← Κύπρος

Hasan Abul Hashem ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 3225/10, 20/2/2015

Hasan Abul Hashem ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 3225/10, 20/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A26 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 3225/10 Μεταξύ: Hasan Abul Hashem, από την Δημοκρατία του Μπαγκλαντές και τώρα στην Πάφο Ενάγοντα και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενου ........................... Ημερομηνία: 20.2.15 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Σ. Ζανούπας (για να ακούσει την απόφαση η κα Ν. Παπούτσα) Για τον Εναγόμενο: κ. Α. Χ΄΄Κύρου (για να ακούσει την απόφαση η κα Μ. Μαντζαβίνου) ---------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή του ο Ενάγων αξιώνει το ποσό των Ευρώ 10.000,00 σεντ ως γενικές αποζημιώσεις για στέρηση της ελευθερίας του για περίοδο 46 ημερών. Αξιώνει, επίσης, νόμιμο τόκο πλέον έξοδα και ΦΠΑ. Στην Έκθεση Απαίτησης εκτίθενται, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Ενάγων ήταν ηλικίας 30 ετών και βρισκόταν νόμιμα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν εργαζόταν και διέμενε στην Πάφο όπου και διαμένει μέχρι σήμερα. Στις 10.3.10 κρίθηκε ένοχος σε κατηγορία παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού στην ποινική υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με αριθμό 1014/10 και στις 19.3.10 του επιβλήθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Στις 3.5.10 στα πλαίσια της ποινικής έφεσης με αριθμό 49/10 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση και απάλλαξε τον Ενάγοντα από την κατηγορία στην οποία πρωτόδικα είχε κριθεί ένοχος. Την ίδια ημέρα ο Ενάγων αφέθηκε ελεύθερος έχοντας, όμως, στερηθεί της ελευθερίας του για περίοδο 46 ημερών. Ο Ενάγων με συστημένη επιστολή του δικηγόρου του κάλεσε τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών, από τώρα και στο εξής «ο Διευθυντής», να τον αποζημιώσει στην βάση των προνοιών του Περί Κατ' Έφεσης Ανατροπής Ποινής Φυλάκισης (Αποζημίωση) Νόμου, Ν 144(Ι)/2001, από τώρα και στο εξής «ο Νόμος». Η εν λόγω επιστολή κοινοποιήθηκε και στον Εναγόμενο στις 28.7.10. Με απαντητική του επιστολή ημερομηνίας 16.8.10 ο Διευθυντής πρότεινε στον Ενάγοντα το ποσό των Ευρώ 1.500,00 σεντ ως αποζημίωση. Ο Ενάγων με συστημένη επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 10.9.10 την οποία κοινοποίησε στον Εναγόμενο ενημέρωσε τον Διευθυντή ότι η πρότασή του δεν ήταν ικανοποιητική. Με την Υπεράσπισή του ο Εναγόμενος παραδέχεται όλους τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα που εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης. Αρνείται, όμως, την αξίωση του Ενάγοντα και είναι ισχυρισμός του ότι το ποσό των Ευρώ 1.500,00 σεντ που προτάθηκε στον Ενάγοντα ως αποζημίωση είναι ορθό και δίκαιο σύμφωνα με τον Νόμο και λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων του Ενάγοντα. Το αξιωμένο με την αγωγή ποσό των Ευρώ 10.000,00 σεντ αντίκειται προς τις πρόνοιες του Νόμου, είναι υπέρμετρα υπερβολικό και η αγωγή κινήθηκε καταχρηστικά. Αιτείται δε την απόρριψη της αγωγής με έξοδα. Με την Απάντησή του ο Ενάγων αρνείται όλους τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου οι οποίοι εκτίθενται στην Υπεράσπισή του εκτός από αυτούς που με την Υπεράσπιση γίνονται παραδεκτοί. Είναι δε θέση του Ενάγοντα ότι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση είναι για να καθυστερήσει η πληρωμή αποζημιώσεων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προέβησαν σε δήλωση παραδεκτών γεγονότων στην βάση έκθεσης η οποία καταρτίσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Ενάγοντα. Κρίνω αχρείαστη την οποιαδήποτε αναφορά σε αυτή αφού τα όσα με την πιο πάνω έκθεση γίνονται παραδεκτά δεν διαφέρουν από τα γεγονότα που ήδη είναι παραδεκτά μέσω των δικογράφων. Έγινε, επίσης, από κοινού παραδεκτό ότι το ποσό των Ευρώ 1.500,00 σεντ που προσφέρθηκε από τον Διευθυντή ως αποζημίωση στον Ενάγοντα ισούται με το κατώτατο όριο μισθού που ίσχυε κατά τις 16.8.10, ήτοι κατά τον χρόνο σύνταξης της επιστολής του Διευθυντή ίδιας ημερομηνίας, ως ανωτέρω αναφέρθηκε, σύμφωνα με το Κεφ. 183, αυξημένο κατά 25%. Μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε από καμία πλευρά και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι περιορίσθηκαν σε επιχειρηματολογία. Τα σημαντικά σημεία από την επιχειρηματολογία του συνηγόρου του Ενάγοντα είναι τα ακόλουθα: Ο Ενάγων δεν προωθεί την υπόθεσή του αποκλειστικά και μόνο βάσει του Νόμου αλλά και βάσει της στέρησης της ελευθερίας του. Έχει, επομένως, δύο βάσεις αγωγής. Η μια εδράζεται στον Νόμο και η δεύτερη στην στέρηση της ελευθερίας του σκοπός της έγερσης αγωγής στην βάση των προνοιών του Νόμου δεν είναι ο έλεγχος της ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή και του ύψους της υπό αυτού καθορισθείσας αποζημίωσης, αλλά ο καθορισμός από το Δικαστήριο της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης σε περίπτωση που ο πολίτης δεν είναι ικανοποιημένος από την απόφαση του Διευθυντή η υπό του Διευθυντή καθορισθείσα αποζημίωση δεν λαμβάνει υπόψη ότι ο Ενάγων στερήθηκε της ελευθερίας του. Ο Διευθυντής περιορίσθηκε να προσφέρει αποζημίωση στον Ενάγοντα σύμφωνα με τον εν ισχύει κατά τον επίδικο χρόνο κατώτατο μισθό αυξημένη κατά 25%. Ο Νόμος δεν αποσκοπεί μόνο στο να αποζημιώσει τον πολίτη για την απώλεια εισοδημάτων του για την περίοδο κατά την οποία αυτός στερήθηκε της ελευθερίας του, αλλά και για να τον αποζημιώσει για την λανθασμένη στέρηση της ελευθερίας του ανεξαρτήτως του επαγγέλματος. Η πρόνοια για το 25% δεν έχει να κάνει με την στέρηση της ελευθερίας του ατόμου αλλά μόνο με την απώλεια των εισοδημάτων ή πιθανών εισοδημάτων του. Άλλη προσέγγιση θα οδηγούσε σε άδικα αποτελέσματα καθότι πολίτες με μεγαλύτερα εισοδήματα θα αποζημιώνονταν περισσότερο από πολίτες με μικρότερα εισοδήματα. Ο Νόμος δεν περιορίζεται στην επιδίκαση αποζημιώσεων για απώλεια εισοδημάτων. Επεκτείνεται και στην επιδίκαση αποζημιώσεων για την στέρηση της ελευθερίας. Αν δεν ήταν έτσι ο κάθε πολίτης θα μπορούσε για την απώλεια των εισοδημάτων του να προσφύγει στο Δικαστήριο στην βάση παράβασης αστικού αδικήματος. Ο Νόμος, όμως, αποσκοπεί στην παροχή αποζημίωσης λόγω του ότι ο πολίτης στερήθηκε λανθασμένα της ελευθερίας του. Και αυτό δεν έχει να κάνει με την οικονομική ευρωστία του κάθε πολίτη κατά τον καθορισμό της αποζημίωσης ο Διευθυντής πρέπει να λάβει υπόψη όλους τους παράγοντες που εκτίθενται στο άρθρο 5

(1)(α-γ) του Νόμου. Αναφορικά με τους παράγοντες που εκτίθενται στο άρθρο 5
(1)(β) και (γ) του Νόμου δεν αποκλείεται διαφοροποίηση σε κάθε περίπτωση ανάλογα με τις προσωπικές, οικογενειακές και επαγγελματικές περιστάσεις του κάθε δικαιούχου. Διαφοροποίηση δεν δικαιολογείται, όμως, σε σχέση με τον παράγοντα υπό παράγραφο 5
(1)(α) του Νόμου. Η ελευθερία είναι εξίσου πολύτιμη για κάθε πολίτη και κανένας διαχωρισμός δεν μπορεί να γίνει μεταξύ των πολιτών παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της εύλογης αποζημίωσης για την στέρηση της ελευθερίας είναι το τραύμα της απώλειας της ελευθερίας, τα τραύματα συναισθημάτων, η πληγείσα αξιοπρέπεια, τα ψυχολογικά τραύματα, η ταπείνωση, η απώλεια της κοινωνικής υπόστασης και το πλήγμα της κοινωνικής υπόληψης η υπόθεση έχει δύο πτυχές. Η πρώτη αφορά στην οικονομική ζημία που υπέστη ο Ενάγων. Αυτή καθορίσθηκε από τον Διευθυντή στο ποσό των Ευρώ 1.500,00 σεντ και είναι αποδεκτή από τον Ενάγοντα. Ο Ενάγων ζητά την έκδοση απόφασης για το πιο πάνω ποσό πλέον έξοδα, έξοδα επίδοσης και νόμιμο τόκο από 14.9.10. Η δεύτερη αφορά στον καθορισμό της εύλογης και δίκαιης αποζημίωσης για το γεγονός ότι ο Ενάγων στερήθηκε της ελευθερίας του για περίοδο 46 ημερών. Οι πιο πάνω θέσεις δεν έγιναν αποδεκτές από την Υπεράσπιση η οποία με την επιχειρηματολογία της εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αγωγή με έξοδα εις βάρος του Ενάγοντα. Αναφορά στις θέσεις που προωθήθηκαν από την Υπεράσπιση θα γίνει εκεί που κρίνεται σκόπιμο. Στο στάδιο αυτό κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τις σημαντικές για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης πρόνοιες του Νόμου. Το άρθρο 3 του Νόμου διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Πρόσωπο στο οποίο επιβάλλεται πρωτοδίκως ποινή φυλακίσεως χωρίς αναστολή, είτε η καταδίκη του για το έγκλημα, σε σχέση με το οποίο επιβλήθηκε η ποινή ανατρέπεται κατ' έφεση, με αποτέλεσμα την αθώωση του, χωρίς να διατάσσεται επανεκδίκαση της υπόθεσης, είτε η ποινή φυλάκισης κρίνεται κατ' έφεση υπερβολική και αντικαθίσταται με ποινή προστίμου ή εγγύηση ή απαλλαγή με ή άνευ όρων, είτε η καταδίκη του για το έγκλημα σε σχέση με το οποίο επιβλήθηκε η ποινή ανατρέπεται κατ' έφεση και διατάσσεται επανεκδίκαση της υπόθεσης με τελική κατάληξη την τελεσίδικη αθώωση του, δικαιούται σε δίκαιη και εύλογη, σε κάθε περίπτωση, αποζημίωση, εφόσον υποβάλει αίτηση για την παροχή της σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4». Το άρθρο 4 του Νόμου διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
(1)Ο δικαιούχος υποβάλλει μέσα σε τρεις μήνες από την ημερομηνία έκδοσης της κατ' έφεση απόφασης ή, στην περίπτωση επανεκδίκασης από την ημερομηνία της αθωωτικής τελεσιδικίας, αίτηση στο διευθυντή ζητώντας τη χορήγηση σ' αυτόν αποζημίωσης.
(2)Η αίτηση πρέπει να περιλαμβάνει πληροφορίες και στοιχεία ως προς τα θέματα που αναφέρονται στα άρθρα 3 και 5.
(3)Ο διευθυντής αποστέλλει την αίτηση στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για να διαπιστωθεί κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση αποζημίωσης, που αναφέρονται στο άρθρο 3, και για να ληφθεί γνωμάτευση για το ύψος της αποζημίωσης.
(4)Ο διευθυντής κοινοποιεί στο δικαιούχο μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα υποβολής της αίτησης την απόφαση του να απορρίψει την αίτηση του δικαιούχου ή να προσφέρει στο δικαιούχο καθορισμένο ποσό αποζημίωσης.
(5)Ο δικαιούχος δύναται μέσα σε τρεις μήνες από την κοινοποίηση σ' αυτόν της απόφασης του διευθυντή, όπως προνοείται στο εδάφιο
(4)ανωτέρω είτε να γνωστοποιήσει γραπτώς την αποδοχή της προσφερόμενης σ' αυτόν αποζημίωσης είτε, σε περίπτωση μη αποδοχής της ή απόρριψης της αίτησης του, να εγείρει αγωγή στο επαρχιακό δικαστήριο της επαρχίας όπου κατοικεί, ζητώντας αποζημίωση με βάση τα άρθρα 3 και 5 του παρόντος Νόμου: Νοείται ότι στην περίπτωση που ο δικαιούχος αποδεχτεί το ποσό της προσφερθείσας αποζημίωσης, ο διευθυντής θα πρέπει να του το καταβάλει μέσα σε σαράντα πέντε μέρες από τη γραπτή γνωστοποίηση της αποδοχής, άλλως ο δικαιούχος θα δικαιούται να το διεκδικήσει δικαστικώς ως συμφωνημένη αποζημίωση.
(6)Σε περίπτωση παράλειψης του διευθυντή να απαντήσει στο δικαιούχο μέσα σε τρεις μήνες από την υποβολή της αίτησης του, ο δικαιούχος δύναται να εγείρει αγωγή για αποζημίωση στο επαρχιακό δικαστήριο της επαρχίας όπου διαμένει μέσα σε περίοδο τριών μηνών από την ημέρα εκπνοής της χρονικής προθεσμίας των τριών μηνών εντός της οποίας ο διευθυντής όφειλε να απαντήσει στην αίτηση του δικαιούχου. Το άρθρο 5 του Νόμου διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
(1)Για τον καθορισμό της αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη— (α) Η περίοδος της ποινής φυλάκισης, την οποία ο δικαιούχος πράγματι έχει εκτίσει· (β) η προσωπική και οικογενειακή κατάσταση του δικαιούχου· (γ) το επάγγελμα ή η απασχόληση του δικαιούχου αμέσως πριν από την καταδίκη του και η πραγματική απώλεια εισοδήματος συνεπεία της παραμονής του στη φυλακή για την περίοδο που είχε παραμείνει εκεί.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), η αποζημίωση, που θα χορηγηθεί δεν μπορεί να υπερβαίνει την πραγματική απώλεια εισοδήματος του δικαιούχου, όπως η τελευταία καθορίζεται βάσει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), αυξημένη κατά 25%. Νοείται ότι, εάν ο δικαιούχος δεν απώλεσε εισόδημα ή εάν το ποσό που απώλεσε είναι μικρότερο του ποσού που θα εισέπραττε αν το εισόδημα του ήταν ίσο με το εκάστοτε σε ισχύ κατώτατο όριο μισθών βάσει του περί Κατωτάτου Ορίου Μισθών Νόμου, Κεφ. 183, η αποζημίωση δε θα μπορεί να υπερβαίνει το ποσό που θα εισέπραττε αν είχε τέτοιο εισόδημα αυξημένο κατά 25%.
(3)Μετά τον καθορισμό της αποζημίωσης, ο διευθυντής πληροφορεί εγγράφως το δικαιούχο για το ποσό της αποζημίωσης που θα του χορηγηθεί. Το άρθρο 7 του Νόμου διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Κάθε αγωγή δυνάμει του παρόντος Νόμου εγείρεται κατά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας». Το εδάφιο 1 του άρθρου 5 προνοεί για τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της αποζημίωσης. Αυτοί είναι η περίοδος της ποινής φυλάκισης την οποία ο δικαιούχος έχει εκτίσει, η προσωπική και οικογενειακή του κατάσταση, το επάγγελμα ή η απασχόληση του αμέσως πριν από την καταδίκη του καθώς και η πραγματική απώλεια του εισοδήματος του συνεπεία της παραμονής του στη φυλακή για την περίοδο που έχει εκτίσει. Το εδάφιο, όμως, 2 του άρθρου 5 και η επιφύλαξη του πιο πάνω εδαφίου περιορίζουν τον Διευθυντή στο ποσό που θα καθορίσει και το Δικαστήριο στο ποσό που θα επιδικάσει αφού οι πιο πάνω Νομοθετικές πρόνοιες διαλαμβάνουν, στην περίπτωση εργαζόμενου δικαιούχου, ότι «ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1)η αποζημίωση που θα χορηγηθεί δεν μπορεί να υπερβαίνει την πραγματική απώλεια εισοδήματος του δικαιούχου, όπως η τελευταία καθορίζεται βάσει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), αυξημένη κατά 25%» (εδάφιο 2) και, στην περίπτωση μη εργαζόμενου δικαιούχου, ότι η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβαίνει το εκάστοτε σε ισχύ κατώτατο όριο μισθών βάση του Κεφ. 183 αυξημένο κατά 25%» (επιφύλαξη του εδαφίου 2). Κατ' αρχή, οι πρόνοιες του άρθρου 5 δεν θα πρέπει να ερμηνεύονται ώστε να θεωρείται ότι ο δικαιούχος έχει σε κάθε περίπτωση δικαίωμα στην μέγιστη αποζημίωση που προβλέπει το άρθρο 5 του Νόμου. Σε αντίθετη περίπτωση οι παράγοντες που εκτίθενται στα εδάφια 5
(1)(α) και (β) θα ήταν κενό γράμμα. Συνάγεται δε ότι αυτοί, σε αντίθεση με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Ενάγοντα σύμφωνα με την οποία η αύξηση του 25% «δεν έχει να κάνει με την στέρηση της ελευθερίας του ατόμου αλλά μόνο με την απώλεια εισοδημάτων ή πιθανών εισοδημάτων», προσμετρούν στην επιδίκαση της αύξησης του 25%. Είναι εδώ, λοιπόν, που υπεισέρχεται ο παράγων της στέρησης της ελευθερίας του δικαιούχου, ήτοι η περίοδος της ποινής φυλάκισης που ο δικαιούχος εξέτισε (άρθρο 5
(1)(α)), και σε ποια έκταση αυτός όπως και οι άλλοι παράγοντες που καθορίζονται από τα εδάφια 5
(1)(β) και (γ) θα διαδραματίσουν ρόλο στον καθορισμό της εύλογης και δίκαιης αποζημίωσης. Η στέρηση της ελευθερίας του δικαιούχου είναι, επομένως, παράγων που λαμβάνεται υπόψη. Σε ποια έκταση, όμως, ή βαθμό εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Σε κάθε, όμως, περίπτωση δεν μπορεί είτε αυτή από μόνη της, είτε σε συνδυασμό με την επιδίκαση απώλειας εισοδήματος να υπερβεί το ποσό που καθορίζεται από το εδάφιο 2 του άρθρου 5, στην περίπτωση του εργαζόμενου δικαιούχου, ή την επιφύλαξη του, στην περίπτωση του μη εργαζόμενου δικαιούχου. Δεν θεωρώ λογικό γιατί δικαιούχος θα πρέπει να αποζημιωθεί για απώλεια εισοδημάτων σε έκταση πέραν αυτής της απώλειας. Είναι φανερό, λοιπόν, ότι η αύξηση του 25% έχει να κάνει με τους λοιπούς παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης και που είναι αυτοί που εκτίθενται στο άρθρο 5
(1)(α-γ) του Νόμου. Αναφύεται, επίσης, το ερώτημα γιατί ο δικαιούχος που δεν είναι εργαζόμενος και, επομένως, δεν απώλεσε οποιαδήποτε εισοδήματα δικαιούται σε αποζημίωση σύμφωνα με τον Νόμο. Είναι πρόδηλο ότι σε μια τέτοια περίπτωση η αποζημίωση παραχωρείται γιατί αυτός στερήθηκε της ελευθερίας του για την περίοδο που εξέτισε την ποινή φυλάκισης λαμβανομένων, επίσης, υπόψη της προσωπικής και οικογενειακής του κατάστασης. Υπό το φως των πιο πάνω θα διαφωνήσω με την θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Ενάγοντα ότι η πρόνοια του Νόμου για επιδίκαση αποζημιώσεων που δεν υπερβαίνει το εκάστοτε σε ισχύ κατώτατο όριο μισθών βάση του Περί Κατωτάτου Ορίου Μισθών Νόμου, Κεφ. 183, αυξημένο κατά 25% αφορά μόνο στην απώλεια εισοδήματος του δικαιούχου και ότι στην βάση του άρθρου 5 του Νόμου δύναται να χορηγηθεί και επιπλέον αποζημίωση για το γεγονός ότι ο δικαιούχος στερήθηκε της ελευθερίας του. Το ότι άτομα με μεγαλύτερα εισοδήματα τυγχάνουν σύμφωνα με τον Νόμο μεγαλύτερης αποζημίωσης από ότι άτομα με μικρότερα ή καθόλου εισοδήματα και ότι αυτό επενεργεί αδίκως για τα τελευταία, όπως ήταν και πάλι θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Ενάγοντα, δεν μεταβάλλει την θεώρηση του Νόμου όπως ανωτέρω αναλύθηκε. Αν και θεωρώ ότι δεν συντελείται οποιαδήποτε αδικία στο να αποζημιώνονται με μεγαλύτερα ποσά άτομα των οποίων το εισόδημα είναι μεγαλύτερο από άτομα των οποίων το εισόδημα είναι μικρότερο ή ανύπαρκτο. Αφ' ης στιγμής στην πρώτη περίπτωση η απώλεια των πρώτων είναι μεγαλύτερη από αυτή των δεύτερων, στην δεύτερη δε περίπτωση καμία απώλεια εισοδήματος δεν υπάρχει. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα υποστήριξε, επίσης, ότι δεν πρέπει να υπάρχει διαφοροποίηση αναφορικά με τον παράγοντα υπό παράγραφο 5
(1)(α) του Νόμου μεταξύ των δικαιούχων. Ενώ δέχεται ότι διαφοροποίηση χωρεί αναφορικά με τους παράγοντες που εκτίθενται στα εδάφια (β) και (γ) του άρθρου 5
(1)του Νόμου. Θεωρώ ότι αυτή η θέση είναι εσφαλμένη. Καθότι, όπως ορθά υπέδειξε και ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου, δεν μπορεί και δεν είναι δίκαιο να τύχει της ίδιας μεταχείρισης ένα άτομο στο οποίο επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης για περίοδο ουσιωδώς μεγαλύτερη από ό,τι επιβλήθηκε σε ένα άλλο. Το γεγονός ότι η μέγιστη αποζημίωση συναρτάται στο Νόμο με την απώλεια του εισοδήματος στην περίπτωση εργαζόμενου δικαιούχου ή στην βάση του κατώτατου ορίου μισθού, όπως αυτός καθορίζεται από το Κεφ. 183, στην περίπτωση μη εργαζόμενου δικαιούχου, δεν σημαίνει ότι αυτή αφορά μόνο σε αποζημίωση για απώλεια εισοδήματος, όπως ήταν, επίσης, η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Ενάγοντα. Απλά η απώλεια εισοδήματος είναι το μέτρο στην βάση του οποίου ο Νομοθέτης καθόρισε την μέγιστη αποζημίωση. Χώρια που, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, στην περίπτωση μη εργαζόμενου δικαιούχου αφ' ης στιγμής δεν υπάρχει απώλεια εισοδήματος ο καθορισμός της μέγιστης αποζημίωσης στη βάση του κατώτατου ορίου μισθού δεν μπορεί εκ προοιμίου να λαμβάνει υπόψη απώλεια εισοδήματος. Επομένως και η θέση που προωθήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Ενάγοντα ότι στην αγωγή που θα καταχωρηθεί το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αναθεώρηση της υπό του Διευθυντή καθορισθείσας αποζημίωσης δεν ευσταθεί. Τεκμαίρεται δε ότι η υπό του Διευθυντή καθορισθείσα αποζημίωση έλαβε υπόψη όλους τους παράγοντες που εκτίθενται στο άρθρο 5
(1)του Νόμου και το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει αν ορθά αξιολογήθηκαν από τον Διευθυντή όλα τα δεδομένα περιλαμβανομένης της στέρησης της ελευθερίας του δικαιούχου. Άλλη ερμηνεία του Νόμου κατά την κρίση μου δεν χωρεί. Υπό το φως των πιο πάνω καθίσταται έκδηλο ότι ο δικαιούχος δεν δύναται να προσβλέπει σε αποζημίωση μεγαλύτερη από αυτήν που προνοεί το άρθρο 5. Στην υπό εξέταση περίπτωση η αποζημίωση του Ενάγοντα καθορίσθηκε στην μέγιστη αποζημίωση που δικαιούται σύμφωνα με το άρθρο 5 του Νόμου. Και επομένως δεν δικαιούται σε μεγαλύτερη. Αναφορικά με την θέση ότι ο Ενάγων έχει δύο βάσεις αγωγής, ήτοι ο Νόμος ο ίδιος και η στέρηση της ελευθερίας, αναφέρονται τα ακόλουθα. Από την Έκθεση Απαίτησης δεν διακρίνω βάση αγωγής άλλη από αυτή που ερείδεται στον Νόμο. Ενδεικτικά τούτου είναι (α) το περιεχόμενο της παραγράφου 4 της Έκθεσης Απαίτησης, όπως ορθά υπέδειξε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου, σύμφωνα με την οποία ο Εναγόμενος ενάγεται ως διάδικος σύμφωνα με τον Νόμο και όχι υπό οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα, (β) όπως και πάλι ορθά υπέδειξε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου το γεγονός ότι πριν την καταχώρηση της αγωγής ο Ενάγων ακολούθησε όλες τις πρόνοιες του Νόμου οι οποίες άπτονται των τυπικών διαδικασιών που ο Νόμος προνοεί για προσφυγή στον Διευθυντή για τον καθορισμό αποζημίωσης από τον τελευταίο και, τέλος, (γ) ότι διά της αγωγής του και υπό το φως των όσων αναφέρονται στην παράγραφο (β) ανωτέρω ο Ενάγων κάνει ουσιαστικά χρήση του άρθρου 4
(5)του Νόμου το οποίο προνοεί ότι σε περίπτωση μη αποδοχής της υπό του Διευθυντή καθορισθείσας αποζημίωσης ο δικαιούχος δύναται να εγείρει αγωγή στο επαρχιακό δικαστήριο της επαρχίας όπου κατοικεί ζητώντας αποζημίωση με βάση τα άρθρα 3 και 5 του Νόμου. Αν ο Ενάγων θεωρούσε ότι έχει αγώγιμο δικαίωμα άλλο από αυτό που του παρέχει ο Νόμος γιατί ακολούθησε τις διαδικασίες που προνοεί ο Νόμος και δεν καταχώρησε απευθείας αγωγή χωρίς προηγουμένως να αποταθεί στον Διευθυντή; Η συμμόρφωση του Ενάγοντα με τις τυπικές διαδικασίες που προνοεί ο Νόμος συνεπάγεται ότι η υπό αυτού αξιωθείσα αποζημίωση βασίζεται, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, στο Νόμο και δη στο άρθρο 5 αυτού. Επίσης, στην Έκθεση Απαίτησης δεν γίνεται ρητή αναφορά σε οποιοδήποτε αστικό αδίκημα, αλλά και ούτε από τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα προκύπτει ότι η βάση της αγωγής προκύπτει από οποιοδήποτε αστικό αδίκημα αναγνωρισμένο από τον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, ή το Κοινοδίκαιο. Συναφώς το σφάλμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου να κρίνει ένοχο τον Ενάγοντα στην ποινική υπόθεση με αριθμό 1014/10 δεν αποτελεί αστικό αδίκημα, όπως ορθά υπέδειξε και ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου, και ο Εναγόμενος δεν μπορεί, επομένως, να ενάγεται ως υπόλογος για το λάθος αυτό. Συν τοις άλλοις, η κράτηση ατόμου μετά την καταδίκη του από αρμόδιο Δικαστήριο αποτελεί μια από τις αναγνωρισμένες περιπτώσεις στέρησης της ελευθερίας σύμφωνα με το άρθρο 11
(2)(α) του Συντάγματος. Είναι δε γιατί δεν υπήρχε αγώγιμο δικαίωμα για αποζημιώσεις για ζημιά η οποία προέκυψε σε διάδικο από απόφαση Δικαστηρίου με την οποία στερήθηκε η ελευθερία του και η οποία κατ' έφεση κρίνεται λανθασμένη που ο Νόμος θεσπίσθηκε. Υπό το φως των ανωτέρω θα συμφωνήσω με την θέση που προωθήθηκε με την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγόμενου ότι μια είναι η βάση της αγωγής του Ενάγοντα και ότι η αναφορά στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαίτησης ότι με την αγωγή αξιώνονται αποζημιώσεις για την στέρηση της ελευθερίας του δεν προσθέτει οτιδήποτε. Θα συμφωνήσω, επίσης, με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγόμενου ότι παρατηρείται σύγχυση στις θέσεις που προώθησε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα. Καθότι ο ευπαίδευτος συνήγορος, από την μια, ισχυρίζεται ότι ο Διευθυντής δύναται να καθορίσει και το Δικαστήριο δύναται να επιδικάσει αποζημίωση για την στέρηση της ελευθερίας του δικαιούχου στην βάση του άρθρου 5 του Νόμου και στα πλαίσια της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης που προνοεί το άρθρο 3 του Νόμου, ενώ από την άλλη, προς επίρρωση της θέσης του ότι το Δικαστήριο δύναται να επιδικάσει αποζημιώσεις για την στέρηση της ελευθερίας του Ενάγοντα επικαλείται ως δεύτερη βάση της αγωγής το γεγονός αυτό. Εν' όψει δε του ότι για το ύψος της αποζημίωσης που καθορίζεται από τον Διευθυντή ή που επιδικάζεται από το Δικαστήριο λαμβάνονται υπόψη σύμφωνα με τον Νόμο μόνο οι παράγοντες που εκτίθενται στο άρθρο 5
(1)(α-γ) του Νόμου η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Ενάγοντα ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης θα πρέπει να λάβει υπόψη τους παράγοντες που αναφέρονται στην παράγραφο 5 της σελίδας 5 δεν ευσταθεί. Μη βοηθητική θα πρέπει, επίσης, να κριθεί η Αγγλική Νομολογία και τα Αγγλικά συγγράμματα στα οποία ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα παρέπεμψε το Δικαστήριο. Αυτά ασχολούνται με το αστικό αδίκημα της παράνομης κατακράτησης προσώπου (false imprisonment) και αποζημιώσεις που επιδικάσθηκαν από τα Αγγλικά Δικαστήρια συνεπεία διάπραξης του αδικήματος αυτού και δεν έχουν να κάνουν με την εξεταζόμενη περίπτωση κατά την οποία ο Ενάγων στερήθηκε της ελευθερίας του λόγω λανθασμένης καταδίκης από αρμόδιο (competent) Δικαστήριο. Όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε στον Ενάγοντα προσφέρθηκε από τον Διευθυντή η μέγιστη αποζημίωση. Ο Ενάγων απέρριψε την υπό του Διευθυντή προσφερθείσα αποζημίωση και καταχώρησε την παρούσα αγωγή στην βάση του άρθρου 4
(5)του Νόμου με την οποία ζητά από το Δικαστήριο την επιδίκαση αποζημιώσεων. Η απόρριψη από τον Ενάγοντα της προσφοράς του Διευθυντή δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιδικάσει αποζημιώσεις προς όφελος του Ενάγοντα. Αφού γι' αυτό τον σκοπό καταχωρήθηκε η αγωγή. Σχετικό είναι, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, το άρθρο 4
(5)του Νόμου. Επί του σημείου τούτου θα διαφωνήσω με την θέση που προωθήθηκε με την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγόμενου σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αγωγή. Κρίνω δε σκόπιμο να επιδικάσω στον Ενάγοντα το ποσό που καθορίσθηκε από τον Διευθυντή ως η δίκαιη και εύλογη αποζημίωση. Αυτό, άλλωστε, συνιστά την μέγιστη αποζημίωση, οπότε και η επιδίκαση του δεν θα μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί άδικη για τον Ενάγοντα. Το ότι το εν λόγω ποσό είναι αυτό που αριθμητικά ανταποκρίνεται στις πρόνοιες της επιφύλαξης του εδαφίου του άρθρου 5 του Νόμου αποτελεί παραδεκτό γεγονός, ο δε Ενάγων ζητά σύμφωνα με την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του την επιδίκαση και έκδοση προς όφελός του απόφασης για το πιο πάνω ποσό. Αποτελεί, επίσης, την αποζημίωση που και η Υπεράσπιση, όπως από την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγόμενου ευκρινώς προκύπτει, δέχεται ότι ο Ενάγων δικαιούται ως δίκαιη και εύλογη αποζημίωση σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Αναφορικά, όμως, με τα έξοδα της αγωγής κρίνω ότι αυτά θα πρέπει να επιβαρύνουν τον Ενάγοντα. Καθότι, όπως καθίσταται έκδηλο, αυτά προκλήθηκαν υπαιτιότητι του Ενάγοντα και συγκεκριμένα από την απόρριψη από μέρους του της υπό του Διευθυντή προσφερθείσας αποζημίωσης, ενέργεια η οποία κρίνεται αδικαιολόγητη, αφ' ης στιγμής το ύψος αυτής είναι το ίδιο με το ύψος του ποσού που επιδικάσθηκε. Υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων θα ήταν άδικο για τον Εναγόμενο να επωμισθεί τα έξοδα της αγωγής. Στην κρινόμενη περίπτωση κρίνω ότι τυγχάνουν εφαρμογής κατ' αναλογία οι ίδιες αρχές που εφαρμόζονται στην επιδίκαση εξόδων σε περίπτωση που γίνεται πληρωμή στο Δικαστήριο από τον εναγόμενο (payment into Court). Αν ο ενάγων δεν αποδεχθεί το ποσό της πληρωμής και το Δικαστήριο στο τέλος της ημέρας επιδικάσει στον ενάγοντα το ίδιο ή μικρότερο ποσό από αυτό που πλήρωσε ο εναγόμενος στο Δικαστήριο ο ενάγων καταδικάζεται στα έξοδα της αγωγής τα οποία προέκυψαν από την στιγμή που ο ενάγων έλαβε την ειδοποίηση πληρωμής (notice of payment) του εναγόμενου (Βλ. Civil Litigation, John O' Hare and Robert Hill, 8η έκδοση, σελίδα 329). Για τον ίδιο λόγο κρίνω άδικο να επιδικάσω τόκο από 14.9.10. Κρίνω δε ορθό και δίκαιο όπως το επιδικασθέν ποσό φέρει νόμιμο τόκο από σήμερα. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των Ευρώ 1.500,00 σεντ πλέον τόκο προς 4% ετησίως επ' αυτού από 20.2.15 μέχρι εξόφλησης. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Αποζημιώσεις βάση του Νόμου 144(Ι)/2001 Subject: Civil / Other Actions / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.