← Κύπρος

MICRO STORES LTD ν. ΚΛΕΙΤΟΥ ΔΙΟΜΗΔΟΥΣ κ.α., Πολιτική Αγωγή υπ' Αρ.: 1730/2015, 10/9/2015

MICRO STORES LTD ν. ΚΛΕΙΤΟΥ ΔΙΟΜΗΔΟΥΣ κ.α., Πολιτική Αγωγή υπ' Αρ.: 1730/2015, 10/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A193 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' Αρ.: 1730/2015 Μεταξύ: MICRO STORES LTD Ενάγουσα - και -

  1. ΚΛΕΙΤΟΥ ΔΙΟΜΗΔΟΥΣ
  2. SANTRA MARGARITA DIOMIDOUS Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία: 10/09/2015 Αίτηση Για Ενδιάμεσο Προσωρινό Προστακτικό και Απαγορευτικά Διατάγματα ημερομηνίας 09/09/2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για την Ενάγουσα / Αιτήτρια: κ. Παπαλλής για Αντώνης Παπαλλής & Σια Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ
  3. Το κλητήριο ένταλμα αυτής της αγωγής, σφραγίστηκε και εκδόθηκε με την καταχώριση της, την 09/09/
  4. Αυθημερόν, η Ενάγουσα καταχώρισε Αίτηση με την οποία αιτείται, μονομερώς, την έκδοση εναντίον των Εναγομένων, προσωρινού ενδιάμεσου διατάγματος με υποστοιχεία προστακτικά και απαγορευτικά, η οποία ετέθη ενώπιον μου προς εξέταση χθες 09/09/
  5. Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ
  6. Η Αίτηση βασίζεται «στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 32, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5 και 9, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.48, θ. 1 - 4, 8 και 9, στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ. 148 (άρθρο 43), στις αρχές της Επιείκειας (equity), στο Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στη σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου».
  7. Η Αίτηση συνοδεύεται και υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του διευθυντή της Ενάγουσας εταιρείας. Στα αναφερόμενα σε αυτήν γεγονότα, στρέφομαι στην συνέχεια της απόφασης μου αυτής, εκεί και όπου ο σχολιασμός τους κρίνεται απαραίτητος για σκοπούς εξέτασης της Αίτησης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
  8. Το Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/1960 δίδει εξουσία στο Δικαστήριο όταν κρίνει δίκαιο να εκδίδει Παρεμπίπτοντα Διατάγματα όταν ικανοποιούνται και συνυπάρχουν (Παραστράτης ν Γλάυκος Πετρίδης

(1979)1 C. L. R. 231) οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Πιθανότητα ο αιτών διάδικός να δικαιούται θεραπείας, και (γ) Εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. 5. Οι προϋποθέσεις έκδοσης Προσωρινών Διαταγμάτων τις οποίες θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, έχουν τύχει νομολογιακής εξέτασης κατ' επανάληψη από το Ανώτατο Δικαστήριο. Θα υπομνήσω εδώ απλώς, τις ακόλουθες αποφάσεις. Karydas Taxi Co. v Komodikis
(1975)1 CLR 321, Papastratis v Pierides
(1979)1 CLR 231, Odysseos v Pieris Estates and others
(1982)1 CLR 557, Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 CLR 263 και Γρηγορίου ν Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ.
  1. Το Άρθρο 9
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 δίδει την εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει Διάταγμα μετά από Αίτηση εκ μέρους ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο διάδικο, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις. Όπως έχει νομολογηθεί, το υπαρκτό του στοιχείου του κατ' επείγοντος ή άλλες εξαιρετικές περιστάσεις, αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ
  1. Αγορεύοντας στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της αίτησης της Ενάγουσας / Αιτήτριας, ο συνήγορος της, υποστήριξε ότι, η βάση της Αγωγής της εντολέα του, είναι το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης. Κάποια ανάλυση συνεπώς, της νομικής πτυχής του αστικού αυτού αδικήματος, θεωρώ, ότι, είναι απαραίτητη, προς διαπίστωση, ειδικότερα του κατά πόσο πληρείται, στην προκείμενη περίπτωση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της Ενάγουσας / Αιτήτριας σε αυτή την Αγωγή, επί την εν λόγω βάσης - διαπίστωση που άπτεται σαφώς, της δεύτερης θεσμικής προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 -, αφού σε σχέση με το κατά πόσο διαπιστώνεται σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση, δηλαδή, σε ότι αφορά την πρώτη θεσμική προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60, ικανοποιούμε από το δικόγραφο της γενικής οπισθογράφησης της Ενάγουσας[1], ότι, υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση εναντίον των Εναγομένων / Καθ' ων η Αίτηση, επί της προαναφερόμενης βάσης.
  2. Σύμφωνα με το Άρθρο 43
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148: «Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο». 9. Η παράνομη επέμβαση, είναι αδίκημα εναντίον της κατοχής ακινήτου και όχι της κυριότητας του. Σχετικά, στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 38 στην παράγραφο 1194, αναφέρεται, ότι, επέμβαση, συνίσταται σε παράνομη πράξη υποδεικνύουσα αμφισβήτηση και ενόχληση της κατοχής περιουσίας, αντίθετα με την βούληση του κατόχου. Στην δε υπόθεση Adamou v Christofi
(1974)1 C.L.R. 100, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι, η προστασία που ο νόμος[2] παρέχει σε πρόσωπο που βρίσκεται απλά σε κατοχή ακινήτου, αποτελεί προέκταση της προστασίας που παρέχει στο ίδιο το πρόσωπο. Η κατοχή ακίνητης ιδιοκτησίας, υποδηλώνει, σε κάποιο βαθμό, προσωπική παρουσία και το απαραβίαστο του προσώπου, επεκτείνεται και σε αυτό το είδος της διαταραχής που ένα άτομο μπορεί να υποστεί, ώστε, γενικότερα, να διαφυλάσσεται η κοινωνική τάξη και ειρήνη.
  1. Συνεπώς, το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία, είναι αγώγιμο, από το πρόσωπο στου οποίου η ακίνητη ιδιοκτησία βρίσκεται υπό κατοχή, που μπορεί να αξιώσει αποζημιώσεις, ή απαγορευτικό διάταγμα, ή και τις δύο προαναφερόμενες θεραπείες. Ως εκ τούτου, ένας ένοικος ακίνητης ιδιοκτησίας, που έχει την κατοχή της, μπορεί να ενάγει για παράνομη επέμβαση σε σχέση με αυτήν, ενώ ο ιδιοκτήτης της, που δεν την κατέχει, δεν μπορεί, με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου η ακίνητη ιδιοκτησία του ζημιώνεται κατά τρόπο μη ανατρέψιμο.
  2. Γενικά ομιλούντες, κατοχή, σημαίνει κατάληψη ή φυσικός έλεγχος ακίνητης ιδιοκτησίας. Συναρτώμενη πάντοτε, με τον χαρακτήρα που αυτή μπορεί να προσλάβει, δεδομένου του αντικειμένου της. Δηλαδή, ποια μορφής κατοχή το σχετικό αντικείμενο μπορεί ειδικά να προσδώσει. Συνεπώς, όταν εξετάζεται επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία, το είδος της ακίνητης ιδιοκτησίας έχει σημασία. Αν δηλαδή πρόκειται για τεμάχιο γης κενό, περίκλειστο ή μη, που καλλιεργείται ή δεν καλλιεργείται, ή αν πρόκειται για κάποιο κτήριο ή κτηριακό συγκρότημα που κατοικείται ή δεν κατοικείται. Περαιτέρω, πρέπει να αναφερθεί, γιατί σχετίζεται με τα αμέσως προαναφερόμενα, ότι, αποτελεί αρχή δικαίου, ότι, η ακίνητη ιδιοκτησία, μπορεί να διαχωριστεί κατακόρυφα και κλιμακωτά (όπως π. χ. σε έδαφος, υπέδαφος και υπερκατασκευές, ή όπως είναι η περίπτωση διαμερισμάτων) και να κατέχεται από διαφορετικά πρόσωπα. Σε μια τέτοια περίπτωση, έκαστο από αυτά τα πρόσωπα, έχει δικαίωμα να ενάγει, έχοντας ως βάση για την αξίωση του, το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, αναφορικά με το συγκεκριμένο αντικείμενο της κατοχής του.
  3. Ως νομικός όρος, κατοχή, μπορεί να είναι δύο ειδών. Πραγματική κατοχή (possession in fact), ή νόμιμη κατοχή (possession in law). Η πραγματική κατοχή, δεν ενέχει την ίδια νομική προστασία, όσο ενέχει η νομική κατοχή. Αν και, πραγματική κατοχή, αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη, νομικής κατοχής, αυτή μπορεί να αμφισβητηθεί, καθότι, η ύπαρξη νομικής κατοχής, απαιτεί κάτι περισσότερο. Ο διαχωρισμός των δύο, έγκειται στην διαφορετικότητα της νοητικής κατάστασης που έκαστη προϋποθέτει. Ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Margarita Ikosi v Andreas Karayiannis and Others
(1971)1 C.L.R. 189, για να υπάρχει νομική κατοχή, «there must be a manifest intent not merely to exclude the world at large from interfering with the thing in question, but to do so on one's own account and in one's own name»[i], χωρίς μάλιστα να προϋποτίθεται ζήτημα φυσικής κατοχής του[ii]. Το κατά πόσο υπάρχει αυτή η πρόθεση, ή όχι, είναι γενικά ζήτημα γεγονότων της κάθε περίπτωσης[iii].
  1. Συναφώς, στο ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, «κάτοχος», αναφέρεται ότι σημαίνει, «πρόσωπo τo oπoίo δικαιoύται έvαvτι τoυ κυρίoυ ακίvητης ιδιoκτησίας vα κατέχει ή χρησιμoπoιεί αυτή, και ελλείψει τέτoιoυ πρoσώπoυ τov κύριo της ιδιoκτησίας αυτής».
  2. Συνεπώς, η απόδειξη ιδιοκτησίας, αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη κατοχής ακίνητης ιδιοκτησίας. Πρόσωπο δε, που ισχυρίζεται δικαίωμα κατοχής, έναντι του νομίμου ιδιοκτήτη της ακίνητης ιδιοκτησίας, πρέπει να αποδείξει ότι, ο νόμιμος ιδιοκτήτης του, έχει αποστερηθεί της κατοχής του. Είτε δυνάμει εχθρικής κατοχής, - όπου τούτο είναι νομίμως εφικτό με βάση την κείμενη Κυπριακή νομοθεσία -, είτε δυνάμει αδειοδότησης από τον ίδιο τον ιδιοκτήτη. Περαιτέρω, πρέπει να αποδείξει και ότι η κατοχή του, της συγκεκριμένης ακίνητης ιδιοκτησίας, είναι αποκλειστική. Δηλαδή, πρόσθεση από κάποιο πρόσωπο, αποκαλυμμένα και για λογαριασμό του, να αποκλείσει γενικά τον υπόλοιπο κόσμο, ακόμη και τον νόμιμο ιδιοκτήτη, αν αυτός δεν βρίσκεται ο ίδιος σε κατοχή του, για όσο είναι λογικά εφικτό και για όσο οι διαδικασίες του νόμου το επιτρέπουν. Σε σχέση με αυτό, διευκρινίζεται, ότι, ένας παράνομος επεμβασίας, ο οποίος εισέρχεται και εκδιώκει το πρόσωπο που βρίσκεται σε πραγματική κατοχή της ακίνητης ιδιοκτησίας, κατά νόμο, δεν θεωρείται ότι έχει αποκτήσει κατοχή, τέτοια, που να του δίδει δικαίωμα να βασιστεί στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, ώστε να αποκλείσει το αποβαλλόμενο από την κατοχή της ακίνητης ιδιοκτησίας πρόσωπο από του να επιδιώξει επανάκτηση της κατοχής. Εκτός εάν, λόγω καθυστέρησης (παράλογης) στην λήψη διαβημάτων για επανάκτηση κατοχής, το εν λόγω πρόσωπο θεωρείται ότι έχει υπαχθεί στην νέα κατάσταση πραγμάτων, έχει εκχωρήσει το δικαίωμα κατοχής και ως εκ τούτου κωλύεται αξιώσει επανάκτηση της. Συνεπώς, ταυτόχρονη (και όχι αποκλειστική) κατοχή ακίνητης ιδιοκτησίας, υπό την έννοια ότι, εκτός της πραγματικής κατοχής από άλλα πρόσωπα, υπάρχει και πρόθεση κατοχής και από άλλα πρόσωπα, δεν δίδει αυτόνομο αγώγιμο δικαίωμα για παράνομη επέμβαση.
  3. Στο σύγγραμμα των Clerk & Lindsell on Torts, 20η έκδοση, στην σελίδα 1232 και παράγραφο 19-19, με παραπομπή στην απόφαση της Δικαστικής Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Sweet v Mountford
(1985)A.C. 809, αναφέρεται ότι, η πρόθεση των μερών να δοθεί αποκλειστική κατοχή στον χρήστη, γενικά, προκύπτει από τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας. Το ερώτημα που πάντοτε τίθεται, δεν είναι κατά πόσο τα μέρη, ή ο οποιοσδήποτε εξ αυτών, σκόπευαν να δώσουν, ή αντίστοιχα, να πάρουν, αποκλειστική κατοχή, αλλά αν το αποτέλεσμα της συναλλαγής τους, ήταν στην πραγματικότητα, η χορήγηση αποκλειστικής κατοχής. Εν προκειμένω, σημειώνεται, γιατί έχει άμεση σχέση με τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, ότι, όπου το δικαίωμα πρόσβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία, διατηρείται και τούτο γνήσια[3], σε μια τέτοια περίπτωση, δεν υπάρχει αποκλειστικό δικαίωμα κατοχής της.
  1. Στρεφόμενος τώρα στα γεγονότα της υπό κρίση Αίτησης, διαπίστωση μου είναι ότι, η Ενάγουσα / Αιτήτρια σε αυτή την Αγωγή, είναι ενοικιαστής υποστατικού των Εναγομένων, που χρησιμοποιεί για σκοπούς λειτουργίας επιχείρησης υπεραγοράς που διαχειρίζεται.
  2. Μεταξύ Ενάγουσας / Αιτήτριας και Εναγομένων, έχει συναφθεί για τον σκοπό, η γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 10/06/2013, Τεκμήριο Α στην ένορκο δήλωση του κ. Θωμά, που κατατέθηκε προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης (στο εξής καλούμενη «η Σύμβαση Ενοικίασης»). Σύμφωνα με αυτήν, αλλά και ως είναι παραδεκτό από πλευράς Ενάγουσας / Αιτήτριας[4], οι Εναγόμενοι, είναι ιδιοκτήτες ενός κτήματος και ενός καταστήματος. Αυτά, αποτελούν και το αντικείμενο της εν λόγω σύμβασης ενοικίασης. Το κατάστημα, ως ορίζεται στην Σύμβαση Ενοικίασης, αποτελείται από το υποστατικό στο ισόγειο (μετά του υπογείου αυτού χώρου) και τον πρώτο όροφο κτηρίου, στο οποίο (πάνω δηλαδή από το κατάστημα), βρίσκεται και η κατοικία των Εναγομένων.
  3. Σύμφωνα με τον όρο 6 της Σύμβασης Ενοικίασης, «Η παρούσα συμφωνία ενοικίασης περιλαμβάνει το κτήμα το οποίο ο ΕΝΟΙΚΙΑΣΤΗΣ θα χρησιμοποιεί ως χώρο στάθμευσης για τις ανάγκες λειτουργίας της επιχείρησης τους και ΤΟ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ήτοι το ισόγειο, το πρώτο όροφο και αντίστοιχα υπόγειο του καταστήματος ως αυτό περιγράφεται ανωτέρω. Η παρούσα συμφωνία δεν περιλαμβάνει ρητώς την κατοικία η οποία ευρίσκεται άνωθεν του καταστήματος και που είναι κατοικία του ΙΔΙΟΚΤΗΤΗ» (η υπογράμμιση είναι δική μου).
  4. Έχω διαβάσει με προσοχή την Σύμβαση Ενοικίασης και δεν έχω εντοπίσει πρόνοια που να διέπει τα της ενοικίασης χώρου της ταράτσας του κτηρίου, στο οποίο βρίσκεται το κατάστημα. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο, που η Ενάγουσα / Αιτήτρια, ισχυρίζεται ότι, «Ήταν εξυπακουόμενος όρος ότι με την ενοικίαση του υποστατικού ο ενοικιαστής θα είχε ελεύθερη πρόσβαση στην οροφή (όπως και είχε από το 2013) του κτηρίου όπου χρησιμοποιείται για την τοποθέτηση του πιεστικού, των ντεπόζιτων, των κοντεσών και των ηλεκτρονικών πινάκων (MCB)». Το εάν οι περιστάσεις της υπόθεσης αυτής, με γνώμονα τα συμφωνηθέντα, ως η σχετική πρόθεση των μερών φαίνεται να έχει αποτυπωθεί γραπτώς στην Σύμβαση Ενοικίασης, εξυπακούουν τέτοια πρόνοια, είναι στην προκείμενη περίπτωση, ζήτημα αδιάφορο, αφού η βάση επί της οποίας εδράζεται αυτή η Αγωγή, δεν είναι παράβαση σύμβασης. Αν τέτοια είναι η περίπτωση, τότε και οι θεραπείες που η Ενάγουσα / Αιτήτρια έχει δικαίωμα σε αξίωση είναι συγκεκριμένες με βάση το δίκαιο των συμβάσεων, συναρτώμενες και με το είδος του συγκεκριμένου όρου, αν τέτοια πρόθεση των μερών μπορεί να συναχθεί ως μέρος των συμφωνηθέντων, ή δια νόμου να επιβληθεί.
  5. Αυτό που προκύπτει από την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία, είναι ότι, η Ενάγουσα / Αιτήτρια, δεν βρίσκεται σε πραγματική αποκλειστική κατοχή της ταράτσας του κτηρίου που βρίσκεται το Κατάστημα το οποίο ενοικιάζει, της οποίας κατοχή, από κάθε άποψη (νομική και πραγματική), έχουν αποκλειστικά οι Εναγόμενοι. Συνεπώς, η Ενάγουσα / Αιτήτρια, υπό τις δοθείσες περιστάσεις, δεν έχει πιθανότητα να δικαιούται τις θεραπείες που αξιώνει με αυτή την Αγωγή, η όποια βασίζεται στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης και συνεπώς, για σκοπούς που αφορούν την εξέταση της υπό συζήτηση Αίτησης, με οδηγούν στο εύρημα ότι δεν πληρείται η δεύτερη θεσμική προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/
  6. Εν όψει των προαναφερομένων, κρίνω αχρείαστο να ενασχοληθώ με τις λοιπές προϋποθέσεις έκδοσης, προσωρινώς, ενός ενδιάμεσου διατάγματος. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
  7. Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, η υπό κρίση Αίτηση αποτυγχάνει και συνεπώς απορρίπτεται, χωρίς καμία διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Παρά την περιγραφή του ως κλητήριο ένταλμα ειδικώς οπισθογραφημένο, διαπιστώνεται ότι ο τύπος του είναι στην ουσία κλητήριο γενικώς οπισθογραφημένο. [2] (Άρθρο 43 του Κεφ. 148) [3] - ώστε να διαφυλαχθεί κατάχρηση από όρους εικονικού περιεχομένου, ή διευθετήσεις εικονικές, που αποκλείουν το αποκλειστικό δικαίωμα κατοχής - [4] Δέστε σχετικά την παράγραφο 4 της εν λόγω ένορκης δήλωσης του κ. Θωμά. [i] Σε ελεύθερη μετάφραση: «πρέπει να υπάρχει εμφανής πρόθεση, όχι μόνο αποκλεισμού του κόσμου γενικά από το να παρεμβαίνει με το υπό εξέταση πράγμα, αλλά αποκλεισμός, σε σχέση με αυτό, για ίδιο όφελος και στο όνομα κάποιου». [ii] Δέστε σχετικά, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Παναγιώτη Κίτση ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για λογαριασμό του Υπουργού Εσωτερικών ως κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077 και Υπουργός Εσωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας ως Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών v Θεοδόση Μυλωνά
(2002)1 Α.Α.Δ. 120. Σε ότι αφορά το ζήτημα της δικαιοπρακτικής ικανότητας προσώπου που βρίσκεται σε πραγματική κατοχή, να εγείρει αγωγή βασιζόμενο στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Adamou v Christofi
(1974)1 C.L.R. 100 - το σκεπτικό της οποίας υιοθετήθηκε και σε μεταγενέστερες αποφάσεις του, όπως π. χ. στην Ismini Liasidou a. a. v Kyriacos N. Papademetriou as proxy agent of Christakis E. Ioannou
(1975)1 C.L.R. 122 και Γεώργιος Λάμπρου κ. α. ν Ελένης Κεφάλα
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1516 - ανέφερε τα εξής: «There is no doubt that the plaintiff was in possession of the land in question and has planted the olive trees himself, and clearly in our view the defendant had no right at all to collect the olives and was all along a mere trespasser. It has been said in a number of cases that trespass to land consists in any unjustifiable intrusion by one person upon land in the possession of another. Trespass, therefore, is actionable at the suit of the person in possession of land, in spite of the fact that he is neither the owner nor does he derive title from the owner. Once, therefore, the plaintiff was in occupation or physical control of the land in question and because he has planted those trees, he is holding the land as a de facto possessor and it is too late for the defendant—who never had any title to the land—or indeed she never genuinely believed the land to be hers, to allege that the plaintiff had no right of action against her because the Government is the owner of that land. In our view, the slightest amount of possession would be sufficient to enable the plaintiff to bring an action against the defendant. In Bristow v. Cormican, [1878] 3 App. Cas. 641, Lord Hatherley said at p. 657:— "There can be no doubt whatever that some possession is sufficient, against a person invading that possession without himself having any title whatsoever, as a mere stranger, that is to say, it is sufficient as against a wrongdoer. The slightest amount of possession would be sufficient to entitle the person who is so in possession or claims under those who have been or are in such possession, to recover as against a mere trespasser." See also Wuta-Ofei v. Danquah [1961] l W.L.R. 1238, where the dictum of Lord Hatherley in Bristow v. Cormican (supra) was followed and applied. There is no doubt that a de facto possession gives a right to retain the possession and undisputed enjoyment as against all wrong-doers, except the lawful owner, because he who has such a possession may, just as may the lawful owner, use a reasonable degree of force in the defence of the land which he possesses. He may sue in trespass anyone who disturbs his possession, and in such an action it is no answer for the defendant to show that such title and right to possession is in another person. In our view, jus tertii is no defence to the action, unless the defendant can show when trespassing that he acted under the authority of the true owner or of some person having such a right. Therefore, we find ourselves unable to follow the argument of counsel on behalf of the appellant, because in our opinion, the principle of jus tertii applies equally to a case of land and not only to torts as contended by counsel. We would reiterate that in a case of trespass the defendant has to plead and prove that he had a right to possession of the land at the time of the alleged trespass, or that he acted under the authority of some person having such right. That this is so finds also ample justification in our Civil Wrongs Law Cap. 148, and s. 43 is in these terms:— . It appears that the protection which the law gives to bear possession seems to be nothing more than an extension of the protection that it accords to the person. Possession, as we said earlier in this judgment, implies to some extent personal presence, and the inviolability of the person extends to those sorts of disturbances by which the person might at some time be interfered with. In other words, the explanation of the protection of possession is to be found in the paramount necessity of preventing breaches of the peace.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Σχετική, εν προκειμένω, είναι και απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση David Charles Orams κ. α. ν Μελέτη Αποστολίδη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1402. Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρονται και τα ακόλουθα: «Άλλο ζήτημα με το οποίο θεωρούμε σκόπιμο να ασχοληθούμε είναι εκείνο της κατοχής της προαναφερόμενης περιουσίας από τον εφεσίβλητο. Η αγωγή του εφεσίβλητου εναντίον των εφεσειόντων ήταν για παράνομη επέμβαση και η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι, ουσιαστικά, αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακινήτου. Ο ιδιοκτήτης που δεν έχει κατοχή δεν μπορεί να ενάγει σε σχέση με παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του, με εξαίρεση την περίπτωση όπου υπάρχει πρόκληση ζημιάς στην περιουσία ή όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα (Δέστε: Λάμπρου κ.ά. ν. Κεφάλα κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1516). Στην προκείμενη περίπτωση είναι προφανές ότι η επέμβαση των εφεσειόντων στην περιουσία του εφεσιβλήτου έχει μόνιμο χαρακτήρα και επομένως, κατ' εξαίρεση, ο εφεσίβλητος έχει καλό αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εφεσειόντων παρά το ότι δεν έχει κατοχή της περιουσίας του (ένεκα της συνεχιζόμενης παράνομης Τουρκικής κατοχής και της, κατά συνέπεια, παρεμπόδισής του να το πράξει).». [iii] Δέστε σχετικά, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση, Margarita Ikosi v Andreas Karayiannis and Others
(1971)1 C.L.R. 189. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.