COCIETE GENERALE BANK - CYPRUS LIMITED ν. ΑΛΕΚΟΥ ΣΥΜΕΟΥ κ.α., Αρ.Αγωγής: 100/2011, 19/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 100/2011 Μεταξύ: COCIETE GENERALE BANK - CYPRUS LIMITED, από τη Λευκωσία Εναγόντων και ΑΛΕΚΟΥ ΣΥΜΕΟΥ, από την Πάφο ΙΩΑΝΝΗ ΣΕΡΓΙΔΗ, από την Πάφο Εναγόμενων ------------------ Αίτηση ημερομηνίας 6.2.2014 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19.2.2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εναγόμενο 2 - αιτητή: κ. Σιαηλή Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κα Κορακίδου (για ν' ακούσει απόφαση κα Παπακώστα) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες (στο εξής «πιστωτές») που είναι τραπεζικός οργανισμός, σύμφωνα με την αγωγή τους, στον ουσιώδη χρόνο, δυνάμει συμφωνιών παραχώρησαν δύο τραπεζικές διευκολύνσεις στον εναγόμενο 1 (στο εξής «πρωτοφειλέτης»). Υπό μορφή τρεχούμενου λογαριασμού η μία και δανείου, η άλλη. Ο εναγόμενος 2 (στο εξής «εγγυητής»), με έγγραφο εγγύησης εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη προς τους πιστωτές, μέχρι και το ποσό των €24.000,00, πλέον τόκους. Ο πρωτοφειλέτης, προς περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεών τους προς τους πιστωτές ενέγραψε προς όφελός τους υποθήκη για ένα κτήμα του στην Πάφο, για το ποσό των €24.000,00, πλέον τόκους. Επειδή ο πρωτοφειλέτης παρέλειψε να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του έναντι τους, τον ενημέρωσαν σχετικά γραπτώς και τον κάλεσαν να συμμορφωθεί εντός τακτής προθεσμίας, πληροφορώντας τον ότι σε διαφορετική περίπτωση θα τερμάτιζαν τους επίδικους λογαριασμούς του και θα ζητούσαν άμεση πληρωμή των χρεωστικών υπολοίπων του. Επειδή παρέλειψε να συμμορφωθεί με νέα επιστολή τους τερμάτισαν τη λειτουργία και των δύο λογαριασμών του και ζήτησαν πληρωμή των υπολοίπων τους. Με ξεχωριστή επιστολή τους προς τον εγγυητή, τον ενημέρωσαν σχετικά για τον τερματισμό των λογαριασμών του πρωτοφειλέτη και του ζήτησαν να πληρώσει το ποσό της εγγύησής του. Επειδή δε υπήρξε συμμόρφωση εκ μέρους τους, οι πιστωτές καταχώρησαν την παρούσα αγωγή με την οποία ζητούσαν την έκδοση απόφασης εναντίον τους, ως ακολούθως: «Α. Από τον Εναγόμενο 1: (
- i)(α) Ευρώ 2.197,01 πλέον τόκο προς 11% ετησίως επί του ποσού αυτού από 01/07/2010 με κεφαλαιοποίηση 2 φορές τον χρόνο την 30/06 και 31/12 εκάστου έτους ως χρεωστικό υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού ως ανωτέρω. (β) Ευρώ 18.437,72 πλέον τόκο προς 11% ετησίως επί του ποσού αυτού από 01/07/2010 με κεφαλαιοποίηση 2 φορές τον χρόνο την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους ως χρεωστικό υπόλοιπο δανείου ως ανωτέρω. (γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος που αναφέρεται στην παράγραφο 7(
- i)πιο πάνω προς είσπραξη του ποσού των €24,000.00 πλέον τόκο ως ανωτέρω και κατάθεση του σχετικού ποσού έναντι ή προς εξόφληση των υποχρεώσεων του Εναγομένου 1. Β. Από τον Εναγόμενο 2: (α) Ευρώ 18.437,72 δυνάμει εγγυήσεως ημερομηνίας 03/03/2009 πλέον τόκο προς 11% από 01/07/2010 με κεφαλαιοποίηση 2 φορές τον χρόνο την 30/6. και 31/12. εκάστου έτους. Γ. Από τους Εναγόμενους 1 και 2: (α) Έξοδα και ΦΠΑ (Αρ. Μητρώου 102 400 18 S).» Στις 13.6.2012 εκδόθηκε εξ συμφώνου απόφαση στην αγωγή, ως ακολούθως: «ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΕΚ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΟΠΩΣ: 1. Ο εναγόμενος αρ. 1 πληρώσει στην ενάγουσα το ποσό των €2.197,01σ πλέον τόκο προς 11,00% το χρόνο από 1.7.10 μέχρι 13.6.12 και πλέον τόκο προς 8% το χρόνο από 14.6.12 μέχρι εξόφλησης. 2. Ο εναγόμενος αρ. 1 πληρώσει στην ενάγουσα το ποσό των €18.437,72σ πλέον τόκο προς 11,00% το χρόνο από 1.7.10 μέχρι 13.6.12 και πλέον τόκο προς 8% το χρόνο από 14.6.12 μέχρι εξόφλησης. 3. Ο εναγόμενος αρ. 2 πληρώσει στην ενάγουσα το ποσό των €18.437,72σ πλέον τόκο προς 11,00% το χρόνο από 1.7.10 μέχρι 13.6.12 και πλέον τόκο προς 8% το χρόνο από 14.6.12 μέχρι εξόφλησης. 4. Οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 ομού και κεχωρισμένα πληρώσουν στην ενάγουσα το ποσό των 42,00σ έξοδα έκδοσης της απόφασης αυτής, πλέον τα έξοδα της αγωγής, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον τόκο προς 5.5% το χρόνο από 10.1.11 μέχρι εξόφλησης, πλέον Φ.Π.Α. 5. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ την εκποίηση της Υποθήκης με αριθμό Υ672/09 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου για το πιο κάτω περιγραφόμενο ακίνητο, προς είσπραξη του ποσού των 24.000,00σ πλέον τόκο προς 11% το χρόνο επί του ποσού αυτού από 1.7.10 μέχρι 13.6.12 και πλέον τόκο προς 8% το χρόνο από 14.6.12 μέχρι τελείας εξοφλήσεως και κατάθεση του σχετικού ποσού έναντι ή προς εξόφληση των υποχρεώσεων του εναγόμενου αρ. 1. Περιγραφή Υποθήκης Υ672/09 Χωράφι, Άρμου, Πάφος, αρ. εγγραφής 05767, ημερομηνίας 31.3.81, Φ/Σχ. 45/60, Τεμ. 107, μερίδιο όλο. Θα υπάρχει αναστολή εκτέλεσης μέχρι και την 1.1.13. Η ενάγουσα διατηρεί το δικαίωμα καταχώρησης ΜΕΜΟ επί της περιουσίας των εναγομένων κατά την περίοδο αναστολής.» Τα έξοδα της αγωγής υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή στο ποσό των €2.621,15, με τόκο 5,5% από 1.11.2011 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α επί του ποσού των €2.471,00 και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Οι πιστωτές, στις 4.9.2013 καταχώρησαν αίτηση έρευνας εναντίον του πρωτοφειλέτη, εναντίον του οποίου, στις 19.3.2014 εκδόθηκε εξ συμφώνου διάταγμα πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέος του και των εξόδων, με μηνιαίες δόσεις, ύψους €60.00 από 1.5.2014. Ο εγγυητής, στις 6.3.2014 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά: «α) Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 13/6/2012 εναντίον του εναγόμενου Νο 2 στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό. β) Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στον πρωτοφειλέτη εναγόμενο 1 στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, να αποξενώσει προσδιοριζόμενη περιουσία ή οικονομικά στοιχεία καθ' ον χρόνο παραμένει ανικανοποίητη η απόφαση. γ) Περαιτέρω και/ή άλλη θεραπεία την οποία ήθελε το Δικαστήριο κρίνει εύλογο και δίκαιαν υπό τας περιστάσεις. δ) Τα έξοδα.» Η αίτηση, μεταξύ άλλων βασίζεται και στα άρθρα 9(β) και 10
(1)(γ) του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 (Ν.197
(1)/2003) όπως τροποποιήθηκε. Στο σώμα της αίτησης, μολονότι αντικανονικά εκτίθενται και οι λόγοι της. Το σχετικό μέρος ακολουθεί αυτούσιο: «Α) Ο αιτητής εναγόμενος 2 είναι εγγυητής του εναγομένου 1 και εκ Δικαστικής Αποφάσεως οφειλέτης και οι ενάγοντες καθ΄ ων η αίτηση μπορούν να εισπράξουν την εκ Δικαστικής Αποφάσεως οφειλή και/ή το λαβείν τους από τον εναγόμενο 1, ο οποίος είναι πρωτοφειλέτης και έχει εγγράψει υποθήκη προς όφελος των εναγόντων και/ή έχει την οικονομική δυνατότητα και/ή περιουσία, που είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ΄ αποφάσεως οφειλή και/ή το λαβείν τους. Β) Ο αιτητής εναγόμενος 2 και εκ Δικαστικής Αποφάσεως οφειλέτης ως εγγυητής του εναγομένου 1 αντιμετωπίζει ειδοποίηση πτώχευσης και/ή άλλως πως. Γ) Ο αιτητής εναγόμενος 2 δικαιούται την αιτούμενη θεραπεία με βάση την σχετική πρόνοια του Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου ως ετροποποιήθει ως σήμερα.» Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση εκτίθενται στην ακόλουθη ένορκη δήλωση του αιτητή - εγγυητή: «Ο υποφαινόμενος Ιωάννης Σεργίδης εκ Πάφου ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
- Είμαι ο αιτητής στην παρούσα αίτηση, εναγόμενος Νο.2 στην υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα στα οποία αναφέρομαι στην παρούσα μου Ένορκο Δήλωση.
- Στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή είμαι εγγυητής του πρωτοφειλέτη εναγομένου
- Στις 13/06/12 εξεδόθει εναντίον μου απόφαση ως εγγυητή του πρωτοφειλέτη εναγομένου
- (Επισυνάπτεται αντίγραφο της σχετικής απόφασης του Δικαστηρίου ως Τεκμ. 1).
- Το δάνειο το οποίον χορηγήθηκε στον πρωτοφειλέτη καλύπτεται και/ή είναι εξασφαλισμένο από Υποθήκη με αρ. Υ672/09 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου και η οποία δόθηκε για το ποσό των €24,000 πλέον τόκους, η οποία δεν έχει εκποιηθεί και ως με συμβουλεύει ο Δικηγόρος μου δύναμαι να ζητήσω όπως και ζητώ με την αίτηση μου την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης που εξεδόθη και εναντίον μου μέχρι την εκποίηση της ειρημένης Υποθήκης.
- Εξ΄ όσων γνωρίζω και αντιλαμβάνομαι η ειρημένη υποθήκη υπερκαλύπτει την απαίτηση των εναγόντων.
- Ως με συμβουλεύει ο Δικηγόρος μου ο Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος του 2003 μου δίνει το δικαίωμα να αποταθώ στο Δικαστήριο και να ζητήσω την αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης στην υπό το ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή.
- Ως με συμβουλεύει ο Δικηγόρος μου η περίπτωση μου είναι από αυτές που καλύπτονται από τον Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος του 2003 (Νόμος 197
(1)2003).
- Οι ενάγοντες καταχρηστικά και με σκοπό τον εκβιασμό μου προχώρησαν εναντίον μου καταχωρώντας την ειδοποίηση πτώχευσης με αριθμό 103/
- Ορκίζομαι την παρούσα ένορκο δήλωση για σκοπούς υποστήριξης της ανωτέρω αίτησης μου.» Οι πιστωτές καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση η οποία εδράζεται στους εξής λόγους: «
- Η καταγραφείσα νομική βάση δεν παρέχει έρεισμα για τις επιδιωκόμενες θεραπείες. 2 Ο πρωτοφειλέτης δεν έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία για να ικανοποιήσει την εξ΄ αποφάσεως οφειλή.
- Ο Αιτητής δεν έχει παράσχει οποιαδήποτε στοιχεία από τα οποία να προκύπτει η αξία του ενυπόθηκου ακινήτου.
- Δεν είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να δοθούν οι αιτούμενες θεραπείες.» Η ένσταση βασίζεται στα άρθρα 9 και 10 του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 (ανωτέρω) στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 Θ.Θ.1 μέχρι 5 και τέλος, στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην ακόλουθη ένορκη δήλωση του υπαλλήλου των πιστωτών, Χρίστου Χαραλάμπους: «Εγώ ο κάτωθι Χρίστος Χαραλάμπους, από την Λευκωσία, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
- Είμαι στην υπηρεσία των εναγόντων - καθ΄ ων η αίτηση, γνωρίζω τα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης προσωπικά και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους Καθ' ων η αίτηση να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση. Λαμβάνω δε νομική συμβουλή από το δικηγορικό γραφείο Ν. Παπαγεωργίου ΔΕΠΕ.
- Έχω διαβάσει την ένορκη δήλωση του Αιτητή - Εναγομένου 2 που συνοδεύει την αίτηση και αρνούμαι όλους μαζί και κάθε ένα χωριστά τους ισχυρισμούς του.
- Στις 13.6.2012 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του Αιτητή - Εναγομένου 2, με την οποία διατάχθηκε όπως καταβάλει στους καθ΄ ων η αίτηση το ποσό των €18.437,72 πλέον τόκο προς 11% ετησίως επί του ποσού αυτού από 01/07/2010 μέχρι 13/06/2012 και τόκο 8% από 14/6/2012 μέχρι τελείας εξοφλήσεως, πλέον το ποσό των €2.651,15 πλέον τόκο προς 5.5.% από 10/01/11 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον ΦΠΑ επί του ποσού των 2.471,
- Αντίγραφο της εν λόγω απόφασης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι των καθ΄ ων η αίτηση, η νομική βάση που επικαλείται ο Αιτητής ήτοι το άρθρο 10
(1)γ του Περί Προστασίας Ορισμένων Εγγυητών Νόμου του 2003 μέχρι 2006, προϋποθέτει ότι ο Αιτητής πρέπει να παρουσιάσει στο Δικαστήριο στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία τέτοιας αξίας ώστε να είναι ικανή να ικανοποιήσει την εξ΄ αποφάσεως οφειλή. Ο Αιτητής δεν έχει παράσχει οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να δικαιολογείται το αίτημα για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης εναντίον του.
- Το ποσό που οφείλεται σήμερα δυνάμει της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 13/6/2012 από τον εναγόμενο 2 ανέρχεται σε €28.657,17, πλέον δικηγορικά έξοδα ενώ το συνολικό ποσό που οφείλει ο εναγόμενος 1 δυνάμει της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 13/6/2012 ανέρχεται σε €39.105,
- Επισυνάπτεται κατάσταση λογαριασμού για τον λογαριασμό δανείου ως Τεκμήριο 2 και για τον τρεχούμενο λογαριασμό ως Τεκμήριο
- Οι καθ΄ων η αίτηση είναι εξασφαλισμένοι με την υποθήκη Υ672/2009 μέχρι και το ποσό των €24.000,00 (πλέον τόκο και έξοδα). Ακόμα και αν ήθελε κριθεί ότι η αξία του ενυπόθηκου ακινήτου δεν έχει μεταβληθεί και γίνει εκποίηση της υποθήκης, προκύπτει ότι η περιουσία του πρωτοφειλέτη - εναγομένου 1 δεν επαρκεί για την κάλυψη της εξ΄ αποφάσεως οφειλής.
- Ο εναγόμενος 1 - πρωτοφειλέτης είναι ανίκανος να αποπληρώσει την εξ΄ αποφάσεως οφειλή. Την 01/03.2013 καταχωρήθηκε ένταλμα κατάσχεσης κινητών εναντίον των εναγομένων 1 και 2 το οποίο επιστράφηκε πίσω για τον εναγόμενο 1 με την ένδειξη ότι στερείται κινητής περιουσίας. Αντίγραφο της ειδοποίησης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Στις 19/03/2014 κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησης από τους Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση, εκδόθηκε εναντίον του εναγομένου 1 διάταγμα με το οποίο διατάχθηκε όπως εξοφλήσει το εξ΄ αποφάσεως χρέος του δια μηνιαίων δόσεων από 1/5/
- Έκτοτε ο Εναγόμενος 1 δεν έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό. Αυτό προκύπτει και από τα Τεκμήρια 2 και
- Ως εκ των ανωτέρω, αιτούμε την απόρριψη της αίτησης με έξοδα εναντίον του Αιτητή.» Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, ο εγγυητής - αιτητής προέβη και στην ακόλουθη συμπληρωματική ένορκη δήλωση: «Εγώ ο υποφαινόμενος Ιωάννης Σεργίδης από την Πάφο ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
- Είμαι ο εναγόμενος Νο. 2 εις την υπό τον άνω αριθμό και τίτλον αγωγή και ως εκ της θέσεως μου γνωρίζω πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης και υιοθετώ πλήρως το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως μου ημερομηνίας 06/02/
- Περαιτέρω ορκίζομαι και λέγω ότι ενάγοντες καθ΄ ων η αίτηση αναφέρουν στην παράγραφο 4 της Ένορκης Δήλωσης ημερ. 02/07/14 ότι η νομική βάση της αίτησης μου είναι το άρθρο 10
(1)(γ) του Περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος του 2003 μέχρι 2006 και ότι προϋποθέτει ότι πρέπει να παρουσιάσω στο Δικαστήριο στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία τέτοιας αξίας ώστε να είναι ικανή να ικανοποιήσει την εξ΄ αποφάσεως οφειλή, πράγμα που ισχυρίζονται ότι δεν έχω πράξει. Πρώτον η νομική βάση στην οποία στηρίζεται η αίτηση μου είναι ολόκληρος ο νόμος Περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος του 2003 μέχρι 2006 (άρα και το άρθρο 10
(1)(δ) καθότι το άρθρο 10
(1)(γ) αναφέρθηκε μέσα σε παρένθεση κάτι το οποίο δεν αποκλείει την εφαρμογή και την επίκληση ολόκληρου του νόμου και δεύτερον ακόμα και αν κριθεί ότι στηρίζεται η αίτηση μόνο σε αυτό το άρθρο μου παρέχει έρεισμα καθότι έχω παρουσιάσει μέρος της περιουσίας του πρωτοφειλέτη που καλύπτει την αξίωση της ενάγουσας και συγκεκριμένα πρόκειται για το ακίνητο στο οποίο υπάρχει η υποθήκη με αρ. Υ672/09 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου του οποίου η αξία ως φαίνεται στην εκτίμηση ημερ. 06/02/14 η οποία έγινε κατ΄ εντολή και για λογαριασμό των καθ΄ ων η αίτηση από εγκεκριμένο γραφείο εκτιμητών ακινήτων (επισυνάπτεται και σημειούται ως τεκμήριο 1) επαρκεί για την εξόφληση ολόκληρου του οφειλομένου ποσού.
- Αναφορικά με τις παραγράφους 5 και 6 της ενόρκου δηλώσεως ημερ. 02/07/2014 και συγκεκριμένα για τον ισχυρισμό ότι το χ΄ρεος δεν καλύπτεται από την υποθήκη πρώτον γιατί η υποθήκη είναι μέχρι του ποσού των €24,000 και δεύτερον γιατί η αξία του δεν επαρκεί, ουδέν αναληθέστερο καθότι η υποθήκη καλύπτει το ποσό των €24,000 πλέον τόκους και έξοδα και η ειρημένη ανωτέρω εκτίμηση καταδεικνύει ότι η περιουσία του πρωτοφειλέτη υπερκαλύπτει την αξίωση των εναγόντων.
- Ορκίζομαι την παρούσα μου Συμπληρωματική ένορκον δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης μου ημερομηνίας 06/02/14.» Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Αναμφίβολα, η αίτηση διέπεται από τις πρόνοιες του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 (Ν.197
(1)/2003) όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα (στο εξής «ο Νόμος») Δεν αμφισβητείται και έχει αποδειχθεί ότι ο αιτητής είναι «εγγυητής» τη εννοία του Νόμου, ο οποίος, στον ουσιώδη χρόνο, δυνάμει «σύμβασης εγγύησης» εγγυήθηκε την αποπληρωμή μέρους του ποσού «δανείου» που συνήψε ο «πρωτοφειλέτης», δυνάμει συμφωνίας με τους «πιστωτές» (για τη νομική ερμηνεία των όρων «δάνειο», «εγγυητής», «πιστωτής», «πρωτοφειλέτης», «συμφωνία δανείου» και «σύμβαση εγγύησης» παραπέμπω στο άρθρο 2 του Νόμου). Σύμφωνα με το άρθρο 9 του Νόμου, με τίτλο «Αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης»: «9. Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εκάστοτε σε ισχύ Νόμου, για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου παρέχεται εξουσία σε δικαστήριο να διατάξει καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, αναστολή της εκτέλεσης δικαστικής απόφασης εναντίον του στην έκταση που αφορά κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας του ή πώληση ή επιβάρυνση (memo) της ακίνητης ιδιοκτησίας του ως ακολούθως: (α) κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης, ανεξάρτητα από το κατά πόσο αυτή εκδίδεται εκ συμφώνου ή κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας και κατόπιν παρουσίασης στο δικαστήριο από τον εγγυητή όλων των σχετικών στοιχείων. (β) σε περίπτωση έκδοσης απόφασης και τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 10, οποτεδήποτε μετά την έκδοση της απόφασης με τη συγκατάθεση του πιστωτή και του πρωτοφειλέτη ή χωρίς τέτοια συγκατάθεση. Το άρθρο 10 του Νόμου, με τίτλο «Έκδοση διατάγματος αναστολής» προνοεί τ' ακόλουθα: «10.
(1)Δικαστήριο διατάσσει δυνάμει του άρθρου 9, όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο και ορθό, την αναστολή της εκτέλεσης απόφασης καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, και ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η οφειλή, στις πιο κάτω περιπτώσεις - (α) Όταν υποβληθεί από τον εγγυητή στο δικαστήριο κατά την ακρόαση αγωγής εναντίον του ή εναντίον του και εναντίον του πρωτοφειλέτη ή και των συνεγγυητών για την είσπραξη οφειλής αίτημα για αναστολή και το δικαστήριο ικανοποιηθεί με βάση την ενώπιον του σχετική με το αίτημα μαρτυρία ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή, που αποτελεί το αντικείμενο σύμβασης εγγύησης, (β) όταν ο πιστωτής, ο εγγυητής, και ο πρωτοφειλέτης συμφωνούν κατά την έκδοση απόφασης ή οποτεδήποτε μετά την έκδοσή της, ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία για να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης, και εκ συμφώνου δέχονται να εκδοθεί διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, (γ) όταν υποβληθεί από τον εγγυητή αίτηση για αναστολή οποτεδήποτε μετά την έκδοση απόφασης και το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή, που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης: Νοείται ότι κατά την έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης απόφασης εναντίον του εγγυητή το δικαστήριο αναφέρει τα οικονομικά στοιχεία ή και προσδιορίζει την περιουσία για την οποία το δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ή για την οποία ο πιστωτής, ο εγγυητής και ο πρωτοφειλέτης συμφωνούν, ανάλογα με την περίπτωση, ότι είναι δυνατόν εκ πρώτης όψεως να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή και απαγορεύει στον πρωτοφειλέτη να αποξενώσει την προσδιοριζόμενη στο διάταγμα περιουσία ή τα οικονομικά στοιχεία, ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η εξ' αποφάσεως οφειλή ή οποιοδήποτε μέρος της: Νοείται περαιτέρω ότι απαγόρευση εναντίον πρωτοφειλέτη να αποξενώσει περιουσία του δεν επηρεάζει τη λήψη ή υλοποίηση οποιωνδήποτε μέτρων εναντίον της περιουσίας, προς εκτέλεση άλλης προυπάρχουσας δικαστικής απόφασης εναντίον του πρωτοφειλέτη ή την εκποίησή της στα πλαίσια εκτέλεσης υποθήκης ή άλλης επιβάρυνσης που υφίστατο ήδη κατά το χρόνο της απαγόρευσης, καθώς επίσης και τη λήψη ή υλοποίηση οποιωνδήποτε μέτρων από τον πιστωτή εναντίον της περιουσίας, προς εκτέλεση της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε υπέρ του και εναντίον του πρωτοφειλέτη, περιλαμβανομένου και του μέτρου της εκποίησης υποθήκης ή άλλης επιβάρυνσης που παραχωρήθηκε προς εξασφάλιση της αποπληρωμής της οφειλής. (δ) σε περίπτωση που υπάρχει υποθήκη επί ακινήτου ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη που δεν έχει εκποιηθεί: Νοείται ότι διάταγμα που δίδεται γι' αυτό το λόγο παύει να έχει ισχύ, εάν μετά την εκποίηση της υποθήκης, παραμένει οποιοδήποτε μέρος του χρέους ανεξόφλητο.
(2)Για τους σκοπούς των άρθρων 9 και 10: (α) ακρόαση αγωγής και απόφαση δικαστηρίου περιλαμβάνει διαδικασία και διαιτητική απόφαση με βάση τις διατάξεις του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου· και (β) εκτέλεση απόφασης δικαστηρίου περιλαμβάνει και πτώχευση.» Με υπαγωγή της ενώπιόν μου μαρτυρίας στις παραπάνω πρόνοιες παρατηρώ τα εξής: Σύμφωνα και με όσα αναφέρει η ευπαίδευτη δικηγόρος του εγγυητή στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσής της αποτελεί θέση του τελευταίου, ότι στην παρούσα περίπτωση πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 10
(1)(γ) και (δ) του Νόμου, αφού υπάρχει περιουσία του πρωτοφειλέτη και συγκεκριμένα, η επίδικη υποθήκη, της οποίας διατάχθηκε η εκποίηση από το Δικαστήριο, με αξία η οποία, όπως φαίνεται και από τη σχετική έκθεση εκτίμησης υπερκαλύπτει την αξίωση των πιστωτών. Για ό, τι μας αφορά με συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 9 και 10 του Νόμου προκύπτουν τα ακόλουθα που περικλείουν και τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται για άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει τα αιτούμενα Διατάγματα. Ειδικότερα: Πρώτο, το Δικαστήριο έχει εξουσία να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης εναντίον του εγγυητή, στην έκταση που η εκτέλεση αφορά κατάσχεση και πώληση της κινητής ιδιοκτησίας του ή πώληση ή επιβάρυνση (memo) της ακίνητης ιδιοκτησίας του καθώς και πτώχευση. Δεύτερο, η επί του προκειμένου άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου, σε περίπτωση έκδοσης απόφασης μπορεί να ασκηθεί οποτεδήποτε μετά, με ή χωρίς τη συγκατάθεση του πιστωτή και του πρωτοφειλέτη. Τρίτο, το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης αναφορικά με τον εγγυητή όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο και ορθό και ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η οφειλή (στην προκειμένη περίπτωση το ποσό της απόφασης) στις εξής περιπτώσεις: (α) πρώτο, όταν υποβληθεί σχετική αίτηση από τον εγγυητή, δεύτερο και το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία, τρίτο, που εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης. Νοείται ότι κατά την έκδοση του διατάγματος, το Δικαστήριο θα πρέπει να προσδιορίσει την περιουσία για την οποία ικανοποιείται ότι εκ πρώτης όψεως είναι δυνατό να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή και απαγορεύει στον πρωτοφειλέτη να την αποξενώσει ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η εξ αποφάσεως οφειλή ή οποιοδήποτε μέρος της. Νοείται περαιτέρω, ότι, η σχετική απαγόρευση δεν επηρεάζει το δικαίωμα του πιστωτή να λάβει ή υλοποιήσει μέτρα εκτέλεσης κατά της περιουσίας του πρωτοφειλέτη, για σκοπούς εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του. (β) δεύτερο, σε περίπτωση που υπάρχει υποθήκη επί ακινήτου ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη που δεν έχει εκποιηθεί. Νοείται ότι, σ' αυτή την περίπτωση, το διάταγμα αναστολής παύει να ισχύει εάν μετά την εκποίηση της υποθήκης παραμένει οποιοδήποτε μέρος του χρέους ανεξόφλητο. Από την προηγηθείσα ανάλυση διαπιστώνω τα εξής: Ο πρωτοφειλέτης, μολονότι του επιδόθηκε η υπό κρίση αίτηση παρέλειψε να εμφανιστεί και να τοποθετηθεί σ' αυτή. Αντίθετα, οι πιστωτές, καθώς ήδη έχει αναφερθεί εμφανίστηκαν και καταχώρησαν σ' αυτή ένσταση. Με το δεύτερο λόγο ένστασης υποβάλλεται η θέση ότι ο πρωτοφειλέτης δεν έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία για να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή. Είναι γεγονός ότι ο εγγυητής δεν με έχει ικανοποιήσει ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική ικανότητα να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή του προς τους πιστωτές. Ωστόσο, αποτελεί επίσης γεγονός, πως, ούτε και ισχυρίζεται κάτι τέτοιο ο εγγυητής, του οποίου η αίτηση εδράζεται στον ισχυρισμό ότι ο πρωτοφειλέτης έχει περιουσία η οποία επαρκεί για να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης. Πρόκειται για το ενυπόθηκο ακίνητό του η εν λόγω περιουσία, το οποίο έχει υποθηκεύσει προς όφελος των πιστωτών για σκοπούς περαιτέρω εξασφάλισης των υποχρεώσεών του έναντι τους, για τις τραπεζικές διευκολύνσεις που του παραχώρησαν στον ουσιώδη χρόνο, τις οποίες εγγυήθηκε ο αιτητής, οι οποίες συνιστούν «δάνειο» τη εννοία του Νόμου. Με την εκ συμφώνου απόφαση, ημερομηνίας 13.6.2012 διατάχθηκε και εκποίηση της υποθήκης, συναφώς με το ακίνητο του πρωτοφειλέτη. Και, με δεδομένο ότι με την ίδια απόφαση διατάχθηκε η αναστολή εκτέλεσής της μέχρι και την 1.3.2013 είναι σαφές, ότι, μετά την ημερομηνία αυτή, οι πιστωτές είχαν και έχουν το δικαίωμα οποτεδήποτε να προβούν σ' όλα τα διαδικαστικά μέτρα για σκοπούς εκποίησης της υποθήκης, χρησιμοποιώντας το προϊόν πώλησης του βεβαρημένου με αυτή ακινήτου του πρωτοφειλέτη έναντι του εξ αποφάσεως χρέους του. Δεδομένου ότι η απόφαση που εξασφάλισαν οι πιστωτές εναντίον τόσο του πρωτοφειλέτη όσο και του εγγυητή δεν έχει ικανοποιηθεί και υπάρχει υποθήκη επί ακινήτου, ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη που δεν έχει ακόμη εκποιηθεί και ο εγγυητής, με την υπό κρίση αίτηση ζητά την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης για ό, τι αφορά τον ίδιο, με συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 9 (β) και 10
(1)(δ) του Νόμου, κατά την άσκηση της διακριτικής μου εξουσίας να αποδεχθώ την αίτηση και προκειμένου να μπορώ να την ασκήσω προς όφελος του εγγυητή, ό, τι απομένει να κριθεί είναι κατά πόσο αυτό είναι δίκαιο και ορθό. Το γεγονός ότι ο πρωτοφειλέτης, όπως είναι η θέση των πιστωτών δεν έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία τέτοιας αξίας που να είναι ικανή να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή του δεν αποτελεί προϋπόθεση για σκοπούς άσκησης της επί του προκειμένου εξουσίας μου και τούτο επειδή, βασικά, η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στο γεγονός ότι υπάρχει υποθήκη επί ακινήτου του πρωτοφειλέτη η οποία δεν έχει εκποιηθεί που αποτελεί αυτοτελή λόγο ή περίπτωση αναστολής εκτέλεσης δικαστικής απόφασης σύμφωνα με το Νόμο (βλ. το άρθρο 10
(1)(δ)), με μόνη επιφύλαξη, ότι σε περίπτωση που εκδοθεί το σχετικό διάταγμα παύει να ισχύει εάν μετά την εκποίηση της υποθήκης παραμένει οποιοδήποτε μέρος του χρέους ανεξόφλητο. Των παραπάνω λεχθέντων είναι σαφές, ότι, στην έννοια της περιουσίας που αναφέρεται στην παράγραφο 10
(1)(γ) που αποτελεί διαφορετική περίπτωση όπου μπορεί να διαταχθεί η αναστολή εκτέλεσης απόφασης περιλαμβάνονται τυχόν άλλα ακίνητα του πρωτοφειλέτη (όχι υποθηκευμένα προς όφελος του πιστωτή για σκοπούς εξασφάλισης του χρέους του πρωτοφειλέτη), σε σχέση με τα οποία, ο πιστωτής μπορεί να λάβει άλλα μέτρα εκτέλεσης για σκοπούς εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης που έχει εξασφαλίσει σε βάρος του πρωτοφειλέτη. Είναι σε σχέση με αυτή την περιουσία που ο εγγυητής, ο οποίος ζητά την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης για ό, τι αφορά τον ίδιο, για να πετύχει στην αίτηση, θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εν λόγω περιουσία είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης και όχι σε σχέση με περιουσία υποθηκευμένη που δεν έχει εκποιηθεί γεγονός που παρέχει το αυτοτελές δικαίωμα στον εγγυητή να ζητήσει την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης για ό, τι αφορά τον ίδιο, γι' αυτό το λόγο. Συνεχίζοντας και μ' αυτά που θα πω απαντώ και στον τρίτο λόγο ένστασης, όταν η αίτηση βασίζεται στην τελευταία περίπτωση, η αξία του ενυπόθηκου ακινήτου αποτελεί στοιχείο αδιάφορο, υπό την εξής έννοια. Σ' αυτή την περίπτωση, για σκοπούς προστασίας του εγγυητή, θα διαταχθεί η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, έως ότου εκποιηθεί η υποθήκη και ακολούθως, για σκοπούς διασφάλισης των δικαιωμάτων του πιστωτή, εάν παραμένει οποιοδήποτε υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους, το σχετικό διάταγμα αναστολής παύει να ισχύει. Αυτό, με απλά λόγια σημαίνει ότι ο πιστωτής θα μπορεί να στραφεί με μέτρα εκτέλεσης και εναντίον του εγγυητή, για πλήρη εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους. Στο ερώτημα κατά πόσο είναι δίκαιο και ορθό να εκδώσω το αιτούμενο διάταγμα - και μ' αυτό απαντώ και στον τέταρτο λόγο ένστασης - απαντώ ως εξής: Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη γνώμη μου, το δίκαιο και ορθό συναρτάται με τις συνέπειες ή αναλόγως, τις επιπτώσεις επί των συμφερόντων τόσο του εγγυητή όσο και του πιστωτή, ως αποτέλεσμα της έκδοσης του διατάγματος. Εάν εξαιτίας της έκδοσης του διατάγματος, μολονότι αυτό είναι αυτονόητο πως θα είναι προς όφελος και προς το συμφέρον του εγγυητή, την ίδια ώρα θα αποβεί σε βάρος των συμφερόντων του πιστωτή, ενδεχομένως, η πλάστιγγα θα βαραίνει κατά της έκδοσης του διατάγματος. Και τούτο, επειδή δε θα ήταν ορθό προκειμένου να προστατευθεί ο εγγυητής που με δική του βούληση ανέλαβε συγκεκριμένες υποχρεώσεις έναντι του πιστωτή, να παραβλαφθούν τα συμφέροντα και αντίστοιχα δικαιώματα του τελευταίου, ο οποίος, προφανώς βασίστηκε και στις υποχρεώσεις που ανέλαβε ο εγγυητής έναντι του και παραχώρησε το δάνειο στον πρωτοφειλέτη. Όμως, επειδή το όλο θέμα αποτελεί ζήτημα πραγματικό και όχι θεωρητικών αναζητήσεων, στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ πως, πρακτικά, άδικο και μη δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα ήταν μόνο σε περίπτωση που παρά την ύπαρξη της υποθήκης επί του ακινήτου του πρωτοφειλέτη, αυτή, για παράδειγμα, για κάποιο νομικό λόγο, δε θα μπορούσε να εκποιηθεί. Δεδομένου ότι οι πιστωτές δεν επικαλούνται οποιοδήποτε τέτοιο κώλυμα για σκοπούς εκποίησης της επίδικης υποθήκης, παρά μόνο ισχυρίζονται ότι η αξία του ενυπόθηκου ακινήτου δεν επαρκεί για κάλυψη της εξ αποφάσεως οφειλής, θεωρώ πως είναι δίκαιο και ορθό να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία προς όφελος του εγγυητή και να διατάξω την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης σε ό, τι αφορά τον ίδιο. Το πώς διασφαλίζονται τα δικαιώματα των πιστωτών έναντι του σε περίπτωση που μετά την εκποίηση της υποθήκης παραμένει ανεξόφλητο χρέος έχει ήδη αναφερθεί χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός, ότι, το διάταγμα που θα εκδοθεί στη συνέχεια θα είναι περιορισμένης έκτασης, πράγμα που σημαίνει ότι παρά την ύπαρξή του, οι πιστωτές δεν εμποδίζονται εντελώς από το να προβούν στη λήψη μέτρων εκτέλεσης της απόφασης εναντίον και του εγγυητή. Και σ' αυτά τα μέτρα προστίθεται και το δικαίωμά τους να επιβαρύνουν τυχόν ακίνητη περιουσία του με memo το οποίο θα εξαιρέσω του σχετικού διατάγματος αναστολής. Και τούτο έχοντας υπόψη ότι η επίδικη απόφαση, ημερομηνίας 13.6.2012 εκδόθηκε εκ συμφώνου και παρά την πρόνοια για αναστολή εκτέλεσής της μέχρι και την 1.3.2013, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι οι πιστωτές θα είχαν το δικαίωμα να καταχωρήσουν αμέσως memo επί της περιουσίας και του εγγυητή. Αφ' ης στιγμής, αυτός, παρά την ύπαρξη της αναστολής συμφώνησε όπως οι πιστωτές έχουν το δικαίωμα να εγγράψουν αμέσως memo επί της περιουσίας του, δεδομένης και της περιορισμένης εμβέλειας του συγκεκριμένου μέτρου εκτέλεσης που δεν είναι ιδιαίτερα δραστική αισθάνομαι πως δε θα ήταν ορθό και δίκαιο να αφαιρέσω σήμερα αυτό το δικαίωμα από τους πιστωτές. Και κάτι ακόμη προτού καταλήξω. Με μόνο λόγο ότι το διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης θα εκδοθεί σε εφαρμογή του άρθρου 10
(1)(δ) του Νόμου, το δεύτερο αιτούμενο διάταγμα δεν μπορεί να εκδοθεί. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση, στην έκταση που έχει αναφερθεί εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα, ως η παράγραφος (α) της αίτησης, στην έκταση που η αναστολή αφορά κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας, πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας και πτώχευση. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου 2 και σε βάρος των εναγόντων. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - αίτηση αναστολής εκτέλεσης της απόφασης σε ό, τι αφορά εγγυητή. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο