ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ JOHN CONSTANTINIDES, Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης Αρ.: 18/2014, 27/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A254 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης Αρ.: 18/2014 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΪΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2004 (ΝΟΜΟΣ 133(I)/2004) -και- ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ JOHN CONSTANTINIDES ------------------- Ημερομηνία: 27/11/2015 Αίτηση για παροχή συναίνεσης για περαιτέρω εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας, σε ότι αφορά τον Κύπριο υπήκοο JOHN CONSTANTINIDES, ο οποίος συνελήφθηκε στην Δημοκρατία βάσει Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που εξέδωσε εναντίον του η Ελληνική Δημοκρατία ημερομηνίας 10/07/2014 και ο οποίος, σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην ECLI:CY:AD:2015:A155, Πολιτική Έφεση Αρ. 347/2014 ημερομηνίας 05/03/2015, εκτίει ποινές φυλάκισης που του επιβλήθηκαν από Δικαστήρια της Ελλάδας, στην Κύπρο, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 13(ε) του Νόμου 133(Ι)/2004 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κεντρική Αρχή εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα: κ. Μ. Σπηλιωτοπούλου Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κ. Α. Μαρκίδης με τους κ. κ. Κ. Χρυσοστομίδη και Σ. Αγγελίδη --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγικά
- Την 27/10/2014, είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προς εξέταση, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης (με αναφορά του Πρωτοκολλητή του Ε. Δ. Λάρνακας 18/2014), που αφορά το πρόσωπο του Κύπριου υπηκόου, John Constantinides (στο εξής καλούμενος «ο Εκζητούμενος»), το οποίο είχε εκδοθεί την 10/07/2014 από την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών της Ελληνικής Δημοκρατίας (στο εξής καλούμενη «η Αρμόδια Αρχή Έκδοσης»).
- Ο Εκζητούμενος, βάσει του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης του, αναζητείτο από τις Ελληνικές αρχές για να εκτίσει δύο ποινές φυλάκισης (11 ετών και 4 ετών αντίστοιχα) που του είχαν επιβληθεί από Δικαστήρια της Ελλάδος, για αξιόποινες πράξεις (της πλαστογραφίας δημόσιων εγγράφων και εμπορίας πλαστών εγγράφων και της κατ' εξακολούθηση μη καταβολής χρέους υπό τη μορφή βεβαιωθέντων φόρων προς το δημόσιο) τελεσθείσες μεταξύ της περιόδου 02/1996 - 10/02/1997 και της περιόδου 01/08/2003 - 30/11/2005, αντίστοιχα.
- Ο Εκζητούμενος, που είχε τότε συλληφθεί βάσει του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης [δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 17
(1)του σχετικού Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου, Νόμος 133(I)/2004 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 133(I)/2004»)], όταν είχε παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν συγκατατέθηκε στην παράδοση του. Ακολούθησε, ως εκ τούτου, ακροαματική διαδικασία, με την ολοκλήρωση της οποίας το Δικαστήριο αποφάνθηκε υπέρ της εκτέλεσης του εντάλματος, διατάζοντας την παράδοση του Εκζητούμενου προς τις Ελληνικές Αρχές. Απόφαση, εναντίον της οποίας ο Εκζητούμενος είχε καταχωρήσει έφεση προς το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο, με απόφαση του ημερομηνίας 05/03/2015, αποφάσισε όπως το ένταλμα δεν εκτελεστεί, ως αποτέλεσμα ικανοποίησης (κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της έφεσης) των προϋποθέσεων του Άρθρου 13(ε) του Νόμου 133(Ι)/
- Δηλαδή, την από πλευράς της Κυπριακής Δημοκρατίας ανάληψης υποχρέωσης εκτέλεσης των ποινών που επιβλήθηκαν στον Εκζητούμενο από τα Ελληνικά Δικαστήρια, σύμφωνα με τους ποινικούς μας νόμους. Έκτοτε, ο Εκζητούμενος, έχει μεταφερθεί στις Κεντρικές Φυλακές της Δημοκρατίας όπου και εκτίει τις ποινές που του έχουν επιβληθεί από τα Ελληνικά Δικαστήρια.
- Με την υπό κρίση Αίτηση, η Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, μέσω της Κεντρικής Αρχής, αιτείται από το Δικαστήριο την συγκατάθεση του, προκειμένου ο Εκζητούμενος να εκτίσει νέα ποινή στο πλαίσιο διάπραξης μίας περαιτέρω αξιόποινης πράξης, αφού κρίθηκε ένοχος στις 13/02/2014 από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με απόφαση του υπ' αρ. 8672, για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο, το οποίο διέπραξε την 01/10/2011 (δέστε σχετικά το Τεκμήριο Α). Νομική Πτυχή
- Με τους περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμοι του 2004 έως (Αρ. 2) του 2014 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 133(I)/2004»), έχουν μεταφερθεί στο εθνικό μας δίκαιο[i] οι αρχές και οι ρυθμίσεις τις οποίες αποβλέπει η απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 13ης Ιουνίου 2002 για το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως και τις διαδικασίες παραδόσεως μεταξύ των κρατών μελών[ii], όπως αυτή τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 26ης Φεβρουαρίου 2009[iii] (στο εξής καλούμενη «η απόφαση-πλαίσιο»).
- Η απόφαση-πλαίσιο, όπως προκύπτει ειδικότερα από το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, αυτής, καθώς και από τις αιτιολογικές σκέψεις της 5 και 7, έχει ως αντικείμενο την αντικατάσταση του πολυμερούς συστήματος εκδόσεως μεταξύ κρατών μελών με σύστημα παραδόσεως, εφαρμοζόμενο μεταξύ δικαστικών αρχών, των ατόμων εκείνων τα οποία έχουν καταδικασθεί ή τα οποία φέρονται ως ύποπτα, προκειμένου να εκτελεσθεί εκδοθείσα απόφαση ή να ασκηθούν διώξεις, δοθέντος ότι το σύστημα αυτό στηρίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως (βλ. αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου της 29ης Ιανουαρίου 2013, C-396/11, Radu, σκέψη 33, και της 26ης Φεβρουαρίου 2013, C-399/11, Melloni, σκέψη 36).
- Έτσι, η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο αποβλέπει, μέσω της δημιουργίας ενός απλουστευμένου και αποτελεσματικότερου συστήματος παραδόσεως των ατόμων τα οποία έχουν καταδικασθεί ή είναι ύποπτα για παραβάσεις της ποινικής νομοθεσίας, στη διευκόλυνση και επιτάχυνση της δικαστικής συνεργασίας, συμβάλλοντας στην επίτευξη του σκοπού τον οποίο έχει θέσει η Ένωση, να καταστεί ένας χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, στηριζόμενος στον υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των κρατών μελών (προαναφερθείσες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Radu, σκέψη 34, και Melloni, σκέψη 37).
- Η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως, που αποτελεί τον «ακρογωνιαίο λίθο» της δικαστικής συνεργασίας, συνεπάγεται, βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου, ότι τα κράτη μέλη καταρχήν υποχρεούνται να εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως. Πράγματι, σύμφωνα με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, τα κράτη αυτά, είναι υποχρεωμένα να εκτελούν ένα τέτοιο ένταλμα, ή δεν μπορούν να αρνούνται την εκτέλεσή του, ενώ δεν μπορούν να εξαρτούν την εκτέλεσή του από όρους, παρά μόνο στις περιπτώσεις που απαριθμούνται στα Άρθρα 3 έως 5 της αποφάσεως-πλαισίου. Ομοίως, κατά το Άρθρο 28, παράγραφος 3, αυτής, δεν μπορούν να αρνούνται τη συγκατάθεση σε μεταγενέστερη παράδοση παρά μόνο στις ως άνω περιπτώσεις (βλ. απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου της 28ης Ιουνίου 2012, C-192/12 PPU, West, σκέψη 55 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία), ενώ μόνον οι εν λόγω περιπτώσεις μπορούν να δικαιολογήσουν άρνηση συγκαταθέσεως στη διεύρυνση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως ώστε να καλύψει αξιόποινη πράξη τελεσθείσα πριν από την παράδοση του καταζητούμενου ατόμου, διαφορετική από εκείνη που δικαιολόγησε την παράδοση αυτή, σύμφωνα με το Άρθρο 27, παράγραφος 4, της αποφάσεως-πλαισίου (βλ. απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου της 30ής Μαΐου 2013 C-168/13 PPU, Jeremy F., σκέψη 36).
- Το υπό εξέταση αίτημα για παροχή συναίνεσης για εκτέλεση περαιτέρω ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον Εκζητούμενο από Δικαστήριο της Ελλάδος, βασίζεται στο Άρθρο 36
(4)του Νόμου 133(I)/2004. Στο ίδιο το Άρθρο 36
(1)του Νόμου 133(I)/2004, σημειώνεται, ορίζεται και «ο κανόνας της ειδικότητας». Αυτός, στην απόφαση πλαίσιο, περιλαμβάνεται στο Άρθρο 27, παράγραφο
- Η θέσπισης του, επιβάλλει την ανάγκη για την παροχή συναίνεσης σε περιπτώσεις όπου πρόσωπο το οποίο παραδόθηκε βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, προτίθεται να διωχθεί ή στερηθεί της ελευθερίας του για αξιόποινη πράξη πέραν εκείνης για την οποία παραδόθηκε. Ο κανόνας αυτός, σύμφωνα και με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, συνδέεται με τα κυριαρχικά δικαιώματα του κράτους μέλους εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και παράσχει στο εκζητούμενο πρόσωπο το δικαίωμα να μην διωχθεί, ή καταδικαστεί, ή άλλως πως στερηθεί της ελευθερίας του, εκτός για την αξιόποινη πράξη για την οποία αυτός παραδόθηκε (βλ. απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου της 1ης Δεκεμβρίου 2008, C-388/08 PPU, Artur Leymann και Aleksei Pustovarov, σκέψη 44).
- Το Άρθρο 36 του Νόμου 133(I)/2004, προνοεί τα εξής: «
(1)Ο εκζητούμενος που παραδόθηκε στις Κυπριακές Αρχές δεν διώκεται, ούτε καταδικάζεται ούτε στερείται με άλλο τρόπο της ελευθερίας του για αξιόποινη πράξη, η οποία τελέστηκε πριν από την παράδοσή του και είναι διαφορετική από εκείνη για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.
(2)Το εδάφιο 1 δεν εφαρμόζεται όταν: (α) Ο παραδοθείς μολονότι είχε τη δυνατότητα να εγκαταλείψει το Κυπριακό έδαφος δεν το έπραξε εντός 45 ημερών από την οριστική απελευθέρωσή του ή επέστρεψε σε αυτό αφού το είχε εγκαταλείψει. (β) Η αξιόποινη πράξη δεν τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας. (γ) Η ποινική διαδικασία δεν συνεπάγεται την εφαρμογή μέτρου περιοριστικού της ελευθερίας του προσώπου. (δ) Στον παραδοθέντα ενδέχεται να επιβληθεί ποινή ή μέτρο που δεν συνεπάγονται στέρηση της ελευθερίας, ιδίως χρηματική ποινή ή υποκατάστατο μέτρο, ακόμη κι αν αυτή η ποινή ή το μέτρο ενδέχεται να περιορίζει την προσωπική του ελευθερία. (ε) Η δικαστική αρχή εκτέλεσης του εντάλματος δίδει τη συγκατάθεσή της, μετά την υποβολή σχετικής αίτησης, σύμφωνα με το εδάφιο 4 του παρόντος. (στ) Ο παραδοθείς είχε παραιτηθεί ρητά από το ευεργέτημα του κανόνα της ειδικότητας, συγχρόνως με την συγκατάθεσή του να παραδοθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία στην αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους εκτέλεσης του εντάλματος. (ζ) Ο παραδοθείς παραιτηθεί ρητά, μετά την παράδοσή του, από το ευεργέτημα του κανόνα της ειδικότητας όσον αφορά αξιόποινες πράξεις, οι οποίες τελέστηκαν πριν από την παράδοσή του. Η δήλωση παραίτησης δίδεται στον αρμόδιο Δικαστή, ο οποίος προηγουμένως τον ενημερώνει για τις συνέπειες της παραίτησης από τον κανόνα της ειδικότητας καθώς και για το δικαίωμά του να παρίσταται με συνήγορο ή και με διερμηνέα, αν τούτο είναι αναγκαίο. Για την ενημέρωση και τις δηλώσεις του παραδοθέντα συντάσσεται έκθεση.
(3)Η κατά την παράγραφο (ε) του προηγούμενου εδαφίου αίτηση συγκατάθεσης, η οποία υποβάλλεται στη δικαστική αρχή εκτέλεσης του εντάλματος συνοδεύεται από τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 4 εδάφιο 1 του παρόντος και από την μετάφραση που προβλέπεται στο εδάφιο 3 του ιδίου άρθρου.
(4)Όταν ζητείται η συγκατάθεση της Κυπριακής δικαστικής αρχής που αποφάσισε την εκτέλεση του εντάλματος, προκειμένου ο παραδοθείς να διωχθεί, καταδικαστεί ή κρατηθεί στο κράτος έκδοσης εντάλματος για αξιόποινη πράξη προγενέστερη και διαφορετική από εκείνη για την οποία είχε εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, η ανωτέρω δικαστική αρχή αποφαίνεται το αργότερο σε τριάντα
(30)ημέρες μετά την παραλαβή της αίτησης καθώς και της μετάφρασης και των πληροφοριών που ορίζονται στο άρθρο 4 του παρόντος Νόμου. Συγκατάθεση δίδεται, αν για την αξιόποινη πράξη, για την οποία ζητείται, χωρεί παράδοση, σύμφωνα με το άρθρο 12 του παρόντος Νόμου. Η δικαστική αρχή αρνείται τη συγκατάθεση, αν συντρέχουν οι λόγοι που αναφέρονται στο άρθρο 13 του παρόντος Νόμου καθώς και αν το κράτος έκδοσης του εντάλματος δεν παρέχει τις τυχόν αιτηθείσες εγγυήσεις που ορίζονται στο άρθρο 15 του παρόντος. Η δικαστική αρχή μπορεί να αρνηθεί τη συγκατάθεση για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 14 του παρόντος Νόμου». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Το «αντίστοιχο» Άρθρο της απόφασης-πλαίσιο, ως έχει προαναφερθεί, είναι το Άρθρο 27, το οποίο προνοεί: «
- Έκαστο κράτος μέλος δύναται να κοινοποιεί στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου ότι, στις σχέσεις του με άλλα κράτη μέλη που έχουν προβεί στην ίδια κοινοποίηση, τεκμαίρεται η συγκατάθεση για τη δίωξη, καταδίκη ή κράτηση ενός προσώπου προς έκτιση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας, για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη διαπραχθείσα πριν από την παράδοσή του, πέραν εκείνης για την οποία παραδόθηκε, εκτός εάν, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η δικαστική αρχή εκτέλεσης ορίσει άλλως στην απόφασή της για την παράδοση.
- Εξαιρέσει των περιπτώσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 3, πρόσωπο το οποίο παραδόθηκε δεν διώκεται, καταδικάζεται ή άλλως πως στερείται της ελευθερίας του για αξιόποινη πράξη διαπραχθείσα πριν από την παράδοσή του πέραν εκείνης για την οποία παραδόθηκε.
- Η παράγραφος 2 δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) όταν ο παραδοθείς, μολονότι είχε τη δυνατότητα να εγκαταλείψει το έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο παραδόθηκε, δεν το έπραξε εντός 45 ημερών από την οριστική απαλλαγή του ή επέστρεψε σε αυτό αφού το είχε εγκαταλείψει· β) η αξιόποινη πράξη δεν τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας· γ) η ποινική διαδικασία δεν συνεπάγεται την εφαρμογή μέτρου περιοριστικού της ελευθερίας του προσώπου· δ) όταν στον παραδοθέντα ενδέχεται να επιβληθεί ποινή ή μέτρο που δεν συνεπάγονται στέρηση της ελευθερίας, ιδίως χρηματική ποινή ή υποκατάστατο μέτρο, ακόμη και εάν αυτή ή ποινή ή το μέτρο ενδέχεται να περιορίζει την ατομική του ελευθερία· ε) όταν ο συλληφθείς συγκατατέθηκε να παραδοθεί, ενδεχομένως συγχρόνως με την παραίτηση από το ευεργέτημα του κανόνα της ειδικότητας, σύμφωνα με το άρθρο 13· στ) όταν ο συλληφθείς μετά την παράδοσή του παραιτήθηκε ρητά από το ευεργέτημα του κανόνα της ειδικότητας όσον αφορά συγκεκριμένες αξιόποινες πράξεις προγενέστερης της παράδοσής του. Η παραίτηση γίνεται ενώπιον των αρμόδιων δικαστικών αρχών του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και καταχωρείται στα πρακτικά σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο του εν λόγω κράτους. Διατυπώνεται κατά τρόπο που να προκύπτει ότι το έπραξε εκουσίως και έχοντας πλήρη επίγνωση των σχετικών συνεπειών. Προς τούτο, έχει το δικαίωμα να επικουρείται από νομικό παραστάτη· ζ) οσάκις η δικαστική αρχή εκτέλεσης που παρέδωσε τον συλληφθέντα δίδει τη σχετική συγκατάθεσή της σύμφωνα με την παράγραφο
- Η αίτηση συγκατάθεσης υποβάλλεται στη δικαστική αρχή εκτέλεσης και συνοδεύεται από τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 και από τη μετάφραση που προβλέπεται στο άρθρο 8 παράγραφος
- Δίδεται συγκατάθεση όταν για την αξιόποινη πράξη για την οποία ζητείται χωρεί επίσης παράδοση σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαίσιο. Η δικαστική αρχή εκτέλεσης αρνείται τη συγκατάθεσή της για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3 και μπορεί πέραν αυτού να την αρνηθεί μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο
- Η απόφαση λαμβάνεται το αργότερο 30 ημέρες μετά την παραλαβή της αίτησης. Για τις περιπτώσεις του άρθρου 5, το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος πρέπει να παρέχει τις εγγυήσεις που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Σημειώνεται εδώ, ότι, σε σχέση με τα αναφερόμενα της παραγράφου 1 του Άρθρου 27 της απόφασης-πλαίσιο, διαπιστώνεται ότι, ούτε η Κύπρος, αλλά ούτε και η Ελλάδα, έχουν κοινοποιήσει[1] στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου της Ευρώπης, ότι, στις σχέσεις τους με άλλα κράτη μέλη που έχουν προβεί στην ίδια κοινοποίηση, τεκμαίρεται η συγκατάθεση τους για τη δίωξη, καταδίκη ή κράτηση ενός προσώπου προς έκτιση ποινής ή μέτρου στερητικού της ελευθερίας, για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη διαπραχθείσα πριν από την παράδοσή του, πέραν εκείνης για την οποία παραδόθηκε. Συνεπώς, σε μια περίπτωση όπως την υπό εξέταση, η συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης της Κυπριακής Δημοκρατίας, είναι απαραίτητη.
- Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 36
(4)του Νόμου 133(Ι)/2004, αυτό το Δικαστήριο μπορεί, υπό την ιδιότητα του ως η αρμόδια αρχή εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, να συγκατατεθεί όπως πρόσωπο διωχθεί, καταδικαστεί ή στερηθεί με άλλο τρόπο της ελευθερίας του, «για αξιόποινη πράξη προγενέστερη και διαφορετική από εκείνη για την οποία είχε εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης». Σημειώνεται εδώ, η διάσταση που παρατηρείται μεταξύ των προνοιών του Άρθρου 36
(4)του Νόμου 133(Ι)/2004 με τις αντίστοιχες του Άρθρου 27, παράγραφος 2, της απόφασης-πλαίσιο, το οποίο προνοεί, σαφέστατα ευρύτερα, ότι, πρόσωπο το οποίο παραδόθηκε βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, δεν διώκεται, καταδικάζεται, ή άλλως πως στερείται της ελευθερίας του, «για αξιόποινη πράξη διαπραχθείσα πριν από την παράδοσή του, πέραν εκείνης για την οποία παραδόθηκε». Οι πρόνοιες όμως της απόφασης-πλαίσιο, σύμφωνα με την Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, Άρθρο 34
(2)(β), δεν παράγουν άμεσο αποτέλεσμα και ως εκ τούτου, οι πρόνοιες του Άρθρου 36
(4)του Νόμου 133(Ι)/2004 υπερισχύουν (βλ. την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση John Constantinides ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:A155, Πολιτική Έφεση Αρ. 347/2014, ημερομηνίας 05/03/2015, σελ. 8, 9, 12 και 13)[iv].
- Συγκατάθεση δίδεται[2], αν για την αξιόποινη πράξη για την οποία το υπό αναφορά πρόσωπο ζητείται, χωρεί παράδοση, σύμφωνα με το Άρθρο 12 του Νόμου 133(Ι)/
- Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να συγκατατεθεί στο αίτημα, αν συντρέχουν οι λόγοι που αναφέρονται στο Άρθρο 13 του Νόμου 133(Ι)/2004, καθώς και αν ελλείπουν οι τυχόν απαραίτητες εγγυήσεις που ορίζονται στο Άρθρο 15 του Νόμου 133(Ι)/
- Το Δικαστήριο, μπορεί περαιτέρω να αρνηθεί τη συγκατάθεση και για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 14 του Νόμου 133(Ι)/
- Εξέταση της Αίτησης
- Εξέταση της Αίτησης (Τεκμήριο Α), αποκαλύπτει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες που αναφέρονται στο Άρθρο 4
(1)του Νόμου 133(Ι)/2004 και οι οποίες πρέπει να περιέχονται σε αιτήσεις του είδους. Βάσει αυτών, ικανοποιούμαι ότι, για την αξιόποινη πράξη, αναφορά στην οποία γίνεται στην Αίτηση (μη καταβολής χρέους υπό τη μορφή βεβαιωθέντων φόρων προς το δημόσιο), χωρεί παράδοση σύμφωνα με το Άρθρο 12 του Νόμου 133(Ι)/2004[v]. Συνεπώς, η εμβέλεια του εντάλματος θα μπορούσε να διευρυνθεί ούτως ώστε να καλύψει εκτέλεση και αυτής της ποινής. Σημειώνεται εδώ, ότι, σε ότι αφορά την ποινή φυλάκισης η εκτέλεση της οποίας επιδιώκεται με την υπό κρίση Αίτηση, δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οτιδήποτε που να υποστηρίζει ότι, η Κυπριακή Δημοκρατία, αναλαμβάνει, ειδικά σε ότι αφορά και για αυτή, την εκτέλεση της σύμφωνα με τους ποινικούς μας νόμους. Ως έγινε δηλαδή με τις ποινές για την εκτέλεση των οποίων οι Ελληνικές αρχές ζητούσαν αρχικά τον Εκζητούμενο με το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης του. 16. Περαιτέρω, ικανοποιούμαι ότι, δεν συντρέχουν λόγοι για τους οποίους, δυνάμει των προνοιών των Άρθρων 13, 14 και 15 του Νόμου 133(Ι)/2004, το Δικαστήριο θα έπρεπε ή θα μπορούσε να απορρίψει το υπό κρίση αίτημα. Άλλωστε, ούτε και η πλευρά του Εκζητούμενου έχει εισηγηθεί κάτι το αντίθετο, 17. Εντούτοις, το αίτημα θα απορριφθεί για τον εξής λόγο. Με την απόφαση του Εφετείου ημερομηνίας 05/03/2015, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης που αφορούσε τον Εκζητούμενο, δεν έχει εκτελεστεί. Γεγονός, που, σύμφωνα με το Άρθρο 36
(4)του Νόμου 133(Ι)/2004, πρέπει να ενυπάρχει για να παρασχεθεί η αιτούμενη συγκατάθεση. Συνεπώς, δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα διεύρυνσης του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, όταν αυτό αρχικά δεν έχει εκτελεστεί. Το Εφετείο, στην προαναφερόμενη απόφαση του (John Constantinides ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:A155, Πολιτική Έφεση Αρ. 347/2014, ημερομηνίας 05/03/2015), αναφέρει τα εξής πολύ καθοριστικά για την έκβαση αυτής της Αίτησης (σελίδες 41 έως 50): «Μια εξέλιξη, όμως, η οποία σημειώθηκε κατά την ακρόαση της έφεσης, προφανώς, έχει καταστήσει την εξέταση του τελευταίου πιο πάνω λόγου αχρείαστη. Συγκεκριμένα, στο στάδιο αυτό, τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου τούτου, από τους συνηγόρους του εφεσείοντος, με τη σύμφωνη γνώμη και της συνηγόρου για το Γενικό Εισαγγελέα, επιστολή ημερομηνίας 15.12.2014, την οποία ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, εκπροσωπώντας την Κυπριακή Δημοκρατία, απέστειλε στους συνηγόρους του εφεσείοντος, πληροφορώντας τους ότι η Κυπριακή Δημοκρατία αναλαμβάνει την εκτέλεση των ποινών που έχουν επιβληθεί στον εφεσείοντα από τα Ελληνικά Δικαστήρια, ως οι πρόνοιες του άρθρου 13(ε) του Νόμου 133(Ι)/
- Με την πιο πάνω επιστολή, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο και σημειώθηκε ως τεκμήριο, απαντάται προηγούμενη επιστολή, ίδιας ημερομηνίας, εκ μέρους του εφεσείοντος, με την οποία ετίθετο το ερώτημα προς τον Υπουργό κατά πόσο η πιο πάνω διευθέτηση θα μπορούσε να γίνει δεκτή. Υπό το φως δε της προαναφερθείσας απάντησης του Υπουργού, οι συνήγοροι του εφεσείοντος, με το πέρας της ακρόασης της έφεσης, επικαλέστηκαν, προς όφελός του, τις πρόνοιες του άρθρου 13(ε), όπου αναφέρονται τα εξής:- «
- Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: ........................................................................................................ ε) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, είναι ημεδαπός και η Κυπριακή Δημοκρατία αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους,» Με βάση τα δεδομένα τα οποία το Δικαστήριο τούτο έχει, πλέον, ενώπιόν του, είναι πρόδηλο ότι η περίπτωση του εφεσείοντος πληροί τις προϋποθέσεις τις οποίες θέτει το πιο πάνω άρθρο. Συγκεκριμένα, αυτός είναι ημεδαπός και η Κυπριακή Δημοκρατία έχει αναλάβει, μέσω του αρμόδιου Υπουργού, την υποχρέωση να εκτελέσει τις ποινές που του έχουν επιβληθεί από τα Ελληνικά Δικαστήρια, σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους. Επομένως, έστω και αν έχει διαπιστωθεί ότι το ΕΕΣ είναι δικονομικά επαρκώς συμπληρωμένο και το εκδικάσαν Δικαστήριο άσκησε ορθώς τη διακριτική του εξουσία, όπου απαιτείτο, με βάση τα ενώπιόν του στοιχεία, εντούτοις, ως αποτέλεσμα της ικανοποίησης των προϋποθέσεων του άρθρου 13(ε), η εκτέλεσή του δεν είναι, πλέον, εφικτή. Ο εφεσείων δεν πρέπει να μεταφερθεί στην Ελλάδα, για έκτιση, σε κάποιο από τα σωφρονιστικά της ιδρύματα, των ποινών που του έχουν επιβληθεί από τα δικαστήριά της, όπως έχει προαναφερθεί. .................................. Επιπρόσθετα, δεν μπορεί να γίνει δεκτή και τυχόν εισήγηση ότι, αν εξεταστεί ο προαναφερθείς λόγος έφεσης, το ΕΕΣ δυνατό να ακυρωθεί στη βάση αυτή, οπότε ο εφεσείων θα αφεθεί ελεύθερος. Από το γράμμα και το πνεύμα της Απόφασης πλαίσιο, προκύπτει, ως θέμα αρχής, ότι τα κράτη μέλη πρέπει να εκτελούν το ΕΕΣ βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης. Η έκτιση δε, από τον εφεσείοντα, στην Κύπρο, των ποινών οι οποίες του έχουν επιβληθεί από τα Ελληνικά Δικαστήρια αποτελεί έμμεσο τρόπο ικανοποίησης του αιτήματος για εκτέλεση του ΕΕΣ, αφού, έτσι, επιτυγχάνεται ο επιδιωκόμενος σκοπός του. Η κατάληξη αυτή συνάδει και με το γεγονός ότι οι παράγραφοι (ε) και (στ) του άρθρου 13 έχουν την ιδιαιτερότητα ότι αφορούν μόνο σε ημεδαπούς και ενέχουν το στοιχείο της ανθρωπιστικής αντιμετώπισης τέτοιων εκζητουμένων προσώπων. Διαφοροποιούνται, έτσι, ριζικά από τις υπόλοιπες παραγράφους του ιδίου άρθρου, με τις οποίες παρέχεται προστασία σε συγκεκριμένα δικαιώματα εκζητουμένων προσώπων, ανεξαρτήτως της ιθαγένειάς τους.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Τόσο το Άρθρο 36
(4)του Νόμου 133(Ι)/2004, όσο και το Άρθρο 27 της απόφασης-πλαίσιο, αναφέρονται σε «εκτέλεση» του εντάλματος και σε «παράδοση» του εκζητούμενου προσώπου, προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σε κάθε περίπτωση όπου υποβάλλεται αίτημα διεύρυνσης του ευρωπαϊκού εντάλματος. Κάτι το οποίο, στην προκείμενη περίπτωση, δεν έχει γίνει, αφού, ως έχω προαναφέρει, το ένταλμα δεν έχει εκτελεστεί και ο Εκζητούμενος δεν έχει παραδοθεί στις Ελληνικές αρχές. Πιστεύω ότι η πιο πάνω ερμηνεία που δίδω στις διατάξεις αυτές του Νόμου 133(Ι)/2004 και της απόφασης-πλαίσιο, στηρίζεται στη συνηθισμένη και φυσική σημασία των λέξεων του κειμένου μέσα από το οποίο εκφράζεται πρωτίστως η πρόθεση του νομοθέτη τους (βλ. την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Southfirlds Industries Ltd v Δήμου Λευκωσίας
(1995)3 Α.Α.Δ 59).
- Και αναφέρω αυτά, χωρίς να παραγνωρίζω τα όσα αναφέρθηκαν από το Εφετείο στην απόφαση του σε σχέση με το ότι, η έκτιση από τον Εκζητούμενο στην Κύπρο των ποινών οι οποίες του έχουν επιβληθεί από τα Ελληνικά Δικαστήρια, «αποτελεί έμμεσο τρόπο ικανοποίησης του αιτήματος για εκτέλεση του ΕΕΣ, αφού, έτσι, επιτυγχάνεται ο επιδιωκόμενος σκοπός του». Δεν βλέπω όμως πως, στην προκείμενη περίπτωση, δεδομένης της άρνησης εκτέλεσης του εντάλματος, το Δικαστήριο θα μπορούσε να ικανοποιήσει το υπό εξέταση αίτημα, κατά τρόπο που, έστω και έμμεσα, να μπορούσε να επιτύχει ο σκοπός του Άρθρου 27 της απόφασης-πλαίσιο. Ειδικότερα, εν όψει και του γεγονότος ότι, για την υπό εξέταση περίπτωση ποινής, ως προανέφερα, η Κυπριακή Δημοκρατία, δεν φαίνεται να έχει αναλάβει την εκτέλεση της (ήτοι, σύμφωνα με τους ποινικούς μας νόμους), ως έγινε και με την περίπτωση των ποινών, αντικείμενο του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ημερομηνίας10/07/
- Θα μπορούσε να λεχθεί, ότι, τόσο στην απόφαση-πλαίσιο, όσο και στην δική μας νομοθεσία (Νόμο 133(Ι)/2004) υπάρχει ένα κενό. Έλλειψη ουσιαστικά ρύθμισης, - σε περιπτώσεις όπως στην παρούσα, όπου ενεργοποιούνται οι πρόνοιες του Άρθρου 12(ε) του Νόμου 133(Ι)/2004 και δεν εκτελείται ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, αλλά η ποινή φυλάκισης αντικείμενο του εντάλματος εκτελείται από την Κυπριακή Δημοκρατία εναντίον του υπό αναφορά σε αυτό προσώπου -, του πως θα αντιμετωπίζεται το ενδεχόμενο εκτέλεσης, επιπρόσθετα, και άλλων ποινών, για οποιεσδήποτε αξιόποινες πράξεις τυχόν να διαπράχθηκαν από το Εκζητούμενο πρόσωπο, πριν από την ανάληψη υποχρέωσης από την Κυπριακή Δημοκρατία εκτέλεσης των ποινών για τις οποίες το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε. Κενό στην νομοθεσία, που, σύμφωνα με την νομολογία μας, το Δικαστήριο δεν δικαιούται να αναμορφώσει δια της αποφάσεως του. Αυτό, εμπίπτει στη σφαίρα αρμοδιότητας του νομοθετικού σώματος, εάν ήθελε να επιφέρει οποιαδήποτε αλλαγή (βλ. τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Dias United Publication Co Ltd v Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 550, Sigma Radio TV Ltd v Δημοκρατίας
(2009)3 Α.Α.Δ. 268 και Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ. ν Δημοκρατίας
(2013)3 Α.Α.Δ. 602).
- Περαιτέρω, θα απέρριπτα το Αίτημα και για τον λόγο ότι, η αξιόποινη πράξη που αυτό αφορά, δεν είναι προγενέστερη από εκείνες για τις οποίες είχε εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Αυτή, σύμφωνα με την μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο προς υποστήριξη του αιτήματος, διαπράχθηκε, ως έχει προαναφερθεί, την 01/10/2011, ενώ εκείνες για τις οποίες είχε εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, διαπράχθηκαν μεταξύ της περιόδου 02/1996 - 10/02/1997 και της περιόδου 01/08/2003 - 30/11/2005, αντίστοιχα. Κατάληξη
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους το αίτημα απορρίπτεται.
- Ο αρμόδιος Πρωτοκολλητής, μέσω της Κεντρικής Αρχής, να κοινοποιήσει την παρούσα απόφαση στην Αρμόδια Αρχή που υπέβαλε το αίτημα για διεύρυνση του εντάλματος, της Ελληνικής Δημοκρατίας. (Υπ.)_________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Δέστε σχετικά τις δηλώσεις που δημοσιεύτηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (L 190/19), αναφορικά με την απόφαση-πλαίσιο, ημερομηνίας 18/07/
- [2] Και επιβάλλεται να δίδεται σύμφωνα με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (βλ. απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου της 28ης Ιουνίου 2012, C-192/12 PPU, West, σκέψη 55 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς επίσης και την απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου της 30ής Μαΐου 2013 C-168/13 PPU, Jeremy F., σκέψη
- Και οι δύο αποφάσεις έχουν ήδη αναφερθεί, κατά την ανάλυση της νομικής πτυχής του ζητήματος). [i] Δέστε επί αυτού τις αποφάσεις του Εφετείου στις υποθέσεις Κυριάκου Χαραλάμπους Πηγασίου ν Γενικού Εισαγγελέα,
(2009)1 Α.Α.Δ. 519 και John Constantinides ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:A155, Πολιτική Έφεση Αρ. 347/2014, ημερομηνίας 05/03/
- [ii] ΕΕ L 190, σελ.
- [iii] ΕΕ L 81, σελ.
- [iv] Στην υπόθεση John Constantinides ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:A155, Πολιτική Έφεση Αρ. 347/2014, ημερομηνίας 05/03/2015, στις σελίδες 12 και 13, αναφέρονται τα εξής σχετικά: «Σύμφωνα με το Άρθρο 34 της Απόφασης πλαίσιο, τα κράτη μέλη όφειλαν, εντός προκαθορισμένου χρόνου, να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με τις πρόνοιές της. Η Κυπριακή Δημοκρατία συμμορφώθηκε με την υποχρέωσή της αυτή, θεσπίζοντας τον προαναφερθέντα Νόμο 133(Ι)/
- Με τις πρόνοιές του, μεταφέρθηκαν στο εθνικό δίκαιο οι αρχές και οι ρυθμίσεις τις οποίες προβλέπει η Απόφαση. Η αρμόδια δικαστική αρχή της Δημοκρατίας είναι αυτές τις πρόνοιες που, εν πρώτοις, εφαρμόζει σε κάθε περίπτωση, είτε για την έκδοση είτε για την εκτέλεση ΕΕΣ. Κατά την άσκηση της εν λόγω εξουσίας, οφείλει, συγχρόνως, να ερμηνεύει το εθνικό δίκαιο, εν προκειμένω το Νόμο 133(Ι)/2004, σε συμφωνία με την Απόφαση πλαίσιο 2002/
- Αυτό απαιτεί η βασική αρχή, την οποία καθιέρωσε η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), για τη διασφάλιση της επιτυχούς ενσωμάτωσης στο δίκαιο κάθε κράτους μέλους των αποφάσεων πλαίσιο που υιοθετεί το Συμβούλιο, προς επίτευξη των σκοπών του Άρθρου 34.2.β) της ΣΕΕ, (βλ. C-105/2003, Maria Pupino, της 16.6.2005, σκέψεις 34, 42 και 43). Επομένως, και στην περίπτωση του εν λόγω Νόμου, η εφαρμογή του θα πρέπει να γίνεται στη βάση των αρχών και των επιδιώξεων που διακηρύσσονται στις αιτιολογικές σκέψεις της υπό αναφορά Απόφασης πλαίσιο, καθώς, επίσης, στη βάση των λειτουργικών προνοιών της στα άρθρα που τις ακολουθούν. ........................................ Κάθε κράτος μέλος, όμως, έχει το δικό του εσωτερικό νόμο, με τον οποίο έχει μεταφέρει στο δικαιϊκό του σύστημα την Απόφαση πλαίσιο. Τέτοιο νόμο, προφανώς, έχει και η Ελλάδα, από δικαστική αρχή της οποίας έχει προέλθει το υπό εξέταση ΕΕΣ. Θα πρέπει δε να θεωρηθεί πως, για την έκδοσή του, εφαρμόστηκε ο σχετικός ελληνικός νόμος. Δεν εναπόκειται, όμως, στην αρμόδια δικαστική αρχή της Κύπρου να το κρίνει αυτό. Η Κύπρος, ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει το δικό της Νόμο, τον 133(Ι)/2004, τον οποίο εφαρμόζει, σύμφωνα και με τις διατάξεις της Απόφασης πλαίσιο, και, στην περίπτωση του συγκεκριμένου ΕΕΣ, ενετάλη να το εκτελέσει δική της αρμόδια δικαστική αρχή. Οι εξουσίες της τελευταίας για εκτέλεση του συγκεκριμένου αυτού καθήκοντος προβλέπονται στο Τρίτο Μέρος του εν λόγω Νόμου. ...». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [v] Δέστε σχετικά την John Constantinides ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:A155, Πολιτική Έφεση Αρ. 347/2014, ημερομηνίας 05/03/
- Σχετική με την υπόθεση αυτή, ως προς το ζήτημα ότι το αίτημα των Ελληνικών αρχών υποβάλλεται σε σχέση με αξιόποινη πράξη διαφορετική από εκείνη για την οποία είχε εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι και οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου της 16ης Νοεμβρίου 2010, C 261/09, GaetanoMantello, σκέψεις 50 και 51 και της 1ης Δεκεμβρίου 2008, C-388/08 PPU, Artur Leymann και Aleksei Pustovarov, σκέψεις 52 έως
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο