← Κύπρος

VESTA HOLIDAYS LIMITED κ.α. ν. KATHERINE ROZKOWSKA κ.α., Αρ. Αγωγής: 1613/2011, 9/1/2015

VESTA HOLIDAYS LIMITED κ.α. ν. KATHERINE ROZKOWSKA κ.α., Αρ. Αγωγής: 1613/2011, 9/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1613/2011 Μεταξύ: VESTA HOLIDAYS LIMITED, από την Πάφο Διαχειριστικής Επιτροπής του κτιριακού συγκροτήματος LIMNARIA WESTPARK, από την Πάφο Εναγόντων - και - Κυριακούλλας Μιχαήλ Ζωρζή, από την Πάφο KATHERINE ROZKOWSKA, από την Πάφο Εναγόμενων ------------------------------ Αίτηση παραμερισμού απόφασης, ημερομηνίας 17.3.2014 Ημερομηνία: 9.1.2015 Εμφανίσεις: Για εναγόμενη 2 - αιτήτρια: κα Πουλλά (για να ακούσει απόφαση κ. Ιωάννου) Για ενάγοντες 1 - καθ' ων η αίτηση: κα Θεοφάνους (για να ακούσει απόφαση κα Γαβριήλ) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων σύμφωνα με την αγωγή των πρώτων είναι για το ποσό των €8.628,

  1. Το ποσό αυτό αποτελεί την αναλογία των εναγόμενων υπό μορφή κοινοχρήστων εξόδων για την περίοδο από 15.9.2004 μέχρι και τις 31.3.2011 σε σχέση με το διαμέρισμα με αριθμό 138 που βρίσκεται στο κτιριακό συγκρότημα LIMNARIA WESTPARK, στην επαρχία Πάφου. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης, οι εναγόμενες, στον ουσιώδη χρόνο ήταν ιδιοκτήτριες και/ή ενοικιάστριες και/ή είχαν και έχουν δικαίωμα κατοχής του εν λόγω διαμερίσματος. Με συνδυασμό όσων αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 3 της έκθεσης απαίτησης, κατά τον ίδιο χρόνο, οι ενάγοντες ασκούσαν τη διαχείριση των κοινόχρηστων χώρων του παραπάνω συγκροτήματος, στο οποίο ανήκει και το επίδικο διαμέρισμα των δύο εναγόμενων. Όσα ακολουθούν είτε απορρέουν από το φάκελο της υπόθεσης είτε αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο μερών (εναγόντων 1 και εναγόμενη 2) τα οποία αφορά η υπό κρίση αίτηση. Ειδικότερα: Η αγωγή επιδόθηκε νομότυπα και στις δύο εναγόμενες. Στην εναγόμενη 2 που μας ενδιαφέρει, προσωπικά, έναντι της υπογραφής της, στις 21.9.
  2. Στις 6.7.2011, οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον της εναγόμενης 1, επειδή παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση. Η εν λόγω αίτηση, στις 14.9.2011 που ήταν ορισμένη για εξέταση απορρίφθηκε, επειδή η εναγόμενη 1, στις 7.9.2011 καταχώρησε εμφάνιση μέσω της δικηγόρου κας Πουλλά. Στις 10.10.2011, οι ενάγοντες καταχώρησαν ανάλογη αίτηση εναντίον της εναγόμενης 2, επειδή, μολονότι η αγωγή, καθώς ήδη έχει αναφερθεί της είχε επιδοθεί από τις 21.9.2011, αυτή παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση, εντός της ταχθείσας από τους Θεσμούς προθεσμίας των 10 ημερών από την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Την 1.11.2011 που η αίτηση ήταν ορισμένη για εξέταση εκδόθηκε απόφαση υπέρ των εναγόντων 1 και εναντίον της εναγόμενης 2, ως η απαίτηση, πλέον τόκοι και έξοδα. Την ίδια μέρα, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος, η αγωγή, σε σχέση με τους ενάγοντες 2 απορρίφθηκε χωρίς έξοδα. Η εναγόμενη 1, στις 12.12.2011 καταχώρησε υπεράσπιση. Τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν στις 21.12.2011 και η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες πρώτη φορά στις 14.2.2012 μετά από αίτηση ορισμού η οποία καταχωρήθηκε από τους δικηγόρους των εναγόντων
  3. Στις 31.1.2012, οι ενάγοντες 1 καταχώρησαν αίτηση έρευνας εναντίον της εναγόμενης 2, η οποία ορίστηκε για εξέταση στις 6.3.2012, ημερομηνία κατά την οποία αποσύρθηκε άνευ βλάβης. Επισημαίνεται ότι η αίτηση επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 9.2.2012, η οποία, ωστόσο αρνήθηκε να υπογράψει. Στις 4.5.2012, οι ενάγοντες 1 καταχώρησαν νέα αίτηση έρευνας εναντίον της εναγόμενης 2, η οποία επιδόθηκε στη μητέρα της, στις 22.5.
  4. Η τελευταία, επίσης αρνήθηκε να υπογράψει. Στις 5.6.2012 που η αίτηση ήταν ορισμένη για εξέταση, αποσύρθηκε και απορρίφθηκε κι αυτή, άνευ βλάβης. Στις 15.6.2012, οι ενάγοντες 1 καταχώρησαν μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσαν διάταγμα τροποποίησης του τίτλου του κλητηρίου εντάλματος και της απόφασης που είχε εκδοθεί εναντίον της εναγόμενης 2 την 1.11.2011, «..δια της απαλείψεως του ονόματος της Εναγόμενης αρ. 2 «Katherine Rozkowska» και αντικαταστάσεώς του με το όνομα KATHERINE MARIA RUSZOWSKA».» Κατόπιν σχετικής διαταγής του Δικαστηρίου διατάχθηκε επίδοση της αίτησης, η οποία επιδόθηκε στην εναγόμενη 2 «άνευ υπογραφής», στις 8.11.
  5. Στις 27.11.2012 που η αίτηση ήταν ορισμένη για επίδοση και η αγωγή για οδηγίες αναφορικά με την εναγόμενη 1 εμφανίστηκε και για τις δύο εναγόμενες η κα Πουλλά, η οποία ζήτησε χρόνο για να καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση. Το αίτημα έγινε δεκτό και η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 8.1.2013, με οδηγίες για καταχώρηση ένστασης, τέσσερις καθαρές μέρες προηγουμένως. Η αγωγή επαναορίστηκε για οδηγίες την ίδια μέρα. Μολονότι δεν είχε καταχωρηθεί ένσταση στην αίτηση, εντούτοις, στις 8.1.2013 άρχισε η ακρόασή της, η οποία ορίστηκε για συνέχιση την 1.2.2013, με οδηγίες για καταχώρηση ένστασης, μέχρι και τις 30.1.
  6. Η αγωγή επαναορίστηκε για οδηγίες την ίδια μέρα. Την 1.2.2013, η αίτηση, κατόπιν σχετικού αιτήματος της δικηγόρου των εναγόντων 1 απορρίφθηκε άνευ βλάβης και χωρίς έξοδα. Στις 5.4.2013 που η αγωγή ήταν ορισμένη για οδηγίες αναφορικά με την εναγόμενη 1, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος της δικηγόρου της ορίστηκε για σκοπούς συμβιβασμού, στις 13.6.2013, ημερομηνία κατά την οποία, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος και πάλι της κας Πουλλά ορίστηκε για ακρόαση στις 16.10.
  7. Την ημέρα αυτή, η υπόθεση αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και ορίστηκε ξανά για ακρόαση, στις 28.2.
  8. Στις 20.2.2014, η εναγόμενη 1 καταχώρησε αίτηση συνένωσης και συνεκδίκασης της παρούσας αγωγής με άλλες δύο αγωγές, η οποία ορίστηκε για ακρόαση (πρώτη εμφάνιση) στις 17.3.
  9. Στις 28.2.2014 που η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση ορίστηκε για οδηγίες στις 17.3.
  10. Την ημέρα αυτή, η αγωγή επαναορίστηκε για οδηγίες στις 10.4.2014, ενώ, από το αποστενογραφημένο μέρος του δικαστικού πρακτικού της ημέρας, δε φαίνεται να έχουν δοθεί οποιεσδήποτε οδηγίες αναφορικά με την αίτηση συνένωσης και συνεκδίκασης. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό, ότι, ούτε και το όνομα της στενογράφου που τηρούσε τα πρακτικά της ημέρας αναφέρεται στο εν λόγω πρακτικό, ενώ ο φάκελος της υπόθεσης τέθηκε ενώπιόν μου για πρώτη φορά, στις 9.10.
  11. Στις 17.3.2014 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση με την οποία η εναγόμενη 2 (η οποία στην αίτηση αναφέρεται ως «αιτήτρια KATHERINE - MARIA RUSZKOWSKA, από την Πάφο» ζητά: «Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνει και/ή παραμερίζει (SET - ASIDE) την απόφαση που έχει εκδώσει στις 1/11/2011 στην με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Β) Οποιοδήποτε άλλο Διάταγμα ή θεραπεία που το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει εύλογο και δίκαιο. Γ) Τα έξοδα της αιτήσεως». Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.17 Θ.10 και Δ.48 Θ. 9 (h). Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της εναγόμενης 2 - αιτήτριας καθώς και στην ένορκη δήλωση του Χρύσανθου Κάιζερ. Στο περιεχόμενο και των δύο ενόρκων δηλώσεων θα αναφερθώ αργότερα. Οι ενάγοντες, στις 31.3.2014 καταχώρησαν ένσταση στην υπό κρίση αίτηση η οποία εδράζεται στους εξής λόγους: «
  12. Η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και αστήρικτη. 2 . Η ένορκη δήλωση, η οποία συνοδεύει την αίτηση δεν αποκαλύπτει νομικό υπόβαθρο ή πραγματικά γεγονότα για παραμερισμό της απόφασης ημερ. 01/11/
  13. 3 . Η Ενόρκως δηλούσα δεν αναφέρει τα πραγματικά και αληθή γεγονότα στην ένορκη δήλωση της. 4 . Η Αιτήτρια αμέλησε να καταχωρήσει έγκαιρα την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησή της. 5 . Η Αιτήτρια δεν έχει αποδείξει ότι έχει μία εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον της. 6 . Η Αιτήτρια δεν δίδει επαρκή και/ή λογική δικαιολογία για την μη καταχώριση σημειώματος εμφάνισης, αλλά ούτε επαρκή και/ή λογική δικαιολογία για την μη έγκαιρη λήψη μέτρων από την έκδοση της απόφασης. 7 . Η Αίτηση γίνεται σε προχωρημένο στάδιο και ειδικότερα στο στάδιο της εκτέλεσης. 8 . Η Αιτήτρια δεν έχει δείξει σοβαρό λόγο και/ή λόγο που να δικαιολογεί την μη εμφάνισή της στην διαδικασία ή την καθυστέρησή της να αποταθεί στο Δικαστήριο για τον παραμερισμό της απόφασης. 9 . Οι λόγοι που επικαλείται η Αιτήτρια για την επιτυχία της αίτησης είναι γενικοί και αόριστοι. 10 .Ενδεχόμενη έγκριση της αίτησης αποστερεί τους Καθ' ων η αίτηση από κεκτημένα δικαιώματα. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 Θ.Θ. 1 μέχρι 9 και 12, Δ.17 Θ.10, Δ.33 Θ.5, Δ.26 Θ.Θ. 2 μέχρι 14 και Δ.64, στη νομολογία και τέλος, στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση, όπως αναφέρεται στο σώμα της εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Κώστα Κόλλιαρου καθώς και στους φακέλους της δικογραφίας. Την ίδια μέρα, δηλαδή στις 31.3.2014, οι ενάγοντες 1 καταχώρησαν και αίτηση με την οποία ζητούν:
  14. Διάταγμα και/ή άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την διόρθωση του τίτλου της απόφασης ημερ. 1/11/11 δια της απαλείψεως του ονόματος της Εναγόμενης αρ. 2 «KATHERINE ROZKOWSKA» και αντικαταστάσεώς του με το όνομα «KATHERINE MARIA RUSZKOWSKA».»
  15. Διαζευκτικά και/ή Επιπρόσθετα Διάταγμα και/ή άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση του τίτλου του κλητήριου εντάλματος, όλων των συναφών δικογράφων και της απόφασης ημερ. 1/11/11 δια της απαλείψεως του ονόματος της Εναγόμενης αρ. 2 «KATHERINE ROZKOWSKA» και αντικαταστάσεώς του με το όνομα «KATHERINE MARIA RUSZKOWSKA».» Στις 7.4.2014 που η παραπάνω αίτηση ήταν ορισμένη πρώτη φορά για ακρόαση (πρώτη εμφάνιση) ορίστηκε στις 10.4.2014 που ήταν ορισμένη, επίσης για πρώτη φορά και η υπό κρίση αίτηση. Την ημέρα αυτή και οι δύο αιτήσεις ορίστηκαν για οδηγίες στις 18.6.2014, με οδηγίες για καταχώρηση ένστασης στην αίτηση των εναγόντων 1, μέχρι τότε. Την ίδια μέρα ορίστηκε για οδηγίες και η αγωγή. Στις 18.6.2014 και οι δύο αιτήσεις επαναορίστηκαν για οδηγίες στις 9.10.2014, με οδηγίες και πάλιν για καταχώρηση ένστασης στην αίτηση των εναγόντων, ημερομηνίας 31.3.2014, μέχρι και τις 9.10.
  16. Ωστόσο, η ένσταση καταχωρήθηκε αυθημερόν και συγκεκριμένα στις 18.6.2014, μολονότι σ' αυτή, προφανώς εκ λάθους αναγράφεται ως ημερομηνία καταχώρησης, η 18.6.
  17. Στις 9.10.2014 που η υπόθεση καθώς ήδη έχει αναφερθεί τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιόν μου, η υπό κρίση αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 24.11.
  18. Η αγωγή καθώς και η αίτηση ημερομηνίας 31.3.2014 επαναορίστηκαν για οδηγίες την ίδια μέρα. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων που ακολούθησαν. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Αναμφίβολα, θεμελιακή βάση της αίτησης αποτελεί η Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται και τα κριτήρια που επιβάλλεται να ικανοποιούνται κατά την εξέταση αίτησης παραμερισμού απόφασης που εκδόθηκε λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης, υπάρχει πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Phylactou v. Michael

(1982)1 CLR 204, 210: «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης - (βλ. παρατηρήσεις του Megaw L.J. στη Lambert v. Mainland Market
(1977)2 All E.R. 826, στη σελ. 833 (c-d)). Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 τονίστηκε κάτι ανάλογο. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα: «Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγόμενου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματός του. Διαφορετικά, η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματά της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγόμενου σε σχέση με την εναντίον του αγωγή.» Στην υπόθεση Ζήνωνα Μερκή v. Yiannoukas Holiday Inns Limited και Άλλου
(1994)1 Α.Α.Δ. 736, στις σελίδες 748 και 749 αναφέρονται συναφώς τ' ακόλουθα: «Από το σκεπτικό της Evans v. Bartlam, συνάγεται ότι:
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για ν' αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης, και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσής του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας». Τέλος, στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.α. v. Χαπυ Στρήτς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 28 στη σελ. 31 αναφέρεται ότι: «Τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη στην εξέταση αιτήσεων, όπως η παρούσα, έχουν επανειλημμένα συζητηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Δικαστηρίου μας, που υιοθετούν την ίδια προσέγγιση με τα δικαστήρια στην Αγγλία, όπου ισχύουν παρομοίας φύσεως Κανονισμοί. Θεμελιακή υπόθεση θεωρείται η Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. p. 646 στην οποία ελέχθη πως το Δικαστήριο δεν θέτει, και είναι αμφίβολο αν μπορεί να θέσει άκαμπτους κανόνες που αποστερούν τη δικαιοδοσία του. Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο εναγόμενος ικανοποιεί το δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης.» Όλες οι παραπάνω αρχές συγκεφαλαιώνονται και στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Τσεμσμέλογλου ν. Σοφοκλέους, Πολιτική έφεση Αρ. 205/2010, ημερομηνίας 15.1.2013, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του. Η απεριόριστη και ταυτόχρονα σύμφυτη ουσιαστικά εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίζει αποφάσεις ληφθείσες χωρίς την εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας, υπόκειται επομένως στα καλώς εγνωσμένα περιοριστικά κριτήρια που έχουν αναφερθεί ανωτέρω, αλλά σημασία αποκτούν επίσης αφενός το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει μεταξύ της απόφασης και της αίτησης παραμερισμού και αφετέρου η χρησιμότητα του τυχόν παραμερισμού, από την άποψη ότι αν δεν υπάρχει κάποια υπεράσπιση, τότε ο παραμερισμός δεν εξυπηρετεί. Τα πιο πάνω αντλούνται από υποθέσεις όπως οι Evans v. Bartlam
(1973)3 All E.R. 646, Land Securities Plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, Μιχάλης Λούκα ν. Cyprus Pipes Industries Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 163 και Λουκαΐδου ν. Γερολέμου
(2000)1 Α.Α.Δ. 333.» Και λίγο παρακάτω: «Η ανάδειξη εκ πρώτης όψεως καλής και συζητήσιμης υπεράσπισης που συνιστά κυρίαρχο παράγοντα σε αιτήσεις του είδους, ουδέποτε εξετάζεται κατ΄ απομόνωση. Ανάλογα με τα περιστατικά, οι υπόλοιποι παράγοντες ή κριτήρια αποκτούν λιγότερη ή περισσότερη σημασία. Ικανά ακόμη και να αντισταθμίσουν την καλή υπεράσπιση. Άλλωστε, είναι εξ αιτίας της μη εμφάνισης του που ένας εναγόμενος αναγκάζεται εκ των υστέρων να πείσει ότι έχει καλή υπεράσπιση, ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί επί της ουσίας.» Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές και με βάθρο την ενώπιόν μου μαρτυρία παρατηρώ τα εξής: Για λόγους που θα παραθέσω στη συνέχεια θεωρώ άνευ αποχρώντος λόγου την παράλειψη της εναγόμενης 2 να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή, εντός της ταχθείσας προθεσμίας των 10 ημερών, από τις 21.9.2011 που της επιδόθηκε προσωπικά το κλητήριο ένταλμα της αγωγής και μάλιστα, έναντι της υπογραφής της και εντελώς αδικαιολόγητη την περίοδο 28 και πλέον μηνών που μεσολάβησε από την ημέρα έκδοσης απόφασης εναντίον της την 1.11.2011 μέχρι και τις 17.3.2014 που καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία επιδιώκει τον παραμερισμό της απόφασης. Σε συνδυασμό και με το χρόνο που έλαβε γνώση της εναντίον της απόφασης θεωρώ ότι γενικά διαγωγή που επέδειξε είναι ασυγχώρητη και περιφρονητική, μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των αντιδίκων της, οπότε κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας, αρνούμαι να παραμερίσω την απόφαση και να επανανοίξω την υπόθεση. Αποτελεί θέση μου ότι η εναγόμενη 2, με την όλη συμπεριφορά της και γενικά τη διαγωγή της έπληξε το θεμέλιο της δικαιοσύνης. Όσα ακολουθούν είναι από την ένορκη δήλωση της εναγόμενης, στην προσπάθειά της να με πείσει ότι δικαιολογημένα παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση καθώς και την υπό κρίση αίτηση, ενωρίτερα. Ειδικότερα: Στις ή γύρω στις 21.9.2011 της επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα της αγωγής, με όνομα σε αυτό, κάποιας KATHERYN ROZKOWSKA. Δεν αποτάθηκε στο Δικαστήριο για εμφάνιση, επειδή το όνομα της εναγόμενης 2 μοιάζει με το δικό της, όμως δεν είναι αυτό και περαιτέρω, επειδή ο Χρύσανθος Κάιζερ, σύζυγος της εναγόμενης 1 της ανάφερε ότι όταν θα επισκεφθεί τη δικηγόρο τους, θα της έλεγε να εμφανιστεί και να υπερασπιστεί και αυτή, πράγμα που δεν έγινε. Όταν στις ή γύρω στις 22.11.2011 επικοινώνησε με τη δικηγόρο της που είναι η δικηγόρος και της εναγόμενης 1 για να πληροφορηθεί τι έγινε έμαθε ότι λήφθηκε απόφαση εναντίον «του πιο πάνω προσώπου.» Στις ή γύρω στις 9.2.2012 της επιδόθηκε η πρώτη αίτηση έρευνας, ημερομηνίας 31.1.
  1. Εμφανίστηκε με τη δικηγόρο της στο Δικαστήριο και τελικά η αίτηση αποσύρθηκε. Στις ή γύρω στις 22.5.2012 της επιδόθηκε η δεύτερη αίτηση έρευνας, ημερομηνίας 4.5.
  2. Εμφανίστηκε και πάλι με τη δικηγόρο της στο Δικαστήριο και τελικά και αυτή η αίτηση αποσύρθηκε άνευ βλάβης. Στις ή γύρω στις 15.6.2012 καταχωρήθηκε αίτηση για τροποποίηση του ονόματος της εναγόμενης 2 στο κλητήριο ένταλμα καθώς και στην επίδικη απόφαση, με αντικατάστασή της με το όνομα KATHERINE RUZKOWSKA, όμως και πάλι με λανθασμένο όνομα. Καταχωρίστηκε ένσταση εκ μέρους της και η αίτηση αποσύρθηκε και πάλι άνευ βλάβης και χωρίς έξοδα. Η αρχική νομική συμβουλή που πήρε ήταν ότι οι ενάγοντες δεν μπορούν να προχωρήσουν εναντίον της. Όμως τώρα, η νομική συμβουλή που λαμβάνει είναι ότι οι ενάγοντες θα επαναλάβουν την τακτική τους για μέτρα εκτέλεσης, με νέα αίτηση και θα πετύχουν σ' αυτή. Δεν αποτάθηκε ενωρίτερα για ακύρωση της απόφασης, επειδή, με τους ενάγοντες και τους δικηγόρους τους καθώς και με το σύζυγο της εναγόμενης 1 έκαναν επανειλημμένες προσπάθειες εξώδικης και συνολικής διευθέτησης της παρούσας υπόθεσης και άλλων δύο υποθέσεων. Τελικά όμως, οι ενάγοντες επιμένουν να πληρώσει όλα τα ποσά, πλέον τόκους και εκβιαστικά δεν προβαίνουν σε κανέναν συμβιβασμό, επειδή υφίσταται η επίδικη απόφαση. Τα ακόλουθα απορρέουν από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του συζύγου της εναγόμενης 1, στην οποία και αυτός προέβη προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης: Η σύζυγός του είναι συνιδιοκτήτρια με την αιτήτρια Katherine - Maria Ruskowska, του διαμερίσματος με αριθμό 138 που βρίσκεται στο κτιριακό συγκρότημα LIMNARIA WESTPARK, στην Κάτω Πάφο. Δε θυμάται ακριβώς ημερομηνία όταν επικοινώνησε μαζί του η αιτήτρια και του ανάφερε ότι πήγε κάποιο πρόσωπο στο σπίτι της και της παρέδωσε κάποιο έγγραφο στα ελληνικά τα οποία δεν καταλαβαίνει, το όνομα μοιάζει με το δικό της, αλλά δεν είναι αυτό το όνομά της και ο ίδιος κατάλαβε ότι ήταν από το Δικαστήριο, επειδή είχαν επιδώσει και στη σύζυγό του αγωγή. Ανάφερε στην αιτήτρια ότι διόρισαν ήδη δικηγόρο τους την κα Πουλλά και θα της ζητούσε να εκπροσωπήσει και αυτή. Ενώ η δικηγόρος τους του ανάφερε ότι η αιτήτρια θα έπρεπε να πάει στο γραφείο της και να υπογράψει διοριστήριο δικηγόρου, παρέλειψε να το αναφέρει στην αιτήτρια, έχοντας την εντύπωση ότι θα της τηλεφωνούσε η κα Πουλλά να πάει στο γραφείο της. Πραγματικά έγινε παρεξήγηση και προέκυψαν πολλές διαφορές με την αιτήτρια για τούτο, με την έκδοση απόφασης εναντίον της, ενώ η σύζυγός του υπερασπίζεται τον εαυτό της, για το ίδιο θέμα. Έγιναν προσπάθειες για εξώδικη διευθέτηση, αλλά οι ενάγοντες δε δέχονται καμιά πραγματική συζήτηση των υποθέσεων και τους ταλαιπωρούν, πλέον, λόγω και της έκδοσης της επίδικης απόφασης, την οποία χρησιμοποιούν ως μοχλό πίεσης. Προβαίνει στην ένορκη δήλωση ο ίδιος, επειδή πραγματικά φέρει μεγάλη ευθύνη για την έκδοση απόφασης εναντίον της αιτήτριας. Ακολουθούν οι λόγοι για τους οποίους θεωρώ προφάσεις και φθηνές δικαιολογίες όλους τους παραπάνω ισχυρισμούς της αιτήτριας καθώς και του συζύγου της εναγόμενης 1, τους οποίους προβάλλουν στην προσπάθειά τους να με πείσουν ότι η εναγόμενη 2, δικαιολογημένα παρέλειψε να καταχωρήσει ως όφειλε, καταρχήν, εμφάνιση εντός της προθεσμίας των 10 ημερών, από την ημέρα που της επιδόθηκε προσωπικά το κλητήριο ένταλμα της αγωγής και ακολούθως, ενωρίτερα την υπό κρίση αίτηση: Καταρχήν εντοπίζω μία σοβαρά αντίφαση ανάμεσα σε όσα και οι δύο αναφέρουν, προκειμένου να δικαιολογήσουν την παράλειψη της εναγόμενης να καταχωρήσει εμφάνιση, με αποτέλεσμα την έκδοση απόφασης εναντίον της, στην απουσία της. Ενώ η ίδια ισχυρίζεται ότι ο λόγος που δεν αποτάθηκε στο Δικαστήριο για εμφάνιση είναι γιατί το όνομα της εναγόμενης 2 στο κλητήριο ένταλμα της αγωγής που της επιδόθηκε μοιάζει με το δικό της, χωρίς όμως να είναι το δικό της καθώς και επειδή ο σύζυγος της εναγόμενης 1 της ανάφερε ότι όταν θα επισκεπτόταν τη δικηγόρο τους, θα της έλεγε να εμφανιστεί και υπερασπιστεί και την ίδια, πράγμα που δεν έγινε, ο σύζυγος της εναγόμενης 1 ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη 2 του ανάφερε ότι πήγε κάποιο πρόσωπο στο σπίτι της και της παρέδωσε κάποιο έγγραφο το οποίο ήταν στα ελληνικά, τα οποία δεν καταλαβαίνει. Αν ληφθεί υπόψη η ομολογία της εναγόμενης 2, ότι είναι το κλητήριο ένταλμα της αγωγής που της επιδόθηκε και ότι ο λόγος που δεν καταχώρησε εμφάνιση δεν είναι γιατί δεν κατάλαβε είτε τη φύση του εγγράφου είτε ότι αυτό την αφορούσε, αλλά, επειδή το αναγραφόμενο στο κλητήριο ένταλμα όνομα της εναγόμενης 2 έμοιαζε με το δικό της μα δεν ήταν το δικό της, καταφαίνεται το μέγεθος της αντίφασης μεταξύ των δύο συναφώς με το θέμα. Υπάρχει όμως και συνέχεια για το ίδιο θέμα που αναδεικνύει και την ευκολία με την οποία ο σύζυγός της εναγόμενης 1 καταφεύγει και στο ψεύδος, στην προσπάθειά του να βοηθήσει την εναγόμενη 2 να πετύχει στην υπό κρίση αίτηση. Αν υποτεθεί ότι όταν αυτή επικοινώνησε μαζί του, του ανάφερε απλώς ότι πήγε κάποιο πρόσωπο (και όχι ιδιώτης επιδότης) στο σπίτι της και της παρέδωσε κάποιο έγγραφο (και όχι κλητήριο ένταλμα ή αγωγή) στα ελληνικά, τα οποία δεν καταλαβαίνει, τότε, πώς ο ίδιος κατάλαβε χωρίς να δει το έγγραφο, ότι ήταν από το Δικαστήριο και ότι επρόκειτο για αγωγή, επειδή είχαν επιδώσει και στη σύζυγό του την ίδια αγωγή, για να έχει νόημα ο ισχυρισμός του, ότι ανάφερε στην εναγόμενη 2 ότι θα ζητούσε από τη δικηγόρο της συζύγου του, να εκπροσωπήσει και την ίδια στην υπόθεση; Το πόσο ψευδής είναι ο επί του προκειμένου ισχυρισμός του μάρτυρα είναι ολοφάνερο. Ο ισχυρισμός της εναγόμενης 2, ότι, στις 22.11.2011 έμαθε από τη δικηγόρο της ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον «του πιο πάνω προσώπου» το οποίο, προηγουμένως αποκαλεί ως κάποια KATHERYN ROZKOWSKA, προφανώς εντάσσεται στο πλαίσιο της ανεπιτυχούς προσπάθειάς της να με πείσει έστω έμμεσα, κατά μία εκδοχή, ότι, επειδή το όνομα της εναγόμενης 2, όπως αναγράφεται στο κλητήριο ένταλμα δεν είναι ίδιο με το δικό της, με το οποίο απλώς μοιάζει, θεώρησε πως δεν την αφορούσε η αγωγή. Εκτός του ότι το πρώτο όνομα της εναγόμενης 2, όπως αναγράφεται στο κλητήριο ένταλμα της αγωγής είναι ίδιο ακριβώς με το πραγματικό της, δηλαδή KATHERINE και όχι KATHERYN, όπως αναληθώς ισχυρίζεται η ίδια είναι και το γεγονός, ότι, ακόμη και το επίθετό της εναγόμενης 2, όπως αναγράφεται στο κλητήριο ένταλμα, ελάχιστα διαφέρει από το πραγματικό της, σύμφωνα με την εκδοχή της. Στο κλητήριο ένταλμα αναφέρεται ως ROZKOWSKA, ενώ η ίδια ισχυρίζεται ότι το πραγματικό της επίθετο είναι RUSZKOWSKA. Εν πάση περιπτώσει, η εναγόμενη 2, που προφανώς είναι το πρόσωπο το οποίο μαζί με την εναγόμενη 1 αφορά η αγωγή, στην παράγραφο 7 της ένορκης της δήλωσης (σε συνδυασμό και με όσα αναφέρει στις προηγούμενες παραγράφους) ομολογεί τον πραγματικό λόγο της συνειδητής της απόφασης και επιλογής να μην καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή με αποτέλεσμα την έκδοση απόφασης εναντίον της στην απουσία της, που είναι ο ίδιος για τον οποίο στη συνέχεια, μολονότι οι ενάγοντες προχώρησαν στη λήψη μέτρων εκτέλεσης της απόφασης εναντίον της και όχι μόνο, κάτι που γνώριζε η ίδια, αισθάνθηκε την ανάγκη να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση, για να επαναλάβω 28 και πλέον μήνες μετά την έκδοση της επίδικης απόφασης, αν και, όπως επίσης ομολογεί πληροφορήθηκε το συγκεκριμένο γεγονός, τρεις βδομάδες αργότερα. Και ο λόγος, δεν είναι ασφαλώς ότι η αγωγή, είτε δεν την αφορούσε είτε ακόμη, επειδή το όνομά της, εν μέρει αναγράφεται εσφαλμένα στο κλητήριο ένταλμα θεώρησε πως δεν την αφορούσε η αγωγή είτε τέλος, δεν αντιλήφθηκε ότι την αφορούσε. Όπως η ίδια αναφέρει ενήργησε όπως ενήργησε ή ορθότερα παρέλειψε να ενεργήσει ως όφειλε και συγκεκριμένα, καταρχήν, να καταχωρήσει εμφάνιση εντός της ταχθείσας από τους Θεσμούς προθεσμίας των 10 ημερών από την επίδοση σ' αυτή του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής και ακολούθως, να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση, ευθύς αμέσως αφότου έμαθε ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον της, επειδή, η αρχική νομική συμβουλή που είχε πάρει ήταν ότι οι ενάγοντες, ένεκα του γεγονότος ότι ανέγραψαν εσφαλμένα το όνομά της στην αγωγή, δεν μπορούσαν να προχωρήσουν σε μέτρα εκτέλεσης εναντίον της. Τώρα όμως, η νομική συμβουλή που παίρνει (που προφανώς προέρχεται από τον ίδιο δικηγόρο, χωρίς να σημαίνει πως αν ήταν από άλλο δικηγόρο, θα ήταν διαφορετική η θέση της) είναι ότι οι ενάγοντες θα επαναλάβουν την τακτική τους για μέτρα εκτέλεσης εναντίον της με νέα αίτηση και θα πετύχουν. Η τελευταία από τις παραπάνω θέσεις της (οι ενάγοντες θα επαναλάβουν την τακτική τους για μέτρα εκτέλεσης εναντίον της με νέα αίτηση και θα πετύχουν) χωρίς να τοποθετούμαι επί της ορθότητάς της (δεδομένου ότι εκκρεμεί προς εκδίκαση και η αίτηση των εναγόντων 1, ημερομηνίας 31.3.2014, με την οποία βασικά επιδιώκουν διόρθωση του ονόματος της εναγόμενης 2, τόσο στον τίτλο της αγωγής όσο και στον τίτλο της απόφασης κατά τρόπο ώστε αυτό να είναι σύμφωνα με την εκδοχή της εναγόμενης 2) αποκαλύπτει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι αυτή, μολονότι είχε αντιληφθεί και γνώριζε από την πρώτη στιγμή που της επιδόθηκε η αγωγή, ότι αυτή στρεφόταν και εναντίον της καθώς και το αντικείμενό της, οχυρωμένη πίσω από την αρχική, όπως την αποκαλεί νομική συμβουλή που πήρε από τη δικηγόρο της, θεωρώντας πως, ένεκα του γεγονότος ότι οι ενάγοντες ανέγραψαν εσφαλμένα το όνομά της στην αγωγή, δε θα μπορούσαν να προβούν σε μέτρα εκτέλεσης εναντίον της, με όλο το σεβασμό προς την ίδια, πονηρά σκεπτόμενη και λειτουργώντας τυχοδιωκτικά, τους άφησε να προχωρήσουν στην έκδοση απόφασης εναντίον της στην απουσία της και ακολούθως να καταχωρήσουν και τις δύο αιτήσεις έρευνας για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης. Όταν όμως οι δικηγόροι της τη συμβούλευσαν ότι η αρχική νομική συμβουλή που της είχαν δώσει ήταν εσφαλμένη (για να επαναλάβω δεν αποφαίνομαι επί της ορθότητας είτε της μιας είτε της άλλης) μόνο τότε αποφάσισε να αντιδράσει και να ζητήσει τον παραμερισμό της απόφασης, επειδή έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Προφανώς, η απραξία της για όλη αυτή την περίοδο των 28 και πλέον μηνών αφότου της επιδόθηκε η αγωγή και σχεδόν 28 μηνών αφότου έμαθε ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον της στην αγωγή μέχρι και τη μέρα που αποφάσισε να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση, κυρίως όμως, οι επιπτώσεις εξαιτίας αυτής της αδράνειάς της επί των νομίμων συμφερόντων και δικαιωμάτων των εναγόντων 1, οι οποίοι, στο διάστημα που ακολούθησε της έκδοσης της απόφασης, καταχώρησαν δύο αιτήσεις έρευνας εναντίον της καθώς και άλλες δύο αιτήσεις για διόρθωση του ονόματος της στον τίτλο, τόσο της αγωγής όσο και της απόφασης, γεγονός το οποίο προφανώς τους υπόβαλε τόσο ταλαιπωρία όσο και σε έξοδα, για την ίδια, όλα αυτά καθώς και διάφορα άλλα φαίνεται να αποτελούν στοιχείο αδιάφορο για σκοπούς άσκησης της διακριτικής μου ευχέρειας να αποδεχτώ ή απορρίψω την υπό κρίση αίτηση, κατά την οποία καθώς ήδη έχει αναφερθεί (βλ. την Phylactou, ανωτέρω) οφείλω να επιδιώξω την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη να διασφαλίσω αφενός, το δικαίωμά της να ακουστεί στην υπόθεσή της και αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση της υπόθεσης που είναι συνυφασμένη με τη ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Για να συνεχίσω, θα έλεγα πως, στην προκειμένη περίπτωση, η όλη στάση που τήρησε η εναγόμενη 2 και γενικά η διαγωγή που επέδειξε όλη αυτή την περίοδο, εκτός από ασυγχώρητη και περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των εναγόντων (οι οποίοι, δύο και πλέον χρόνια μετά που εξασφάλισαν νομότυπα απόφαση εναντίον της, όχι μόνο δεν κατόρθωσαν να την εκτελέσουν, αλλά, αντιμετωπίζουν και αίτηση παραμερισμού της) είναι και εγωιστική, αλλά και προκλητική, σε βαθμό που συνιστά και εμπαιγμό τόσο του Δικαστηρίου όσο και των εναγόντων. Επομένως, κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας, μολονότι, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια θεωρώ ότι η εναγόμενη 2 αποκάλυψε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης, εντούτοις αρνούμαι να παραμερίσω την απόφαση και να επανανοίξω την υπόθεση, αφού, για να επαναλάβω, θεωρώ ότι η διαγωγή της εναγόμενης 2 (ως ανωτέρω) είναι τέτοια που έχει πλήξει το κύρος και το θεμέλιο της δικαιοσύνης. Το γεγονός δε, ότι, όπως ισχυρίζεται η εναγόμενη 2, δεν αποτάθηκε ενωρίτερα για ακύρωση της απόφασης, επειδή έκαναν επανειλημμένες προσπάθειες με τους ενάγοντες και τους δικηγόρους τους και το σύζυγό της εναγόμενης 1 υπό την προσωπική του ιδιότητα, αλλά και ως αντιπρόσωπος της εναγόμενης 1, για συνολική διευθέτηση, τόσο της παρούσας υπόθεσης όσο και άλλων δύο, δεν αναιρεί οποιαδήποτε από τις παραπάνω διαπιστώσεις και συμπεράσματά μου αναφορικά με τη διαγωγή της. Ούτε η ίδια ισχυρίζεται, μα ούτε και οι ενάγοντες που παραδέχονται ότι έγιναν οι παραπάνω προσπάθειες αναφέρουν ότι εξαιτίας τους, είτε ανέστειλαν για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα είτε ακόμη απεμπόλησαν οποτεδήποτε τα δικαιώματά τους που απορρέουν από την απόφαση που εξασφάλισαν εναντίον της είτε τέλος, ότι ανέφεραν στην εναγόμενη ότι ισχύει οτιδήποτε από αυτά. Και κάτι ακόμη. Το γεγονός ότι στο κλητήριο ένταλμα της αγωγής, το όνομα της εναγόμενης 2 δεν είναι ίδιο ακριβώς με το πραγματικό της, δε δικαιολογεί την στάση πλήρους αδράνειας, απραξίας και αδιαφορίας που αυτή επέδειξε αφότου της επιδόθηκε η αγωγή. Καθ' ομολογία της, βασικά, εκμεταλλευόμενη το γεγονός αυτό, επέλεξε την εύκολη και συμφέρουσα όπως νόμιζε τότε, λύση, για την ίδια, θεωρώντας ότι ακόμη και να εξέδιδαν απόφαση εναντίον της οι ενάγοντες, δε θα μπορούσαν να την εκτελέσουν. Ωστόσο, δεδομένου ότι, όπως είναι και η θέση της, όχι μόνο αντιλήφθηκε ότι την αφορούσε η αγωγή, αλλά έχει και υπεράσπιση στην υπόθεση, αυτό που μπορούσε και όφειλε να κάνει όταν της επιδόθηκε η αγωγή, που κατά τη γνώμη μου, ενδεχομένως είναι και η μόνη επιλογή που είχε ήταν να κάνει χρήση της δυνατότητας που της παρείχε η Δ.16 Θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συγκεκριμένα, θα έπρεπε να καταχωρήσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία και ακολούθως, αίτηση, με την οποία να ζητά τον παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος στην ίδια, για το λόγο που εν τέλει επέλεξε να μην καταχωρήσει καθόλου εμφάνιση στην αγωγή, με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον της, στην απουσία της Μολονότι η τύχη της αίτησης έχει κριθεί, εντούτοις, θα συνεχίσω. Οι ενάγοντες, με την αγωγή τους καθώς ήδη έχει αναφερθεί αξιώνουν εναντίον των δύο εναγόμενων το ποσό των €8.628,
  3. Το ποσό αυτό, όπως είναι η θέση τους αποτελεί την αναλογία των εναγόμενων υπό μορφή κοινοχρήστων εξόδων, για την περίοδο από 15.9.2004 μέχρι και τις 31.3.2011 σε σχέση με το διαμέρισμα με αριθμό 138 που βρίσκεται στο κτιριακό συγκρότημα LIMNARIA WESTPARK, στην επαρχία Πάφου. Σύμφωνα πάντοτε με τους ενάγοντες και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους, οι εναγόμενες, στον ουσιώδη χρόνο ήταν ιδιοκτήτριες και/ή ενοικιάστριες και/ή είχαν και έχουν δικαίωμα κατοχής του επίδικου διαμερίσματος. Με την μαρτυρία που έχουν προσκομίσει οι ενάγοντες, για σκοπούς απόδειξης της απαίτησής τους εναντίον της εναγόμενης 2 ισχυρίζονται ότι εναγόμενες, στον ουσιώδη χρόνο για την αγωγή ήταν ιδιοκτήτριες και ενοικιάστριες και είχαν δικαίωμα κατοχής του επίδικου διαμερίσματος. Προφανώς, εξ αντικειμένου, δεν μπορεί οι εναγόμενες να συνδέονταν με το επίδικο διαμέρισμα και με τις τρεις αυτές ιδιότητες. Παρόλα αυτά, το Δικαστήριο που με διαφορετική σύνθεση από το παρόν επιλήφθηκε της σχετικής αίτησης για έκδοση απόφασης εναντίον της εναγόμενης 2, λόγω της παράλειψής της να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή εξέδωσε απόφαση εναντίον της, για ολόκληρο το ποσό της απαίτησης των εναγόντων η οποία στρεφόταν εναντίον και των δύο εναγόμενων. Το άρθρο 38ΙΑ του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ.224 προνοεί ότι οι κύριοι των μονάδων θα συμμετέχουν στις δαπάνες που είναι αναγκαίες και για τη διαχείριση, μεταξύ άλλων, της κοινόκτητης ιδιοκτησίας, με αναλογία μεριδίου με βάση το εμβαδό κάθε μονάδας. Με αυτό δεδομένο, ο ισχυρισμός της εναγόμενης 2, ότι είναι ιδιοκτήτρια του επίδικου διαμερίσματος, με μερίδιο ½, με την εναγόμενη 1 να είναι συνιδιοκτήτρια του υπόλοιπου μεριδίου (σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι οι ενάγοντες πέτυχαν την έκδοση απόφασης εναντίον της για ολόκληρο το ποσό της απαίτησής τους το οποίο αφορά τα κοινόχρηστα έξοδα συγκεκριμένης περιόδου για ολόκληρο το διαμέρισμα) αποτελεί ασφαλώς εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην υπόθεση. Χωρίς να χρειάζεται να τοποθετηθώ και επί των άλλων υπερασπίσεων που αυτή εγείρει, ομολογώ πως, εάν η διαγωγή της αφότου της επιδόθηκε η αγωγή και ακολούθως, αφότου έμαθε ότι εκδόθηκε απόφαση σ' αυτή εναντίον της, ήταν διαφορετική απ' ό, τι ήταν, κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας, θα διέτασσα τον παραμερισμό της επίδικης απόφασης και θα της έδινα το δικαίωμα να καταχωρήσει τόσο εμφάνιση όσο και κυρίως, υπεράσπιση στην αγωγή. Ωστόσο, για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί με τη συμπεριφορά της και γενικά τη διαγωγή της, τόσο έναντι του Δικαστηρίου όσο και έναντι των αντιδίκων της, ουσιαστικά μου έχει αφαιρέσει το δικαίωμα να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια προς όφελός της και να δεχτώ την αίτηση. Για να χρησιμοποιήσω το λεκτικό της Τσεσμέλογλου (ανωτέρω) στην περίπτωσή της, τα δύο κριτήρια που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου που εξετάζει αίτηση όπως η υπό κρίση, τα οποία απέτυχε να με πείσει ότι ικανοποιούνται αποδεικνύονται ικανά να αντισταθμίσουν την εκ πρώτης όψεως καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση που απέδειξε ότι έχει στην ουσία της υπόθεσης. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων 1 και σε βάρος της εναγόμενης 2, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ- ΑΧ Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση παραμερισμού απόφασης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.