Πολύκαρπου Κ. Φιλίππου ν. Ανδριάνας Λαζαρή, Aρ. Αγωγής: 1582/2011, 30/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 1582/2011 Μεταξύ: Πολύκαρπου Κ. Φιλίππου, από την Πάφο Ενάγοντα και Ανδριάνας Λαζαρή, από την Πάφο Εναγόμενης ------------------ Αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 12.3.2014 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30.1.2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την εναγόμενη-αιτήτρια: κα Δημητριάδου (για ν' ακούσει απόφαση κα Χριστοδούλου) Για τον ενάγοντα-καθ' ου η αίτηση: κα Χαραλάμπους (για ν' ακούσει απόφαση κα Χαραλαμπίδου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Τα ουσιαστικά γεγονότα που συνθέτουν τη βάση της αγωγής του ενάγοντα εναντίον της εναγόμενης, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης της αγωγής του πρώτου είναι τα εξής: Ο ενάγοντας που είναι δικηγόρος και διατηρεί το γραφείο του στην Πάφο, στον ουσιώδη χρόνο για την αγωγή, κατ' εντολή της εναγόμενης της προσέφερε διάφορες υπηρεσίες και υποβλήθηκε σε έξοδα σχετικά με την Αίτηση Περιουσιακών Διαφορών με αριθμό 7/2009, του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου, μεταξύ της εναγόμενης και του πρώην συζύγου της. Η εναγόμενη υπόγραψε σχετικό διοριστήριο με το οποίο διόριζε ως δικηγόρους της στην εν λόγω υπόθεση, τον ενάγοντα καθώς και το δικηγόρο Σπύρο Ευσταθίου από τη Λευκωσία. Η συμφωνηθείσα αμοιβή των δύο δικηγόρων, η οποία αναγράφεται και στο διοριστήριο διαλάμβανε τα εξής: «Τα πραγματικά έξοδα πλέον 10 σεντ ανά ευρώ επί του ποσού το οποίο θα μας επιδικαστεί και/ή επί της αξίας των περιουσιακών στοιχείων τα οποία θα λάβω.» Η παραπάνω υπόθεση συμβιβάστηκε με οδηγίες της εναγόμενης, κατά τρόπο που περιήλθαν σ' αυτή, διάφορα περιουσιακά στοιχεία (τα οποία αναφέρονται) συνολικής αξίας €670.000,00. Η συμφωνηθείσα και/ή εύλογη αμοιβή του ενάγοντα για τις προσφερθείσες υπηρεσίες του ανέρχεται στο ποσό των €29.250,00 στο οποίο περιλαμβάνεται και ο Φ.Π.Α. καθώς και τα πραγματικά του έξοδα. Η αμοιβή του δικηγόρου Σπύρου Ευσταθίου ξοφλήθηκε από τον πατέρα της εναγόμενης. Ωστόσο, αυτή, μολονότι συμφώνησε με το παραπάνω ποσό της αμοιβής του ενάγοντα και του υποσχέθηκε ότι θα του το καταβάλει αυτό δεν έγινε. Με την αγωγή του ο ενάγοντας ζητά την έκδοση απόφασης εναντίον της εναγόμενης για το ποσό αυτό. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 3.6.2001 και επιδόθηκε στην εναγόμενη η οποία στις 10.6.2011 καταχώρησε προσωπικά εμφάνιση και στις 5.7.2011, προσωπικά και πάλιν, υπεράσπιση και ανταπαίτηση εναντίον του ενάγοντα. Οι κύριες θέσεις και ισχυρισμοί της στους παραπάνω δικογραφημένους ισχυρισμούς του ενάγοντα σύμφωνα με την υπεράσπισή της είναι οι ακόλουθες: Ανάθεσε την παραπάνω υπόθεση περιουσιακών διαφορών (καθώς και άλλες) για χειρισμό και καταχώρηση στο Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου, στο δικηγόρο Σπύρο Ευσταθίου, ο οποίος της επισήμανε ότι θα τη χειριζόταν μαζί με τον αδελφότεκνό του, Κώστα Ευσταθίου, καθότι της υποσχέθηκαν ότι από την έκβαση της υπόθεσης θα έβγαζαν όλοι πάρα πολλά λεφτά. Στο διοριστήριο της σχετικής αίτησης που υπόγραψε συμφωνήθηκε ως δικηγορική αμοιβή το 10% επί του ποσού που θα επιδικαζόταν υπέρ της στην αίτηση. Αφού συμπληρώθηκαν τα δικόγραφα στην αίτηση, ο κ. Ευσταθίου της ανάφερε ότι φαινόταν πως δε θα έβγαζαν πολλά λεφτά από τη υπόθεση οπότε και θα τη χειριζόταν μόνος του. Επειδή όμως ο κ. Ευσταθίου ασκεί δικηγορία κυρίως στη Λευκωσία και είναι μεγάλος σε ηλικία τής ανάφερε ότι για τις απλές εμφανίσεις των υποθέσεών της, θα έδινε οδηγίες σε κάποιο δικηγόρο από την Πάφο για να εμφανίζεται στο Δικαστήριο εκ μέρους του. Η αίτηση περιουσιακών διαφορών καταχωρήθηκε στο Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου στις 27.2.2009, χωρίς να υπογραφεί από τον ενάγοντα. Η ίδια, ούτε γνώριζε προσωπικά τον ενάγοντα προηγουμένως, ούτε έδωσε οδηγίες στον κ. Ευσταθίου να συνεργαστεί μαζί του μα ούτε και στον ίδιο για να εμφανιστεί στις υποθέσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου. Όταν καταχωρήθηκε η αίτηση περιουσιακών διαφορών, ο ενάγοντας την κάλεσε στο γραφείο του εκ μέρους του κ. Ευσταθίου για να συζητήσουν την υπόθεση. Αυτό έγινε 2-3 φορές, χωρίς να γίνει ουσιαστική συζήτηση της υπόθεσης. Σε μία από αυτές τις συναντήσεις, ο ενάγοντας τής έδωσε ένα χαρτί για να το υπογράψει χωρίς να της εξηγήσει τι ακριβώς είναι, λέγοντάς της ότι είναι για σκοπούς προώθησης της υπόθεσής της. Επειδή νόμιζε ότι το χαρτί είχε σταλεί από τον κ. Ευσταθίου, έχοντας του πλήρη εμπιστοσύνη, το υπόγραψε. Στη συνέχεια η εναγόμενη παραθέτει την εκδοχή της αναφορικά με τις διάφορες εμφανίσεις που έγιναν στο Οικογενειακό Δικαστήριο στο πλαίσιο της προαναφερθείσας αίτησης περιουσιακών διαφορών που καταχώρησε και ακολούθως αναφέρεται λεπτομερώς στο περιεχόμενο της εκ συμφώνου απόφασης που είχε εκδοθεί σ' αυτή (βλ. τις παραγράφους 10 μέχρι 18 της υπεράσπισης). Μετά ισχυρίζεται ότι η εν λόγω απόφαση οφειλόταν, όχι στην προσπάθεια και τους κόπους του δικηγόρου της μα ούτε και στη συνεισφορά της στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου της η οποία συνίστατο σε μετοχές σε εταιρείες που είχαν χρέη €6.000.000,00, αλλά, στην καλή διάθεση που επέδειξε ο πρώην σύζυγός της, με προοπτική να αποκτήσουν την περιουσία αυτή στο απώτερο μέλλον τα παιδιά του. Η περιουσία που ο πρώην σύζυγός της διατάχθηκε να μεταβιβάσει επ' ονόματι της δεν ήταν και δεν είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι του. Η περιουσία που θα αποκτήσει η ίδια σε 5 χρόνια από τις 10.3.2010 (ημερομηνία της απόφασης) δεν αξίζει σήμερα ούτε και κατά την έκδοση της απόφασης γιατί είναι βεβαρημένη με εμπράγματα βάρη. Η υπογραφή της επί του επίδικου διοριστήριου εξασφαλίστηκε με ψευδείς παραστάσεις, δόλο και απάτη από τον ενάγοντα προς την ίδια (οι σχετικές λεπτομέρειες εκτίθενται στην παράγραφο 23 της υπεράπισης). Παραδέχεται ότι έλαβε εκ μέρους του κ. Ευσταθίου και του ενάγοντα το προτιμολόγιο για το ποσό των €58.500,00, με μερίδιο ½, έκαστος και σοκαρισμένη από το υπέρογκο ποσό που τη χρέωσαν ρώτησε κοροϊδευτικά και ειρωνικά τον ενάγοντα εάν θέλει να τον πληρώσει με μετρητά ή με επιταγή. Αυτός, της απάντησε πως δεν έχει πρόβλημα, με ό, τι αυτή επιθυμεί. Ουδέποτε του υποσχέθηκε ότι θα ξοφλήσει το προτιμολόγιο ή συμφώνησε με το περιεχόμενό του. Στον κ. Ευσταθίου κατέβαλε μόνο το ποσό των €2.000,00 ως δικηγορική αμοιβή για την αίτηση περιουσιακών διαφορών και τον ξόφλησε, μολονότι αυτός απαίτησε να του καταβάλει το ποσό των €8.000,00. Ουδέποτε ξόφλησε τον κ. Ευσταθίου ο πατέρας της. Καταληκτικά η εναγόμενη ζητά απόρριψη της αγωγής του ενάγοντα, ενώ δυνάμει ανταπαίτησης ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει το διοριστήριο που εξασφάλισε ο ενάγοντας με τον τρόπο που του καταλογίζει με την υπεράσπισή της. Η εναγόμενη, στις 12.3.2014 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της Εναγομένης ως ακολούθως: α) δια της διαγραφής της παραγράφου 1 και της αντικατάστασης της με το ακόλουθο κείμενο: «1. Οι αναφορές σε παραγράφους είναι αναφορές σε παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης, εκτός όπου άλλως πως ρητά προσδιορίζεται.» β) δια της διαγραφής της παραγράφου 2 και της αντικατάστασης της με το ακόλουθο κείμενο: «2. Η Εναγόμενη αγνοεί την παράγραφο 1 και καλεί τον Ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξη του ισχυρισμού του.» γ) δια της διαγραφής της παραγράφου 3 και της αντικατάστασης της με το ακόλουθο κείμενο: «3. Η Εναγόμενη παραδέχεται την παράγραφο 2.» δ) δια της διαγραφής της παραγράφου 4 και της αντικατάστασης της με το ακόλουθο κείμενο: «4. Η Εναγόμενη αρνείται την παράγραφο 3. Είναι η θέση της Εναγόμενης ότι κατά ή περί το έτος 2008 ανέθεσε στον κ. Σπύρο Ευσταθίου τον χειρισμό όλων των υποθέσεων της ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου αφού υπεγράφησαν σχετικά διοριστήρια, συμπεριλαμβανομένης και της υπ΄ αριθμό 7/2009 αίτησης για ρύθμιση περιουσιακών διαφορών. Η Εναγόμενη ουδέποτε έδωσε εντολή και/ή οδηγίες για εκπροσώπηση της από τον Ενάγοντα στην υπ΄ αριθμό 7/2009 αίτηση και/ή για διορισμό αυτού ως δικηγόρου της ως αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο και/ή αναφορικά με οποιαδήποτε άλλη διαδικασία.» ε) δια της διαγραφής της παραγράφου 5 και της αντικατάστασης της με το ακόλουθο κείμενο: «5. Στα πλαίσια του χειρισμού της υπ΄ αριθμό 7/2009 αίτησης ο κ. Σπύρος Ευσταθίου πληροφόρησε την Εναγόμενη ότι διατηρεί αμοιβαία συνεργασία με το γραφείο του Ενάγοντα στην Πάφο ως γραφείο επιδόσεως και/ή αντιπροσώπου του για θέματα τυπικής φύσεως ώστε να διευκολύνεται η προώθηση της διαδικασίας των υποθέσεων που του ανατίθενται στην Πάφο, χωρίς να χρειάζεται ο ίδιος να μεταβαίνει συνεχώς στο Δικαστήριο Πάφου. Την πληροφόρησε ότι ως εκ της εν λόγω συνεργασίας θα ανέθετε ορισμένα τυπικά ζητήματα στον Ενάγοντα ως αντιπροσώπου του για προώθηση της υπ΄ αριθμό 7/2009 αίτησης ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου χωρίς την οποιαδήποτε επιβάρυνση επιπρόσθετης χρέωσης στην Εναγόμενη. Την διαβεβαίωσε δε ότι δικηγόρος της ήταν και θα παρέμεινε ο ίδιος καθ΄ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας της υπ΄ αριθμό 7/2009 αίτησης.» στ) δια της διαγραφής της παραγράφου 6 και της αντικατάστασης της με το ακόλουθο κείμενο: «6. Ως εκ των πιο πάνω, οι οποιεσδήποτε παρασχεθείσες υπηρεσίες από τον Ενάγοντα αναφορικά με την πιο πάνω αίτηση ως αναφέρεται στην παράγραφο 3 παρασχέθηκαν ως αντιπροσώπου και/ή άλλως πως προς όφελος του κ. Σπύρου Ευσταθίου και όχι προς την Εναγόμενη.» ζ) δια της διαγραφής της παραγράφου 7 και της αντικατάστασης της με το ακόλουθο κείμενο: «7. Η Εναγόμενη αγνοεί τον ισχυρισμό του Ενάγοντα στην παράγραφο 3 ότι υπεβλήθη σε οποιαδήποτε έξοδα αναφορικά με την υπ΄ αριθμό 7/2009 αίτηση και καλεί τον Ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξη του ισχυρισμού του. Περαιτέρω και υπαλλαχτικά, είναι η θέση της Εναγομένης ότι κάτι τέτοιο δεν την αφορά και επαναλαμβάνει τις παραγράφους 4 και 6 ανωτέρω.» η) δια της διαγραφής της παραγράφου 8 και της αντικατάστασης της με το ακόλουθο κείμενο: «8. Η Εναγόμενη αρνείται τις παραγράφους 4 και 4.1. Κατά ή περί το 2009 ο Ενάγων επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την Εναγόμενη αναφέροντας της ότι ο κ. Σπύρος Ευσταθίου ζήτησε από τον ίδιο, ως συνεργάτη του στην Επαρχία Πάφου, όπως συναντηθεί με την Εναγόμενη για διευθέτηση ορισμένων τυπικών ζητημάτων αναφορικά με την ως άνω αίτηση αφού και η ίδια η Εναγόμενη διέμενε στην Πάφο. Στα πλαίσια της εν λόγω συνάντησης ο Ενάγων συνεπεία παραπλάνησης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ψυχικής πίεσης και/ή με σκοπό εξαπάτησης της Εναγόμενης εξώθησε την Εναγόμενη στο να υπογράψει Διοριστήριο Έγγραφο Δικηγόρου για παροχή νομικών υπηρεσιών από τον Ενάγοντα προς την Εναγόμενη. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΣΗΣ ΚΑΙ/Η ΨΕΥΔΩΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ ΚΑΙ/Η ΑΠΑΤΗΣ ΚΑΙ/Η ΨΥΧΙΚΗΣ ΠΙΕΣΗΣ: i. Ο Ενάγων, εκμεταλλευόμενος τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ της Εναγόμενης και του δικηγόρου της κ. Σπύρου Ευσταθίου, προσέλκυσε την Εναγόμενη στα γραφεία του. ii. Ο Ενάγων, εκμεταλλευόμενος τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ της Εναγόμενης και του δικηγόρου της κ. Σπύρου Ευσταθίου, εξώθησε την Εναγόμενη στο να θέσει την υπογραφή της και/ή απέσπασε την υπογραφή της επί κενού διοριστήριου εγγράφου παραπλανώντας την Εναγόμενη επί της σημασίας και/ή του σκοπού και/ή περιεχομένου του. Λεπτομέρειες: α) ενώ ο Ενάγων εγνώριζε το περιεχόμενο του διοριστήριου απέκρυψε αυτό από την Εναγόμενη, β) ερωτούμενος από την Εναγόμενη για το τι ακριβώς πρόκειται, ο Ενάγων παρέστησε στην Εναγόμενη ότι πρόκειται για έγγραφο το οποίο του απέστειλε ο κ. Σπύρος Ευσταθίου από τη Λευκωσία για υπογραφή του από την Εναγόμενη, γ) ερωτούμενος από την Εναγόμενη για το τι ακριβώς πρόκειται, ο Ενάγων απάντησε ότι πρόκειται για χαρτί το οποίο θα επιτρέπει σε αυτόν να εκτελεί διαδικαστικά ζητήματα ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου χωρίς να χρειάζεται να παρουσιάζεται ο δικηγόρος της Εναγόμενης κ. Σπύρος Ευσταθίου από τη Λευκωσία, για σκοπούς διευκόλυνσης της διαδικασίας, δ) την προέτρεψε να υπογράψει το εν λόγω έγγραφο υποδεικνύοντας το σημείο όπου θα πρέπει να τοποθετήσει την υπογραφή της διαβεβαιώνοντας την Εναγόμενη ότι δεν χρειάζεται να συμπληρώσει οτιδήποτε άλλο, ε) ενώ εγνώριζε ότι η Εναγόμενη δεν γνωρίζει καλά την Ελληνική γλώσσα ενήργησε ως πιο πάνω αναφέρεται, στ) ενώ γνώριζε ότι η Εναγόμενη δεν γνωρίζει καλά την Ελληνική γλώσσα παρέλειψε να τις διαβάσει το περιεχόμενο του εν λόγω διοριστήριου εγγράφου, ζ) απέκρυψε από την Εναγόμενη την πραγματική σημασία του εν λόγω διοριστήριου εγγράφου και ότι σκοπό είχε το διορισμό του ιδίου ως δικηγόρου της, η) απέκρυψε από την Εναγόμενη το γεγονός ότι η υπογραφή της επί του εν λόγω εγγράφου θα συνεπάγεται τον διπλασιασμό της οποιασδήποτε δικηγορικής αμοιβής, θ) απέκρυψε από την Εναγόμενη τη σημασία του σημείου στο οποίο έθετε την υπογραφή της, ι) απέκρυψε από την Εναγόμενη ότι είχε σκοπό να συμπεριλάβει ρητή συμφωνία δικηγορικής αμοιβής, κ) παρέστησε στην Εναγόμενη ότι η υπογραφή της επί του εν λόγω εγγράφου είναι ζήτημα τυπικό χωρίς την οποιαδήποτε σημασία και/ή αλλαγή αναφορικά με την πορεία της ουσίας της υπόθεσης της και/ή την εκπροσώπηση της από τον κ. Σπύρο Ευσταθίου από τη Λευκωσία. λ) υπό όλες τις περιστάσεις ενήργησε με σκοπό εξαπάτησης της Εναγόμενης με σκοπό απόσπασης της υπογραφής της επί του εν λόγω εγγράφου και εξασφάλιση από αυτήν αθέμιτου οφέλους. iii. Αφού ο Ενάγων απέσπασε την υπογραφή της Εναγόμενης ως πιο πάνω αναφέρεται, συμπλήρωσε μόνος του τα υπόλοιπα, συμπεριλαμβανομένου του δικού του ονόματος και της λεγόμενης ρητής συμφωνίας ως αναφέρεται στο εν λόγω διοριστήριο, χωρίς τις οδηγίες και/ή συγκατάθεση και/ή την οποιαδήποτε ενημέρωση της Εναγόμενης και/ή εν πλήρη άγνοια αυτής. iv. Ο Ενάγων εκμεταλλευόμενος και/ή επωφελούμενος την ιδιότητα του ως δικηγόρος και/ή την πλεονεκτική θέση του έναντι της Ενάγουσας και/ή της βούλησης αυτής και εκμεταλλευόμενης τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ της Εναγόμενης και του δικηγόρου της κ. Σπύρου Ευσταθίου, ενήργησε κακόβουλα προς εξασφάλιση αθέμιτου για τον εαυτό του οφέλους. v. Ο Eνάγων εκμεταλλευόμενος και/ή επωφελούμενος την ιδιότητα του ως δικηγόρος και/ή την πλεονεκτική θέση του έναντι της Ενάγουσας και/ή της βούλησης αυτής και εκμεταλλευόμενος της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ της Εναγόμενης και του δικηγόρου της κ. Σπύρου Ευσταθίου, ενήργησε καθ΄ υπέρβαση της εντολής και/ή εξουσιοδότησης του από τον δικηγόρο της Εναγόμενης κ. Σπύρο Ευσταθίου και καθ΄ υπέρβαση των δεοντολογικών ως δικηγόρου καθηκόντων του έναντι της Εναγόμενης, προς εξασφάλιση αθέμιτου για τον εαυτό του οφέλους. θ) δια της διαγραφής της παραγράφου 9 και της αντικατάστασης της με το ακόλουθο κείμενο: «9. Η Εναγόμενη για συζήτηση της ουσίας της υπ΄ αριθμό 7/2009 αίτησης μετέβαινε στο γραφείο του κ. Σπύρου Ευσταθίου στην Λευκωσία και ενημερωνόταν για την πορεία αυτής από τον κ. Σπύρο Ευσταθίου.» ι) δια της διαγραφής της παραγράφου 10 και της αντικατάστασης της με το ακόλουθο κείμενο: «10. Η Εναγόμενη δεν γνώριζε προηγουμένως προσωπικά τον Ενάγοντα, ουδέποτε έδωσε οδηγίες και/ή τη συγκατάθεση της στον κ. Σπύρο Ευσταθίου όπως συνεργαστεί μαζί με τον Ενάγοντα αναφορικά με την ουσία της υπ΄ αριθμό 7/2009 αίτησης και/ή οποιασδήποτε άλλης υπόθεσης της, ουδέποτε εξέφρασε την οποιαδήποτε επιθυμία να εκπροσωπείται από δύο δικηγόρους, ουδέποτε εξέφρασε την επιθυμία να εκπροσωπείται από δικηγόρο που ασκεί το επάγγελμα στην Επαρχία Πάφου και ουδέποτε έδωσε θεληματικά οδηγίες και/ή τη συγκατάθεση της στον Ενάγοντα όπως χειριστεί την ουσία των υποθέσεων της. Η Εναγόμενη επαναλαμβάνει τον ισχυρισμό της στην παράγραφο 8(iii) ανωτέρω και λέγει ότι ουδέποτε σύναψε με τον Ενάγοντα ρητή συμφωνία αμοιβής όπως αυτός ισχυρίζεται και/ή οποιαδήποτε άλλη συμφωνία.» ια) δια της διαγραφής της παραγράφου 11 και της αντικατάστασης της με το ακόλουθο κείμενο: «11. Περαιτέρω και υπαλλαχτικά, πέραν των αναφορών στην παράγραφο 5 των αναφερόμενων ακινήτων και οχήματος, τις οποίες η Εναγόμενη παραδέχεται, η Εναγόμενη αρνείται και απορρίπτει ότι η αξία των ακινήτων και οχήματος ανέρχεται στα ποσά που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο και λέγει ότι η αξία τους είναι πολύ χαμηλότερη, καλεί δε τον Ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του. Η Εναγόμενη αναφέρει ότι τα ειρημένα ακίνητα, τα οποία θα αποκτήσει σε 5 χρόνια από 10/3/10 ως η εν λόγω εκ συμφώνου απόφαση, βαρύνονταν κατά τον χρόνο της έκδοσης της εν λόγω απόφασης και βαρύνονται μέχρι και σήμερα με εμπράγματα βάρη, η περιουσία που διετάχθη η πρώην σύζυγος να μεταβιβάσει επ΄ ονόματι της Εναγόμενης δεν ήταν και δεν είναι εγγεγραμμένη επ΄ ονόματι του και το συμφωνηθέν ποσό ανήρχετο στις €55,000 και όχι στις €65,000, ως αναφέρεται στην παράγραφο 5(δ).» ιβ) δια της διαγραφής της παραγράφου 12 και της αντικατάστασης της με το ακόλουθο κείμενο: «12. Περαιτέρω και υπαλλαχτικά, η Εναγόμενη αρνείται και απορρίπτει τον ισχυρισμό του Ενάγοντα στην παράγραφο 7 ότι το ποσό των €29.250 αποτελεί άλλως πως εύλογη αμοιβή. Η εργασία του Ενάγοντα, ο οποίος ενεργούσε ως αντιπρόσωπος και/ή κατόπιν οδηγιών και/ή εντολών του δικηγόρου της Εναγόμενης κ. Σπύρου Ευσταθίου περιορίστηκε σε 9 εμφανίσεις ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου. Περαιτέρω, η φύση της διαφωνίας μεταξύ της εναγόμενης και του πρώην συζύγου τους ήταν τέτοια ώστε η αναγκαία από συνήγορο παρέμβαση για σκοπούς διαπραγμάτευσης να καθίσταται σχεδόν μηδαμινή.» ιγ) δια της διαγραφής της παραγράφου 13 και της αντικατάστασης της με το ακόλουθο κείμενο: «13.Η Εναγόμενη παραδέχεται τον ισχυρισμό του Ενάγοντα στην παράγραφο 8 ότι παρέλαβε τιμολόγιο για δικηγορική αμοιβή ύψους 58,000, ήτοι 29,250 έκαστος, αρνείται και απορρίπτει δε τον ισχυρισμό του ότι συμφώνησε με αυτό και ότι υποσχέθηκε στον Ενάγοντα να το εξοφλήσει. Είναι η θέση της Εναγόμενης ότι διαμαρτυρήθηκε έντονα αναφορικά με το περιεχόμενο του εν λόγω τιμολογίου αναφέροντας επανειλημμένα στον Ενάγοντα ότι δικηγόρος της είναι μόνο ο κ. Σπύρος Ευσταθίου. Συνεπεία της αντίδρασης της ο Ενάγων αναφέρθηκε στο σχετικό διοριστήριο έγγραφο αποκαλύπτοντας της για πρώτη φορά το περιεχόμενο του. Αφού η Εναγόμενη έκπληκτη διαμαρτυρήθηκε υπέστη και λεχτική βία από τον Ενάγοντα.» ιδ) δια της διαγραφής της παραγράφου 14 και της αντικατάστασης της με το ακόλουθο κείμενο: «14. Συνεπεία των ως άνω γεγονότων η Εναγόμενη επικοινώνησε άμεσα με τον κ. Σπύρο Ευσταθίου ο οποίος αποδέχθηκε αμοιβή ύψους €2000 αντί €28000 ως παρουσιαζόταν στο εν λόγω τιμολόγιο. Ως εκ τούτου, η Εναγόμενη απορρίπτει τον ισχυρισμό του Ενάγοντα στην παράγραφο 9 ότι τη δικηγορική αμοιβή του Σπύρου Ευσταθίου εξόφλησε ο πατέρας της Εναγόμενης ως αναληθή.» ιε) δια της διαγραφής της παραγράφου 15 και της αντικατάστασης της με το ακόλουθο κείμενο: «15. Η Εναγόμενη αρνείται και απορρίπτει την παράγραφο 10 και 11, επαναλαμβάνει δε τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 4-14 ανωτέρω και ζητεί την απόρριψη της εναντίον της από τον Ενάγοντα αξίωσης.» ιστ) δια της διαγραφής της παραγράφου 16 και της αντικατάστασης της με το ακόλουθο κείμενο: ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ «16. Η Εναγόμενη επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της ως αναφέρονται στις παραγράφους 4-15 ανωτέρω και αξιώνει εναντίον του Ενάγοντα: Ι. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει τη σύμβαση διορισμού δικηγόρου μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης ως συναφθείσα συνεπεία εξώθησης της Εναγόμενης στην υπογραφή αυτής κατόπιν παραπλάνησης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης και/ή ψυχικής πίεσης ως πιο ως άνω αναφέρονται. ΙΙ. Έξοδα πλέον ΦΠΑ. ΙΙΙ. Νόμιμο Τόκο. ιζ) Δια της διαγραφής των παραγράφων 17-28.» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.25 Θ.Θ.1 μέχρι 5 και Δ.48 Θ.Θ.1, 2, 3 και 8, στο άρθρο 30 του Συντάγματος και τέλος, στην πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση αναφέρονται στην ακόλουθη ένορκη δήλωση της Νάταλης Παπανδρέου: «Εγώ η κάτωθι υπογεγραμμένη Νάταλη Παπανδρέου, από την Λευκωσία ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα: 1. Εργάζομαι στη δικηγορική εταιρεία Παπαχαραλάμπους και Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε., είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση μου και έχω θετική προσωπική γνώση των γεγονότων από προσωπικό χειρισμό και μελέτη του δικαστηριακού φακέλου της παρούσας υπόθεσης. Για όσα γεγονότα δεν έχω προσωπική γνώση αποκαλύπτω την πηγή των γνώσεων μου. 2. Κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2013 η Εναγόμενη μετέβηκε στα γραφεία μας ζητώντας όπως την εκπροσωπήσουμε στην υπό τον ως άνω και αριθμό και τίτλο αγωγή. Κατόπιν μελέτης του φακέλου της υπόθεσης και των διαβουλεύσεων που είχαμε με την Εναγόμενη διαπιστώθηκε ότι η ήδη καταχωρημένη από την Εναγόμενη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση δεν προβάλλει τους ουσιώδεις ισχυρισμούς της Εναγόμενης στο σύνολο τους με αποτέλεσμα να μην δύναται η Εναγόμενη να προβάλει με σαφήνεια την υπόθεση της ενώπιον του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, στην ήδη καταχωρημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση δεν παρέχεται με σαφήνεια και/ή καθόλου το ιστορικό που οδήγησε στην σύναψη της συμφωνίας μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης και το οποίο αποτελεί καθοριστική παράμετρο για τη θέση της Εναγόμενης η εν λόγω συμφωνία καταρτίστηκε συνεπεία απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης και/ή ψυχικής πίεσης. 3. Περαιτέρω, δεν περιέχεται καθόλου ισχυρισμός για σύναψη της συμφωνίας συνεπεία ψυχικής πίεσης από τον Ενάγοντα σε βάρος της Εναγόμενης. 4. Περαιτέρω, στην εν λόγω Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση περιέχονται ισχυρισμοί που αποτελούν μαρτυρία και/ή είναι άσχετοι με τα επίδικα θέματα και/ή την αιτία αγωγής και/ή υπεράσπισης και/ή ανταπαίτηση, δυσχεραίνοντας έτσι τόσο την προ της ακροαματικής διαδικασίας διαδικασία όσο και την ακροαματική διαδικασία. 5. Παρά το ότι, ως μας πληροφορεί η Εναγόμενη, η ήδη καταχωρημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση ετοιμάστηκε από τους κ.κ. Σωτήρη Αργυρού Δ.Ε.Π.Ε. ζητήθηκε από την Εναγόμενη, για άγνωστους προς αυτήν λόγους, όπως υπογράψει η ίδια την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της. Περαιτέρω αναφέρω, ως μας πληροφορεί τόσο η Εναγόμενη όσο και ο ίδιος ο δικηγορικός οίκος Μάριος Γεωργίου & Συνεργάτες, ουδέποτε οι εν λόγω δικηγόροι είχαν εντολή και/ή εξουσιοδότηση από την Εναγόμενη όπως ενεργήσουν ως δικηγόροι της παρά την καταχώρηση εκ μέρους αυτών σημειώματος εμφάνισης. 6. Ενόψει των πιο πάνω και ενόψει του ότι η ίδια η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της Εναγόμενης αφορά σειρά παραβιάσεων και/ή εκμετάλλευση της σχέσεως εμπιστοσύνης μεταξύ δικηγόρου και πελάτη από τον Ενάγοντα για σκοπούς εξασφαλίσεως από αυτόν αθέμιτου οφέλους σε βάρος της Εναγόμενης, θεωρούμε ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Σεβαστού Δικαστηρίου για την έγκριση των αιτούμενων τροποποιήσεων ώστε να δοθεί μια ύστατη ευκαιρία στην Εναγόμενη για την ορθή εκπροσώπηση της από δικηγόρο και να τεθούν όλα τα επίδικα θέματα με σαφήνεια ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε να δύναται η Εναγόμενη σε μεταγενέστερο στάδιο να προβάλει αποτελεσματικά την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της. 7. Περαιτέρω αναφέρω ότι δεν τίθεται θέμα δυσμενούς επηρεασμού του Ενάγοντα εφόσον υπάρχει η δυνατότητα καταχώρησης Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση σε απάντηση όλων των ισχυρισμών της Εναγόμενης. ΄Ως εκ τούτου, ο Ενάγων στο παρόν στάδιο ουδεμία ζημιά πρόκειται να υποστεί από την αιτούμενη τροποποίηση η οποία δεν δύναται να θεραπευτεί με έξοδα. 8. Βάση όλων των πιο πάνω αιτούμαι Διάταγμα ως η παρούσα αίτηση. 9. Πάντα τα ανωτέρω ορκίζομαι ως αληθή εξ΄ όσων καλά γνωρίζω και πιστεύω.» Ο ενάγοντας καταχώρησε ένσταση στην αίτηση η οποία εδράζεται στους εξής λόγους: «1. Δεν πληρούνται οι εκ του νόμου προϋποθέσεις για την παραχώρηση των αιτούμενων διαταγμάτων: (
- i)Δεν εκτίθενται εύλογοι λόγοι για τους οποίους θα πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα για τροποποίηση και οι πλείστοι λόγοι για τους οποίους ζητείται η τροποποίηση είναι γενικοί, ασαφείς και αόριστοι. (
- ii)Το Δικαστήριον δεν δικαιολογείται ν΄ ασκήσει την διακριτικήν του ευχέρειαν προς όφελος της Εναγόμενης ένεκα των ιδιαίτερων περιστατικών που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και/ή της δικονομικής συμπεριφοράς της Εναγομένης κατά την διάρκεια της όλης διαδικασίας. (iii) Τυχόν έγκριση του αιτήματος θα προκαλούσε ανεπανόρθωτη ζημιά στους Αιτητές η οποία δεν θα μπορούσε να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. 2. Η ένορκος δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης προς τροποποίησιν είναι παράτυπη και/ή αντικανονική για τους εξής, μεταξύ άλλων, λόγους: (
- i)Η ένορκος δήλωση έγινε από δικηγόρο και/ή εργαζόμενο στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Εναγόμενη και όχι την ίδια την Εναγόμενη και/ή δεν παρέχεται οποιαδήποτε εξήγηση γιατί δεν έγινε από την ίδια την Εναγόμενη. (
- ii)Η Ενόρκως δηλούσα δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και παραπέμπει σε πληροφορίες που της δόθηκαν από την Εναγόμενη ενώ δεν δικαιολογεί γιατί δεν προέβη η ίδια η Εναγόμενη στην εν λόγω δήλωση. (iii) Η ένορκος δήλωση περιέχει διαζευκτικούς ισχυρισμούς ως προς γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. 3. Η αίτησις προς τροποποίησιν είναι καταχρηστική της διαδικασίας καθότι υπεβλήθη σε πολύ καθυστερημένο στάδιο και/ή δεν προβάλλεται οιαδήποτε εύλογος δικαιολογία ή εξήγηση διά την καθυστέρησιν εις την υποβολήν της αιτήσεως. (
- i)Το ειδικώς οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα κατεχωρήθηκε την 3.6.2011 και η Εναγόμενη καταχώρησε Έκθεση Υπεράσπισης στις 16.9.2011 μόνο μετά από αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης ημ. 30.06.2011 ορισμένη στις 23.09.2011. (
- ii)Ο Ενάγοντας καταχώρησε αίτηση για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες την 05.04.2012 η οποία αποσύρθηκε άνευ βλάβης λόγω πρόθεσης αλλαγής των δικηγόρων της Εναγόμενης και καταχωρήθηκε νέα αίτηση για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες στις 08.02.2013 η οποία καθυστέρηση να ακουστεί από το δικαστήριο μέχρι να διορίσει τον νέο δικηγόρο της στην παρούσα υπόθεση η Εναγόμενη. (iii) Η Εναγόμενη καταχώρησε αίτηση για τροποποίηση μετά το πέρας των 4 μηνών από την τελευταία αλλαγή των δικηγόρων της, την οποία αλλαγή δικηγόρων της η Εναγόμενη συνεχώς και αδικαιολόγητα καθυστερούσε. (
- iv)Η αίτηση για τροποποίηση καταχωρήθηκε την ημέρα που ήταν ορισμένη η αίτηση για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες, με σκοπό να αποφύγει η Εναγόμενη να τοποθετηθεί επί της αίτησης και/ή να δώσει τις περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες στον Ενάγοντα και να καθυστερήσει περαιτέρω η εκδίκαση της υπόθεσης. 4. Η Αίτηση είναι κακόπιστη και/ή καταχρηστική και/ή η Αιτήτρια δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια: (
- i)Η Εναγόμενη προσπαθεί ενσυνείδητα να καθυστερήσει την εκδίκαση της υπόθεσης, γεγονός το οποίο συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και κατασπατάληση δικαστικού χρόνου. (
- ii)Η Αιτήτρια επιχειρεί να τροποποιήσει ισχυρισμούς σε δικόγραφο σε σχέση με γεγονότα που ευρίσκονταν εις γνώσιν της και/ή είχε την δυνατότητα και/ή ευχέρεια να δώσει όταν αυτό εσυντάχθηκε και/ή όταν η ίδια το υπέγραψε. (iii) Οι αιτούμενες αλλαγές είναι αβάσιμες και/ή περιττές και/ή αχρείαστες και/ή δεν προσφέρουν τίποτα νέο στους ήδη καταχωρημένους ισχυρισμούς και/ή περιέχουν σκανδαλώδεις και/ή δυσφημιστικούς ισχυρισμούς προς το πρόσωπο του Ενάγοντα. (
- iv)Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις η Αιτήτρια επιχειρεί να αποφύγει να τοποθετηθεί επί της αίτησης για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες η οποία είναι προγενέστερη της παρούσης και/ή εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου και αφορά τους προηγούμενους ισχυρισμούς της ως περιέχονταν αρχική υπεράσπιση της. (
- v)Εάν επιτραπή εις αυτό το στάδιον η τροποποίησις τότε θα σπαταληθή χρόνος του Δικαστηρίου αλλά και θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στον Ενάγοντα, εφ΄ όσον συμπεριλαμβάνονται τόσο ανούσιες τροποποιήσεις αλλά και νέα βάση υπεράσπισης και ανταπαίτησης (ψυχική πίεση).» Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.25 Θ.Θ.1, 2 και 2 και Δ.48 Θ.Θ.1, 2, 4, 7 και 8, στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος και τέλος, στις συμφυείς εξουσίες και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση όπως αναφέρεται στο σώμα της φαίνονται από το φάκελο του Δικαστηρίου και εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Πολύκαρπου Φιλίππου (δηλαδή του ενάγοντα). Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενό των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων που ακολούθησαν. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Με το δεύτερο λόγο ένστασης προβάλλεται η θέση ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη. Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Rybolovlev κ.ά. v. Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ.82, στην οποία με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του ενάγοντα επισημαίνονται τα εξής, τα οποία, θα έλεγα συγκεφαλαιώνουν τις αρχές που διέπουν το θέμα: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ΄ ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR 1, In re Efthymiou
(1987)1CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036)». Και λίγο παρακάτω: «Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ο ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών.» Οι παραπάνω αρχές επαναλαμβάνονται και στην ακόμη πιο πρόσφατη υπόθεση Νικολάου ν. Total Properties Ltd κ.ά.
(2011)1 Α.Α.Δ.1358. Παρατηρώ τα εξής: Ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης είναι βάσιμος. Ακολουθεί το σκεπτικό: Η ενόρκως δηλούσα για την εναγόμενη στην υποστηρικτική της υπό κρίση αίτησης ένορκη δήλωση στην οποία έχει προβεί ενώ δεν προβάλλει κανένα λόγο γιατί ορκίζεται η ίδια και όχι η εναγόμενη ή κάποιος άλλος στη θέση της (μα ούτε και προκύπτει από οποιοδήποτε στοιχείο του φακέλου της υπόθεσης, ένας τέτοιος λόγος), την ίδια ώρα, έστω έμμεσα ομολογεί ότι, όχι απλώς εργάζεται στη δικηγορική εταιρεία των δικηγόρων της εναγόμενης, αλλά χειρίζεται κιόλας την υπόθεσή της (βλ. τη φράση στην παράγραφο 1 της δήλωσής της «..έχω θετική προσωπική γνώση των γεγονότων από προσωπικό χειρισμό και μελέτη του δικαστηριακού φακέλου της παρούσας υπόθεσης.»). Η έμφαση είναι δική μου. Σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι, προς υποστήριξη της αίτησης επικαλείται και γεγονότα που σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης διαγράφεται η έκταση της παραβίασης των παραπάνω αρχών που διέπουν το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, που είναι απόλυτη. Για όλους αυτούς τους λόγους θεωρώ μη έγκυρη την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση και ως τέτοια, κατά την εξέταση της αίτησης, επί της ουσίας, ασφαλώς δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Και με δεδομένο ότι η υπό κρίση αίτηση είναι από αυτές που θα πρέπει να συνοδεύονται από ένορκη δήλωση στην οποία να αναφέρονται τα γεγονότα που στηρίζουν το αίτημα διαγράφεται η τύχη της αίτησης, η οποία και θα πρέπει να απορριφθεί. Μολονότι η τύχη της αίτησης έχει κριθεί, εντούτοις, χάριν πληρότητας της απόφασής μου, αλλά και για το ενδεχόμενο που το παραπάνω συμπέρασμά μου ήθελε κριθεί εσφαλμένο σε ανώτερο επίπεδο δικαστικής κρίσης, θα συνεχίσω. Οι αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων εκτίθενται σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Preece κ.ά. ν. Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ.2138 επισημαίνονται τα εξής: «Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 25 καν. 1, παρέχουν δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων. Η επί τούτου απόφαση, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση καθιερωμένων κριτηρίων. Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην Astor Manufacturing and Exporting Co και Άλλων ν. A.G. Levendis και Άλλων
(1993)1 ΑΑΔ 726 αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου ειπώθηκαν τα εξής, «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Ομοίως και στην Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 4.5.2012, από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις που έχουν ως νομικό υπόβαθρο τις πρόνοιες του κ. 1 της Δ.25[1], όπως είναι η παρούσα περίπτωση, έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων[2]. Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» Και λίγο παρακάτω: «Δεν έχει διαφύγει της προσοχής μας ότι ο λόγος καθυστέρησης από μόνος του δεν συνιστά κατ' ανάγκη αιτία για απόρριψη αίτησης για τροποποίηση, ούτε και ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνιστά έναν από τους πολλούς παράγοντες που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, συνεκτιμάται δε σαν λογική απόρροια του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (Astor Manufacturing (πιο πάνω) και Clive Preece (πιο πάνω))». Παραπέμπω τέλος και στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη
(2011)1 Α.Α.Δ.825, σύμφωνα με την οποία: «Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) ν. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, επιβεβαιώθηκε κατ΄αρχάς η λεγόμενη σύγχρονη τάση της νομολογίας όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση εκείνη, η αγωγή είχε καταχωρηθεί κατά το 1986 ενώ το συγκεκριμένο αίτημα τροποποίησης υποβλήθηκε κοντά το 1998, δηλαδή περί τα 12 χρόνια αργότερα και ενώ η ακρόαση είχε προηγουμένως αρχίσει και διεξαχθεί μερικώς δύο φορές αλλά διατάχθηκε η εξ υπαρχής ακρόαση λόγω διορισμού των εκδικαζόντων Προέδρων ως δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου». Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής: Ο ενάγοντας επικαλείται ως λόγο απόρριψης της αίτησης, το γεγονός, ότι, αυτή, όπως είναι η θέση του καταχωρήθηκε σε «πολύ καθυστερημένο στάδιο» και δεν προβάλλεται καμιά εξήγηση ή δικαιολογία γι αυτό. Εκτός του ότι η καθυστέρηση σε σχέση με το χρόνο καταχώρησης της αίτησης καθώς ήδη έχει αναφερθεί με αναφορά σε νομολογία, δε συνιστά κατ' ανάγκη αιτία για απόρριψη της αίτησης μα ούτε και εξισούται με κακοπιστία, αφού ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός, ωστόσο, συνιστά απλώς έναν από τους πολλούς παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, ο οποίος συνεκτιμάται μαζί με όλους τους άλλους παράγοντες που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου το οποίο εξετάζει αίτηση τροποποίησης είναι και το γεγονός, ότι, στην προκειμένη περίπτωση, ομολογώ πως δεν έχω αντιληφθεί ποια ζημιά θα υποστεί ο ενάγοντας, σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης, η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμη αρχίσει. Ακολούθως είναι και το γεγονός, ότι, ο παράγοντας καθυστέρηση ως προς το χρόνο καταχώρησης της αίτησης, προφανώς δε θα πρέπει να ιδωθεί υπό το φως μόνο της συμπεριφοράς του διαδίκου που προβαίνει στο σχετικό διάβημα, αλλά, σε συνάρτηση και με τη συμπεριφορά και διαγωγή του αντιδίκου ο οποίος επικαλείται το συγκεκριμένο παράγοντα για σκοπούς απόρριψης της αίτησης. Για να το πω και αλλιώς, εάν ο διάδικος που επικαλείται τον παράγοντα χρόνο ή καθυστέρηση για σκοπούς απόρριψης της αίτησης, συνέβαλε και ο ίδιος στην καθυστέρηση που παρατηρείται σε σχέση με την προώθηση της αγωγής, απονομιμοποιείται να εγείρει τέτοιο θέμα ως λόγο απόρριψης της αίτησης. Και στην προκειμένη περίπτωση, θα έλεγα πως, η ευθύνη του ενάγοντα για το γεγονός ότι δεν έχει ακόμη αρχίσει η ακρόαση της υπόθεσης, δεν υπολείπεται της ευθύνης της εναγόμενης, για να μην πω ότι θεωρώ μεγαλύτερη τη δική του ευθύνη. Ειδικότερα: Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 3.6.2011 και επιδόθηκε στην εναγόμενη, η οποία, στις 10.6.2011 καταχώρησε προσωπικά εμφάνιση και στις 5.7.2011, προσωπικά και πάλιν υπεράσπιση και ανταπαίτηση εναντίον του ενάγοντα. Στις 5.4.2012 ο ενάγοντας καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητούσε περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες από την εναγόμενη συναφώς με μερικούς από τους ισχυρισμούς της υπεράσπισής της. Στις 4.5.2012 που η αίτηση ήταν ορισμένη για πρώτη φορά, κατόπιν σχετικού αιτήματος του δικηγόρου του ενάγοντα απορρίφθηκε από το Δικαστήριο άνευ βλάβης και χωρίς έξοδα. Ο ενάγοντας, στις 8.2.2013 καταχώρησε ακριβώς την ίδια αίτηση, η οποία ορίστηκε για πρώτη φορά στις 6.3.2013, ημερομηνία κατά την οποία ορίστηκε για οδηγίες στις 17.5.2013 και ακολούθως, το ίδιο, στις 16.9.2013. Το γεγονός ότι μέχρι και την ημερομηνία αυτή, η αίτηση ήταν ορισμένη για οδηγίες, χωρίς να γίνει αίτηση ορισμού της αγωγής από τον ενάγοντα, η οποία, όπως προκύπτει από μεταγενέστερα πρακτικά, ορίστηκε απευθείας για ακρόαση από το Δικαστήριο (με διαφορετική σύνθεση από το παρόν) και όχι με πρωτοβουλία του ενάγοντα, σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι, η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 12.3.2014, όλα αυτά, κατά τη γνώμη μου αιτιολογούν επαρκώς, το συμπέρασμά μου ότι ο ενάγοντας φέρει σημαντικό ποσοστό ευθύνης για την καθυστέρηση που υπάρχει σε σχέση με την πρόοδο της αγωγής, σε βαθμό που δεν μπορεί να επικαλείται τον παράγοντα χρόνο καταχώρησης της αίτησης, ως λόγο απόρριψής της. Ενώ είναι γεγονός, ότι η αίτηση καταχωρήθηκε 2 χρόνια και 9 μήνες μετά την καταχώρηση της αγωγής, για το γεγονός ότι η αγωγή, 2 χρόνια και τρεις μήνες μετά την καταχώρησή της δεν είχε οριστεί ακόμη, ακεραία την ευθύνη φέρει ο ενάγοντας. Φυσικά, λέγοντας αυτά δε σημαίνει ότι θεωρώ ιδιαίτερα πειστικούς τους λόγους που προβάλλονται από την εναγόμενη για σκοπούς δικαιολόγησης του χρόνου που επέλεξε να καταχωρήσει την αίτησή της. Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν μπορεί από μόνο του να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης, εφόσον το πλέον ουσιώδες κριτήριο, όπως επισημαίνεται στην Preece (ανωτέρω) είναι η στάθμιση των παραγόντων που αποτελούν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Και στην προκειμένη περίπτωση, χωρίς να χρειάζεται να αναφερθώ ξεχωριστά σ' όλους αυτούς τους παράγοντες περιορίζομαι να επαναλάβω τα εξής: Η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμη αρχίσει και ο ενάγοντας που ζητά την απόρριψη της αίτησης δεν έχει αποδείξει τη ζημιά ή βλάβη που θα υποστεί σε περίπτωση που αποδεχόμουν την αίτηση η οποία δε θα μπορούσε να αποκατασταθεί σε χρήμα. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Και κάτι που αφορά στην ουσία των αιτούμενων τροποποιήσεων. Ο ισχυρισμός των ευπαίδευτων δικηγόρων του ενάγοντα ο οποίος προβάλλεται στο πλαίσιο της γραπτής τους αγόρευσης, σύμφωνα με τον οποίο, η εναγόμενη στην αιτούμενη τροποποίηση αλλάζει εκφράσεις, την αρίθμηση και τη δομή της υπεράσπισης, ενώ οι περισσότερες τροποποιήσεις είναι ανούσιες και αχρείαστες, αφού οι αιτούμενες αλλαγές δεν προσφέρουν οτιδήποτε νέο στους ήδη καταχωρημένους ισχυρισμούς της, ενώ κατά βάση είναι ορθός, συγκρούεται με τον τελευταίο λόγο ένστασης στην αίτηση (4 (iv)) σύμφωνα με τον οποίο, εάν επιτραπεί σ' αυτό το στάδιο η τροποποίηση θα σπαταληθεί δικαστικός χρόνος, αλλά και θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στον ενάγοντα, εφόσον συμπεριλαμβάνονται τόσο ανούσιες τροποποιήσεις, αλλά και νέα βάση υπεράσπισης και ανταπαίτησης και συγκεκριμένα η ψυχική πίεση. Συναφώς με το συγκεκριμένο λόγο ένστασης παραπέμπω και στο ακόλουθο απόσπασμα από τη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων δικηγόρων του ενάγοντα: «Η Εναγόμενη προσθέτει δηλαδή νέα βάση αγωγής, την ψυχική πίεση. Τρία χρόνια μετά και στον 3ο δικηγόρο στην σειρά και παρόλο που η έκθεση υπεράσπισης είχε συνταχθεί από την ίδια, θυμήθηκε ότι υπήρχε ψυχική πίεση στην σχέση της με τον Ενάγοντα.» Εν πάση περιπτώσει είναι ορθό ότι η εναγόμενη με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκει την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης, που είναι η επίκληση ψυχικής πίεσης εκ μέρους του ενάγοντα, ως λόγου για τον οποίο η ίδια υπόγραψε το επίδικο διοριστήριο με το οποίο το διόριζε ως δικηγόρο της στην αίτηση περιουσιακών διαφορών που καταχώρησε εναντίον του πρώην συζύγου της, η οποία - βάση - αποτελεί διαζευκτικά και ένα από τους λόγους για τους οποίους με την ανταπαίτησή της ζητά διάταγμα ακύρωσης της σχετικής σύμβασης διορισμού του ενάγοντα ως δικηγόρου της. Ωστόσο, το γεγονός αυτό, δε συνιστά άνευ άλλου λόγο απόρριψης της αίτηση. Και τούτο γιατί καθώς ήδη έχει αναφερθεί (βλ. την Παπαχρυσοστόμου, ανωτέρω), η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά. Ο ενάγοντας που επικαλείται το παραπάνω γεγονός, ως λόγο απόρριψης της αίτησης, δεν αναφέρει ποιες θα είναι οι συνέπειες για τον ίδιο και την υπόθεσή του σε περίπτωση που επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, πολλώ μάλλον που αυτές θα πρέπει να είναι καταλυτικές, για να αποτελεί λόγο απόρριψης της αίτησης, το γεγονός ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιδιώκεται η εισαγωγή ενός νέου θέματος. Έπεται ότι αν δεν υπήρχε ο λόγος για τον οποίο η αίτηση θα απορριφθεί θα την αποδεχόμουν. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του ενάγοντα και σε βάρος της εναγόμενης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-ΤΑ Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο