← Κύπρος

Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμμοχώστου - Λάρνακας Λτδ ν. Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Αγωγής 2265/2014, 27/11/2015

Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμμοχώστου - Λάρνακας Λτδ ν. Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Αγωγής 2265/2014, 27/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A279 Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας Ενώπιον Ξ.Ξενοφώντος, Προσωρ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2265/2014 Μεταξύ: Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμμοχώστου - Λάρνακας Λτδ Εναγόντων -και-

  1. XXXXX Χαραλάμπους
  2. XXXXX Χαραλάμπους
  3. XXXXX Χαραλάμπους
  4. XXXXX Χρυσοστόμου
  5. XXXXX Χρυσοστόμου
  6. XXXXX Καλλένου Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 7/08/2015 για τροποποίηση απόφασης Ημερομηνία: 27/11/2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κα Αγάθη Νικολάου για Αγάθη Νικολάου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους: κος Θεόδουλος Θεοδούλου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ζητείται Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται η απόφαση ημερομηνίας 15/12/2014 εναντίον των Εναγομένων με συμπερίληψη της φράσης «με κεφαλαιοποίηση κάθε 30/06 και 31/12 έκαστου έτους» μετά από την φράση «το ποσό των €46.727,71 με τόκο προς 7,5% ετησίως από 01-01-14 μέχρι 07-07-14 και προς 8% ετησίως από 08-07-14 μέχρι εξοφλήσεως.» Η αίτηση βασίζεται κυρίως στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60αρ. 32

(2)επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.25, θ.6, 48 θ.1-3,8 και 9 και Δ.64 θ.
  1. ως «και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου» και υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση. Ως αναφέρεται και στο φάκελο του Δικαστηρίου, αλλά και στην Ένορκο Δήλωση η οποία στηρίζει την Αίτηση και η οποία και υπογράφεται από την κα Σαββούλα Σταύρου, δικηγόρο στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες-Αιτητές, στις 22/09/2014, οι Ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή αυτή, ενώ απόφαση εκδόθηκε στις 15/12/
  2. Ως αναφέρει περαιτέρω η κα Σταύρου, εκ « παραδρομής ή και εκ καλόπιστου λάθους δεν είχε συμπεριληφθεί στην παράγραφο 8Β της έκθεσης απαίτησης η αξίωση των εναγόντων για κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 30/06 και 31/12 έκαστου έτους και ως εκ τούτου η εκδοθείσα απόφαση δεν συμπεριλαμβάνει το ρηθέν δικαίωμα των εναγόντων για κεφαλαιοποίηση.». Ως περαιτέρω αναφέρει η κα Σταύρου «στη βάση της εν λόγω παραγράφου 8Β ή και 8 της έκθεσης απαίτησης εξεδόθη η απόφαση ημερομηνίας 30-01-14 και ακριβώς η ρηθείσα απόφαση έχει συνταχθεί έχοντας το λάθος αυτό.» Ως περαιτέρω αναφέρεται στην Ένορκο Δήλωση της κας Σταύρου, είναι η θέση των Εναγόντων, ότι ουδεμία ζημία θα υποστεί η Εναγόμενη από την τροποποίηση, γιατί επρόκειτο γι' αυτούς για παράλειψη προσθήκης κατά τη σύνταξη της Έκθεσης Απαίτησης, η εν λόγω πρόνοια βρίσκεται στη συμφωνία δανείου και σε κάθε περίπτωση η Εναγόμενη ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για την υπόθεσή της, ούτε μετά την επίδοση της αγωγής αλλά ούτε μέχρι και σήμερα, ενώ αντίθετα οι Ενάγοντες θα υποστούν ζημία. Ως αναφέρεται επίσης, η αίτηση τροποποίησης καταχωρήθηκε μετά που προέκυψε η ανάγκη για τροποποίηση και για σκοπούς ορθής απονομής δικαιοσύνης, είναι δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις να εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες και επιτραπεί η τροποποίηση. Καταχωρήθηκε επίσης για τη δικηγόρο για τους Ενάγοντες κα Νικολάου Γραπτή Αγόρευση την οποία έχω αναγνώσει προσεκτικά και λάβει υπόψη μου για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Να σημειωθεί ότι η απόφαση του Δικαστηρίου, εκδόθηκε εκ συμφώνου στην παρουσία των διαδίκων των 2 πλευρών, κας Νικολάου, δικηγόρου Εναγόντων και κ. Θεοδούλου, δικηγόρου Εναγομένων, στις 15/12/
  3. Να σημειωθεί επίσης ότι ο κ. Θεοδούλου, εμφανίστηκε στα πλαίσια και της παρούσας αίτησης για τους Εναγόμενους, δηλώνοντας ότι δε φέρει Ένσταση στην τροποποίηση της απόφασης. Όσο και αν αυτό έχει κάποια σημασία, αυτό που το Δικαστήριο είναι αναγκασμένο να εξετάσει, στα πλαίσια της δημοσίου δικαίου φύσης των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, είναι κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτουν οι Θεσμοί και η νομολογιακή ερμηνεία τους, για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Οι νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης απόφασης, παρατέθηκαν αναλυτικά στα πλαίσια της υπόθεσης Cykings Constructions Limited ν. Παναγιώτη Τήλλυρου, Αρ. Αγωγής: 352/05, 6/3/2014, από την κα Κίζη, σήμερα Α.Ε.Δ. κι έχουν ως ακολούθως: « Αφετηρία για την εξουσία του Δικαστηρίου να διορθώνει αποφάσεις ή διαταγές του αποτελεί η Δ.25 θ.6, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο θεσμός έχει ως εξής: «Clerical mistakes in judgments or orders, or errors arising therein from any accidental slip or omission, may at any time be corrected by the Court or a Judge on application without an appeal». Οι πρόνοιες της Διαταγής 25, θ.6, είναι ταυτόσημες με τις πρόνοιες της Ο28.r.11, της Αγγλικής Πρακτικής του
  4. Στο Annual Practice του 1958, σε σχόλιο που γίνεται για την εφαρμογή του Κανόνα, διαβάζουμε ότι, εκτός από τον εν λόγω κανόνα, το Δικαστήριο έχει εγγενή εξουσία να διαφοροποιεί τις δικές του διαταγές ώστε να αποδίδει το δικό του νόημα (carryout its own meaning) και να κάμνει το νόημα του σαφές. Παρατίθεται δε από την απόφαση του Lord Watson στην υπόθεση Hatton v. Harris
(1892)AC 560 το ακόλουθο απόσπασμα: «When an error of that king has been committed, it is always within the competency of the Court, if nothing has intervened which would render it inexpedient or inequitable to do so, to correct the record in order to bring it into harmony with the order which the judge obviously meant to pronounce. The correction ought to be made upon motion to that effect, and is not matter either for appeal or for rehearing». Εξάλλου, στην υπόθεση Bright v. Sellar
(1904)1 K.B. 6, ελέχθη ότι το σφάλμα ή η παράλειψη πρέπει να είναι σφάλμα στην έκφραση της προφανούς πρόθεσης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο δεν μπορεί να διορθώσει δικό του σφάλμα σε θέμα νόμου ή άλλως πως, παρόλο ότι είναι σαφές στην όψη της απόφασης ή διαταγής. Στην υπόθεση Thynne v. Thynne
(1955)3 All E.R. 129, γίνεται εκτενής ανασκόπηση των αρχών που διέπουν την εξουσία του Δικαστηρίου για διόρθωση των αποφάσεων του. Χωρίς, όπως αναφέρεται στην απόφαση, να γίνεται προσπάθεια ταξινόμησης των περιπτώσεων όπου το Δικαστήριο έχει εξουσία να επέμβει στην ίδια την απόφαση του, απαριθμούνται περιπτώσεις όπου κάτι τέτοιο είναι δυνατό. Και το δικό μας Ανώτατο Δικαστήριο με αναφορά ιδιαίτερα σε αγγλικές αποφάσεις, ασχολήθηκε με το ζήτημα και αποφάσεις του αποσαφηνίζουν το θέμα των ορίων της εξουσίας του Δικαστηρίου να διορθώνει δική του απόφαση. Στην υπόθεση Sofocli v. Leonidou
(1988)1 C.L.R.581, στην σελίδα 587, ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε) μεταξύ άλλων αναφέρει: «The inherent power of the Court to correct errors or omissions is again limited to errors owing to failure to give expression in the order or judgment to the manifest intention of the Court. The inherent jurisdiction of the Court to remedy errors in the process is not absolute but, as judicially acknowledged, confined to "...... matters necessary to maintain its character as a Court of justice". The Court has no authority to upset the terms of a compromise between the parties; on the contrary it will, in good conscience, extend its powers to implement their agreement. On the other hand, there is no authority under the slip rule to vary the terms of a compromise.» Στην υπόθεση Π. Σιβιτανίδης ν. Ε. Χαραλάμπους
(1993)1 Α.Α.Δ. 179, σελίδα 183, γίνεται ερμηνεία του όρου «γραμματικό λάθος» όπως απαντάται στην Διαταγή 25 θ.6 και αναφέρει: «Όπως είχα την ευκαιρία να εκθέσω στην Koumi v. Republic
(1987)3 C.L.R. 1519-στα αγγλικά-και μεταγενέστερα στην Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance Co Ltd
(1989)1 A.A.Δ. (Ε) 664: «Γραμματικό είναι το λάθος το οποίο ανάγεται αποκλειστικά στη διατύπωση σε αντίθεση με τη διαμόρφωση των θέσεων του διαδίκου και αποβλέπει στην εναρμόνιση του λόγου με την έκδηλη πρόθεση» Ο όρος «γραμματικό λάθος» ενέχει την ίδια έννοια σε σχέση με δικαστικές αποφάσεις και σκοπεί στην εναρμόνιση του κειμένου της απόφασης με την καταφανή πρόθεση του δικαστηρίου» Περαιτέρω δε στη σελίδα 184 της απόφασης καθορίζονται και πάλι τα όρια της εξουσίας του Δικαστηρίου αναφέροντας ότι « Η εξουσία για διόρθωση απόφασης από το ίδιο το Δικαστήριο που την εξέδωσε, περιορίζεται σε γραμματικά λάθη και παραλείψεις και έχει ως αντικείμενο την προσαρμογή ατελούς κειμένου στην έκδηλη, κατά τα άλλα, πρόθεση του δικαστηρίου». Το θέμα διαπραγματεύθηκε και πάλι το Ανώτατο δικαστήριο στην υπόθεση Μ. Μονιάτη &Yιοί Λτδ ν. Γεώργιου Νεοφύτου, Πολιτική Έφεση Αρ. 254/2006, ημερομηνίας 20.5.2009, όπου λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Είναι νομολογιακά θεμελιωμένο ότι, σύμφωνα με την προαναφερόμενη δικονομική πρόνοια (Δ.25. Θ.6) και τη σχετική συμφυή εξουσία του δικαστηρίου, είναι επιτρεπτή η προσαρμογή ενός ατελούς κειμένου απόφασης στην έκδηλη, κατά τα άλλα, πρόθεση του δικαστηρίου (Δέστε: Γεωργίου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(1999)1 ΑΑΔ 1043, Σιβιτανίδης ν. Χαραλάμπους
(1993)1 ΑΑΔ 179 και Ε.G. Falekkos Ltd v. Reana Manuf. Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 443)». Εξετάζοντας την παρούσα αίτηση υπό το πρίσμα των πιο πάνω αρχών, κρίνω ότι δεν μπορεί να επιτύχει. Κατ' αρχήν παρατηρώ ότι στην Ένορκο Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, Ενόρκως Δηλούσα είναι δικηγόρος που εμφανίσθηκε κατά την ακρόαση. Ως αναφέρθηκε - με αναφορά σε αρχές που διαμορφώθηκαν σε παλαιότερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου- στην υπόθεση Rybolovlev Dmitry και Άλλοι ν. Elena Rybolovleva,
(2010)1 Α.Α.Δ. 82: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036).» Δεν θα απορρίψω όμως την αίτηση για αυτό το λόγο, γιατί η εν λόγω δικηγόρος που εμφανίσθηκε κατά την ακρόαση της Αίτησης, έδωσε στο Δικαστήριο Γραπτή Αγόρευση υπογεγραμμένη από άλλη δικηγόρο, κάτι που θα θεωρήσω, για σκοπούς ουσιαστικής απονομής δικαιοσύνης, ότι δεν την καθιστά ουσιαστικά εμπλεκόμενη στη διαδικασία, αφού ουσιαστικά δεν ήταν αυτή η οποία ανέπτυξε τις θέσεις των Εναγόντων-Αιτητών, αλλά άλλη δικηγόρος. Απορρίπτω όμως την αίτηση με βάση το παρακάτω σκεπτικό: αυτό που επιζητείται, με αρκετή μάλιστα καθυστέρηση, αφού η αίτηση 8 μήνες περίπου μετά την έκδοση της απόφασης, είναι η διαφοροποίηση της απόφασης, με το να συμπεριληφθεί πρόνοια σε αυτήν, που δεν συμπεριλαμβανόταν στην Έκθεση Απαίτησης και η οποία δεν δηλώθηκε από τους δικηγόρους των μερών για σκοπούς της έκδοσης εκ συμφώνου απόφασης στις 15/12/2014. Το αν περιλαμβανόταν ή όχι στη συμφωνία δανείου που αφορά η αγωγή, δεν έχει προσαχθεί με μαρτυρία ενώπιόν μου, αλλά επισυνάπτεται έγγραφο στη Γραπτή Αγόρευση που καταχώρησαν οι Ενάγοντες, κάτι όμως ανεπίτρεπτο δικονομικά, αφού ο ορθός τρόπος προσκόμισης μαρτυρίας σε ενδιάμεσες αιτήσεις είναι μέσω Ένορκης Δήλωσης και σχετικών Τεκμηρίων και γι' αυτό θα αγνοήσω το εν λόγω έγγραφο. Το κεφαλαιώδες κριτήριο είναι η πρόθεση του Δικαστηρίου, η οποία σύμφωνα με τη νομολογία πρέπει να είναι έκδηλη. Εδώ η πρόθεση του Δικαστηρίου, η οποία και θεμελιωνόταν στις σχετικές δηλώσεις των διαδίκων, ήταν σαφής και δεν μπορεί να ανατραπεί. Αναφέρεται πάντως, ότι ουδεμία διαφοροποίηση στην κρίση μου δεν δεν υπάρχει από το γεγνός ότι η απόφαση εκδόθηκε εκ συμφώνου. Ως αναφέρθηκε στην υπόθεση Παύλου Σάββας ν. Aδελφοί Λανίτη Δημόσια Λτδ,
(2011)1 Α.Α.Δ. 532: «...απόφαση εκ συμφώνου ενέχει τις ίδιες συνέπειες και υποδηλώνει τα ίδια πράγματα, ως εάν να ήταν αποτέλεσμα δικαστικής κρίσης (Εταιρεία «Ο Φιλελεύθερος Λτδ» και Άλλοι v. Σοφοκλέους
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 549)» Ο λόγος που δεν ανατρέπεται η πρόθεση του Δικαστηρίου είναι προφανής: δεν πρέπει να καθίσταται ένα δικαστήριο Εφετείο επί των δικών του αποφάσεών. Δεν μπορεί να τις ανατρέπει, αλλά ούτε και να προσθέτει σε αυτές κάτι επιπλέον της προθέσεώς του, κατόπιν μεταγενεστέρων -και μάλιστα τόσο καθυστερημένων- αιτημάτων των διαδίκων. Κάτι τέτοιο θα μείωνε και το κύρος των δικαστικών αποφάσεων αλλά και την επιζητούμενη ασφάλεια δικαίου. Σε περίπτωση που ένας διάδικος διαφωνεί με μία απόφαση ενός πρωτόδικου Δικαστηρίου, έχει στη διάθεσή του το ένδικο μέσο της Έφεσης, το οποίο ασκείται εντός προβλεπόμενης προθεσμίας. Εδώ Έφεση δεν καταχωρήθηκε -άλλωστε η απόφαση εκδόθηκε εκ συμφώνου- και δεν έχω εξουσία να ανατρέψω πρωτόδικη απόφαση και να αποδώσω θεραπεία που δεν ζητήθηκε καν στην Έκθεση Απαίτησης. Ούτε θεωρώ ότι μπορεί σε αυτό το στάδιο, με βάση τη Δ.64 και την απόφαση Wunderlich Landsherr κ.α. v. Ευθύβολου Παναγιώτου
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 366, να επιτραπεί τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης και να τροποποιήσω την απόφαση βάσει αυτής, κάτι που άλλωστε δεν ζητήθηκε από την Εναγόμενη, γιατί ακριβώς ως ανωτέρω ανέφερα, το καθοριστικό κριτήριο σε τροποποίηση απόφασης είναι η έκδηλη πρόθεση του Δικαστηρίου όταν εξέδιδε την απόφαση. Με βάση τα πιο πάνω η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Δεν εκδίδεται καμία διαταγή για έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υπήρξε ένσταση από το δικηγόρο για τους Εναγομένους στην αίτηση και ότι η απόφαση της οποίας ζητήθηκε η τροποποίηση είχε εκδοθεί εκ συμφώνου. ................................... Ξενής Ξενοφώντος Προσωρινός Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.