← Κύπρος

Λεωνίδα Γεωργίου ν. Λίζα Λουκαΐδου - Θεοφάνους κ.α., Αρ. Αγωγής: 2303/01, 3/2/2015

Λεωνίδα Γεωργίου ν. Λίζα Λουκαΐδου - Θεοφάνους κ.α., Αρ. Αγωγής: 2303/01, 3/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A18 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ν. ΚΟΝΗ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2303/01 Μεταξύ: Λεωνίδα Γεωργίου, από την Λευκωσία Ενάγοντα και Λίζα Λουκαΐδου - Θεοφάνους, από την Πάφο Εναγόμενη ΚΑΙ ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 18.04.2005 Μεταξύ: Λεωνίδα Γεωργίου, από την Λευκωσία Ενάγοντα και

  1. Λίζα Λουκαΐδου - Θεοφάνους, από την Πάφο
  2. Ανδρέα Κονναρή, από την Λεμεσό Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 02.07.2014 Ημερομηνία: 03.02.2015 Για Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια: κα Κ. Χριστοφόρου για κα Α. Κορακίδου Μακρίδου Για τον Ενάγοντα - Καθ' ου η Αίτηση 1: κ. Ν. Νικολάου Για τον Εναγόμενο 2 - Καθ' ου η Αίτηση 2: κ. Γ. Γεωργίου για Κυριάκο Θ. Μιχαηλίδη και Γιώργο Ζ. Γεωργίου Δ.Ε.Π.Ε ---------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση η Αιτήτρια εξαιτείται: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου αναστέλλον την εκτέλεση της απόφασης ημερ. 09.04.2014 (εφεξής «η απόφαση»), που εξεδόθη εναντίον της Εναγόμενης 1 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή αναστολή οιωνδήποτε μέτρων εκτελέσεως της ως άνω αγωγής, μέχρι την εκδίκαση της έφεσης που η Εναγόμενη 1 καταχώρησε στις 16.05.2014 (εφεξής «η έφεση»), δια της οποίας αμφισβητείται η εγκυρότητα της εκδοθείσας απόφασης. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου αναστέλλον την εκτέλεση της απόφασης ημερ. 09.04.2014 (εφεξής «η απόφαση»), εναντίον της Εναγόμενης 1 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αναφορικά με το διάταγμα για ετοιμασία, κατάθεση στο φάκελο του Δικαστηρίου και παράδοση στον Ενάγοντα και στον Εναγόμενο 2 λογαριασμών που να αφορούν τις οικονομικές καταστάσεις του συνεταιρισμού για όλη την περίοδο 1993, 1994, 1995, για την περίοδο από 01.01.1996 μέχρι 31.03.1996, για όλη την περίοδο του 1999 και για την περίοδο από 01.09.2000 μέχρι 31.12.2000, μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου αναστέλλον την εκτέλεση της απόφασης ημερ. 09.04.2014, εναντίον της Εναγόμενης 1 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αναφορικά με το διάταγμα για ετοιμασία, κατάθεση στο φάκελο του Δικαστηρίου και παράδοση στον Ενάγοντα και στον Εναγόμενο 2 λογαριασμών που να αφορούν τις υποθέσεις του συνεταιρισμού που περιήλθαν στην κατοχή της Εναγόμενης 1 μετά τις 17.01.2001, μέχρι την εκδίκαση της έφεσης». Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.35, θ.18, θ.19, Δ.48 θ.1-4, θ.8

(1)(ee), Δ.39 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα Άρθρα 4, 5 και 9 του Κεφ. 6, στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στο κοινοδίκαιο και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Εναγομένης 1 - Αιτήτριας. Η Εναγόμενη 1 αναφέρει στην ένορκη της δήλωση ότι είναι δικηγόρος και ότι την 09.04.2014 εξεδόθη απόφαση στην παρούσα αγωγή με την οποία το Δικαστήριο την διατάσσει όπως εντός 6 μηνών από την ως άνω ημερομηνία ετοιμάσει και καταθέσει στο φάκελο της παρούσας υπόθεσης, ως επίσης παραδώσει στον Ενάγοντα και στον Εναγόμενο 2 λογαριασμούς που να αφορούν τις οικονομικές καταστάσεις του συνεταιρισμού «για όλη την περίοδο 1993, 1994, 1995, για την περίοδο από 01.01.1996 μέχρι 31.03.1996, για όλη την περίοδο 1999 και για την περίοδο από 01.09.2000 μέχρι 31.12.2000». Περαιτέρω, συνεχίζει, η απόφαση ημερομηνίας 09.04.2014 την διατάσσει όπως εντός 6 μηνών από την ως άνω ημερομηνία ετοιμάσει, καταθέσει στον φάκελο της παρούσας υπόθεσης και παραδώσει στον Ενάγοντα και στον Εναγόμενο 2 λογαριασμούς που να αφορούν τις υποθέσεις του συνεταιρισμού που περιήλθαν στην κατοχή της μετά την 17.01.
  1. Η Εναγόμενη 1 αναφέρει στη συνέχεια ότι την 16.05.2014 καταχώρησε έφεση εναντίον ως άνω απόφασης στην παρούσα αγωγή αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  2. Όπως γνωρίζει και πιστεύει έχει μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης και ανατροπής της ως άνω απόφασης και παραθέτει τους λόγους για τους οποίους έχει την πεποίθηση ότι η έφεση της θα επιτύχει και η απόφαση ημερομηνίας 09.04.2014 θα ανατραπεί. Η Εναγόμενη 1 αναφέρει ακόμα ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθεί διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της ως άνω απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης λόγω του ότι σε διαφορετική περίπτωση θα επηρεαστούν δυσμενώς και υπέρμετρα τα δικαιώματα της, θα μείνει εκτεθειμένη και θα υποστεί ανεπανόρθωτες ζημιές αφού «η ετοιμασία και η παράδοση στον Ενάγοντα και στον Εναγόμενο 2 των λογαριασμών που διατάσσει το Δικαστήριο με την απόφαση ημερομηνίας 09.04.2014 είναι δύσκολη έως και αδύνατη μετά την πάροδο τόσων ετών αφού δεν είμαι σε θέση να το πράξω, εάν δεν δοθούν τα αιτούμενα διατάγματα αναστολής, λόγω του ότι πολλά από τα στοιχεία που απαιτούνται για να ετοιμαστούν οι εν λόγω καταστάσεις δεν βρίσκονται πλέον στην κατοχή μου αφού έχουν χαθεί στο πέρασμα του χρόνου». Στην προσπάθεια της, συνεχίζει, να συμμορφωθεί με την ως άνω απόφαση θα πρέπει να αναθέσει σε άλλα άτομα επ' αμοιβή να ετοιμάσουν τις εν λόγω καταστάσεις, δηλαδή θα πρέπει να πληρώσει λογιστές και προσωπικό «για να ετοιμάσουν τις καταστάσεις με τα λιγοστά στοιχεία που είναι σήμερα στην κατοχή μου αναφορικά με την περίοδο που απαιτούνται οι καταστάσεις, χωρίς να μπορώ να πω με τα στοιχεία αυτά θα είναι σε θέση να ετοιμάσουν τέτοιες καταστάσεις και αυτό θα προκαλέσει ταλαιπωρία και μεγάλα έξοδα σε εμένα και περαιτέρω ο Ενάγων και ο Εναγόμενος 2 θα έχουν πρόσβαση σε λογαριασμούς που δεν δικαιούνται να λάβουν σε περίπτωση που ανατραπεί η πρωτόδικη απόφαση από το Εφετείο και ως εκ τούτου η έφεση σε περίπτωση που δεν θα δοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, δεν θα έχει καμία απολύτως σημασία ακόμη και αν την κερδίσω». Η Εναγόμενη 1 αναφέρει επίσης ότι θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα καθότι σε διαφορετική περίπτωση θα πρέπει να ετοιμαστούν και να παραδοθούν οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμών και ότι λόγω του γεγονότος αυτού δεν θα μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη ακόμη και αν κερδίσει την έφεση, αφού ακόμη και αν κερδίσει την έφεση θα βρεθεί προ τετελεσμένων γεγονότων, η έφεση, σε περίπτωση μη αναστολής της ως άνω απόφασης θα καταστεί άνευ αντικειμένου και δεν θα έχει οποιαδήποτε ουσία η συνέχιση της εκδίκασης της. Περαιτέρω υπάρχει ο κίνδυνος, συμπληρώνει, να βρεθεί κατηγορούμενη για απείθεια διαταγής του Δικαστηρίου αφού είναι σχεδόν αδύνατον να συμμορφωθεί με την εκδοθείσα απόφαση. Τέλος η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι: «
  3. Επίσης να αναφέρω ότι εναντίον μου κινήθηκε η αγωγή 2093/03 από τον Εναγόμενο 2, οι απαιτήσεις του οποίου ήταν πανομοιότυπες με αυτές της ανταπαίτησης στην παρούσα αγωγή. Το Δικαστήριο στα πλαίσια της αγωγής εκείνης έκδωσε απόφαση ημερ. 30.10.2013, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 και η οποία απορρίπτει την απαίτηση του Εναγόμενου 2 και καταλήγει σε διαφορετικά συμπεράσματα από την απόφαση που εκδόθηκε στην ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή. Η απόφαση ημερ. 30.10.2013 εφεσιβλήθηκε από τον Εναγόμενο 2 και εκκρεμεί η εκδίκαση της.
  4. Περαιτέρω, ειλικρινά πιστεύω ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν θα προκαλέσει ζημιά στην άλλη πλευρά αφού δεν θα επηρεασθούν τα δικαιώματα τους και τυχόν καθυστέρηση που θα σημειωθεί μέχρι την εκδίκαση της έφεσης δεν θα επιφέρει ουσιαστική ζημιά στον Ενάγοντα και στον Εναγόμενο 2 και δεν θα επιφέρει ζημιά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα». Ο Ενάγων - Καθ' ου η Αίτηση 1 καταχώρησε ένσταση η οποία στηρίζεται στο Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στα άρθρα 2, 25, 29, 30, 42 και 47 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.35 Θ.18, Δ.39, Δ.48, θ.4, Δ.64, Δ.42Α θ.1 θ.2, θ.3
(1)
(2)θ.4, Δ.34 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. O Ενάγων προβάλλει 39 συνολικά λόγους ένστασης όπως μεταξύ άλλων ότι η Αίτηση στερείται ουσιαστικού και νομικού ερείσματος, ότι είναι παράτυπη και ελλιπής, ότι τα γεγονότα που επικαλείται η Αιτήτρια δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ότι η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας ή και αποσκοπεί στην καθυστέρηση της απονομής της δικαιοσύνης, ότι δεν υφίστανται οι ειδικές εκείνες περιστάσεις (special circumstances) που να δικαιολογούν την στέρηση από τον Ενάγοντα των καρπών της επιτυχίας του, ότι δεν υφίστανται αποτελεσματικές εγγυήσεις εκ μέρους της Αιτήτριας σε περίπτωση έγκρισης των αιτούμενων διαταγμάτων, ότι η Αιτήτρια δεν εξηγεί γιατί αν η έφεση της πετύχει δεν θα μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και δεν εξηγεί ή και δεν δίδει επαρκείς λόγους γιατί σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων η έφεση της θα καταστεί άνευ αντικειμένου, ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι συντρέχει λόγος για να διαταχθεί η αιτούμενη αναστολή, ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και αποσκοπεί στην πρόκληση ταλαιπωρίας στον Ενάγοντα - Καθ' ου η Αίτηση 1, ότι η Αίτηση υποβάλλεται με μεγάλη καθυστέρηση η οποία δεν εξηγείται και με τρόπο καταχρηστικό, ότι δεν υπάρχει τίποτε το οποίο θα μπορούσε να εκτελεστεί και επομένως να ανασταλεί, ότι εάν η Αίτηση επιτύχει θα είναι δυσχερής η απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, ότι η απόφαση ημερομηνίας 09.04.2014 δεν θέτει οποιανδήποτε υποχρέωση ούτε επιβάλλει οποιοδήποτε καθήκον το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο διαταγής βάσει της Δ.35 θ.18 και ότι η παρούσα Αίτηση βρίσκεται έξω από τα πλαίσια της εν λόγω διαταγής, ότι η Αιτήτρια δεν ισχυρίζεται καν ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ή κάποια σοβαρή ζημιά σε περίπτωση που συμμορφωθεί με όσα την διατάσσει το Δικαστήριο να πράξει δυνάμει της ως άνω απόφασης του, ότι δεν προβάλλεται οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα καταστήσει τη έφεση άνευ αντικειμένου, ότι δεν παραθέτονται οποιαδήποτε στοιχεία ή και επαρκή στοιχεία με βάση τα οποία να μπορεί να γίνει πρόγνωση ως προς την επιτυχία ή την αποτυχία της έφεσης και ότι δεν υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης, ότι οι ισχυρισμοί περί αδυναμίας συμμόρφωσης είναι αόριστοι, ανεδαφικοί και δεν έχουν σχέση με την παρούσα διαδικασία, ότι με την παρούσα αίτηση επιδιώκεται ουσιαστικά ο προσωρινός παραμερισμός ή και η παγοποίηση της απόφασης που εφεσιβάλλεται και όχι η αναστολή της, ότι δεν τίθεται συγκεκριμένος και καθορισμένος χρόνος για τον οποίο ζητείται η αναστολή των διαταγμάτων που δόθηκαν με την ως άνω απόφαση ούτε δίδονται επαρκείς λεπτομέρειες αναφορικά με τους ισχυρισμούς περί δήθεν πρόκλησης βλάβης σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων με αποτέλεσμα να μην καταδεικνύεται η αναγκαιότητα αναστολής των ως άνω διαταγμάτων, ότι αναστολή χωρεί σε σχέση μόνο με την εκτέλεση απόφασης και όχι με την συνέχιση της εξέλιξης της μη συμπληρωθείσας διαδικασίας, ότι τα δικαστικά διατάγματα που περιλαμβάνονται στην ως άνω απόφαση ημερομηνίας 09.04.2014 και τα οποία διατάσσουν κάποια ενέργεια εκ μέρους της Αιτήτριας δεν έχουν οπισθογραφηθεί από τον Πρωτοκολλητή και επομένως δεν έχει επιδοθεί οποιοδήποτε αντίγραφο των εν λόγω δικαστικών διαταγμάτων στην Αιτήτρια, και τέλος ότι η παρούσα αίτηση είναι άνευ αντικειμένου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Κούλλας Μενοίκου, δικηγορικού υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο του Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση 1, η οποία υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης ενώ αρνείται τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση (εκτός όπου ρητά αναφέρει διαφορετικά). Η Κούλλα Μενοίκου αναφέρει στη συνέχεια ότι την 09.04.2014 εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου τελική απόφαση στην παρούσα αγωγή (Τεκμήριο Α). Διευκρινίζει ότι η ως άνω τελική απόφαση εξεδόθη μετά από επανεκδίκαση της παρούσας αγωγής στην οποία είχε εκδοθεί τελική απόφαση στις 18.01.
  1. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει στην συνέχεια τα ακόλουθα: «
  2. Η ουσία της όλης υπόθεσης είναι ότι ο Ανδρέας Κονναρής, ο Λεωνίδας Γεωργίου και η Λίζα Λουκαΐδου - Θεοφάνους σύστησαν ένα συνεταιρισμό δικηγόρων στην Πάφο, ο συνεταιρισμός αυτός λειτούργησε και η Λίζα Λουκαΐδου - Θεοφάνους μονομερώς τερμάτισε την λειτουργία του χωρίς να δώσει λογαριασμούς για όλα τα έτη λειτουργίας του εν λόγω συνεταιρισμού.
  3. Ουσιαστικά κανένας από τους 3 συνέταιρους δεν γνωρίζει σήμερα επακριβώς ποιες είναι οι οφειλές και ποια τα δικαιώματα του σε σχέση με τις υποθέσεις του εν λόγω συνεταιρισμού.
  4. Ένα μικρό αριθμό από τις υποθέσεις του εν λόγω επίδικου συνεταιρισμού, πράγματι έλαβε μετά τον μονομερή τερματισμό της λειτουργίας του από την Λίζα Λουκαΐδου - Θεοφάνους, και ο Ενάγοντας/Καθ' ου η Αίτηση 1, Λεωνίδας Γεωργίου, ο οποίος είναι πρόθυμος να δώσει λογαριασμούς για αυτές τις υποθέσεις.
  5. Όλες οι υπόλοιπες υποθέσεις του επίδικου συνεταιρισμού παρέμειναν στα χέρια της Αιτήτριας, Λίζας Λουκαΐδου - Θεοφάνους, αφού αυτή εκμεταλλεύτηκε το γεγονός του ότι το ενοικιαστήριο έγγραφο σε σχέση με το γραφείο συνεταιρισμού στην Πάφο, ήταν αποκλειστικά στο όνομα της. Έτσι αυτή αποκλείοντας την πρόσβαση των υπόλοιπων συνεταίρων στο γραφείο του συνεταιρισμού στην Πάφο, επέτυχε να παραμείνει η συντριπτική πλειοψηφία των υποθέσεων του εν λόγω συνεταιρισμού κάτω από την εξουσία, έλεγχο και κατοχή της, το ίδιο και το αρχείο του εν λόγω συνεταιρισμού και όπως επίσης όλα τα στοιχεία όλων των πελατών του εν λόγω συνεταιρισμού και όπως επίσης όλα τα σχετικά στοιχεία αναφορικά με τα έσοδα και τα έξοδα του εν λόγω συνεταιρισμού, όπως συνάμα και το ηλεκτρονικό πρόγραμμα που διατηρούσε ο εν λόγω συνεταιρισμός.
  6. Πέραν των πιο πάνω η Αιτήτρια βρισκόταν στο γραφείο του συνεταιρισμού κάθε μέρα, έλεγχε το υπαλληλικό προσωπικό και τους άλλους δικηγόρους που εργάζονταν στο εν λόγω γραφείο, είχε πλήρη πρόσβαση και επίγνωση των πάντων τόσο σε σχέση με τα οικονομικά δεδομένα του εν λόγω συνεταιρισμού, όσο και σε σχέση με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες. Όταν η Αιτήτρια μονομερώς τερμάτισε την λειτουργία του επίδικου συνεταιρισμού διατήρησε όλα τα στοιχεία του συνεταιρισμού τόσο τα οικονομικά όσο και αυτά που είχαν σχέση με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες στην κατοχή της, αποκλείοντας και απαγορεύοντας την πρόσβαση στους άλλους 2 συνέταιρους σε αυτά.
  7. Το ίδιο το Δικηγορικό γραφείο που διατηρεί η Αιτήτρια σήμερα είναι κατά κύριο λόγο συνέχεια των δραστηριοτήτων του επίδικου συνεταιρισμού, αφού η Αιτήτρια με διάφορες αμφισβητούμενες πρακτικές κράτησε το συντριπτικό ποσοστό από τους πελάτες του επίδικου συνεταιρισμού και συνέχισε ατομικά και προσωπικά να τους προσφέρει δικηγορικές υπηρεσίες μετά που η ίδια μονομερώς τερμάτισε τον επίδικο συνεταιρισμό. Άρα δεν υπάρχει περίπτωση να μην έχει διατηρήσει η Αιτήτρια τα στοιχεία που αφορούν κατά πλείστο υποθέσεις του συνεταιρισμού που η ίδια η Αιτήτρια προσωπικά και για δικό της ατομικό όφελος συνέχισε και διεκπεραίωσε μετά τον τερματισμό του επίδικου συνεταιρισμού, όσο επίσης και υποθέσεις του επίδικου συνεταιρισμού που παρόλο που ήταν αποπερατωμένες, η ίδια η Αιτήτρια τις κράτησε μετά τον μονομερή τερματισμό από την ίδια του επίδικου συνεταιρισμού και εισπράσσοντας κατά περιόδους διάφορα ποσά ως δικηγορική αμοιβή για δικό της λογαριασμό, ενώ αυτά τα ποσά κανονικά οφείλονταν για δικηγορική εργασία που προσέφερε ο επίδικος συνεταιρισμός και άρα αυτομάτως άνηκαν κατά ίσα μερίδια και στους 3 συνέταιρους». Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει επίσης ότι είναι τουλάχιστον αναφαίρετο δικαίωμα του Ενάγοντα, ο οποίος έχει προ πολλού ξεπεράσει την 6η δεκαετία της ζωής του, να γνωρίζει τι ακριβώς δικαιώματα και υποχρεώσεις έχει σε σχέση με τον εν λόγω συνεταιρισμό που αποτελεί αντικείμενο της αγωγής, ως επίσης τι απέγιναν τα χρήματα και ο κόπος που επένδυσε, ο χρόνος που αφιέρωσε και οι θυσίες που έκανε για να λειτουργήσει και να προοδεύσει ο εν λόγω συνεταιρισμός. Εδώ και 14 χρόνια, συνεχίζει, μάχεται μια διαρκής Δικαστική διαμάχη χωρίς τέλος και όταν έρχεται η στιγμή να μάθει επιτέλους την αλήθεια για τον εν λόγω συνεταιρισμό, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του σε σχέση με αυτόν, και να δρέψει έστω κάποιους από τους καρπούς των Δικαστικών μαχών που έδωσε, η Αιτήτρια κακόβουλα επιδιώκει μέσω της παρούσας Αίτησης να του το στερήσει. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ακόμα ότι η Αιτήτρια ισχυρίζεται αδυναμία της να συμμορφωθεί με τα διατάγματα του Δικαστηρίου που περιέχονται στην τελική απόφαση ημερομηνίας 09.04.2014, γιατί δήθεν αυτά έχουν χαθεί με το πέρασμα του χρόνου. Ποτέ, συνεχίζει, κατά την ακροαματική διαδικασία που έγινε ενώπιον του Δικαστηρίου η Αιτήτρια δεν ισχυρίστηκε ότι δεν μπορεί να δώσει λογαριασμούς γιατί της έχουν απομείνει λίγα ή καθόλου στοιχεία. Το συμπέρασμα το οποίο εξάγεται, σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, είναι ότι η Αιτήτρια δεν λέει την αλήθεια ή την αποκρύβει με μόνο σκοπό να ακυρώσει και να εκμηδενίσει την Δικαστική απόφαση που κέρδισε μετά από 14 χρόνια ο Ενάγων - Καθ' ου η Αίτηση
  8. Αποτελεί θέση της ενόρκως δηλούσας ότι η Αιτήτρια δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά εάν δεν δοθεί η αιτούμενη αναστολή εκτός από κάποια έξοδα τα οποία θα πληρώσει σε λογιστή για να ετοιμάσει τους απαραίτητους λογαριασμούς. Το ίδιο θα πράξει και ο Ενάγων - Καθ' ου η Αίτηση 1, αφού και αυτός έχει διαταχθεί να αποδώσει λογαριασμούς στην Αιτήτρια για τις υποθέσεις τις οποίες αυτός ανέλαβε. Διαφαίνεται, συνεχίζει η ενόρκως δηλούσα, ότι η Αιτήτρια με την παρούσα αίτηση επιδιώκει να τύχει ευνοϊκότερης μεταχείρισης από αυτή που έτυχε ή και θα τύχει ο Ενάγων - Καθ' ου η Αίτηση
  9. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει στη συνέχεια ότι η Αιτήτρια αναφέρει γενικά και αόριστα ότι με την πάροδο του χρόνου χάθηκε το μεγαλύτερο μέρος των στοιχείων σε σχέση με τον επίδικο συνεταιρισμό χωρίς να εξηγεί τον τρόπο που χάθηκαν και δεν ισχυρίζεται, ούτε είναι σε θέση να παράσχει αποτελεσματικές εγγυήσεις, ότι σε περίπτωση έγκρισης της αιτούμενης αναστολής εκτέλεσης θα είναι πράγματι σε θέση και θα μπορεί να δώσει λογαριασμούς στην περίπτωση που δεν δικαιωθεί στην έφεση που έχει καταχωρήσει. Από τη στιγμή που η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η ετοιμασία και παράδοση των λογαριασμών σε σχέση με την εν λόγω απόφαση είναι δύσκολη έως αδύνατη, συνεχίζει η ενόρκως δηλούσα, αυτό που ουσιαστικά ζητεί η Αιτήτρια δεν είναι η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 09.04.2014, αλλά η ακύρωση ή και ο παραμερισμός ή και η αχρήστευση της. Η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει επίσης ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας περί αδυναμίας συμμόρφωσης είναι αόριστοι και ανεδαφικοί και δεν έχουν σχέση με την παρούσα διαδικασία, αλλά είναι ισχυρισμοί που θα μπορούσαν να προβληθούν σε τυχόν διαδικασία παρακοής διατάγματος εάν και εφόσον υφίσταται και εάν και εφόσον υπάρχει δυνατότητα να κινηθεί διαδικασία παρακοής. Αποτελεί ακόμη θέση της ενόρκως δηλούσας ότι η έφεση της Αιτήτριας δεν έχει καμία πιθανότητα να επιτύχει, επεξηγώντας τους λόγους που στηρίζει τη θέση αυτή. Σύμφωνα επίσης με την ενόρκως δηλούσα, η Αιτήτρια δεν αιτιολογεί και δεν αναφέρει οποιεσδήποτε ενέργειες στις οποίες προέβηκε για να συμμορφωθεί με την απόφαση ημερ. 09.04.2014 στο διάστημα που διέρρευσε από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης μέχρι την 02.07.2014 όταν καταχώρησε την παρούσα Αίτηση και ότι το συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι άφησε το εν λόγω χρονικό διάστημα ανεκμετάλλευτο. Ελλείπουν, συνεχίζει η ενόρκως δηλούσα, οι εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες θα μπορούσαν να γείρουν την πλάστιγγα υπέρ της μη αποστέρησης του επιτυχόντος διαδίκου των καρπών της επιτυχίας του. Ο γενικός κανόνας είναι ότι ο επιτυχών διάδικος, δηλαδή ο Ενάγων - Καθ' ου η Αίτηση 1, έχει δικαίωμα να εκτελέσει την υπέρ του εκδοθείσα απόφαση. Τέλος, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι τα δικαστικά διατάγματα τα οποία περιλαμβάνονται στην εν λόγω απόφαση ημερ. 09.04.2014 δεν έχουν οπισθογραφηθεί από τον Πρωτοκολλητή, δεν έχει επιδοθεί αντίγραφο των εν λόγω διαταγμάτων προς την Αιτήτρια, και ούτε έχει συνταχθεί απόφαση στην οποία να υπάρχει η σχετική οπισθογράφηση σύμφωνα με τη Δ.42Α θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ότι αν αμελήσει να συμμορφωθεί εντός συγκεκριμένου χρόνου αυτή θα υπόκειται σε σύλληψη και η περιουσία της σε κατάσχεση. Η απουσία των πιο πάνω καταδεικνύει ότι η Αιτήτρια δεν κινδυνεύει να χρεωθεί με παρακοή διατάγματος, ενώ ουσιαστικά δεν υπάρχει οτιδήποτε προς εκτέλεση με βάση την πιο πάνω απόφαση, με αποτέλεσμα η παρούσα Αίτηση να καθίσταται άνευ αντικειμένου ενώ το ισοζύγιο της δικαστικής ευχέρειας κλείνει υπέρ της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 - Εναγόμενος 2 στην ένσταση του η οποία στηρίζεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος στα άρθρα 2, 25, 29, 30 και 47 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.35, θ.18, Δ.39, Δ.48 θ.4 και Δ.64, ως επίσης στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, προβάλλει και αυτός με τη σειρά του 15 συνολικά λόγους ένστασης για τους οποίους η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Οι λόγοι ένστασης οι οποίοι προβάλλονται από τον Καθ' ου η Αίτηση 2 ουσιαστικά είναι παρόμοιοι με τους λόγους ένστασης που προβάλλει η πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση 1 και γι' αυτό δεν υπάρχει λόγος να αναφερθούν λεπτομερώς. Η πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση 2 προβάλλει επιπρόσθετα ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει μεγάλη ή και ανυπολόγιστη ή και μη αναστρέψιμη ζημιά στον Καθ' ου η Αίτηση 2 αφού σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας η πάροδος του χρόνου ενδέχεται να επηρεάσει ακόμη περισσότερο τη συλλογή στοιχείων και πληροφοριών αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του συνεταιρισμού, ότι η Αιτήτρια δεν έχει δικαίωμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης ή και δεν νομιμοποιείται να καταχωρήσει την παρούσα Αίτηση και ότι το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πολιτική Έφεση 38/2007 ημερ. 06.06.2011 αποφάσισε όπως όλα τα θέματα μεταξύ των διαδίκων αποφασιστούν σε μια διαδικασία και η εφεσιβαλλόμενη απόφαση ημερ. 09.04.2014 αποτελεί την απόφαση μετά από επανεκδίκαση της αγωγής και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης απόφασης που εκδικάστηκε για δεύτερη φορά και αφορά διαφορά που ανάγεται στο έτος
  10. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 2 - Εναγόμενου
  11. Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 στην ένορκη του δήλωση αρνείται τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση (εκτός όπου ρητά δηλώνει διαφορετικά) ενώ στη συνέχεια αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας αγωγής ως επίσης στην Πολιτική Έφεση 38/2007 ημερ. 06.06.2011 και τι λέχθηκε σ' αυτή. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στη συνέχεια μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «
  12. Η αγωγή εκδικάστηκε μεταξύ και των τριών πρώην συνεταίρων ώστε τελικά να αποφασιστούν όλα τα θέματα που αφορούν ένα συνεταιρισμό του οποίου οι εργασίες δεν έχουν μέχρι σήμερα εκκαθαριστεί σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία. Μέχρι σήμερα ο συνεταιρισμός έχει χρεώστες οι οποίοι αποστέλλουν ειδοποιήσεις για οφειλόμενα ποσά στους τρεις συνέταιρους. Ενδεικτικά αναφέρω ότι υπάρχει ένας χρεωστικός λογαριασμός στο όνομα του συνεταιρισμού στην Τράπεζα Κύπρου για τον οποίο έλαβα ειδοποίηση για το εν λόγω χρέος ως συνυπεύθυνος με τους άλλους δύο πρώην συνεταίρους. Και αυτό παρά το γεγονός ότι ενόψει του ότι ακόμη δεν έχουν εκκαθαριστεί οι εργασίες του συνεταιρισμού εγώ δεν έχω λάβει οποιονδήποτε ποσό από την ημερομηνία ίδρυσης του μέχρι σήμερα. Για να ξεκαθαρίσουν οι εργασίες του συνεταιρισμού και να μπορέσει ο συνεταιρισμός να διαλυθεί θα πρέπει να δοθούν όλα τα στοιχεία της οικονομικής διαχείρισης του συνεταιρισμού από την Εναγόμενη 1/Αιτήτρια.
  13. Η Αιτήτρια έχει όλα τα στοιχεία που αφορούν την οικονομική διαχείριση και κατάσταση του συνεταιρισμού και είναι η μόνη που μπορεί να προσκομίσει τέτοια στοιχεία. Είναι λόγω αυτού και των ίδιων των δικών της ισχυρισμών η οποία περιέγραψε τον εαυτό της ως η ψυχή του συνεταιρισμού και το πρόσωπο που είχε την οικονομική διαχείριση αυτού, που διατάχθηκε από το Δικαστήριο να ετοιμάσει και παραδώσει λογαριασμούς ώστε να καταστεί δυνατή η επιβεβαίωση από το Δικαστήριο του καθαρού κέρδους του συνεταιρισμού και ο διαμοιρασμός του μεταξύ των τριών συνεταίρων. .............................
  14. Η Αιτήτρια καμία ανεπανόρθωτη βλάβη δεν θα πάθει από την ετοιμασία των λογαριασμών για τους οποίους διατάχθηκε από το Δικαστήριο. Αντιθέτως, εφόσον η ίδια ισχυρίζεται ότι με την πάροδο χρόνου στοιχεία χάνονται ή καταστρέφονται, τότε ενδεχομένως η περαιτέρω πάροδος χρόνου να λειτουργήσει εναντίον μου καθότι πιο πολλά στοιχεία θα χαθούν ή καταστραφούν. .............................
  15. Ειλικρινά πιστεύω ότι η Αιτήτρια δεν έχει καθόλου καλές πιθανότητες επιτυχίας στην έφεση κατά της απόφασης ημερομηνίας 9/4/
  16. Ούτε και η έφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου από την απόρριψη του διατάγματος αναστολής εκτέλεσης. Οι εργασίες του συνεταιρισμού θα πρέπει να εκκαθαριστούν. Ο μόνος τρόπος να επιτευχθεί αυτό είναι με την ετοιμασία λογαριασμών και της επαλήθευσης του ποσού που ενδεχομένως ο κάθε συνέταιρος δικαιούται από το Δικαστήριο.
  17. Στην περίπτωση που εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα ενδεχομένως να υποστώ ανεπανόρθωτη βλάβη καθότι η Αιτήτρια μέχρι την εκδίκαση της έφεσης πιθανόν να μην έχει καθόλου στοιχεία στην κατοχή της. Εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχουν εξαιρετικές περιστάσεις και η ένορκη δήλωση της Αιτήτριας δεν περιέχει τέτοιες εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες να δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος. Επιπρόσθετα όμως δεν υπάρχουν οποιαδήποτε στοιχεία στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας τα οποία να δικαιολογούν απόκλιση από τον γενικό κανόνα ότι θα πρέπει να υπάρχει τελεσιδικία και ο διάδικος να επωφελείται τους καρπούς της επιτυχίας του.» Η Αιτήτρια καταχώρησε, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου (ενδιάμεση απόφαση ημερ. 25.09.2014) συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 26.09.
  18. Η Αιτήτρια στη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση αναφέρει μεταξύ άλλων ότι οι Καθ' ων η Αίτηση γνωρίζουν πολύ καλά ποιες είναι οι υποχρεώσεις τους σε σχέση με το συνεταιρισμό και ότι κατά την ακροαματική διαδικασία ανέφερε κατά τη μαρτυρία της ποιοι είναι οι πιστωτές του συνεταιρισμού και ότι ανέλαβε υποχρέωση μαζί με τον Καθ' ου η Αίτηση 1, μετά από σχετική συμφωνία, να πληρώσουν όλους τους χρεώστες του συνεταιρισμού χωρίς να υποχρεούται να πληρώσει οτιδήποτε ο Καθ' ου η Αίτηση 2, ο οποίος αποχώρησε από το συνεταιρισμό. Η Αιτήτρια αρνείται τον ισχυρισμό ότι «εκμεταλλεύτηκε» το γεγονός ότι το ενοικιαστήριο έγγραφο σε σχέση με το γραφείο του συνεταιρισμού ήταν αποκλειστικά στο όνομα της και δίδει τους δικούς της ισχυρισμούς αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι ποτέ δεν απαγόρευσε την πρόσβαση στους Καθ' ων η Αίτηση και τους λογιστές τους. Αρνείται επίσης τον ισχυρισμό ότι το γραφείο που διατηρεί σήμερα είναι κατά κύριο λόγο η συνέχεια των δραστηριοτήτων του επίδικου συνεταιρισμού και ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 1 έχει λάβει ένα μικρό αριθμό από τις υποθέσεις του συνεταιρισμού μετά τη διάλυση του. Από το έτος 2008 εργοδοτείται σε άλλη δικηγορική εταιρεία, οι εργασίες της οποίας σε καμία περίπτωση μπορούν να θεωρηθούν ως συνέχιση των δραστηριοτήτων του συνεταιρισμού, τονίζοντας ότι η εν λόγω δικηγορική εταιρεία σήμερα δεν έχει σχεδόν κανένα πελάτη που υπήρχε κατά το συνεταιρισμό. Η Αιτήτρια χαρακτηρίζει ως αναληθείς τους ισχυρισμούς ότι διατήρησε όλα τα στοιχεία του συνεταιρισμού και ότι απέκλεισε και απαγόρευσε την πρόσβαση σ' αυτά στους Καθ' ων η Αίτηση και δίνει και στην περίπτωση αυτή τους δικούς της ισχυρισμούς αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι η ίδια (όπως κατέθεσε και κατά την ακροαματική διαδικασία) δεν είχε καμία επαφή με τους λογαριασμούς και τα οικονομικά του συνεταιρισμού αφού ήταν αφοσιωμένη στη δικηγορία και ότι η μόνη σχέση που είχε με τους λογαριασμούς ήταν απλά να υπογράφει τις επιταγές, όπως έκανε και ο Καθ' ου η Αίτηση 1, για να πληρώνονται τα έξοδα του συνεταιρισμού και ότι οι λογιστές Καθ' ου η Αίτηση 1 παρέλαβαν στοιχεία τα οποία αξιολόγησαν και ετοίμασαν για κάποια χρόνια λογαριασμούς. Οποιαδήποτε στοιχεία είχε στην κατοχή της έχουν αποκαλυφθεί από την πλευρά της στους Καθ' ων η Αίτηση. Αναφέρει επίσης σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε κακόβουλα ότι καμία καθυστέρηση έχει προκληθεί από την πλευρά της και ότι είναι αναφαίρετο δικαίωμα της να ασκήσει το ένδικο μέσο της έφεσης. Όσον αφορά την ηλικία του Καθ' ου η Αίτηση 1, ανέφερε ότι τα Δικαστήρια δεν εκδικάζουν υποθέσεις με γνώμονα την ηλικία των διαδίκων. Απαντώντας στον ισχυρισμό ότι για πρώτη φορά προβάλλει τον ισχυρισμό ότι αδυνατεί να ετοιμάσει λογαριασμούς, αναφέρει ότι ουδέποτε κατά την ακροαματική διαδικασία ή οποιοδήποτε άλλο χρόνο ερωτήθηκε από οποιονδήποτε κατά πόσον είναι σε θέση να δώσει τέτοιους λογαριασμούς και πού βρίσκονται τα σχετικά στοιχεία του συνεταιρισμού και σε ποια κατάσταση. Η αναφορά της στην ένορκη της δήλωση ημερ. 02.07.2014 ότι ίσως να μην είναι σε θέση να δώσει λογαριασμούς και ότι με το πέρασμα του χρόνου έχουν χαθεί, είναι αληθινή και πραγματική. Πολλά τεκμήρια έχουν κατατεθεί σε σωρεία δικαστικών διαδικασιών ως επίσης άλλα στοιχεία έχουν χαθεί από τη μετακόμιση του γραφείου της το 2008 σε άλλα υποστατικά. Δεν είναι σε θέση να γνωρίζει ποια συγκεκριμένα στοιχεία έχει στην κατοχή της αφού αυτό απαιτεί εξονυχιστικό έλεγχο όλων των φακέλων του γραφείου της (οι οποίοι είναι εκατοντάδες και οι κλειστοί φάκελοι προ του 2010 βρίσκονται αταξινόμητοι και σκονισμένοι σε αποθήκη). Η ζημιά που θα υποστεί εάν δεν ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης ημερ. 08.04.2014 δεν είναι «κάποια έξοδα» αφού θα πρέπει να εργοδοτήσει τρίτο πρόσωπο με πλήρες ωράριο για ένα χρόνο τουλάχιστον ενώ η ανεύρεση τέτοιου προσώπου που να έχει γνώση σε ετοιμασία λογαριασμών δικηγορικού γραφείου είναι δύσκολη και αμφίβολη. Ενδεχομένως το άτομο αυτό, αν ανευρεθεί, να χρειαστεί περισσότερο από ένα χρόνο ίσως και χρόνια για να ετοιμάσει τις οικονομικές εκθέσεις για τα έτη που διέταξε το Δικαστήριο. Η Αιτήτρια στη συνέχεια της ένορκης δήλωσης της αρνείται τον ισχυρισμό ότι δεν είναι σε θέση να δώσει εγγύηση, αναφέροντας ότι είναι σίγουρα σε θέση να αποδώσει ικανοποιητική εγγύηση για οποιαδήποτε ζημιά τυχόν υποστούν οι Καθ' ων η Αίτηση από την αναστολή της απόφασης ημερ. 09.04.
  19. Τέλος, η Αιτήτρια αναφέρει ότι η έφεση της δεν αφορά μόνο κατά πόσο έχουν τηρηθεί οι δικονομικοί τύποι, αλλά αφορά την πεμπτουσία της απονομής της δικαιοσύνης, την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη του Δικαστηρίου σε ευρήματα. Η πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση 1 - Ενάγοντα προχώρησε και αυτή με την σειρά της (μετά από άδεια του Δικαστηρίου) στην καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της Κούλλας Μενοίκου ημερ. 06.10.
  20. Η Κ. Μενοίκου στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της αρνείται και απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας που περιέχονται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ημερ. 26.09.2014 εκτός όπου ρητά αναφέρει ότι τους παραδέχεται. Αποτελεί θέση της ενόρκως δηλούσας ότι η Αιτήτρια με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της επιχειρεί να μετατρέψει την παρούσα Αίτηση σε νέα δίκη επί της ουσίας της αγωγής επαναλαμβάνοντας ισχυρισμούς και γεγονότα που τέθηκαν κατά την διεξαχθείσα ακροαματική διαδικασία και έχουν ήδη τύχει δικαστικής κρίσης από το Δικαστήριο κάτι που είναι αντινομικό, δικονομικά λανθασμένο και μη λογικό. Αναφέρει επίσης ότι δεν είναι δυνατό να γνωρίζει η Αιτήτρια όλους τους πιστωτές του επίδικου συνεταιρισμού τη στιγμή που δεν έχουν ετοιμαστεί λογαριασμοί και από τη στιγμή που η ίδια ισχυρίζεται ότι έχει απολέσει τα περισσότερα στοιχεία που αφορούν τον επίδικο συνεταιρισμό και από τη στιγμή που η ίδια παραδέχεται ότι απλά υπέγραφε επιταγές και δεν ασχολείτο με τους λογαριασμούς του. Η Αιτήτρια, συνεχίζει, κράτησε όλα τα περιουσιακά στοιχεία του επίδικου συνεταιρισμού και απέκλεισε τους άλλους δυο συνέταιρους από την πρόσβαση στους φακέλους, στο αρχείο και το γραφείο του συνεταιρισμού οικειοποιούμενη ουσιαστικά το συνεταιρισμό. Αυτό το πέτυχε τοποθετώντας νέες κλειδαριές ασφαλείας στο γραφείο του συνεταιρισμού και κλειστό κύκλωμα και σύστημα με κάμερες ασφαλείας, με αποτέλεσμα η πόρτα του γραφείου να ανοίγει μόνο στην περίπτωση που υπήρχε η έγκριση της Αιτήτριας και η οποία έγκριση δεν υπήρχε όσον αφορά την είσοδο των Καθ' ων η Αίτηση στο εν λόγω γραφείο. Η Αιτήτρια είναι ουσιαστικά η ιδιοκτήτρια της δικηγορικής εταιρείας στην οποία σήμερα εργάζεται και αποτελεί συνέχεια των δραστηριοτήτων του επίδικου συνεταιρισμού και η Αιτήτρια οικειοποιήθηκε το μεγαλύτερο μέρος των πελατών του. Η Αιτήτρια, αναφέρει ακόμα η ενόρκως δηλούσα, ουδέποτε επέτρεψε να εκπονηθούν λογαριασμοί για όλα τα χρόνια λειτουργίας του συνεταιρισμού. Η Κ. Μενοίκου συμφωνεί με τη θέση ότι η Αιτήτρια ουδέποτε κατά την ακροαματική διαδικασία πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι αδυνατεί να ετοιμάσει λογαριασμούς και υποστηρίζει, έχοντας υπόψη τη θέση της ότι ουδέποτε ερωτήθηκε προς τούτο, ότι δεν θα έπρεπε η Αιτήτρια να αναμένει να ερωτηθεί από τους αντίδικους της για να προβάλει την Υπεράσπιση της για το ζήτημα αυτό, γεγονός που καταδεικνύει ότι οι ισχυρισμοί της αυτοί είναι ανυπόστατοι και αβάσιμοι. Αποτελεί επίσης θέση της Κ. Μενοίκου στην ένορκη δήλωση της, ότι ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι ο χρόνος ο οποίος χρειάζεται για την ετοιμασία των λογαριασμών δεν μπορεί να είναι λιγότερος από ένα χρόνο, είναι αβάσιμος, αυθαίρετος, αόριστος και αναιτιολόγητος από τη στιγμή που η ίδια παραδέχεται ότι δεν γνωρίζει ποια συγκεκριμένα στοιχεία έχει στην κατοχή της. Μέχρι σήμερα η Αιτήτρια δεν είχε ούτε έχει προσπαθήσει να ετοιμάσει λογαριασμούς και δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε προπαρασκευαστική ενέργεια για το σκοπό αυτό και συνεχίζει να αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο επιχείρημα ότι αδυνατεί να ετοιμάσει λογαριασμούς και στο επιχείρημα ότι είναι δύσκολο, χρονοβόρο και δαπανηρό το εγχείρημα να τους ετοιμάσει, επιχειρήματα αντιφατικά μεταξύ τους. Το επιχείρημα της Αιτήτριας ότι η εξεύρεση κατάλληλου ατόμου για ετοιμασία των λογαριασμών είναι δύσκολη, είναι αόριστο και αβάσιμο από τη στιγμή που δεν αναφέρει αν προέβηκε σε οποιαδήποτε ενέργεια για εξεύρεση τέτοιου ατόμου τη στιγμή που στη χώρα μας υπάρχουν χιλιάδες δικηγόροι, λογιστές, διεθνείς λογιστικές εταιρείες ως επίσης άτομα με γνώσεις λογιστικής. Τα όσα αναφέρει επί των θεμάτων αυτών η Αιτήτρια είναι αυθαίρετα και αόριστα, χωρίς μάλιστα να αποκαλύπτει την πηγή των γνώσεων της σε σχέση με αυτούς της τους ισχυρισμούς. Η Κ. Μενοίκου αναφέρει ακόμα στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ότι η οικονομική κατάσταση της Αιτήτριας δεν είναι και η καλύτερη και ότι αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα και δυσκολίες και δεν γνωρίζει να έχει κάποια ακίνητη περιουσία εγγεγραμμένη στο όνομα της. Η Αιτήτρια στη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση δεν διευκρινίζει τι είδους εγγύηση μπορεί να δώσει για τη ζημιά που θα υποστεί ο Ενάγοντας - Καθ' ου η Αίτηση 1 στην περίπτωση που δοθεί η αιτούμενη αναστολή στην παρούσα Αίτηση. Η Αιτήτρια δεν έχει συγκεκριμενοποιήσει κάποια ουσιαστική βλάβη ή άλλα δεδομένα που να στοιχειοθετούν ειδικές περιστάσεις τέτοιες που να οδηγήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 09.04.2014 μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Η πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση 2 - Εναγόμενου 2 προχώρησε και αυτή στην καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του Καθ' ου η Αίτηση 2 την 13.10.2014 (μετά από άδεια του Δικαστηρίου). Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 δεν αποδέχεται ούτε αυτός τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της εκτός όπου ρητά δηλώνει διαφορετικά. Αναφέρει ότι τα όσα η Αιτήτρια ισχυρίζεται περί γνώσης του για τους πιστωτές του συνεταιρισμού δεν αληθεύουν και προβάλλει το επιχείρημα ότι αν γνώριζε όλα τα οικονομικά στοιχεία του συνεταιρισμού δεν θα υπήρχε λόγος καταχώρησης και προώθησης των διάφορων και πολύπλοκων διαδικασιών που καταχωρήθηκαν αναφορικά με τη λειτουργία και τερματισμό των εργασιών του συνεταιρισμού και οι οποίες συνεχίζονται πέραν της δεκαετίας. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε συμφωνία η οποία να τον απαλλάσσει από τα χρέη και τις υποχρεώσεις του συνεταιρισμού και ούτε είναι λογικός ο ισχυρισμός της Αιτήτριας εφόσον συνέχισε να είναι συνέταιρος μέχρι τέλους. Ουδέποτε αποχώρησε από το συνεταιρισμό και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να εμφανίζεται στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών ως ένας εκ των τριών συνεταίρων του συνεταιρισμού. Τα όσα ισχυρίζεται η Αιτήτρια ενισχύουν τη θέση ότι είναι σε θέση να δώσει λογαριασμούς και ότι έχει όλα τα στοιχεία που χρειάζονται για την ετοιμασία τους. Το γεγονός ότι η Αιτήτρια διατήρησε τον έλεγχο του γραφείου του συνεταιρισμού στην Πάφο δεν αμφισβητήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία στην παρούσα αγωγή, ούτε αμφισβητήθηκε το δικαίωμα της να παραμείνει στο γραφείο του συνεταιρισμού σε περίπτωση διάλυσης του, ούτε και το γεγονός ότι άλλαξε κλειδαριές του γραφείου του συνεταιρισμού. Δεν είχε όμως δικαίωμα να κατακρατεί τα στοιχεία του συνεταιρισμού και να μην επιτρέπει πρόσβαση σε αυτά από τους άλλους συνέταιρους και τους εξουσιοδοτημένους λογιστές τους. Όφειλε μάλιστα να διατηρήσει όλα τα στοιχεία του συνεταιρισμού μέχρι την εκ του Νόμου διάλυση του, η οποία μέχρι σήμερα δεν έχει λάβει χώρα. Η απόφαση στην αγωγή 2093/03 του Ε.Δ. Πάφου βρίσκεται υπό έφεση με πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας. Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια κατακρατεί χρήματα που του ανήκουν από τη λειτουργία του συνεταιρισμού, όμως το συγκεκριμένο ποσό που θα πρέπει να του καταβληθεί μπορεί να καθοριστεί μόνο μετά την ετοιμασία των λογαριασμών του συνεταιρισμού. Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 στη συνέχεια απαντά σε κάποιους ισχυρισμούς της Αιτήτριας στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της και οι απαντήσεις του ομοιάζουν με τις απαντήσεις της Κ. Μενοίκου στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της και ως εκ τούτου δεν κρίνεται σκόπιμο να καταγραφούν. Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 καταλήγει στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ότι ο ίδιος είναι πάντοτε αξιόχρεος και συνεπής στις υποχρεώσεις του και ότι ουδέποτε όφειλε οποιοδήποτε ποσό στην Αιτήτρια, η οποία όμως κατακρατεί για πολλά χρόνια ποσά τα οποία ο ίδιος δικαιούται λόγω της συμμετοχής του στο συνεταιρισμό και τα οποία προσπαθεί με κάθε τρόπο να οικειοποιηθεί και να αποφύγει τις υποχρεώσεις της. Θα μπορούσε η Εναγόμενη 1, συνεχίζει, να αιτείτο μόνο την αναστολή εκτέλεσης του μέρους της απόφασης που αφορά την καταβολή των ποσών που ήθελε προκύψουν μετά την ετοιμασία των λογαριασμών εάν είναι αυτό που πραγματικά την ανησυχεί, δηλαδή ότι μπορεί να καταβάλει χρήματα τα οποία με τους δικούς της ισχυρισμούς μπορεί να κινδυνεύει να μην της επιστραφούν σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης που εκκρεμεί. Κατά την ακρόαση της παρούσας Αίτησης οι συνήγοροι όλων των πλευρών προχώρησαν σε αγορεύσεις, χωρίς να προχωρήσουν σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων τόσο στην Αίτηση όσο και στις ενστάσεις. Η αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης είναι ζήτημα το οποίο ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με βάση τις αρχές που διαγράφονται από τη νομολογία. Στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, λέχθηκαν τα εξής: «Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης. Η αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο Δικαστήριο από τη Δ.35 θ.18. Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατ' εξοχήν παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει τη στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Στην ΑΒΡ Hold Ltd κ.α. ν. Κιταλίδης κ.α. (αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 287, αναφέρθηκε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με βάση δυο αρχές, ήτοι: «
(1)Ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει δεν πρέπει να στερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο του καρπού της επιτυχίας του.
(2)Το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο ασκείται δικαιωματικά δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητάς του.» Αποτελεί βασική θέση της Αιτήτριας ότι η έφεση την οποία καταχώρησε έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας. Η θέση αυτή της Αιτήτριας αμφισβητείται από τους Καθ' ων η Αίτηση. Στην υπόθεση Παπακόκκινου ν. Glykys & Araouzos Ins. Ltd κ.α.
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 513, όπου τέθηκε παρόμοιο ζήτημα, το Ανώτατο Δικαστήριο παρέπεμψε στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων (ανωτέρω) όπου τονίστηκε ότι ο παράγοντας αυτός έχει, κατά κανόνα, οριακή σημασία. Ακόμα στην υπόθεση Βογιαζιανού ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 591, λέχθηκε ότι η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης δεν είναι ο δεσπόζων και αποφασιστικός παράγων στην επίλυση ενός τέτοιου ζητήματος. (Βλ. επίσης Christofil ν. Υπουργού Δικαιοσύνης
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 655.) Σημειώνεται ότι η παρούσα περίπτωση δεν αποτελεί περίπτωση όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία της έφεσης χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος (βλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων (ανωτέρω), Θωμά ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 797) ούτως ώστε ο παράγοντας αυτός να αποκτήσει σπουδαιότητα. Η Αιτήτρια υποστηρίζει επίσης ότι η ετοιμασία και παράδοση στους Καθ' ων η Αίτηση των λογαριασμών που διατάσσει το Δικαστήριο με την απόφαση του ημερ. 09.04.2014 είναι δύσκολη έως αδύνατη λόγω του ότι πολλά από τα στοιχεία που απαιτούνται δεν βρίσκονται πλέον στην κατοχή της αφού έχουν χαθεί με το πέρασμα του χρόνου. Αναφέρει επίσης για το ζήτημα αυτό ότι πολλά έγγραφα έχουν χαθεί από τη μετακόμιση του γραφείου της σε άλλο υποστατικό και άλλα έχουν κατατεθεί σε σωρεία δικαστικών διαδικασιών και δεν γνωρίζει ποια συγκεκριμένα στοιχεία έχει στην κατοχή της και ότι απαιτείται για το σκοπό αυτό εξονυχιστικός έλεγχος του γραφείου της. Η θέση αυτή της Αιτήτριας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι η παρούσα αγωγή κινήθηκε το έτος
  1. Η Αιτήτρια είναι διάδικος στην αγωγή η οποία οδηγήθηκε σε εκδίκαση και επανεκδίκαση. Επιπλέον καταχωρήθηκε από τον Καθ' ου η Αίτηση 2 η αγωγή 2093/03 και πάλι σε σχέση με τον επίδικο συνεταιρισμό στην οποία η Αιτήτρια είναι επίσης διάδικος και εκδικάστηκε και εξεδόθη απόφαση την 30.10.
  2. Επομένως είναι λογικό και αναμενόμενο ότι η Αιτήτρια θα προσπαθούσε να συγκεντρώσει στοιχεία του συνεταιρισμού και στη συνέχεια να τα μελετήσει για να προβάλει τις θέσεις της. Επομένως ο ισχυρισμός της ότι κατέχει πολύ λίγα στοιχεία σε σχέση με το συνεταιρισμό αυτό δεν είναι πειστικός. Ακόμη η Αιτήτρια δεν φαίνεται να προέβηκε, σύμφωνα με τα όσα η ίδια ισχυρίζεται στις ένορκες δηλώσεις της, σε οποιαδήποτε ενέργεια για συγκέντρωση οποιωνδήποτε στοιχείων σε σχέση με το συνεταιρισμό. Μέχρι την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της ημερομηνίας 26.09.2014, δηλαδή πέντε και πλέον μήνες μετά την έκδοση της απόφασης στην παρούσα υπόθεση δεν φαίνεται να έχει προσπαθήσει να εξεύρει οποιαδήποτε στοιχεία. Από τη στιγμή που η ίδια παραδέχεται ότι δεν προχώρησε στην αναζήτηση και συγκέντρωση στοιχείων για το συνεταιρισμό δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι λίγα στοιχεία έχει στην κατοχή της. Επομένως ο ισχυρισμός της ότι πολύ λίγα στοιχεία έχει στην κατοχή της δεν είναι πειστικός και ως εκ τούτου δεν γίνεται αποδεκτός. Για τους ίδιους λόγους η θέση της ότι θα χρειαστεί να εργοδοτήσει τρίτο άτομο για να ετοιμάσει τους λογαριασμούς και ότι δεν θα της στοιχίσει μόνο «κάποια έξοδα» (αλλά πολύ περισσότερα) και ότι το άτομο αυτό θα χρειαστεί ένα και πλέον χρόνο πλήρους απασχόλησης για να τους ετοιμάσει, δεν είναι ούτε πειστική αλλά ούτε τεκμηριωμένη αφού δεν φαίνεται, σύμφωνα πάντα με το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων της, να έχει ξεκινήσει οποιαδήποτε ενέργεια για το ζήτημα αυτό. Δηλαδή δεν φαίνεται να έχει μιλήσει με κάποιο άτομο που έχει τα προσόντα για να ετοιμάσει τους λογαριασμούς για να της πει έστω προκαταρκτικά πόσο χρόνο θα χρειαστεί για να τους ετοιμάσει ή πόσο θα της στοιχίσει, δηλαδή πόση θα είναι η αμοιβή του κλπ. Επομένως οι ισχυρισμοί της είναι αβάσιμοι και δεν γίνονται δεκτοί. Επίσης για τους ίδιους λόγους δεν γίνεται δεκτός ο ισχυρισμός της ότι ο εντοπισμός ενός τέτοιου ατόμου είναι δύσκολος ή αμφίβολος αφού η Αιτήτρια δεν αναφέρει ότι αναζήτησε τέτοιο πρόσωπο και δεν κατάφερε να το εντοπίσει. Όπως εξάλλου υποστηρίζει η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση, στη χώρα μας λειτουργεί πολύ μεγάλος αριθμός δικηγορικών εταιρειών και λογιστικών γραφείων, ατόμων με γνώσεις λογιστικής ως επίσης διεθνείς λογιστικές εταιρείες. Περαιτέρω στη Βογιαζιανού ν. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω) λέχθηκε ότι «Οι οικονομικές δυσχέρειες του εξ αποφάσεως οφειλέτη να αποπληρώσει τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από την απόφαση δεν μπορούν να υποβληθούν ως λόγοι για τη χορήγηση της αναστολής.» Επομένως το γεγονός ότι η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι θα υποστεί μεγάλη ταλαιπωρία και έξοδα δεν αποτελεί λόγο για αποδοχή του αιτήματος και δεν γίνεται αποδεκτό. Η Αιτήτρια υποστηρίζει επίσης ότι σε περίπτωση που τελικά οι λογαριασμοί ετοιμαστούν και παραδοθούν οι Καθ' ων η Αίτηση θα έχουν πρόσβαση σε λογαριασμούς που δεν δικαιούνται να έχουν σε περίπτωση που ανατραπεί η πρωτόδικη απόφαση με αποτέλεσμα η έφεση της να χάσει τη σημασία της ακόμα και στην περίπτωση που την κερδίσει. Ούτε ο λόγος αυτός γίνεται αποδεκτός: Κατ' αρχάς συνδέει το επιχείρημα της αυτό με τη βεβαιότητα της ότι η έφεση της θα επιτύχει, στοιχείο όμως που ως έχει αναφερθεί πιο πάνω είναι οριακής σημασίας. Περαιτέρω οι λογαριασμοί αφορούν το συνεταιρισμό στον οποίο μετείχαν και οι δύο Καθ' ων η Αίτηση (μαζί με την ίδια) και επομένως είχαν δικαίωμα να έχουν πρόσβαση στα στοιχεία του. Εφόσον τα διατάγματα του Δικαστηρίου που εμπεριέχονται στην απόφαση ημερομηνίας 09.04.2014 αφορούν το συνεταιρισμό, είναι δηλαδή στοιχεία οικονομικής φύσεως, δεν έχει έρεισμα ο ισχυρισμός της Αιτήτριας περί πρόσβασης των Καθ' ων η Αίτηση σε δεδομένα που δεν δικαιούνται να έχουν. Από τη στιγμή που οι θέσεις της Αιτήτριας περί αδυναμίας ή υπέρμετρης δυσκολίας ετοιμασίας των ως άνω λογαριασμών εντός του χρονικού πλαισίου που έθεσε το Δικαστήριο (έξι μήνες) δεν έχουν γίνει αποδεκτές, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ούτε ο ισχυρισμός της ότι υπάρχει κίνδυνος να βρεθεί κατηγορούμενη για απείθεια διαταγής του Δικαστηρίου. Από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας δεν προκύπτει ότι προέβη σε οποιαδήποτε προσπάθεια ή ενέργεια προς συμμόρφωση της με την εκδοθείσα απόφαση. Θα ήταν ίσως διαφορετικά τα δεδομένα αν η Αιτήτρια είχε αρχίσει προσπάθειες ή ενέργειες για συμμόρφωση της με τα εκδοθέντα διατάγματα και κατά τη διάρκεια αυτών των προσπαθειών ή ενεργειών διαπίστωνε δυσκολίες ή προβλήματα ή ότι ο χρόνος που είχε στη διάθεση της δεν της ήταν αρκετός. Η απουσία οποιασδήποτε ενέργειας προς συμμόρφωση της με την εκδοθείσα απόφαση και τα περιεχόμενα σ' αυτή διατάγματα αποτελεί πολύ σοβαρό παράγοντα ο οποίος προσμετρά τόσο εναντίον των πιο πάνω θέσεων της Αιτήτριας όσο και εναντίον της ίδιας της Αίτησης (βλ. Χαψίδης ν. Νικολαίδου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1493). Η πλευρά της Αιτήτριας δεν έχει καταφέρει να πείσει ότι σε περίπτωση που δεν διαταχθεί η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης η Αιτήτρια θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη ή ότι η έφεση της θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Τα όσα επικαλείται η πλευρά της Αιτήτριας δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν κάτι τέτοιο. Η επιχειρηματολογία της στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην εκτίμηση ότι η έφεση της έχει μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας. Όπως όμως έχει αναφερθεί πιο πάνω, η νομολογία καταδεικνύει ότι τέτοιος λόγος δεν αποτελεί δεσπόζων και αποφασιστικό παράγοντα για επίλυση τέτοιων ζητημάτων αφού είναι οριακής σημασίας. Ως εκ των ανωτέρω, κρίνω ότι η Αιτήτρια δεν έχει ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που τίθενται από τη νομολογία για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Όπως έχει λεχθεί στην Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 172, 179, μόνο η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων είναι δυνατό να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης και στην παρούσα περίπτωση τέτοιες περιστάσεις απουσιάζουν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος της Εναγόμενης 1 - Αιτήτριας και υπέρ του Ενάγοντα - Καθ' ου η Αίτηση 1 και Εναγόμενου 2 - Καθ' ου η Αίτηση 2, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Α. Ν. Κονής, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. ./Λ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.