← Κύπρος

ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ PRINCIPLE PROPERTY DEVELOPERS LTD, Αιτ. Εταιρείας: 75/11, 27/2/2015

ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ PRINCIPLE PROPERTY DEVELOPERS LTD, Αιτ. Εταιρείας: 75/11, 27/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A32 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αιτ. Εταιρείας: 75/11 ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ ΚΕΦ. 113, Άρθρα 211 και 212-218 ΚΑΙ ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ PRINCIPLE PROPERTY DEVELOPERS LTD Ημερομηνία: 27.2.15 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κα Σ. Χ΄΄Νεοφύτου για κκ Γ. Χ΄΄Νεοφύτου & Σία ΔΕΠΕ (για να ακούσει την απόφαση η κα Α. Μάγου) Για την Καθ' ης η αίτηση εταιρεία: κα Αλεξία Χριστοδούλου για κ. Α. Πολυδώρου -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε στις 6.10.11 εκ μέρους των Murray John Brown και Christina Mary Brown, από το Ηνωμένο Βασίλειο και τώρα στο Μπαχρέιν, από τώρα και στο εξής «οι Αιτητές», με την οποία ζητείται η έκδοση διατάγματος διάλυσης της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας, από τώρα και στο εξής «η Καθ' ης η αίτηση». Η αίτηση ερείδεται στην υπό των Αιτητών ισχυριζόμενη αποτυχία της Καθ' ης η αίτηση να συμμορφωθεί με απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερομηνίας 18.2.11 η οποία εκδόθηκε στην αγωγή 3247/07, από τώρα και στο εξής «η απόφαση». Η απόφαση εκδόθηκε προς όφελος των Αιτητών, ως ενάγοντες, και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση, ως εναγόμενης, για το ποσό των Ευρώ 200.000,00 σεντ πλέον Ευρώ 15.000,00 σεντ συμφωνημένοι τόκοι πλέον Ευρώ 17.059,00 σεντ έξοδα αγωγής και απόφασης πλέον τόκο προς 8% ετησίως επί των δικηγορικών εξόδων από 17.10.07 μέχρι 14.10.08 πλέον τόκο προς 5,5% ετησίως από 15.10.08 μέχρι εξόφλησης πλέον ΦΠΑ. Η απόφαση προνοούσε, επίσης, για αναστολή εκτέλεσης της μέχρι 18.5.11 και νοουμένου ότι μέχρι τότε πληρωνόταν το ποσό των δικηγορικών εξόδων πλέον ΦΠΑ θα υπήρχε περαιτέρω αναστολή εκτέλεσης για το ποσό της απαίτησης για περίοδο 5 μηνών από τις 18.5.

  1. Η απόφαση περαιτέρω προνοούσε ότι αν εντός της χρονικής περιόδου αναστολής πληρωνόταν το συνολικό ποσό των Ευρώ 125.000,00 σεντ τότε ολόκληρο το ποσό της απόφασης θα θεωρείτο εξοφληθέν. Σύμφωνα με τους Αιτητές η Καθ' ης η αίτηση πλήρωσε μέχρι σήμερα μόνο το ποσό των Ευρώ 15.000,00 σεντ έναντι των δικηγορικών εξόδων οπότε η απόφαση δεν τελεί υπό αναστολή και οι Αιτητές δύνανται να προχωρήσουν με την παρούσα αίτηση. Επίσης, στις 20.7.11 καταχωρήθηκε αίτηση για έκδοση εντάλματος εκποίησης κινητής περιουσίας της Καθ' ης η αίτηση πλην όμως αυτό επιστράφηκε ανεκτέλεστο στις 12.9.11 με την δικαιολογία ότι η Καθ' ης η αίτηση στερείτο κινητής περιουσίας που να υπόκειται σε κατάσχεση. Τα έξοδα του εντάλματος ανέρχονται στο ποσό των Ευρώ 292,00 σεντ πλέον ΦΠΑ. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του κύριου Λοίζου Χ΄΄Νεοφύτου ο οποίος είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Αιτητών, έχει στην κατοχή του τον φάκελο της υπόθεσης, γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους Αιτητές να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Προέβη ο ίδιος στην ένορκο δήλωση καθότι οι Αιτητές είναι κάτοικοι εξωτερικού. Βεβαιώνει ότι οι ισχυρισμοί που εκτίθενται στο σώμα της αίτησης είναι ορθοί και αληθινοί και δηλώνει την πεποίθησή του ότι η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος είναι δίκαιη και εύλογη. Σε διαφορετική περίπτωση η ικανοποίηση της απαίτησης των Αιτητών δεν θα καταστεί δυνατή. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Καθ' ης η αίτηση. Με Ειδοποίηση Ένστασης η οποία καταχωρήθηκε εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση η τελευταία ενίσταται στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η Ειδοποίηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Χριστοφή Χριστοφή, διευθυντή της Καθ' ης η αίτηση, από τώρα και στο εξής «ο ενόρκως δηλών», ο οποίος ως διατείνεται γνωρίζει τα γεγονότα και είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
  2. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος για καταχώρηση αίτησης διάλυσης
  3. Η αίτηση είναι πρόωρη καθότι κατά τον χρόνο καταχώρησης της το χρέος της Καθ' ης η αίτηση τελούσε υπό αναστολή
  4. Η αίτηση στερείται νομικής βάσης και είναι παράτυπη καθότι τα άρθρα που επικαλείται αφορούν σε εκκαθάριση εταιρείας και όχι σε διάλυση. Η νομική βάση που καθορίζεται στην αίτηση είναι αόριστη και δεν εξειδικεύεται και δεν προσδιορίζει τα άρθρα και τον λόγο που η Καθ' ης η αίτηση θα πρέπει να διαλυθεί
  5. Η Καθ' ης η αίτηση δεν είναι αναξιόχρεη και ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της
  6. Οι Αιτητές δεν αναφέρουν την συνολική κατάσταση της Καθ' ης η αίτηση, ούτε τις υποχρεώσεις της, ενδεχόμενες και μελλοντικές, για να φανεί η συνολική της φερεγγυότητα ούτως ώστε το Δικαστήριο να έχει συνολική εικόνα και τα δεδομένα που θα το βοηθούσαν να καταλήξει στο κατά πόσο η Καθ' ης η αίτηση αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη της
  7. Οι Αιτητές δεν αναφέρουν για ποιο λόγο θα επηρεαστούν τα συμφέροντα τους αν δεν διαλυθεί και εκκαθαριστεί η Καθ' ης η αίτηση
  8. Ο ενόρκως δηλών στην αίτηση δεν είναι εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Κατατέθηκαν από κοινού τα πιο κάτω έγγραφα και το περιεχόμενό τους δηλώθηκε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του: δέσμη αποτελούμενη από 5 σελίδες οι οποίες παρήχθησαν κατόπιν έρευνας από το μηχανογραφημένο σύστημα του Εφόρου Εταιρειών που αφορά στην Καθ' ης η αίτηση - Τεκμήριο
  9. Από το εν λόγω τεκμήριο προκύπτουν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Το εγγεγραμμένο γραφείο της Καθ' ης η αίτηση βρίσκεται στην οδό Ευαγόρα Παλληκαρίδη 32, Πάφος. Διευθυντές της Καθ' ης η αίτηση είναι ο Χριστοφής Χριστοφή και η Μαρίνα Μαρτίδου. Το μετοχικό κεφάλαιο (ονομαστικό) της Καθ' ης η αίτηση είναι Ευρώ 8.550,00 σεντ διαιρεμένο σε 5.000 συνήθεις μετοχές ονομαστικής αξίας Ευρώ 1,71 σεντ έκαστη και το εκδοθέν κεφάλαιο της Καθ' ης η αίτηση είναι Ευρώ 1.710,00 σεντ διαιρεμένο σε 1.000 συνήθεις μετοχές ονομαστικής αξίας Ευρώ 1,71 σεντ έκαστη. Τα πιο πάνω είναι, άλλωστε, παραδεκτά με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση πιστό αντίγραφο της απόφασης - Τεκμήριο
  10. Η έκδοση της απόφασης και το περιεχόμενό της είναι, άλλωστε, παραδεκτά με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση ειδοποίηση του δικαστικού επιδότη Μάριου Κονιώτη ημερομηνίας 12.9.11 που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 3247/07 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου - Τεκμήριο
  11. Σύμφωνα με το εν λόγω τεκμήριο το ένταλμα κινητών που εκδόθηκε στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής επιστράφηκε ανεκτέλεστο καθότι η Καθ' ης η αίτηση στερείτο κινητής περιουσίας υποκείμενης σε κατάσχεση στην οδό Ευαγόρα Παλληκαρίδη 32 (α) απόκομμα από την Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 3.2.12 - Τεκμήριο 4 - και (β) απόκομμα από την εφημερίδα «Αλήθεια» ημερομηνίας 30.1.12 - Τεκμήριο
  12. Σύμφωνα με τα πιο πάνω τεκμήρια λεπτομέρειες της αίτησης συμπεριλαμβανομένης της ημερομηνίας που είχε για πρώτη φορά ορισθεί για ακρόαση δημοσιεύθηκαν στα φύλλα των πιο πάνω ημερομηνιών και, τέλος φωτοαντίγραφο επιστολής του δικηγόρου κύριου Ανδρέα Πολυδώρου ημερομηνίας 9.2.12 προς τους δικηγόρους των Αιτητών - Τεκμήριο
  13. Με αυτήν παρακαλούνται οι δικηγόροι των Αιτητών να μην προχωρήσουν με απόδειξη της αίτησης στις 15.2.12 καθότι ο κύριος Πολυδώρου την ημέρα εκείνη θα εμφανιζόταν για την Καθ' ης η αίτηση. Κρίνω σκόπιμο να σχολιάσω πρώτα τον τελευταίο λόγο ένστασης. Σύμφωνα με αυτόν ο κύριος Γιώργος Χ΄΄Νεοφύτου που υπογράφει την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι δικηγόρος και δεν είναι εξουσιοδοτημένος να ορκισθεί προς υποστήριξη της αίτησης. Επί του πιο πάνω θέματος υπάρχει πλούσια Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αναφέρω ως ενδεικτικά της στάσης της Νομολογίας στο εν λόγω ζήτημα τα όσα λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση D. Rybolovlev v. E. Rybolovleva και M. Holdings Ltd κ.α. ν. E. Rybolovleva, Πολιτικές Εφέσεις 130/09 και 131/09 ημερομηνίας 29.1.10 αναφορικά με ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη αίτησης με την οποία ζητούνταν παρεπίμπτοντα απαγορευτικά διατάγματα. Στις πιο πάνω υποθέσεις ένας από τους λόγους έφεσης ήταν και η κατ' ισχυρισμό αντικανονικότητα της ένορκης δήλωσης που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της αίτησης. Η εν λόγω ένορκος δήλωση είχε καταρτισθεί από δικηγόρο ο οποίος εργοδοτείτο από τους δικηγόρους της εφεσίβλητης / αιτήτριας. Υποστηρίχθηκε κατ' έφεση ότι ο δικηγόρος που ορκίσθηκε την ένορκο δήλωση έπρεπε απαραίτητα να δώσει ικανοποιητικές εξηγήσεις στην ένορκό του δήλωση ως προς τον λόγο για τον οποίο αδυνατούσε να ορκισθεί η αιτήτρια. Λέχθηκαν από το Εφετείο τα ακόλουθα: «Ως βάση και αιτιολογία υποβολής αυτού του λόγου έφεσης προβάλλεται από τον εφεσείοντα το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης με την οποία εκδόθηκαν τα προσβαλλόμενα διατάγματα, είχε καταρτισθεί από το δικηγόρο κ. Νεόφυτο Χ"Λοϊζου. Ο κ. Χ"Λοϊζου εργάζεται στο γραφείο των δικηγόρων που εκπροσωπούν την αιτήτρια, χωρίς όμως ο ίδιος να χειρίζεται την υπόθεσή της. Σύμφωνα με τον εφεσείοντα, αν και σύμφωνα με τις καθιερωθείσες από τη νομολογία αρχές, τυγχάνει ανεπιθύμητο, πλην όμως όχι ανεπίτρεπτο να ορκίζεται ως προς γεγονότα δικηγόρος και όχι ο ίδιος ο διάδικος, στην περίπτωση κατά την οποία ο ομνύων είναι δικηγόρος, θα πρέπει απαραίτητα στην ένορκη δήλωσή του να παρέχει ικανοποιητικές εξηγήσεις ως προς το γιατί ο ίδιος ο διάδικος αδυνατούσε να ορκισθεί ο ίδιος. Αυτή η αρχή, σύμφωνα με τον εφεσείοντα, εκπηγάζει από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal v. Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 1045/2005, ημερομηνίας 27.10.2005, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα, προβαίνοντας σε διαφοροποίηση μεταξύ ενδιάμεσης και πρωτογενούς διαδικασίας και αρνούμενο να αγνοήσει την ένορκη δήλωση. Σε σχέση με τον πρώτο τούτο λόγο έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού επιλήφθηκε του σχετιζόμενου με το θέμα λόγου Ένστασης που είχε προβληθεί κατά της συνέχισης ισχύος των προσωρινών διαταγμάτων, αποφάνθηκε ως εξής: "Στην κρινόμενη περίπτωση με βάση τη φύση της αίτησης ως ενδιάμεσης και ορώμενη κάτω από το πλαίσιο της Διαταγής 48 και 39 επιτρέπουσα εξ ακοής μαρτυρία, εφ' όσον αποκαλύπτονται οι πηγές πληροφόρησης, κρίνω ότι δεν μπορώ να θεωρήσω άκυρη την ένορκη δήλωση του Ν. Χ"Λοϊζου αφού ο τελευταίος δηλώνει σαφώς τις πηγές πληροφόρησης του, την εξουσιοδότηση του καθώς και την κατοχή εγγράφων που επίσης του δίνουν δυνατότητα γνώσης. (Η υπόθεση Dulal Dulal - v - Κυπρ. Δημοκρατία Προσφ. 1045/05 ημερ. 27.10.05 στην οποία με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των καθ΄ων η αίτηση δεν αφορά ενδιάμεση αίτηση αλλά ένορκη δήλωση που συνοδεύει πρωτογενή αίτηση άλλης υφής. Βλ. In re Efthymiou

(1987)1 C.L.R. 28, Zeeland Navigation Co. Ltd - v - Banque Worms κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 964, Thanos Hotels Ltd - v - Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036)." Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR 1, In re Efthymiou
(1987)1CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν΄ αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω). Απλά, στη προσφυγή εκείνη το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομελή σύνθεση, το οποίο επιλαμβανόταν ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο προσφυγής για αναστολή εκτέλεσης διαταγμάτων απέλασης και κράτησης, έκρινε ότι θα έπρεπε ο ομνύων δικηγόρος να παράσχει κάποια εξήγηση γιατί προέβηκε ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο ίδιος ο αιτητής. Ενώ δε το Δικαστήριο εξέφρασε την άποψη ότι αυτός θα ήταν αρκετός λόγος γι' απόρριψη της αίτησης, εν τούτοις, προχώρησε και εξέτασε την ουσία της και την απέρριψε για άλλους λόγους, βασιζόμενο στα στοιχεία που παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση Dulal Dulal ο αιτητής, αν και ήταν υπήκοος της Μπαγκλαντές, κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην Κύπρο αναμένοντας την έκβαση της αίτησής του. Υπ' εκείνες τις περιστάσεις κρίθηκε ότι χρειαζόταν μια εξήγηση ως προς το γιατί δεν κατάρτισε ο ίδιος την ένορκη δήλωση. Θα σημειώναμε εδώ, σε αντιδιαστολή, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο με την ίδια μονομελή σύνθεση αποδέχτηκε ως κανονική ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους αλλοδαπής αιτήτριας, εφόσον αυτή βρισκόταν στο εξωτερικό, χωρίς άλλη εξήγηση. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Svetlana Shalaeva v. Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 869/2005, Απόφαση ημερομηνίας 24.3.2006, επιλαμβανόμενο αίτησης της Δημοκρατίας για παροχή ασφάλειας εξόδων από την αλλοδαπή προσφεύγουσα, το ίδιο Δικαστήριο, και ορθά βέβαια, αποδέχθηκε και ενήργησε στη βάση Ένστασης που στηριζόταν σε ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους της προσφεύγουσας-καθ' ης η αίτηση, η οποία είχε ήδη απελαθεί και βρισκόταν στο εξωτερικό. Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Στην υπό εξέταση δε περίπτωση, σύμφωνα με τον ομνύοντα δικηγόρο, η αιτήτρια-εφεσείουσα είναι μόνιμη κάτοικος Ελβετίας η οποία έχει την φροντίδα ανήλικου τέκνου του ζεύγους και η οποία επιλαμβανόταν λήψης δικαστικών μέτρων στην Ελβετία και σε άλλες χώρες κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αυτά τα στοιχεία, λαμβανόμενα υπόψη, μαζί με το στοιχείο του επικαλούμενου κατεπείγοντος του θέματος, δεν θα απαιτούσαν, κατά την άποψή μας την παροχή οποιωνδήποτε άλλων εξηγήσεων ως προς το γιατί τα αναγκαία γεγονότα τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου μέσω δικηγόρου ο οποίος αποκάλυψε ικανοποιητικά τις πηγές πληροφόρησής του. Ο πρώτος τούτος Λόγος Έφεσης επομένως δεν μπορεί να ευσταθήσει». Στην υπόθεση Γεώργιου Νικολάου ν. Total Properties Ltd κ.α. (Πολιτική Έφεση 124/10 ημερομηνίας 14.7.11 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σ' αυτό το στάδιο και με δοσμένο το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση, καταρτίστηκε από δικηγόρο, θεωρούμε σκόπιμο να προβούμε στις πιο κάτω επισημάνσεις, σε σχέση με το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ενόρκων δηλώσεων από δικηγόρους. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, η ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση της απαίτησης πληρωμής, είχε καταρτιστεί από το δικηγόρο του αιτητή κ. Γ. Παπαθεοδώρου, ο οποίος δεν χειρίστηκε την υπόθεση πρωτόδικα, την χειρίστηκε όμως κατ' έφεση. Συνιστά πάγια αρχή της νομολογίας μας ότι είναι ανεπιθύμητο να ορκίζεται ως προς τα γεγονότα δικηγόρος και όχι ο ίδιος ο διάδικος, εκτός βέβαια και αν αυτό είναι αναγκαίο, οπόταν και ο δικηγόρος, εφόσον έχει καταστήσει τον εαυτό του μάρτυρα γεγονότων, κωλύεται λόγω ασυμβιβάστου να συνεχίσει να ενεργεί ως δικηγόρος του διαδίκου πελάτη του. (In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319 και D. Rybolovlev v. E. Rybolovleva και M. Holdings Ltd. κ.ά. ν. E. Rybolovleva, Πολιτικές Εφέσεις αρ. 130/2009 και 131/2009, ημερομηνίας 29/1/2010). Στις περιπτώσεις δε όπου ο ομνύων είναι δικηγόρος, «κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών». (D. Rybolovlev και M. Holdings (πιο πάνω)). Στην υπό εξέταση περίπτωση καμιά εξήγηση δεν δίδεται ως προς τους λόγους που οδήγησαν στον καταρτισμό της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, από το δικηγόρο και όχι τον πελάτη. Αυτά ως επισημάνσεις για το γεγονός του καταρτισμού της ένορκης δήλωσης από τον κ. Παπαθεοδώρου». Στην υπόθεση Dulal Dulal v. Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 1045/2005, ημερομηνίας 27.10.2005, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο υπό την μονομελή του σύνθεση: «Επιστρέφοντας στα γεγονότα της δικής μας περίπτωσης παρατηρώ τα εξής: (α) Σύμφωνα με νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Ahapittas v. Roc Chik Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, in Re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 28, in Re An advocate
(1987)1 C.L.R. 319 και Thanos Hotels Ltd. v. Δημήτρης Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036) οι δικηγόροι δεν πρέπει να ορκίζονται αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης του πελάτη τους, εκτός όπου τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο. Εδώ, όπως ήδη ανάφερα, δεν εξηγείται γιατί να μην ορκίζεται ο ίδιος ο αιτητής. Παρόλο που ο κ. Παύλος Ερωτοκρίτου δεν χειρίζεται την υπόθεση, ουσιαστικά η ένορκη δήλωση προέρχεται από τους δικηγόρους του αιτητή. Είμαι της άποψης ότι αυτός είναι αρκετός λόγος για απόρριψη της αίτησης ...». Τέλος, στην Αίτηση 90/10 ημερομηνίας 25.8.10 o αιτητής ζήτησε από το Ανώτατο Δικαστήριο άδεια για καταχώρηση αίτησης για έκδοση εντάλματος certiorari και prohibition. Η αίτηση συνοδεύετο από ένορκο δήλωση δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του αιτητή. Η αίτηση απορρίφθηκε, μεταξύ άλλων, επειδή δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση γιατί δεν ορκίσθηκε ο ίδιος ο αιτητής. Λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο υπό την μονομελή του σύνθεση: «Μελέτησα την αίτηση και τα όσα ανάφερε κατά την αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή και για τους λόγους που εξηγώ στη συνέχεια έχω καταλήξει όπως η διακριτική μου ευχέρεια ασκηθεί ενάντια του αιτήματος: (α) ..................................................................................................................... (β) Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δε γίνεται από τον ίδιο τον αιτητή αλλά ουσιαστικά από το δικηγόρο του χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση γιατί να μην ορκιστεί ο ίδιος ο αιτητής. Υπάρχει αρκετή νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Ahapittas v. Rock-Chick Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, Lazarou (No. 1) v. Police
(1969)2 C.L.R. 53, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329, In re an Advocate
(1987)1 C.L.R. 319 και Thanos Hotels Ltd. v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036), ότι είναι ανεπιθύμητο να ορκίζονται οι δικηγόροι των διαδίκων για την υπόθεση των πελατών τους, εκτός αν τούτο είναι αναγκαίο. Στην τελευταία πιο πάνω υπόθεση, στη σελ. 1041, αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Τελειώνοντας θα θέλαμε να σχολιάσουμε το γεγονός ότι η Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση έγινε από το συνήγορο των Αιτητών. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επανειλημμένα σχολιάσει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής και θα αναμέναμε ότι το φαινόμενο αυτό θα έπρεπε να είχε ήδη εκλείψει.» Όπως ήδη ανάφερα δεν υπάρχει εξήγηση γιατί να μην ορκιστεί ο ίδιος ο αιτητής ...». Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση προέρχεται ουσιαστικά από τους δικηγόρους των Αιτητών αφού ο κύριος Λοίζος Χ΄΄Νεοφύτου που την ορκίζεται είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων τους. Ο κύριος Χ΄΄Νεοφύτου, όμως, εξηγεί ότι ο λόγος που ορκίσθηκε την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι γιατί οι Αιτητές είναι κάτοικοι εξωτερικού. Η δικαιολογία αυτή υπό το φως της Νομολογίας που πιο πάνω παρατέθηκε και των δοσμένων περιστάσεων κρίνεται ικανοποιητική με αποτέλεσμα η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση να κρίνεται έγκυρη. Σημειώνεται ότι στην βάση της Νομολογίας που πιο πάνω παρατέθηκε η παροχή εξήγησης από τον κύριο Χ΄΄Νεοφύτου δεν ήταν υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων αναγκαία για να θεωρείται η ένορκός του δήλωση έγκυρη αφού συν τοις άλλοις ο δικηγόρος αποκαλύπτει και την πηγή της πληροφόρησής του. Από τον τίτλο της αίτησης προκύπτει με ενάργεια ότι οι Αιτητές βρίσκονται στο εξωτερικό. Υπάρχει, δηλαδή, εμφανής λόγος που δεν επέτρεπε στους Αιτητές να ορκισθούν οι ίδιοι την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Θα πρέπει, επίσης, να λεχθεί ότι ο λόγος στον οποίο οφείλεται η κατάρτιση και η όρκιση της ένορκης δήλωσης από τον δικηγόρο δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Καθ' ης η αίτηση. Ο δε ισχυρισμός ότι ο κύριος Χ΄΄Νεοφύτου δεν είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν προωθήθηκε εν τέλει με την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση, οπότε για τον λόγο αυτό θεωρείται ότι αυτός εγκαταλείφθηκε. Συνακόλουθα ο λόγος ένστασης υπό παράγραφο Ζ δεν ευσταθεί. Στο στάδιο αυτό κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια τα άρθρα 211 και 212 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, όπως τροποποιήθηκε, από τώρα και στο εξής «ο Νόμος». Το άρθρο 211 του Νόμου προνοεί τα ακόλουθα: «Εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο αν- (α) η εταιρεία έχει αποφασίσει με ειδικό ψήφισμα όπως η εταιρεία εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο· (β) γίνεται παράλειψη της παράδοσης στον έφορο εταιρειών της θέσμιας έκθεσης ή της σύγκλησης θέσμιας συνέλευσης· (γ) η εταιρεία δεν αρχίζει τις εργασίες της μέσα σε ένα έτος από τη σύσταση της ή αναστέλλει τις εργασίες της για ένα ολόκληρο έτος· (δ) ο αριθμός των μελών μειώνεται κάτω από δύο στην περίπτωση ιδιωτικής εταιρείας, ή κάτω από επτά στην περίπτωση οποιασδήποτε άλλης εταιρείας· (ε) η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της· (στ) το Δικαστήριο έχει τη γνώμη ότι είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας να διαλυθεί η εταιρεία». Υπάρχουν, δηλαδή, έξι ξεχωριστές βάσεις σε κάθε μια από τις οποίες μπορεί να εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης. Το άρθρο 212 του Νόμου εξειδικεύει το άρθρο 211(ε): «Εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της- (α) αν πιστωτής, με εκχώρηση ή διαφορετικά, που του χρωστεί η εταιρεία ποσό που υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες, επέδωσε στην εταιρεία παραδίνοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, απαίτηση υπογραμμένη από αυτόν η οποία απαιτεί από την εταιρεία να καταβάλει το ποσό που οφείλεται με τον τρόπο αυτό, και η εταιρεία για τις επόμενες τρεις εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή· ή (β) αν εκτέλεση ή άλλη διαδικασία που λήφθηκε με δικαστική απόφαση, εντολή ή διάταγμα οποιουδήποτε Δικαστηρίου προς όφελος πιστωτή της εταιρείας, επιστρέφεται ολικά ή μερικά ανικανοποίητη· ή (γ) αν αποδειχθεί, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της και, για απόφαση κατά πόσο εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις ενδεχόμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις της εταιρείας». Αναφορικά με τον τρίτο λόγο ένστασης αναφέρονται τα ακόλουθα. Την νομική βάση της αίτησης αποτελούν τα άρθρα 211 και 212 - 218 του Νόμου. Τα πιο πάνω άρθρα καταπιάνονται με την εκκαθάριση εταιρείας και όχι με την διάλυσή της. Το άρθρο δε 211 προνοεί για τις περιπτώσεις που μια εταιρεία δύναται να εκκαθαρισθεί. Από τα γεγονότα που εκτίθενται στο σώμα της αίτησης καθίσταται έκδηλο ότι ό,τι οι Αιτητές επικαλούνται προς επίρρωση της αξίωσης τους είναι η υπό αυτών ισχυριζόμενη μη συμμόρφωση της Καθ' ης η αίτηση με την απόφαση και η ανεπιτυχής εκτέλεση της, ισχυρισμός ο οποίος έκδηλα παραπέμπει στα άρθρα 211(ε) και 212(β) του Νόμου. Είναι, επομένως, πρόδηλο και αντιληπτό ότι αυτό που οι Αιτητές με την αίτηση ουσιαστικά επιζητούν δεν είναι την διάλυση της Καθ' ης η αίτηση, αλλά την εκκαθάρισή της. Στην παράγραφο 10 της αίτησης αναφέρεται, επίσης, ότι ό,τι, μεταξύ άλλων, ζητείται είναι η εκκαθάριση της Καθ' ης η αίτηση. Υπό το φως των πιο πάνω οι Αιτητές θα έπρεπε να αξιώνουν όχι την διάλυση της Καθ' ης η αίτηση, αλλά την εκκαθάρισή της. Από την Νομολογία, όμως, στην οποία η ευπαίδευτη συνήγορος των Αιτητών παρέπεμψε το Δικαστήριο, προκύπτει ότι αυτό δεν είναι θνησιγενές για την αίτηση. Στην Αίτηση 109/98 της Loukos Manufacturers Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 2226 το Ανώτατο Δικαστήριο μιλούσε για την διάλυση της προαναφερόμενης εταιρείας ενώ αυτό που πραγματικά εννοούσε ήταν την εκκαθάρισή της. Η υπόθεση αφορούσε σε αίτηση με την οποία η αιτήτρια εταιρεία Loukos Manufacturers Ltd ζητούσε την ακύρωση διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με το οποίο είχε εκδοθεί διάταγμα διάλυσής της επί του ότι είχε παραλείψει να καταβάλει εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ό,τι, μεταξύ άλλων, απασχόλησε ήταν αν η οφειλή της αιτήτριας αποτελούσε πίστωση σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 211, 212 και 213 του Νόμου. Ενδεικτικά είναι τα όσα αναφέρονται στην σελίδα 2229 της απόφασης: «Το άρθρο 211 του Κεφ. 113 προνοεί ότι το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει ένα διάταγμα διάλυσης μιας εταιρείας που δεν έχει τη δυνατότητα να πληρώσει τα χρέη της. Το διάταγμα εκδίδεται αν η εταιρεία αποδεδειγμένα δεν μπορεί να εξασφαλίσει τις οφειλές της (άρθρο 212(c)). Η διαδικασία της διάλυσης προϋποθέτει την καταχώριση σχετικής αίτησης από "οποιοδήποτε πιστωτή ή πιστωτές" (άρθρο 213
(1)του Κεφ. 113). Ένας πιστωτής μιας εταιρείας μπορεί να καταχωρίσει αίτηση για τη διάλυση της εταιρείας». Στην υπόθεση GIP Constructions Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)1 ΑΑΔ 15 ο εφεσίβλητος υπέβαλε αίτηση για διάλυση της εφεσείουσας προβάλλοντας τον γενικό ισχυρισμό ότι αυτή αδυνατούσε να πληρώσει τα χρέη της στην βάση του άρθρου 211(ε) του Νόμου. Το Εφετείο αποφάσισε ότι η μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν τέτοια ώστε το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν μπορούσε να καταλήξει σε τίποτε άλλο παρά στο ότι ήταν ορθό και δίκαιο να διατάξει την διάλυση της εφεσείουσας. Στην υπόθεση Α & Π Φωκάς Λτδ v. A. K. C. Development Ltd
(2003)1 ΑΑΔ 651 η αίτηση αφορούσε σε διάλυση εταιρείας βασιζόμενη στα άρθρα 209, 211(ε), 212(α) και 214 του Νόμου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση. Το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση εκδίδοντας διάταγμα διάλυσης. Τέλος, στην υπόθεση M. Mouletaris Machinery Co Ltd v. Ζήνωνος
(2001)1 ΑΑΔ 1649 η αίτηση αφορούσε σε διάλυση εταιρείας βασιζόμενη στα άρθρα 211 και 212 του Νόμου. Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε εκδοθεί εναντίον της διάταγμα διάλυσής της. Ότι με την αίτηση αυτό που οι Αιτητές ζητούν είναι την εκκαθάριση της Καθ' ης η αίτηση και όχι την διάλυσή της έγινε αντιληπτό από την πλευρά της τελευταίας. Πλέον ενδεικτικός είναι ο υπό συζήτηση λόγος ένστασης σύμφωνα με τον οποίο η αίτηση στερείται νομικής βάσης και είναι παράτυπη καθότι τα άρθρα του Νόμου στα οποία στηρίζεται αφορούν σε εκκαθάριση και όχι διάλυση εταιρείας. Ενδεικτικοί είναι και οι λόγοι ένστασης υπό παραγράφους Β, Δ και Ε. Με τους πιο πάνω λόγους προωθούνται οι θέσεις ότι (α) οι Αιτητές για τον λόγο που επεξηγείται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση δεν νομιμοποιούνταν στην εκτέλεση της απόφασης καθότι κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης για την έκδοση εντάλματος εκτέλεσης κινητών η απόφαση ακόμα τελούσε υπό αναστολή και, επομένως, η αίτηση είναι πρόωρη, (β) οι Αιτητές δεν παρουσίασαν μαρτυρία αναφορικά με τις υποχρεώσεις της Καθ' ης η αίτηση, ενδεχόμενες ή μελλοντικές, και, τέλος, (γ) η Καθ' ης η αίτηση δεν είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Οι πιο πάνω θέσεις της Καθ' ης η αίτηση βρίσκουν έρεισμα στα άρθρα 211(ε), 212(β) και 212(γ) του Νόμου. Επίσης, ότι η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση αντιλήφθηκε ότι αυτό που ζητείτο ήταν η εκκαθάριση και όχι η διάλυση της Καθ' ης η αίτηση καταδεικνύεται περίτρανα από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6. Σε αυτό ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση αποκαλεί την τελευταία «υπό εκκαθάριση εταιρεία» και την αίτηση «αίτηση εκκαθάρισης». Τέλος, σημειώνεται και τούτο. Η έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης σηματοδοτεί την έναρξη διαδικασίας διορισμού παραλήπτη για σκοπούς εκκαθάρισης. Το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διάταγμα διάλυσης στην βάση του άρθρου 260
(1)του Νόμου μόνο μετά την συμπλήρωση της διαδικασίας εκκαθάρισης και νοουμένου ότι οι υποθέσεις της εταιρείας έχουν πλήρως εκκαθαρισθεί (Βλ. Ανδρέας Χατζηγιάννης ν. C. & J. Kyprianou Promotions Ltd
(2010)1 ΑΑΔ 991). Επομένως και αφ' ης στιγμής δεν υπάρχει διάταγμα εκκαθάρισης εναντίον της Καθ' ης η αίτηση δεν θα μπορούσε εκ προοιμίου να είχε εκληφθεί από την Καθ' ης η αίτηση ότι οι Αιτητές με την παρούσα αίτηση ζητούν την διάλυσή της. Υπό το φως όλων των πιο πάνω ο λόγος ένστασης υπό παράγραφο Γ δεν ευσταθεί. Ομοίως και ο λόγος ένστασης υπό παράγραφο Α. Πρόδηλο, επίσης, και αντιληπτό είναι ότι η αξίωση των Αιτητών για εκκαθάριση της Καθ' ης η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 211(ε) και 212(β) του Νόμου. Επί του προκειμένου αναφέρονται τα ακόλουθα. Η υπόθεση Pan-Aman Hotels Ltd v. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2002)1 ΑΑΔ 1796, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση είναι διάφορη από την κρινόμενη. Εκεί η αίτηση εκκαθάρισης βασιζόταν στο άρθρο 211 του Νόμου χωρίς να εξειδικεύεται ποιας από των επί μέρους προνοιών του εν λόγω άρθρου γινόταν επίκληση. Η μόνη δε αναφορά που υπήρχε στην αίτηση για έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης ήταν ότι η εταιρεία αδυνατούσε να πληρώσει το χρέος της. Και ότι ο αιτητής με επιστολή του συγκεκριμένης ημερομηνίας είχε καλέσει την εταιρεία να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό πλην όμως η εταιρεία δεν ανταποκρίθηκε. Το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι η παράλειψη του αιτητή / εφεσίβλητου να προβεί σε εξειδίκευση της νομικής βάσης της αίτησης του δεν ήταν καταστροφική καθότι στην αίτηση γινόταν προσδιοριστική αναφορά στους λόγους για τους οποίους ζητείτο το διάταγμα εκκαθάρισης. Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 212(α) του Νόμου. Το Εφετείο δεν υιοθέτησε την πρωτόδικη προσέγγιση. Κρίθηκε ότι με δεδομένη την παράλειψη του εφεσίβλητου να προσδιορίσει την βάση της αίτησής του το κενό δεν θα μπορούσε να πληρωθεί από τα περιεχόμενα στην αίτηση αφ' ης στιγμής αυτή ήταν ανεπαρκέστατη. Συναφώς υποδείχθηκε ότι η αναφορά σε επιστολή του αιτητή απείχε από του να τοποθετήσει επαρκώς την περίπτωση στα πλαίσια του άρθρου 212(α) του Νόμου. Είναι λάθος, επομένως, να θεωρείται ότι στην πιο πάνω υπόθεση κρίθηκε ότι η αίτηση απέτυχε για τον λόγο ότι η νομική βάση της αίτησης δεν εξειδικεύονταν. Αυτό κρίθηκε ως λόγος απόρριψης με δεδομένο ότι η αίτηση ήταν ανεπαρκής και δεν ήταν ικανή να καλύψει το κενό που είχε δημιουργήσει το γεγονός ότι αυτή δεν προσδιόριζε επαρκώς σε ποια από τις πρόνοιες του άρθρου 212 του Νόμου στηριζόταν η θέση ότι η εταιρεία ήταν ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Τέλος, στην υπόθεση GIP Constructions Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)1 ΑΑΔ 15 λέχθηκε ότι η παράλειψη του αιτητή να αναφέρει το άρθρο 212(β) ως βάση της αίτησης δεν του παρείχε την δυνατότητα να στηριχθεί επ' αυτής σαν εξειδικευμένη ένδειξη αδυναμίας πληρωμής χρεών από την εταιρεία. Θα πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι ό,τι αναφερόταν στην αίτηση ως γεγονός παρέπεμπε στο άρθρο 212(α) του Νόμου και καμία αναφορά δεν γινόταν σε γεγονότα που παρέπεμπαν στο άρθρο 212(β) του Νόμου. Σε αντίθεση με την κρινόμενη περίπτωση κατά την οποία οι ισχυρισμοί που εκτίθενται στο σώμα της αίτησης εύλογα και διακριτά παραπέμπουν στο τελευταίο άρθρο. Αποτελεί θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι αυτή πλήρωσε τα δικηγορικά έξοδα εντός της περιόδου αναστολής που τάσσει η απόφαση, ήτοι μέχρι τις 18.5.11. Με αποτέλεσμα να μην έχει ενεργοποιηθεί η άλλη πρόνοια της απόφασης για περαιτέρω αναστολή για άλλους πέντε μήνες από 18.5.11 και η αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 6.10.11, να είναι ως εκ τούτου πρόωρη. Στην Αίτηση του Σάββα Ιωάννη Κασπαρή 206/13, ημερομηνίας 3.12.13 λέχθηκε με αναφορά στην απόφαση του Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Εταιρική Αίτηση 259/89 επί της αφορώσι την εταιρεία D.J. Demades & Sons Ltd, ημερομηνίας 28.5.1990, ότι η ακρόαση τέτοιων αιτήσεων γίνεται κατά κανόνα στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρούνται. Παρατέθηκε το εξής απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση με το οποίο το Εφετείο υπό την μονομελή του σύνθεση συμφώνησε: «Μια Εταιρική Αίτηση ακολουθεί, κατά κανόνα, τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας όταν δεν γίνεται εξειδικευμένη πρόνοια στους περί Εταιρειών (Διάλυσις) Κανονισμούς του 1933-38 (δέστε τον Κανονισμό 92 και την υπόθεση KMC Motors Ltd v. Josephanco Trading and Contracting Company
(1984)1 Α.Α.Δ. 390). Η ιδιαιτερότητα μιας Εταιρικής Αίτησης έγκειται στο μηχανισμό παρουσίασης της με βάση τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου ΚΕΦ 113 και τους περί Εταιρειών Κανονισμούς του
  1. Η εκδίκαση γίνεται κατά κανόνα με βάση τα γεγονότα που στηρίζουν την Αίτηση και Ένσταση αντίστοιχα όπως πιστοποιούνται από τις Ένορκες Δηλώσεις που τις συνοδεύουν». Το Εφετείο έκανε, επίσης, αναφορά στο σύγγραμμα Pennington Company Law, 4η Έκδοση όπου στην σελίδα 698 αναφέρονται τα ακόλουθα: «The hearing of a winding up petition is held in open court by one of the judges of the Companies Court. The evidence on the hearing consists of the affidavits filed in support of and against the petition, unless the court permits testimony to be given orally. The affidavit verifying the petition is prima facie proof of the facts alleged by it and suffices to prove the petitioner´s case unless there are affidavits filed in opposition». Η απόφαση προνοούσε για δικηγορικά έξοδα ύψους Ευρώ 17.059,00 σεντ - έξοδα αγωγής και απόφασης - πλέον τόκο προς 8% ετησίως επ' αυτών από 17.10.07 μέχρι 14.10.08 πλέον τόκο προς 5,5% ετησίως από 15.10.08 μέχρι εξόφλησης πλέον ΦΠΑ. Ο ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντος ότι η Καθ' ης η αίτηση κατέβαλε όλα τα δικηγορικά έξοδα είναι γενικόλογος. Αφ' ης στιγμής επί των δικηγορικών εξόδων με την απόφαση επιδικάζονταν τόκος και ΦΠΑ ο ενόρκως δηλών όφειλε, για να είναι πειστικός ο ισχυρισμός του περί εξόφλησης των δικηγορικών εξόδων, να εξειδικεύσει, αφενός, ποιο ακριβώς ποσό καταβλήθηκε, αφετέρου, πότε καταβλήθηκε το ποσό, στην περίπτωση δε τμηματικής πληρωμής πότε έλαβαν χώρα οι διάφορες πληρωμές. Στην βάση, επομένως, των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση και εν' όψει της γενικότητας με την οποία προβάλλεται ο υπό συζήτηση ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντα καθώς και της έλλειψης οποιασδήποτε αναφοράς από μέρους του στο ακριβές ποσό που πληρώθηκε για δικηγορικά έξοδα και τον χρόνο που η πληρωμή έλαβε χώρα ο ενόρκως δηλών δεν με έχει πείσει για την αλήθεια του υπό συζήτηση ισχυρισμού του. Στην αγόρευσή του ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι ο ενόρκως δηλών δεν αντεξετάσθηκε από την πλευρά των Αιτητών ως προς τον ισχυρισμό του περί εξόφλησης. Αφ' ης στιγμής και, όπως από τα πιο πάνω καθίσταται έκδηλο, το βάρος ήταν στην Καθ' ης η αίτηση να αποδείξει ότι τα δικηγορικά έξοδα έχουν ξοφληθεί η πλευρά των Αιτητών ουδέν καθήκον είχε να αντεξετάσει τον ενόρκως δηλούντα με σκοπό να κλονίσει τον υπό συζήτηση ισχυρισμό του. Ως εκ των ανωτέρω δεν έχω πεισθεί ότι η Καθ' ης η αίτηση κατέβαλε όλα τα δικηγορικά έξοδα στους Αιτητές μέχρι τις 18.5.
  2. Συνακόλουθα κρίνω ότι ο λόγος ένστασης υπό παράγραφο Β δεν ευσταθεί. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι κατά τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης για έκδοση του εντάλματος κινητών η απόφαση δεν τελούσε υπό αναστολή και οι Αιτητές νομιμοποιούνταν να προχωρήσουν με το πιο πάνω μέτρο εκτέλεσης. Το οποίο και επιστράφηκε ανεκτέλεστο για τον λόγο ότι η Καθ' ης η αίτηση στην οδό Ευαγόρα Παλληκαρίδη 32 στερείτο κινητής περιουσίας υποκείμενης σε κατάσχεση. Το ότι η οδός Ευαγόρα Παλληκαρίδη είναι η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Καθ' ης η αίτηση και, επομένως, αφορά στην Καθ' ης η αίτηση είναι παραδεκτό γεγονός. Η πιο πάνω οδός αναφέρεται, επίσης, και ως η διεύθυνση της Καθ' ης η αίτηση στο τίτλο της ένστασης και της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει. Στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αναφέρεται, επίσης, ότι ο ενόρκως δηλών δεν είχε πληροφορηθεί για την έκδοση του εντάλματος κινητών, αλλά και ούτε είχε οχληθεί γι' αυτό. Ο πιο πάνω ισχυρισμός ουδόλως επηρεάζει τα πράγματα, αφ' ης στιγμής είναι παραδεκτό γεγονός ότι το ένταλμα κινητών που εκδόθηκε εκτελέσθηκε, αν και χωρίς αποτέλεσμα, από τον δικαστικό επιδότη. Συναφώς με τον υπό συζήτηση ισχυρισμό δεν προωθείται η θέση ότι οι ενέργειες του επιδότη ή η μη ενημέρωση του ενόρκως δηλούντα για τις ενέργειες του επιδότη από τον τελευταίο για εκτέλεση του εντάλματος ήταν παράνομες ή μη έγκυρες. Πάντως, οι σχετικές πρόνοιες του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, δεν επιβάλλουν στον αρμόδιο για την εκτέλεση εντάλματος κινητών δικαστικό λειτουργό να ενημερώσει ή να ειδοποιήσει τον διευθυντή ή όλους τους διευθυντές ή αξιωματούχους μιας εταιρείας για την εκτέλεση εντάλματος κινητών. Σύμφωνα δε με τα παραδεκτά γεγονότα ο ενόρκως δηλών δεν ήταν ο μοναδικός αξιωματούχος της Καθ' ης η αίτηση. Είναι, επίσης, θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι οι Αιτητές δεν προσκόμισαν μαρτυρία αναφορικά με τις υποχρεώσεις, ενδεχόμενες και μελλοντικές, της Καθ' ης η αίτηση για να φανεί η συνολική της φερεγγυότητα ούτως ώστε το Δικαστήριο να έχει συνολική εικόνα και τα δεδομένα που θα το βοηθούσαν να καταλήξει κατά πόσο η εταιρεία αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη της. Και αυτό γιατί ως ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται η Καθ' ης η αίτηση είναι ικανή να πληρώσει τα χρέη της αφού έχει μεγάλο κύκλο εργασιών και έχει να λαμβάνει μεγάλα χρηματικά ποσά από χρεώστες της. Ένεκα, όμως, της οικονομικής κρίσης αδυνατεί να τα εισπράξει με αποτέλεσμα κατά την παρούσα περίοδο να αντιμετωπίζει πρόβλημα ρευστότητας. Διαθέτει, επίσης, ακίνητη περιουσία. Τα πιο πάνω παραπέμπουν στο άρθρο 212(γ) του Νόμου. Οι Αιτητές ουδεμία υποχρέωση είχαν να αποδείξουν τις ενδεχόμενες ή μελλοντικές υποχρεώσεις της Καθ' ης η αίτηση για να πετύχουν την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης αφ' ης στιγμής η αίτηση δεν βασίζεται στο άρθρο 212(γ) του Νόμου, αλλά στο εδάφιο 212(β) του Νόμου. Το άρθρο 212(β) του Νόμου εντάσσεται στα πλαίσια του γενικότερου άρθρου 211(ε) του Νόμου ως προς την ανικανότητα εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της και ορίζει μια συγκεκριμένη περίπτωση που λογίζεται ότι εταιρεία αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη της (Βλ. Pan-Aman Hotels Ltd v. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2002)1 ΑΑΔ 1796). Μη ικανοποίηση εκτέλεσης απόφασης Δικαστηρίου συνιστά αυτοτελή περίπτωση εταιρείας ανίκανης να πληρώσει τα χρέη της η οποία ως τέτοια δύναται δυνάμει του άρθρου 211(ε) του Νόμου να εκκαθαρισθεί. Σημειώνεται ότι η αναφορά στην πιο πάνω απόφαση ότι το άρθρο 212 δεν είναι αυτοτελές γίνεται υπό το πνεύμα ότι το εν λόγω άρθρο δεν παρέχει άλλους τρεις λόγους για την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, αλλά ότι εξειδικεύει το άρθρο 211(ε) του Νόμου. Από την άλλη, οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντα οι οποίοι αποτελούν και την βάση για την θέση περί φερεγγυότητας της Καθ' ης η αίτηση παρέμειναν σε θεωρητικό επίπεδο. Κανένας απτός ισχυρισμός δεν προβλήθηκε προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Συναφώς δεν εξειδικεύθηκε από τον ενόρκως δηλούντα ποιος είναι ο κύκλος εργασιών της Καθ' ης η αίτηση, ποιοι και πόσοι είναι οι χρεώστες της, πόσα έχει να λαμβάνει η Καθ' ης η αίτηση από τους χρεώστες της και ποια η ακίνητη της περιουσία. Με αποτέλεσμα καμία βαρύτητα να μην μπορεί να προσδοθεί σε αυτούς. Υπό το φως των πιο πάνω οι λόγοι ένστασης υπό παραγράφους Δ και Ε δεν ευσταθούν. Τέλος, προβάλλεται ως λόγος ένστασης ότι οι Αιτητές δεν αναφέρουν για ποιο λόγο θα επηρεασθούν τα συμφέροντά τους αν δεν εκκαθαρισθεί η Καθ' ης η αίτηση. Δεν θεωρώ ότι το αυτονόητο μπορεί εύλογα και βάσιμα να αποτελέσει λόγο απόρριψης της αίτησης. Η μη ικανοποίηση της απόφασης και η αδυναμία εκτέλεσης του εντάλματος κινητών για τον λόγο ότι η Καθ' ης η αίτηση στερείται κινητής περιουσίας υποκείμενης σε κατάσχεση αναμφίβολα επηρεάζει και, μάλιστα, δυσμενώς τα συμφέροντα των Αιτητών αφού προδιαγράφει και την μη εξασφάλιση του λαβείν των Αιτητών. Η αίτηση ακριβώς αυτό είναι που σκοπεύει να εξασφαλίσει. Την είσπραξη του λαβείν των Αιτητών διά της ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων της Καθ' ης η αίτηση. Συνακόλουθα ο έκτος λόγος ένστασης δεν κρίνεται βάσιμος. Στην βάση των παραδεκτών γεγονότων και των ευρημάτων μου έχω ικανοποιηθεί ότι: 1. το εγγεγραμμένο γραφείο της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας βρίσκεται στην Πάφο 2. το κεφάλαιο της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας δεν υπερβαίνει τα Ευρώ 100.000,00 σεντ 3. υφίσταται οφειλή της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας προς τους Αιτητές σύμφωνα με την απόφαση στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με αριθμό 3247/07 η οποία δεν τελεί υπό αναστολή 4. το ένταλμα κινητών επιστράφηκε ανεκτέλεστο 5. έχουν γίνει σχετικές δημοσιεύσεις σύμφωνα με οδηγίες του Δικαστηρίου ημερομηνίας 15.2.12. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι οι Αιτητές απέδειξαν ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα εκκαθάρισης της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας. Ο Επίσημος παραλήπτης διορίζεται προσωρινός εκκαθαριστής της περιουσίας της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας. Οι Αιτητές να διαβιβάσουν αντίγραφο του παρόντος διατάγματος στον Έφορο Εταιρειών. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Αίτηση εκκαθάρισης εταιρείας Subject: Civil / General Applications / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.