε γενική συνέλευση, σε περίπτωση που, στην πράξη, ουσιαστικά δεν υπάρχει διοικητικό συμβούλιο. [3] Του Mahmud Samad, Barrister at Law, έκδοση 2013, ISBN 978 1
- [i] Στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, 21η έκδοση στην σελ. 771, με παραπομπή στην υπόθεση Western and Brazilian Telegraph Co. v Bibby
(1880)42 L.T. 82 αναφέρονται τα εξής σχετικά: «The power of the court to allow actions and other proceedings to be brought, taken, or proceeded with, notwithstanding a winding-up order (s. 231), is often exercised. Thus secured creditors are, as a matter of course given liberty to proceed with any action for enforcing their securities. So, too, liberty to proceed is often given where outsiders are involved in some dispute with the company, and it is desirable that the dispute should be decided in an action by the ordinary tribunals: for instance, in the case of an action against the company for damages under Lord Campbell's Act; or for specific performance or for trespass; or to proceed with an execution, where execution was delayed by a trick or to bring a new action for the purpose of obtaining the fruits of an earlier action. The leave must not be given on an ex parte application». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [ii] Προσθέτω εδώ μία παραπομπή. Στις αγγλικές υποθέσεις Re Trimsaran Coal, Iron and Steel Co
(1876)24 WR 900; Re Lundy Granite Co, ex p Heavan
(1871)6 Ch App 462, 467-468; Re Regent United Service Stores
(1878)8 ChD 616, CA. και Currie v Consolidated Kent Collieries Corpn Ltd [1906]1 KB 134, 138, CA. [iii] Δέστε σχετικά το Σύγγραμμα του Ian F. Fletcher, The Law Of Insolvency, 4η Έκδοση, στην σελίδα 700, παράγραφο 22-
- [iv] Δέστε επίσης και τα αναφερόμενα στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws Of England, 5η Έκδοση, Τόμος 17, στην παράγραφο 854, στις σελίδες 154 και
- [v] Δέστε σχετικά και στο βαθμό που αναλογούν στην υπό κρίση Αίτηση τα αναφερόμενα του Αγγλικού Εφετείου (CA) την υπόθεση Environment Agency v Clark [2001] Ch
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο