← Κύπρος

Δρ. Πάρις Ανδρέου ν. Πραξούλα (Σούλλα) Ιωάννου, Αρ. Αγωγής: 3220/2013, 12/1/2015

Δρ. Πάρις Ανδρέου ν. Πραξούλα (Σούλλα) Ιωάννου, Αρ. Αγωγής: 3220/2013, 12/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3220/2013 Μεταξύ: Δρ. Πάρις Ανδρέου, από την Πάφο Ενάγοντας - και - Πραξούλα (Σούλλα) Ιωάννου, από την Πάφο Εναγόμενη ------------------------------ Αίτηση παραμερισμού απόφασης, ημερομηνίας 15.7.2014 Ημερομηνία: 12.1.2015 Εμφανίσεις: Για εναγόμενη - αιτήτρια: κα Μενοίκου Για ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση: κα Θεοχάρους ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση του ενάγοντα εναντίον της εναγόμενης σύμφωνα με την αγωγή του πρώτου είναι για το ποσό των €24.000,00. Το ποσό αυτό αποτελεί το προϊόν μίας επιταγής που η εναγόμενη εξέδωσε και παρέδωσε στον ενάγοντα έναντι νόμιμου ανταλλάγματος, η οποία, ωστόσο, όταν παρουσιάστηκε από τον ενάγοντα για πληρωμή επιστράφηκε ατίμητη, λόγω ανεπαρκών υπολοίπων στο λογαριασμό της εναγόμενης. Ο ενάγοντας κατάθεσε και μετέπειτα την επιταγή για πληρωμή, πλην όμως, αυτή επιστράφηκε και πάλι με την ένδειξη «ακάλυπτη». Η εναγόμενη οχλήθηκε επανειλημμένα από τον ενάγοντα να καταβάλει το ποσό της επιταγής, πλην όμως, ουδέν ποσό τού κατέβαλε. Η αγωγή επιδόθηκε προσωπικά στην εναγόμενη, στις 11.11.2013, καθ' ον χρόνο αυτή τελούσε υπό κράτηση στα αστυνομικά κρατητήρια Λεμεσού. Επειδή παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση, εντός της ταχθείσας από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας προθεσμίας των 10 ημερών, από την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, ο ενάγοντας, στις 13.1.2014 καταχώρησε μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσε την έκδοση απόφασης εναντίον της. Στις 27.1.2014 που η αίτηση ήταν ορισμένη για εξέταση εκδόθηκε απόφαση εναντίον της εναγόμενης, στην απουσία της, ως η απαίτηση. Η εναγόμενη, στις 15.7.2014 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά: «Α. Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται η απόφαση του Δικαστηρίου η οποία λήφθηκε κατά ή περί την 27.1.2014 ερήμην της εναγομένης στην με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή.» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.17 Θ.10, Δ.48 Θ.12.4, Δ.64 και Δ.1

(2)
(3).
  1. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην ακόλουθη ένορκη δήλωση της εναγόμενης: «Η υπογεγραμμένη Πραξούλα Ιωάννου από την Πάφο, ορκίζομαι και λέγω τα εξής:
  2. Είμαι η εναγόμενη στην με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή και αιτήτρια στην παρούσα αίτηση και γνωρίζω πλήρως τα γεγονότα.
  3. Ο ενάγοντας καταχώρησε την με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή σε σχέση με την επιταγή υπ' αριθμό 06641300 για το ποσό των €24.
  4. Η αγωγή όπως φαίνεται από τον φάκελο του Δικαστηρίου μου επιδόθηκε στις 11.11.
  5. Όταν μου επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα ήτοι στις 11.11.2013 εκείνη την περίοδο ήτοι από 6.11.2013 μέχρι 14.11.2013 τελούσα υπό κράτηση αρχικά στην Πάφο και αργότερα στην Λεμεσό κατόπιν κακόβουλων καταγγελιών που έγιναν εις βάρος μου με αποτέλεσμα να μην ήμουν σε θέση να δώσω οδηγίες στον Δικηγόρο μου για εκπροσώπηση μου στην με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Όταν απολύθηκα από την κράτηση μου δεν μου παραδόθηκε από την Αστυνομία το κλητήριο ένταλμα που κρατήθηκε στα προσωπικά μου αντικείμενα κατά τον χρόνο της κράτησης μου από την Αστυνομία. Μετά παρέλευση κάποιου χρονικού διαστήματος και αφού δεν γνώριζα τις διαδικασίες και πίστευα ότι θα έπρεπε να μου επιδοθεί εκ νέου η αγωγή για να μπορεί να προχωρήσει η διαδικασία, ενημέρωσα σχετικά τον δικηγόρο μου και μετά από έρευνα του Δικηγόρου μου στο Πρωτοκολλητείο με ενημέρωσε ότι εναντίον μου εκδόθηκε απόφαση την 27.1.
  6. Περαιτέρω κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα αντιμετωπίζω διάφορα προβλήματα ήτοι σοβαρά προβλήματα υγείας και ψυχολογικά προβλήματα. Επίσης πριν από μερικούς μήνες έχασα τον πατέρα μου από αιφνίδιο θάνατο γεγονός που επηρέασε δραματικά την ζωή μου. Μετά από το γεγονός αυτό αντιμετώπισα και αντιμετωπίζω μέχρι σήμερα σοβαρής μορφής κατάθλιψη με αποτέλεσμα η ζωή μου να έχει αλλάξει δραματικά.
  7. Στην με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή έχω καλή υπεράσπιση και στην πραγματικότητα ο ενάγοντας δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον μου καθότι την εν λόγω επιταγή την εξέδωσα κατόπιν εκβιασμών και/ή απειλών για την ζωή μου και ως εκ τούτου δεν υπήρχε κανένα νόμιμο αντάλλαγμα.
  8. Ειλικρινά πιστεύω ότι ο χρόνος που έχει παρέλθει από την ημερομηνία που έλαβα γνώση για την έκδοση της απόφασης ήταν απόλυτα αναγκαίος για να καταχωρηθεί η παρούσα αίτηση αφού χρειαζόταν να γίνει έρευνα στον φάκελο του Δικαστηρίου για διαπίστωση ορισμένων γεγονότων που αφορούν την υπόθεση.
  9. Ζητώ από το Δικαστήριο να δείξει κατανόηση κάτω από τις συνθήκες που δεν καταχωρήθηκε το σημείωμα εμφάνισης και να μου δώσει την ευκαιρία να υπερασπιστώ σε μια αβάσιμη αγωγή που καταχωρήθηκε εναντίον μου και να απονεμηθεί έτσι δικαιοσύνη.
  10. Είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της απονομής δικαιοσύνης να παραμερισθεί η εκδοθείσα απόφαση και να μου δοθεί η δυνατότητα να προβάλω την υπεράσπιση μου.» Ο ενάγοντας καταχώρησε ένσταση στην αίτηση η οποία εδράζεται στους εξής λόγους: «
  11. Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court) καθώς και της Συνταγματικής επιταγής για την γρήγορη απονομή της δικαιοσύνης και έγκαιρη διάγνωση των δικαιωμάτων του Ενάγοντα-Καθ' ου η Αίτηση.
  12. Η Εναγόμενη-Αιτήτρια δεν παρουσιάζει σοβαρούς και/ή επαρκείς και/ή οποιουσδήποτε ικανοποιητικούς λόγους που να δικαιολογούν το αιτητικό της παρούσας αίτησης. Συγκεκριμένα: 2.1 Το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση είναι γενικό, ασαφή, αόριστο, ελλιπή και ατεκμηρίωτο ενώ δεν συνάδει με την σχετική νομολογία. 2.
  13. Δεν παρέχονται καθόλου και/ή επαρκή και/ή βάσιμα δικαιολογητικά και/ή τεκμήρια που να υποστηρίζουν την θέση της αναφορικά με την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. 2.
  14. Δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε νομικό υπόβαθρο και/ή δεν υπάρχει καλή και εύλογη βάση υπεράσπισης και/ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης.
  15. Η παρούσα αίτηση δεν είναι νομότυπη, είναι παράτυπη και /ή αντίκειται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας ήτοι της αρχής ότι το μέρος που επιζητεί την επιείκεια του Δικαστηρίου και την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας πρέπει να προσέλθει σ' αυτό με καθαρά χέρια (one who comes into equity must come with clean hands) και την αρχή της επιείκειας ότι δεν θα επιτρέψει στο ένα μέρος να επωφεληθεί από την δική του παρανομία (equity will not permit a party to profit by his own wrong). Συγκεκριμένα: 3.
  16. Η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος έγινε προσωπικά στην Εναγόμενη - Αιτήτρια, με αποτέλεσμα να γνωρίζει για την απαίτηση του Ενάγοντα - Καθ' ου η Αίτηση και ως εκ τούτου εφόσον επιθυμούσε να την αμφισβητήσει, όφειλε και/ή είχε την υποχρέωση να λάβει όλα τα αναγκαία και/ή εύλογα μέτρα για προάσπιση και/ή προστασία των δικαιωμάτων και/ή των συμφερόντων της. 3.
  17. Η Εναγόμενη-Αιτήτρια, με την καταχωρηθείσα ένορκη δήλωση της αποκρύπτει επιμελώς τα πραγματικά και αληθή γεγονότα ενώ παρουσιάζει μόνο μέρος αυτών έτσι ώστε να δημιουργηθούν λανθασμένες και/ή ψευδείς εντυπώσεις στο Δικαστήριο και εν τέλει να δικαιολογηθεί και/ή επιτευχθεί ο παραμερισμός της απόφασης ημ. 27/01/
  18. 3.
  19. Η Εναγόμενη-Αιτήτρια απέκρυψε ουσιώδη στοιχεία και γεγονότα της παρούσας υπόθεσης.
  20. Η παρούσα αίτηση είναι καταπιεστική, ενοχλητική και έγινε για αλλότριους σκοπούς και/ή εκδικητική και/ή κακόπιστη και/ή κακόβουλη και/ή στερείται οποιουδήποτε πραγματικού και/ή νομικού ερείσματος και αυτό φαίνεται από όλα τα στοιχεία που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση ενώ προκαλεί αδικαιολόγητη κωλυσιεργία και καθυστέρηση και/ή σπατάλη του δικαστικού χρόνου καθώς και έξοδα. 4.
  21. Η αίτηση καταχωρίστηκε καθυστερημένα και/ή σε προχωρημένο στάδιο προς αποφυγή και/ή αποτροπή και/ή αναστολή λήψης μέτρων εκτέλεσης εκ μέρους του Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση. 4.
  22. Ως εμφαίνεται και από την συνοδεύουσα την αίτηση ένορκη δήλωση, η παρούσα καταχωρήθηκε μετά την πάροδο 9 (εννέα) περίπου μηνών από της επίδοσης της αγωγής ενώ η απόφαση εκδόθηκε στις 27/01/2014 μετά την πάροδο 2 (δύο) και πλέον μηνών από την επίδοση, η οποία συντελέσθηκε στις 11/11/
  23. 4.
  24. Με την αίτηση προκαλείται και/ή θα προκληθεί περαιτέρω και/ή μεγαλύτερη ζημία και/ή αδικία στον Ενάγοντα-Καθ' ου η αίτηση, λόγω και της ουσιαστικής καθυστέρησης που θα συντελεστεί και/ή στην αποστέρηση του δικαιώματος τους για λήψη μέτρων εκτέλεσης για ικανοποίηση της απόφασης με αποτέλεσμα και/ή με σκοπό να παραβλάψει τα συμφέροντα του Ενάγοντα-Καθ' ου η Αίτηση.
  25. Η αίτηση της Αιτήτριας είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και αστήρικτη και/ή είναι αντικανονική και/ή άνευ έννομου αποτελέσματος και/ή αντιβαίνουσα στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και/ή την πάγια νομολογία επί του θέματος.
  26. Δεν συντρέχουν όλες οι αναγκαίες προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να συνυπάρχουν διά την έκδοση τέτοιου είδους διατάγματος, το οποίο να ακυρώνει και/ή παραμερίζει ληφθείσα απόφαση του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την υφιστάμενη νομοθεσία και νομολογία.
  27. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς της δικαιοσύνης, ενώ κάτι τέτοιο θα ήταν άδικο και ανεπιεικές για τον Ενάγοντα-Καθ' ου η Αίτηση.» Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.17 Θ.2, Δ.18, Δ.21 Θ.1, Δ.26 Θ.Θ. 10, 11 και 15, Δ.48 Θ.Θ.1 μέχρι 9 και 12 και Δ.64 Θ.1, στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και τέλος, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση, όπως αναφέρεται στο σώμα της είναι εμφανή από το φάκελο της υπόθεσης και τη δικογραφία και εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων που ακολούθησαν. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Αναμφίβολα, θεμελιακή βάση της αίτησης αποτελεί η Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται και τα κριτήρια που επιβάλλεται να ικανοποιούνται κατά την εξέταση αίτησης παραμερισμού απόφασης η οποία εκδόθηκε λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης, υπάρχει πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204, 210: «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης - (βλ. παρατηρήσεις του Megaw L.J. στη Lambert v. Mainland Market
(1977)2 All E.R. 826, στη σελ. 833 (c-d)). Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 τονίστηκε κάτι ανάλογο: «Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγόμενου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματός του. Διαφορετικά, η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματά της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγόμενου σε σχέση με την εναντίον του αγωγή.» Στην υπόθεση Ζήνωνα Μερκή v. Yiannoukas Holiday Inns Limited και Άλλου
(1994)1 Α.Α.Δ. 736, στις σελίδες 748 και 749 αναφέρονται συναφώς τ' ακόλουθα: «Από το σκεπτικό της Evans v. Bartlam, συνάγεται ότι:
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για ν' αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης, και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσής του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας». Τέλος, στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.ά. v. Χάπυ Στρήτς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 28, στη σελ. 31 αναφέρεται ότι: «Τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη στην εξέταση αιτήσεων, όπως η παρούσα, έχουν επανειλημμένα συζητηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Δικαστηρίου μας, που υιοθετούν την ίδια προσέγγιση με τα δικαστήρια στην Αγγλία, όπου ισχύουν παρομοίας φύσεως Κανονισμοί. Θεμελιακή υπόθεση θεωρείται η Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. p. 646 στην οποία ελέχθη πως το Δικαστήριο δεν θέτει, και είναι αμφίβολο αν μπορεί να θέσει άκαμπτους κανόνες που αποστερούν τη δικαιοδοσία του. Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο εναγόμενος ικανοποιεί το δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης.» Όλες οι παραπάνω αρχές συγκεφαλαιώνονται και στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Τσεσμέλογλου ν. Σοφοκλέους, Πολιτική Έφεση Αρ. 205/2010, ημερομηνίας 15.1.2013, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του. Η απεριόριστη και ταυτόχρονα σύμφυτη ουσιαστικά εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίζει αποφάσεις ληφθείσες χωρίς την εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας, υπόκειται επομένως στα καλώς εγνωσμένα περιοριστικά κριτήρια που έχουν αναφερθεί ανωτέρω, αλλά σημασία αποκτούν επίσης αφενός το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει μεταξύ της απόφασης και της αίτησης παραμερισμού και αφετέρου η χρησιμότητα του τυχόν παραμερισμού, από την άποψη ότι αν δεν υπάρχει κάποια υπεράσπιση, τότε ο παραμερισμός δεν εξυπηρετεί. Τα πιο πάνω αντλούνται από υποθέσεις όπως οι Evans v. Bartlam
(1973)3 All E.R. 646, Land Securities Plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, Μιχάλης Λούκα ν. Cyprus Pipes Industries Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 163 και Λουκαΐδου ν. Γερολέμου
(2000)1 Α.Α.Δ. 333.» Και λίγο παρακάτω: «Η ανάδειξη εκ πρώτης όψεως καλής και συζητήσιμης υπεράσπισης που συνιστά κυρίαρχο παράγοντα σε αιτήσεις του είδους, ουδέποτε εξετάζεται κατ΄ απομόνωση. Ανάλογα με τα περιστατικά, οι υπόλοιποι παράγοντες ή κριτήρια αποκτούν λιγότερη ή περισσότερη σημασία. Ικανά ακόμη και να αντισταθμίσουν την καλή υπεράσπιση. Άλλωστε, είναι εξ αιτίας της μη εμφάνισης του που ένας εναγόμενος αναγκάζεται εκ των υστέρων να πείσει ότι έχει καλή υπεράσπιση, ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί επί της ουσίας.» Ομοίως και στην εντελώς πρόσφατη απόφαση από την υπόθεση Γιάγκου κ.ά. ν. Φωτίου, ECLI:CY:AD:2014:A56, Πολιτική Έφεση Αρ. 233/2009, ημερομηνίας 24.1.2014, σύμφωνα με την οποία: «Αιτήσεις παραμερισμού απόφασης ληφθείσας ερήμην δυνάμει της Δ.17 θ.10, εξετάζονται με βάση τη νομολογία που έχει αναπτυχθεί γύρω από το θέμα των ακυρώσεων νομότυπων αποφάσεων. Η Δ.17 θ.10 αντιστοιχεί με την παλαιά Αγγλική διαταγή Ο.33 r.10 (δέστε το Annual Practice 1970 σελ. 116-119), και δίνει εξουσία στο Δικαστήριο, στην κατάλληλη περίπτωση να ασκήσει την ευρεία διακριτική του ευχέρεια ακυρώνοντας απόφαση που λήφθηκε λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης από τον εναγόμενο. Η νομολογία έχει εδραιώσει ορισμένα κριτήρια με τα οποία τα Δικαστήρια καθοδηγούνται ως προς τις περιπτώσεις που είναι ορθό να επανανοιχθεί μια υπόθεση. Ένα από αυτά τα κριτήρια απαιτεί την καταχώρηση ένορκης δήλωσης για την ουσία της αγωγής στην οποία να εμφαίνεται ότι ο αιτητής έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Αυτή η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης συνιστά, όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, τον «πρωταρχικό παράγοντα» που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ως επιπρόσθετη παράμετρος λαμβάνεται επίσης υπόψη ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την ημέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού, καθώς βέβαια και οι επεξηγήσεις που δίνονται ως προς το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει ερήμην του αιτητή χωρίς την καταχώρηση εμφάνισης. Περαιτέρω κριτήριο είναι κατά πόσο ο παραμερισμός της απόφασης θα αποβεί τελικώς χρήσιμος και εμφανέστατα τέτοια χρησιμότητα δεν υπάρχει εάν δεν μπορεί να διαφανεί μέσα από τη μαρτυρία κάποια υπεράσπιση στην αγωγή. Η θεμελιακή απόφαση στο ζήτημα παραμερισμού Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, 650, ακολουθήθηκε επανειλημμένα από τα Κυπριακά Δικαστήρια και μάλιστα από ενωρίς στη διαμόρφωση της νομολογίας, ενδεικτικές δε αυτών των αποφάσεων είναι η Kotsapas v. Titan Construction Engineering Co.
(1961)C.L.R. 320 και η Christophorou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159. Το τι αποτελεί «prima facie defence», όπως το έθεσε ο Λόρδος Atkin στην απόφαση Evans v. Bartlam - ανωτέρω -, επεξηγήθηκε μεταγενέστερα από τον Megarry V.C. στην Land Securities plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, ο οποίος είπε τα εξής: «If the term 'prima facie case' is used, I think that this is to be understood in the sense of a case made out by the landlord, without the need to evaluate any rebutting evidence put forward by the tenant. That is why Diplock L.J., at p.80 used the term 'bona fide arguable case'; and the unanimous view of the Court that the point ought not to be tried twice over seems to point strongly to the phrase 'prima facie case' bearing the meaning that I have indicated.» Στην επίσης θεμελιακή στο θέμα ακύρωσης στην Κυπριακή νομολογία υπόθεση, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, επεξηγήθηκε ότι το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, δηλαδή, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσης του και αφετέρου την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Μέσα σ΄ αυτά τα πλαίσια, κριτήριο εξίσου σοβαρό για το Δικαστήριο είναι και η αναγκαιότητα να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία. Ως προς το πώς αντιμετωπίζεται η σχετική ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, η οποία κατά κανόνα περιορίζεται στις ένορκες δηλώσεις, λέχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που δικαιολογεί το επανάνοιγμα υπόθεσης. Σαφώς το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης πίπτει επί των ώμων του αιτητή, αλλά αυτό το βάρος δεν εξυπακούει και την απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων ή τη θεμελίωση της υπεράσπισης, ως εάν διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της. Όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin - ανωτέρω -, «είναι αρκετό να εργερθεί το ζήτημα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας» και χωρίς να «... απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση.». Με άλλα λόγια πρέπει να υποδεικνύεται από τον αιτητή μια καλή τη πίστει συζητήσιμη υπόθεση, όπως εξηγήθηκε στην Lord Securities plc - ανωτέρω -.» Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές και με βάθρο την ενώπιόν μου μαρτυρία παρατηρώ τα εξής: Θεωρώ άνευ αποχρώντος λόγου την παράλειψη της εναγόμενης να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή, εντός της ταχθείσας προθεσμίας των 10 ημερών, από τις 11.11.2013 που της επιδόθηκε προσωπικά το κλητήριο ένταλμα της αγωγής και μάλιστα, έναντι της υπογραφής της και εντελώς αδικαιολόγητη την περίοδο 5,1/2 και πλέον μηνών που μεσολάβησε από την ημέρα έκδοσης της απόφασης εναντίον της στην απουσία της, στις 27.1.2014 μέχρι και τις 15.7.2014 που καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση. Για λόγους που θα παραθέσω αμέσως θεωρώ πως, γενικά, η διαγωγή που επέδειξε η εναγόμενη είναι ασυγχώρητη και περιφρονητική, μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου της, οπότε κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας αρνούμαι να παραμερίσω την απόφαση και να επανανοίξω την υπόθεση. Αποτελεί θέση μου ότι η εναγόμενη, με την όλη συμπεριφορά της και γενικά τη διαγωγή της έπληξε το θεμέλιο της δικαιοσύνης. Ακολουθεί η αναγκαία αιτιολογία: Καθώς ήδη έχει αναφερθεί η αγωγή της επιδόθηκε στις 11.11.2013, ενώ τελούσε υπό κράτηση στα αστυνομικά κρατητήρια. Σύμφωνα με την ίδια, τελούσε υπό κράτηση, από τις 6.11.2013 μέχρι και τις 14.11.2013. Αρχικά βρισκόταν στην Πάφο και αργότερα στη Λεμεσό. Συνεπεία αυτού, δεν ήταν σε θέση να δώσει οδηγίες στο Δικηγόρο της για να την εκπροσωπήσει στην αγωγή. Δε δέχομαι τον παραπάνω ισχυρισμό της εναγόμενης. Εκτός του ότι είναι γενικός και αόριστος, υπό την έννοια ότι, δεν επεξηγεί γιατί δεν ήταν σε θέση να δώσει οδηγίες στο δικηγόρο της να την εκπροσωπήσει στο Δικαστήριο είναι και το γεγονός, ότι, καθ' ον χρόνο τελούσε υπό κράτηση, σύμφωνα με τις πρόνοιες του σχετικού νόμου (ο περί των Δικαιωμάτων Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Τελούν υπό κράτηση Νόμος του 2005 (Ν.163(Ι)/2005)) είχε το δικαίωμα να επικοινωνήσει με το δικηγόρο της (βλ. το άρθρο 12 και κυρίως, το άρθρο 13 του υπό αναφορά νόμου το οποίο διαλαμβάνει για το δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κρατούμενο για συνέντευξη με το δικηγόρο του, για τους σκοπούς οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας στην οποία είναι ήδη διάδικος ή ενδέχεται να καταστεί διάδικος.). Όταν απολύθηκε από την κράτησή της, σύμφωνα πάντοτε με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης στην οποία προέβηκε προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης, δεν της παραδόθηκε από την Αστυνομία το κλητήριο ένταλμα. Μετά από παρέλευση κάποιου χρονικού διαστήματος και αφού δε γνώριζε τις διαδικασίες και πίστευε ότι θα έπρεπε να της επιδοθεί εκ νέου η αγωγή για να μπορεί να προχωρήσει η διαδικασία ενημέρωσε σχετικά το δικηγόρο της και μετά από έρευνα στο Πρωτοκολλητείο, την ενημέρωσε ότι στις 27.1.2014 εκδόθηκε απόφαση εναντίον της. Για λόγους που θα παραθέσω αμέσως θεωρώ παράλογους, αστήρικτους και στερούμενους πειστικότητας, όλους τους παραπάνω ισχυρισμούς της εναγόμενης οπότε και τους απορρίπτω. Ειδικότερα: Καταρχήν, αφού είχε δικηγόρο, με τον οποίο υποτίθεται δεν μπορούσε να επικοινωνήσει για να του δώσει οδηγίες για να την εκπροσωπήσει στο Δικαστήριο, όταν της επιδόθηκε η αγωγή στα αστυνομικά κρατητήρια, δεδομένου ότι, τρεις μόλις μέρες μετά που της επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα της αγωγής απολύθηκε από τα αστυνομικά κρατητήρια, ποιος την εμπόδιζε να επικοινωνήσει με το δικηγόρο της, για να τον ενημερώσει σχετικά και συγκεκριμένα να του αναφέρει ότι της επιδόθηκε αγωγή στα αστυνομικά κρατητήρια η οποία δεν της παραδόθηκε κατά την απόλυσή της; Και αφού η αγωγή κρατήθηκε από την Αστυνομία στα προσωπικά της αντικείμενα, καθ' ον χρόνο τελούσε υπό κράτηση και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, τι λόγο είχε η Αστυνομία, κατά την απόλυσή της, να της επιστρέψει τα προσωπικά της αντικείμενα και να κρατήσει την αγωγή; Και γιατί δεν προσδιορίζει πότε χρονικά ενημέρωσε σχετικά το δικηγόρο της και περιορίζεται στην προβολή του γενικού και αόριστου ισχυρισμού ότι αυτό έγινε μετά παρέλευση κάποιου χρονικού διαστήματος; Ακολούθως, πώς μπορεί να ισχυρίζεται πως δε γνώριζε τις διαδικασίες και πίστευε ότι θα έπρεπε να της επιδοθεί εκ νέου η αγωγή για να μπορεί να προχωρήσει η διαδικασία, τη στιγμή που στο κλητήριο ένταλμα της αγωγής που της είχε επιδοθεί αναγράφεται ότι αν παραλείψει να καταχωρήσει εμφάνιση εντός 10 ημερών από την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, είτε προσωπικά είτε δια δικηγόρου, ο ενάγοντας μπορεί να προχωρήσει την αγωγή και είναι δυνατόν να εκδοθεί απόφαση σ' αυτή στην απουσία της; Έπειτα, πότε ενημέρωσε σχετικά το δικηγόρο της, πότε αυτός προέβηκε σε έρευνα στο Πρωτοκολλητείο και πότε την ενημέρωσε ότι εκδόθηκε απόφαση στην αγωγή εναντίον της, για να μπορεί να αξιολογηθεί η διαγωγή που επέδειξε έκτοτε μέχρι και την ημερομηνία που καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση; Διερωτώμαι ειλικρινά, πώς μπορώ να θεωρήσω δικαιολογημένο το διάστημα 5,1/2 και πλέον μηνών που μεσολάβησε από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης μέχρι και την ημερομηνία που η εναγόμενη καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, όταν αυτή, όχι τυχαία πιστεύω, απόφυγε επιμελώς να με πληροφορήσει, πότε περίπου πληροφορήθηκε ότι εκδόθηκε απόφαση στην αγωγή. Τέλος - και αυτό είναι και το πλέον εντυπωσιακό στοιχείο που αναδεικνύει το μέγεθος της αναξιοπιστίας της, αν υποτεθεί ότι ευσταθεί ο ισχυρισμός της πως, όταν απολύθηκε από τα αστυνομικά κρατητήρια, δεν της παραδόθηκε το κλητήριο ένταλμα της αγωγής, το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής; Εν τοιαύτη περιπτώσει, πώς και με ποιο τρόπο ο δικηγόρος της μπόρεσε να προβεί σε έρευνα στο Πρωτοκολλητείο και να μάθει τι απέγινε η αγωγή; Ουδεμία απάντηση δίδεται από την εναγόμενη σ' όλα τα παραπάνω ερωτήματα, γεγονός το οποίο, κατά τη γνώμη μου αποτελεί επαρκή αιτιολογία του συμπεράσματός μου ότι εντελώς αδικαιολόγητα παρέλειψε να καταχωρήσει καταρχήν, εμφάνιση στη αγωγή και ακολούθως, πιο έγκαιρα την υπό κρίση αίτηση. Ως εντελώς αβάσιμους, αστήρικτους και ατεκμηρίωτους θεωρώ τους ισχυρισμούς της εναγόμενης τους οποίους προβάλλει στην παράγραφο 5 της ένορκης της δήλωσης, για τον ίδιο λόγο που προβάλλει και όλους τους παραπάνω. Κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα ισχυρίζεται, αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα και συγκεκριμένα σοβαρά προβλήματα υγείας και ψυχολογικά προβλήματα. Επίσης, προστίθεται, πριν από μερικούς μήνες έχασε τον πατέρα της από αιφνίδιο θάνατο, γεγονός που επηρέασε δραματικά τη ζωή της. Έκτοτε αντιμετώπισε και αντιμετωπίζει μέχρι σήμερα, σοβαρής μορφής κατάθλιψη με αποτέλεσμα η ζωή της να έχει αλλάξει δραματικά. Θεωρώ πως, το ελάχιστο που όφειλε να κάνει εάν ευσταθούσε οτιδήποτε από τα παραπάνω ήταν να προσκομίσει την κατάλληλη μαρτυρία για σκοπούς τεκμηρίωσής τους. Για παράδειγμα, αναφορικά με τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, ανάμεσά τους και ψυχολογικά καθώς και προβλήματα κατάθλιψης, θα μπορούσε να προσκομίσει σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά. Κανένα τέτοιο ιατρικό πιστοποιητικό έχει προσκομίσει μα ούτε και δίδει κάποια εξήγηση γι' αυτή την παράλειψή της, οπότε νομιμοποιούμαι πιστεύω, να συμπεράνω ότι κανέναν τέτοιο πρόβλημα υγείας αντιμετωπίζει. Παρόλα αυτά, αν υποτεθεί και πάλι, ότι ευσταθούν οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί της και αντιμετωπίζει τα προβλήματα υγείας που αναφέρει ή μέρος αυτών, πώς αυτά συνδέονται ή σχετίζονται με την παράλειψή της να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή και ενωρίτερα την υπό κρίση αίτηση; Ούτε και σ' αυτό το ερώτημα δίδει απάντηση και προφανώς, ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός της, για μια φορά ακόμη, ότι αντιμετωπίζει όλα τα παραπάνω προβλήματα κατά τον τελευταίο καιρό και ότι αυτά έχουν αλλάξει δραματικά τη ζωή της, δεν αποτελεί μια τέτοια απάντηση. Υπεισέρχομαι τώρα και σε όσα ισχυρίζεται τα οποία, όπως είναι η θέση της αποκαλύπτουν ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Και τούτο, έχοντας πάντοτε κατά νου, την πάγια νομολογιακή αρχή (βλ. την Τσεσμέλογλου, ανωτέρω) σύμφωνα με την οποία, η ανάδειξη εκ πρώτης όψεως καλής και συζητήσιμης υπεράσπισης συνιστά κυρίαρχο παράγοντα σε αιτήσεις, όπως η υπό κρίση, ως επίσης και ότι για σκοπούς ικανοποίησης του εν λόγω κριτηρίου, ο αιτητής είναι αρκετό να υποδείξει μια καλή τη πίστη συζητήσιμη υπόθεση, χωρίς να χρειάζεται να αποδειχθούν τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την προβαλλόμενη υπεράσπιση (βλ. τη Γιάγκου, ανωτέρω επίσης). Παρατηρώ τα εξής: Ο, για πολλοστή φορά, γενικός και αόριστος ισχυρισμός της ότι στην πραγματικότητα ο ενάγοντας δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της, καθότι την επίδικη επιταγή, την εξέδωσε κατόπιν εκβιασμών και/ή απειλών για τη ζωή της και ως εκ τούτου δεν υπήρχε κανένα νόμιμο αντάλλαγμα, χωρίς να δίδει καθόλου λεπτομέρειες σε τι συνίστανται οι εκβιασμοί και απειλές κατά της ζωής της, με αναφορά στο περιεχόμενό τους, κυρίως όμως, στο πρόσωπο που προέβη σ' αυτά και ότι πρόκειται για τον ενάγοντα το συγκεκριμένο πρόσωπο που την εκβίασε και που έστρεψε απειλές κατά της ζωής της, πόρρω απέχει από το να θεωρηθεί ότι συνιστά εκ πρώτης όψεως καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή ή μία καλή τη πίστη συζητήσιμη υπόθεση. Η παράλειψή της ιδίως να συνδέσει τον ενάγοντα με τους εκβιασμούς και τις απειλές κατά της ζωής της που την οδήγησαν στην έκδοση της επίδικης επιταγής επ' ονόματι του ενάγοντα αποδεικνύει και την επιπολαιότητα που διακρίνει την προσπάθειά της να εξουδετερώσει τα αποτελέσματα της απόφασης που ο ενάγοντας εξασφάλισε καθ' όλα νόμιμα και κανονικά εναντίον της καθώς και τις επιπτώσεις στην ίδια συνεπεία αυτού. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ, προκειμένου να αιτιολογήσω το συμπέρασμά μου ότι η εναγόμενη απότυχε να ικανοποιήσει και αυτό το κριτήριο, το οποίο, για να επαναλάβω, αποτελεί κυρίαρχο παράγοντα σε αιτήσεις του είδους (βλ. την Τσεσμέλογλου, ανωτέρω), επομένως, καθόλου περιθώριο άσκησης της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αποδοχής της αίτησης μού παρέχεται η οποία είναι έκθετη σε απόρριψη. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του ενάγοντα και σε βάρος της εναγόμενης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση παραμερισμού απόφασης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.