← Κύπρος

Ηλία Ορνιθάρη ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας μέσω Τμήματος Δημοσίων Έργων Πάφου κ.α., Αρ. Αγωγής: 59/10, 12/1/2015

Ηλία Ορνιθάρη ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας μέσω Τμήματος Δημοσίων Έργων Πάφου κ.α., Αρ. Αγωγής: 59/10, 12/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A9 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 59/10 Μεταξύ: Ηλία Ορνιθάρη, από την Πάφο Ενάγων και

  1. Τμήμα Δημοσίων Έργων, από την Πάφο
  2. Iacovou Brothers (Constructions) Limited, από την Πάφο Εναγόμενοι Τροποποιηθείσα την 24η ημέρα του Μαρτίου 2011 σύμφωνα με διάταγμα ημερ. 21.3.11 Μεταξύ: Ηλία Ορνιθάρη, από την Πάφο Ενάγων και
  3. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας μέσω Τμήματος Δημοσίων Έργων Πάφου
  4. Iacovou Brothers (Constructions) Limited, από την Πάφο Εναγόμενοι Ημερομηνία: 12.1.15 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 1 / Αιτητή: κα Έλσα Κόκκινου Για τον Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση: κα Αργυρώ Χαραλάμπους για κκ Α. Χρ. Δημητριάδη ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο 2: κ. Μαρίνος Μυτίδης για κκ Α. Ανδρέου & Σία ΔΕΠΕ ....................................... Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε εκ μέρους του Εναγόμενου 1 / Αιτητή στις 4.4.14 με την οποία ο Αιτητής εξαιτείται όπως το Δικαστήριο εκδικάσει και αποφασίσει προδικαστικά επί διάφορων σημείων. Στο στάδιο αυτό και πριν κάνω αναφορά στο περιεχόμενο της υπό κρίση αίτησης και της ένστασης η οποία καταχωρήθηκε εκ μέρους του Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση θεωρώ σκόπιμο να προβώ σε σύντομη παράθεση των ισχυρισμών που εκτίθενται στις έγγραφες προτάσεις των πιο πάνω διαδίκων. Τα ουσιώδη για τους σκοπούς της υπό κρίση αίτησης γεγονότα από την Έκθεση Απαίτησης είναι τα ακόλουθα: ο Καθ' ου η αίτηση κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν και είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του κτήματος με αριθμό εγγραφής 0/3250, Φ/Σχ 45/59, Τμήμα 0, τεμάχιο 608, τοποθεσία Γιοφύρκα, ενορία Αναβαργός του Δήμου Πάφου, από τώρα και στο εξής «το κτήμα» με γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας με αριθμό 4175 και ημερομηνία 20.7.07 η Κυπριακή Δημοκρατία ενεργούσα ως Απαλλοτριούσα Αρχή γνωστοποίησε την απαλλοτρίωση μέρους του κτήματος ο Καθ' ου η αίτηση πρόβαλε ένσταση στην γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης που δημοσιεύθηκε στις 20.7.
  5. Η αρμόδια Υπουργική Επιτροπή απέρριψε την ένσταση του Καθ' ου η αίτηση και ενέκρινε την δημοσίευση του σχετικού διατάγματος απαλλοτρίωσης. Στην συνέχεια δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας με αριθμό 4246 και ημερομηνία 11.7.08 διάταγμα απαλλοτρίωσης ως ατομική διοικητική πράξη με αριθμό 614 η Απαλλοτριούσα Αρχή παρέλειψε να τηρήσει τα χρονοδιαγράμματα και/ή την διαδικασία που προβλέπονται από το άρθρο 7

(2)του Περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Νόμου του 1962, από τώρα και στο εξής «ο Νόμος», και ειδικά της προσφοράς αποζημίωσης μέσα σε περίοδο 14 μηνών από την ημερομηνία δημοσίευσης της γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης. Κατ' επέκταση, το διάταγμα απαλλοτρίωσης θεωρείται ότι έχει εγκαταλειφθεί από την Απαλλοτριούσα Αρχή και η Κυπριακή Δημοκρατία ουδέν δικαίωμα έχει να επεμβαίνει στο κτήμα. Με την αγωγή του ο Καθ' ου η αίτηση αξιώνει από τους Εναγόμενους ως θεραπείες αποζημιώσεις και διατάγματα ένεκα του ότι ως ισχυρίζεται οι Εναγόμενοι στην αγωγή με ενέργειές τους παράνομα επενέβησαν στο κτήμα προκαλώντας ζημίες στον Καθ' ου η αίτηση. Με την Υπεράσπισή του ο Αιτητής παραδέχεται τους ισχυρισμούς του Καθ' ου η αίτηση που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 ανωτέρω. Επιπρόσθετα αναφέρει ότι (α) η διοικητική πράξη (γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης) είχε αριθμό 785, (β) η απαλλοτρίωση κρίθηκε αναγκαία για σκοπούς δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του βόρειου παρακαμπτήριου δρόμου που συνδέει τους κύριους δρόμους Λεμεσού-Πάφου και Πάφου-Πόλης Χρυσοχούς (Λεωφόρος Δημοκρατίας), Β΄ Φάση και (γ) η ένσταση του Καθ' ου η αίτηση υποβλήθηκε την 1.1.
  1. Περαιτέρω, ισχυρίζεται τα ακόλουθα: με την διοικητική πράξη (διάταγμα επίταξης) με αριθμό 794 που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 20.7.07 η επίδικη περιουσία επιτάχθηκε ως αναγκαία για τους σκοπούς του έργου δημόσιας ωφελείας που προνοείτο και στην γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης με αριθμό Διοικητικής Πράξης 785 - 20.7.07 η Απαλλοτριούσα Αρχή σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου και των δυνάμει αυτών γενομένων Κανονισμών απέστειλε στον Καθ' ου η αίτηση και εντός της νενομισμένης προθεσμίας των 14 μηνών από την γνωστοποίηση της απαλλοτρίωσης της 20.7.07 την έντυπη προσφορά της ημερομηνίας 15.9.
  2. Η έντυπη προσφορά απεστάλη με συστημένη επιστολή στην διεύθυνση του Καθ' ου η αίτηση όπως αυτή είχε δηλωθεί στο Κτηματολόγιο από τον ίδιο τον Καθ' ου η αίτηση κατά την διαδικασία μεταβίβασης του κτήματος επ' ονόματί του. Η εν λόγω προσφορά επιστράφηκε στον αποστολέα της σαν «αζήτητη» πλην όμως ο Καθ' ου η αίτηση έλαβε γνώση της προσφοράς προσωπικά παραλαμβάνοντάς την διά χειρός η Απαλλοτριούσα Αρχή ουδέποτε εγκατέλειψε την σκοπούμενη απαλλοτρίωση και ουδέποτε προέβη σε οποιαδήποτε μέτρα προς ανάκλησή της. Τουναντίον, με σειρά ενεργειών και/ή κατασκευαστικών εργασιών προχωρούσε σταδιακά και μελετημένα βάσει χρονοδιαγραμμάτων στην εκτέλεση και συμπλήρωση της υλοποίησης των σκοπών της απαλλοτρίωσης ανεξαρτήτως των πιο πάνω ο Καθ' ου η αίτηση δεν προέβη ούτε και προώθησε οποιοδήποτε ένδικο μέσο για ακύρωση των πιο πάνω αναφερόμενων διοικητικών πράξεων, ήτοι γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης, διατάγματος επίταξης και διατάγματος απαλλοτρίωσης. ο Αιτητής συμπεριλαμβανομένου και του Εναγόμενου 2 στα πλαίσια εκτέλεσης των νομίμων καθηκόντων τους που απορρέουν από τις διοικητικές πράξεις απαλλοτρίωσης εισήλθαν νόμιμα στο κτήμα και καμία παράνομη επέμβαση δεν διέπραξαν σε σχέση με αυτό. ο Καθ' ου η αίτηση προώθησε λανθασμένη και/ή αντικανονική και/ή παράτυπη διαδικασία για διεκδίκηση των ισχυριζόμενων ζημιών του. Οι αξιώσεις του δεν μπορούν να ικανοποιηθούν στα πλαίσια της παρούσης διαδικασίας αλλά μόνο ενώπιον του Δικαστηρίου Καθορισμού Αποζημιώσεων αφού ακολουθηθεί η προβλεπόμενη από τον Νόμο διαδικασία. Με την Υπεράσπισή του ο Αιτητής εγείρει τις ακόλουθες προδικαστικές ενστάσεις: ο Καθ' ου η αίτηση κωλύεται διά διαγωγής και/ή εγγράφων και/ή συμπεριφοράς στην προώθηση της αγωγής η καταχώρηση της αγωγής είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή αντίθετη με την ισχύουσα Νομοθεσία και/ή τους σχετικούς κανονισμούς και ειδικότερα τις διατάξεις του Νόμου και των Περί Δικαστηρίου Καθορισμού Αποζημιώσεων Κανονισμών του 1956 ο Καθ' ου η αίτηση αποκλείεται και/ή εμποδίζεται στην έγερση της αγωγής ενόψει των προνοιών της σχετικής Νομοθεσίας ο Καθ' ου η αίτηση επέλεξε λανθασμένο δικονομικό μέτρο και/ή λανθασμένη διαδικασία για διεκδίκηση των ισχυριζόμενων αξιώσεών του και/ή θεραπειών ο Καθ' ου η αίτηση αντικανονικά και/ή παράτυπα χρησιμοποίησε λανθασμένο όνομα διαδίκου και/ή ανύπαρκτο όνομα διαδίκου και/ή λανθασμένο τίτλο αγωγής κατά παράβαση του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, όπως τροποποιήθηκε. Υπό το φως των πιο πάνω είναι η θέση του Αιτητή ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της αγωγής και/ή στην προώθησή της και ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον του Καθ' ου η αίτηση. Με την Απάντησή του στην Υπεράσπιση του Αιτητή ο Καθ' ου η αίτηση αρνείται όλους τους ισχυρισμούς του Αιτητή που εκτίθενται στην Υπεράσπισή του στον βαθμό που αυτοί έρχονται σε αντίθεση και/ή δεν συνάδουν με τους ισχυρισμούς του Καθ' ου η αίτηση όπως αυτοί εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησής του και συνενώνει με τον Αιτητή τα επίδικα θέματα. Ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: στις 20.7.07 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας με αριθμό 4175 διάταγμα επίταξης με αριθμό Κανονιστικής Διοικητικής Πράξης 794 με το οποίο το κτήμα επιτασσόταν για περίοδο 2 ετών η αρμόδια Υπουργική Επιτροπή απέρριψε την ένσταση του Καθ' ου η αίτηση με επιστολή ημερομηνίας 29.9.08 η οποία απεστάλη στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του Καθ' ου η αίτηση στην οδό Ανδρέα Βλάμη 13, 8025, Πάφος ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η Απαλλοτριούσα Αρχή ετοίμασε έγγραφη προσφορά ημερομηνίας 15.9.08 η οποία απεστάλη στην οδό Βουκουρεστίου 25, 2370, Άγιος Γεώργιος, Άγιος Δομέτιος, Λευκωσία η οποία επιστράφηκε ως αζήτητη ο Καθ' ου η αίτηση ουδέποτε έλαβε γνώση κατά τη διάρκεια της ισχύος των διαταγμάτων απαλλοτρίωσης και επίταξης του περιεχομένου μιας τέτοιας επιστολής και είναι η θέση του ότι αν ο Αιτητής αποδείξει ότι τέτοια επιστολή όντως στάλθηκε αυτή στάλθηκε σε λανθασμένη διεύθυνση. Ο Καθ' ου η αίτηση ουδέποτε είχε την κατοικία του στην οδό Βουκουρεστίου 25, 2370, Άγιος Γεώργιος, Άγιος Δομέτιος, Λευκωσία. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η Απαλλοτριούσα Αρχή ουδέποτε απέστειλε επιστολή προσφοράς εντός του χρόνου που προνοείται από τον Νόμο στην πιο πάνω διεύθυνση και ότι ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός της είναι αναληθής. Εν πάση περιπτώσει ο Καθ' ου η αίτηση αρνείται ότι έλαβε γνώση της προσφοράς εντός του χρόνου που προνοείται από τον Νόμο η ισχύς του διατάγματος απαλλοτρίωσης είχε λήξει στις 20.9.08, ήτοι 14 μήνες μετά την δημοσίευση της γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης, και του διατάγματος επίταξης στις 20.7.
  3. Συνεπώς, κατά τον χρόνο της παράνομης επέμβασης στο κτήμα δεν υπήρχε σε ισχύ οποιοδήποτε διάταγμα απαλλοτρίωσης ή επίταξης σε σχέση με το κτήμα. Επιπλέον, η Απαλλοτριούσα Αρχή παρέλειψε να πληρώσει στον Καθ' ου η αίτηση αποζημιώσεις προκαταβολικά και τοις μετρητοίς προτού οι Εναγόμενοι επέμβουν στο κτήμα. Οι Εναγόμενοι επενέβησαν παράνομα στο κτήμα, το οποίο βρίσκεται στην οδό Ανδρέα Βλάμη 13, 8025, Πάφος, κατά τον μήνα Ιούνιο του 2010 και εξακολουθούν να επεμβαίνουν μέχρι σήμερα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων παρουσίασαν από κοινού γραπτό κείμενο που φέρει τίτλο «ΔΗΛΩΣΗ ΔΙΑΔΙΚΩΝ». Η εν λόγω δήλωση ετοιμάσθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του Αιτητή και αποτελείται από 13 παραγράφους. Από τις 13 παραγράφους μόνο έξι δηλώθηκαν από κοινού ως παραδεκτές ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους. Παρατίθενται τα παραδεκτά γεγονότα: Η επίδικη περιουσία με αριθμό εγγραφής 00/3250688, αριθμός τεμαχίου 608 του Φ/Σχ 45/59, Τμήμα 0, έκτασης 1-217 τετραγωνικά μέτρα στην τοποθεσία Γιοφύρκα που βρίσκεται στην ενορία Αναβαργός του Δήμου Πάφου είναι ιδιοκτησίας του Καθ' ου η αίτηση Για τους σκοπούς της απαλλοτρίωσης δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας η γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης με αριθμό ΚΔΠ 785 ημερομηνίας 20.7.07 Για τους σκοπούς της απαλλοτρίωσης δημοσιεύθηκε επίσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας το διάταγμα απαλλοτρίωσης με αριθμό ΚΔΠ 614 ημερομηνίας 11.7.08 Για τον ίδιο σκοπό δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας το διάταγμα επίταξης με αριθμό ΚΔΠ 794 ημερομηνίας 20.7.07 με ισχύ για δύο χρόνια η ένσταση του Καθ' ου η αίτηση εξετάσθηκε και απορρίφθηκε. Για την απόρριψη της ένστασής του ο Καθ' ου η αίτηση ενημερώθηκε με επιστολή του Υπουργείου Εσωτερικών ημερομηνίας 29.9.08 ο Καθ' ου η αίτηση ουδέποτε προσέβαλε τις διοικητικές πράξεις γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης, διατάγματος απαλλοτρίωσης και διατάγματος επίταξης. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.27, θθ 1-2, Δ.48, θθ. 1-3, 9, την Νομολογία, την πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Όπως ρητά αναφέρεται στο σώμα της τα γεγονότα στα οποία αυτή στηρίζεται φαίνονται στον φάκελο της δικογραφίας, η δε απόφανση επί της προδικαστικής ένστασης που εγείρεται με την Υπεράσπιση του Αιτητή θα θέσει εκτός συζήτησης ολόκληρη την αγωγή. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Καθ' ου η αίτηση. Με 7 λόγους ένστασης οι οποίοι εκτίθενται στο σώμα της Ειδοποίησης Ένστασης σύμφωνα με την Δ.48, θ.4 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας ο Καθ' ου η αίτηση ενίσταται στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η Ειδοποίηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της Μάρθας Αρκαδίου, υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Καθ' ου η αίτηση. Παρατίθενται οι λόγοι ένστασης: Η προδικαστική ένσταση που εγείρεται στην παράγραφο 1 της Υπεράσπισης του Αιτητή δεν μπορεί να αποφασισθεί προδικαστικά γιατί μόνο καθαρά σημεία πρέπει να εκδικάζονται στην βάση της Δ.27, θ.1 ενώ όπου υπάρχει υπόθεση μικτού νομικού και πραγματικού θέματος ή μόνο πραγματικού αυτό θα πρέπει να εκδικάζεται στην βάση της Δ.33 Ο Αιτητής επέδειξε τέτοια αδράνεια, αδιαφορία ή καθυστέρηση που δεν δικαιούται στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος ο Αιτητής χρησιμοποιεί τις διαδικασίες του Δικαστηρίου καταχρηστικά η αξιωμένη θεραπεία δεν είναι γνήσια, είναι πρόδηλα και εμφανέστατα κακόπιστη και σκοπεύει στην παρέλκυση της δικαστικής διαδικασίας δεν εκτίθεται στην υπό κρίση αίτηση οποιοσδήποτε νομικός και/ή πραγματικά έγκυρος λόγος που να αιτιολογεί την απόδοση της αιτούμενης θεραπείας η υπό κρίση αίτηση στερείται ορθής νομικής βάσης και δεν αναφέρεται στο ορθό νομικό πλαίσιο το οποίο να επιτρέπει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος σε περίπτωση συνύπαρξης και των κατάλληλων γεγονότων που δυνατόν να δικαιολογούσαν την έκδοσή του. Τα ουσιώδη σημεία από την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση είναι τα ακόλουθα: Αναφορικά με τις προδικαστικές ενστάσεις υπό παραγράφους 2-4 εγείρονται δύο βασικά θέματα τα οποία «εξαρτώνται από τα γεγονότα της υπόθεσης και για τα οποία πρέπει να προσκομισθεί μαρτυρία από τους διαδίκους πριν το Δικαστήριο εκδώσει την απόφασή του γιατί εγείρονται θέματα μεικτών νομικών και πραγματικών θεμάτων». Αυτά είναι τα ακόλουθα: συνεπεία της μη τήρησης των χρονοδιαγραμμάτων που προβλέπονται από τα άρθρα 7
(2)και 8
(1)του Νόμου και ειδικά της μη διαπραγμάτευσης και της μη προσφοράς αποζημίωσης μέσα σε περίοδο 14 μηνών από την ημερομηνία δημοσίευσης της γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης το διάταγμα απαλλοτρίωσης έχει σύμφωνα με τον Καθ' ου η αίτηση εγκαταλειφθεί από την Απαλλοτριούσα Αρχή και δεν έχει πλέον ισχύ ο Αιτητής και ο Εναγόμενος 2 δεν είχαν απολύτως κανένα δικαίωμα να επέμβουν στο κτήμα αφ' ης στιγμής δεν του είχε καταβληθεί αποζημίωση ή δεν είχε καταβληθεί αποζημίωση στο Κτηματολόγιο για λογαριασμό του και δεν υπήρχε σε ισχύ διάταγμα επίταξης. Σημειώνεται, όμως, ότι κανένα από τα δύο πιο πάνω σημεία δεν είναι δικογραφημένο. Δεν αποτελούν μέρος της βάσης της αγωγής και, επομένως, δεν μπορούν να εξετασθούν στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης. Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Αιτητή και του Καθ' ου η αίτηση με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ πρώτα με το θέμα της ισχυριζόμενης καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης. Όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης ο Αιτητής καταχώρησε την Υπεράσπισή του στις 14.10.10 και ο Καθ' ου η αίτηση την Απάντησή του στην Υπεράσπιση του Αιτητή στις 21.10.
  1. Μετά από γραπτή παράκληση εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση ημερομηνίας 26.10.10 για ορισμό της αγωγής για οδηγίες και για τους δύο Εναγόμενους αφού μέχρι τότε είχαν κλείσει τα δικόγραφα για όλους τους διαδίκους η αγωγή ορίσθηκε από το Δικαστήριο για οδηγίες στις 16.12.
  2. Στις 16.12.10 οι συνήγοροι ζήτησαν ημερομηνία ακρόασης οπότε το Δικαστήριο όρισε την αγωγή για ακρόαση στις 17.5.
  3. Στις 21.3.11 εκδόθηκε διάταγμα τροποποίησης του τίτλου της αγωγής με την διαγραφή του τότε Εναγόμενου 1, ήτοι του Τμήματος Δημοσίων Έργων, και της αντικατάστασής του με τον υφιστάμενο Εναγόμενο 1, ήτοι τον Αιτητή. Ακολούθησε στις 24.3.11 η καταχώρηση του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος και στις 30.3.11 η καταχώρηση της Υπεράσπισης του Εναγόμενου 2 στο τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα. Ο Αιτητής αρκέσθηκε στην Υπεράσπιση που είχε καταχωρηθεί εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα στις 14.10.
  4. Στις 17.5.11 η ακρόαση αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου. Επαναορίσθηκε για ακρόαση αρκετές φορές και συγκεκριμένα στις 23.11.11, 30.3.12, 4.10.12, 18.1.13, 28.5.13 και 24.10.
  5. Κάθε φορά, όμως, αναβάλλονταν για διάφορους λόγους. Στις 24.10.13 η αγωγή ορίσθηκε για οδηγίες και περιορισμό των επίδικων θεμάτων στις 3.12.
  6. Στην συνέχεια η υπόθεση ορίσθηκε επανειλημμένα για οδηγίες και συγκεκριμένα στις 15.1.14, 19.2.14 και 19.3.14 με σκοπό να ετοιμασθεί κατάλογος παραδεκτών γεγονότων από την ευπαίδευτη συνήγορο του Αιτητή και να εγκριθεί από τους συνηγόρους των υπόλοιπων διαδίκων. Στις 19.3.14 το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για ακρόαση στις 4.6.14 η οποία, όμως, ανεβλήθη για τον λόγο ότι στο ενδιάμεσο και συγκεκριμένα στις 4.4.14 καταχωρήθηκε η υπό κρίση η οποία και ανέτρεψε τον προγραμματισμό της υπόθεσης. Στην υπόθεση Ελευθερία Κουμουλή ν. Michael Yasmingh
(1999)1 ΑΑΔ 323 λίγες μέρες πριν από την ακρόαση αγωγής για γενικές και ειδικές αποζημιώσεις η ενάγουσα καταχώρησε αίτηση για τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος ώστε να προστεθούν οι τριτοδιάδικοι ως εναγόμενοι 2 και 3 επιπρόσθετα του εναγομένου 1. Υπήρξε ένσταση και η αίτηση ορίσθηκε την ημέρα της ακρόασης της αγωγής. Οι δικηγόροι των διαδίκων όπως και το ίδιο το Δικαστήριο αναγνώρισαν την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει ακύρωση της διαδικασίας τριτοδιαδίκου δυνάμει της Δ.10 θ.7
(3)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε, όμως, την αίτηση για ένα και μοναδικό λόγο, ήτοι την μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης. Η ενάγουσα εφεσίβαλε την πρωτόδικη απόφαση. Η έφεση απερρίφθη. Παρατίθεται απόσπασμα από την σελίδα 35 της απόφασης του Εφετείου ενδεικτικό της στάσης της Νομολογίας αναφορικά με το υπό συζήτηση ζήτημα: «Η πρωτόδικος δικαστής ... έκανε δε αναφορά και στη σχετική αγγλική νομολογία που άπτεται του ανάλογου διαδικαστικού Κανόνα. Απέρριψε όμως την αίτηση για ένα μόνο λόγο. Έκρινε πως υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώριση της, στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας, αλλά και του γενικού κανόνα πως ο διάδικος οφείλει να επιδεικνύει επιμέλεια και ταχύτητα στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του, έτσι που να μην επηρεάζονται δικαιώματα και συμφέροντα άλλων εμπλεκομένων στη διαφορά. Η δικαστής επισημαίνει πως το δυστύχημα έγινε στις 2.10.94 και η αγωγή καταχωρίστηκε στις 30.3.95. Η αίτηση για οδηγίες, αναφορικά με τη διαδικασία τριτοδιαδίκου καταχωρίστηκε από τον εναγόμενο στις 10.1.96, ο δε δικηγόρος της εφεσείουσας συγκατατέθηκε στην έκδοση τους. Η υπό συζήτηση αίτηση καταχωρίστηκε στις 27.2.98, δυο χρόνια δηλαδή μετά και ορίστηκε από το πρωτοκολλητείο στις 13.3.98, ημέρα κατά την οποία η αγωγή εκκρεμούσε για ακρόαση, μετά από πολλές αναβολές. Τα γεγονότα που οδήγησαν στην αγωγή ήσαν πάντοτε γνωστά στην εφεσείουσα, και τίποτε δεν είχε μεταβληθεί μέχρι της ημέρας που καταχώρισε την επίδικη αίτηση. Το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας των πρωτοδικών Δικαστηρίων, και μόνο όπου τούτο δικαιολογείται, με κυρίαρχο γνώμονα την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, στα πλαίσια βέβαια του νόμου, των δικονομικών κανόνων, και του ισοζυγίου των συμφερόντων των διαδίκων. Έχουμε τη γνώμη πως η απόφαση της πρωτόδικης δικαστού είναι απόλυτα ορθή. Η κρίση της λειτούργησε μέσα στο εύρος της διακριτικής της ευχέρειας». Στην Αγγλική υπόθεση Astrovlanis Compania Naviera v. Linard
(1972)2 All E R 647 η Υπεράσπιση καταχωρήθηκε τον μήνα Ιανουάριο και τα δικόγραφα έκλεισαν τον Φεβρουάριο του ιδίου έτους. Τον Ιούλιο του ιδίου έτους ορίσθηκε δικάσιμος για τις 28 Φεβρουαρίου του επόμενου έτους. Στις 17 Φεβρουαρίου, ήτοι 11 ημέρες πριν την δίκη, οι ενάγοντες αιτήθηκαν για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες. Η αίτηση απορρίφθηκε και οι ενάγοντες εφεσίβαλαν την απόφαση. Το Αγγλικό Εφετείο (Court of Appeal) απέρριψε την έφεση για τον λόγο ότι η αίτηση υποβλήθηκε πολύ καθυστερημένα. Ο Δικαστής Edmund Davies Lord Justice ανέφερε ότι η αίτηση έπρεπε να είχε υποβληθεί πολύ ενωρίτερα. Συν τοις άλλοις, κανένα λόγο δεν πρόβαλαν οι ενάγοντες που να δικαιολογεί την μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της. Υπό το φως των ανωτέρω ο πιο πάνω Δικαστής έκρινε, ότι οι ενάγοντες ήταν ένοχοι μεγάλης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης και ότι ο παράγοντας αυτός ήταν από μόνος του ικανός για να απορριφθεί η έφεση. Αν επιτρεπόταν η έφεση υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να χαθεί η ημερομηνία της δίκης με όλες τις συνεπακόλουθες για τους εναγόμενους συνέπειες ως προς τα έξοδα και την ταλαιπωρία. Με την πιο πάνω απόφαση του Δικαστή Edmund Davies Lord Justice συμφώνησαν τόσο ο Δικαστής που προέδρευε της σύνθεσης, ήτοι ο Λόρδος Denning, Master of the Rolls, και ο Δικαστής Stephenson Lord Justice. Είναι σημαντικό να αναφερθεί, ότι η έφεση δεν επιτράπηκε παρόλο που κατά πλειοψηφία είχε κριθεί ότι οι ενάγοντες δικαιούνταν στις αιτούμενες λεπτομέρειες. Από το ιστορικό της υπόθεσης που πιο πάνω παρατέθηκε προκύπτει ότι ενώ τα δικόγραφα έκλεισαν τον Οκτώβριο του 2010 η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 4.4.14, ήτοι 3 χρόνια και πλέον αργότερα, και αφού η αγωγή ορίσθηκε επανειλημμένα για ακρόαση. Ακόμα και αν δεχθώ ότι η υπό κρίση αίτηση θα μπορούσε να καταχωρηθεί μόνο μετά την έκδοση του διατάγματος τροποποίησης ημερομηνίας 21.3.11 και πάλι ο χρόνος που παρήλθε από τότε μέχρι την ημερομηνία που καταχωρήθηκε είναι πολύ μεγάλος για να μπορεί να αγνοηθεί. Στην υπόθεση Ιωάννη Νικόλα Χ΄΄Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 949 λέχθηκε ότι η αίτηση για προδικαστική εκδίκαση πρέπει να καταχωρείται κατά τον χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προδικαστική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στο στάδιο των οδηγιών (summons for directions). Η στάση η οποία επέδειξε ο Αιτητής με προεξάρχοντα το χρονικό σημείο στην διαδικασία κατά το οποίο η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε και με δεδομένο το ιστορικό της υπόθεσης κρίνεται αρκετό για να κριθεί ο Αιτητής υπόλογος για σημαντική καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και η υπό κρίση αίτηση για τον λόγο αυτό να είναι έκθετη σε απόρριψη αφού συν τοις άλλοις κανένας ικανοποιητικός λόγος δεν προβλήθηκε από τον Αιτητή που να δίδει εξήγηση για την διαπιστωθείσα καθυστέρηση. Το ότι ο Αιτητής ανέμενε την απόφαση του Εφετείου στην έφεση που ασκήθηκε από τον Καθ' ου η αίτηση εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου να αρνηθεί να εκδώσει παρεπίμπτον διάταγμα σε σχετική αίτηση του Καθ' ου η αίτηση δεν αποτελεί ικανοποιητικό λόγο για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Δεν το θεωρώ λογικό από την μια ο Αιτητής με την Υπεράσπιση του να εγείρει προδικαστικές ενστάσεις και από την άλλη να αναμένει απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου για να πεισθεί ότι οι προδικαστικές του ενστάσεις ευσταθούν. Θεωρώ ότι υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων δεν αφήνονται περιθώρια άλλα στο Δικαστήριο από του να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια εναντίον του Αιτητή. Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να έχει παρά απορριπτική κατάληξη. Σε περίπτωση, όμως, που λανθάνομαι στην πιο πάνω κρίση μου θα προχωρήσω να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση επί της ουσίας. Οι θεσμοί 1 και 2 της Διάταξης 27 προνοούν τα ακόλουθα (σε ελεύθερη μετάφραση): «1. Οιοσδήποτε διάδικος θα δικαιούται να εγείρει με τα δικόγραφά του οιονδήποτε νομικό σημείο και οιονδήποτε σημείο που εγείρεται με τον τρόπο αυτό θα αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο ήθελε φανεί στο Δικαστήριο βολικό 2. Αν κατά την γνώμη του Δικαστηρίου η απόφαση επί του νομικού αυτού σημείου ουσιαστικά κρίνει όλη την αγωγή ή οποιοδήποτε συγκεκριμένο αγώγιμο δικαίωμα, βάση υπεράσπισης, ανταπαίτησης ή απάντησης σε αυτή το Δικαστήριο δύναται να απορρίψει την αγωγή ή να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ήθελε κριθεί δίκαιο». Στην υπόθεση Anastasia C. Hambou v. Andreas Thoma
(1987)1 CLR 370 λέχθηκε ότι ο σκοπός της Διάταξης 27 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας είναι η εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων στις περιπτώσεις εκείνες όπου ο καθορισμός προδικαστικά ενός νομικού σημείου θα κρίνει ουσιαστικά όλη την υπόθεση ή ένα ουσιώδες ζήτημα με αποτέλεσμα να καθίσταται αχρείαστο για το Δικαστήριο να ακούσει μαρτυρία επί οιωνδήποτε πραγματικών γεγονότων. Στην υπόθεση Toulla G. Malachtou v. Christodoulos K. Armefti and Another
(1984)2 CLR 548 λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 550-551: «In the case of Overseas Shipping & Forwarding Co. of Lebanon v. Kappa Shipping Co. Ltd. and others
(1977)1 C.L.R. 248 it was held by a Judge of this Court (on the issue of jurisdiction) that "it is true that such an order.................. should be made only in aspect of matters on which no further light would be thrown at the trial (Isaacs & Sons Ltd. v. Cook [1925] 2 K.B, 391 applied in Taverner v. Glamorgan County Council [1941] 57 T.L.R. 243) nor should such an order be made where these are facts in dispute". This Court after repeatedly drawing the attention on the procedure to be followed in respect of points of law raised under Order 27, rule 1 (vide: The heirs of the late Theodora Panayi v: The Administrator of Estate of the late Stylianos Mandriotis
(1963)2 C.L.R. 167 at p. I70 and Maroulla Athanassi Michaelides v. Pinelopi HjiMichael Diakou
(1968)1 C.L.R. 392) laid down in the case of Michael PapaMichael v. Klitos Chaholiades
(1970)1 C.L.R. 305 that only pure points of law should be dealt with under the provisions of Order 27, rule 1 whilst cases of mixed law and fact or fact alone should be tried under Order
  1. This is the relevant extract from page 309 of the report: "We must say that we find the procedure followed in this case rather unorthodox. If it was a preliminary point of law then the provisions of Order 27 should have been followed............... If it was a question of mixed law and fact, or a question of fact alone, the trial Judge should have followed the procedure laid down in Order 33 regarding the hearing of the action................". Our Order 27, rule I is similar to Order 25, rule 2 of the Rules of the Supreme Court in England as they were in force before
  2. (Now the corresponding rule in England is rule 11 of Order 18 read together with rules 3 and 4
(2)of Order 33). In the Annual Practice 1953 Vol. 1 at p. 418 we read the following in respect of the English Order 25, rules 2 and 3 under the heading Scope of Rules. "The Court is not justified under the above Rules, even with the consent of the parties, in deciding abstract questions of law raised by the pleadings. Its function is 'to decide questions of law when arising between the parties as the result of a certain state of facts"'. (Stephenson, Blake & Co. v. Grant Legros & Co. 86 L.J. Ch. 439—Glasgow Navigations Co. v. Iron Ore Co. [1910] A.C. 293). In the case of Stephenson, Blake & Co., v. Grant Legros & Co. (supra) upon appeal on a dismissal of an application for the determination of six points of law under Order XXV, rules 2 and 3, the Court of Appeal refused to decide the questions of the law as to copyright and designs raised as points of law, leaving the action to go to trial in the ordinary way; Warrington L.J. stated inter alia the following: "....The function of the Court is not to decide abstract questions of law, but to decide questions of law when arising between the parties as the result of a certain state of facts...." (vide p. 444 of the report). The establishment with certainty of the state of facts from which there emerges the necessity of a preliminary decision of a point of law under Order 27, rule 1, is invariably a "sine qua non" element in all Cyprus authorities and in the vast majority of English cases to which we have looked for guidance. .......................................................................................................................... Only pure issues of law should be dealt with under Order 27, rule 1, which if decided in one way are going to be decisive of litigation between the parties; and the factual substratum thereof must not be in dispute. The Court called upon to decide a preliminary point of law should first know the undisputed facts giving, rise to the legal issues he is invited to resolve. If the facts are not settled the best course is to proceed under Order 33 i.e. the hearing of the whole action. A decision under Order 27, rule 1 when the facts are not settled will inevitably lead to declarations in abstracto or to use the wording in the case of Georgallides (supra) to decide academic questions something impermissible and quite outside the task entrusted to the Courts». Στην Bauer Spezial Tienfbau Gmbh και Άλλοι ν. Divnogorsk Shipping Co Ltd, Αγωγή Ναυτοδικείου με αριθμό 193/92, κρίθηκε ότι ο Κανονισμός 89 των Θεσμών Ναυτοδικείου, αν και διαφορετικά διατυπωμένος από την Δ.27, θ. 1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, εφαρμόζεται στις ίδιες περιπτώσεις που εφαρμόζεται και η Διάταξη 27, δηλαδή, μόνο εκεί όπου εγείρεται καθαρό νομικό σημείο που μπορεί να διεκπεραιώσει ολόκληρη την αγωγή. Με βάση τα πιο πάνω κρίθηκε ότι ο Κανονισμός 89 δεν είχε εφαρμογή στην πιο πάνω περίπτωση, αφού η απόφαση για τα προκαταρκτικά θέματα συνεπαγόταν κρίση μαρτυρίας και αφορούσε νομικά θέματα που ήταν περίπλοκα και αμφισβητούμενα. Ενδεικτικό για το εύρος του πιο πάνω Κανονισμού και κατ' επέκταση, της Διάταξης 27 που μας ενδιαφέρει είναι το απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση που ακολουθεί: «Όμως ενώ υπάρχει τέτοια δικαιοδοσία, δεν θεωρώ ότι η παρούσα θα ήταν πρέπουσα περίπτωση εφαρμογής του Κανόνα 89. Η νομολογία δείχνει μάλλον ότι, ο Κανόνας 89, παρά τη διατύπωσή του, ερμηνεύεται ουσιαστικά με τον ίδιο τρόπο που ερμηνεύεται η Δ.25 θ.2 και η Δ.27 θ.1, δηλαδή σαν εφαρμοζόμενος μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες εγείρονται καθαρά και αποκλειστικά νομικά σημεία και όχι θέματα τα οποία αφορούν γεγονότα ή ανάμεικτα γεγονότα και νομικά σημεία. Και αν ακόμα δηλαδή το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει προδικαστικά θέματα γεγονότων όπως προκύπτει από τη διατύπωση του Κανόνα 89, η δικαιοδοσία αυτή δεν φαίνεται να εφαρμόζεται στις περιπτώσεις στις οποίες τα γεγονότα τα οποία επιδιώκεται να εκδικασθούν προδικαστικά δεν είναι απλά αλλά είναι περίπλοκα και εξαρτώνται από την προσαγωγή και αξιολόγηση εκτεταμένης μαρτυρίας, τοσούτω μάλλον όταν είναι ανάμεικτα με περίπλοκα και αβέβαια νομικά θέματα. Μάλιστα ακόμα και αποκλειστικά νομικά σημεία τα οποία δεν είναι απλά και καθαρά αλλά περίπλοκα και ασαφή δεν θεωρούνται κατάλληλα για προδικαστική ένσταση. Στην υπόθεση Overseas Shipping & Forwarding Co of Lebanon v. Kappa Shipping Co Ltd and Others
(1977)1 C.L.R. 248, ο Δικαστής Α. Λοΐζου (όπως ήταν τότε) αν και αναγνώρισε τη διαφορά διατύπωσης μεταξύ του Κανόνα 89 και της Δ.25 θ.2 και Δ.27 θ.1, είπε τα εξής στη σελίδα 252: "It is true that such an order should not be made in respect of matters which, on account of their nature, factual or legal, have to be decided at the trial and should be made only in respect of matters "on which no further light would be thrown at the trial". (See Isaacs & Sons Ltd. v. Cook [1925] 2 K.B. p. 391, applied in Taverner v. Glamorgan County Council [1941] 57 T.L.R. 243). "Nor should such an order be made where there are facts in dispute". Παρατηρώντας ότι στην υπόθεση ενώπιόν του δεν υπήρχαν αμφισβητούμενα γεγονότα παρά μόνο θέμα δικαιοδοσίας επί των γεγονότων όπως διατυπώνονταν στα δικόγραφα, και περαιτέρω ότι η νομική θέση πάνω στο θέμα της δικαιοδοσίας ήταν καθαρά διατυπωμένη και χωρίς αβεβαιότητες ή ασάφειες, ο Δικαστής Λοΐζου θεώρησε την περίπτωση πρέπουσα περίπτωση εφαρμογής του Κανόνα
  1. Η προσέγγιση του στο θέμα φαίνεται και από την αναφορά την οποία έκαμε στη σχετική νομολογία σε σχέση και με τη Δ.25 θ.
  2. Την ίδια προσέγγιση υιοθέτησε ο ίδιος Δικαστής και στην υπόθεση Δ. Νικολάου & Υιοί Λτδ ν. Compania Espanola de Laminaction S.A., A.N. 31/88, ημερ. 14.10.1989, όπου αποφάσισε, όπως το έθεσε στις σελίδες 3 - 4: "... ότι υπάρχει διαφωνία ως προς τα πραγματικά γεγονότα που δεν μπορεί και δεν είναι ορθό να αποφασιστεί από το Δικαστήριο σε μια αίτηση της φύσης όπως είναι η παρούσα με βάση τις ενόρκους δηλώσεις και/ή τη φωτοτυπία του πιστοποιητικού εγγραφής του πλοίου, αλλά είναι θέμα προσαγωγής και ακροάσεως αποδεκτής, κατά τον περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9 μαρτυρίας, σε ακροαματική διαδικασία." Επιπλέον υπάρχει και διαφωνία ως προς τις νομικές αρχές που διέπουν την υπόθεση..." Και συνέχισε στις σελίδες 4 - 5: "Έχει καθιερωθεί από τη νομολογία μας ότι εφόσον υπάρχουν διαφορές ως προς τα νομικά και πραγματικά θέματα - και στην υπόθεση εκείνη υπήρχαν τέτοιες διαφορές σχετικά με τη φορτωτική και τη συμφωνία μεταφοράς του φορτίου, όπως και εδώ - οι διαφορές πρέπει να εκδικάζονται και αποφασίζονται από το Δικαστήριο κατά την ακρόαση της αγωγής και όχι σε ενδιάμεσο στάδιο όπου η μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου είναι οι ένορκοι δηλώσεις." Βασιζόμενος στα πιο πάνω και αναφερόμενος και στην υπόθεση Overseas Shipping (ανωτέρω) όπως και στην αντίστοιχη ερμηνεία της Δ.27 θ.1 στη νομολογία, κατάληξε στο συμπέρασμα, όπως το έθεσε στη σελίδα 5, ότι: "Στις υποθέσεις αυτές έχει καθιερωθεί ότι για να εξαρτηθεί η τύχη μιας διαδικασίας σε προκαταρκτικό στάδιο πρέπει τα πραγματικά γεγονότα να μην αμφισβητούνται και το μόνο που να παραμένει στο Δικαστήριο για απόφαση να είναι το νομικό ή τα νομικά σημεία. Στην υπό εξέταση υπόθεση μιας και το επίδικο θέμα της αίτησης μας δεν είναι καθαρά νομικό αλλά μειχτό πραγματικό και νομικό, ο θεσμός 89 δεν έχει εφαρμογή." Η απλή παράθεση των θέσεων των δύο πλευρών στην αίτηση ενώπιον μου δείχνει πόσο ανάρμοστη θα ήταν η εφαρμογή του Κανόνα 89 στην προκείμενη περίπτωση. Τόσο η πρώτη όσο και η τρίτη προδικαστική ένσταση συναρτώνται με περίπλοκα γεγονότα τα οποία είναι υπό καίρια αμφισβήτηση και για τα οποία αναμένεται λογικά ότι θα δοθεί αρκετή μαρτυρία και θα υπάρξει σοβαρή επιχειρηματολογία αξιοπιστίας και ερμηνείας τους. Επιπλέον, τα εγειρόμενα θέματα φαίνονται να έχουν και ευάριθμες νομικές προεκτάσεις ασαφούς και αβέβαιας έκβασης. Μάλιστα παρατηρώ ότι αν και τα εγειρόμενα θέματα αναφέρονται σαν προδικαστικές ενστάσεις, είναι φανερό από τα δικόγραφα ότι στην πραγματικότητα αποτελούν την ουσία της υπόθεσης και της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, αφού τα γεγονότα και νομικά σημεία τα οποία αφορούν τις προδικαστικές ενστάσεις είναι τα θέματα στα οποία επικεντρώνονται τα δικόγραφα. Η δεύτερη προδικαστική ένσταση, αν και φαίνεται να αναφέρεται μάλλον σε νομικά σημεία, εντούτοις δεν είναι ανεξάρτητη από γεγονότα, ιδιαίτερα όσον αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες διαμορφώθηκε η σχέση των μερών, και μάλιστα σημειώνω ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί των Εναγόντων στην Αναφορά (παρ. 1) τυγχάνουν άρνησης εκ μέρους των Εναγομένων στην Απάντηση τους (παρ. 4). Κυρίως όμως, όπως διαφαίνεται από την εκτεταμένη νομολογία στην οποία αναφέρθηκαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, η νομική πλευρά του εγειρόμενου θέματος, όπως και των νομικών θεμάτων τα οποία εγείρονται σε σχέση με τις άλλες ενστάσεις, δεν είναι καθόλου καθαρή αλλά μάλλον περίπλοκη και ασαφής. Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι τα εγειρόμενα στις προδικαστικές ενστάσεις θέματα δεν είναι αρμόζοντα για προδικαστική εκδίκαση. Η προδικαστική εκδίκαση τους θα ισοδυναμούσε με την ουσιαστική εκδίκαση της αγωγής χωρίς να επιτυγχάνει τα οφέλη της εξοικονόμησης χρόνου και εξόδων τα οποία επιδιώκονται με την προδικαστική εκδίκαση θεμάτων ορθώς νοούμενη». Τέλος, στην υπόθεση Ιωάννη Νικόλα Χ΄΄Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 949 λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελίδα 956: «Οι αρχές που διέπουν την προκαταρτική εκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στις έγγραφες προτάσεις, έχουν νομολογηθεί. (Βλ., μεταξύ άλλων, Costas Mavromoustaki ν. Iacovos N. Yeroudes as Executor of the Will of the deceased Spyros Michaelides
(1065)1 CLR 176, Maroulla Athanassi Michaelides (Wife of Aristotelis Gregoriades) v. Pinelopi HjiMichael Diakou
(1968)1 CLR 392, Michael v. United Sea Transport
(1981)1 CLR 322). Οι αρχές αυτές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Sammons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα». Αναφορικά με τις προδικαστικές ενστάσεις υπό παραγράφους 1 και 5 θα πρέπει να σημειωθεί ότι αυτές είναι αόριστες, δεν διασαφηνίσθηκαν με την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Αιτητή και, κατ' επέκταση, δεν προωθήθηκαν. Για τον λόγο αυτό θεωρώ ότι δεν παρέχεται περιθώριο εξέτασής τους. Οι υπόλοιπες προδικαστικές ενστάσεις είναι επάλληλες και ουσιαστικά εστιάζουν στο ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν νομιμοποιείται να εγείρει και/ή να προωθεί την παρούσα αγωγή ένεκα του ότι το ορθό διάβημα που έπρεπε να λάβει για διεκδίκηση των αξιώσεών του είναι ως αναφέρει η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή στην αγόρευσή της η προσβολή των διοικητικών πράξεων απαλλοτρίωσης, προδήλως, με προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή η καταχώρηση παραπομπής ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου. Το δεύτερο σκέλος της εισήγησης απορρίπτεται χωρίς συζήτηση αφ' ης στιγμής ό,τι ο Καθ' ου η αίτηση αξιώνει είναι αποζημιώσεις για ζημιές οι οποίες προκλήθηκαν από ισχυριζόμενη παράνομη επέμβαση στο κτήμα και όχι αποζημιώσεις για την αξία του κτήματος που απαλλοτριώθηκε ένεκα της απαλλοτρίωσης. Αναφορικά με το πρώτο σκέλος που είναι και το σημαντικότερο θεωρώ ευθύς εξ' αρχής σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιες τις πρόνοιες του άρθρου 7 του Νόμου: «
(1)Καθ' οιονδήποτε χρόνον μετά την δημοσίευσιν γνωστοποιήσεως απαλλοτριώσεως και προ της πληρωμής ή καταθέσεως της αποζημιώσεως ως προβλέπεται εν τω παρόντι Νόμω, η απαλλοτριούσα αρχή δύναται διά διατάγματος δημοσιευομένου εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας, ν' ανακαλέση την τοιαύτην γνωστοποίησιν και παν δημοσιευθέν σχετικόν διάταγμα, είτε γενικώς είτε ειδικώς αναφορικώς προς την εν τούτω αναφερομένην ιδιοκτησίαν ή μέρος ιδιοκτησίας· επί τούτω η επομένη της τοιαύτης γνωστοποιήσεως ή διατάγματος απαλλοτριώσεως διαδικασία ατονεί, και η απαλλοτρίωσις λογίζεται ως εγκαταλειφθείσα είτε γενικώς είτε αναλόγως της περιπτώσεως, αναφορικώς προς την τοιαύτην ειδικήν ιδιοκτησίαν ή μέρος ιδιοκτησίας.
(2)Εάν το διάταγμα απαλλοτριώσεως το αφορών εις ιδιοκτησίαν ή μέρος ιδιοκτησίας, αναφερομένης εν τινι γνωστοποιήσει απαλλοτριώσεως, δεν δημοσιευθή εντός δώδεκα μηνών από της δημοσιεύσεως της τοιαύτης γνωστοποιήσεως εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας, ή,εάν εντός δεκατέσσερα μηνών από της δημοσιεύσεως της τοιαύτης γνωστοποιήσεως εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας δεν προσφερθή η υπολογισθείσα αποζημίωσις, η επομένη της τοιαύτης γνωστοποιήσεως διαδικασία ατονεί και η σκοπουμένη απαλλοτρίωσις αναφορικώς προς την τοιαύτην ιδιοκτησίαν ή μέρος της ιδιοκτησίας λογίζεται ως εγκαταλειφθείσα.
(3)Εις περιπτώσεις καθ' ας η απαλλοτρίωσις ιδιοκτησίας ή μέρους ιδιοκτησίας λογίζεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)ή
(2)ως εγκαταλειφθείσα, η απαλλοτριούσα αρχή καταβάλλει εις παν πρόσωπον ενδιαφερόμενον περί την τοιαύτην ιδιοκτησίαν άπαντα τα έξοδα, άτινα ούτος υπέστη ευλόγως από της δημοσιεύσεως της γνωστοποιήσεως απαλλοτριώσεως και συνεπεία της τοιαύτης γνωστοποιήσεως, ή του τυχόν δημοσιευθέντος οικείου διατάγματος απαλλοτριώσεως. Εν περιπτώσει διαφωνίας ως προς το ως ανωτέρω καταβλητέο ποσόν, το τοιούτον ποσόν καθορίζεται υπό του δικαστηρίου. Φαίνεται ότι οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου δεν είναι επιτακτικές και, επομένως, αυτές παρέχουν απλά διακριτική ευχέρεια στην Απαλλοτριούσα Αρχή να ανακαλέσει ή όχι το διάταγμα απαλλοτρίωσης. Στην βάση της πιο πάνω κρίσης ακολουθεί ότι η παράλειψη της Απαλλοτριούσας Αρχής να ενεργήσει με βάση το πιο πάνω άρθρο δεν συνιστά παράλειψη που υπόκειται σε προσφυγή με το άρθρο 146 του Συντάγματος ώστε ένεκα της παράλειψης αυτής να μπορεί να εξετασθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο η νομιμότητα της διοικητικής πράξης, ήτοι της πράξης απαλλοτρίωσης. Στην προσφυγή Νίκη Μαραγκού κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας 837/96, 23.12.1998 η απαλλοτρίωση αφορούσε στην ανέγερση κυβερνητικών επαρχιακών γραφείων στη Λευκωσία, έργο που φάνηκε να εγκαταλείπεται αφού η Βουλή των Αντιπροσώπων δεν είχε εγκρίνει το αναγκαίο κονδύλι. Το αίτημα των αιτητριών για ανάκληση της γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης δεν είχε απαντηθεί. Η προσφυγή που έγινε εναντίον τόσο της μη ανάκλησης της απαλλοτρίωσης όσο και της άρνησης απάντησης στο σχετικό αίτημα, έγινε δεκτή μόνο αναφορικά με το δεύτερο σκέλος. Προσφυγή εναντίον παράλειψης μπορεί να ασκηθεί μόνο στην περίπτωση που η διοίκηση έχει υποχρέωση να ενεργήσει με συγκεκριμένο τρόπο και όχι στην περίπτωση που έχει διακριτική εξουσία για τον τρόπο με τον οποίο θα ενεργήσει. Στην υπόθεση Δήμος Λάρνακας ν. Mobil Oil Cyprus Ltd
(1995)3 ΑΑΔ 400 λέχθηκε ότι: «Παράλειψη διοικητικού οργάνου να εκπληρώσει καθήκον υπόκειται σε αναθεώρηση μόνο όπου αυτή συνίσταται στη μη εκπλήρωση θετικής υποχρέωσης την οποία επιβάλλει ο Νόμος». Από την άλλη, ενδεχομένως να τίθεται θέμα αντισυνταγματικότητας του άρθρου 7
(2)του Νόμου αφ' ης στιγμής αποκλειστική δικαιοδοσία για ακύρωση διοικητικής πράξης έχει σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος το Ανώτατο Δικαστήριο, ενώ όπως από τις θέσεις του Καθ' ου η αίτηση προκύπτει οι πρόνοιες του άρθρου 7
(2)του Νόμου ισοδυναμούν με αυτοδίκαιη ακύρωση της διοικητικής πράξης. Πάντως από όλα τα πιο πάνω διαφαίνεται ότι το πιο πάνω νομικό σημείο δεν είναι ένα απλό σημείο. Υπό το φως όλων των πιο πάνω οι προδικαστικές ενστάσεις δεν μπορούν να πετύχουν. Αφ' ης στιγμής παραμένει αμφισβητούμενο αν η Απαλλοτριούσα Αρχή προσέφερε την αποζημίωση στον Καθ' ου η αίτηση εντός της νενομισμένης προθεσμίας το σημείο με το οποίο αυτές καταπιάνονται δεν ανάγεται σε αμιγώς νομικό. Όπως είδαμε, είναι η θέση του Αιτητή ότι ο Καθ' ου η αίτηση παρέλαβε διά χειρός την προσφορά αποζημίωσης οπότε αυτή γνωστοποιήθηκε στον Καθ' ου η αίτηση. Θέση, όμως, του Καθ' ου η αίτηση είναι ότι καμία προσφορά αποζημίωσης δεν του γνωστοποιήθηκε οποτεδήποτε. Το σημείο αυτό μόνο με μαρτυρία μπορεί να αποφασισθεί και μόνο τότε μπορεί και το Δικαστήριο να αποφασίσει αν η σκοπούμενη απαλλοτρίωση δύναται να λογισθεί ως εγκαταλειφθείσα. Και, κατ' επέκταση, αν δικαίως οι Εναγόμενοι σύμφωνα με τον Καθ' ου η αίτηση επενέβησαν στο κτήμα. Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου 1 / Αιτητή όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. Αναφορικά με τον Εναγόμενο 2 ο οποίος δεν έλαβε μέρος στην διαδικασία της αίτησης δεν εκδίδεται διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ........... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Προδικαστική εκδίκαση νομικού σημείου - Διάταξη 27 Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.