Emporiki Bank - Cyprus Limited ν. Hyland Gerald Michael κ.α., Αρ. Αγωγής :- 1546 / 11, 4/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 1546 / 11 Μεταξύ:- Emporiki Bank - Cyprus Limited Και
- Hyland Gerald Michael
- Hyland Donna Marie
- D. N. P. Enterprises Ltd Αίτηση Ακύρωσης ή Περιορισμού Εγγραφής Δικαστικής Απόφασης επί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Ημερομηνίας 19/6/2014 Ημερομηνία :- Τετάρτη 4η Φεβρουαρίου 2015 Για την ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση :- κα. Στέλλα Ευθυβούλου για κο. Ντίνο Μαστορούδη Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Νέλλη Δημητριάδου Για την εναγόμενη 3 - Αιτήτρια :- κα. Άντρη Κακογιάννη Αχιλλέως για Α. Κακογιάννης & Συνεργάτες Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Άντρη Κακογιάννη Αχιλλέως ΑΠΟΦΑΣΗ
- Στις 16/10/2013 εκδόθηκε ερήμην της εναγομένης 3 (στο εξής θα καλείται η «εναγόμενη») απόφαση υπέρ της ενάγουσας. Στις 17/12/2013 η ενάγουσα, σύμφωνα με το άρθρο 53 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 (στο εξής θα καλείται ο «σχετικός Νόμος») ενέγραψε την απόφαση ως επιβάρυνση στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου επί ακίνητης ιδιοκτησίας της εναγομένης εταιρείας, λεπτομέρειες της οποίας αναφέρονται σε επισυνημμένο πίνακα.
- Η εγγραφή αυτή έχει αριθμό φακέλου ΕΒ2460/2013 ενώ στις 2/4/2014 η ενάγουσα προχώρησε και σε δεύτερη εγγραφή με αριθμό εγγραφής 613/2014 και διαφορετικό επισυνημμένο πίνακα επηρεάζοντας δηλαδή επιπρόσθετη ακίνητη ιδιοκτησία της εναγομένης εταιρείας σε άλλες περιοχές της επαρχίας της Πάφου.
- Καθιστώντας, με αμφότερες τις προαναφερόμενες εγγραφές (στο εξής θα καλούνται οι «εγγραφές»), ως εγγύηση την επηρεαζόμενη ακίνητη ιδιοκτησία για την πληρωμή του εκ δικαστικής απόφασης χρέους. Ακίνητη ιδιοκτησία δηλαδή επί της οποίας η εναγόμενη 3 ως η εκ δικαστικής απόφασης οφειλέτρια χρέους έχει συμφέρον και η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα της στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου.
- Δεσμεύουν οι συγκεκριμένες εγγραφές το συμφέρον της εναγομένης για το ποσό το οποίο οφείλεται δυνάμει της δικαστικής απόφασης. Εμποδίζοντας κατ΄ επέκταση την εναγόμενη εταιρεία από τη μεταβίβαση οποιουδήποτε μέρους αυτής της ακίνητης ιδιοκτησίας ανεξάρτητα από οποιοδήποτε συσχετισμό μεταξύ της αξίας αυτής της ακίνητης ιδιοκτησίας και του ύψους του εξ αποφάσεως χρέους. Μάλιστα στη περίπτωση της εναγομένης εταιρείας, διατηρώντας υπόψη και το αντικείμενο της ως επιχείρηση, δηλαδή την αξιοποίηση γης, οι εγγραφές παράλληλα θέτουν εμπόδια και στην ελεύθερη άσκηση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας.
- Αξίζει να σημειωθεί πως το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους της εναγομένης είναι αυτό των €148.648,32 πλέον τόκους από 4/11/2010 και δικηγορικά έξοδα €1.385,00 πλέον ο σχετικός τόκος. Με ένα πρόχειρο υπολογισμό το ποσό των τόκων ανά έτος ανέρχεται σε ποσό πέραν των €17.000,00 και σε ποσό πέραν των €52.000,00 κατά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Δηλαδή, και πάλι με ένα πρόχειρο υπολογισμό, το ποσό το οποίο θα έπρεπε να πληρώσει η εναγόμενη κατά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους της θα αναλογούσε σε ποσό πέραν των €200.000,
- Το ποσό αυτό καθορίζεται με περισσότερη ακρίβεια από την ενάγουσα στην ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης την οποία καταχώρησε (σχετική είναι η παράγραφος 12 αυτής της απόφασης).
- Ο λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο αναφέρεται σε τέτοιο αναλυτικό βαθμό στο πόσο το οποίο η εναγόμενη οφείλει προς την ενάγουσα, έστω και με ένα πρόχειρο υπολογισμό αυτού, είναι έτσι ώστε να καθίσταται πιο εύκολα αντιληπτό το αίτημα της εναγομένης σε σχέση με την αιτούμενη ακύρωση ή περιορισμό της εγγραφής της δικαστικής απόφασης ως επιβάρυνση επί της ακίνητης ιδιοκτησίας της.
- Η νομική βάση της αίτησης αποτελείται κυρίως από τα άρθρα 53, 54, 55 και 71 του σχετικού Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 71 παρέχεται η δυνατότητα σε κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο όπως ζητήσει από το Δικαστήριο την ακύρωση οποιασδήποτε εγγραφής που διενεργήθηκε δυνάμει του Μέρους V του σχετικού Νόμου.
- Υποστηρίζεται η αίτηση της εναγομένης από ένορκη δήλωση του διευθυντή της εναγομένης. Ουσιαστικά το αίτημα της εναγομένης βασίζεται στους ακόλουθους ισχυρισμούς του διευθυντή της εναγομένης. 8.
- Η αξία της δεσμευμένης περιουσίας υπερβαίνει κατά πολύ την αξία της απαίτησης και του αντικειμένου της αγωγής. 8.
- Η συγκεκριμένη περιουσία δεσμεύεται με τρόπο καταχρηστικό και εκβιαστικό με αποτέλεσμα η εναγόμενη να μην μπορεί να την αξιοποιήσει και ως εκ τούτου να μην μπορεί να πληρώσει τις υποχρεώσεις της ως επίσης και να έχει τη δυνατότητα δανειοδότησης κεφαλαίων κίνησης και με αυτό τον τρόπο (προφανώς ως αποτέλεσμα) να οδηγείται σε παύση πληρωμών. 8.
- Η αξία των ακινήτων ξεπερνά το ποσό των €40.000.000,
- Ο ισχυρισμός αυτός βεβαίως βασίζεται επί των τεκμηρίων, δηλαδή τις εκθέσεις εκτίμησης, οι οποίες επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του διευθυντή της εναγομένης. 8.
- Αξίζει να σημειωθεί σε αυτό το σημείο της απόφασης, διατηρώντας υπόψη και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης, πως σε οποιοδήποτε ακριβή υπολογισμό της αξίας των ακινήτων τα οποία εξακολουθούν να δεσμεύονται με τις επίδικες εγγραφές θα πρέπει να γίνει αφαίρεση της αξίας των ακινήτων με αριθμούς εγγραφής 0/35771 (€225.000,00) και 0/35772 (€163.000,00) τα οποία μεταβιβάστηκαν μετά από ακύρωση, με τη συγκατάθεση της ενάγουσας, μέρους των εγγράφων και αφού προηγουμένως είχε πληρωθεί στην κάθε περίπτωση το ποσό των €10.000,00 από την εναγόμενη. Η πρώτη αποδοχή του συγκεκριμένου ποσού προς απαλλαγή του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/35771 έγινε στις 9/5/2014, δηλαδή προ της καταχώρησης της αίτησης, ενώ η δεύτερη για το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/35772 ακολούθησε στις 5/9/2014, δηλαδή μετά την καταχώρηση της αίτησης αλλά προ της καταχώρησης της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης. 8.
- Όπως εξηγεί ο ενόρκως δηλών η εναγόμενη είναι η βασική επιχείρηση του και πηγή εισοδήματος τόσο για τον ίδιο όσο και για την οικογένεια του. Διευκρινίζει πως η εναγόμενη ασχολείται με την ανάπτυξη και αξιοποίηση γης αλλά σήμερα εμποδίζεται από την ανάπτυξη των επίδικων ακινήτων παρά και τις προσφορές και προτάσεις οι οποίες υπάρχουν ανεξάρτητα και από την κρίση η οποία επικρατεί στην αγορά. 8.
- Αναφέρει επίσης λεπτομέρειες αναφορικά με τις οικογενειακές του υποχρεώσεις ως διαζευγμένος πατέρας, υπό μορφή μηνιαίας πληρωμής διατροφής ύψους €1.000,00 για τα δύο ανήλικα παιδιά του τα οποία διαμένουν με τη μητέρα τους. 8.
- Αναφέρεται επίσης στις προσπάθειες τις οποίες κατέβαλλαν οι δικηγόροι της εναγομένης για περιορισμό της επιβάρυνσης δίχως οποιοδήποτε αποτέλεσμα εκτός από μία περίπτωση απόσυρσης αυτής για ένα ακίνητο, αφού πρώτα όμως η ενάγουσα πληρώθηκε το ποσό των €10.000,
- Περιέγραψε δε αυτή τη συναλλαγή ως ενέργεια της ενάγουσας με τον πλέον εκβιαστικό και καταχρηστικό τρόπο. 8.
- Πέραν και από αναφορά στο μεγάλο βαθμό στον οποίο οι εγγραφές υπερβαίνουν σε αξία το ποσό της επίδικης απόφασης προβάλει και τις εξής θέσεις. Ότι αυτές συνιστούν κατάφωρη παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων της εναγόμενης επί της ακίνητης ιδιοκτησίας της. Επιπλέον, σε περίπτωση όπου αυτή συνεχίσει να ισχύει τότε θα επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο η ήδη δεινή κατάσταση της εναγόμενης αλλά και του ιδίου προσωπικά με αποτέλεσμα να τους καταστήσει ανίκανους να ανταποκριθούν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις προς τρίτους συμπεριλαμβανομένων και άλλων απαιτήσεων της ενάγουσας σε περίπτωση κατά την οποία πετύχουν απόφαση εναντίον της εναγόμενης ή και του ιδίου για οποιοδήποτε άλλο ποσό. Εισηγείται επίσης πως η ενάγουσα δεν θα επηρεαστεί δυσμενώς από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Επί της ένορκης δήλωσης επισυνάπτονται εκθέσεις εκτίμησης των ακινήτων τα οποία καλύπτονται από τις εγγραφές. Με ένα πρόχειρο υπολογισμό, σύμφωνα με τα στοιχεία τα οποία παραθέτει ο ενόρκως δηλών, το ποσό της επίδικης απόφασης αποτελεί περίπου 0,5% της αξίας της ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία επηρεάζεται από τις εγγραφές. Θέτοντας το πιο απλά - και παράλληλα πιο παραστατικά - εάν η εναγόμενη είχε τη δυνατότητα να ρευστοποιήσει το σύνολο της ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία έχει δεσμευτεί από τις εγγραφές, λαμβάνοντας υπόψη ακόμη και το ποσό των €215.557,01 πλέον τόκους 11.6692% από τις 10/10/2014 (βλ. σχετικά την παράγραφο 12 αυτής της απόφασης), τότε θα μπορούσε να εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος και να είχε στη διάθεση της ως υπόλοιπο και ένα ποσό άνω των 39 εκατομμυρίων ευρώ. Αναμφίβολα το δεδομένο αυτό δεν είναι δυνατό να μην ληφθεί πολύ σοβαρά υπόψη κατά την εξέταση του αιτήματος της εναγομένης.
- Δεδομένο καθότι, όπως υπενθυμίζω, η ενάγουσα επέλεξε όπως μην επισυνάψει επί της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης δικές της εκθέσεις εκτίμησης αναφορικά με τα ακίνητα τα οποία επηρεάζονται από τις εγγραφές. Βεβαίως ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της ένστασης αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της αίτησης αλλά αυτό το δεδομένο από μόνο του ασφαλώς δεν οδηγεί σε απόρριψη από το Δικαστήριο είτε ως αβάσιμων είτε ως αναξιόπιστων των ισχυρισμών εντός της ένορκης δήλωσης του διευθυντή της εναγομένης. Αντιθέτως, διατηρώντας υπόψη και την απουσία αντεξέτασης του διευθυντή της εναγομένης αλλά και το γεγονός πως η μοναδική μαρτυρία εμπειρογνωμόνων, έστω και εξ ακοής, η οποία έχει παρουσιαστεί σε αυτή τη διαδικασία ως πρός την αξία των επίδικων ακινήτων είναι αυτή της εναγόμενης δεν διαπιστώνω να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος έτσι ώστε το Δικαστήριο να μην βασιστεί στο περιεχόμενο των εκθέσεων εκτίμησης έτσι ώστε να λάβει υπόψη του μία τουλάχιστον κατά προσέγγιση εκτιμημένη αξία του συνόλου της ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία επηρεάζεται από τις εγγραφές. Ούτε και θα ήταν βεβαίως νομικά επιτρεπτό για το Δικαστήριο να βασιστεί σε οποιαδήποτε έστω και υπονοούμενη γνώμη ή άποψη, υπό μορφή διαφωνίας, του συγκεκριμένου μάρτυρα αναφορικά με την αξία των επίδικων ακινήτων. Δηλαδή, ενός υπαλλήλου της ενάγουσας δίχως καν ο ίδιος να έχει προβάλει ούτε καν υπό μορφή ισχυρισμού την κατοχή προσόντων σε σχέση με την οποιαδήποτε ειδικότητα αναφορικά με τη δυνατότητα να προβαίνει σε εκτιμήσεις ως πρός την αξία ακίνητης ιδιοκτησίας.
- Η ενάγουσα καταχώρησε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης με 8 συνολικά λόγους ένστασης[1] οι οποίοι παρατίθενται στο τέλος αυτής της απόφασης υπό μορφή υποσημείωσης. Ασφαλώς το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του το περιεχόμενο των λόγων ένστασης στο σύνολο του.
- Η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Αντώνη Αντωνίου, υπαλλήλου της ενάγουσας. Μεταξύ των ισχυρισμών με τους οποίους ο ίδιος υποστηρίζει την ένσταση της ενάγουσας παρατίθεται και ένας πιο ακριβής υπολογισμός του ποσού του εξ αποφάσεως χρέους κατά την ημερομηνία υπογραφής της ένορκης δήλωσης του. Δηλαδή, το ποσό των €215.557,01 πλέον τόκους 11.6692% από τις 10/10/
- Μάλιστα επισυνάπτεται επί της ένορκης δήλωσης του και σχετική κατάσταση λογαριασμού ως τεκμήριο. Το Δικαστήριο, τουλάχιστον για σκοπούς έκδοσης αυτής της απόφασης, δεν έχει οποιοδήποτε λόγο αμφισβήτησης αναφορικά με την ακρίβεια υπολογισμού αυτού του ποσού. Αξιοσημείωτο είναι το δεδομένο πως το υπόλοιπο αυτό προκύπτει λαμβάνοντας υπόψη και το συνολικό ποσό των €20.000,00 των δύο πληρωμών οι οποίες έγιναν ως αντάλλαγμα για απαλλαγή των ακινήτων με αριθμούς εγγραφής 0/35771 και 0/35772 από τις εγγραφές (βλ. σχετικά την υποπαράγραφο 8.4 αυτής της απόφασης).
- Ισχυρίζεται επίσης ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της ένστασης πως η ενάγουσα ακολούθησε την ενδεδειγμένη διαδικασία με μοναδικό σκοπό τη διασφάλιση του εξ αποφάσεως χρέους. Διαφοροποιημένη είναι η θέση του ως πρός τη διευθέτηση στην οποία είχαν προβεί μεταξύ τους οι διάδικοι αναφορικά με την απόσυρση μέρους της ακίνητης ιδιοκτησίας της εναγόμενης από τις εγγραφές. Δική του θέση είναι πως η ενάγουσα ενήργησε με καλή θέληση και καλόπιστα έχοντας ως σκοπό να βοηθήσει την εναγόμενη στη σταδιακή έστω πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους της.
- Όντως με το τεκμήριο Δ το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του διευθυντή της εναγομένης η διευθέτηση στην οποία είχαν καταλήξει μεταξύ τους οι διάδικοι ήταν η πληρωμή του ποσού των €10.000,00 για το καθένα από τα τρία ακίνητα και όχι για την επιβάρυνση σε σχέση με τρία συνολικά ακίνητα. Δηλαδή τα όσα ισχυρίζεται σχετικά ο διευθυντής της εναγόμενης στη παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης του δεν συνάδουν με το ίδιο το τεκμήριο το οποίο επισυνάπτεται επί της ένορκης δήλωσης του. Βεβαίως αυτό το δεδομένο δεν αποτελεί παρά μόνο μέρος του συνόλου των δεδομένων τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του σε σχέση με το αίτημα της εναγομένης.
- Διατηρείται δηλαδή υπόψη από το Δικαστήριο η συγκεκριμένη διευθέτηση μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με την εξέταση του εξής ερωτήματος. Κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο να κριθεί πως οι εγγραφές αποτελούν κατάχρηση μίας δυνατότητας η οποία παρέχεται από τον σχετικό Νόμο ως πρός την εξασφάλιση μίας μορφής δέσμευσης ή εγγύησης με την οποία ένας εξ αποφάσεως πιστωτής δύναται να προσμένει είτε στην επίσπευση εξόφλησης του εξ αποφάσεως χρέους είτε στη προστασία της ακίνητης ιδιοκτησίας του εξ αποφάσεως οφειλέτη, η οποία δεσμεύεται μέχρις ότου αυτή να είναι δυνατό να αξιοποιηθεί προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους ή μέρους αυτού.
- Εντούτοις αυτό το οποίο δεν είναι δυνατό να μην ληφθεί παράλληλα υπόψη από το Δικαστήριο είναι η κατάσταση πραγμάτων ως αυτή έχει διαμορφωθεί σήμερα ανεξάρτητα δηλαδή και από την οποιαδήποτε μερική διευθέτηση μεταξύ των διαδίκων. Καθότι βεβαίως δεν παύει η υπόλοιπη επηρεαζόμενη ακίνητη ιδιοκτησία της εναγομένης να εξακολουθεί να δεσμεύεται από τις επίδικες εγγραφές.
- Περιορίστηκαν οι διάδικοι στην υποβολή γραπτών αγορεύσεων δίχως να είχε προηγηθεί αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων ενώ στη συνέχεια, κατά την ημερομηνία στην οποία η αίτηση είχε οριστεί για διευκρινίσεις, το Δικαστήριο δεν ζήτησε οποιεσδήποτε διευκρινίσεις αλλά ούτε και οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων πρόσθεσαν οτιδήποτε προφορικά σε σχέση με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του αντιδίκου τους.
- Αναφορικά με την επιχειρηματολογία βάσει της οποίας αμφότεροι οι δικηγόροι των διαδίκων προώθησαν τις θέσεις τους αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγόμενης διευκρινίζει ότι η ενάγουσα δεν αμφισβητεί εν γένει το δικαίωμα της ενάγουσας για εγγραφή της δικαστικής απόφασης προς εξασφάλιση της αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους της εναγόμενης. Επιπλέον, διευκρινίζει πως δεν αμφισβητείται η συνταγματικότητα των άρθρων του σχετικού Νόμου τα οποία παρέχουν αυτό το δικαίωμα το οποίο μάλιστα χαρακτηρίζει ως λογικό και δίκαιο.
- Αξιοσημείωτο σε σχέση με την αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου της ενάγουσας είναι και η προβολή της θέσης πως η εκτέλεση μίας δικαστικής απόφασης δεν θα πρέπει ποτέ να χρησιμοποιείται για σκοπούς αναγκαστικής πίεσης σε βάρος του οποιουδήποτε εναγομένου αλλά αντίθετα αυτή θα πρέπει να εκτελείται για σκοπούς της πλήρους και σωστής διασφάλισης του εξ αποφάσεως χρέους. Βεβαίως προσθέτει πως ακριβώς αυτό έγινε και στην παρούσα υπόθεση.
- Το Δικαστήριο έχει μελετήσει και λαμβάνει υπόψη κατά την εξέταση της αίτησης στο σύνολο του το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων δικηγόρων. Αξιοσημείωτο επίσης είναι το γεγονός πως αμφότεροι οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων παραπέμπουν το Δικαστήριο σε προηγούμενη απόφαση του[1] η οποία εκδόθηκε πριν 3 χρόνια και 4 μήνες περίπου (συγκεκριμένα στις 27/9/2011) σε σχέση με το ίδιο αντικείμενο. Δίχως όμως παράλληλα να παραπέμπουν σε οποιαδήποτε άμεσα σχετική νομολογία επί του θέματος. Προφανώς καθότι τέτοια νομολογία δεν εντοπίστηκε έτσι ώστε αυτή να αναφερθεί με απώτερο στόχο την υποβοήθηση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση αυτής της απόφασης.
- Οφείλω βεβαίως να τονίσω το εξής. Όσο βοηθητική και να είναι δυνατό να θεωρηθεί η νομική ανάλυση η οποία εμπεριέχεται εντός της συγκεκριμένης προηγούμενης απόφασης του Δικαστηρίου ασφαλώς, όπως και σε άλλες παρόμοιες περιπτώσεις, η κάθε αίτηση και διαδικασία εξετάζεται βάσει των δικών της δεδομένων και το Δικαστήριο σε αυτή τη περίπτωση δεν θεωρεί πως δεσμεύεται με οποιοδήποτε τρόπο από τα όσα αναφέρονται εντός της προαναφερόμενης απόφασης του.
- Αναφορικά με τη νομική πτυχή του θέματος υπό εξέταση παρατηρώ τα ακόλουθα.
- Κατ΄αρχάς υπενθυμίζω πως η εγγραφή μίας δικαστικής απόφασης ως επιβάρυνση επί ακίνητης ιδιοκτησίας αποτελεί μέθοδο εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 14
(1)(β) του σχετικού Νόμου. Βεβαίως η εγγραφή της δικαστικής απόφασης πέραν του γεγονότος ότι αποτελεί μία μορφή εγγύησης σε σχέση με την εκτέλεση της απόφασης παράλληλα συνδέεται και με το ενδεχόμενο χρήσης άλλης μεθόδου εκτέλεσης, δηλαδή την πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας προς εκτέλεση της δικαστικής απόφασης. Μέθοδος εκτέλεσης η οποία επίσης προβλέπεται, διαζευκτικά, εντός του άρθρου 14
(1)(β) του σχετικού Νόμου.
- Έχει ιδιαίτερη σημασία σε σχέση με το αντικείμενο αυτής της αίτησης το δεδομένο ότι ο σκοπός της εγγραφής μίας δικαστικής απόφασης ως επιβάρυνση επί ακίνητης ιδιοκτησίας αναδεικνύεται από το ίδιο το άρθρο εντός του οποίου αυτή η δυνατότητα προβλέπεται. Δηλαδή, ως μία μέθοδος εκτέλεσης της απόφασης[2]. Θέτοντας το πολύ απλά η ίδια η εγγραφή δεν αποτελεί αυτοσκοπό. Δεν είναι η εγγραφή το τελικό επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Η εγγραφή αποτελεί μέθοδο εκτέλεσης. Μέθοδο εκτέλεσης μάλιστα η οποία ουσιαστικά αποσκοπεί, παράλληλα με τη διατήρηση της ακίνητης ιδιοκτησίας του εξ αποφάσεως οφειλέτη ως ιδιοκτησία του ιδίου, ενδεχομένως και σε πώληση αυτής προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους. Δηλαδή, η εγγραφή όχι μόνο στερεί τον εξ αποφάσεως οφειλέτη από το δικαίωμα μεταβίβασης και αποξένωσης της ακίνητης ιδιοκτησίας του. Παράλληλα λειτουργεί και ως μέθοδος εκτέλεσης με την έννοια του ενδεχόμενου της επικείμενης πώλησης της προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους. Συνεπώς είτε με τον ένα είτε διαζευκτικά με τον άλλο τρόπο ο σκοπός της εγγραφής δεν μπορεί να είναι οτιδήποτε άλλο από την ίδια την εκτέλεση της απόφασης.
- Διατηρώντας υπόψη τα όσα ο διευθυντής της εναγομένης προτείνει προς υποστήριξη της αίτησης, σχετική επί του θέματος γενικότερα της εκτέλεσης μίας δικαστικής απόφασης είναι και η Panaou v. Chrysanthos Hajichristofi
(1963)2 C. L. R.
- Στη συγκεκριμένη υπόθεση ο εξ αποφάσεως πιστωτής ουσιαστικά διεκδικούσε την εκτέλεση της απόφασης με τέσσερεις ξεχωριστές διαδικασίες, η μία εκ των οποίων για ακύρωση καταδολιευτικής μεταβίβασης.Βεβαίως, όπως ο Βασιλειάδης Δ. (όπως ήταν τότε) διευκρινίζει στη σελίδα 21 της απόφασης (σε ελεύθερη μετάφραση), η έφεση αποφασίστηκε επί των γεγονότων της και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν διεκδικούσε καθορισμό θεμάτων αρχής αναφορικά με τα οποία δεν είχε ακουστεί επαρκής επιχειρηματολογία[3].
- Εντούτοις στη συνέχεια στην τελευταία παράγραφο της απόφασης υπάρχει αναφορά, η οποία δεν μπορεί παρά να γίνει κατανοητή ως αναφερόμενη σε αναγνώριση, αν όχι ουσιαστικά ακόμη και καθορισμό, γενικών αρχών έστω και σε σχέση με τον χειρισμό ή αντιμετώπιση από το πρωτόδικο Δικαστήριο - σε εκείνη την περίπτωση - των διαδικασιών τις οποίες εξέτασε και στις οποίες έγινε δεκτή συγκεκριμένη προδικαστική ένσταση. Αναφορικά με την οποία βεβαίως ασκήθηκε έφεση η οποία όμως απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Δεν θεωρώ αναγκαιό να υπεισέλθω σε λεπτομέρεια αναφορικά με τα γεγονότα της συγκεκριμένης περίπτωσης τα οποία συνοψίζονται με επαρκή σαφήνεια στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
- Αρκεί να σημειωθεί το εξής. Ασφαλώς το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του την προαναφερόμενη αναφορά του Βασιλειάδη Δ. (όπως ήταν τότε) αλλά επιπλέον αναγνωρίζει πως τα συγκεκριμένα γεγονότα της υπόθεσης Panaou v. Chrysanthos Hajichristofi αν και σχετικά με την εκτέλεση δικαστικής απόφασης όντως ήταν διαφορετικά από τα γεγονότα της περίπτωσης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Ιδιαίτερης όμως σημασίας θεωρώ έχουν τα όσα αναφέρονται στη τελευταία πρόταση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στη σελίδα
- Συγκεκριμένα, σε ελεύθερη μετάφραση, τα εξής. Η εκτέλεση μίας απόφασης είναι θέμα το οποίο υπόκειται στην επίβλεψη και έλεγχο του Δικαστηρίου � και δεν μπορεί να επιτρέπεται να χρησιμοποιείται για σκοπούς αχρείαστης καταπίεσης ή για οποιοδήποτε λόγο εκτός από την κατάλληλη, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου, ικανοποίηση της απόφασης του Δικαστηρίου[4].
- Αξίζει να σημειωθεί πως 40 χρόνια αργότερα υπάρχει θετική αναφορά και ουσιαστικά επανάληψη των όσων είχαν αναφερθεί στην υπόθεση Panaou στην Αρέστης ν. Λαικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2002)1Β Α. Α. Δ. 1258 από τον Νικολαϊδη Δ. στη σελίδα 1261 όπου αναφέρθηκε συγκεκριμένα πως στην υπόθεση Panaou τονίστηκε ότι η εκτέλεση δικαστικής απόφασης είναι ένα θέμα το οποίο βρίσκεται κάτω από τον έλεγχο και την επίβλεψη του δικαστηρίου και δεν μπορεί να επιτραπεί να χρησιμοποιείται για σκοπούς αχρείαστης καταπίεσης ή για οποιονδήποτε άλλο σκοπό από τη δέουσα ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης, πάντοτε κάτω από τον έλεγχο του δικαστηρίου. Θετική αναφορά υπάρχει επίσης και στην Αδελφοί Θράσου και Συνεργάτες ν 1. Βασιλάρα κ. ά.
(2008)1Β Α. Α. Δ. 830 όπου στη σελίδα 834 ο Νικολάτος Δ. (όπως ήταν τότε) αναφερόμενος στην Panaou εξήγησε ότι εκεί τονίστηκε πως η εκτέλεση µιας απόφασης βρίσκεται υπό τον έλεγχο και την επιτήρηση του δικαστηρίου και ότι δεν µπορεί να επιτραπεί, η χρήση της διαδικασίας εκτέλεσης, να γίνεται κατά τρόπον αχρείαστα καταπιεστικό αλλά η εκτέλεση θα πρέπει να γίνεται µε σκοπό την ορθή ικανοποίηση της απόφασης του δικαστηρίου, κάτω από τον έλεγχο του δικαστηρίου.
- Ιδιαίτερο ενδιαφέρον επί του θέματος της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας παρουσιάζει η απόφαση μειοψηφίας του Λόρδου Denning MR στην υπόθεση Goldsmith v. Sperrings Ltd [1977] 2 All E. R. 566 όπου, στη σελίδα 574 αναφέρει χαρακτηριστικά, σε ελεύθερη μετάφραση, τα εξής. Σε μία πολιτισμένη κοινωνία η δικαστική διαδικασία αποτελεί τον μηχανισμό για τη διατήρηση της τάξης και την απονομή της δικαιοσύνης, ως επίσης ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί με κατάλληλο τρόπο ή με καταχρηστικό. Προσθέτοντας ότι χρησιμοποιείται με κατάλληλο τρόπο όταν γίνεται επίκληση αυτής για τη δικαίωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή την εφαρμογή δίκαιων αξιώσεων. Διαφορετικά χρησιμοποιείται με καταχρηστικό τρόπο όταν παρεκτρέπεται από την ορθή πορεία της έτσι ώστε να εξυπηρετήσει είτε εκβιασμό είτε καταπίεση ή έτσι ώστε να εφαρμόσει πίεση με σκοπό την επίτευξη ενός ακατάλληλου στόχου.
- Προσθέτει δε και τα εξής σημαντικά ο Λόρδος Denning. Μερικές φορές η κατάχρηση αναδεικνύεται από τα διαβήματα τα οποία λαμβάνονται στα Δικαστήρια. Άλλες φορές η κατάχρηση μπορεί να αναδειχτεί μόνο με εξωγενή μαρτυρία ότι η δικαστική διαδικασία χρησιμοποιείται για αθέμιτο σκοπό. Επιφανειακά η δικαστική διαδικασία μπορεί να φαίνεται εντελώς θεμιτή και ορθή. Το τι μπορεί να την καθιστά άδικη είναι ο σκοπός για τον οποίο χρησιμοποιείται. Εάν χρησιμοποιείται έτσι ώστε να εξασκήσει πίεση με στόχο την εξασφάλιση ενός στόχου ο οποίος δεν είναι θεμιτός από μόνος του τότε αυτό αποτελεί αδικία γνωστή στο δίκαιο[5].
- Αναφέρεται στη συνέχεια σε συγκεκριμένο αστικό αδίκημα το οποίο προέκυψε από την υπόθεση Grainger v. Hill 4 Bing NC 212 και την επιδίκαση αποζημιώσεων για κατάχρηση της διαδικασίας ως επίσης και την εφαρμογή της ίδιας αρχής σε υποθέσεις πτώχευσης με αναφορά στην υπόθεση Re Majory [1955] 2 All E. R. 65, 78 όπου ο Λόρδος Evershed MR αναφέρει χαρακτηριστικά πως η δικαστική διαδικασία ή η απειλή της χρήσης της δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για το σκοπό της εξασφάλισης για το άτομο το οποίο την χρησιμοποιεί ή απειλεί να την χρησιμοποιήσει, κάποιου παράλληλου πλεονεκτήματος για τον ίδιο και όχι για τον σκοπό τον οποίο τέτοια διαδικασία υπάρχει και για τον οποίο είχε θεσπιστεί.
- Σε αυτό το σημείο της απόφασης αξίζει να γίνει αναφορά και σε σχετική Κυπριακή νομολογία όπως την υπόθεση Χαραλαμπίδης ν Κωμοδρόμου
(2002)2 Α. Α. Δ. 522 η οποία παρά και το γεγονός ότι πρόκειται για απόφαση σε ποινική έφεση εντούτοις αποτελεί απόφαση της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου και εντός αυτής εξετάζεται αρκετά επισταμένα το θέμα της κατάχρησης της διαδικασίας. Αναφέρει σχετικά ο Νικήτας Δ. στη σελίδα 530 τα εξής,:- «Η αναστολή της δίκης ή η απόρριψη υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας χωρεί μόνο εφόσο απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Η δικαιοδοσία για πάταξη τέτοιων περιπτώσεων είναι σύμφυτη χωρίς να έχει οποιαδήποτε νομοθετική προέλευση. Είναι μια εξουσία αυτονόητη και απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και μέσων επίτευξης των στόχων της. Υπήρξε βέβαια αντικείμενο συζητήσεων και πολλών δικαστικών αποφάσεων ποια δικαστήρια έχουν τέτοια αρμοδιότητα και για ποιούς σκοπούς μπορούσαν να την ασκήσουν.» Παρά και την αναφορά σε αναστολή της δίκης ή απόρριψη της υπόθεσης εντούτοις στο συγκεκριμένο απόσπασμα υπάρχει αναφορά γενικότερα στη χρήση της δικαστικής διαδικασίας και στο ενδεχόμενο ουσιαστικά αυτή να τύχει κατάχρησης. Περισσότερη σημασία έχει η αναφορά στο αυτονόητο και απαραίτητο στοιχείο της ύπαρξης της εξουσίας με στόχο την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και μέσων επίτευξης των στόχων της.
- Στην ίδια σελίδα υπάρχει αναφορά σε χρήσιμο απόσπασμα από το άρθρο του Sir Jack I. H. Jacob "The Inherent Jurisdiction of the Court" [1970] C. L. P. 23[6] το οποίο περιγράφεται ως άρθρο το οποίο άσκησε επιρροή στη διαμόρφωση και εξέλιξη αυτής της εξουσίας ενώ, όπως επίσης αναφέρεται, με την πάροδο του χρόνου, η σύμφυτη δικαστική εξουσία εμπεδώθηκε σε διαφορετικούς κλάδους του δικαίου αναφέροντας ως παράδειγμα την καταχρηστική προσφυγή στις διαδικασίες. Αναφέρει στη σελίδα 531 ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Νικήτας Δ., πως είναι πια εμπεδωμένο ότι επιβάλλεται η περιστολή της χρήσης διαδικασίας όταν διαστρεβλώνεται ο σκοπός της ύπαρξης της.
- Στην ίδια απόφαση υπάρχει αναφορά σε Αγγλική νομολογία επί του θέματος όπως στην υπόθεση Hunter v. Chief Constable of West Midlands and Another [1981] 3 All E. R. 727 με παράθεση αποσπάσματος από τη σελίδα 729[7], το οποίο πρόκειται για την πρώτη παράγραφο της απόφασης. Επίσης στη σελίδα 530 υπάρχουν αναφορές σε διάφορα σημεία τα οποία προκύπτουν από Αγγλική νομολογία, όπως τα ακόλουθα. Το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιώνεται σε κάθε περίπτωση ότι η διαδικασία είναι τόσο καθαρά και έντονα καταχρηστικής φύσεως ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με το κατάλληλο διάταγμα. Τονίζεται πως η άσκηση τέτοιας εξουσίας ασκείται φειδωλά. Ως επίσης ότι η κάθε υπόθεση εξετάζεται υπό το πρίσμα των δικών της πραγματικών περιστατικών.
- Υπάρχει επίσης αναφορά σε Κυπριακή νομολογία στη σελίδα 533 με το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Πική Π. στην υπόθεση Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α. Α. Δ. 217,:- «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι΄ αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.»
- Αποδίδω ιδιαίτερη σημασία στη γενικότητα η οποία επισημαίνεται στο πιο πάνω απόσπασμα ως προς τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Ότι δηλαδή αυτά μπορούν να λάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση. Έχοντας ως απώτερο στόχο την περιφρούρηση του σκοπού της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση.
- Επίσης στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν Κωμοδρόμου (πιο πάνω) αλλά στην απόφαση της μειοψηφίας του έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Καλλή Δ., παρατίθεται στις σελίδες 553 έως 554 η νομολογία την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο επικαλέστηκε κατά την έκδοση της απόφασης στην υπόθεση Βασιλείου ν. Μακρίδη
(2000)2 Α. Α. Δ. 133, σε σχέση με τις αρχές κατάχρησης της διαδικασίας. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά στην απόφαση Constantinides v. Vima Ltd.
(1983)1 C. L. R 348 στην οποία επεξηγήθηκε η φύση της δικαιοδοσίας προς παρεμπόδιση διαδικασιών που αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας. Συγκεκριμένα αναφέρθηκε πως η δικαιοδοσία αυτή είναι σύμφυτη και αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Αναφέρθηκε, επίσης ότι η διαδικασία μπορεί να κατασταλεί και όταν εκπηγάζει από δικαίωμα το οποίο παρέχεται για την προσεπίκληση της οποτεδήποτε μολύνεται από αλλότρια κίνητρα.
- Εμπεριέχεται στην ίδια απόφαση και η αναφορά εντός της Βασιλείου ν. Μακρίδη (πιο πάνω) στην Αγγλική νομολογία επί του θέματος. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα ακόλουθα στις σελίδες 143 έως 145 της απόφασης Βασιλείου (η υπογράμμιση είναι δική μου). «Εξαρχής η αγγλική νομολογία αποδέχτηκε ότι η χρήση διαδικασίας για σκοπό άλλο από εκείνο για τον οποίο προορίζεται, χάριν της εξασφάλισης παρεμφερούς οφέλους, καθώς και η χρήση διαδικασίας, για σκοπό ο οποίος απολήγει σε καταπιεστικό μέτρο για την άσκηση των δικαιωμάτων του αντιδίκου, μπορεί να περισταλεί ως κατάχρηση της διαδικασίας. Η απόφαση στην Grainger v. Hill [1838] 4 Bing NC 212 και, ειδικά, το ακόλουθο απόσπασμα, από την απόφαση του Tindal, CJ, εκθέτει επιγραμματικά τη βάση του κανόνα:- (σελ. 221) "to effect an object not within the scope of the process." Όπως διευκρινίζεται στην απόφαση του Scarman LJ, όπως ήταν τότε, στην Golsmith v Sperrings Ltd (ανωτέρω), μετά από παραποµπή στο πιο πάνω απόσπασμα από την Grainger v. Hill:- (σελ. 582) "In a phrase, the plaintiff's purpose has to be shown to be not that which the law by granting a remedy offers to fulfill, but one which the law does not recognise as a legitimate use of the remedy sought: see Re Majory." Η απόφαση στη Re Majory, η οποία απαντάται κάτω από τον τίτλο Re A Debtor [1955] 2 All E.R. 65 (C.A.), ενέχει μεγάλη σπουδαιότητα για τα θέματα τα οποία εγείρονται στην παρούσα έφεση, διότι διευκρινίζει ότι ο κανόνας ο οποίος διατυπώθηκε σε διαδικασίες πτώχευσης - αποτελεί κατάχρηση η χρήση ή απειλή χρήσης της διαδικασίας πτώχευσης για σκοπό άλλο από εκείνο για τον οποίο προορίζεται - δεν συνιστά ιδιαιτερότητα της διαδικασίας πτώχευσης, αλλά κανόνα καθολικής εφαρμογής, προς περιφρούρηση του κύρους των δικαστικών διαδικασιών, απαρέγκλιτα συνυφασμένου µε το σκοπό για τον οποίο παρέχεται. Διασαφηνίζεται στην απόφαση του Προέδρου του Εφετείου, Sir R. Evershed, M.R.:- (σελ. 78) "The so-called 'rule' in bankruptcy is, in truth, no more than an application of a more general rule that court proceedings may not be used or threatened for the purpose of obtaining for the person so using or threatening them some collateral advantage to himself, and not for the purpose for which such proceedings are properly designed and exist; and a party so using or threatening proceedings will be liable to be held guilty of abusing the process of the court, and, therefore, disqualified from invoking the powers of the court by proceedings which he has abused."
- Ως πρός τη διάρκεια εγγραφής μίας δικαστικής απόφασης ως επιβάρυνση επί ακίνητης ιδιοκτησίας αξίζει να γίνει μία ιστορική αναδρομή σε σχέση με τη λειτουργία του άρθρου 55 καθότι αυτό έχει άμεση σχέση με τη δυνατότητα δικαστικού ελέγχου ως πρός τις συνέπειες τέτοιας εγγραφής, η οποία αρχικά υπήρχε και η οποία όμως αποδυναμώθηκε με τις διαχρονικές τροποποιήσεις του σχετικού Νόμου.
- Η αναφορά αυτή δεν γίνεται προς αμφισβήτηση της εξουσίας του νομοθέτη να καθορίζει το συγκεκριμένο θέμα. Παράλληλα όμως, όπως και σε άλλες παρόμοιες περιπτώσεις αποσπασματικής τροποποίησης μόνο μέρους ενός νομοθετήματος, δεν είναι δυνατό να παραγνωριστεί η οποιαδήποτε πιθανή επίδραση στη λειτουργία του όλου πλαισίου του νομοθετήματος το οποίο έχει υποστεί τέτοιου είδους τροποποίηση.
- Αρχικά, σύμφωνα με το άρθρο 55 του σχετικού Νόμου, προ της τροποποίησης του, η ισχύ της εγγραφής μίας δικαστικής απόφασης είχε ως μέγιστη διάρκεια αυτή των δύο ετών. Μάλιστα, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά το συγκεκριμένο άρθρο, συνήθως η εγγραφή θα παραμένει σε ισχύ μόνο για δύο χρόνια από την πρώτη ημερομηνία κατά την οποία θα γινόταν η εγγραφή[8]. Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί πως αρχικά η δυνατότητα παράτασης της εγγραφής μπορούσε να γίνει με διάταγμα του Δικαστηρίου για μία μέγιστη περίοδο ενός χρόνου.
- Βεβαίως με τις τροποποιήσεις οι οποίες ακολούθησαν αμφότερες αυτές οι προθεσμίες αυξήθηκαν η μεν πρώτη από δύο σε έξι χρόνια και η δε δεύτερη από ένα χρόνο σε δύο χρόνια. Πολύ πρόσφατα με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) Νόμο του 2014, Ν. 62(Ι)/2014, ημερομηνίας 23/5/2014, αμφότερες αυτές οι προθεσμίες αυξήθηκαν η μεν πρώτη από έξι σε δέκα χρόνια και η δε δεύτερη από δύο σε δέκα χρόνια.
- Διευκρινίζω πως ασφαλώς το Δικαστήριο έχει υποχρέωση εφαρμογής της νομοθεσίας ως έχει. Παράλληλα όμως δεν είναι δυνατό να παραγνωρίζονται από το Δικαστήριο και εξουσίες τις οποίες έχει και οι οποίες πηγάζουν ευθέως από τον σχετικό Νόμο. Όπως, παραδείγματος χάριν, η προϋπόθεση η οποία υπάρχει στη παράγραφο (δ) του εδαφίου
(2)του άρθρου 56 αναφορικά με τη δυνατότητα παράτασης της εγγραφής, σε σχέση δηλαδή με την απαιτούμενη ικανοποίηση του Δικαστηρίου πως η παράταση αυτή δεν θα επηρεάσει δυσμενώς τον εξ αποφάσεως οφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο εξ αποφάσεως πιστωτή ή πιστωτές.
- Παράλληλα όμως δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί και το δεδομένο πως η δυνατότητα άσκησης αυτής της εξουσίας εκ των πραγμάτων περιορίζεται σημαντικά εφόσον με τα ισχύοντα δεδομένα αυτή πλέον παρέχεται μόνο μία φορά κάθε δεκαετία. Βεβαίως γενικά μία δεκαετία εντός του πλαισίου μίας ανθρώπινης ζωής δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μία μικρή περίοδος.
- Έχοντας αναφερθεί με συντομία στο ιστορικό του όλου νομοθετικού πλαισίου αναφορικά με τη διάρκεια εγγραφής μίας δικαστικής απόφασης ως επιβάρυνση επί ακίνητης ιδιοκτησίας θεωρώ πως θα πρέπει στη συνέχεια να καταγραφούν με σαφήνεια οι ακόλουθες θέσεις του Δικαστηρίου στις οποίες καταλήγει έχοντας υπόψη τη νομική πτυχή του θέματος υπό εξέταση με αυτή την απόφαση.
- Κατ΄αρχάς δεν νοείται η ύπαρξη κατάχρησης διαδικασίας εάν δεν υπάρχει διαδικασία η οποία να είναι δυνατό να κριθεί ότι τυγχάνει κατάχρησης. Θα μπορούσε να θεωρηθεί πως με την έκδοση απόφασης πλέον δεν υπάρχει δικαστική διαδικασία την οποία ένας διάδικος να μπορεί να καταχραστεί. Εντούτοις το γεγονός και μόνο της έκδοσης μίας απόφασης δεν αποτελεί το τέλος της δικαστικής διαδικασίας. Αντιθέτως στις περισσότερες περιπτώσεις όπου εκδίδεται απόφαση ερήμην του εναγομένου συνήθως στη συνέχεια ακολουθεί διαδικασία εκτέλεσης της απόφασης.
- Η διαδικασία αυτή αποτελεί δικαστική διαδικασία ανεξαρτήτως εάν αυτή κατ΄ επέκταση λαμβάνει τη μορφή δέσμευσης ακίνητης ιδιοκτησίας. Δηλαδή, ως μέθοδος εκτέλεσης η εγγραφή αλλά και η διατήρηση εγγραφής της απόφασης ως επιβάρυνση σε ακίνητη ιδιοκτησία για σκοπούς εκτέλεσης απόφασης αποτελεί και αυτή μία διαδικασία υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου. Την οποία δεν αποκλείεται ένας διάδικος να καταχραστεί.
- Στη συγκεκριμένη περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση θεωρώ πως εάν δεν διαπιστωθεί πρώτα η ύπαρξη κατάχρησης τότε το Δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να επέμβει έτσι ώστε να την αποτρέψει. Ο τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε συμπέρασμα ως πρός την ύπαρξη κατάχρησης είναι με εξέταση πρώτα του σκοπού της διαδικασίας.
- Σαφώς μετά και από την έκδοση μίας απόφασης αναμένεται λογικά όπως ο διάδικος ο οποίος την έχει εξασφαλίσει θα επιδιώξει την εκτέλεση της. Διατηρώντας υπόψη πως η εγγραφή μίας δικαστικής απόφασης ως επιβάρυνση επί ακίνητης ιδιοκτησίας αποτελεί μία μέθοδο εκτέλεσης της απόφασης τότε ασφαλώς ο σκοπός αυτής της εγγραφής είναι η εκτέλεση της απόφασης. Θα μπορούσε βεβαίως παράλληλα να θεωρηθεί πως πέραν και από την εκτέλεση της απόφασης ο επιτυχής διάδικος επιδιώκει τη προστασία ή διατήρηση αυτής της ακίνητης ιδιοκτησίας, όμως ακόμη και έτσι ιδωμένη η συγκεκριμένη διαδικασία, ο απώτερος στόχος της δεν παύει να είναι η εκτέλεση της απόφασης.
- Επομένως, διατηρώντας υπόψη πως ο σκοπός της διαδικασίας υπό εξέταση είναι η εκτέλεση της απόφασης το ερώτημα το οποίο προκύπτει είναι το εξής. Διατηρώντας σταθερά υπόψη πως η απόφαση είναι για ένα συγκεκριμένο ποσό τότε ο σκοπός αυτός δεν μπορεί παρά να συνδέεται άρρηκτα με το ίδιο το ποσό της απόφασης της οποίας επιδιώκεται η εκτέλεση. Συνεπώς, πως μπορεί να μην είναι κατάχρηση η δέσμευση ακίνητης ιδιοκτησίας αξίας 40 εκατομμυρίων ευρώ προς εκτέλεση της συγκεκριμένης απόφασης για ποσό λιγότερο του ¼ εκατομμυρίου ευρώ; Καταλήγει δηλαδή το Δικαστήριο σε συμπέρασμα πως όντως στη συγκεκριμένη περίπτωση υπό εξέταση υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας.
- Αναφορικά με τους λόγους ένστασης, οι οποίοι παρατίθενται πιο κάτω υπό μορφή υποσημείωσης στο τέλος της απόφασης, πραγματικά όπως και να ιδωθούν αυτοί, διατηρώντας υπόψη σταθερά μία γενική εικόνα η οποία δημιουργείται από το περιεχόμενο τους, δεν διαπιστώνεται πως οποιοσδήποτε από αυτούς ευσταθεί αποτελεσματικά ως λόγος ένστασης έτσι ώστε όντως να γίνει δεκτός είτε από μόνος του είτε σε συνδυασμό με οποιοδήποτε άλλο λόγο ένστασης και η αίτηση της εναγόμενης να απορριφθεί εξαιτίας μίας τέτοιας αποδοχής.
- Ασφαλώς και δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το ότι η ενάγουσα ενήργησε καθ΄ όλο τον ουσιώδη χρόνο νόμιμα και ορθά και με βάση τις προβλεπόμενες διαδικασίες (λόγος ένστασης (α)). Άλλωστε δεν θα τίθετο καν θέμα ύπαρξης κατάχρησης εάν δεν είχε ακολουθηθεί ορθά και νόμιμα η προβλεπόμενη διαδικασία. Δηλαδή, ως λόγος ένστασης ακόμη και εάν ο λόγος ένστασης (α) αντικατοπτρίζει τη νομική πραγματικότητα αυτό δεν οδηγεί σε συμπέρασμα πως αποδοχή του ως λόγος ένστασης θα μπορούσε να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης.
- Αναφορικά δε με τον λόγο ένστασης (β), διατηρώντας υπόψη τα δεδομένα της περίπτωσης υπό εξέταση, ασφαλώς και δεν είναι δυνατό να γίνει ως ορθή η θέση πως οι εγγραφές δεν μπορούν να θεωρηθούν ως καταπιεστικές ή ότι ο μοναδικός σκοπός τους είναι η σωστή διασφάλιση της απόφασης εναντίον της εναγόμενης. Μέρος του σκοπού των εγγράφων ασφαλώς είναι η διασφάλιση της εκτέλεσης της απόφασης ή ακόμη και κατ΄ επέκταση η προστασία της ακίνητης ιδιοκτησίας της εναγόμενης προς αποφυγή αποξένωσης της. Εντούτοις η τεράστια διαφορά μεταξύ της αξίας της ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία έχει δεσμευτεί και το ύψος του ποσού της απόφασης προς εκτέλεση αναδεικνύει με αδιαμφισβήτητο τρόπο πως σκοπός της ενάγουσας είναι και η εφαρμογή πίεσης επί της εναγόμενης με αδικαιολόγητο περιορισμό των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων της οποιασδήποτε αξιοποίησης της ακίνητης ιδιοκτησίας, ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη την επιχειρηματική δραστηριότητα της εναγόμενης. Εφαρμογή πίεσης έτσι ώστε να εξαναγκαστεί να εξοφλήσει το ποσό της απόφασης, ανεξαρτήτως της ύπαρξης δυνατότητας εξόφλησης της απόφασης. Δυνατότητα υπό την έννοια της ύπαρξης οικονομικής ρευστότητας της εναγόμενης.
- Η δε θέση η οποία προβάλλεται με τον λόγο ένστασης (γ) ως πρός την καταβολή προσπάθειας της εναγόμενης να στερήσει της ενάγουσας τη δυνατότητα να εκτελέσει την απόφαση και να εισπράξει το λαβείν της επίσης κρίνεται αδικαιολόγητη υπό τις περιστάσεις. Κατ΄ αρχάς εμπεριέχεται και αντιφατικότητα σε αυτή τη θέση καθότι αντιθέτως είναι η στέρηση της δυνατότητας της εναγόμενης να δραστηριοποιηθεί επιχειρηματικά - η οποία δραστηριότητα λογικά θα μπορούσε να οδηγήσει σε δημιουργία κέρδους ή είσπραξης εισοδήματος - και κατ΄ επέκταση να οδηγείται σε αδυναμία εξόφλησης, δηλαδή εκτέλεσης της απόφασης. Επιπλέον, διατηρείται και πάλι υπόψη του Δικαστηρίου η κρινόμενη ως υπαρκτή γνησιότητα του αιτήματος της εναγόμενης. Ότι δηλαδή αυτό το οποίο επιδιώκει η εναγόμενη δεν είναι αυτό το οποίο περιγράφεται ως προσπάθεια στον λόγο ένστασης (γ) οποιασδήποτε αποστέρησης του δικαιώματος της ενάγουσας να εισπράξει το λαβείν της αλλά η απελευθέρωση της ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία έχει δεσμευτεί με τρόπο κρινόμενο ως όντως καταπιεστικό και αδικαιολόγητο υπό τις περιστάσεις.
- Ως πρός τον λόγο ένστασης (δ) αναφορικά με τη θέση πως η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα συνεπάγεται άμεσο επηρεασμό των δικαιωμάτων της ενάγουσας εφόσον με αυτό τον τρόπο θα εμποδίζεται από το να εισπράξει το εξ αποφάσεως λαβείν της θεωρώ ότι ούτε αυτή ευσταθεί. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα μπορούσε να προκύψει μόνο σε περίπτωση όπου ακυρώνονταν όλες οι εγγραφές δίχως να ληφθεί υπόψη καθόλου και το όφελος το οποίο θα μπορούσε να προκύψει για την ενάγουσα από διατήρηση μέρους αυτών προς εξασφάλιση της δυνατότητας εκτέλεσης της επίδικης απόφασης. Βεβαίως το ίδιο θα μπορούσε να λεχθεί και σε σχέση με τον λόγο ένστασης (ε) ως πρός το ότι με την ακύρωση των εγγράφων θα είναι πλέον αδύνατο να καλυφθούν οι υποχρεώσεις της εναγόμενης όπως αυτές προκύπτουν από την επίδικη απόφαση σε σχέση με την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους της.
- Αναφορικά δε με τον λόγο ένστασης (στ) ως προς το ότι είναι η αίτηση η οποία αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας θεωρώ πως αυτό παραγνωρίζει τα δεδομένα υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Αντιθέτως, όπως κρίνεται με αυτή την απόφαση, είναι οι εγγραφές ως μέθοδος εκτέλεσης οι οποίες αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας. Ούτε και είναι δυνατό να γίνει δεκτό πως η αίτηση σε σχέση με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας είναι είτε ανεπίτρεπτη ή αντίθετη προς αυτούς ή ακόμη ότι το αιτητικό αυτής είναι νομικά αβάσιμο.
- Τέλος, σε σχέση με τους λόγους ένστασης (ζ) και (η) το Δικαστήριο απορρίπτει τόσο τη θέση πως η εναγόμενη δεν έχει παρουσιάσει σοβαρούς και επαρκείς λόγους ως επίσης και εύλογη αιτία βάσει των οποίων να δικαιολογείται η έκδοση τουλάχιστον ενός εκ των αιτούμενων διαταγμάτων, όσο και τη θέση πως ένα τέτοιο διάταγμα θα έπληττε την απονομή της δικαιοσύνης ή πως αυτό δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να εκδοθεί διατηρώντας υπόψη τις περιστάσεις της περίπτωσης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Αντιθέτως έγκριση της αίτησης θα αποτελούσε ορθή και δίκαιη αντιμετώπιση της συγκεκριμένης περίπτωσης.
- Ως εκ τούτου κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις ο πιο πρόσφορος τρόπος για αποτροπή καταστολής της διαπιστωμένης κατάχρησης είναι η μερική ακύρωση των εγγράφων έτσι ώστε από τη μία να διασφαλίζεται η εκτέλεση της απόφασης προς όφελος της ενάγουσας και από την άλλη να απελευθερώνεται προς αξιοποίηση εντός του πλαισίου της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εναγόμενης το μέρος εκείνο της ακίνητης ιδιοκτησίας της το οποίο πλέον δεν θα δεσμεύεται από τις εγγραφές.
- Με αυτό το σκεπτικό και βάσει της αξίας της ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία θα παραμένει δεσμευμένη και την οποία, έχοντας υπόψη τα ποσά τα οποία αναφέρονται εντός των εκθέσεων εκτίμησης, υπολογίζω σε ποσό άνω των δύο εκατομμυρίων (κατ΄ ακρίβεια το ποσό των €2.161.000,00) εκδίδεται διάταγμα ακύρωσης της εγγραφής ΕΒ613/14 εξ ολοκλήρου ενώ σε σχέση με την εγγραφή ΕΒ2460/13 εκδίδεται διάταγμα ακύρωσης της με εξαίρεση δέκα συνολικά ακινήτων, δηλαδή, των ακινήτων με αρίθμηση στον επισυνημμένο πίνακα από 2 έως και 9, 12 και
- Πρόκειται για τα ακίνητα με αριθμούς εγγραφής 0/39623, 0/39624, 0/39626, 0/39627, 0/39628, 0/39630, 0/35769, 0/35770, 0/35773 και 0/
- Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα της δεν διαπιστώνω να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος έτσι ώστε αυτά να μην επιδικαστούν υπέρ της επιτυχούσας διαδίκου, δηλαδή της εναγόμενης. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα πληρωμής των εξόδων της αίτησης υπέρ της εναγόμενης και εις βάρος της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Αρ. Αγωγής 4092/99 του Επαρχιακού Δικαστήριου Πάφου, Marfin Popular Bank Public Co. Ltd. v. A. Pakis Pumps Ltd. κ. ά., ημερομηνίας 27/9/
- [2] 14.-
(1)Κάθε δικαστική απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου που διατάσσει πληρωμή χρημάτων, δύναται τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, να εκτελεστεί με όλα ή με οποιοδήποτε από τα ακόλουθα μέσα:- (α) με κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας (β) με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας ή επιβάρυνση αυτής με την εγγραφή της δικαστικής απόφασης (γ) με μεσεγγύηση ακίνητης ιδιοκτησίας (δ) με κατάσχεση ιδιοκτησίας στα χέρια τρίτου δυνάμει του Μέρους VII του Νόμου αυτού (ε) με την εξέταση του εξ αποφάσεως οφειλέτη δυνάμει του Μέρους VIII και την έκδοση διατάγματος δυνάμει του Μέρους ΙΧ του Νόμου αυτού. [3] "Before going further into the matter, I may say at once that this appeal is decided on the facts; and that the present judgment does not purport to settle questions of principle, upon which we heard no sufficient argument in this case". [4] "The execution of a judgment is a matter under the Court's supervision and control; and cannot be allowed to be used for purposes of unnecessary oppression as the circumstances of the present case would seem to suggest; or, indeed, for any purpose, other than the proper satisfaction of the Court's judgment under the Court's control." [5] "In a civilised society, legal process is the machinery for keeping order and doing justice. It can be used properly or it can be abused. It is used properly when it is invoked for the vindication of men's rights or the enforcement of just claims. It is abused when it is diverted from its true course so as to serve extortion or oppression; or to exert pressure so as to achieve an improper end. . Sometimes abuse can be shown by the very steps being taken in the courts. . At other times the abuse can only be shown by extrinsic evidence that the legal process is being used for an improper purpose. On the face of it . the legal process may appear to be entirely proper and correct. What may make it wrongful is the purpose for which it is used. If it is done in order to exert pressure so as to achieve an end which it is improper in itself, then it is a wrong known to the law." [6] «....... the jurisdiction to exercise these powers was derived, not from any statute or rule of law, but from the very nature of the court as a superior court of law, and for this reason such jurisdiction has been called "inherent" ... the essential character of a superior court of law necessarily involves that it should be invested with a power to maintain its authority and to prevent its process being obstructed and abused. Such a power is intrinsic in a superior court; it is its very lifeblood, its very essence, its immanent attribute ... The jurisdiction which is inherent in a superior court of law is that which enables it to fulfil itself as a court of law. The juridical basis of this jurisdiction is therefore the authority of the judiciary to uphold, to protect and to fulfil the judicial function of administering justice according to law in a regular, orderly and effective manner.» [7] ".............. this is a case about abuse of the process of the High Court. It concerns the inherent power which any court of justice must possess to prevent misuse of its procedure in a way which, although not inconsistent with the literal application of its procedural rules, would nevertheless be manifestly unfair to a party to litigation before it, or would otherwise bring the administration of justice into disrepute among right-thinking people. The circumstances in which abuse of process can arise are very varied; those which give rise to the instant appeal must surely be unique. It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power." [8] 55. Registration of a judgment shall ordinarily remain in force for two years only from the date when the judgment was first registered. [1] (α) Οι Καθ΄ων η Αίτηση ενήργησαν καθ΄όλο τον ουσιώδη χρόνο νόμιμα και ορθά και με βάση τις προβλεπόμενες διαδικασίες. (β) Η εγγραφή (ΜΕΜΟ) επί της ακίνητης περιουσίας της Εναγομένης 3 δεν μπορεί να θεωρηθεί καταπιεστική και έχει ως μοναδικό σκοπό την σωστή διασφάλιση της δικαστικής απόφασης που είχε εκδοθεί εναντίον της. (γ) Οι Καθ΄ ων η Αίτηση λέγουν ότι η παρούσα Αίτηση αποτελεί προσπάθεια αποστέρησης των Καθ΄ ων η Αίτηση από το να εκτελέσουν την απόφαση που εκδόθηκε υπέρ τους και να εισπράξουν το λαβείν τους. (δ) Οι Καθ΄ ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα συνεπάγεται άμεσο επηρεασμό των δικαιωμάτων τους αφού θα εμποδίζονται από το να εισπράξουν το εξ΄ αποφάσεως λαβείν τους. (ε) Με την ακύρωση του ΜΕΜΟ ΕΒ 2460/13 και του ΜΕΜΟ ΕΒ 613/14 θα είναι αδύνατον να καλυφθούν οι υποχρεώσεις των Αιτητών όπως αυτές προκύπτουν από το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος τους στην παρούσα αγωγή. (στ) Η παρούσα Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, είναι ανεπίτρεπτη και αντίθετη των διαδικαστικών κανονισμών και/ή τα αιτητικά αυτής είναι νομικά αβάσιμα. (ζ) Οι αιτητές δεν παρουσιάζουν σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους και/ή εύλογη αιτία που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (η) Το αιτούμενο διάταγμα θα έπληττε την απονομή της δικαιοσύνης και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να εκδοθεί υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο