← Κύπρος

ΓΕΡΑΚΟΠΕΤΡΑ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΛΤΔ ν. CORECA LTD, Αρ. Αγωγής 719/2010, 9/1/2015

ΓΕΡΑΚΟΠΕΤΡΑ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΛΤΔ ν. CORECA LTD, Αρ. Αγωγής 719/2010, 9/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟY ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής 719/2010 ΓΕΡΑΚΟΠΕΤΡΑ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΛΤΔ, από την Πάφο Εναγόντων Και CORECA LTD, από την Πάφο Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 8.5.2014 για συνοπτική απόφαση ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 9.1.2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες - αιτητή: κα Κνέκνα για Ν. Παπαθεοχάρους & Σια ΔΕΠΕ Για τους εναγόμενους - καθ΄ων η αίτηση: κ. Ν. Φακοντής για Ι. Παπαζαχαρία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα με την αίτηση της, η οποία στηρίζεται στις Δ.18 και Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ζητά συνοπτική απόφαση εναντίον της εναγομένης. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του διευθυντή της ενάγουσας, ο οποίος υποστηρίζει ότι ο οποιοσδήποτε ισχυρισμός της εναγόμενης περί καλής υπεράσπισης δεν μπορεί να ευσταθεί καθώς θα είναι αβάσιμος και αναληθής. Η καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης από την εναγόμενη, σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, αποσκοπεί στην καθυστέρηση έκδοσης απόφασης και στην αποφυγή των συμβατικών της υποχρεώσεων. Υποστηρίζει επίσης, ότι η απαίτηση της ενάγουσας είναι καθαρή και ότι δεν υπάρχει ουσιώδης ζήτημα προς εκδίκαση. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης και την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, η απαίτηση της ενάγουσας, πηγάζει από συμφωνία ενοικίασης ημερομηνίας 1.7.2012 (Τεκμήριο 1) του 5ου ορόφου, 10 καλυμμένων χώρων στάθμευσης στο υπόγειο Γ και μιας αποθήκης στο κτιριακό συγκρότημα «S.P Centre» στην Λεωφόρο Ν. Νικολαΐδη & Κιλκίς 17, στην Πάφο. Η διάρκεια της ενοικίασης ήταν για περίοδο 2 ετών από 01.07.2012 μέχρι 01.07.2014 με δικαίωμα ανανέωσης για άλλα 2 έτη εφόσον τα μέρη συμφωνούσαν. Μηνιαίo ενοίκιο συμφωνήθηκε το ποσό των €4800 πληρωτέο την 1η ημέρα κάθε μήνα από 01.07.2012 με τόκο 9% ετησίως σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής του ή μέρους αυτού. Η συμφωνία προέβλεπε επίσης, ότι σε περίπτωση που ο ενοικιαστής αρνείτο ή παρέλειπε να παραδώσει το υποστατικό στην λήξη ή τον τερματισμό της ενοικίασης θα θεωρείτο ότι το κατέχει παράνομα και θα υποχρεούται στην πληρωμή των €100 ημερησίως ως αποζημίωση. Ισχυρίζεται η ενάγουσα και ο ενόρκως δηλών στην αίτηση, ότι κατά παράβαση των πιο πάνω, η εναγόμενη καθυστερεί την πληρωμή των ενοικίων από το Φεβρουάριο του 2013 (μέρος) μέχρι τον Μάριο του 2014, ενοίκια που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €67,000.- Η ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 28.1.2014 (Τεκμήριο 2) κάλεσε την εναγόμενη όπως καταβάλει το ποσό των καθυστερημένων ενοικίων εντός 5 ημερών από την επίδοση της, πράγμα που δεν έπραξε και με επιστολή της ημερομηνίας 20.01.2014 (Τεκμήριο 3) τερμάτισε τη συμφωνία ενοικίασης, Με την αγωγή της, η ενάγουσα ζητά το ποσό των €67.000.- ως καθυστερημένα ενοίκια πλέον τόκους προς 9% για κάθε καθυστερημένο ενοίκιο, ποσό €100 ημερησίως από την ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας μέχρι την παράδοση της κατοχής του υποστατικού, δήλωση του δικαστηρίου ως προς το νόμιμο και κανονικό του τερματισμού της συμφωνίας και διάταγμα ανάκτησης κατοχής. Η εναγόμενη - καθ΄ης η αίτηση καταχώρησε γραπτή ένσταση στην αίτηση, στην οποία διατυπώνονται οι πιο κάτω λόγοι ένστασης:

  1. Η εναγόμενη έχει καλόπιστη υπεράσπιση.
  2. Το έγγραφο που επικαλείται η ενάγουσα δεν είναι δεσμευτικό και/ή είναι άκυρο και/ή εικονικό και/ή εφαρμόσιμο.
  3. Υπάρχει καλή βάση έγερσης ανταξίωσης.
  4. Υπάρχουν νομικοί και πραγματικοί λόγοι για τους οποίους το αίτημα των εναγόντων καθίσταται νομικά και ουσιαστικά αβάσιμο.
  5. Υπάρχουν εύλογα εγειρόμενα νομικά και/ή πραγματικά σημεία, τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν σε ακροαματική διαδικασία και τα οποία αν αποδειχτούν βάσιμα καθιστούν παράνομη και/ή άκυρη και η ανεφάρμοστη νομικά και/ή πραγματικά την αξίωση των εναγόντων.
  6. Οι αναφορές του ενόρκως δηλούντα ως προς τα πραγματικά γεγονότα δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και εν πολλοίς είναι παραπλανητικά.
  7. Ο ενόρκως δηλών δεν γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και δεν μπορεί να ορκιστεί θετικά προς υποστήριξη της αίτηση και δεν είναι πρόσωπο το οποίο μπορεί να δηλώσει ρητά ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή.
  8. Το μαρτυρικό υλικό δεν είναι ικανοποιητικό στη βάση της αρχής του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ώστε να νομιμοποιείται η ενάγουσα στην προς όφελος της έκδοση συνοπτικής απόφασης.
  9. Η εναγόμενη έχει καλή και γνήσια υπεράσπιση στην αγωγή και είναι σκόπιμο να της επιτραπεί να την προβάλει.
  10. Δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 και/ή της νομολογία για την έκδοση συνοπτικής απόφασης.
  11. Η αίτηση παραβιάζει Συνταγματικά και/ή Ατομικά και/ή Ανθρώπινα δικαιώματα της καθ΄ ης η αίτηση η οποία δικαιούται σε υπεράσπιση.
  12. Οι αιτητές δεν έχουν καλή και καθαρή υπόθεση. Καταχώρησαν την αίτηση για συνοπτική απόφαση για να αποκαλύψουν την υπεράσπιση της καθ΄ης η αίτηση.
  13. Η αίτηση είναι αντικανονική, παράτυπη, εκβιαστική και καταχρηστική για να μην δοθεί στην καθ΄ ης η αίτηση η ευκαιρία να προβάλει την βάσιμη υπεράσπιση και ανταπαίτηση της.
  14. Το έγγραφο που επικαλούνται οι αιτητές περιέχει καταχρηστικές και/ή ποινικές ρήτρες οι οποίες θα πρέπει να εξεταστούν από το Δικαστήριο κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας.
  15. Οι αιτητές αποκρύπτουν την πραγματική αλήθεια και ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης και προσπαθούν να παραπλανήσουν.
  16. Εκ των θεραπειών τις οποίες επιδιώκει η ενάγουσα αποτελούν διατάγματα ανάκτησης κατοχής καφεστιατορίου που σε περίπτωση επιτυχίας της αίτησης προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημιά στην εναγόμενη χωρίς να της δοθεί η ευκαιρία να προβάλει τις δικές τις θέσεις.
  17. Η επίδικη ενοικιάση είναι περιοδική και/ή δεν διέπεται από το επίδικο έγγραφο το οποίο είναι εξ υπαρχής άκυρο και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα.
  18. Γενικά η έκδοση συνοπτικής απόφασης στην παρούσα περίπτωση δεν είναι εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του διευθυντή της εναγόμενης, με την οποία δηλώνει την διαφωνία του σε σχέση το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης της ενάγουσας και την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση και μεταξύ άλλων, αναφέρει τα ακόλουθα: Η εταιρεία ENOTIS COMPANY LTD, στην οποία μέτοχοι ήταν ο ίδιος, π Ευθύβουλος Παναγιώτου και ο Δημήτρης Μοσφίλη, μεταξύ άλλων διαχειρίζονταν και το καφεστιατόριο που στεγαζόταν στον χώρο που βρίσκεται στο επίδικο υποστατικό το οποίο η πιο πάνω εταιρεία, μαζί με 10 χώρους στάθμευσης στο υπόγειο Γ και μιας αποθήκης, είχε ενοικιάσει από την ενάγουσα με ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 17.09.2008 (Τεκμήριο Α) με μηναίο ενοίκιο €5450 και με διάρκεια ενοικίασης 10 ετών από 17.09.2008 μέχρι 31.05.
  19. Κατά τον Απρίλιο του 2012 λόγω της οικονομικής ύφεσης, οι μέτοχοι της εταιρείας ENOTIS αποφάσισαν όπως τερματίσουν την συνεργασία τους και έκαστος εξ αυτών αναλάβει ανεξάρτητη διαχείριση των καφεστιατορίων και κέντρων αναψυχής που διαχειριζόταν αρχικά η εταιρεία. Την διαχείριση του καφεστιατορίου που βρισκόταν στο επίδικο υποστατικό ανάλαβε ο ενόρκως δηλών και μαζί με τον συνεργάτη του Γιώργο Θεοδώρου, συνέστησαν την εναγόμενη εταιρεία στην οποία οι δύο πάνω έγιναν από κοινού διευθυντές και μέτοχοι. Για τα πιο πάνω, αναφέρει ο ενόρκως δηλών, ενημέρωσε τον διευθυντή της ενάγουσας καθώς και ότι η συμφωνία ενοικίασης του επίδικου υποστατικού από την εταιρεία ENOTIS θα τερματιζόταν, ο οποίος όχι μόνο δεν έφερε ένσταση αλλά τον ενημέρωσε ότι θα συνέχιζε η συνεργασία του με την νέα εταιρεία. Συμφωνήθηκε προφορικά περί τον μήνα Ιούλιο του 2012 η μείωση του ενοικίου του επίδικου υποστατικού και των άλλων χώρων που αρχικά ενοικίαζε η εταιρεία ENOTIS από €5450 σε €
  20. Στο ποσό των €4800 συμπεριλαμβανόταν και η ενοικίαση του γραφείου 412 στον 4 όροφο του κτιρίου και καταβλήθηκε προς ενάγουσα το ποσό των €1600 για τον εξοπλισμό του. Η εναγόμενη ανάλαβε των κατοχή των πιο πάνω υποστατικών τον Ιούλιο του 2012 και ένα μήνα αργότερα τον Αύγουστο του 2012, ο ενόρκως δηλών μίλησε με την γραμματέα της εταιρείας Μαρία Αυξεντίου, η οποία τον πληροφόρησε ότι ο διευθυντή της ενάγουσας απουσίαζε στο εξωτερικό και της ζήτησε όπως ετοιμάσει ένα ανεπίσημο έγγραφο ενοικίασης για να μπορεί να γίνει η μεταβίβαση των λογαριασμών του νερού και του ηλεκτρικού ρεύματος στην εναγόμενη. Στην συνέχεια η Μ. Αυξεντίου, ετοίμασε το Τεκμήριο 1 στην αίτηση, το οποίο παρά το ότι φέρει ημερομηνίας 01.07.2012 υπογράφτηκε τον Αύγουστο του
  21. Η συμφωνία, υποστηρίζει, δεν υπογράφτηκε από τον Διευθυντή της ενάγουσας ή άλλο αξιωματούχο αυτής, καθότι ο διευθυντής της απουσίαζε στο εξωτερικό και επειδή ήταν επείγον να προχωρήσουν με την μεταβίβαση των λογαριασμών, η Μ. Αυξεντίου έθεσε σφραγίδα με την υπογραφή του Διευθυντή της ενάγουσας στην 1η και 2η σελίδα της συμφωνίας και ως μάρτυρες υπέγραψε η γραμματέας, ο ίδιος και ο συνεργάτης του Γιώργος Θεοδώρου. Μετά την επιστροφή του διευθυντή της ενάγουσας από το εξωτερικό, αφού πληροφορήθηκε για την υπογραφή της πιο πάνω συμφωνίας αυτός εξοργίστηκε και ο ίδιος τον καθησύχασε ότι το έγγραφο έγινε πρόχειρα για την μεταβίβαση των λογαριασμών και του επιβεβαίωσε ότι στην συνέχει θα υπογραφεί νέο έγγραφο μεταξύ των δύο εταιρειών για να είναι και οι δύο νομικά κατοχυρωμένοι. Στις 29/10/2012 καταβλήθηκε προς την ενάγουσα το ποσό των €14400 ως ενοίκια για τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 2012 και η ενάγουσα εξέδωσε σχετική απόδειξη (Τεκμήριο Ε) Παρά το γεγονός ότι επανειλημμένα ζητούσε, τόσο αυτός όσο και ο συνεργάτης του, από τον διευθυντή της ενάγουσας την υπογραφή νέας συμφωνίας αυτός προέβαλε πάντοτε ως πρόσχημα για την καθυστέρηση της υπογραφής της το γεγονός ότι κατά το τέλος του έτους 2012 υπήρχαν έντονες συζητήσεις για περί της ψήφισης νόμου για την μείωση των ενοικίων καθότι ουσιαστικά δεν ήθελε να δεσμευτεί προτού ξεκαθαρίσει το τοπίο αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, επειδή εάν περνούσε τέτοιο νομοσχέδιο δεν θα του έδινε την ευχέρεια να διαπραγματευτεί εκ νέου το ύψος του ενοικίου αν αυτό είχε ήδη καθοριστεί σε προγενέστερη σύμβαση. Το σκεπτικό του ήταν ότι θα ενέμενε να περάσει πρώτα ο νόμος να δει τι κλίμακες μειώσεων προέβλεπε και τότε θα ερχόταν κοντά τους για να συμφωνήσει για την υπογραφή γραπτής συμφωνίας. Αρχές Οκτωβρίου 2013 είχαν νέα συνάντηση με τους αντιπροσώπους της ιδιοκτήτριας εταιρείας και συγκεκριμένα με τον κ. Δημήτρη Πιττοκοπίτη στον οποίο πρότειναν όπως καταβάλουν το μηναίο ποσό των €3000 αντί του ποσού των €4800 αναφορικά με την ενοικίαση του 5ου ορόφου ο οποίος επιφυλάχθηκε να τους απαντήσει χωρίς όμως να απορρίψει την πρόταση τους. Κατά τον μήνα Νοέμβριο του 2013 μετά από παράκληση του Διευθυντή της ενάγουσας παραδώσαν την κατοχή του γραφείου αριθμό 412 καθότι αυτή ήταν η επιθυμία της ιδιοκτήτριας εταιρείας έτσι ώστε να το ενοικιάσει προς τρίτα πρόσωπο πράγμα το οποίο έπραξαν και επανέλαβαν την πρόταση τους για μείωση του ενοικίου στο ποσό των €3000.- στην οποία ανέμεναν απάντηση. Συμφωνήθηκε προφορικά ότι με την επιστροφή του πιο πάνω γραφείου, το ποσό των €1600 το οποίο καταβλήθηκε από την εναγόμενη εταιρεία σε σχέση με τον υφιστάμενο εξοπλισμό και το ποσό των €600 το οποίο δαπάνησε για την αγορά νέου εξοπλισμού θα επιστρεφόταν στην εναγόμενη υπό μορφή πίστωσης στην κατάσταση λογαριασμού που διατηρούσε η ενάγουσα αναφορικά με την ενοικίαση του 5ου ορόφου. Υποστηρίζει ο ενόρκως δηλών ότι, από τα πιο πάνω, προκύπτει έκδηλα το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν μπορεί να υποστηρίζει την αξίωση της σε ένα έγγραφο το οποίο ήταν πρόχειρο και πλασματικό με σκοπό να μεταβιβαστούν οι λογαριασμοί στην εταιρεία. Ισχυρίζεται επίσης ότι εφόσον η συμφωνία δεν είναι έγκυρη η κατοχή του επίδικου από την εναγόμενη καθιστά την ενοικίαση περιοδική από 1.7.
  22. Με την σύμφωνη γνώμη και την ανοχή της ενάγουσας, υποστηρίζει ο ενόρκως δηλών, πλήρωναν στην ενάγουσα πλήρωναν €3000.- μηνιαίως εν αναμονή τελικής κατάληξης για το συμφωνημένο ενοίκιο ενώ το ισχυριζόμενο υπόλοιπο είναι προϊόν αυθαίρετου υπολογισμού και λανθασμένων καταχωρήσεων σε σχέση με την πληρωμές που έκαναν. Επίσης αναφορά ο ενόρκως δηλών, κάνει στα έξοδα που έχουν γίνει για την δημιουργία του καφεστιατορίου και ότι το ποσό αυτό πρόκειται η ενάγουσα να αξιώσει με ανταπαίτηση. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι, η εναγόμενη αμφισβητεί την δεσμευτικότητα της συμφωνίας, τον τερματισμό της συμφωνίας, το δικαίωμα τερματισμού αφού οι πληρωμές γίνονταν αναφορικά με τους μήνες ενοικίασης και από τις σχετικές αποδείξεις είσπραξης που έκδιδε η ενάγουσα για τις οποίες καμία αναφορά δεν κάνει ο ενόρκως δηλών στην αίτηση. Όλα τα πιο πάνω, υποστηρίζει τέλος, αποκαλύπτουν την ύπαρξη υπεράσπισης και θα πρέπει να δοθεί το δικαίωμα στην εναγόμενη να την προβάλει και οι ισχυρισμοί της nα τεθούν και να αποφασιστούν από το Δικαστήριο στα πλαίσια πλήρους ακροαματικής διαδικασίας. Η ακρόαση της αίτησης, διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση, χωρίς αντεξέταση των ενόρκων δηλούντων και οι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν τις θέσεις τους καταθέτοντας γραπτές αγορεύσεις. Για σκοπούς συντομίας θα γίνει αναφορά στα σημαντικότερα σημεία της μαρτυρίας κατά την εξέταση της νομικής πτυχής του θέματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει εξεταστεί και ληφθεί υπόψη οτιδήποτε έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Κρίνω, παρά το γεγονός ότι έχουν επισημανθεί και τονιστεί αρκετά κατά την ακρόαση της αίτησης, τα οποία τονίζω ότι έχουν ληφθεί υπόψη, η αίτηση θα πρέπει να κριθεί με βάση ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια και γεγονότα στα οποία θα επικεντρωθεί το δικαστήριο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ: Σκοπός της Δ.18 είναι να δώσει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να πάρει συνοπτική αποφαση χωρίς να λάβει χώρα η εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης (trial of the action) και είναι φανερό ότι η διαδικασία που προβλέπεται από την διαταγή 18 είναι μια ξεχωριστή και ιδιαίτερη διαδικασία, η οποία παρακάμπτει τη συνηθισμένη διαδικασία που προβλέπεται από τους Δικονομικούς Κανονισμούς αναφορικά με την εκδίκαση υποθέσεων. Η Δ.18 μπορεί να καταστήσει ικανό τον ενάγοντα να πάρει συνοπτική απόφαση χωρίς δίκη, νοουμένου βέβαια, ότι είναι σε θέση να αποδείξει την υπόθεση του καθαρά και ο εναγόμενος αδυνατεί να προβάλει καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει δικάσιμο θέμα εναντίον της απαίτησης το οποίο πρέπει να εκδικαστεί. Η Δ.18 θ.1 των Θεσμών Πολιτική Δικονομίας διαλαμβάνει ως εξής: «Όπου ο εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με την Δ.2 Κανονισμός 6, ο ενάγοντας μπορεί, με ένορκη δήλωση την οποία θα κάνει ο ίδιος ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα βεβαιώνοντας την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για την παράδοση συγκεκριμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση και έξοδα, μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα, εκτός εάν ο Εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα είναι ουσιώδη για να του δωθεί δικαίωμα υπεράσπισης». Όπως προκύπτει από την γραμματική ερμηνεία της πιο πάνω διαταγής, υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις για την άσκηση του δικαιώματος διεκδίκησης συνοπτικής απόφασης, τις οποίες ο ενάγων έχει το βάρος να πείσει το Δικαστήριο ότι τηρούνται (βλ. Μεττή κ.α ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ

(2002)1 ΑΑΔ 417) και αυτό προτού το Δικαστήριο εξετάσει τους ισχυρισμούς του εναγόμενου για την ύπαρξη καλής υπεράσπισης. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο, ότι το ουσιαστικό ερώτημα κατά πόσο ο εναγόμενος έχει ή δεν έχει υπεράσπιση, δεν μπορεί να τεθεί, εκτός εάν ο ενάγοντας έχει πρώτα ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις της Δ.18 (βλ. Σπύρος Σταυρινίδης ν Geskoslovenske Obchondi Banka A.S
(1972)1 AAΔ 130). Οι προϋποθέσεις αυτές, είναι οι ακόλουθες: (α) Το κλητήριο να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με την Δ.2 Θ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση και (γ) Ο ενάγοντας να συνοδεύει την αίτηση του για συνοπτική απόφαση με ένορκη δήλωση δική του ή άλλου προσώπου που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, να επαληθεύει την βάση της αγωγής και να δηλώνει ότι κατά την κρίση του δεν υπάρχει υπεράσπιση. Είναι επίσης θεμελιωμένο ότι εφόσον ο ενάγοντας ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συνυπάρχουν οι τρεις προϋποθέσεις που τίθενται από την Δ.18, τότε το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο, ο οποίος για να εμποδίσει την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του, θα πρέπει να δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν από το Δικαστήριο επαρκή για να του δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί (βλ. Κύπρος Κυπριανίδης ν. Συμεών Ιωάννου
(1966)1 ΑΑΔ 265, Hermes Insurance Co Ltd v. Ιούλιος Θεοδωρίδης
(1983)1 ΑΑΔ 333, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε ν. Χ¨Νέστορως
(1989)1 (Ε) 2004). Η ιδιαίτερη φύση της συνοπτικής απόφασης και γενικά οι θεμελιακές αρχές που προκύπτουν μέσα από την νομολογία, έχουν τονιστεί στην υπόθεση Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, στην οποία αναφέρονται τα εξής: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαίτησης που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση». Επίσης, τονίζεται στην ίδια υπόθεση, ότι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο. Στην υπόθεση Ευάγγελος Λαζάρου κ.α ν. Γιάννη Π. Μακεδώνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 έγινε εκτενής αναφορά σε αποφάσεις που διέπουν αυτό το θέμα και αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Έχει λεχθεί δικαστικά ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση (δέστε Supreme Court Practice 1999, 1st ed. P.174 para 14.9.99).» Είναι σαφές και συνάγεται από την νομολογία που έχει αναφερθεί πιο πάνω, ότι το κύριο ερώτημα που τίθεται μεταξύ άλλων, για το Δικαστήριο, είναι κατά πόσο η παρούσα υπόθεση αφορά καθαρή και κατάλληλη περίπτωση, ούτως ώστε να εκδοθεί συνοπτική απόφαση. Επίσης η νομολογία καθιστά σαφές πως το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει, και ότι κάτι τέτοιο δεν συνάδει με τον ρόλο του Δικαστηρίου στην εξέταση αίτησης για συνοπτική απόφαση. Σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί περαιτέρω με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν και η προσέγγιση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του με την μορφή ενόρκων δηλώσεων και τεκμηρίων θα περιοριστεί αυστηρά μέσα στα στενά πλαίσια που καθορίζει η φύση της παρούσας διαδικασίας και με αποκλειστικό σκοπό την απάντηση του πιο πάνω ερωτήματος, και αφού προηγουμένως ικανοποιηθούν οι τρεις προϋποθέσεις της Δ.18 θ.
  1. Ακόμα δηλαδή και στις περιπτώσεις που δεν περιλαμβάνεται ως λόγος ένστασης κάτι που να αφορά ή να σχετίζεται με την τήρηση των τριών προϋποθέσεων, που θέτει η Δ.18 Κ.1, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν όλες οι προϋποθέσεις αυτές πληρούνται, εφόσον η τήρηση τους σχετίζεται με την ανάληψη δικαιοδοσίας από το δικαστήριο για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, ενώ από την άλλη, η μη ικανοποίηση τους στερεί το δικαστήριο από την ανάληψη τέτοιας δικαιοδοσίας (βλ. Stavrinides πιο πάνω). Διερχόμενο το Δικαστήριο όλης της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του, σε συνάρτηση με τις νομικές αρχές που έχουν παρατεθεί πιο πάνω κρίνω κατ΄αρχήν ότι πληρούνται οι δύο βασικές προϋποθέσεις που προβλέπει η Δ.18 θ.
  2. Συγκεκριμένα, η αγωγή καταχωρήθηκε σε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και η εναγόμενη καταχώρησε δια δικηγόρου σημείωμα εμφάνισης στις 9.4.
  3. Περαιτέρω ως προς την (γ) προϋπόθεση, ο διευθυντής της ενάγουσας - ενόρκως δηλών στην αίτηση, θεωρώ είναι το κατάλληλο υπό τις περιστάσεις πρόσωπο να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας και να δηλώσει ότι εξ΄ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Με δεδομένο, ότι ο διευθυντής της ενάγουσας, στην προκειμένη περίπτωση, είναι σε θέση να ορκιστεί, το επόμενο ερώτημα που εγείρεται είναι αν το έπραξε με τρόπο θετικό ως προς τα γεγονότα, και να βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και τις αξίωσεις της ενάγουσας, ώστε να ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18 θ.1(α). Στην υπόθεση Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782, συνοψίζεται η προσέγγιση της νομολογίας σε ό,τι αφορά την επάρκεια ή πληρότητα της ένορκης δήλωση την οποία συνδέει με την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο. Όπως αναφέρεται στην Δημητρίου (πιο πάνω), ο θ. 1 της Δ.48 φαίνεται ότι θεωρεί σαν δεδομένο ότι ο ενάγων είναι ικανός να κάμει την ένορκη δήλωση, απλώς επειδή είναι ο ενάγων. Στην σελ. 793 στην ίδια υπόθεση λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Έχουμε την άποψη πως το ζήτημα του κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1, πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Πολύ σημαντικό παράγοντα διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης.» Με βάση τα όσα ο ενόρκως αναφέρει στην ένορκη του δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, έχοντας υπόψη μου επίσης και την ιδιότητα αυτού, ως διευθυντή της ενάγουσας, κρίνω ότι τα όσα περιλαμβάνονται στον έβδομο λόγο ένστασης δεν ευσταθούν. Από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης έχω ικανοποιηθεί ότι αυτό είναι θετικό στο βαθμό που απαιτείται ώστε να ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18 θ.1. Ενόψει των πιο πάνω, στην συνέχεια το δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο η εναγόμενη, στους ώμους της οποίας έχει μετατεθεί το βάρος, έχει με την μαρτυρία της παρουσιάσει τέτοια στοιχεία που δείχνουν ότι έχει καλή υπεράσπιση ή προκύπτουν τέτοια γεγονότα τα οποία της δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Ο συνήγορος της ενάγουσας αιτήτριας στην γραπτή του αγόρευση, αφού σχολιάζει την ένορκη δήλωση του εναγόμενου - καθ΄ου η αίτηση που υποστηρίζει την ένσταση του, υποστηρίζει ότι, η εναγόμενη δεν έχει αποκαλύπτει υπεράσπιση ως προς την ουσία της απαίτησης της ενάγουσας αλλά ούτε και με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση έχει αποκαλύψει οποιαδήποτε γεγονότα που να της παρέχει οποιοδήποτε δικαίωμα καταχώρησης υπεράσπισης. Από την αντίπερα όχθη, ο συνήγορος της εναγόμενης στην γραπτή του αγόρευση, υποστηρίζει ότι η εναγόμενη αποκαλύπτει λεπτομερώς της υπεράσπισης της σε σχέση με την συμφωνία που η ενάγουσα επικαλείται και αποτελεί την βάση της αγωγής της, η οποία ενοικίαση με βάση τα όσα αποκαλύπτει ο ενόrκως δηλών στην ένσταση, έγκειται σε προφορική περιοδική ενοικίαση από μήνα σε μήνα για την οποία δεν υπήρξε καμία παράβαση και συνεπώς κανένα δικαίωμα τερματισμού της από την ενάγουσα ενώ τίθεται το ζήτημα του έγκυρου και νομότυπου τερματισμού της εφόσον πρόκειται για περιοδική ενοικίαση. Αρχικά, όλοι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμού που έχουν τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, από αμφότερες τις πλευρές έχουν δημιουργήσει την πεποίθηση ότι υπάρχουν αρκετά ζητήματα και γεγονότα που θα πρέπει να αποφασιστούν από το Δικαστήριο σε πλήρη ακροαματική διαδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση δεν αντεξετάστηκαν οι ενόρκως δηλούντες και παρά το ότι θεωρώ ότι σε αίτηση αυτού του είδους δεν τίθεται ζήτημα αντεξέτασης, τα όσα έχουν τεθεί με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση ως πραγματικά γεγονότα, θέτουν την βάση της αγωγής υπό αμφισβήτηση ήτοι σε σχέση με την μορφή της συμφωνίας και το υπόλοιπο του οφειλόμενου ποσού, το οποίο αμφισβητείται ότι ανταποκρίνεται στο ποσό για το οποίο ζητά απόφαση η ενάγουσα. Ο ενόρκως δηλών στην ένσταση έχει θέσει στοιχεία τα οποία αφορούν τις συνθήκες υπογραφής της επίδικης συμφωνίας, που αν αποδειχτούν θέτουν υπό αμφισβήτηση την αξίωση της ενάγουσας, στοιχεία σε σχέση με μηναίο ενοίκιο, τις πληρωμές, που κατά την άποψη μου δικαιούται όπως της δοθεί το δικαίωμα καταχώρησης υπεράσπισης στην αγωγή. Το δε γνήσιο των ισχυρισμών της εναγόμενης δεν μπορεί να αποφασιστεί σε αυτό το στάδιο τούτο που υπέχει σημασίας είναι ότι από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση η εναγόμενη έχει αποκαλύψει την ύπαρξη υπεράσπισης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση αποτυγχάνει και συνεπώς απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγόμενης - καθ΄ης η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας που αφορά την αγωγή. (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.