Bank of Cyprus Public Company Ltd ν. Παυλάγκου κ.α., Αρ. Αγωγής 2487/2013, 28/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A275 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ξ.Ξενοφώντος, προσωρ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2487/2013 Μεταξύ: Bank of Cyprus Public Company Ltd Εναγόντων και 1.Παυλάγκου Θεοφύλακτος XXXXX
- Παυλάγκου XXXXX Χαραλάμπους
- Παυλάγκου XXXXX Γιασουμή Εναγομένων 28 Δεκεμβρίου 2015 Αίτηση ημερ. 11/09/2015 για επαναφορά αγωγής κ.α. Εμφανίσεις: Για Αιτητές-Ενάγοντες: κα Δέσποινα Χατζηδημήτρη Καρά για Αντώνης Κ.Καράς Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το κύριο ζητούμενο με την υπό εξέταση Αίτηση για τους Αιτητές, είναι διάταγμα για επαναφορά της αγωγής εναντίον των Εναγομένων 1 και 3, διάταγμα με το οποίο να παρατείνεται ο χρόνος για καταχώρηση Αίτησης για ανανέωση του Κλητηρίου Εντάλματος από την εκπνοή του μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης και διάταγμα για ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος για τους Εναγομένους 1 και 3 και για 6 μήνες από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος. Επιπλέον ζητείται οποιαδήποτε «ετέρα θεραπεία κρίνει δίκαιη και εύλογη το Δικαστήριο» πλέον έξοδα πλέον Φ.Π.Α. . Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 5/7/
- Ως αναφέρεται στην Συμπληρωματική Ένορκο Δήλωση του κ. XXXXX Καρά, ημερομηνίας 2/12/2015 που στηρίζει την Αίτηση -η οποία αποτελεί ουσιαστικά συγκεκριμενοποίηση της Ενόρκου Δηλώσεως που αρχικά καταχωρήθηκε με την Αίτηση-, δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες, από την καταχώρησή της αγωγής μέχρι και σήμερα παρήλθαν πλέον των 2 ετών. Κατά τον Αύγουστο του 2013 πολλοί από τους υπαλλήλους της πρώην Λαΐκής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ είχαν αφυπηρετήσει με αποτέλεσμα να μην λάβει οδηγίες η δικηγορική εταιρεία για την περαιτέρω προώθηση της υπόθεσης. Οι Ενάγοντες από παραδρομή δεν απάντησαν στις συστάσεις των δικηγόρων για προώθηση της υπόθεσης, με αποτέλεσμα η υπόθεση να αρχειοθετηθεί στα γραφεία των δικηγόρων με τη σήμανση να μην προχωρήσουν να λάβουν οδηγίες από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, η οποία κατά τις 29/3/2013 βάσει του Διατάγματος του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας είχε αναλάβει τις εργασίες της Λαϊκής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ. Κατά τις 8/9/15 επιδόθηκε ειδοποίηση για καταχώρηση αίτησης για απόφαση λόγω μη εμφάνισης του Εναγομένου 2 και κατόπιν επικοινωνίας των δικηγόρων των Εναγόντων με τους πελάτες τους, ανακαλύφθηκε ότι λόγω καλόπιστου λάθους και παραδρομής αλλά λόγω και των πολλών αφυπηρετήσεων που είχε η αρμόδια υπηρεσία της Τράπεζας κατά το χρόνο της καταχώρησης της αγωγής ο φάκελος είχε παραπέσει, με αποτέλεσμα να μην προωθηθεί η υπόθεση όχι όμως από πρόθεση μη προώθησής της και παραίτησης της Τράπεζας από τα δικαιώματά της. Ως περαιτέρω αναφέρει ο κ. Καράς, σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, οι πελάτες τους θα απωλέσουν το δικαίωμά τους για πρόσβαση στη δικαιοσύνη ή θα καταστεί δυσχερής ή άσκησή του εν λόγω δικαιώματος. Άνκαι θα μπορούν οι Ενάγοντες να επανέλθουν με νέα Αγωγή εναντίον των Εναγομένων 1 και 3, αυτό θα συνεπαγόταν περαιτέρω ταλαιπωρία τόσο των Δικαστηρίων όσο και των ίδιων των Εναγομένων οι οποίοι θα επωμιστούν απλά περαιτέρω έξοδα και καθυστέρηση στην προώθηση των δικαιωμάτων τους. Η Αίτηση βασίζεται ως αναφέρεται στο σώμα της « επί των Δικαστηριακών Θεσμών Κ. 4, Θ.1, Δ.26, Δ.33 και Δ.48 Κ.1-9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και επί των συμφυών εξουσιών και της πρακτικής του Δικαστηρίου καθώς και επί της νομολογίας». Έχει επίσης καταχωρήσει Γραπτή Αγόρευση η κα XXXXX Χατζηδημήτρη Καρά εκ μέρους της δικηγορικής εταιρείας Αντώνης Κ. Καρά Δ.Ε.Π.Ε. παραθέτοντας πλούσια νομολογία προς υποστήριξη της αίτησης, την οποίαν έχω λάβει υπόψη μου στη διαμόρφωση της κρίσης μου. Θα αναφερθώ ιδιαίτερα στην αναφερόμενη στη Γραπτή Αγόρευση των Αιτητών πρωτόδικη απόφαση της Προέδρου Επαρχιακού Δικαστηρίου κας Λένας Δημητριάδου Ανδρέου (Α.Ε.Δ. ως ήταν τότε), η οποία στην Αγωγή 3156/09 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (απόφαση ημερομηνίας 19/07/2011) ανέφερε τα ακόλουθα: " Όπως έχει νομολογηθεί[1]: «ο σκοπός της Διαταγής 4, θ.1 είναι η χωρίς περισπασμούς προώθηση της δικαστικής διαδικασίας. Ο χρόνος επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος στον εναγόμενο δεν μπορεί ανέλεγκτα να αφήνεται στον ενάγοντα. Η συγκεκριμένη διάταξη προσφέρεται ως ασφαλιστική δικλείδα για την αποτροπή του ενάγοντα από την αυθαίρετη και κατά το δοκούν επιλογή του χρόνου επίδοσης της αγωγής σε συγκεκριμένο εναγόμενο μετά την πάροδο 12 μηνών από της καταχώρησης του κλητηρίου και προώθησης έτσι της αγωγής όταν οι συνθήκες είναι ευνοϊκές μόνο για τον ίδιο (τον ενάγοντα). Και είναι γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, που το δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης για ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος οφείλει να διερευνά όχι μόνο τους λόγους μη επίδοσης της αγωγής αλλά και κατά πόσο ο ενάγοντας κατέβαλε στην περίοδο των 12 μηνών εύλογες προσπάθειες επίδοσης της αγωγής στον εναγόμενο. Το δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο επηρεάζονται δικαιώματα του εναγόμενου προτού δώσει παράταση στην περίοδο των 12 μηνών ακόμα και στην περίπτωση όπου η αίτηση για ανανέωση υποβάλλεται πριν από την πάροδο των 12 μηνών. Η υποχρέωση του ενάγοντα να καταδείξει ότι κατέβαλε εύλογες προσπάθειες να επιδώσει την αγωγή συναρτάται και προς τις αρχές που διέπουν τη δίκαιη δίκη.» Η αναφορά στη Δ.4,θ.1 ότι το κλητήριο ένταλμα δεν παραμένει σε ισχύ («shall be in force») για περίοδο πέραν των δώδεκα μηνών δεν σημαίνει ότι μετά την περίοδο αυτή το κλητήριο ένταλμα παύει να ισχύει. Αυτή η χρονική περίοδος που καθορίζεται στη Δ.4,θ.1 αφορά αποκλειστικά και αναφέρεται στην περίοδο ισχύος του κλητήριου εντάλματος για σκοπούς επίδοσης του στον Εναγόμενο. Στην υπόθεση Potato Marketing Board v. Thetis Shipping
(1988)1 CLR 401 προσδιορίσθηκε η υπόσταση του κλητήριου εντάλματος μετά την πάροδο των δώδεκα μηνών αν δεν έχει στο μεταξύ ανανεωθεί με αίτηση: «I do not regard it as strictly accurate to describe a writ which has not been serveal within twelve months as a nullity. It is not as though it had not been issued. It is something which can be renewed. A nullity cannot be renewed. The Court can grant an application which results in making it just as effective as it was before the twelve months period has elapsed.» Έχοντας, λοιπόν, ξεκαθαρίσει τη νομική υπόσταση του κλητήριου εντάλματος μετά την παρέλευση της περιόδου των δώδεκα μηνών χωρίς να έχει προηγηθεί στο μεσοδιάστημα ανανέωση του κατόπιν αίτησης προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο είναι δυνατή η επαναφορά της αγωγής στην παρούσα υπόθεση η οποία απερρίφθη λόγω παράλειψης προώθησης της. Όπως προκύπτει από τη νομολογία είναι δυνατή η επαναφορά αγωγής, η οποία έχει απορριφθεί, χωρίς αναφορά στην ουσία της. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Θεμιστοκλής Σολωμού Χαραλαμπίδης v. Ιακώβου Πέτρου κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 2071: «Κατανοητή είναι η διάκριση η οποία γίνεται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας πρώτον, μεταξύ αποφάσεων που δεν προκύπτουν από την εξέταση της ουσίας του αντικειμένου της δίκης και δεύτερον, εκείνων που αποτελούν το απαύγασμα της δίκης. Θέμα επαναφοράς μπορεί να εγερθεί μόνο στην πρώτη περίπτωση όχι στη δεύτερη, όπου εξαντλούνται τα όρια της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου.» Στην υπόθεση Evagorou v. Christodoulou and another
(1982)1 CLR 771 η οποία ασχολήθηκε ειδικά με την ερμηνεία της Δ.26,θ.14[2] λέχθηκε ότι η εν λόγω Διάταξη έχει καθολικό χαρακτήρα και διέπει τα της επαναφοράς υπόθεσης η οποία απορρίπτεται λόγω παράλειψης (default) διαδίκου να ενεργήσει κατά τα δέοντα και όχι επί της ουσίας. Παραθέτω σχετική περικοπή από την εν λόγω απόφαση στις σελίδες 773 - 774: «Ord.26, r.14, expressly provides that any judgment by default whether given under Ord.26 or under any other order of the Civil Procedure Rules may be set aside. Judgment is any order finally disposing of the matter whether on the merits or on any other ground. So, in virtue of the plain provisions of this rule the order for the dismissal of the action by default could be set aside on appropriate terms. Ord.26, r.14, derives its origin from R.S.C. Ord.27, r.15 (old English Rules). Therefore, a study of its interpretation and application in England throws light on the ambit and scope of Ord.26, r.14. (See the Annual Practice 1958, p.615). In Evans v. Bartlam [1937] A.C. 473 it was pointed out that the discretion of the Court to set aside a judgment by default is not subject to any limitations other than those that may be imposed by the Court in the exercise of its discretion. There is jurisdiction to set aside any judgment not founded on an appraisal of the merits of the case and revoke the prior exercise of the coersive power of the Court. This statement of the law is adopted in the White Book as accurately reflecting the practice of English Courts as respects applications for setting aside a judgment given by default. Reinstatement may be ordered upon such terms as the Court deems appropriate. (See Annual Practice (supra), p.617). The power to reinstate may be invoked in every kind of action (Annual Practice (supra) p.618).» Η υπόθεση Evagorou (ανωτέρω) αφορούσε περίπτωση όπου είχε απορριφθεί αγωγή με βάση τις πρόνοιες της Δ.17,θ.14 που διέπει τις περιπτώσεις όπου ο Πρωτοκολλητής θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου κατάλογο με αγωγές στις οποίες υπάρχει παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης μέσα στα χρονικά πλαίσια που καθορίζονται και ο Ενάγων παραλείπει να προχωρήσει αφού προηγηθεί η αποστολή στον Ενάγοντα σχετικής ειδοποίησης του Πρωτοκολλητείου με την οποία ενημερώνεται ο Ενάγων για την παράλειψη αυτή και ταυτόχρονα ζητείται από αυτόν να προχωρήσει εντός 14 ημερών. Αν το παραλείψει τέτοιες αγωγές υπόκεινται σε απόρριψη λόγω παράλειψης προώθησης. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, θεωρώ ότι η αγωγή στην παρούσα υπόθεση η οποία απερρίφθη λόγω παράλειψης προώθησης της η οποία συνίστατο στην μη ανανέωση της ισχύος του κλητηρίου εντάλματος μετά την παρέλευση δώδεκα μηνών και αφού δεν είχε επιτευχθεί η επίδοση της στους Εναγόμενους 2 και 3 δύναται να επαναφερθεί νοουμένου ότι δίδονται βάσιμοι λόγοι που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς αυτή την κατεύθυνση." H εν λόγω απόφαση, αν και είναι απόφαση πρωτόδικου Δικαστηρίου η οποία δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο ως προς τη δική του κρίση, παρέχει πολύτιμη σύνοψη των αρχών που διέπουν το ζήτημα της επαναφοράς αγωγής, κρίνεται απόλυτα πειστική και σχετική με τα γεγονότα της παρούσας και συνεπώς, χωρίς δισταγμό, θα ακολουθήσω το σκεπτικό της, ως θα διαφανεί στη συνέχεια. Επαναφορά της αγωγής που απορρίφθηκε δυνάμει της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου, δηλαδή λόγω μη καταχώρησης αίτησης για ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος, επίσης έχει έρεισμα στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, ως ανέφερε ο σήμερα Δικαστής Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Τεύκρος Οικονόμου (Α.Ε.Δ. τότε) στην αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας Ανδριανής Γεωργίου ν. Ιωάννη Ιωάννου, Αρ. Αγωγής: 4132/04 (ημερομηνία απόφασης 16.5.2007), όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Η φύση αυτή των πραγμάτων καθορίζει και τη διαδικασία. Η θέση του εναγόμενου ήταν πως η αίτηση είναι αντικανονική και παράτυπη και δεν μπορεί να αποτελεί την ορθή και ενδεδειγμένη διαδικασία εφόσον «σύμφωνα με τη Δ.26 θ.13 η απόρριψη αγωγής από το δικαστήριο λόγω μη προώθησης δεν εμποδίζει την έγερση νέας αγωγής, ενώ επιπλέον και σύμφωνα με τον εν λόγω θεσμό θα μπορούσε ο ενάγων να καταχωρίσει αίτηση για παραμερισμό της απόφασης του δικαστηρίου με βάση την οποία απορρίφθηκε η εν λόγω αγωγή.» Η Δ.26 κ.13 αφορά την απόρριψη αγωγής λόγω παράλειψης καταχώρισης δικογράφων. Η δε Δ.17 κ.14 που αναφέρεται στην αίτηση, αφορά την απόρριψη αγωγής που δεν έχει προωθηθεί μετά την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας για εμφάνιση. Στην αίτηση αναφέρεται επίσης, η Δ.26 κ.14 η οποία διέπει τον παραμερισμό απόφασης που εξασφαλίστηκε ερήμην είτε δυνάμει της Δ.26 είτε δυνάμει οποιουδήποτε άλλου από τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας. Αυτά τα ζητήματα δεν έχουν σχέση με την υπό εξέταση περίπτωση. Εν προκειμένω, όπως εξηγείται στην Anlaby (σελ. 769) δεν εξετάζεται θέμα μη συμμόρφωσης προς οποιοδήποτε κανονισμό. Η απόρριψη έγινε στην πραγματικότητα χωρίς έρεισμα στους κανονισμούς. Κατ΄ ακολουθία η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό της δεν πηγάζει από τους κανονισμούς, αλλά είναι σύμφυτη (inherent) προς τις αρμοδιότητες του δικαστηρίου ως δικαιοδοτικού οργάνου. Η φύση της αυτή καθορίζει, ως άνω, και τον τρόπο, τη διαδικασία του παραμερισμού. Ό,τι απαιτείται είναι αίτηση κατ΄ επίκληση των γενικών συμφυών εξουσιών του δικαστηρίου,[8] όπως έγινε εν προκειμένω. Η εισήγηση της ευπαίδευτης δικηγόρου του εναγομένου ότι η πεπλανημένη πράξη μπορεί να παραμείνει αν διαπιστώνεται παντελής αδιαφορία από τον ενδιαφερόμενο, δεν έχει υποστηριχθεί με αναφορά στη νομολογία. Εν πάση περιπτώσει η διαγωγή εν προκειμένω της ενάγουσας δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις να χαρακτηρισθεί ως περιφρονητική σε τέτοιο βαθμό ώστε να υπήρχαν περιθώρια να συζητηθεί θέμα μη παραμερισμού της άκυρης πράξης. Η ίδια η δικηγόρος έθεσε το θέμα υποθετικά διερωτώμενη κατά πόσο μπορεί να επιτραπεί σ΄ ένα διάδικο να ζητήσει παραμερισμό λ.χ. μετά από 5-6 χρόνια. Δεν είναι αυτή η περίπτωση. Αν ήταν πάντως να εξεταστεί τέτοιο ζήτημα, τα κριτήρια δεν θα ήταν εκείνα που ισχύουν σε σχέση με τον παραμερισμό μιας νομότυπης απόφασης. Νομίζω ότι το ζήτημα θα έπρεπε να συναρτηθεί αφενός με το κατά πόσο από τη διαγωγή του ενάγοντα προκύπτει σαφής παραίτηση και εγκατάλειψη και, αφετέρου με το κατά πόσο από την καθυστέρηση και τις υπόλοιπες περιστάσεις προκύπτει ορατός κίνδυνος παραβίασης του δικαιώματος του ενάγοντα για δίκαιη δίκη λ.χ. λόγω απώλειας ή καταστροφής μαρτυρίας. Εν προκειμένω ο εναγόμενος δεν επικαλείται τέτοιο κίνδυνο. Αναφέρεται μόνο στις γενικές αρχές που επιβάλλουν απονομή της δικαιοσύνης σε εύλογο χρόνο έτσι ώστε, όπως το θέτει, η δικαιοσύνη να είναι «αποτελεσματική και αξιόπιστη». Ο ίδιος πάντως, ας σημειωθεί, ενώ επικαλείται τις αρχές αυτές, επεχείρησε να καταχωρίσει εμφάνιση ένα πλέον χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής, οπότε και πληροφορήθηκε ότι είχε απορριφθεί.» Κρίνω επίσης ότι mutatis-mutandis ισχύουν τα όσα σχετίζονται με τον παράγοντα της παραγραφής αγώγιμου δικαιώματος σε αιτήσεις για ανανέωση κλητηρίου εντάλματος, όπου ανανέωση, όταν τίθεται θέμα παραγραφής, επιτρέπεται μόνο όταν καταδειχθούν εξαιρετικές περιστάσεις(Yiannoplast Ltd ν. "Reda Allah",
(1991)1 Α.Α.Δ. 526.) ενώ, όταν δεν τίθεται θέμα παραγραφής, ο αιτητής πρέπει να καταδείξει ότι υφίσταται ικανοποιητικός λόγος για την ανανέωση. Το γραφειακό λάθος δικηγόρου στην προώθηση μίας υπόθεσης, μπορεί να αποτελέσει κριτήριο που να δικαιολογήσει επαναφορά της. Στην υπόθεση ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. Λτδ ν. KS Socratous Ltd,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1387, κρίθηκε ότι λάθος της ιδιαιτέρας δικηγόρου στην ημερολογιακή καταχώρηση μίας ημερομηνίας ακροάσεως, που κατάληξε σε μη εμφάνιση του δικηγόρου και σε έκδοση απόφαση εναντίον της Εναγομένης, συνιστούσε συγγνωστό λάθος που δικαιολογούσε τον παραμερισμό απόφασης εκδοθείσας εν τη απουσία της Εναγομένης. Επανερχόμενος στα γεγονότα της υπόθεσης και στο ειδικό περιεχόμενο της αίτησης, θα επιτρέψω την επαναφορά (reinstatement) της αγωγής, βασιζόμενος στο σκεπτικό που θα αναλύσω αμέσως πιο κάτω. Κατά πρώτο λόγο η αίτηση έχει δικαιοδοτικό υπόβαθρο την επίκληση των «συμφυών εξουσιών» του Δικαστηρίου (ή άλλοτε επικαλούμενων «σύμφυτων εξουσιών») και θεωρώ συνεπώς ότι μπορώ να προχωρήσω με την εξέταση του πρώτου σκέλους της. Ως αναλύθηκε η έννοια των εν λόγω εξουσιών νομολογιακά, είναι «εκείνες που εξυπακούονται από τη φύση της λειτουργίας του - Δικαστήριο της δικαιοσύνης - χάριν της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του και της αποτροπής της κατάχρησης των ενώπιόν του διαδικασιών». (Χαραλαμπίδης ν. Μελωδία (Χαραλαμπίδου)
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 724) . Σημειώνω επίσης ότι ως φαίνεται στο Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα ημερομηνίας 5/7/2013, πρόκειται για απαίτηση η οποία σχετίζεται με σύμβαση. Για αυτήν φαίνεται ότι δεν έχει υπάρξει παραγραφή, ούτε σύμφωνα με το Κεφάλαιο 15, είτε αυτό τελεί υπό αναστολή είτε όχι, ούτε σύμφωνα με το νέο καθεστώς ως θα ισχύσει με τον Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο, ο οποίος σύμφωνα με τον Νόμο 190(Ι)/2014 τελεί ουσιαστικά υπό αναστολή μέχρι το τέλος του 2015 (αφού πλέον σύμφωνα με το Ν.207(Ι)/2015το άρθρο 26 του Νόμου καταργείται και ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να προσμετράται από την 1η Ιανουαρίου 2016). Η απαίτηση πηγάζει από σύμβαση και έχει σχέση με χρεός από τραπεζικά βιβλία (άρα κανονικά η προθεσμία παραγραφής του δικαιώματος από το οποίο πηγάζει η αγωγή είναι 6 έτη) και ως αναφέρεται στο Κλητήριο Ένταλμα τερματίστηκε το 2011 (08/04/2011). Άρα ζήτημα παραγραφής, δε φαίνεται να τίθεται. Συνεπώς δεν χρειάζεται επίκληση εξαιρετικών περιστάσεων, αλλά θα πρέπει να δοθεί ικανοποιητικός λόγος που να δικαιολογεί την επαναφορά. Το Δικαστήριο έχει δικαστική γνώση για την κατάσταση που επικρατούσε στον τραπεζικό τόμέα το καλοκαίρι του 2013, μετά τα γνωστά πρωτόγνωρα γεγονότα που έλαβαν χώρα το Μάρτιο-Απρίλιο του 2013 (τα οποία και περιγράφονται σε κάποιο βαθμό και στα πλαίσια των συνεκδικαζόμενων προσφυγών Χριστοδούλου Μυρτώ και άλλοι ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και άλλων,
(2013)3 Α.Α.Δ. 427) κι έχει γνώση της ιδιαίτερα της χαώδους κατάστασης που επικρατούσε κατά τη διάρκεια της μεταφοράς εργασιών της πάλαι ποτέ Λαϊκής Τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου. Παρά το ότι παρατηρώ ότι επίδοση έλαβε χώρα για τον Εναγόμενο 2, λαμβάνω υπόψη μου τα όσα ο κ. Καράς αναφέρει στην Ένορκό του Δήλωση για τις οδηγίες που δόθηκαν για να αρχειοθετηθεί η υπόθεση, μέχρι να λαμβάνονταν οδηγίες από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και του ότι παρέπεσε ο φάκελος λόγω των πολλών αφυπηρετήσεων που είχε η αρμόδια υπηρεσία της Τράπεζας κατά το χρόνο της καταχώρησης της αγωγής. Είτε το λάθος είναι του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες είτε των ίδιων των Εναγόντων, κρίνεται συγγνωστό. Δεν κρίνω ότι υπήρξε συμπεριφορά προς το Δικαστήριο που να ήταν περιφρονητικής υφής από τους Ενάγοντες, ούτε ότι προκύπτει σαφής παραίτησή τους από τα δικαιώματά τους. Κρίνω επίσης ότι αν απέρριπτα το αίτημα και στη συνέχεια καταχωρείτο νέα αγωγή, αυτό θα σήμαινε απλώς δικονομική ταλαιπωρία και έξοδα για τους Ενάγοντες, χωρίς να είναι καλύτερη η θέση των Εναγομένων 1 και 3, στους οποίους ακόμη να επιδοθεί η αγωγή και το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των οποίων δεν έχει παραγραφεί.. Επειδή αν παρέμενε απορριφθείσα η παρούσα αγωγή, μία τυχόν νέα αγωγή θα λάμβανε λόγω της νέας καταχώρησής της άλλη σειρά προτεραιότητας, ως καταχωρηθείσα, όχι το 2013, αλλά πολύ μεταγενέστερα, η θέση των Εναγομένων 1 και 3 θα ήταν μάλλον και χειρότερη, καθότι η εκδίκαση της υπόθεσης θα καθυστερούσε και αυτό θα συνεπαγόταν ταλαιπωρία για όλα τα μέρη της διαδικασίας, τα δικαίωματα και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις των οποίων θα διαγιγνώσκονταν με καθυστέρηση. Έχοντας επιτρέψει επαναφορά της αγωγής, θα εξετάσω κατά πόσον θα εγκρίνω και την ανανέωση του Κλητηρίου Εντάλματος το οποίο έχει λήξει. Κατ' αρχήν θα εξετάσω κατά πόσον θα δοθεί παράταση για την καταχώρηση αίτησης για ανανέωση του Κλητρίου εντάλματος. Προφανώς το αίτημα έχει δικαιοδοτικό έρεισμα τη Δ.57 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το οποίο δεν τυγχάνει ρητής αναφοράς στο δικαιοδοτικό υπόβαθρο που αναφέρεται στο σώμα της Αίτησης των Αιτητών-Εναγόντων. Κρίνω όμως με βάση τη νομολογιακή αναπτυσσόμενη τάση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με βάση την οποία ο φορμαλισμός είναι ανεπιθύμητος, μη πρακτικός και παραβιάζων το δικαίωμα ενός διαδίκου σε δίκαιη δίκη ( βλ. Perez de Rada Cavanilles v. Spain, par. 49; Miragall Escolano v. Spain, par. 38; Société anonyme Sotiris and Nikos Koutras ATTEE v. Greece, par. 20; Beles and others v. Czech Republic, par. 50; RTBF v. Belgium, paras. 71, 72, 74) και με βάση τα νομολογηθέντα στη Wunderlich Landsherr κ.α. v.Ευθύβολου Παναγιώτου
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 366 , ότι μπορώ να εκδώσω διάταγμα απαλλαγής της Αίτησης των Εναγόντων από την παρατυπία και να θεωρήσω ότι η παρατυπία της μη αναφοράς της Διαταγής 57 έχει θεραπευθεί. Σε ανάλυση των αρχών που διέπουν το θέμα καταχώρησης αίτησης για ανανέωση κλητηρίου όταν έχει πάψει η ισχύς του προέβηκε ο Επαρχιακός Δικαστής Χ. Ρασπόπουλος στην Αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Ανδρέας Σολομωνίδης ν. Βασίλης Σάββα κ.α., Αρ. Αγωγής: 6072/2008 (ημερ. απόφασης 10/7/2015) αναφέροντας τα ακόλουθα -σκεπτικό το οποίο θα ακολουθήσω κι εγώ-: « Σε σχέση με τη νομική πτυχή της Αίτηση αναφέρω ότι κάθε κλητήριο ένταλμα έχει ισχύ για 12 μήνες από την ημέρα έκδοσής του εκτός εάν πριν την λήξη των 12 μηνών ο Ενάγοντας αιτηθεί την ανανέωσή του (Δ.4 Θ.1). Βέβαια, μετά την πάροδο των 12 μηνών το κλητήριο ένταλμα δεν είναι άκυρο. Απλά παύει να ισχύει για σκοπούς επίδοσης στους Εναγομένους. Η παρούσα αίτηση στοχεύει στην ενεργοποίηση του ώστε να έχει την ίδια ισχύ που είχε πριν από την πάροδο των δώδεκα μηνών. (βλ. Niki Christoforou Cosmetics Ltd v. Αγαθοκλή (Λάκη) Στυλιανού κ.α.
(2005)1 ΑΑΔ 273 και Potato Marketing Board v. Thetis Shipping
(1988)1 CLR 397) Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε μετά την εκπνοή του κλητηρίου εντάλματος. Όπως προκύπτει από τη νομολογία υπάρχει εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάσει ταυτόχρονα τα δύο αιτήματα και να αποδώσει στα πλαίσια της ίδιας αίτησης θεραπεία τόσο για παράταση του χρόνου καταχώρησης αίτησης για ανανέωση δυνάμει της Δ.57 Θ.2 όσο και για ανανέωση κλητηρίου εντάλματος δυνάμει της Δ.4 Θ.1. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Stylianides v. Flair Fashion
(1982)1 CLR
- Στην υπόθεση εκείνη υποδείχθηκε ωστόσο ότι σε τέτοιες περιπτώσεις πιθανόν να απαιτείται πιο αυστηρό επίπεδο προς δικαιολόγηση της καθυστέρησης.» Έχοντας κρίνει ότι θα επιτρέψω την επαναφορά της αγωγής, είναι λογικό επόμενο ότι θα κρίνω δικαιολογημένο και το να παραταθεί και ο χρόνος καταχώρησης της αίτησης για ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής, αλλά και να εγκριθεί το αίτημα να ανανεωθεί το κλητήριο ένταλμα για ακόμη 6 μήνες από σήμερα. Αν δεν το επέτρεπα, θα ήταν χωρίς νόημα η επαναφορά της αγωγής εναντίον των Εναγομένων 1 και
- Εκδίδεται συνεπώς διάταγμα επαναφοράς της αγωγής κατά των Εναγομένων 1 και 3 και διάταγμα επιτρέπον την καταχώρηση αίτησης για ανανέωση κλητηρίου εντάλματος μετά τη λήξη αυτού και παρατείνον το σχετικό χρόνο καταχώρησης της αίτησης μέχρι την ημερομηνία που αυτή καταχωρήθηκε (11/09/2015) και διάταγμα δίδον άδεια για την εν λόγω καταχώρηση. Επιπλέον εκδίδεται διάταγμα για ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος, σε σχέση με τους Εναγομένους 1 και 3, για περίοδο 6 μηνών από σήμερα. Η σχετική επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος για τους Εναγόμενους 1 και 3 να γίνει εντός 6 μηνών από σήμερα, ως άλλωστε ζητούν στην παράγραφο 3 της Αίτησής τους. Καμία διαταγή δεν εκδίδεται για έξοδα υπέρ των Εναγόντων, εφόσον, πέραν του μονομερούς της αίτησης, η ανάγκη για την παρούσα αίτηση προέκυψε ένεκα παραλείψεων των Εναγόντων, συγγνωστών μεν, υπαρκτών δε, ώστε να μην δικαιολογείται διαταγή για έξοδα. Ξ.Ξενοφώντος Προσ. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο