← Κύπρος

Golubovic ν. Manipro Construction Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 432/2012, 7/1/2015

Golubovic ν. Manipro Construction Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 432/2012, 7/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A276 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ξ.Ξενοφώντος, προσ. E.Δ. Αρ. Αγωγής 432/2012 Μεταξύ: XXXXX Golubovic από Λάρνακα Ενάγοντα -και-

  1. Manipro Construction Ltd, από Αραδίππου
  2. XXXXX Χριστοδούλου, από Λάρνακα Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 23/6/2015 για προσθήκη διαδίκου και τροποποίηση Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 07 Ιανουαρίου 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Κύπρος Ανδρέου (για να ακούσει απόφαση, ο κ. Ποσνακίδης) Για Εναγόμενη 1 - Καθ' ης η Αίτηση: κα Δέσποινα Χριστοδούλου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Α. Αντικείμενο της Αίτησης Η αγωγή στα πλαίσια της οποίας καταχωρήθηκε κι εξετάζεται η υπό κρίση Αίτηση, σχετίζεται, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην Έκθεση Απαίτησης, με ατύχημα σε χώρο εργασίας του Ενάγοντα και στρέφεται εναντίον κατασκευαστικής εταιρείας (Εναγόμενης 1) και υπεργολάβου (Εναγόμενου 2). Σύμφωνα με το πρακτικό της 23/01/2015, μετά από δήλωση του Εναγομένου 2 ότι είναι πτωχεύσας, ο δικηγόρος του Ενάγοντα απέσυρε την αγωγή εναντίον του. Η αγωγή σε σχέση με τον Εναγόμενο 2, απορρίφθηκε με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. Παραμένει η αγωγή σε σχέση με την Εναγόμενη 1- Καθ'ης η Αίτηση. Ο Αιτητής αιτείται με την αίτησή του, τροποποίηση του τίτλου του Κλητηρίου Εντάλματος με την προσθήκη ως Εναγομένης 3, άλλης εταιρείας και συγκεκριμένα της S.HADJICHRISTOFI CONSTRUCTION LTD, εκ Λάρνακος καθώς και για τροποποίηση όλων των επακόλουθων δικογράφων. Επιπλέον αιτείται άδεια και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης με προσθήκη διαφόρων παραγράφων που σχετίζονται με την προτιθέμενη Εναγομένη 3, τη νομική της υπόσταση, την ιδιότητά της ως κύριος εργολάβος και Λεπτομέρειες Αμέλειας και παράβασης των εκ των Νόμων και Κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων της. Κρίνω ότι, ως τίθενται, οι εν λόγω τροποποιήσεις έπονται της προσθήκης διαδίκου. Η Αίτηση στηρίζεται στη Δ.25 θ. 1-6, Δ.48 θ. 1-9, Δ.9 θ. 1-13, Δ.63 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθώς και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα με την οποίαν αναφέρει ότι οι δικηγόροι του κατά την προετοιμασία και τη μελέτη των δικογράφων, που ήταν ορισμένη για ακρόαση τις 22/6/2015, διαπίστωσαν και του ανέφεραν ότι κατά τους ισχυρισμούς των Εναγομένων 1 στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Υπεράσπισής τους, ο κύριος εργολάβος του έργου ήταν η εταιρεία S. Hadjichristofi Construction Ltd και όχι η Εναγόμενη 1, κάτι το οποίο εκείνος δεν αντιλήφθηκε και δεν γνώριζε. Περαιτέρω ήταν σε γνώση των Εναγομένων 1 ότι ο κύριος εργολάβος του έργου ήταν η εν λόγω εταιρεία κι εφόσον δεν προέβηκαν σε οποιοδήποτε διάβημα να καλέσουν ως τριτοδιάδικο στη διαδικασία την εν λόγω εταιρεία, είναι εύλογο και ορθό να επιτραπεί η αιτούμενη προσθήκη της εν λόγω εταιρείας ως διάδικου στη διαδικασία. Ως συμβουλεύεται από τους δικηγόρους του, οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν θα παραβλάψει και/ή επηρεάσει τα δικαιώματα και συμφέροντα των Εναγομένων-Καθ'ων η Αίτηση 1 σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα με την επιδίκαση εξόδων και πιστεύει ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Β. Το περιεχόμενο της Ειδοποίησης Πρόθεσης Ένστασης Από πλευράς των Εναγομένων 1 καταχωρήθηκε Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης, συνοδευόμενη από Ένορκη Δήλωση του κ. XXXXX Ελευθερίου - Διευθύνοντα Σύμβουλου των Εναγομένων
  3. Οι προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης είναι οι εξής: « α) Η αίτηση γίνεται καταχρηστικά και/ή κακόπιστα και/ή είναι παράτυπη και/ή δεν πληροί τις νομοθετικές και/ή νομολογιακές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. β) Η Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι γενική και/ή αόριστη και/ή παραπλανητική και/ή ουδέν απτό στοιχείο και/ή πληροφορία και/ή γεγονός καταγράφεται σε αυτήν που να αιτιολογεί το καθυστερημένο στάδιο κατά το οποίο καταχωρήθηκε η υπό κρίση Αίτηση και/ή που να αιτιολογεί την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. γ) Οι αιτούμενες τροποποιήσεις και/ή γεγονότα των οποίων ο Αιτητής αιτείται τη συμπερίληψή τους στην Έκθεση Απαίτησης δεν ανάγονται σε θέματα που προέκυψαν πρόσφατα και/ή σε θέματα που δεν ήταν σε γνώση του και/ή δεν μπορούσε να εντοπίσει πριν και/ή μετά την καταχώρηση της Αγωγής καθώς και σε όλο το χρονικό διάστημα που εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή και πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. δ) Ο Αιτητής δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει στους ώμους του στην προκειμένη περίπτωση ε) Η υπό κρίση Αίτηση γίνεται με τεράστια καθυστέρηση και αφότου η υπό τον ως άνω αριμό και τίτλο Αγωγή ήταν έτοιμη να ξεκινήσει την 22/06/
  4. στ) Εάν οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις επιτραπούν, τα συμφέροντα των Καθ' ων θα επηρεαστούν εφόσον οι Καθ' ων η αίτηση σε τέτοια περίπτωση θα τεθούν σε δυσμενή θέση και θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημία που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με καμία διαταγή εξόδων ζ) Τυχόν έγκριση της υπό κρίση Αίτησης καταπατεί το Συνταγματικό δικαίωμα των Καθ' ων η αίτηση να εκδικαστεί η εν λόγω διαφορά εντός εύλογου χρόνου η) Η υποβολή και προώθηση της υπό κρίση Αίτησης κατακερματίζει τη διαδικασία και την εκτρέπει από τη φυσιολογική της πορεία προκαλώντας την κατασπατάληση του δικαστικού χρόνου και εξόδων.» Ενόψει των ανωτέρω, οι Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της απόρριψης της Αίτησης. Η Ένορκος Δήλωση του κ. XXXXX Ελευθερίου, η οποία και συνοδεύει την αίτηση αναφέρει - παραθέτω συνοπτικά τα κυριότερα σημεία αυτής - ότι ενώ η ακροαματική διαδικασία στην υπόθεση είχε αναβληθεί στις 22/06/2015 για τις 21/09/2015 λόγω απουσίας εγγεγραμμένου μεταφραστή και οι δικηγόροι του Ενάγοντα-Αιτητή δήλωναν έτοιμοι να ξεκινήσουν, καταχωρήθηκε την επομένη αμέσως μέρα η επίδικη αίτηση, γεγονός το οποίο δείχνει ότι σκοπός τους ήταν η καθυστέρηση στη διαδικασία. Ως περαιτέρω αναφέρεται, έγκριση των τροποποιήσεων θα ήταν άδικη και θα παραβίαζε το συνταγματικό δικαίωμα των Εναγομένων να εκδικασθεί η υπόθεση εντός εύλογου χρόνου. Δεν παρέχεται δικαιολογία για την καθυστέρηση και ο Ενάγοντας προσπαθεί να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου νέα βάση αγωγής και γεγονότων, τα οποία ήταν εις γνώση του τουλάχιστον από την καταχώρηση της Υπεράσπισης στις 27/05/
  5. Κατά τα λοιπά, επαναλαμβάνονται στην Ένορκο Δήλωση περιληπτικά περίπου τα όσα αναφέρονται στους λόγους ένστασης. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών καταχώρησαν Γραπτές Αγορεύσεις κι επίσης αγόρευσαν προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω λάβει υπόψη και τις γραπτές και τις προφορικές τους θέσεις. Αν το κρίνω σκόπιμο θα τις εξετάσω, καθότι το κύριο έργο του Δικαστηρίου είναι να διαπιστώσει από μόνο του, με βάση τη δημόσια αναγκαστική κανονιστική φύση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις στο να επιτραπεί κατά πρώτο λόγο η προσθήκη διαδίκου και κατά δεύτερο λόγο να επιτραπούν οι σχετικές προσθήκες ισχυρισμών σε σχέση με το νέο διάδικο στην Έκθεση Απαίτησης. Γ. Οι νομικές αρχές Κατά πρώτο λόγο θα εξετάσω τις αρχές που διέπουν την προσθήκη διαδίκου και κατά δεύτερο λόγο αυτές που ισχύουν σε αιτήσεις τροποποίησης δικογράφων. Όπως αναφέρθηκε στην Χριστάκης Αντωνίου Σοφιανού v. Minas Makris Developers Ltd κ.α.

(2011)1Γ Α.Α.Δ 1668: «Η προσθήκη διαδίκου είναι ζήτημα αναγόμενο στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Το δικαστήριο έχει επί του προκειμένου ευρεία διακριτική εξουσία να επιφέρει αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους (διαγραφή, προσθήκη, αντικατάσταση) που στοχεύουν στο να καταστεί δυνατή η πλήρης και αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων μεταξύ των αναγκαίων διαδίκων. Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772.» Στην Ανδρέας Οδυσσέως v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1372 αναφέρθηκαν τα εξής: «Η επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει βασικά στον ενάγοντα. (Βλ. Supreme Court Practice 1982 3 - σελ.
  1. Το Δικαστήριο έχει ωστόσο την εξουσία (Βλ. Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας - Διαταγή 9 θ.10) να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε κατόπιν αιτήσεως είτε χωρίς αίτηση, την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. Είναι αυτόδηλο ότι το ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και καθώς έχει ειπωθεί στην Παπαχριστοφόρου ν. Χαραλάμπους (ανωτέρω), η απόφανση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις γραπτές προτάσεις. ................................. Καθώς έχει προαναφερθεί, η προσθήκη διαδίκου είναι ζήτημα το οποίο εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Προκειμένου να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια η οποία του παρέχει τη δυνατότητα διαγραφής, προσθήκης ή αντικατάστασης διαδίκου σε μια εκκρεμούσα διαδικασία.» Εκτενής ανάλυση των αρχών που ισχύουν αναφορικά με το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου, έλαβε χώρα από την Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου κα Λένα Δημητριάδου-Ανδρέου (Α.Ε.Δ. ως ήταν τότε), στα πλαίσια της Αγωγής Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας 1050/2006 Creative Tours Limited και MCA Hotels Limited, απόφαση ημερομηνίας 26/03/
  2. Συγκεκριμένα αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί το δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να κάμει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διάδικους με το να τους προσθέσει, να τους διαγράψει ή να τους αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων (βλ. Van Gelder, Apsimon & Co. v. Sowerby Bridge United District Flour Society [1890] 44 Ch. D. 374, C.A., Montgomery v. Foy, Morgan & Co [1895] 2 Q.B. 321, C.A., Bennetts & Co. v. Mcllwraith & Co. [1896] 2 Q.B. 464, C.A., Ideal Films Ltd. ν. Richards [1927] 1 K.B. 374, C.A., Wilson v. Balcarres [1893] 1 Q.B. 422, Robinson v. Geisel [1894] 2 Q.B. 688). Στην Byrne and Another ν. Brown [1889] 22 Q.B.D. 657 o Lord Esher, M.R. έχει πραγματευθεί το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου ως εξής: «One of the chief objects of the Judicature Acts was to secure that, wherever a Court can see in the transaction brought before it that the rights of one of the parties will or may be so affected that under the forms of law other actions may be brought in respect of that transaction, the Court shall have power to bring all the parties before it, and determine the rights of all in one proceeding. It is not necessary that the evidence in the issues raised by the new parties being brought it should be exactly the same; it is sufficient if the main evidence and the main inquiry, will be the same, and the Court then has power to bring in the new parties, and to adjudicate in one proceeding upon the rights of all the parties before it.» Σε ελληνική μετάφραση: «Ένας από τους κύριους σκοπούς των Judicature Acts ήταν να εξασφαλιστεί ότι οποτεδήποτε το δικαστήριο μπορεί να διακρίνει από την διαδικασία η οποία βρίσκεται ενώπιον του ότι τα δικαιώματα ενός από τους διαδίκους θα επηρεαστούν ή δυνατόν να επηρεαστούν με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε δυνάμει των υφιστάμενων διαδικαστικών θεσμών δυνατό να εγερθούν άλλες αγωγές σε σχέση με την ίδια πράξη, το δικαστήριο θα έχει εξουσία να φέρει όλα τα μέρη ενώπιον του, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων τους σε μια διαδικασία. Δεν είναι απαραίτητο όπως η μαρτυρία, που προκύπτει για τα επίδικα θέματα που εγείρονται από την προσθήκη των μερών, είναι ακριβώς η ίδια. Είναι αρκετό αν η κυρίως μαρτυρία και η κυρίως έρευνα, θα είναι οι ίδιες και το δικαστήριο έχει εξουσία να προσθέσει τα νέα μέρη, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων όλων των μερών που βρίσκονται ενώπιον του σε μια διαδικασία.» Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Perihan Mustafa Korkut v. Αποστόλου Γεωργίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1213, «Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται. Για τον εάν ένας διάδικος είναι αναγκαίος ή όχι, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια. Μελέτη της Αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψης για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9 θ.10 (βλ.) Amon v. Raphael και Tuck & Sons Ltd.
(1956)1 All E.R. 273 και Gurtner v.Circuit
(1968)1 All E.R. 328). Όμως στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο. (Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd. κ.α. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1977)1 (Β) Α.Α.Δ. 772)».» Προσθήκη διαδίκου, φαίνεται ότι μπορεί, σε κατάλληλη περίπτωση, να καταχωρηθεί και από τον προτιθέμενο Εναγόμενο. Στην Γιάννη Ασκαλίδη v. Ανδρέα Τανίδη (Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, Αγωγή 826/2013, απόφαση ημερομηνίας 16/11/2015, επετράπη από τον Ε.Δ. κ. Μιχαηλίδη, στην Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λτδ, να λάβει μέρος στη διαδικασία ως Εναγόμενη 2 , αφού η εν λόγω εταιρεία υποστήριζε ότι το επίδικο δυστύχημα ήταν εικονικό και έλαβε χώρα μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγομένου κατόπιν συμπαιγνίας και ήθελε να παρέμεβει στη διαδικασία για να μπορέσει να εγείρει την εκδοχή της αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος και να υπερασπίσει τον εαυτό της. Ο κ. Π. Μιχαηλίδης Ε.Δ., έκρινε ότι η προσθήκη της Αιτήτριας Παγκυπριακής Ασφαλιστικής Λτδ ήταν αναγκαία για να μπορέσουν να αποφασισθούν πλήρως και αποτελεσματικά τα εγειρόμενα ζητήματα, με παραπομπή στην General Insurance Company of Cyprus Ltd v. Maroulla Georghiou
(1963)CLR
  1. Κρίνω πάντως σκόπιμο, επειδή η βάση της αγωγής ως φαίνεται στις παραγράφους 1 και 2 της Απαίτησης, προέκυψε «κατά ή περί της 16/04/10, συνέπεια της αμέλειας και/ή παράβασης των κατά Νόμων και Κανονισμών.....» και ως φαίνεται μπορεί να τίθεται ζήτημα παραγραφής αγώγιμου δικαιώματος, αφού ο διάδικος θα προστεθεί τώρα, δηλαδή περισσότερο από 3 έτη μετά το χρονικό σημείο που προέκυψε η βάση της αγωγής, να εξετάσω και τις συνέπειες που μπορεί να έχει παραγραφή δικαιώματος στο αίτημα για προσθήκη διαδίκου. To άρθρο 68 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, έχει ως ακολούθως: «
  2. Καμιά αγωγή δεv εγείρεται για αστικό αδίκημα, εκτός αv αυτή εγερθεί- (α) εvτός τριών ετώv αμέσως μετά τηv πράξη ή παράλειψη για τηv oπoία εγέρθηκε η αγωγή.» Ως έχει νομολογηθεί η συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής δεν παραγράφει το αγώγιμο δικαίωμα αυτό κάθε αυτό, αλλά μόνο το δικαίωμα έγερσης αγωγής για διεκδίκησή του και αν η παραγραφή δεν εγερθεί στο δικόγραφο του διαδίκου υπέρ του οποίου ενεργεί ο χρόνος παραγραφής, τότε η αγωγή προχωρεί κανονικά. Συνεπώς δεν είναι θέμα που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο. Στη Δημήτρης Φεσσά κ.α. v. Ευανθίας Κασάπη (1994 1 Α.Α.Δ. 337), αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η εφεσίβλητη - εναγόμενη ήγειρε το ζήτημα της παραγραφής, που απασχόλησε το πρωτόδικο Δικαστήριο ως προδικαστική ένσταση, γιατί απόφαση πάνω σ' αυτή θα περάτωνε τη διαδικασία. Το δικάσαν Δικαστήριο απεφάνθη πως η αγωγή δεν μπορούσε να προχωρήσει γιατί καταχωρίστηκε εκπρόθεσμα και κατ' ακολουθία την απέρριψε. Εφόσον βρισκόμαστε σε αυτό το σημείο παρατηρούμε πως το ορθό διατακτικό θα ήταν η αναστολή της παραπέρα διαδικασίας στην υπόθεση και όχι η απόρριψη της αγωγής. Αυτό καθιερώνει η νομολογία. Είναι όμως και η εύλογη συνέπεια του γεγονότος πως η ουσία της αγωγής δεν εκδικάζεται, για να απολήξει στην απόρριψή της. Η διαδικασία απλώς αναστέλλεται. Να προσθέσουμε μάλιστα πως, αν ο διάδικος, υπέρ του οποίου λειτουργεί η παραγραφή, δεν την εγείρει στο δικόγραφό του, τότε η υπόθεση προχωρεί στην εκδίκαση.» Στην Αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου 1166/2009 Γιαννάκης Κοντόζης v. Giovani Developers Ltd, ημερομηνία απόφασης 30/6/2015,σε αίτηση για προσθήκη Εναγομένου, η οποία αφορούσε, όπως και στην παρούσα υπόθεση, εργατικό ατύχημα, συμμετείχαν στη διαδικασία και προέβαλαν ένσταση οι προτεινόμενοι Εναγόμενοι, προβάλλοντας και ισχυρισμό για παραγραφή της αξίωσης εναντίον τους. Ως ανέλυσε τις ισχύουσες αρχές σε τέτοιου είδους αιτήσεις ο κ.Χ.Φιλίππου Α.Ε.Δ.: « Ως λόγος για τον οποίο δεν θα πρέπει να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της αίτησης για προσθήκη εναγόμενου προβάλλεται από πλευράς των καθ΄ων η αίτηση το γεγονός ότι ο προτεινόμενος εναγόμενος θα μπορούσε να εγείρει θέμα παραγραφής της εναντίον του απαίτησης. Κατέγραψα πιο πάνω την παρ. 10 (α) - (δ) της ένορκης δήλωσης του κ. Π. Καρόνια (σελ. 9), τους λόγους, μεταξύ ασφαλώς και άλλων, για τους οποίους δεν μπορεί να προστεθούν οι καθ΄ων η αίτηση λόγω παραγραφής, που αν επιτρεπόταν θα επηρέαζε δυσμενώς τα νομικά δικαιώματα ή και τα οικονομικά συμφέροντα των καθ΄ων η αίτηση καθώς οι ασφαλιστές τους δεν θα έχουν πλέον υποχρέωση να τους καλύψουν ασφαλιστικά και θα παρέμεναν προσωπικά εκτεθειμένοι χωρίς να μπορούν να τύχουν του ευεργετήματος της ασφαλιστικής κάλυψης σε περίπτωση επιδίκασης οποιουδήποτε ποσού αποζημίωσης εναντίον τους κάτι που θα τους προκαλούσε τεράστια οικονομική βλάβη η οποία δεν θα μπορεί να θεραπευθεί. Παραθέτω τις πρόνοιες των σχετικών Νομοθετικών διατάξεων που προνοούν τα περί παραγραφής, τις οποίες θα τις συσχετίσω με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης για την εξαγωγή των απαραίτητων συμπερασμάτων μου σε σχέση με αυτό το ζήτημα: Το άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 προνοεί τα ακόλουθα:«Καμιά αγωγή εγείρεται για αστικό αδίκημα, εκτός αν αυτή εγερθεί: α) εντός τριών ετών αμέσως μετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία εγέρθηκε η αγωγή.» Ο Περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος του 2002 (Ν.110(Ι)/2002), ο οποίος κατάργησε όλους τους προηγούμενους Περί Αναστολής Νόμους στο άρθρο 4
(1)προνοεί ότι: «Οι περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμοι του 1964 και 1982 καταργούνται: Νοείται ότι η κατάργηση των πιο πάνω Νόμων με κανένα τρόπο δεν μπορεί να καταστήσει παραγεγραμμένο οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα το οποίο έχει διατηρηθεί σε ισχύ δυνάμει των καταργημένων Νόμων, εκτός αν και μέχρις ότου συμπληρωθεί μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου, νέος και από την αρχή χρόνος παραγραφής για το εν λόγω αγώγιμο δικαίωμα.» Στο άρθρο 4
(2)προνοείται: «Ο περί Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος του 1990 καταργείται: Νοείται ότι η δυνάμει του πιο πάνω καταργούμενου Νόμου επελθούσα παραγραφή ορισμένων αξιώσεων ουδόλως επηρεάζεται.» Σύμφωνα με τους πιο πάνω νόμους περί παραγραφής η παραγραφή οριζόταν σε δύο
(2)έτη τα οποία επεκτάθηκαν το 2006 σε τρία
(3)έτη. Όταν ο ενάγοντας υπέστη το εργατικό ατύχημα ίσχυε το νομικό καθεστώς των τριών
(3)ετών παραγραφής. Ο Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος (Ν.66(Ι)/2012)κατήργησε τους προηγούμενους νόμους και ορίστηκε η παραγραφή αγωγών, που απορρέουν από αμελή πράξη ή παράλειψη, μετά την 1η.07.2012, σε αντικατάσταση του άρθρου 68 του Κεφ. 148. Στο Παράρτημα όμως του εν λόγω Νόμου προνοείται ότι η κατάργηση του άρθρου 68 έγινε μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επισυνέβη κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου, δηλαδή μετά την 1.07.2012 που τέθηκε σε ισχύ. Συνεπώς, όπου είχε ήδη παρέλθει τριετία από τη βάση της αγωγής πριν την 1.07.2012, το άρθρο 68 λειτούργησε κανονικά και δεν καταργήθηκε από τον Ν. 66(Ι) /2012 και οδηγεί σε παραγραφή. Ο Περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμος του 1989 (Ν.174/189) στο άρθρο 19 προνοεί τα ακόλουθα για το ζήτημα της παραγραφής:«Οποιαδήποτε αγωγή για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου πρέπει να εγείρεται εντός τριών
(3)ετών από την ημέρα του ατυχήματος.» Λαμβάνοντας υπόψη ότι η αξιώσεις του ενάγοντος προέρχονται από εργατικό ατύχημα το οποίο επισυνέβη την 2.04.2008 και η αγωγή καταχωρίστηκε την 23.12.2009 προκύπτουν τα ακόλουθα δεδομένα: (α) Όταν έλαβε χώρα η πράξη ή η παράλειψη που αφορά το επίδικο εργατικό ατύχημα στις 2.04.2008 ήταν σε ισχύ το άρθρο 68 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, ο οποίος προνοούσε παραγραφή τριών
(3)ετών, (β) η αξίωση εναντίον προσώπων που δεν ενάχθηκαν παραγράφηκε στη λήξη της τριετίας, δηλαδή την 2.04.2011, (γ) ο Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος του 2012 (Ν. 66(Ι)/2012)ήταν μεταγενέστερος της λήξης της παραγραφής και εν πάση περιπτώσει δεν κατήργησε το άρθρο 68, δοθέντος του ότι στο Παράρτημα του εν λόγω νόμου γίνεται ξεκάθαρο ότι η κατάργηση του άρθρου 68 έγινε μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επεσυνέβη κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του Νόμου, δηλαδή μετά την 1.07.2012. Στην υπόθεση 1.N.S.K.Leather Plast Ltd κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1 ΑΑΔ 145 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά αναφέρθηκε στο γεγονός ότι το άρθρο 94 δεν ίσχυε μετά την εφαρμογή του Περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμου του 1964 και στη συνέχεια των Νόμων 36/82 και 217/90. Όταν δε ψηφίστηκε ο Νόμος Περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) του 2002 και καταργήθηκαν οι Περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμοι, με βάση την επιφύλαξη στο άρθρο 4
(1)νέος χρόνος παραγραφής άρχισε να προσμετρά μετά την έναρξη της ισχύος του νέου Νόμου και έτσι ο χρόνος των 5 ετών δεν είχε παρέλθει.» Στην περίπτωση μας με βάση τον Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμο του 2000 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα στο Άρθρο 22 προνοεί ότι οποιαδήποτε αγωγή για τους σκοπούς του νόμου αυτού κατά του αδικοπραγούντα πρέπει να εγείρεται μέσα σε τρία χρόνια από την ημέρα του ατυχήματος. Κατά συνέπεια, οι πρόνοιες του Νόμου αυτού για υποχρεωτική ασφάλιση εφαρμόζονται μόνο όπου η αγωγή εγείρεται εντός τριών ετών από την ημέρα του ατυχήματος. Οι αναστολές που θεσπίστηκαν διαδοχικά με τους τροποποιητικούς Ν. 28 (Ι)/08 και 16(Ι) δεν καλύπτουν το άρθρο 68 του Κεφ. 148, αφού ρητώς προβλέπεται με αυτούς αναστολή εφαρμογής μόνο του Περί Παραγραφής Νόμου Κεφ. 15 (και όχι του Ν.110(Ι)/02). Οι καθ΄ων η αίτηση ήγειραν το θέμα από αυτό το στάδιο και τα δικαστήρια αρνούνται να επιτρέψουν την προσθήκη διαδίκου ή βάσης αγωγής αν η προσθήκη θα ανατρέψει την υπεράσπιση που προβλέπεται από τον Περί Παραγραφής Νόμο (βλ. Νέδη Κυριάκου κ.ά. v. Κωνσταντίνου Φραντζίδη
(1999)ΑΑΔ 2035). Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των καθ΄ων η αίτηση με παρέπεμψαν στην πρωτόδικη απόφαση Thomas v. Thomas, Αρ. Αγ. 694/2007 Ε.Δ. Λάρνακας η οποία εκδόθηκε την 13.10.2009 από την αδελφή Α.Ε.Δ (όπως ήταν τότε) κα Λ. Δημητριάδου, η οποία αποφασίζοντας το ίδιο ζήτημα σε αίτηση παραμερισμού διατάγματος που είχε ζητηθεί με μονομερή αίτηση και πέτυχε την προσθήκη 2ου εναγόμενου και με την οποία παραμέρισε το εκδοθέν διάταγμα, δεδομένου του ότι το αγώγιμο δικαίωμα είχε παραγραφεί, σημείωσε τα ακόλουθα στην απόφαση της: «Με βάση τη σχετική νομολογία που σκιαγράφησα ανωτέρω, καθόσον αφορά τον Εναγόμενο 2 ο χρόνος παραγραφής εναντίον του άρχεται από την ημέρα καταχώρησης του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος, δηλαδή 6.06.
  1. Ο χρόνος έναρξης της παραγραφής για το αγώγιμο δικαίωμα της παρούσας υπόθεσης με βάση το Νόμο 110 (Ι)/02 αρχίζει από την 1.06.05 και συμπληρώνεται στα τρία χρόνια, δηλαδή την 1.06.
  2. Είναι προφανές, επομένως, ότι καθόσον αφορά τον Εναγόμενο 2, όταν καταχωρήθηκε το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα, ο χρόνος παραγραφής των τριών ετών είχε ήδη παρέλθει. Να επισημάνω δε εδώ ότι με βάση τον Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμο του 2000 όπως έχει τροποποιηθεί μεταγενέστερα και συγκεκριμένα το Άρθρο 22 αυτού, οποιαδήποτε αγωγή για τους σκοπούς του νόμου αυτού κατά του αδικοπραγούντα πρέπει να εγείρεται μέσα σε τρία χρόνια από την ημέρα του ατυχήματος. Κατά συνέπεια, οι πρόνοιες του Νόμου αυτού για υποχρεωτική ασφάλιση εφαρμόζονται μόνο όπου η αγωγή εγείρεται εντός τριών ετών από την ημέρα του ατυχήματος. [.]». Στην υπόθεση Πολ. Έφεση Αρ. 281/2009 Γεωργίου v. Φιλιαστίδη και Μανώλη ως Τριτοδιάδικου, απόφαση η οποία εκδόθηκε την 1.03.2013, αφορούσε έφεση επί απόφασης που είχε κρίνει το ζήτημα της αιτηθείσας τροποποίησης της αγωγής για να καθίστατο ο Τριτοδιάδικος Μανώλη ως Εναγόμενος, η έφεση απορρίφθηκε. Σε αναφορά στον Περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης (Ευθύνη Έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000 (Ν. 96(Ι)/2000)και σε σχέση με την τριετή περίοδο παραγραφής του άρθρου 22 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ένας σοβαρός παράγοντας όταν ζητείται η προσθήκη εναγομένου είναι το κατά πόσο ο προτιθέμενος εναγόμενος θα μπορούσε να θέσει θέμα παραγραφής. Κατά κανόνα, δεν δίδεται άδεια για προσθήκη μετά την εκπνοή της προθεσμίας (Manchester Lines Ltd, ανωτ., P.T. KIANIKERTAS v. Interorient Navigation company Ltd (Αρ. 1)
(2001)1 Α.Α.Δ. 300). Η ίδια αρχή πρέπει να ισχύει και όταν τίθεται θέμα απώλειας δικαιώματος ή ουσιαστικού επηρεασμού, είτε των άμεσα εμπλεκομένων ως διαδίκων, είτε όσων έχουν νόμιμα συμφέροντα στην υπόθεση. Εν προκειμένω, ο Νόμος 96/2000, όπως και το προϊσχύσαν Κεφ. 333, θέτει το πλαίσια μιας τριμερούς αλληλεπίδρασης συμφερόντων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ήτοι του αδικοπραγήσαντα, του ζημιωθέντα και του ασφαλιστή (βλ. General Insurance Company of Cyprus v. Georghiou and another
(1963)2 CLR 117). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν θεωρηθεί ότι η προσθήκη θα έχει αναδρομική ισχύ, τότε θα προκληθεί δυσμενής επηρεασμός στον ασφαλιστή, που δεν θα είναι σε θέση να επικαλεστεί τις πρόνοιες του άρθρου 22. Αν, από την άλλη, θεωρηθεί ότι η προσθήκη θα ισχύει από τώρα θα υποστεί δυσμενή επηρεασμό ο νέος εναγόμενος, εφόσον η αγωγή εναντίον του θα είναι εκτός των πλαισίων του άρθρου 22 οπότε θα αναγκαστεί να πληρώσει ο ίδιος τυχόν απόφαση εναντίον του. Τέτοιος επηρεασμός είτε στην μια είτε στην άλλη περίπτωση, δεν μπορεί να αποκατασταθεί με τα έξοδα. Συνεπώς η αίτηση για προσθήκη δεν θα μπορούσε να επιτύχει και γι΄αυτό το λόγο.» Στην υπόθεση Covotsos Textiles Ltd v. Ellerman Lines Ltd a.o.
(1983)1 CLR 479 έγινε αναφορά στην υπόθεση Liff v. Peasley
(1980)1 All E.R. 623, C.A. στις αποφάσεις που εκδόθηκαν από τους Λόρδους Δικαστές Stephenson L.J. και Brandon L.J. Στις σελ. 488 - 489 της απόφασης παρατέθηκε το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του BrandonL.J.: «"It is an established rule of practice that the court will not allow a person to be added as defendant to an existing action if the claim sought to be made against him is already statute-barred and he desires to rely on that circumstances as a defence to the claim. Alternatively, if the court allowed such addition to be made ex parte in the first place, it will not, on objection then being taken by the person added, allow the addition to stand, I shall refer to the established rule of practice as 'the rule of practice'. There are two alternative bases on which the rule of practice can be justified. The first basis is that, if the addition were allowed, it would relate back so that the action would be deemed to have been begun as against the person added, not on the date of amendment, but on the date of the original writ; that the effect of such relation back would be to deprive the person added of an accrued defence to the claim on the ground that it was statute-barred; and that this would be unjust to that person. I shall refer to this first basis of the rule of practice as the 'relation back' theory. The second and alternative basis for the rule is that, where a person is added as defendant in an existing action, the action is only deemed to have been begun as against him on the date of amendment of the writ; that the defence that the claim is statute-barred therefore remains available to him; and that, since defence affords a complete answer to the claim, it would serve no useful purpose to allow the addition to be made. Ι shall refer to this second and alternative basis of the rule of practice as the 'no useful purpose' theory.» Προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα ότι σύμφωνα με τον καθιερωμένο κανόνα πρακτικής, το Δικαστήριο δεν θα επιτρέψει την προσθήκη εναγόμενου αν η απαίτηση εναντίον του έχει ήδη παραγραφεί και το πρόσωπο που σκοπείται να προστεθεί ως εναγόμενος επιθυμεί να επικαλεσθεί την παραγραφή ως υπεράσπιση. Επίσης, αν το Δικαστήριο επιτρέψει την προσθήκη στην βάση μονομερούς αιτήσεως, στην βάση του πιο πάνω κανόνα πρακτικής δεν θα επιτρέψει την συνέχιση της προσθήκης σε περίπτωση που ο διάδικος που προστέθηκε ενστεί στην προσθήκη. Η πιο πάνω πρακτική βρίσκει την δικαιολογία της σε δύο εναλλακτικές βάσεις: σύμφωνα με την πρώτη, γνωστή ως η θεωρία "relationback", αν η προσθήκη επιτραπεί θεωρείται ότι ανατρέχει πίσω στον χρόνο, με αποτέλεσμα η αγωγή να θεωρείται ότι άρχισε εναντίον του προστιθέμενου διαδίκου όχι κατά τον χρόνο της τροποποίησης, αλλά κατά την ημέρα που καταχωρήθηκε το αρχικό κλητήριο. Με αποτέλεσμα ο διάδικος που προστέθηκε να στερείται κεκτημένης υπεράσπισης στην απαίτηση στη βάση της παραγραφής. Κάτι το οποίο θα επέφερε αδικία σε αυτόν. Σύμφωνα με την δεύτερη, γνωστή ως η προσέγγιση "nousefulpurpose", όταν πρόσωπο προστίθεται ως εναγόμενος σε υφιστάμενη αγωγή η αγωγή θεωρείται ότι άρχισε εναντίον του κατά τον χρόνο της τροποποίησης του κλητηρίου και, επομένως, η υπεράσπιση της παραγραφής παραμένει διαθέσιμη σε αυτόν. Και επειδή η υπεράσπιση της παραγραφής αποτελεί πλήρη υπεράσπιση στην απαίτηση η προσθήκη δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε χρήσιμο σκοπό. Στην ίδια πιο πάνω απόφαση Γεωργίου v. Φιλιαστίδη κ.α. σε σχέση με το ζήτημα της καθυστέρησης που υπάρχει για την υποβολή του αιτήματος λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η πρόθεση δε, να καταστεί εναγόμενος και ο άλλος οδηγός, εκδηλώθηκε πέντε χρόνια μετά το ατύχημα και τρία χρόνια μετά που η ενάγουσα επέλεξε να στραφεί εναντίον του ενός οδηγού και μόνο. Ενώ, ως άνω, η καθυστέρηση κατ΄αρχήν δεν αποκλείει, στην κατάλληλη περίπτωση, μια τροποποίηση, «όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής» και μετά την έναρξη της δίκης «η διακριτική ευχέρεια ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1 A.A.Δ. (E) 33, 37). Εν προκειμένω η καθυστέρηση είναι μεγάλη και μάλιστα εντελώς αδικαιολόγητη.» Στη βάση λοιπόν των πιο πάνω καταλήγω ότι στη παρούσα υπόθεση ο χρόνος παραγραφής έχει παρέλθει και ουδέν αγώγιμο δικαίωμα και αξίωση μπορεί να εγερθεί εναντίον των καθ΄ων η αίτηση προτιθέμενων εναγομένων.» Στην υπόθεση Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, Αρ. 2792/2012 Γιωργούλλα Γιούπρου v. C.A.C. Papantoniou Ltd, απόφαση ημερομηνίας 28/01/2015, εξετάστηκε αίτηση προσθήκης διαδίκου και τροποποίησης. Ο κ. Μ.Α. Ματθαίου Α.Ε.Δ., εξετάζοντας το επιχείρημα του δικηγόρου της Ενάγουσας-Αιτήτριας ότι κατά λάθος επέδωσε την αίτηση στο δικηγόρο της προτιθέμενης Εναγομένης και ότι εκείνη δεν είχε locus standi στη διαδικασία, απέρριψε την εν λόγω θέση με παραπομπή στην Αίτηση 73/2005 της Τράπεζας Κύπρου για Certiorari
(2005)1Β Α.Α.Δ. 1178) αναφέροντας ότι: «[ 11 ] Άλλωστε υπάρχουν και περιπτώσεις στη νομολογία μας στις οποίες παρά και την καταχώρηση μονομερούς αιτησης και την μη επίδοσή της εντούτοις σε περίπτωση εμφάνισης δικηγόρου στο Δικαστήριο εκ μέρους του καθ'ου η αίτηση κατά την ημερομηνία στην οποία αυτή έχει οριστεί για ακρόαση, τότε το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του αυτή την εμφάνιση και παρέχεται και δικαίωμα στον καθ'ου η αίτηση να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο στη διαδικασία. [ 12 ] Η πρακτική αυτή ακολουθείται εντός του πλαισίου τήρησης του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει όπως ακουστεί και η άλλη πλευρά, αναφορικά με κάποιο θέμα που την αφορά (παραδείγματος χάριν, βλ. σχετικά την Αίτηση Αρ. 73/2005 της Τράπεζας Κύπρου κ.α. για Certiorari
(2005)1Β Α.Α.Δ. 1178).» Η θέση πάντως που υιοθέτησε το Δικαστήριο σε σχέση με το πότε πρέπει να εγείρεται το θέμα της παραγραφής στη συγκεκριμένη υπόθεση ήταν ότι το θέμα της παραγραφής θα έπρεπε να εξεταστει σε μεταγενέστερο στάδιο, μετά την προσθήκη του διαδίκου. Παραθέτω την κατάληξη του κ. Ματθαίου επί αυτού του ζητήματος, στην οποία προέβη, μετά από εκτενή ανάλυση: «ΣΤ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΤΑΔΙΟ ΕΞΕΤΑΣΗΣ [ 29 ] Υιοθετώντας το ίδιο σκεπτικό και δίχως να εξετάζεται από αυτό το Δικαστήριο εντός αυτής της απόφασης κατά πόσο όντως η υπεράσπιση της παραγραφής ευσταθεί αλλά παράλληλα κρίνοντας πως θα πρέπει να δοθεί η ευκαιρία στην ενάγουσα να εισηγηθεί προς το Δικαστήριο πως αυτή δεν ισχύει στην περίπτωση της, θεωρώ πως η λύση η οποία επιλέγηκε στην περίπτωση της απόφασης Liptons Cash Registers and Business Equipment Ltd v Hugin (GB) Ltd and others (βλ. σχετικά πιο πάνω) είναι πρόσφορη προς επιλογή και σε σχέση με την περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. [ 30 ] Καθότι, διατηρώντας υπόψη και τη σχετική νομοθεσία επί του θέματος, δεν είναι ξεκάθαρο σε αυτό το στάδιο και εντός του πλαισίου αυτής της διαδικασίας, ιδιαίτερα δε δίχως να δοθεί πρώτα η ευκαιρία στους διάδικους να τοποθετηθούν σχετικά τόσο με μαρτυρία όσο και επιχειρηματολογία, πως η υπεράσπιση της παραγραφής θα γίνει δεκτή από το Δικαστήριο. Παράλληλα όμως δεν θα πρέπει και η καθ΄ης η αίτηση 2 να στερηθεί του δικαιώματος να εγείρει αυτή την υπεράσπιση. [ 31 ] Θεωρώ πως όντως ο ορθότερος και πιο δίκαιος τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση έτσι ώστε αφενός να μην στερείται του δικαιώματος η καθ΄ης η αίτηση 2 να θέσει ως υπεράσπιση το θέμα της παραγραφής και αφετέρου η ενάγουσα να προβάλει τις δικές της θέσεις ως προς το ότι η δική της περίπτωση εμπίπτει σε εξαιρέσεις από την εφαρμογή του σχετικού Νόμου αναφορικά με την παραγραφή είναι πως σε περίπτωση όπου κρίνεται ότι η καθ΄ης η αίτηση 2 είναι όντως αναγκαίος διάδικος η προσθήκη της θα γίνει υπό τον όρο ότι για σκοπούς εφαρμογής της νομοθεσίας σε σχέση με το θέμα της παραγραφής η σχετική ημερομηνία προσθήκης της ως εναγόμενη θα θεωρείται ως αυτή της έκδοσης του σχετικού διατάγματος προσθήκης και τροποποίησης και όχι η ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. [ 32 ] Συνεπώς, ουσιαστικά γίνεται δεκτή η θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου της ενάγουσας ως προς το ότι το θέμα της παραγραφής δεν θα πρέπει να εξεταστεί σε αυτή τη διαδικασία αλλά αφού πρώτα η καθ΄ης η αίτηση 2 καταστεί διάδικος στην αγωγή.» Στην υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Χαρούλλα Κωνσταντίνου v. B&A Βest Mcc Ltd, Αρ. Αγωγής 9944/2005, απόφαση ημερομηνίας 27/03/2009, το θέμα της παραγραφής εξετάστηκε κατά το στάδιο της προσθήκης διαδίκου και παρατέθηκαν αναλυτικά οι σχετικές νομικές αρχές. Ο κ. Χ.Β.Χαραλάμπους Ε.Δ., σήμερα Α.Ε.Δ., κατέληξε στα εξής: «Με βάση τα πιο πάνω είναι προφανές πως δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη η παρούσα αίτηση της Ενάγουσας δεδομένου ότι η αξίωση της έχει αναμφίβολα παραγραφεί αρκετούς μήνες πριν το διάβημα αυτό. Σημειώνω πως στην πιο πάνω υπόθεση Stavros Papaioannou Ltd το αίτημα είχε εξεταστεί στην απουσία των προτεινόμενων Εναγόμενων και εντούτοις το Δικαστήριο εξέτασε το θέμα μη επιτρέποντας την προσθήκη λόγω της παραγραφής. Η ίδια κατάληξη προδιαγράφεται a fortiori και στην παρούσα περίπτωση όπου η αίτηση επιδόθηκε στον προτεινόμενο Εναγόμενο, ο οποίος κατέστησε σαφή την πρόθεση του να επικαλεστεί την παραγραφή. Συνεπώς κρίνεται πως δεν θα εξυπηρετείτο οποιοσδήποτε σκοπός να επιτραπεί τώρα η προσθήκη, με όλες τις συνέπειες που αυτή συνεπάγεται (καθυστέρηση, έξοδα κ.λ.π) και αργότερα να διαπιστωθεί το βάσιμο της υπεράσπισης αυτής.» Στην υπόθεση Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας Valerie Thomas v. Εric Thomas, Αρ. Αγωγής 694/2007, ημερ. απόφασης 13/10/2009 το Δικαστήριο (κα Λένα Δημητριάδου Ανδρέου, τότε Α.Ε.Δ., εξέτασε αίτηση για ακύρωση και/ή παραμερισμό διατάγματος, εκδοθέντος μετά από αίτηση, που δεν είχε επιδοθεί στον Εναγόμενο 2, για προσθήκη του Εναγομένου 2 σε εκείνη την αγωγή ως διαδίκου. To Δικαστήριο παραμέρισε εν τέλει το διάταγμα προσθήκης Εναγομένου που είχε εκδώσει προηγουμένως, βασιζόμενο σε ισχυρισμό του Αιτητή Εναγομένου 2 για παραγραφή. Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται επίσης και τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης με προσθήκη παραγράφων που αναφέσονται στην ισχυριζόμενη ανάμειξη της νέας Εναγόμενης στην υπόθεση. Σε σχέση με την τροποποίηση δικογράφων, σημειώνω ότι η σύγχρονη νομολογιακή τάση τείνει προς την ελαστική και φιλελεύθερη παρά προς την τυποπροσηλωτική αντιμετώπιση τέτοιων αιτημάτων, ιδίως όταν δεν ενδέχεται να προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί χρηματικά, υπό μορφή καταβολής εξόδων. (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 και Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.α.,
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005) Οι νομικές αρχές που διέπουν την τροποποίηση δικογράφων συνοψίστηκαν -σχετικά πρόσφατα- από το Ανώτατο Δικαστήριο, στα πλαίσια της Πολιτικής Έφεσης 58/2012 υπόθεση Kayat Trading Ltd v Genzyme Corporation, Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012, ημερομηνίας 04/03/2013, ως ακολούθως: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις που έχουν ως νομικό υπόβαθρο τις πρόνοιες του κ. 1 της Δ.25[1], όπως είναι η παρούσα περίπτωση, έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων[2]. Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Επίσης, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου: "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά." Η κατάληξη του Δικαστηρίου Κατ' αρχήν παρατηρώ ότι η υπό κρίση Αίτηση δεν έχει επιδοθεί στην προτεινόμενη Εναγόμενη
  1. Σύμφωνα με τη μεταφρασμένη στα ελληνικά από τον Κ.Κυριακίδη έκδοση «Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας» Δ.48 Θ. 3: «Όπου μία αίτηση γίνεται διά κλήσεως επίσημο αντίγραφο αυτής θα πρέπει να επιδίδεται σε όλα τα επηρεαζόμενα πρόσωπα και όπου τέτοια αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκο Δήλωση επίσημο αντίγραφο της ένορκης δήλωσης». Σύμφωνα επίσης με τη μεταφρασμένη στα ελληνικά από τον Κ.Κυριακίδη-Πρωτοκολλητή έκδοση «Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας» Δ.48, Θ. 5: «Αν κατά την ακρόαση μιας αιτήσεως διά κλήσεως το Δικαστήριο ή Δικαστής είναι της γνώμης ότι οιονδήποτε πρόσωπο στο οποίο δεν δόθηκε ειδοποίηση, έπρεπε να του δοθεί, το Δικαστήριο μπορεί είτε να απορρίψει την αίτηση είτε να αναβάλει την ακρόαση ούτως ώστε να επιδοθεί στο τοιούτο πρόσωπο ειδοποίηση σύμφωνα με τις πρόνοιες του κανονισμού 3 αυτής της Διάταξης με τοιούτους όρους (αν υπάρχουν) που το Δικαστήριο ή Δικαστής θα θεωρήσει πρέποντες να επιβάλει.» Τα συμφέροντα όμως της προτιθέμενης Εναγόμενης 3 εταιρείας φαίνεται να επηρεάζονται, με το να καταστεί διάδικος σε μία αγωγή, η οποία εκκρεμεί και στην οποίαν αγωγή πιθανότατα να τίθεται ζήτημα παραγραφής. Η αίτηση αφορά την Εναγόμενη 3, αυτή θα προστεθεί ως διάδικος και κρίνω ότι έπρεπε να της είχε επιδοθεί αντίγραφο και να κληθεί να συμμετέχει, σύμφωνα με τους Θεσμούς και αυτή να έχει την ευκαιρία να ακουστεί πριν εκδοθεί διάταγμα το οποίο την επηρεάζει. Είναι θεμελιώδες συνταγματικό της δικαίωμα (άρθρο 30 του Συντάγματος) να μπορεί να λάβει μέρος στη διαδικασία. Έχω κατά νού το ότι πιθανότατα να θέλει ο προτιθέμενος νέος Εναγόμενος να θέσει και θέμα παραγραφής και λαμβάνω πολύ σοβαρά υπόψη τόσο το σκεπτικό του κ. Ματθαίου στην Γιωργούλλα Γιούπρου (ανωτέρω), όπου θεωρήθηκε ότι είχε locus standi ο προτιθέμενος Εναγόμενος, όσο το σκεπτικό της κας Δημητριάδου-Ανδρέου στη Valerie Thomas (ανωτέρω), όπου διάταγμα που εκδόθηκε χωρίς να ακουστεί ο προτιθέμενος συνεναγόμενος, στη συνέχεια παραμερίστηκε -με το ζήτημα της παραγραφής δικαιώματος να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο-. Εφόσον η απόφασή μου έχει επιφυλαχθεί κι έχει ολοκληρωθεί η ακροαματική διαδικασία της Αίτησης κι έχω ακούσει τα επιχειρήματα των μερών, κρίνω ότι ορθότερο είναι να απορρίψω την αίτηση αντί να δώσω σε αυτό το στάδιο οδηγίες για επίδοση της αίτησης στον προτιθέμενο τριτοδιάδικο. Αυτό ανταποκρίνεται καλύτερα κατά την κρίση μου, στα όσα διαλαμβάνει η Δ.48 Θ.5 σε σχέση με τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, είτε να απορρίψει την Αίτηση είτε να αναβάλει την ακρόαση ώστε να επιδοθεί η Αίτηση καταλλήλως. Διευκρινίζω βεβαίως, ίσως εκ του περιττού, ότι η απόρριψη της παρούσας Αίτησης δεν δημιουργεί δεδικασμένο. Σχετική Αίτηση μπορεί να καταχωρηθεί εκ νέου, εάν βεβαίως ο Ενάγοντας το επιθυμεί και εννοείται ότι αναμένεται ότι θα επιδοθεί στην προτιθέμενη νέα Εναγόμενη, ώστε αυτή να θέσει, εάν το επιθυμεί, υπό το φως βεβαίως και των αρχών που φαίνεται να εφαρμόζονται σε τέτοιες περιπτώσεις, ισχυρισμό περί παραγραφής και αυτό το ζήτημα να αποφασιστεί τότε, σύμφωνα με τις εκατέρωθεν θέσεις που τυχόν θα προβληθούν. Έχω παραθέσει αναλυτικά τόσο δευτεροβάθμιες όσο και πρωτοβάθμιες αποφάσεις σχετικά με το ζήτημα, αλλά δεν αποφασίζω και δεν κρίνω σκόπιμο να αποφασίσω οτιδήποτε πέραν του ότι, εν τη απουσία από τη διαδικασία της προτεινόμενης νέας Εναγομένης, θα απορρίψω την υπό κρίση αίτηση γιατί δεν της επιδόθηκε. Η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται στο σύνολό της, δηλαδή απορρίπτεται και η αιτούμενη προσθήκη διαδίκου και οι συναρτώμενες προς την προσθήκη διαδίκου αιτούμενες τροποποιήσεις. Εννοείται επίσης ότι δεν αποφασίζω οτιδήποτε σε σχέση με τους προβαλλόμενους λόγους Ένστασης από την Καθ'ης η Αίτηση - Εναγόμενη
  2. Επαναλαμβάνω επίσης ότι δεδικασμένο δεν έχει δημιουργηθεί. Στην RECNEX ΤRADING LIMITED κ.ά. v. ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΙΜΙΤΕΔ, Πολ. Έφεση 71/11, ημερ. 16/4/14, αναφέρθηκε ότι: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην εμπεριστατωμένη απόφαση του εξέτασε ως θέμα λογικής προτεραιότητας τη θέση των εφεσειόντων ότι το Δικαστήριο κωλύεται να ακούσει την αίτηση καθότι είχε δημιουργηθεί δεδικασμένο σε σχέση με την έκδοση προσωρινού διατάγματος στη βάση των ίδιων πραγματικών και νομικών λόγων. Απάντηση έδωσε, κατά το Δικαστήριο, η απόφαση σε Αγωγή Ναυτοδικείου, AK International UK Limited v. Του Πλοίου «ΝΑΙΜΕ S» Σημαίας Comoros Islands (Αρ.2)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1456, απ΄ όπου και το πιο κάτω απόσπασμα, το οποίο παρέθεσε το πρωτόδικο Δικαστήριο: «Ό,τι συνεπάγεται από τις πιο πάνω αποφάσεις, αποσπάσματα των οποίων παρέθεσα, είναι ότι, εκεί που το Δικαστήριο καταλήγει να ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς, λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, δε στερείται εξουσίας να το συνεχίσει, ή ακόμη και να εκδώσει δεύτερο, όταν τα γεγονότα, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που δεν είχαν αποκαλυφθεί, τεθούν ενώπιον του και νοουμένου ότι καταλήγει για το αθώο της μη αποκάλυψης και την ύπαρξη δυνατότητας έκδοσής του, εάν αποκαλύπονταν τα σχετικά γεγονότα.» Για να καταλήξει ότι η προηγούμενη ακύρωση ενδιαμέσου διατάγματος λόγω μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων δεν αποτελούσε αξεπέραστο εμπόδιο για την έκδοση νέου. Η κατάληξη του Δικαστηρίου μας βρίσκει καθόλα σύμφωνους. Οι ενδιάμεσες αποφάσεις, πλην ειδικών περιπτώσεων, δεν θεωρούνται τελεσίδικες ακόμη και αν αποφασίζεται τελικώς ένα ζήτημα το οποίο κρίνεται δεσμευτικό για την μετέπειτα διαδικασία. Η απόρριψη μιας ενδιάμεσης αίτησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τελική και ως εκ τούτου η καταχώριση νέας δεν μπορεί να προσκρούσει στην αρχή του δεδικασμένου. Εναπόκειται πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αν θα εγκρίνει τη δεύτερη αίτηση ή αν θα την απορρίψει, ελλείψει νέων στοιχείων. Στο τέλος της ημέρας το Δικαστήριο δεν μόρφωσε και ούτε εξέφρασε τελική γνώμη με τρόπο καθοριστικό επί νομικού ή πραγματικού αιτήματος. Δεν υπήρξε ενασχόληση με την ουσία του επιδίκου ζητήματος που αποτελεί τη βάση για την εφαρμογή του δόγματος resjudicata (K.S.R. Commercio Industriade Papel S.A. κ.α. ν. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 309). Εξαρτάται πάντοτε από το κατά πόσο η απορριπτική απόφαση επεκτάθηκε σε ζητήματα επί της ουσίας. Σε αντίθετη περίπτωση, σε ενδιάμεσης αιτήσεις και εκεί όπου δεν αποφασίζεται οτιδήποτε, εκτός από το γεγονός ότι το Δικαστήριο για άλλους λόγους αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θεραπεία που ο διάδικος ζήτησε, τότε το δεδικασμένο δεν καλύπτει την περίπτωση. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Spencer Bower, Turner and Handley, The Doctrine of Res Judicata, 1996, σελ.82: «Although some interlocutory orders may finally determine some question and be binding in later stages of the proceedings, the dismissal of an interlocutory application is not final and will not bar a further application on the ground of res judicata, although the further application is not likely to succeed unless supported by additional evidence or a different argument. Orders granting interlocutory applications in matters of practice and procedure, such as an interlocutory injunction, remain under the control of the court, subject to review. Such orders do not decide any question finally, not even whether there should be an interlocutory injunction, or its terms. Buttes Gas and Oil Co v. Hammer (No.3)
(1982)A.C. 888.» Δεν έχει σημασία αν η απόφαση AK International UK Limited v. Του Πλοίου «ΝΑΙΜΕ S» Σημαίας Comoros Islands (Αρ.2), ανωτέρω, δεν είναι δεσμευτική. Με αναφορά σε Αγγλική νομολογία (Henderson v. Henderson
(1843)3 Hare 100, Lloyds Bowmaker Ltd v. Britannia Arrow
(1988)3 All E.R. 178 (CA), Brink´s MAT Ltdv. Elcombe
(1988)3 All E.R. 188 (CA), Bohbehani v. Salem
(1989)2 All E.R. 143 (CA) Woodhouse v. Consignia Plc
(2002)EW CA Civ 275), το Δικαστήριο ενισχύει την κατάληξη του, την οποία υιοθετούμε. Στο τέλος της ημέρας δεν δημιουργείται δεδικασμένο στην έννοια που ορίζει η νομολογία. (Γαβριήλ κ.α. ν. Αγαπίου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1868, Λοϊζος Λουκά & Υιοι ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ
(1999)1 Α.Α.Δ. 92, Αναστασία Forrest κ.α. ν. Κίμωνα Βαρδάκη κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 6, Μιχαήλ ν. Επίσημος Παραλήπτης
(2003)1 Α.Α.Δ. 975). Συνεπώς, με βάση και τα πιο πάνω αναφερθέντα, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ της Καθ'ης η Αίτηση - Εναγόμενης 1, βάσει και της αρχής ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Τα έξοδα να υπολογιστούν στο τέλος της διαδικασίας από το Πρωτοκολλητείο και να εγκριθούν στη συνέχεια από το Δικαστήριο. ................................. Ξενής Ξενοφώντος Προσ. Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.