ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΟΛΕΜΙΟΥ ΛΤΔ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΤΩΡΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3084/13, 15/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A10 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 3084/13 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΟΛΕΜΙΟΥ ΛΤΔ, από το Πολέμι Ενάγοντες και
- ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΤΩΡΗΣ, από την Πάφο
- ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΥΡΙΔΙΧΩΡΟΥ, από την Πάφο
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΥΡΙΔΙΧΩΡΟΥ, από την Πάφο
- ΜΑΡΙΚΚΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΕΥΡΙΔΙΧΩΡΟΥ, από την Πάφο Εναγόμενοι Ημερομηνία: 15.1.15 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 1 / Αιτητή: κ. Ν. Μάντης (για να ακούσει την απόφαση η κα Ά. Παναγιώτου) Για τον Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση: κα Κ. Μενοίκου για κ. Χρ. Λουκά (για να ακούσει απόφαση η κα Κ. Ανδρέου) ....................................... Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση η οποία υπεβλήθη εκ μέρους του Εναγόμενου 1 / Αιτητή στις 11.6.14 με την οποία ζητούνται (α) διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται το κλητήριο ένταλμα και (β) διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον Αιτητή. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στην Δ.2, θ.2, Δ.5, θθ.1-10, Δ.5Α, Δ.6, Δ.16, θ.9, Δ.39, θθ.1-21, Δ.48, θθ.1-13, Δ.48, θ.8
(4), Δ.64, θθ.1-2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 30
(1)-
(3), 163 και 188 του Συντάγματος, στις συμφυείς εξουσίες, την διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και την Νομολογία. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του Αιτητή. Σύμφωνα με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πολεμίου Λτδ, από τώρα και στο εξής «η ΣΠΕ Πολεμίου», είναι ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο και δεν δικαιούται να αξιώνει εναντίον οποιουδήποτε τις θεραπείες που αξιώνει με την παρούσα αγωγή. Επίσης, κατά τον χρόνο της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος στον Αιτητή, 26.11.13, δεν υπήρχε πρόσωπο με το όνομα που εμφαίνεται επί του κλητηρίου εντάλματος ως ενάγων καθότι η εγγραφή του ακυρώθηκε και από τις 26.10.13 διαλύθηκε. Τέλος, «κανένα άλλο πρόσωπο δεν είχε λάβει τα δικαιώματα και δεν είχε ενημερώσει τον φάκελο του Δικαστηρίου ώστε να δύναται να λαμβάνει και να προβαίνει σε μέτρα όπως η επίδοση». Υπό το φως των πιο πάνω η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον Αιτητή δεν είναι έγκυρη και θα πρέπει να παραμερισθεί. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση επισυνάπτεται αντίγραφο ειδοποίησης του Κωνσταντίνου Λύρα, Εφόρου Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών - Τεκμήριο Α. Σύμφωνα με το εν λόγω τεκμήριο η ΣΠΕ Πολεμίου έχει συγχωνευθεί με το Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ και για τον λόγο αυτό η εγγραφή της ακυρώθηκε και έχει διαλυθεί από τις 26.10.
- Επίσης, σύμφωνα με το Τεκμήριο Α με απόφαση της Ειδικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων του το Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ άλλαξε το όνομά του και από τις 26.10.13 το νέο του όνομα είναι Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Καθ' ου η αίτηση. Με εννέα λόγους ένστασης οι οποίοι εκτίθενται στο σώμα της Ειδοποίησης Ένστασης σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διάταξης 48, θεσμός 4 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας ο Καθ' ου η αίτηση ενίσταται στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Η Ειδοποίηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στην Δ.12, θθ.1-4 και Δ.64 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας καθώς και στο άρθρο 49 (Γ)-(ΣΤ) του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985, Ν. 22/1985, όπως τροποποιήθηκε. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση της Γεωργίας Κούσουλου η οποία είναι υπάλληλος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου Λτδ και ασκεί τα καθήκοντα γραφέα στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών. Είναι, επίσης, δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Με την ένορκο δήλωση της Γεωργίας Κούσουλου δεν αμφισβητούνται τα όσα στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρονται αναφορικά με την αλλαγή που επήλθε στην ΣΠΕ Πολεμίου στις 26.10.
- Είναι, όμως, η θέση της κυρίας Κούσουλου ότι η αγωγή δύναται να προχωρήσει κανονικά και κανένας λόγος δεν συντρέχει για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος ή της επίδοσής του για τους δύο ακόλουθους λόγους: κατά τον χρόνο έκδοσης του κλητηρίου εντάλματος υφίστατο η εγγραφή της ΣΠΕ Πολεμίου και η ΣΠΕ Πολεμίου λειτουργούσε κανονικά και με πλήρη νομική υπόσταση και, επομένως, η συγχώνευση της με το Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ και η μετονομασία αυτού σε Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ δεν επηρεάζει με κανένα τρόπο την συνέχιση των διαδικασιών με την νέα νομική υπόσταση και ονομασία του Καθ' ου η αίτηση, ήτοι Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ. Επομένως, η καταχώρηση και επίδοση του κλητηρίου εντάλματος είναι καθόλα νόμιμες και κανονικές ο Καθ' ου η αίτηση, ήτοι το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ, στις 16.1.14 καταχώρησε ειδοποίηση στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με την οποία γνωστοποιείται ότι ανέλαβε και υποκατέστησε την ΣΠΕ Πολεμίου σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της. Ο Καθ' ου η αίτηση αιτείται την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης με έξοδα εις βάρος του Αιτητή. Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Στην υπόθεση G. J. Madgon Ltd v. A. L. Metal Trading Ltd
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 2064 η ενάγουσα / εφεσίβλητη καταχώρισε αγωγή εναντίον της εφεσείουσας / εναγόμενης σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα για υπόλοιπο συμφωνηθέντος και ή ευλόγου τιμήματος για την εκτέλεση εργασιών και την προμήθεια υλικών σε κτήρια και εγκαταστάσεις στη Μόσχα στα οποία η εφεσείουσα εκτελούσε εργολαβικές εργασίες. Η εφεσείουσα καταχώρησε χωρίς προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Εννέα μήνες αργότερα καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητούσε την ακύρωση ή αναστολή ή παραμερισμό της επίδοσης της αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας ή γιατί τα Δικαστήρια της Κύπρου δεν ήταν τα προσφορότερα για να εκδικάσουν την αγωγή. Η εφεσίβλητη πρόβαλε ένσταση. Η αίτηση προχώρησε σε ακρόαση στη βάση του υλικού των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση. Αφού εξέτασε με λεπτομέρεια την Δ.16, θ.9 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας η οποία προβλέπει πως ο εναγόμενος δικαιούται χωρίς προηγουμένως να έχει διαταγή του Δικαστηρίου που να του επιτρέπει να καταχωρήσει εμφάνιση υπό αίρεση να υποβάλει αίτηση για τον παραμερισμό της επίδοσης προς αυτόν του κλητηρίου εντάλματος, παρατήρησε πως ο δικηγόρος της εφεσείουσας δεν ακολούθησε τις πιο πάνω πρόνοιες. Στην συνέχεια το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε με την Νομολογία επικεντρώνοντας την προσοχή του στις υποθέσεις Γεωργιάδης ν. Χάσικου
(1991)1 ΑΑΔ 1136 και Παπακόκκινου ν. Landroke P/C
(1995)1 ΑΑΔ 1090 για να εκφράσει την άποψη πως ο δεύτερος τρόπος για την προώθηση αίτησης παραμερισμού του κλητηρίου εντάλματος είναι η ταυτόχρονη καταχώρηση τέτοιας αίτησης μαζί με την καταχώριση της υπό αίρεση εμφάνισης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε ότι η εφεσείουσα δεν είχε χρησιμοποιήσει ούτε αυτή την διαδικασία. Τουναντίον, καταχώρησε την επίδικη αίτηση εννέα μήνες μετά την καταχώρηση της υπό αίρεση εμφάνισης. Με τα δεδομένα αυτά το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε και πολύ ορθά κατά το Εφετείο πως η εφεσείουσα είχε δεχθεί και υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Προβλήθηκε ενώπιον του Εφετείου η εισήγηση πως το Δικαστήριο δεν είχε ερμηνεύσει ορθά την Νομολογία. Ήταν η θέση του δικηγόρου της εφεσείουσας πως ο εναγόμενος, εφόσον δεν προέβη σε οποιοδήποτε νέο διάβημα στην διαδικασία, μπορούσε μετά την καταχώρηση της υπό αίρεση εμφάνισης να προχωρήσει με την επίδικη αίτηση ακύρωσης του κλητηρίου εντάλματος. Λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Εφετείο στην σελίδα 2067 της απόφασης: «Δεν συμφωνούμε με την πιο πάνω εισήγηση, η οποία απολήγει στην ουσία σε απεριόριστο δικαίωμα του εναγομένου να ενεργεί κατά το δοκούν ενώ εκκρεμεί εναντίον του καταχωρισθείσα αγωγή. Αυτό έγινε και στην υπόθεση που εξετάζουμε, όπου η εφεσείουσα επέλεξε να καταχωρίσει την επίμαχη αίτηση 9 μήνες μετά την εκ μέρους της καταχώριση του σημειώματος εμφάνισης. Ο κανονισμός που θέσαμε πιο πάνω, και η νομολογία, αποσκοπούν στην άμεση και κατά προτεραιότητα εξέταση πιθανής ένστασης στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου. Τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να παραμένει στην ελεύθερη επιλογή χρόνου από τον εναγόμενο». Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι δύο είναι οι τρόποι για να αμφισβητήσει ένας εναγόμενος το κλητήριο ή την επίδοση του αξιώνοντας τον παραμερισμό και/ή την ακύρωσή τους: καταχωρώντας αίτηση για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος ή της επίδοσής του χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλίσει διαταγή του Δικαστηρίου που να του επιτρέπει να καταχωρήσει εμφάνιση υπό αίρεση και καταχωρώντας ταυτόχρονα με την εμφάνιση υπό αίρεση αίτηση για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος ή της επίδοσής του. Υπάρχει και μια τρίτη διαδικασία. Σύμφωνα με αυτήν ο εναγόμενος εξαιτείται αδείας του Δικαστηρίου για να καταχωρήσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία (Βλ. Βερεγγάρια Π. Παπακοκκίνου ν. Εταιρείας Landbroke Group P.L.C. και Άλλων
(1995)1 ΑΑΔ 1090 και Δ.16, θ.9 σε συνδυασμό με την Δ.48, θ.8
(1)(r.1)). Το Δικαστήριο εκδίδοντας το διάταγμα και δίδοντας την άδεια ορίζει προθεσμία εντός της οποίας ο εναγόμενος πρέπει να καταχωρήσει αίτηση παραμερισμού του κλητηρίου εντάλματος ή της επίδοσής του (Βλ. Annual Practice του 1953, σελίδα 145). Στο Αγγλικό σύγγραμμα Annual Practice του 1953 αναφέρεται στην σελίδα 144 ότι με την καταχώρηση εμφάνισης υπό όρους ο εναγόμενος διατηρεί το δικαίωμά του να αιτηθεί στο Δικαστήριο για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος ή της επίδοσής του για παρατυπία (informality) ή αντικανονικότητα (irregularity) η οποία καθιστά το κλητήριο ή την επίδοση άκυρη ή για έλλειψη δικαιοδοσίας. Υπό το φως των πιο πάνω η καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία ήταν απαραίτητη στην υπό εξέταση περίπτωση για να μπορεί ο Αιτητής να εξαιτείται τον παραμερισμό του κλητηρίου ή της επίδοσής του. Ο Αιτητής, όμως, καμία από τις τρεις πιο πάνω διαδικασίες δεν ακολούθησε. Αυτός χωρίς να έχει εξασφαλίσει την άδεια του Δικαστηρίου καταχώρησε στις 5.6.14 εμφάνιση υπό όρους χωρίς ταυτόχρονα να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση. Αυτή καταχωρήθηκε έξι ημέρες αργότερα και συγκεκριμένα στις 11.6.14. Πράγμα που σημαίνει ότι η υπό όρους εμφάνιση του Αιτητή κατέστη εμφάνιση άνευ όρων. Με αποτέλεσμα ο Αιτητής να μην νομιμοποιείται να αμφισβητεί το κλητήριο ή την επίδοσή του στην βάση των λόγων που επικαλείται με την υπό κρίση αίτηση. Στο στάδιο αυτό θα εξετάσω την υπό κρίση αίτηση επί της ουσίας σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η πιο πάνω κρίση μου είναι λανθασμένη. Θα πρέπει ευθύς εξ' αρχής να λεχθεί ότι στο αίτημα για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος δεν υπάρχει κανένα απολύτως έρεισμα. Είναι αποδεκτό και από τις δύο πλευρές ότι κατά τον χρόνο έκδοσης του κλητηρίου εντάλματος, 25.10.13, η ΣΠΕ Πολεμίου υφίστατο και είναι μόνο κατά την επόμενη ημέρα που αυτή συγχωνεύθηκε με τον Καθ' ου η αίτηση, διαλύθηκε και οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματά της αναλήφθηκαν από τον τελευταίο. Συν τοις άλλοις το ορθό δικονομικό μέτρο σε περίπτωση που ο ενάγων είναι ανύπαρκτο κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής πρόσωπο είναι η αίτηση για διαγραφή της αγωγής και όχι ο παραμερισμός του κλητηρίου εντάλματος στην βάση της Δ.27, θ.3 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας η οποία δεν περιλαμβάνεται στην νομική βάση της υπό κρίση αίτησης (Βλ. Lioufis and Co Ltd v. Μιχαλάκη Ανδρονίκου
(1996)1 ΑΑΔ 773). Βάσιμοι, επομένως, κρίνονται ο δεύτερος και ο έκτος λόγος ένστασης. Αναφορικά με το αίτημα που αφορά σε παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος για τον λόγο ότι κατά τον χρόνο της επίδοσης του στον Αιτητή η ΣΠΕ Πολεμίου είχε παύσει να υφίσταται ως νομική οντότητα θεωρώ ότι σημαντική είναι η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Ceska Konsolidanci Agentura v. Sampratrans Shipping Ltd
(2009)1 ΑΑΔ
- Στην πιο πάνω υπόθεση στις 8.5.08 η αιτήτρια στην αίτηση διάλυσης εταιρεία (Ceska Konsolidanci Agentura) / εφεσείουσα καταχώρησε έφεση εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 28.3.08 με την οποία απερρίφθη η εταιρική αίτησή της για διάλυση της καθ' ης η αίτηση εταιρείας / εφεσίβλητης. Στις 7.11.2008, η Δημοκρατία της Τσεχίας, ως ενδιαφερόμενο μέρος, καταχώρησε αίτηση για τροποποίηση του τίτλου της έφεσης με την αντικατάσταση της εφεσείουσας με την «Δημοκρατία της Τσεχίας ενεργώντας μέσω του Υπουργού Οικονομικών υπό την ιδιότητά της ως ο νομικός διάδοχος της CESKA KONSOLIDANCI AGENTURA». Η εφεσίβλητη καταχώρησε ένσταση αμφισβητώντας την εγκυρότητα της καταχωρηθείσας έφεσης, αφού, όπως ισχυρίσθηκε, είχε γίνει από ανύπαρκτο πρόσωπο. Υποστήριξε, επίσης, μεταξύ άλλων, ότι η αντικατάσταση της εφεσείουσας με το ενδιαφερόμενο πρόσωπο αφορούσε θέμα που άπτονταν της ουσίας της αίτησης διάλυσης και όχι διαδικαστικό, όπως υποστήριξε η εφεσείουσα. Η ανυπαρξία διαδίκου ήταν το πρώτο επιχείρημα που πρόβαλαν οι συνήγοροι της εφεσίβλητης. Διερωτήθηκαν πώς θα μπορούσε να προωθηθεί ένα διάβημα από ανύπαρκτο διάδικο, αφού για να θεωρηθεί έγκυρο έπρεπε να είχε προωθηθεί η παρούσα αίτηση πριν την καταχώρηση της έφεσης. Το Εφετείο στις σελίδες 619-622 ανέφερε τα εξής ενδιαφέροντα και συνάμα κρίσιμα για τους σκοπούς της υπό κρίση αίτησης: «Η προϋπάρχουσα διαφοροποίηση μεταξύ αντικανονικού και άκυρου δικονομικού διαβήματος έπαυσε να υφίσταται με την τροποποίηση της Δ.64 που έγινε στις 24.2.
- Αυτή την αντικανονικότητα επιδιώκουν να θεραπεύσουν με την αίτησή τους οι αιτητές. Το σημαντικό στοιχείο που πρέπει να διαπιστωθεί ότι υπάρχει, για να ενεργοποιηθεί η προσφερόμενη δυνατότητα διάσωσης μιας δικαστικής διαδικασίας, με βάση τη Δ.12, θ.1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, είναι η ύπαρξη επίδικου θέματος. Πριν όμως απαντηθεί το ερώτημα αυτό θα πρέπει να ανατρέξουμε στην ίδια τη φύση και το νομικό καθεστώς της εφεσείουσας και κατ' επέκταση της αιτήτριας. Η CESKA, ήταν μια εταιρεία της οποίας η λειτουργία διεπόταν από τον τσέχικο νόμο. Είναι δοσμένη αρχή του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου ότι θέματα δικονομίας κυβερνώνται από το lex fori, ενώ θέματα ουσίας κυβερνώνται από το lex domicilii. Το θέμα αναλύθηκε με σαφήνεια στην υπόθεση Fredericou v. Acuac
(2000)1 A.A.Δ.
- Το status μιας εταιρείας, ως θέμα ουσίας, διέπεται από το δίκαιο της χώρας σύστασης της. Στην προκείμενη περίπτωση, είναι αποδεχτό ότι η οντότητα της CESKA, ως εταιρείας είχε τερματιστεί στις 31.12.
- Το εγειρόμενο ερώτημα είναι σε ποιον μεταβιβάζονται ή παραμένουν τα δικαιώματα της CESKA. Όπως περιγράφεται από τη μαρτυρία που τέθηκε με την ένορκη δήλωση και τις επισυνάψεις, που συνοδεύουν την αίτηση, το δίκαιο που ρυθμίζει το status της εταιρείας είναι το δίκαιο της Τσεχίας. Όπως προνοείται σ' αυτό, παρά τη διάλυση της εταιρείας, τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της CESKA, περιέρχονται στη Δημοκρατία της Τσεχίας, ενεργώντας μέσω του Υπουργείου Οικονομικών. Συνεπώς βρίσκουμε ότι τα δικαιώματα της CESKA, επιβιώνουν της περιόδου 31.12.
- Το δικαίωμα άσκησης έφεσης, που επιδιώκει την ακύρωση της εκδοθείσας στις 28.3.2008 απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, παραμένει αναλλοίωτο. Ως αποτέλεσμα τούτου η απάντηση στο αρχικό ερώτημα είναι ότι διασώζεται, με βάση τη Δ.12, θ.1, αφού υπάρχει επίδικο θέμα, ανεξαρτήτως προσώπου (διαδίκων). Ανάλογο θέμα απασχόλησε το εφετείο στην υπόθεση Σπανού v. Καφφά
(1999)1 Α.Α.Δ. 544, και αποφασίστηκε ότι δοθέντος του δικαιώματος έφεσης, της εμπροθέσμως καταχωρηθείσας έφεσης, όπως στην προκείμενη υπόθεση, το γεγονός ότι καταχωρήθηκε στο όνομα του αποβιώσαντος, στην πιο πάνω υπόθεση, δεν επηρέασε την ουσία του θέματος (βλ. επίσης Πούρος v. Πελεκάνου
(2000)3 Α.Α.Δ. 172 και Ζηντίλη v. Νεοκλέους
(2005)1 Α.Α.Δ. 762. Αυτή η προσέγγιση μας βρίσκει σύμφωνους γιατί το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάζει τα εγειρόμενα θέματα με στόχο την αντίκριση της ουσίας του θέματος, όπως αυτή εκπηγάζει από τα γεγονότα της υπόθεσης. .......................................................................................................................... Είναι λοιπόν προφανές ότι η νέα κατάσταση πραγμάτων, όπως διαμορφώθηκε, προσδιορίζει τους πραγματικούς διάδικους. Ασκώντας την εξουσία μας δυνάμει της Δ.12, θ.θ.1, 2 και 4, της Δ.35, θ.8 και της Δ.64, εγκρίνουμε την αίτηση και διατάσσουμε όπως το όνομα της "CESKA KONSOLIDANCI AGENTURA" αντικατασταθεί με το όνομα «Δημοκρατία της Τσεχίας» ενεργώντας μέσω του Υπουργείου Οικονομικών υπό την ιδιότητα της ως ο νομικός διάδοχος της "CESKA KONSOLIDANCI AGENTURA", και όπως η διαδικασία συνεχίσει μεταξύ των νέων εφεσειόντων και των εφεσιβλήτων». Στην πιο πάνω υπόθεση η έφεση καταχωρήθηκε με τον τίτλο που έφερε η αίτηση διάλυσης, ενώ κατά τον χρόνο καταχώρησης και, όπως προκύπτει, επίδοσης της η αλλαγή είχε ήδη επέλθει. Κρίθηκε ότι ανεξαρτήτως των διαδίκων η έφεση μπορούσε να διασωθεί στην βάση της Διάταξης 12 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Και αυτό γιατί ό,τι κρίνεται ως αναγκαίο για σκοπούς διάσωσης της διαδικασίας είναι η ύπαρξη επίδικου θέματος ανεξαρτήτως προσώπου. Δόθηκε, έτσι, άδεια για τροποποίηση του τίτλου της έφεσης. Στην υπό εξέταση περίπτωση και σύμφωνα με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση η ΣΠΕ Πολεμίου στις 26.10.13 συγχωνεύθηκε με το Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ και την ίδια ημέρα η εγγραφή της ακυρώθηκε και η ίδια διαλύθηκε. Το Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ διαδέχθηκε την ΣΠΕ Πολεμίου σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της συμπεριλαμβανομένων και των δικαιωμάτων της που απορρέουν από την παρούσα αγωγή. Το Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ την ίδια ημέρα, ήτοι στις 26.10.13, με απόφαση της Ειδικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων του και την έγκριση του Εφόρου Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών μετονομάσθηκε σε Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ. Τα όσα πιο πάνω αναφέρονται από τον ομνύοντα την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση επιβεβαιώνονται και ορθά σύμφωνα με τον προαναφερθέντα από το αντίγραφο της ειδοποίησης του Εφόρου Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών, το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι τα δικαιώματα της ΣΠΕ Πολεμίου επιβιώνουν μετά τις 25.10.13, αφ' ης στιγμής και το επίδικο θέμα δεν είναι τέτοιας προσωπικής φύσεως ώστε να εξαιρείται του γενικού κανόνα. Είναι δε τέτοιας φύσης ώστε αυτό δεν τερματίζεται και δεν επηρεάζεται, αλλά επιβιώνει της διάλυσης του διαδίκου. Και το δικαίωμα της ΣΠΕ Πολεμίου να αξιώνει από τον Αιτητή τις θεραπείες που αξιώνει με την παρούσα αγωγή παραμένει, έτσι, αναλλοίωτο. Κατά συνέπεια, το ότι κατά τον χρόνο επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος στον Αιτητή, 26.11.13, δεν είχε εξασφαλισθεί τροποποίηση του τίτλου της αγωγής είναι άνευ σημασίας. Σημασίας είναι η ύπαρξη επίδικου θέματος και μόνο, ανεξαρτήτως, δηλαδή, προσώπου, πράγμα που σημαίνει ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον Αιτητή διασώζεται δυνάμει της Δ.12, θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Σημειώνεται, επίσης, και το εξής σημαντικό. Στην υπόθεση Ceska Konsolidanci Agentura v. Sampratrans Shipping Ltd
(2009)1 ΑΑΔ 615, που πιο πάνω μνημονεύεται, η έφεση καταχωρήθηκε από την αιτήτρια στην αίτηση διάλυσης εταιρεία, Ceska Konsolidanci Agentura, καθ' ον χρόνο η νομική της οντότητα είχε ήδη τερματισθεί. Της έφεσης δεν είχε προηγηθεί τροποποίηση του τίτλου και η έφεση επιδόθηκε με τον τίτλο που έφερε η πρωτόδικη διαδικασία. Για τους λόγους που πιο πάνω εξηγήθηκαν κρίθηκε ότι τίποτα από τα πιο πάνω δεν ήταν μοιραίο για την τύχη της έφεσης. Στην υπό εξέταση περίπτωση η αγωγή καταχωρήθηκε με το όνομα του ορθού διαδίκου ως ενάγοντα και είναι μόνο κατά την επίδοση της αγωγής που η νομική του οντότητα είχε αλλάξει. Τέλος, σημειώνεται η υπόθεση Ιωάννης Σ. Σπανού άλλως Καφφά κ.α. ν. Σάββα Ιωάννου Καφφά
(1999)1 ΑΑΔ
- Στην πιο πάνω υπόθεση στις 8.8.97 οι εφεσείοντες / ενάγοντες καταχώρησαν έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία απερρίφθη η αγωγή τους εναντίον του εφεσίβλητου / εναγομένου. Ο εφεσίβλητος απεβίωσε στις 15.7.
- Στις 25.7.97 κατετέθη αίτηση για παραχώρηση εγγράφων διαχειρίσεως της περιουσίας του τα οποία παραχωρήθηκαν στις 13.8.
- Στα πλαίσια της έφεσης υπεβλήθη στις 17.2.99 αίτηση με την οποία επιδιώκονταν τροποποίηση του τίτλου της έφεσης ώστε το όνομα του εφεσίβλητου να αντικατασταθεί με τα ονόματα των διαχειριστριών της περιουσίας του. Οι διαχειρίστριες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση ισχυριζόμενες ότι η έφεση ήταν εξ υπαρχής άκυρη ως στρεφόμενη εναντίον ανύπαρκτου προσώπου, αφού ο εφεσίβλητος είχε παύσει να είναι διάδικος πριν την καταχώρηση της έφεσης, ώστε να μην τίθεται θέμα τροποποίησης του τίτλου της. Η ίδια θέση αναπτύχθηκε και από την συνήγορο των διαχειριστριών κατά την αγόρευση της, η οποία εισηγήθηκε ότι δεν τίθετο καν θέμα περίσωσης της έφεσης με τη Διάταξη 64 προκειμένου περί εξ υπαρχής άκυρης διαδικασίας. Η αίτηση εγκρίθηκε δυνάμει της Δ.12 θθ.1, 2, 4, Δ.35, θ.8 και της Δ.64 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Διατάχθηκε όπως το όνομα του αποθανόντος αντικατασταθεί με τα ονόματα των διαχειριστριών της περιουσίας του, ως εφεσίβλητων, και όπως η διαδικασία συνεχίσει μεταξύ των υφισταμένων εφεσειόντων και των εν λόγω νέων μερών ως εφεσίβλητων. Λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Εφετείο στις σελίδες 548-550: «Είναι πρόδηλο από τη Δ.12 θ. 1 ότι, εφόσον επίδικο θέμα (cause or matter) είναι τέτοιας φύσεως ώστε να επιβιώνει του θανάτου του διαδίκου (δηλαδή, ουσιαστικά, δεν είναι τέτοιας προσωπικής φύσεως ώστε να εξαιρείται του γενικού κανόνα), δεν τερματίζεται (abates) λόγω του θανάτου και δεν επηρεάζεται από αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση το επίδικο θέμα, εφόσον δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις των προσωπικής φύσεως απαιτήσεων, επιβιώνει του θανάτου. Η Δ.12 θ.2 ρυθμίζει περαιτέρω ότι, σε τέτοια περίπτωση, ο διαχειριστής αποβιώσαντος μπορεί να γίνει διάδικος ώστε να διεκπεραιωθεί η διαδικασία και να αποφασισθούν τα επίδικα θέματα. Και η Δ.12 θ.4 ρυθμίζει τα του διατάγματος για συνέχιση της διαδικασίας μεταξύ των υφισταμένων διαδίκων και του καθισταμένου αναγκαίου νέου διαδίκου. Ούτε περιορίζεται η Δ.12 στο προ της αποφάσεως στάδιο. Και λογικά. Εφόσον μετά την έκδοση αποφάσεως υπάρχει δικαίωμα εφέσεως, όπως και άλλα ζητήματα, υπάρχει και "cause or matter" το οποίο συνεχίζει και το οποίο καθιστά αναγκαία τη διεκπεραίωση της διαδικασίας για να αποφασισθούν τελεσίδικα τα επίδικα θέματα, ώστε να είναι δυνατή η επίκληση της Δ.
- Όπως παρατήρησε με γενικότερη αναφορά ο Jessel, M. R., στην υπόθεση Salt v. Cooper [1880] 16 Ch.D. 544, C.A., στη σελ. 551: "A cause is still pending even though there has been final judgment given ..." Σχετική είναι η απόφαση του Court of Appeal στην υπόθεση Haywood v.Faraker [1915] W.N.
- Εκεί ο εναγόμενος είχε αποβιώσει μετά την καταχώριση της έφεσης και το Court of Appeal ενέκρινε αίτηση του εφεσείοντα για να προστεθεί ως διάδικος ο διαχειριστής του και να συνεχίσει η διαδικασία εναντίον του ως εφεσίβλητου (ίδε επίσης: Re Knight [1888] 32 S.J. 166, Re Missouri
(1889)32 S.J. 438). Η προσέγγιση αυτή απαντά και την εισήγηση της κας. Ιωάννου ότι το αιτούμενο διάταγμα δεν μπορεί να εκδοθεί καθ' όσον η έφεση είναι εξ υπαρχής άκυρη ως στρεφόμενη εναντίον ανύπαρκτου προσώπου. Η άποψη μας είναι ότι η βάση της υπόθεσης Haywood ν. Faraker δεν διαφοροποιείται ως εκ του ότι, στην προκείμενη υπόθεση, η έφεση κατεχωρήθη μετά το θάνατο του εναγόμενου επ' ονόματι του. Αν το επιχείρημα της κας. Ιωάννου ήταν ορθό, θα εσήμαινε ότι ο θάνατος του εναγομένου μετά την καταχώριση έφεσης επ' ονόματι του θα καθιστούσε, από τη στιγμή που συνέβαινε, άκυρη την έφεση, ως στρεφόμενη εναντίον ανύπαρκτου προσώπου. Η υπόθεση Haywood v. Faraker, όμως, δείχνει ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Το κριτήριο της Δ.12 για μη τερματισμό (abatement) και για συνέχιση της διαδικασίας δεν είναι το πρόσωπο του διαδίκου αλλά η συνεχιζόμενη ύπαρξη επιδίκου θέματος (cause or matter). Δοθέντος δε του δικαιώματος εφέσεως και μάλιστα καταχωρηθείσας εμπροθέσμως, σίγουρα υπάρχει τέτοιο θέμα το οποίο καλεί για τελεσίδικη απόφαση- Η καταχώριση της έφεσης αφορά ακριβώς αυτό, η δε καταχώρηση της στο όνομα του αποθανόντος εναγομένου ως Εφεσίβλητου ουδόλως συνιστά θέμα ουσίας που να άπτεται της βάσεως του πράγματος, αλλά θέμα τυπικού λάθους (irregularity) το οποίο μπορεί να διορθωθεί με προσφυγή στη Δ.
- Η κα. Ιωάννου δεν αμφισβήτησε ότι οι Εφεσείοντες θα μπορούσαν να ζητήσουν να ορισθεί διαχειριστής για σκοπούς καταχώρισης, της έφεσης, η οποία, εφόσον εξασφαλίζετο διάταγμα δυνάμει της Δ.12, θα μπορούσε τότε να καταχωρηθεί εναντίον του διαχειριστή. Τελικά, δηλαδή, η ουσία της έφεσης δεν θα επηρεάζετο από το θάνατο του εναγομένου. Όλα τα άλλα λοιπόν είναι θέματα διαδικασίας και όχι ουσίας, η δε παράλειψη τήρησης της διαδικασίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πλήττουσα την ίδια τη βάση της έφεσης ως επίδικου θέματος ώστε να μην είχε εφαρμογή η Δ.
- Αυτή, εξ άλλου, είναι και η φιλοσοφία της Δ.64, ώστε να μην επηρεάζονται ουσιαστικά δικαιώματα από τεχνικής φύσεως λάθη και να μην εξαρτάται η διάσωση της ουσίας από εξεζητημένες διακρίσεις». Στην υπό εξέταση περίπτωση ο Καθ' ου η αίτηση δεν προέβη σε καταχώρηση αίτησης τροποποίησης του τίτλου της αγωγής. Καταχωρήθηκε, όμως, εκ μέρους του στις 16.1.14 ειδοποίηση με την οποία πληροφορείται ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ότι η ΣΠΕ Πολεμίου στις 26.10.13 διαλύθηκε και συγχωνεύθηκε με Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ. Και ότι το Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ την ίδια ημέρα, ήτοι στις 26.10.13, με απόφαση Ειδικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων του άλλαξε ονομασία και μετονομάσθηκε σε Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ. Στην τελευταία παράγραφο της ειδοποίησης αναφέρεται ότι αυτή δίνεται στην βάση, μεταξύ άλλων, του άρθρου 49 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985, Ν. 22/1985, όπως τροποποιήθηκε. Στην ειδοποίηση επισυνάπτεται αντίγραφο σημείωσης του Κωνσταντίνου Λύρα ημερομηνίας 26.10.13 με το οποίο επιβεβαιώνονται τα πιο πάνω. Είναι το ίδιο σημείωμα που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Το άρθρο 49(ΣΤ) προνοεί τα ακόλουθα: «
(1)Η εγγραφή της συμφωνίας μεταφοράς μαζί με την έναρξη της ισχύος της μεταφοράς, όπως προβλέπεται στις διατάξεις των εδαφίων
(2)και
(3)του άρθρου 49Δ, αποτελούν επαρκή απόδειξη της μεταφοράς όλων των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού της μεταφέρουσας εταιρείας στην αποδεχόμενη εταιρεία, καθώς και ότι η αποδεχόμενη εταιρεία διαδέχεται τη μεταφέρουσα εξ ολοκλήρου σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της και ότι όλες οι πράξεις, τα συμβόλαια και τα άλλα έγγραφά της παραμένουν σε ισχύ: Νοείται ότι, ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού, στις περιπτώσεις που εκκρεμεί οποιαδήποτε δικαστική ή διαιτητική διαδικασία ή διαδικασία ενώπιον επαρχιακού κτηματολογικού γραφείου, η αντικατάσταση της επωνυμίας της μεταφέρουσας εταιρείας με την επωνυμία της αποδεχόμενης εταιρείας, για τους σκοπούς της εκκρεμούσας διαδικασίας, πραγματοποιείται με την καταχώριση από την αποδεχόμενη εταιρεία σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή τον Έφορο ή το επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο, αντίστοιχα.
(2)Τα μέλη και οι μέτοχοι της μεταφέρουσας εταιρείας καθίστανται μέλη και μέτοχοι της αποδεχόμενης εταιρείας με την έναρξη ισχύος της μεταφοράς.
(3)Η μεταφορά, σύμφωνα με το άρθρο 49Δ του παρόντος Νόμου, δεν επηρεάζει οποιοδήποτε δικαίωμα πιστωτή.
(4)Μέσα σε περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την ημερομηνία εγγραφής της συμφωνίας μεταφοράς, η αποδεχθείσα εταιρεία ενημερώνει με επιστολή της κάθε πιστωτή της μεταφέρουσας εταιρείας για τη μεταφορά και την ημερομηνία ισχύος της μεταφοράς, όπως και για το όνομα και τη διεύθυνση της αποδεχθείσας εταιρείας». Από την επιφύλαξη του εδαφίου 1 προκύπτει ότι η αντικατάσταση του παλαιού διαδίκου από τον νέο διάδικο γίνεται με καταχώρηση στο Πρωτοκολλητείο του αρμόδιου Δικαστηρίου της προβλεπόμενης από την επιφύλαξη του άρθρου 49(ΣΤ)
(1)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985, Ν. 22/1985, όπως τροποποιήθηκε, ειδοποίησης. Και αυτό γίνεται ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι αναγκαίο η αλλαγή του τίτλου να γίνει με αίτηση για τροποποίηση. Μπορεί να γίνει με καταχώρηση της πιο πάνω ειδοποίησης. Στην προκείμενη περίπτωση με την καταχώρηση στις 16.1.14 της προαναφερόμενης ειδοποίησης έχει αρθεί η παρατυπία. Δεν μου διαφεύγει ότι κατά τον χρόνο της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος στον Αιτητή ο τελευταίος δεν είχε γνώση για την αλλαγή που είχε ήδη επέλθει αφού η ειδοποίηση ημερομηνίας 16.1.14 καταχωρήθηκε σε χρόνο μεταγενέστερο της εν λόγω επίδοσης. Αυτό, όμως, ουδόλως διαφοροποιεί την ουσία του πράγματος όπως αυτή πιο πάνω αναλύθηκε. Επίσης, και αν ακόμα η υπό κρίση αίτηση δεν απορριπτόταν στην βάση του ότι δεν καταχωρήθηκε ταυτόχρονα με την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης υπό αίρεση και πάλι ο Αιτητής δεν θα δικαιούτο στα έξοδα της αίτησης άσχετα αν κατά τον χρόνο της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος σε αυτόν ο τελευταίος δεν είχε γνώση για την αλλαγή που είχε επέλθει. Αφ' ης στιγμής, όπως ευκρινώς συνάγεται από την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του, κατά τον χρόνο καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης ο Αιτητής γνώριζε για την καταχώρηση της ειδοποίησης και, κατά συνέπεια, για την μέσω αυτής γενομένη άρση της παρατυπίας, πράγμα που δεν δικαιολογούσε εκ προοιμίου την υποβολή της υπό κρίση αίτησης υπό το φως των όσων ανωτέρω έχουν αναφερθεί. Βάσιμοι, επομένως, κρίνονται ο πέμπτος, ο έβδομος, ο όγδοος και ο ένατος λόγος ένστασης. Η εξέταση οποιουδήποτε άλλου λόγου ένστασης παρέλκει. Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου Λτδ, Καθ' ου η αίτηση / Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου 1 / Αιτητή όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της πιο πάνω αγωγής. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Παραμερισμός κλητηρίου εντάλματος και επίδοσής του Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο