Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Amber Property Limited κ.α., Αρ. Αγωγής :- 3518 / 2013, 24/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A28 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 3518 / 2013 Μεταξύ:- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Και
- Amber Property Limited
- Γεώργιος Προδρόμου
- Ιωάννα Κασάπη-Προδρόμου Αίτηση Διαγραφής Ανταπαίτησης Ημερομηνίας 16/7/2014 Ημερομηνία :- Τρίτη 24η Φεβρουαρίου 2015 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια :- κα. Χρίστια Μίτλεττον για Ανδρέας Νεοκλέους & Σια Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Χρίστια Μίτλεττον Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση :- κος. Γρηγόρης Φιλίππου για Πολύκαρπος Φιλίππου & Συνεργάτες Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Γρηγόρης Φιλίππου ΑΠΟΦΑΣΗ Α. Εισαγωγή [ 1 ] Αιτείται η ενάγουσα διάταγμα του Δικαστηρίου είτε για διαγραφή ολόκληρου του δικογράφου της ανταπαίτησης είτε για τη διαγραφή συνολικά 65 αριθμημένων παραγράφων από την ανταπαίτηση των εναγομένων[1]. Σημειωτέον ότι η έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων αποτελείται συνολικά από 117 παραγράφους. [ 2 ] Επιπλέον αξίζει να σημειωθεί πως το δικόγραφο των εναγομένων είναι ενιαίο και μόνο με την τελευταία παράγραφο
(117)φέρει πλέον τον τίτλο της ανταπαίτησης. Βεβαίως, με εξαίρεση την παράγραφο 117, ιδωμένο στο σύνολο του, όντως εντός του δικογράφου των εναγομένων εμπεριέχεται και η ανταπαίτηση όχι όμως ως ξεχωριστό μέρος του δικογράφου. Σύμφωνα με τη Δ.21 θ. 7Α[2] η έγερση ανταπαίτησης δεν καθορίζει το διαχωρισμό του δικογράφου με οποιοδήποτε προκαθορισμένο τρόπο αλλά απλά αναφέρει πως όταν ένας εναγόμενος επιδιώκει να βασιστεί επί οποιωνδήποτε λόγων προς υποστήριξη δικαιώματος ανταπαίτησης, θα αναφέρει ρητά στην υπεράσπιση ότι αυτό το κάνει υπό μορφή ανταπαίτησης. Το Δικαστήριο αφήνει ανοιχτό το θέμα κατά πόσο όντως οι εναγόμενοι αναφέρουν ρητά στην υπεράσπιση τους πως επιδιώκουν να βασιστούν επί οποιωνδήποτε λόγων προς υποστήριξη δικαιώματος ανταπαίτησης εντός της υπεράσπισης τους καθότι το συγκεκριμένο αυτό θέμα δεν ηγέρθηκε προς εξέταση από τους διάδικους σε αυτή τη διαδικασία. [ 3 ] Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι εναγόμενοι εντός της παραγράφου 117 επαναλαμβάνουν, ουσιαστικά υπό μορφή υιοθέτησης, το περιεχόμενο των παραγράφων 1 έως 112 της υπεράσπισης. Εκ πρώτης όψεως η οποιαδήποτε σκοπιμότητα ως πρός την επιλογή των συγκεκριμένων παραγράφων με παράλληλη εξαίρεση των παραγράφων 113 έως 116 δεν είναι εμφανής και το Δικαστήριο διερωτάται κατά πόσο αυτό όντως έγινε σκοπίμως ή εκ παραδρομής. Βεβαίως σημασία για σκοπούς έκδοσης αυτής της απόφασης έχει το γεγονός της επιλογής και όχι ο λόγος βάσει του οποίου αυτή έγινε. Εάν βεβαίως τέτοιος λόγος υπάρχει. Θέμα το οποίο δεν έχει διευκρινιστεί κατά την εξέταση της αίτησης εφόσον αυτό δεν ζητήθηκε από το Δικαστήριο αλλά ούτε και τέθηκε προς εξέταση από τους διάδικους. [ 4 ] Επιστρέφοντας όμως στη διατύπωση του δικογράφου των εναγομένων αναφέρεται σχετικά, όπως παρατηρώ, στη σελίδα 504 του Annual Practice του 1958, σε σχέση με την αντίστοιχη με τους δικούς μας Θεσμούς διαταγή στους Αγγλικούς Θεσμούς (O. 21 r. 10), πως η ανταπαίτηση θα πρέπει να φέρει τίτλο «Ανταπαίτηση» έτσι ώστε να ξεχωρίζει από την υπεράσπιση ενώ όλα τα γεγονότα επί των οποίων θα βασιστεί ο εναγόμενος υπό μορφή ανταπαίτησης θα πρέπει να αναφέρονται σε αριθμημένες παραγράφους. [ 5 ] Προστίθεται όμως και η εξής αναφορά. Εάν οποιαδήποτε από τα γεγονότα επί των οποίων θα βασιστεί η ανταπαίτηση έχουν ήδη καταγραφεί στην υπεράσπιση τότε δεν χρειάζεται να καταγραφούν και πάλι υπό μορφή επανάληψης, αλλά μπορούν να ενσωματωθούν με αναφορά στην υπεράσπιση. [ 6 ] Η νομική βάση της αίτησης αποτελείται κυρίως από τη Δ.19 θ. 26 και Δ.27 θ. 3 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας. [ 7 ] Αξίζει να γίνει μία αναφορά στο ιστορικό της αγωγής έτσι ώστε να καθίσταται και πιο εύκολα αντιληπτό το σκεπτικό αυτής της απόφασης. [ 8 ] Στις 9/12/2013 η ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αγωγή εναντίον των εναγομένων. Από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης της ενάγουσας προκύπτουν οι ακόλουθοι ισχυρισμοί. [ 9 ] Κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο η ενάγουσα ασκούσε τραπεζικές εργασίες. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης το αγώγιμο δικαίωμα της προέκυπτε από παράβαση συμφωνίας. Συμφωνία τραπεζικής διευκόλυνσης προς την εναγόμενη 1 υπό μορφή παροχής ορίου £20.000,00 σε τρεχούμενο λογαριασμό. Η συμφωνία έγινε στις 31/10/
- Κατά την ίδια ημερομηνία οι εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν συμφωνία εγγύησης της συμφωνίας τρεχούμενου λογαριασμού ορίου μέχρι του ποσού των £24.000,
- Εξαιτίας του τρόπου λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού από την εναγόμενη 1 η ενάγουσα προχώρησε σε τερματισμό της συμφωνίας ορίου. Αρχικά με επιστολές ημερομηνίας 6/9/2011 και στη συνέχεια με επιβεβαίωση αυτών με επιστολές ημερομηνίας 31/10/
- Κάλεσε τους εναγόμενους να εξοφλήσουν κάθε οφειλόμενο χρεωστικό υπόλοιπο πλέον τόκους. Η αξίωση της ενάγουσας ήταν για το ποσό των €106.611,89 σεντ πλέον τόκο προς 10,500% ετησίως επί του ποσού των €102.919,65 σεντ από την 31/10/2013 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. [ 10 ] Πέραν από την εκ πρώτης όψεως απλότητα των επίδικων θεμάτων όπως αυτά προκύπτουν από το δικόγραφο της ενάγουσας αξιοσημείωτο ως πρός την έκθεση απαίτησης είναι ότι αυτή αποτελείται από 9 παραγράφους καλύπτοντας περίπου 2½ σελίδες μόνο. Η χρήση μικρού μεγέθους γραμματοσειράς και μικρής απόστασης μεταξύ των γραμμών ασφαλώς επηρεάζει την έκταση της. Εντούτοις ως δικόγραφο η έκθεση απαίτησης δεν παύει να είναι σύντομη αλλά και παράλληλα συνοπτική στη διατύπωση των ισχυρισμών της ενάγουσας. [ 11 ] Σε αντίθεση με το δικόγραφο των εναγομένων. Η έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης αποτελείται από 26 σελίδες και 117 παραγράφους. Έστω και λαμβάνοντας υπόψη τη χρήση μεγαλύτερης σε μέγεθος γραμματοσειράς και μεγαλύτερου διαστήματος μεταξύ των γραμμών δεν παύει η διαφορά μεταξύ των δύο δικογράφων σε έκταση να είναι εμφανής. [ 12 ] Σημασία όμως δεν έχει μόνο η έκταση της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης αλλά κυρίως το περιεχόμενο της. Προτού υπεισέλθει όμως σε αυτό το θέμα το Δικαστήριο διευκρινίζω πως ασφαλώς δεν παραγνωρίζεται και η έκταση της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση την οποία στη συνέχεια καταχώρησε η ενάγουσα. Εντούτοις θεωρώ πως αναμφίβολα η έκταση αυτή προέκυψε ως αποτέλεσμα μίας προσπάθειας να αντιμετωπιστεί το εκτεταμένο περιεχόμενο της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. [ 13 ] Επιστρέφοντας στο περιεχόμενο της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης, παρατηρώ τα εξής. Διευκρινίζω πως δεν παρατίθενται στο σύνολο τους πιο κάτω όλοι οι ισχυρισμοί των εναγομένων παρά μόνο ενδεικτικά ορισμένα από τα βασικά μέρη του δικογράφου τους. [13-1] Ευθύς εξαρχής, δηλαδή με την πρώτη παράγραφο το δικόγραφο παραπέμπει στην ύπαρξη μίας άλλης αγωγής (η αγωγή 3513/13 του Επαρχιακού Δικαστήριου Πάφου). Προβάλλεται ο ισχυρισμός όχι μόνο ότι οι διάδικοι είναι οι ίδιοι και στις δύο αγωγές αλλά επίσης πως η συναλλαγή στην οποία αναφέρονται οι δύο αγωγές είναι η ίδια. Βάσει αυτού του ισχυρισμού προτάσσεται και εισήγηση ως προς το ότι η καταχώρηση δύο αγωγών για την ίδια συναλλαγή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. [13-2] Ανεξάρτητα και από αυτή τη θέση υπάρχουν εντός του δικογράφου των εναγομένων αναφορές στην αγωγή 3513/13 και στα κατ΄ ισχυρισμό γεγονότα αυτής. Επιπλέον εντός του δικογράφου τους οι εναγόμενοι συμπλέκουν - εκ πρώτης όψεως σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και δυσδιάκριτα προκαλώντας με αυτό τον τρόπο και σύγχυση - ισχυρισμούς αναφορικά και με τις δύο αγωγές. Επισυνάπτεται επίσης ως τεκμήριο επί της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης τόσο η έκθεση απαίτησης όσο και η έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης της αγωγής 3513/
- Διαπιστώνεται η ύπαρξη αρκετών ομοιοτήτων μεταξύ των δύο δικογράφων ιδιαίτερα δε με συμπερίληψη παραγράφων πανομοιότυπου περιεχομένου και στα δύο δικόγραφα. [13-3] Αξίζει να σημειωθούν επίσης ως μέρος του περιεχομένου της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων οι αναφορές στις διαπραγματεύσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας με την Τρόικα, στο διορισμό της PIMCO για υπολογισμό των κεφαλαιακών αναγκών των κυπριακών τραπεζών, στη συμφωνία παραχώρησης οικονομικής βοήθειας στην Κυπριακή Δημοκρατία, στο νομοσχέδιο έκτακτης επιβολής σε καταθέσεις το οποίο απορρίφθηκε από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, στη ψήφιση («με το πιστόλι στον κρόταφο») με τη διαδικασία του κατεπείγοντος του Νόμου περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμος Ν. 17(Ι)/2013, στην έκδοση του Διατάγματος περί Διάσωσης με Ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, τα όσα αυτό το διάταγμα προνοούσε, στο γεγονός ότι η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου δεν «εκουρεύτηκε», σε ισχυρισμό περί αντισυνταγματικότητας του συγκεκριμένου Νόμου και Διατάγματος καθότι υποβάλλονταν με αυτό τον τρόπο σε δυσμενή διάκριση ορισμένοι πιστωτές της ενάγουσας και γι΄ άλλους λόγους και στην ακυρότητα των πράξεων της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου ως Αρχή Εξυγίανσης. [13-4] Παρατίθενται επίσης ισχυρισμοί αναφορικά με την ύπαρξη συμφωνίας πώλησης από την εναγόμενη 3 προς ένα τρίτο πρόσωπο, δηλαδή την εταιρεία Sockendale Ltd. (η οποία στο εξής θα καλείται η Sockendale) της ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία ήταν υποθηκευμένη από την εναγόμενη 3 προς εξασφάλιση του δανείου (το οποίο είναι επίδικο στην αγωγή 3513/13) της ενάγουσας προς την εναγόμενη
- Η συγκεκριμένη εταιρεία ήταν καταθέτρια στην ενάγουσα και μία από τους καταθέτες οι οποίοι επηρεάστηκαν από την επιβολή μέτρων στην Τράπεζα Κύπρου από την Τρόικα και την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου. Στη συνέχεια παρατίθενται ισχυρισμοί αναφορικά με συμψηφισμό της απαίτησης της ενάγουσας εναντίον της εναγόμενης 1 για το παραχωρημένο όριο παρατραβήγματος με ισόποσο μέρος της κατάθεσης της Sockendale στην ενάγουσα. Μάλιστα η αναφορά είναι σε συμψηφισμό με ισόποσο μέρος της κατάθεσης της Sockendale «...που είχε κατατεθημένο στην Ενάγουσα πριν τα γεγονότα του Eurogroup του Μαρτίου του 2013». Υπάρχουν αναφορές και για κούρεμα των καταθέσεων της συγκεκριμένης εταιρείας. Επιπλέον υπάρχει ισχυρισμός για υποχρέωση της ενάγουσας να λάβει την κατάθεση της Sockendale προς εξόφληση των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1 προς την ενάγουσα. Αναφέρονται επίσης οι εναγόμενοι σε κατ΄ ισχυρισμό αποτέλεσμα συμψηφισμού των χρημάτων ή καταθέσεων ή απαιτήσεων της Sockendale έναντι της ενάγουσας με τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 προς την ενάγουσα. Ισχυρισμός δηλαδή ως πρός την εξόφληση από την εναγόμενη 1 των δανειακών της υποχρεώσεων προς την ενάγουσα («...ως αυτές θα αποδειχτούν από την Ενάγουσα...») ενώ παράλληλα η εναγόμενη 1 διεκδικεί αποζημιώσεις από την ενάγουσα και/ή είναι δικαιούχος του υπόλοιπου της κατάθεσης της Sockendale για την διαφορά των δανειακών υποχρεώσεων της εναγόμενης 1 προς την ενάγουσα και του ποσού της πληρωμής της αγοράς συγκεκριμένου ακινήτου. Καταλογίζεται δε στην ενάγουσα πως ενώ «...κούρεψε τις καταθέσεις χιλιάδων προσώπων ... χαρίζει σε κομματικές οργανώσεις και εταιρείες των εκατομμύρια Ευρώ δεν μπορεί να αρνείται να εφαρμόσει τον συμψηφισμό, που θα ωφελήσει και την Ενάγουσα, και το Κράτος αλλά και την καταστρεμμένη οικονομία του τόπου» (παράγραφος 105 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης). [ 14 ] Τα προαναφερόμενα δεδομένα ως πρός το περιεχόμενο της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης δεν μπορούν παρά να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση του αιτήματος της ενάγουσας αναφορικά με τη διαγραφή της ανταπαίτησης ή παραγράφων από το δικόγραφο των εναγομένων. Καθώς παρά και την έκταση αλλά και εμβέλεια των ισχυρισμών των εναγομένων εντός του δικογράφου τους αυτό το οποίο κυρίως έχει σημασία σε σχέση με το θέμα υπό εξέταση με αυτή την απόφαση είναι το ερώτημα κατά πόσο όντως προκύπτει αγώγιμο δικαίωμα των εναγομένων εναντίον της ενάγουσας βάσει αυτών των ισχυρισμών έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα προώθησης της οποιασδήποτε ανταπαίτησης της εναντίον της ενάγουσας. [ 15 ] Διατηρείται βεβαίως υπόψη πως οι εναγόμενοι καταχώρησαν και αίτηση τροποποίησης. Έστω και εάν η πρόθεση καταχώρησης της είχε προαναγγελθεί στις 3/7/2014 η καταχώρηση της έγινε μετά από την καταχώρηση της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Δηλαδή, στις 25/9/
- Ενώ η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης σε αυτή την αίτηση καταχωρήθηκε στις 13/10/2014, δηλαδή μόλις τρείς μέρες πριν από την πρώτη ημερομηνία κατά την οποία είχε οριστεί γι΄ ακρόαση (από τον Πρωτοκολλητή) η αίτηση τροποποίησης. Δηλαδή, στις 16/10/
- Ημερομηνία κατά την οποία είχε επίσης οριστεί γι΄ ακρόαση (από τον Πρωτοκολλητή) η αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. [ 16 ] Σε αυτό το σημείο της απόφασης το Δικαστήριο περιορίζεται σε σχέση με αυτό το θέμα να παρατηρήσει πως ακόμη και οι ίδιοι οι εναγόμενοι, με την αίτηση τροποποίησης τους, ζητούν είτε την πλήρη διαγραφή ορισμένων παραγράφων από το δικόγραφο τους είτε την αντικατάσταση τους. Όπως, παραδείγματος χάριν, τη διαγραφή των παραγράφων 52, 53, 54, 55 (ισχυρισμοί σε σχέση με τροποποίηση του επίδικου δανείου στην αγωγή 3513/13) και 60 ή των παραγράφων 87, 88, 89, 90, 91 και 92 (όπου εκτίθενται ισχυρισμοί σε σχέση με το διάταγμα για τη διάσωση της Τράπεζας Κύπρου). Συμπίπτει δηλαδή σε αυτό το σημείο, της διαγραφής, το αίτημα τροποποίησης των εναγομένων με το διαζευκτικό αίτημα της ενάγουσας για διαγραφή ορισμένων παραγράφων από το δικόγραφο των εναγομένων. [ 17 ] Δεν προτίθεται όμως το Δικαστήριο να επεκταθεί περισσότερο σε αυτό το σημείο της απόφασης σε θέματα τα οποία αφορούν άλλη αίτηση η οποία εκκρεμεί προς εκδίκαση ενώπιον του παρά μόνο να προσθέσει και την εξής παρατήρηση αναφορικά με την αιτούμενη τροποποίηση. Αιτούνται οι εναγόμενοι τη διαγραφή της βασικότερης παραγράφου του δικογράφου τους και προσθήκη άλλης παραγράφου. Βασικότερη τουλάχιστον σε σχέση με την ανταπαίτηση τους. Δηλαδή την παράγραφο 117 σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας υιοθετούν υπό μορφή επανάληψης το περιεχόμενο όλων των προηγούμενων παραγράφων (θέμα το οποίο καλύπτεται σε άλλο σημείο αυτής της απόφασης - βλ. σχετικά τις παραγράφους [ 3 ] έως [ 5 ] αυτής της απόφασης) ενώ στη συνέχεια παραθέτουν τις θεραπείες τις οποίες αξιώνουν ανταπαιτητικώς. Ενώ στην υφιστάμενη μορφή της παραγράφου 117 δεν αξιώνεται παρόμοια θεραπεία, εντούτοις στην νέα μορφή της, η οποία θα μπορούσε να προκύψει ως αποτέλεσμα της αιτούμενης τροποποίησης, επιθυμούν πλέον όπως αξιώσουν και την εξής θεραπεία. Γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για τα ποσά που πληρώθηκαν στην ενάγουσα και τα οποία «... δεν οφείλοντο και/ή τα ποσά που παρανόμως στερήθηκαν τους Εναγόμενους και/ή την απώλεια κέρδους και/ή χρηματικού ή άλλου όφελους». [ 18 ] Στις 3/7/2014, με την απόσυρση της αξίωσης δηλώθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων πως αυτοί θα τροποποιούσαν την ανταπαίτηση τους «...καθότι έχουν υπερπληρωθεί τα ποσά που όντως οφείλοντο...». Ενώ αμέσως προηγουμένως η ευπαίδευτη δικηγόρος η οποία είχε εμφανιστεί για την ενάγουσα δήλωσε πως η απόσυρση της απαίτησης γινόταν καθότι είχε εξοφληθεί το ποσό της απαίτησης συμπεριλαμβανομένων των εξόδων με πληρωμή που είχε γίνει από τρίτο πρόσωπο στις 29/4/
- [ 19 ] Προκύπτουν τα εξής ερωτήματα. [19-1] Κατ΄ αρχάς πότε δημιουργήθηκε το οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα; Σε σχέση δηλαδή με το οποιοδήποτε ποσό «υπερπληρωμής». Λογικά ασφαλώς μετά και από το ίδιο το γεγονός της πληρωμής. Δεν νοείται δηλαδή η ύπαρξη «υπερπληρωμής» εάν δεν έχει πρώτα προηγηθεί η ίδια η πράξη της πληρωμής. [19-2] Επιπλέον, εφόσον η πληρωμή αυτή έγινε από τρίτο πρόσωπο, όπως δηλώθηκε από την ευπαίδευτη δικηγόρο της ενάγουσας, δήλωση η οποία δεν αμφισβητήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων, τότε βασικό ερώτημα είναι και το εξής. Έχουν αποκτήσει οι εναγόμενοι το οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα σε σχέση με αυτή την πληρωμή; Εφόσον δηλαδή η πληρωμή οποιοδήποτε και να ήταν το συγκεκριμένο ποσό έγινε όχι από τους εναγόμενους αλλά από ένα τρίτο πρόσωπο. Έστω δηλαδή και εάν είναι δυνατό να κριθεί πως όντως εμπεριέχεται σε αυτή την πληρωμή, ως μέρος της δηλαδή, το οποιοδήποτε ποσό «υπερπληρωμής». [19-3] Ως κοινά αποδεκτό γεγονός τρίτο πρόσωπο και συγκεκριμένα η εταιρεία Sockendale, εξόφλησε το χρέος των εναγομένων. Άλλωστε το γεγονός αυτό αποτέλεσε και μέρος της επιχειρηματολογίας των ευπαίδευτων δικηγόρων των διαδίκων. Είναι δυνατό να κριθεί πως αυτό από μόνο του δημιουργεί το οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα επί του οποίου οι εναγόμενοι να μπορούν να βασιστούν έτσι ώστε να διεκδικήσουν υπό μορφή ανταπαίτησης από την ενάγουσα αυτό το ούτω καλούμενο ποσό «υπερπληρωμής»; [ 20 ] Αναφορικά με αυτά τα ερωτήματα ακούστηκε σχετική επιχειρηματολογία από αμφότερους τους ευπαίδευτους δικηγόρους των διαδίκων με αναφορά και σε σχετική νομολογία επί του θέματος. Βεβαίως όπως σε κάθε περίπτωση πρωταρχική σημασία έχει η εφαρμογή από το Δικαστήριο της νομικής πτυχής επί των γεγονότων και όχι μία γενική αναφορά υπό μορφή ακαδημαϊκής ανάλυσης αυτής της νομικής πτυχής. [ 21 ] Παραδείγματος χάριν, σε σχέση με αυτή την εφαρμογή, αναφέρει σχετικά η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας (παράγραφος 4.8 της γραπτής αγόρευσης της) πως (γενικά) σε περιπτώσεις πληρωμής ποσού για ικανοποίηση χρέους τρίτου προσώπου μπορεί να επηρεάζονται έμμεσα τα δικαιώματα του τρίτου προσώπου, όμως (ειδικά) ο οποιοσδήποτε έμμεσος επηρεασμός δεν δίδει στους εναγόμενους αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της ενάγουσας. Παραπέμπει επί αυτού του θέματος σε αυθεντία επί της οποίας βασίστηκε και ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων, προς προώθηση βεβαίως αντίθετης θέσης. Αυτή είναι η Hirachand Punamchand v Temple [1911] 2 KB 330 CA. Βεβαίως τα γεγονότα της συγκεκριμένης αυθεντίας, όπως και στη περίπτωση της D & C Builders v Rees [1965] 3 All ER 837 (ανεξάρτητα και από το αντίθετο αποτέλεσμα της), αναφέρονται σε πληρωμή ενός λιγότερου ποσού (στην πρώτη περίπτωση από το τρίτο πρόσωπο) προς εξόφληση ενός μεγαλύτερου οφειλόμενου ποσού από τον χρεώστη στη κάθε περίπτωση. Στην περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση η πληρωμή από το τρίτο πρόσωπο έγινε προς εξόφληση ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού από τους εναγόμενους. Ενός συνολικά οφειλόμενου ποσού σύμφωνα βεβαίως με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας. Β. Οι Λόγοι Ενστασης [ 22 ] Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης με 18 συνολικά λόγους ένστασης αν και ο τελευταίος από αυτούς παράτυπα αναφέρει πως «περαιτέρω λόγοι» αναφέρονται εντός της ένορκης δήλωσης η οποία επισυνάπτεται. Βεβαίως ο ρόλος συνοδευτικής ένορκης δήλωσης σε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης περιορίζεται σε καταγραφή μαρτυρίας, όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Δίχως να αποτελεί επίσης μέρος αυτού του ρόλου η προσθήκη λόγων ένστασης οι οποίοι να μην έχουν ήδη παρατεθεί στο σώμα της αίτησης. Ή ακόμη, όπως παρατηρείται γενικά, η συμπερίληψη ή ουσιαστικά επανάληψη λόγων ένστασης οι οποίοι να έχουν ήδη παρατεθεί στο κύριο μέρος της αίτησης. [ 23 ] Επιπλέον, παρατηρείται πως σε ορισμένους από τους λόγους ένστασης γίνεται χρήση συζευκτικών και διαζευκτικών συνδέσμων (λόγοι ένστασης 1, 2, 6, 13 και 17) η οποία είναι ακατάλληλη και αρμόζουσα σε σύνταξη δικογράφων παρά λόγων ένστασης. Αυξάνοντας ουσιαστικά με αυτό τον τρόπο τον αριθμό των λόγων ένστασης αλλά παράλληλα καθιστώντας τους συγκεκριμένους λόγους ένστασης, εάν αυτοί ιδωθούν ως μία ενότητα, με εξαίρεση τον λόγο ένστασης 17, μερικώς ασαφείς ως πρός το πραγματικό αντικείμενο τους. [ 24 ] Σύμφωνα με τον σχετικό διαδικαστικό κανονισμό, Δ.48 θ. 4
(1), όπως αυτός έχει τύχει ερμηνείας και με σχετική νομολογία επί του θέματος, ένας διάδικος θα πρέπει να εξειδικεύει τους συγκεκριμένους λόγους της ένστασης οι οποίοι θα πρέπει να εξειδικεύονται με την καθαρότητα, λιτότητα έκφρασης και περιεκτικότητα, που πρέπει να χαρακτηρίζουν τη νομική γραφή (βλ. σχετικά τη σελίδα 97 της απόφασης Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη κ. α.
(2002)1Α Α. Α. Δ. 92). [ 25 ] Δεν κρίνω όμως σκόπιμο να επεκταθώ επί αυτού του θέματος εντός αυτής της απόφασης. Ούτε και θεωρώ πως επηρεάζεται σε ιδιαίτερα αρνητικό βαθμό η όλη προβολή των λόγων ένστασης από την επιλεγμένη διατύπωση τους. Επιπλέον, δεν θεωρώ αναγκαίο όπως παραθέσω πιο κάτω τους λόγους ένστασης στο σύνολο τους σε αυτό το σημείο της απόφασης. Αντί αυτού θα παραθέτω τον κάθε λόγο ένστασης κατά την εξέταση του. Λόγος ένστασης 1 [ 26 ] Κατ΄αρχάς θεωρώ πως θα ήταν χρήσιμο όπως το Δικαστήριο διασαφηνίσει τη δική του κατανόηση επί ενός θέματος αναφορικά με το οποίο εμφανώς οι εναγόμενοι έχουν μία εντελώς διαφορετική αντίληψη. Η οποία, όπως εξηγώ πιο κάτω, διατηρώντας υπόψη τα δεδομένα επί των οποίων αυτή βασίζεται, δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή ως ορθά ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. [ 27 ] Αναφέρεται συγκεκριμένα στο λόγο ένστασης 1 ότι το Δικαστήριο «... κατά την 03.07.2014 ενέκρινε την συνέχιση της διαδικασίας με την άδεια του να καταχωρηθεί αίτηση τροποποίησης αφότου αποσυρθεί η αγωγή των Εναγόντων/Αιτητών και η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και/ή αβάσιμη και/ή πρόωρη και/ή αποτελεί λανθασμένο διαδικαστικό διάβημα και/ή εμμέσως απαιτεί από το Δικαστήριο να γίνει εφετείο του εαυτού του». Βεβαίως το θέμα το οποίο προκύπτει προτού χρειαστεί καν η εξέταση του υπόλοιπου μέρους του συγκεκριμένου λόγου ένστασης, το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως η νομική πτυχή του, είναι το εξής. Κατά πόσο όντως ισχύουν τα όσα αναφέρονται εισαγωγικά αναφορικά με το τι έπραξε το Δικαστήριο. Δηλαδή, ως προς την ύπαρξη έγκρισης («ενέκρινε») του Δικαστηρίου ή της παροχής της οποιασδήποτε άδειας του. [ 28 ] Το ερώτημα δηλαδή είναι το εξής. Όντως το Δικαστήριο ενέκρινε τη συνέχιση της διαδικασίας με το να είxε δοθεί άδεια καταχώρησης αίτησης τροποποίησης «αφότου» αποσυρθεί η αγωγή; [ 29 ] Πραγματικά, διατηρώντας υπόψη τα όσα είχαν διαμειφθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την συγκεκριμένη ημερομηνία, απέχει πολύ από τη πραγματικότητα η όλη εικόνα η οποία διατυπώνεται εντός αυτού του λόγου ένστασης. Με όλο το σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων, αβίαστα διαπιστώνεται πως εμπεριέχονται εντός αυτού του λόγου ένστασης συμπεράσματα τα οποία όχι μόνο δεν δικαιολογούνται από τα γεγονότα αλλά θα μπορούσαν μάλιστα να χαρακτηριστούν και ως εντελώς αθεμελίωτα. Υπό την έννοια της παντελούς έλλειψης οποιασδήποτε πραγματικής βάσης επί της οποίας στη συνέχεια να παρεχόταν η οποιαδήποτε δυνατότητα εξαγωγής νομικών συμπερασμάτων. [ 30 ] Το πρακτικό του Δικαστηρίου, το οποίο υπάρχει αποστενογραφημένο εντός του φακέλου της αγωγής, δεν δικαιολογεί, ως πρός τη πραγματική πτυχή του συγκεκριμένου λόγου ένστασης, τα όσα αναφέρονται εντός αυτού του λόγου ένστασης. Το Δικαστήριο δεν ενέκρινε «...την συνέχιση της διαδικασίας με την άδεια του να καταχωρηθεί αίτηση τροποποίησης αφότου αποσυρθεί η αγωγή των Εναγόντων/Αιτητών...». [ 31 ] Τα όσα είχαν λεχθεί είναι τα ακόλουθα. Αναφέρθηκε από την ευπαίδευτη δικηγόρο, η οποία εμφανίστηκε εκ μέρους της ενάγουσας, ότι θα αποσυρθεί η απαίτηση της ενάγουσας καθότι είχε εξοφληθεί το ποσό της απαίτησης και των εξόδων με πληρωμή η οποία έγινε από τρίτο πρόσωπο στις 29/4/
- Περιορίστηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων στο να αναφέρει πως οι εναγόμενοι θα τροποποιήσουν την ανταπαίτηση τους «καθότι έχουν υπερπληρωθεί τα ποσά που όντως οφείλοντο» προσθέτοντας επίσης πως οι εναγόμενοι θα προβούν «στο επόμενο διάστημα» στην αίτηση τους. [ 32 ] Στη συνέχεια το Δικαστήριο δίχως καν να κάνει χρήση της λέξης «άδεια» - ανεξαρτήτως κατά πόσο αυτό θα έπρεπε ή δεν θα έπρεπε να είχε γίνει, θέμα το οποίο δεν κρίνεται ορθό να εξεταστεί από αυτό το Δικαστήριο υπό την έννοια της άσκησης οποιουδήποτε ελέγχου αναφορικά με προηγούμενη απόφαση του - και αφού έλαβε υπόψη τα όσα είχαν δηλωθεί, απέρριψε την αξίωση της ενάγουσας ως εξοφληθείσα και όρισε την αγωγή για οδηγίες έτσι ώστε στο μεσοδιάστημα να καταχωρηθεί η αίτηση τροποποίησης από τους εναγόμενους και να καθοριστεί η εκδίκαση της ανταπαίτησης. Ορίστηκε τότε η αγωγή για οδηγίες στις 16/10/
- [ 33 ] Απλά το τι όντως είχε αναφερθεί από το Δικαστήριο σε σχέση με τη καταχώρηση αίτησης τροποποίησης ήταν το εξής. Πως σε περίπτωση καταχώρησης αίτησης τροποποίησης από τους εναγόμενους αυτή να οριστεί κατά την ίδια ημερομηνία στην οποία είχε οριστεί η αγωγή για οδηγίες. Σημειωτέον πως αυτό είχε λεχθεί κυρίως έτσι ώστε κατά τη καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης το άτομο το οποίο θα την καταχωρούσε στο Πρωτοκολλητείο να μπορούσε να ζητήσει όπως η αίτηση οριστεί κατά την ίδια ημερομηνία με την αγωγή παρά σε οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία, σύμφωνα δηλαδή με το πρόγραμμα ορισμού αιτήσεων δια κλήσεως το οποίο, ως γνωστό, εφαρμόζεται από το Πρωτοκολλητείο. [ 34 ] Αξίζει βεβαίως να σημειωθεί πως καμία ένσταση δεν εγέρθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων σε σχέση με τη δήλωση πρόθεσης της ενάγουσας να αποσύρει την απαίτηση της εναντίον των εναγομένων ως εξοφληθείσα. Όπως επίσης αξίζει να σημειωθεί πως ο λόγος για τον οποίο προβλήθηκε αναγκαιότητα τροποποίησης ήταν διότι, όπως ο ίδιος εξήγησε, οι εναγόμενοι θα τροποποιήσουν την ανταπαίτηση τους καθότι έχουν υπερπληρωθεί τα ποσά που όντως οφείλονταν. [ 35 ] Πραγματικά, η όλη προσπάθεια των εναγομένων με τον λόγο ένστασης 1 διασύνδεσης της καταχώρησης αίτησης τροποποίησης με την απόσυρση της αξίωσης της ενάγουσας και τη συνέχιση της διαδικασίας καμία σχέση δεν έχει με τη δικονομική πραγματικότητα των όσων όντως είχαν λεχθεί κατά την συγκεκριμένη ημερομηνία είτε από τους δικηγόρους των διαδίκων είτε από το ίδιο το Δικαστήριο. [ 36 ] Οφείλω να προσθέσω πως πραγματικά διερωτώμαι αναφορικά με τη παρουσίαση μίας τόσο διαφορετικής εικόνας των γεγονότων από τους εναγόμενους. Γεγονότα μάλιστα τα οποία διαδραματίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και όχι μεταξύ των διαδίκων. Η παρουσίαση αυτή γίνεται όχι απλώς με τη προβολή συγκεκριμένου λόγου ένστασης αλλά και με ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης. Οι οποίοι βεβαίως επίσης δεν στηρίζονται στην απλή πραγματικότητα. Έστω και διατηρώντας υπόψη, όπως ο ίδιος διευκρινίζει, πως τα όσα ισχυρίζεται είναι «εξ όσων» τον ενημερώνουν οι δικηγόροι του. [ 37 ] Πως δικαιολογείται όμως τέτοια ενημέρωση έτσι ώστε βάσει αυτής ο ενόρκως δηλών να ισχυρίζεται τα ακόλουθα; Ότι οι δικηγόροι του δεν έφεραν ένσταση στην απόσυρση[3] «...νοουμένου ότι θα καταχωρούσαν αίτηση τροποποίησης της Ανταπαιτήσεως τους για να διεκδικήσουν πίσω την υπερπληρωμή που έγινε λόγω της εκβιαστικής συμπεριφοράς και της παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων των Εναγόντων/Αιτητών και πληροφόρησαν το Δικαστήριο για τα γεγονότα που είχαν προκύψει μέχρι εκείνη την ημερομηνία» (παράγραφος 41). Ή πως είναι δυνατό να ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών, πλέον όχι μόνο βάσει της ενημέρωσης της οποίας έτυχε από τους δικηγόρους του αλλά και όπως «φαίνεται» στο πρακτικό ημερομηνίας 3/7/2014 τα ακόλουθα (παράγραφος 43); Ότι δηλαδή το Δικαστήριο έδωσε άδεια για καταχώρηση αίτησης τροποποίησης; Ως επίσης ότι «διέταξε» όπως οριστεί η αίτηση για τροποποίηση την 16/10/2014; Ή, ότι (παράγραφος 44) όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του το Δικαστήριο έχει την εξουσία και δικαιοδοσία να ορίσει όπως προχωρήσει η υπόθεση και ότι «...αυτό έπραξε με την άδεια του να καταχωρηθεί αίτηση τροποποίησης»; [ 38 ] Θεωρώ περιττό να επισημάνω οποιεσδήποτε άλλες αναφορές του ενόρκως δηλούντος ως πρός την ύπαρξη της οποιασδήποτε «άδειας» του Δικαστηρίου. Επισημαίνω μόνο το εξής. Καμία απολύτως άδεια δεν δόθηκε από το Δικαστήριο για την καταχώρηση της οποιασδήποτε αίτησης. [ 39 ] Παρατηρώ επίσης ότι το κατά πόσο αποτελεί «... συνήθης πρακτική του Δικαστηρίου σε περιπτώσεις διακοπής αγωγών να εκδίδει όρους για την διακοπή...» (παράγραφος 45) δεν είναι θέμα το οποίο θα κρίνει αυτό το Δικαστήριο. Δηλαδή σε σχέση με το κατά πόσο ορθά το ίδιο το Δικαστήριο ενήργησε στις 3/7/
- Το θέμα αυτό ενδεχομένως να κριθεί, εάν χρειαστεί, από άλλο Δικαστήριο το οποίο θα ασκεί τη δέουσα δευτεροβάθμια δικαιοδοσία. [ 40 ] Παράλληλα, πραγματικά δεν μπορεί παρά να γίνει κατανοητή ως εντελώς ανυπόστατη η θέση βάσει της οποίας καλείται το Δικαστήριο να κρίνει ως καταχρηστική τη συμπεριφορά των δικηγόρων της ενάγουσας και για το λόγο ότι «... δόθηκε άδεια ... για καταχώρηση αίτησης για τροποποίηση ... στη παρουσία των δικηγόρων των Εναγόντων» (παράγραφος 47). [ 41 ] Κατ΄ αρχάς δεν είναι απαραίτητη η οποιαδήποτε άδεια έτσι ώστε ένας διάδικος να καταχωρήσει αίτηση τροποποίησης στο οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Ιδιαίτερα δε εφόσον εκκρεμεί προς εκδίκαση η οποιαδήποτε διαδικασία. Όπως ασφαλώς εκκρεμούσε και στη συγκεκριμένη περίπτωση καθότι παρά και την απόσυρση της αγωγής η ανταπαίτηση ως ξεχωριστή αγωγή εξακολουθούσε να υφίσταται. Όπως αναφέρεται σχετικά στη Δ.21 θ. 11 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας σε οποιαδήποτε περίπτωση στην οποία ο εναγόμενος εγείρει ανταπαίτηση και η αγωγή του ενάγοντα αναστέλλεται, διακόπτεται ή απορρίπτεται, εν πάση περιπτώσει η ανταπαίτηση θα συνεχίζεται. [ 42 ] Επιπλέον, στις 3/7/2014 υπήρχε στενογράφος στη διάθεση του Δικαστηρίου, η οποία και τήρησε το συγκεκριμένο πρακτικό. Σημειωτέον ότι επί καθημερινής βάσης τέτοιου είδους απλά πρακτικά συνήθως τηρούνται από το ίδιο το Δικαστήριο συνεπώς δεν αποκλείεται η παρουσία στενογράφου να είχε διευθετηθεί είτε κατόπιν αιτήματος των δικηγόρων είτε διότι κρίθηκε από το Δικαστήριο ως ορθότερη υπό τις περιστάσεις έτσι ώστε και να δοθεί η δυνατότητα στους δικηγόρους να αναφέρουν οτιδήποτε οι ίδιοι επιθυμούσαν ως σχετικό με το όλο θέμα. [ 43 ] Επομένως, ανεξαρτήτως και του λόγου της παρουσίας στενογράφου, εάν όντως επιθυμούσαν οι εναγόμενοι, δια μέσω του ευπαίδευτου συνηγόρου τους, να ζητήσουν όπως ληφθεί υπόψη η οποιαδήποτε θέση τους από το Δικαστήριο, θα μπορούσαν να το είχαν πράξει αυτό και στη συνέχεια να είχε καταγραφεί στο πρακτικό τόσο η θέση τους όσο ενδεχομένως και η θέση της ενάγουσας ως επίσης βεβαίως και η οποιαδήποτε απαραίτητη και δεόντως αιτιολογημένη απόφαση του Δικαστηρίου επί του συγκεκριμένου θέματος. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Πλέον όμως είναι εξωπραγματικό να προβάλλονται ως υπαρκτά γεγονότα τα οποία ουδέποτε συνέβηκαν και μάλιστα γεγονότα τα οποία είχαν κατ΄ ισχυρισμό συμβεί ενώπιον του Δικαστηρίου με παράλληλη τήρηση πρακτικού από στενογράφο το οποίο ασφαλώς αποτελεί και τη μοναδική γνήσια πηγή αναφορικά με τα διαδραματισθέντα. [ 44 ] Όπως αναφέρεται σχετικά στη σελίδα 807 της απόφασης Σωτηριάδης ν. Βασιλείου
(1992)1 Α. Α. Δ. 801, τα πρακτικά του Δικαστηρίου αποτελούν τη μόνη πηγή γνώσης για τα διαδραματισθέντα ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ενώ ανάληψη εξουσίας από το Ανώτατο Δικαστήριο για την αναμόρφωση των πρακτικών θα συνιστούσε διείσδυση στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου χωρίς πρωτογενή γνώση των γεγονότων και - όπως προστίθεται - τα πρακτικά προσδιορίζουν το πλαίσιο της δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας και τη βάση για έλεγχο της ορθότητας της πρωτόδικης απόφασης. [ 45 ] Συνεπώς, ο λόγος ένστασης 1 όχι μόνο κρίνεται αβάσιμος ως πρός την πραγματική πτυχή του αλλά αναπόφευκτα και κατ΄ επέκταση και ως προς την νομική πτυχή του. Καθώς, εφόσον δεν ισχύουν τα όσα γεγονότα παρατίθενται εντός του πρώτου μέρους του λόγου ένστασης ασφαλώς δεν είναι δυνατό να κριθεί ότι ισχύουν τα όσα αναφέρονται στο υπόλοιπο μέρος του. Δηλαδή, όπως κρίνεται, η αίτηση δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί, εξαιτίας των κατ΄ ισχυρισμό γεγονότων, ως καταχρηστική ή αβάσιμη ή πρόωρη ή ως λανθασμένο διαδικαστικό διάβημα ή πως αυτή εμμέσως απαιτεί από το Δικαστήριο να γίνει εφετείο του εαυτού του. Λόγος ένστασης 2 [ 46 ] Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης 2 η ενάγουσα δεν επικαλείται τη σύμφυτη «δικαιοδοσία» του Δικαστηρίου «και/ή» δεν δύναται η σύμφυτη «εξουσία» του Δικαστηρίου να χρησιμοποιηθεί «εν όψει της συμπεριφοράς» της ενάγουσας «και/ή» των γεγονότων της υπόθεσης και ως εκ τούτου («ακολούθως») η ένορκη δήλωση του Σταυρινού (δηλαδή, του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της αίτησης, ο οποίος στο εξής θα καλείται ο «Σταυρινού») θα πρέπει να αγνοηθεί (προφανώς από το Δικαστήριο) και η αίτηση να απορριφθεί. [ 47 ] Όντως δεν υπάρχει ρητή ή ουσιαστικά πανομοιότυπη αναφορά στη νομική βάση της αίτησης είτε σε «σύμφυτη δικαιοδοσία» είτε σε «σύμφυτη εξουσία» του Δικαστηρίου. Εντούτοις υπάρχει αναφορά στις «...εξουσίες και ... πρακτική του Δικαστηρίου». Συνεπώς κρίνω ότι αυτό τουλάχιστον το μέρος του συγκεκριμένου λόγου ένστασης δεν ευσταθεί. Επιπλέον, οφείλω να προσθέσω ακόμη και να μην υπήρχε στη νομική βάση της αίτησης η αναφορά σε εξουσίες του Δικαστηρίου η ύπαρξη αλλά και άσκηση της οποιασδήποτε σύμφυτης δικαιοδοσίας ή εξουσίας του Δικαστηρίου αποτελεί ένα νομικό δεδομένο ανεξάρτητα και από την απουσία ρητής επίκλησης του από ένα διάδικο. [ 48 ] Βεβαίως ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης δεν περιορίζεται μόνο στη θέση ως πρός την απουσία επίκλησης της σύμφυτης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αλλά και σε επιπρόσθετη θέση. Θέση ως πρός την απουσία της δυνατότητας αυτή να χρησιμοποιηθεί εξαιτίας της συμπεριφοράς της ενάγουσας ή των γεγονότων της υπόθεσης, με αποτέλεσμα η ένορκη δήλωση του Σταυρινού να πρέπει να αγνοηθεί και κατ΄ επέκταση η αίτηση να απορριφθεί. [ 49 ] Βεβαίως στο βαθμό στον οποίο είναι δυνατό να καθοριστεί η αναφερόμενη «συμπεριφορά» της ενάγουσας το Δικαστήριο θα πρέπει να ανατρέξει στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης του εναγομένου
- Βάσει αυτής της μαρτυρίας διαπιστώνεται μία προσπάθεια σύνδεσης της συγκεκριμένης θέσης στην έλλειψη αναγκαιότητας προστασίας της διαδικασίας του Δικαστηρίου από κατάχρηση. Η οποία σύμφωνα με τον εναγόμενο 2 δεν υπάρχει από πλευράς των εναγομένων αλλά ούτε και αναφέρεται από την ίδια την ενάγουσα με την αίτηση της. [ 50 ] Βεβαίως ο εναγόμενος 2 καταλήγει σε συμπεράσματα, βάσει των συμβουλών των δικηγόρων του, τα οποία όμως δεν είναι δυνατό παρά να κριθούν ως θεωρητικά, διατηρώντας υπόψη τη διαπίστωση του Δικαστηρίου ως πρός την έλλειψη βασιμότητας του πρώτου μέρους του λόγου ένστασης 1, σε σχέση δηλαδή με την πραγματική πτυχή του λόγου ένστασης
- Παραδείγματος χάριν, όπως αναφέρει συγκεκριμένα ο εναγόμενος 2 στη παράγραφο 56 της ένορκης δήλωσης του «...εάν το Δικαστήριο έκρινε ότι θα υπήρχε κατάχρηση στην περίπτωση που αποσύρετο η αγωγή και ακολούθως καταχωρείτο η αίτηση τροποποίησης, τότε το Δικαστήριο δεν θα επέτρεπε την καταχώρηση αίτησης για τροποποίηση και δεν θα διέταζε να καταχωρηθεί πριν τις 16.10.2014 και να οριστεί την 16.10.2014». [ 51 ] Υπενθυμίζω επίσης, σε σχέση με και πάλι με τον λόγο ένστασης 1, πως το Δικαστήριο ουδέποτε έδωσε άδεια για καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης. Συνεπώς τα όσα αναφέρει ο εναγόμενος 2 στην παράγραφο 57 της ένορκης δήλωσης του ως πρός την απουσία διαμαρτυρίας ή ένστασης από τους δικηγόρους της ενάγουσας στην «άδεια» του Δικαστηρίου να καταχωρηθεί αίτηση τροποποίησης είναι εντελώς αβάσιμα όπως βεβαίως και τα όσα στη συνέχεια προσθέτει ως πρός το ότι οι δικηγόροι της ενάγουσας «...ξεγέλασαν ή προσπάθησαν να ξεγελάσουν το Δικαστήριο». [ 52 ] Με τον ίδιο τρόπο πραγματικά το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να συμφωνήσει με την εισήγηση πως είτε η ενάγουσα είτε οι δικηγόροι της με την οποιαδήποτε συμπεριφορά τους έχουν καταχραστεί τη διαδικασία του Δικαστηρίου και συνεπώς δεν μπορούν να επικαλεστούν τη σύμφυτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (παράγραφος 58). Επιπλέον, και πάλι με τον ίδιο τρόπο, ασφαλώς δεν μπορεί να γίνει δεκτή και η θέση του εναγομένου 2 πως διατηρώντας υπόψη τα όσα ο ίδιος έχει αναφέρει ούτε αυτεπάγγελτα το Δικαστήριο δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τη σύμφυτη δικαιοδοσία του καθότι, σύμφωνα με τον ίδιο, «...δεν είναι ορθό και δίκαιο να το πράξει και δεν υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας από τους Καθ΄ ων η Αίτηση» (παράγραφος 59). Λόγος ένστασης 3 [ 53 ] Ο λόγος ένστασης 3 ουσιαστικά δεν αποτελεί λόγο ένστασης αλλά περιληπτική αναφορά μίας αρχής με συμπερίληψη μάλιστα και νομολογίας, δηλαδή αναφορά της υπόθεσης στην οποία εμπεριέχεται η συγκεκριμένη αρχή (βλ. σχετικά την In re Pelmako Developments Ltd
(1991)1 Α. Α. Δ. 246). Μάλιστα ο λόγος ένστασης 3 δεν αποτελεί τίποτε περισσότερο από λέξη προς λέξη επανάληψη κειμένου από τη σελίδα 253 (γραμμές 20 έως 25) το οποίο κείμενο το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε από την πρωτόδικη απόφαση. Βεβαίως, το κατά πόσο η «...επίκληση της συμφυούς δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δια την διαγραφήν δικογράφου ασκείται με εξαιρετικήν φειδώ, και μόνον εφόσον διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δηλαδή χρήση των μέσων του δικαίου δι΄ αλλότριους σκοπούς...» αποτελεί θέμα το οποίο θα μπορούσε να εξεταστεί, εάν αυτό κρινόταν αναγκαίο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα σχετικά θέματα κατά την εξέταση αυτής της αίτησης. Λόγοι ένστασης 4, 5, 6, 7, 8 και 9 [ 54 ] Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης 4 τα «...αναφερόμενα στην ένορκη δήλωση του κ. Σταυρινού δεν αποδεικνύουν ούτε κατάχρησιν της διαδικασίας του Δικαστηρίου ούτε επιδίωξιν αλλοτρίου σκοπού που να απαγόρευαν εις τους Εναγόμενους να προχωρήσουν με την Ανταπαίτηση τους...» ενώ αντιθέτως «...οι προβαλλόμενοι εις την Ένορκον Δήλωσιν του κ. Σταυρινού ισχυρισμοί αποτελούν κατάχρησιν της διαδικασίας του Δικαστηρίου, και είναι γενικοί ασαφείς και αόριστοι». [ 55 ] Βεβαίως ο λόγος ένστασης 4 δεν είναι ο μόνος ο οποίος έχει σχέση είτε με την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης είτε με το περιεχόμενο αυτής. [ 56 ] Με τον λόγο ένστασης 5 υποστηρίζεται πως η «... καταχώρηση ένορκης δήλωσης αποδεικνύει ότι η αίτησις των Εναγόντων πρέπει ν΄απορριφθή, διότι το Δικαστήριο σ΄αυτό το στάδιο δεν θα δικάση την υπόθεσιν επί της ουσίας με βάσιν Ένορκον Δήλωσιν». [ 57 ] Ενώ με τον λόγο ένστασης 6 υποστηρίζεται πως ο «...Ενόρκως Δηλών προς υποστήριξη της Αίτησης, κ. Σταυρινού δεν είναι σε θέση να υποστηρίξει ότι γνωρίζει τα γεγονότα προσωπικά, ενώ στην ένορκη δήλωση του ψευδεται και/ή αποκρύπτει ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο με σκοπό και/ή αποτέλεσμα η Ένορκη Δήλωση του να είναι παραπλανητική». [ 58 ] Συνεπώς θεωρώ πως ορθότερο θα ήταν οι λόγοι ένστασης 4, 5 και 6 να εξεταστούν μαζί από το Δικαστήριο. Ενώ διατηρώντας υπόψη αυτούς τους λόγους ένστασης σε συνάρτηση και με το περιεχόμενο των λόγων ένστασης 7 έως και 9 θεωρώ πως παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο ουσιαστικά μίας ενιαίας εξέτασης των συγκεκριμένων λόγων ένστασης καθότι όπως κρίνεται ουσιαστικά αυτοί αποτελούν μία κοινή ενότητα λόγων βάσει των οποίων οι εναγόμενοι ζητούν την απόρριψη της αίτησης. [ 59 ] Καθώς, διατηρώντας υπόψη τους λόγους ένστασης 4, 5 και 6 θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ακόμη και ο λόγος ένστασης 7 ουσιαστικά έχει σχέση με το γεγονός της ύπαρξης της ένορκης δήλωσης ή ακόμη και το περιεχόμενο της. Καθότι σύμφωνα με αυτό τον λόγο ένστασης το δικόγραφο των εναγομένων «...πρέπει ν΄ αξιολογηθή αυτοτελώς με βάσιν την αντικειμενικήν υπόστασιν του περιεχομένου του, ανεξάρτητα από την μαρτυρίαν η οποία το υποστηρίζει». Πέραν όμως από αυτή την προτεινόμενη αποσύνδεση του δικογράφου από τη μαρτυρία και με τον λόγο ένστασης 8 επίσης προβάλλεται η θέση πως έτσι ώστε «...να διαγραφεί ένα δικόγραφο θα πρέπει το περιεχόμενο του να είναι ξεκάθαρα και οφθαλμοφανώς αβάσιμο, λαμβάνοντας ως δεδομένο το περιεχόμενο του, πράγμα που δεν συμβαίνει». [ 60 ] Οφείλω να παρατηρήσω το εξής ως πρός τη διατύπωση ορισμένων από τους λόγους ένστασης. Διατύπωση η οποία παραπέμπει ουσιαστικά σε μία προτεινόμενη νομική αρχή αναφορικά με τα επίδικα θέματα της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Όπως, παραδείγματος χάριν, οι λόγοι ένστασης 7, 8 και
- Η αρχή η οποία αναφέρεται στο λόγο ένστασης 7 (βλ. πιο πάνω την παράγραφο [ 59 ] αυτής της απόφασης) θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής σε οποιαδήποτε άλλη παρόμοια ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Βεβαίως θα μπορούσε να θεωρηθεί πως οι εναγόμενοι ουσιαστικά καλούν το Δικαστήριο να αντιληφθεί την αναφορά σε «δικόγραφο» ως αναφορά στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης τους, η οποία εμπεριέχει και την ανταπαίτηση της οποίας ζητείται η διαγραφή. Αναφορικά δε με τη διατύπωση του λόγου ένστασης 8 (βλ. πιο πάνω την παράγραφο [ 59 ] αυτής της απόφασης) αυτή σαφώς είναι γενική και επίσης θα μπορούσε να τύχει χρήσης σε οποιαδήποτε άλλη ένσταση όπου το αίτημα να ήταν είτε το ίδιο είτε επαρκώς παρόμοιο με αυτό το οποίο εξετάζεται με αυτή την απόφαση. Ενώ ο λόγος ένστασης 9 αποτελεί ουσιαστικά επέκταση ή μέρος του λόγου ένστασης
- Καθώς ενώ στον λόγο ένστασης 8 αναφέρονται τα όσα παρατίθενται πιο πάνω, στον λόγο ένστασης 9 αναφέρεται ότι το Δικαστήριο «...δεν διαγράφει δικόγραφο ή παραγράφους δικογράφου όταν υπάρχει δυνατότητα τροποποίησης». [ 61 ] Βεβαίως παρά και το γεγονός πως προβάλλονται λόγοι ένστασης οι οποίοι θα μπορούσε να θεωρηθούν όχι απλά ως νομικές θέσεις αλλά και ως νομικές θέσεις γενικής εφαρμογής το Δικαστήριο προσεγγίζει αυτούς τους λόγους ένστασης ως συνδεδεμένους με τα δεδομένα της περίπτωσης υπό εξέταση με αυτή την αίτηση. Εντούτοις θεωρώ πως δεν θα εμποδίζονταν οι εναγόμενοι προς υποστήριξη της ένστασης τους από τη δυνατότητα αναφοράς σε σχετικές αρχές δίχως να υπήρχε αναγκαιότητα ουσιαστικά προηγούμενης ενσωμάτωσης αυτών υπό μορφή λόγων ένστασης. Παραδείγματος χάριν, περιορίζοντας τους συγκεκριμένους ή άλλους παρόμοιους λόγους ένστασης ακόμη και σε ένα μόνο λόγο ένστασης σύμφωνα με τον οποίο η αίτηση της ενάγουσας δεν θα πρέπει να γίνει δεκτή καθότι αποδοχή της θα παραβίαζε βασικές αρχές οι οποίες έχουν καθιερωθεί σε σχέση με το επίδικο θέμα υπό εξέταση με αυτή την αίτηση. Ενώ στη συνέχεια με την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της ένστασης θα μπορούσαν να αναπτυχθούν αυτές οι θέσεις σε συνάρτηση με τα δεδομένα της περίπτωσης υπό εξέταση. [ 62 ] Όπως αναφέρεται και πιο πάνω το Δικαστήριο θεωρεί ορθότερο όπως εξεταστούν μαζί οι λόγοι ένστασης 4 έως και
- Αρχίζοντας από τον λόγο ένστασης 6 δεν διαπιστώνω αυτός να ευσταθεί με οποιοδήποτε τρόπο. Υπενθυμίζω σχετικά πως ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε αντεξέταση ενώ βάσει του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης δεν αναδεικνύεται με οποιοδήποτε τρόπο η βασιμότητα του λόγου ένστασης
- Οι εναγόμενοι έχουν αποτύχει να αναδείξουν καν με οποιοδήποτε τρόπο πως ο ενόρκως δηλών δεν είναι σε θέση να υποστηρίξει τα γεγονότα προσωπικά. Τουλάχιστον υπό την έννοια την οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί πως ο οποιοσδήποτε τραπεζικός υπάλληλος της ενάγουσας θα μπορούσε να θεωρηθεί πως είναι σε θέση να γνωρίζει οτιδήποτε αναφορικά με τις εργασίες της ενάγουσας «προσωπικά». Ο ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντος πως γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα αναφορικά με τα οποία ορκίζεται πλαισιώνεται από τον παράλληλο ισχυρισμό του ως προς το ότι αυτό προκύπτει από την υπαλληλική ουσιαστικά θέση του στην ενάγουσα και από πληροφορίες οι οποίες έχουν δοθεί σε αυτόν από την ενάγουσα και τους δικηγόρους της ενάγουσας. Η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται ενώ ο ενόρκως δηλών δεν παραλείπει να αναφέρει την οποιαδήποτε πηγή των γνώσεων του. Επιπλέον, πραγματικά δεν διαπιστώνεται ότι υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος έτσι ώστε το Δικαστήριο αξιολογώντας τη μαρτυρία αυτή να οδηγηθεί σε συμπέρασμα πως ο ενόρκως δηλών είτε ψεύδεται είτε αποκρύπτει γεγονότα από το Δικαστήριο έτσι ώστε να είναι δυνατό να γίνει δεκτή η θέση ότι η ένορκη δήλωση του είναι παραπλανητική. Αντιθέτως, διατηρώντας υπόψη και τα όσα αναφέρονται πιο πάνω κατά την εξέταση του λόγου ένστασης 1, είναι η ένορκη δήλωση του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της ένστασης, δηλαδή του εναγομένου 2, η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί ως παραπλανητική, εάν βεβαίως τα συγκεκριμένα γεγονότα στα οποία αναφερόταν δεν είχαν διαδραματιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου. [ 63 ] Ανεξαρτήτως όμως και της έλλειψης βασιμότητας του λόγου ένστασης 6 η ουσία της όλης θέσης των εναγομένων σε σχέση με την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης δεν είναι ότι το περιεχόμενο αυτής δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη καθότι ο ενόρκως δηλών δεν γνωρίζει τα γεγονότα προσωπικά ή ότι αυτός ψεύδεται ή αποκρύπτει γεγονότα από το Δικαστήριο με σκοπό να το παραπλανήσει. Ουσιαστικά ο πυρήνας της γενικότερης θέσης των εναγομένων είναι πως έχοντας υπόψη και το είδος της αίτησης το οποίο εξετάζεται από το Δικαστήριο δεν θα έπρεπε καν το αίτημα της ενάγουσας να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση (λόγος ένστασης 7). Καθώς η αξιολόγηση του δικογράφου των εναγομένων θα πρέπει να γίνει έχοντας ως βάση «την αντικειμενικήν υπόστασιν του περιεχομένου του» και «ανεξάρτητα από την μαρτυρία η οποία το υποστηρίζει» ενώ το ίδιο το δεδομένο της καταχώρησης ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης της ενάγουσας «αποδεικνύει» ότι αυτή θα πρέπει να απορριφθεί καθότι το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο «δεν θα δικάση την υπόθεσιν επί της ουσίας με βάσιν Ένορκον Δήλωσιν» (λόγος ένστασης 5). [ 64 ] Αναφορικά δε με τον λόγο ένστασης 4 ο οποίος αναφέρεται στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης αυτός ουσιαστικά αντιμάχεται τους υπόλοιπους λόγους ένστασης βάσει των οποίων καλείται το Δικαστήριο να μην λάβει καν υπόψη τα όσα αναφέρονται εντός αυτής της ένορκης δήλωσης. [ 65 ] Εντούτοις οφείλω να παρατηρήσω πως το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως είναι βάσει των όσων αναφέρονται εντός αυτής της ένορκης δήλωσης που θα πρέπει να αποδειχτεί είτε κατάχρηση της διαδικασίας είτε επιδίωξη αλλότριου σκοπού ο οποίος να απαγορεύει στους εναγόμενους να προχωρήσουν με την ανταπαίτηση τους. Όντως αυτό το οποίο προέχει είναι το ίδιο το περιεχόμενο του δικογράφου των εναγομένων (λόγος ένστασης 8) δίχως αυτό να σημαίνει πως γίνεται δεκτή και η αναφορά στον λόγο ένστασης 8 ότι το δικόγραφο των εναγομένων δεν είναι «ξεκάθαρα και οφθαλμοφανώς αβάσιμο». [ 66 ] Ο βαθμός συμφωνίας του Δικαστηρίου με τα όσα αναφέρονται στους λόγους ένστασης 7, 8 και 9 περιορίζεται και έχει σχέση με τη σημασία η οποία θα πρέπει να αποδίδεται στο περιεχόμενο του δικογράφου υπό εξέταση - διατηρώντας παράλληλα υπόψη και τη δυνατότητα τροποποίησης του - και του οποίου ζητείται η διαγραφή ή η απόρριψη εξ ολοκλήρου της ανταπαίτησης, παρά σε απόδοση σημασίας στη μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης. [ 67 ] Επομένως και η θέση στον λόγο ένστασης 4 ως πρός το ότι τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης είναι ισχυρισμοί γενικοί, ασαφείς και αόριστοι και ως επίσης ότι αυτοί αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου δεν αποτελεί θέση η οποία από μόνη της θα μπορούσε να κρίνει την έκβαση αυτής της απόφασης. [ 68 ] Σημασία ασφαλώς έχει το ίδιο το περιεχόμενο του δικογράφου του οποίου ζητείται είτε διαγραφή μέρους αυτού είτε εξ ολοκλήρου η απόρριψη της ανταπαίτησης η οποία εμπεριέχεται εντός αυτού. Συνεπώς οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης δεν στοιχειοθετούν είτε ατομικά είτε ιδωμένοι συνολικά λόγο βάσει του οποίου να μην γίνει δεκτή η αίτηση ενώ παράλληλα διαπιστώνεται πως περίεχουν και στοιχεία αντιφατικότητας δίχως όμως αυτή η διαπίστωση να κρίνεται πως έχει ιδιαίτερη σημασία σε σχέση με το θέμα το οποίο εξετάζεται με αυτή την απόφαση. [ 69 ] Υπάρχει όμως ένα σημείο το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί με περισσότερη προσοχή σε σχέση με αυτή την ομάδα λόγων ένστασης και αυτό είναι το γεγονός πως όντως η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. [ 70 ] Η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας αναφέρει σχετικά στη γραπτή αγόρευση της εξήγηση αναφορικά με τον λόγο για τον οποίο η ίδια έκρινε ορθό να συνοδεύεται η αίτηση με ένορκη δήλωση. Αναφέρει αρχικά τη πρόθεση της για εξήγηση στο σημείο της γραπτής αγόρευσης της όπου παραθέτει τις αρχές αναφορικά με την εφαρμογή της Δ.27 θ. 3 (συγκεκριμένα στην παράγραφο 4.4.3). Ότι δηλαδή όταν γίνεται επίκληση του συγκεκριμένου θεσμού δεν επιτρέπεται η προσαγωγή μαρτυρίας και το θέμα κρίνεται από το Δικαστήριο μόνο υπό το φως των ισχυρισμών οι οποίοι εκτίθενται στο δικόγραφο. [ 71 ] Αναφέρει στην παράγραφο 6.1.4.2 της γραπτής αγόρευσης της πως η ένορκη δήλωση της ενάγουσας περιορίστηκε στο μέτρο του αναγκαίου για το είδος της αίτησης προκειμένου αφενός, να μην απασχοληθεί το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο με ό, τι δεν χρειάζεται και αφετέρου, εφόσον αυτά που δεν περιέχονται στην ένορκη δήλωση είναι αυτά που φαίνονται εντός του φακέλου του Δικαστηρίου και ιδιαίτερα δε από το ίδιο το δικόγραφο των εναγομένων. Εισηγείται επιπλέον η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας πως η εφαρμογή της Δ.48 θ. 9 εισάγει μία δυνατότητα παρά μία απαγόρευση καθώς σύμφωνα και με τη Δ.48 θ. 1 εάν μία αίτηση στηρίζεται σε οποιαδήποτε γεγονότα τα οποία δεν υπάρχουν στα βιβλία ή πρακτικά του Δικαστηρίου αυτή θα πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. Εισηγείται δε πως στη συγκεκριμένη περίπτωση διατηρώντας υπόψη πως η απαίτηση εξοφλήθηκε από τρίτο πρόσωπο σε συγκεκριμένη ημερομηνία κρίθηκε πιο ορθό αυτό να τεθεί με μαρτυρία. Όπως επίσης και το γεγονός πως οι εναγόμενοι καταχώρησαν παρόμοιο δικόγραφο στην αγωγή 3513/13 του Επαρχιακού Δικαστήριου Πάφου. [ 72 ] Τέλος, εισηγείται πως σαφώς το Δικαστήριο μπορεί να κρίνει το δικόγραφο των εναγομένων από το περιεχόμενο του, δίχως δηλαδή να διαταράσσεται αυτή η δυνατότητα παρά και την ύπαρξη της ένορκης δήλωσης η οποία υπό τις περιστάσεις κρίθηκε αναγκαίο όπως καταχωρηθεί. [ 73 ] Πραγματικά, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται σχετικά από την ευπαίδευτη δικηγόρο της ενάγουσας αναφορικά με το γεγονός της καταχώρησης και συνοδευτικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης, δεν διαπιστώνω ότι αυτό από μόνο του θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο έτσι ώστε το Δικαστήριο να μην δεχτεί την αίτηση της ενάγουσας ως δικαιολογημένη. Πράγματι τίποτε δεν εμποδίζει το Δικαστήριο από το να κρίνει το δικόγραφο των εναγομένων κυρίως με βάση το περιεχόμενο του. Εντός του οποίου, εν πάση περιπτώσει υπάρχει και αναφορά στην ύπαρξη της αγωγής 3513/13 του Επαρχιακού Δικαστήριου Πάφου ενώ επιπλέον το γεγονός της εξόφλησης της απαίτησης από τρίτο πρόσωπο αποτελεί μέρος της δήλωσης της δικηγόρου η οποία εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 3/7/2014 δίχως αυτό το γεγονός να είχε στη συνέχεια αμφισβητηθεί από τον δικηγόρο των εναγομένων. [ 74 ] Αναφορικά με τον λόγο ένστασης 9 και τη θέση ότι το Δικαστήριο δεν διαγράφει δικόγραφο ή παραγράφους αυτού σε περιπτώσεις όπου υπάρχει η δυνατότητα τροποποίησης του ασφαλώς το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να λάβει υπόψη και το περιεχόμενο της αίτησης τροποποίησης η οποία ήδη έχει καταχωρηθεί και υπάρχει εντός του φακέλου της αγωγής. Ουσιαστικά αυτό το οποίο διαπιστώνεται μετά και από εξέταση της αίτησης τροποποίησης είναι πως ακόμη και σε περίπτωση έγκρισης της συγκεκριμένης αίτησης αυτό δεν θα διαφοροποιούσε με οποιοδήποτε τρόπο τη βασιμότητα των όσων θέσεων προώθησε η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας αναφορικά με την έλλειψη αγώγιμου δικαιώματος των εναγομένων εναντίον της ενάγουσας. Αντιθέτως η τροποποίηση θα ενίσχυε ακόμη περισσότερο αυτές τις θέσεις. Λόγος ένστασης 10 [ 75 ] Ο λόγος ένστασης 10 ουσιαστικά αποτελεί εισήγηση η οποία επίσης θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος της επιχειρηματολογίας προς υποστήριξη της ένστασης. Ότι δηλαδή το Δικαστήριο «...δεν θα κάνη ευρήματα επί των γεγονότων ούτε και θα εξετάση και αποφασίση πολύπλοκα νομικά θέματα». Ασφαλώς και το Δικαστήριο δεν θα κάνει ευρήματα επί των γεγονότων και ούτε και θα εξετάσει με σκοπό να αποφασίσει, αν όχι «πολύπλοκα» νομικά θέματα, ουσιαστικά τα επίδικα θέματα της αγωγής. Αυτό δεν αποτελεί το σκοπό της διαδικασίας αυτής της αίτησης. Όμως έστω και εάν το Δικαστήριο συμφωνεί σε γενικές γραμμές με αυτή την εισήγηση ουσιαστικά και όχι λόγο ένστασης, αυτό δεν αποτελεί αποδοχή λόγου ένστασης βάσει της οποίας θα μπορούσε να οδηγηθεί σε απόρριψη της αίτησης. Αυτό και μόνο αναδεικνύει πως ουσιαστικά ο λόγος ένστασης 10 δεν αποτελεί καν λόγο ένστασης. Καθώς αποτελεί μία θέση η αποδοχή ή απόρριψη της οποίας δεν οδηγεί από μόνη της σε απόρριψη ή αποδοχή της αίτησης. Λόγος ένστασης 11 [ 76 ] Αναφορικά με τον λόγο ένστασης 11 ως προς το ότι η ενάγουσα, ή Αιτητές όπως αποκαλείται, «...κωλύονται βάσει της συμπεριφοράς τους να υποστηρίξουν ότι η Ανταπαίτηση είναι οφθαλμοφανώς αβάσιμη καθώς καταχώρησαν Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, αναγνωρίζοντας με αυτόν τον τρόπο ότι υπάρχουν νομικά ζητήματα που πρέπει να εξεταστούν σε κανονική δίκη», παρατηρώ τα εξής. [ 77 ] Σύμφωνα με την πρακτική η οποία ακολουθείται σε παρόμοιες περιπτώσεις και όπως αναφέρεται ρητά στην Δ.19 θ. 26[4] το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή τροποποίηση οποιουδήποτε θέματος σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο το οποίο ενδεχομένως να μην είναι αναγκαίο ή σκανδαλώδες ή το οποίο ενδεχομένως να επηρεάσει αρνητικά, προκαλέσει αμηχανία ή καθυστερήσει τη δίκαιη δίκη της αγωγής. [ 78 ] Ως πρός την πρακτική η οποία ακολουθείται σε παρόμοιες περιπτώσεις και αναφορικά με την απόφαση Tucker v. Collinson 1886, 34 W. E. 354 οφείλω να παρατηρήσω πως το αντίγραφο αυτής το οποίο ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων παρουσίασε στο Δικαστήριο επικεντρώνεται στο ερώτημα κατά πόσο θα επιτρεπόταν στον ενάγοντα να εμφανιστεί αυτοπροσώπως. Αφού όμως πρώτα το ερώτημα αυτό απαντήθηκε θετικά, στη συνέχεια ακούστηκε και η έφεση εναντίον της απόφασης βάσει της οποίας είχε εκδοθεί διάταγμα διακοπής της διαδικασίας (stay of proceedings) καθότι όπως είχε διαπιστωθεί από τα δικόγραφα η αγωγή ήταν επιπόλαιη (frivolous). Διάταγμα το οποίο επικυρώθηκε. [ 79 ] Αναμφίβολα η συγκεκριμένη απόφαση αποτελεί αυθεντία βάσει της οποίας μία αίτηση για διαγραφή έκθεσης απαίτησης και απόρριψης της αγωγής δύναται να εγκριθεί ακόμη και μετά από τη καταχώρηση της υπεράσπισης και απάντησης. Σχετική αναφορά υπάρχει στη σελίδα 575 του White Book (The Annual Practice 1958). Όπως σχετική αναφορά υπάρχει σε αυθεντία βάσει της οποίας όταν τέτοια αίτηση έγινε μετά που η αγωγή είχε οριστεί γι΄ ακρόαση, τότε αυτή απορρίφθηκε όχι λόγω της μεταγενέστερης καταχώρησης του δικογράφου αλλά λόγω καθυστέρησης στην καταχώρηση της αίτησης (Cross v. Howe, 1892, 62 L. J. Ch. 342). [ 80 ] Επιπλέον, η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων ως προς το ότι το White Book πρέπει να έχει κάποιο λάθος καθότι ο Master of the Rolls κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ήταν ο Brett M. R. αλλά ο Λόρδος Esher αγνοεί το γεγονός πως και τα δύο αυτά ονόματα αναφέρονται στο ίδιο άτομο. Απονεμήθηκε στον William Baliol Brett ο τίτλος ευγενείας αρχικά ως Baron Esher το 1885 και κατά την αφυπηρέτηση του ο τίτλος Viscount Esher. [ 81 ] Επί του ιδίου θέματος όσο και να φαντάζει εκ πρώτης όψεως ως λογική η θέση πως ένας διάδικος ο οποίος καταχωρεί δικόγραφο προς απάντηση σε δικόγραφο αντιδίκου του τότε αυτή και μόνο η δικονομική ενέργεια θα έπρεπε να τον εμποδίζει από το να εγείρει στη συνέχεια οποιοδήποτε θέμα ή να καταχωρήσει αίτημα για διαγραφή του δικογράφου σε σχέση με το οποίο ο ίδιος ήδη έχει τοποθετηθεί με το δικό του δικόγραφο εντούτοις η θέση αυτή δεν βρίσκει οποιοδήποτε υπόβαθρο είτε σε δική μας είτε σε αγγλική νομολογία. Ούτε και ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων έχει παραπέμψει το Δικαστήριο σε τέτοια νομολογία παρά μόνο περιόρισε την προσπάθεια υποστήριξης της δικής του θέσης με εισήγηση ως πρός το εσφαλμένο ή ακόμη και το ανύπαρκτο ουσιαστικά της απόφασης Tucker v. Collinson σε σχέση με αυτό το θέμα. [ 82 ] Μάλιστα στη σελίδα 780 της απόφασης MEPA UNDERWRITING MANAGEMENT LIMITED κ. ά. ν. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1Β Α. Α. Δ. 772, ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Καλλής Δ. αναφέρεται σχετικά στην Tucker v. Collinson ως αυθεντία για την αρχή πως (όπως «έχει νομολογηθεί») η αίτηση από εναγόμενο για απόρριψη της αγωγής πρέπει να κατατίθεται εγκαίρως προσθέτοντας όμως πως αυτή μπορεί να καταχωρηθεί και μετά από το κλείσιμο της δικογραφίας. Επομένως δεν διαπιστώνεται να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος έτσι ώστε το Δικαστήριο να μην ακολουθήσει τη συγκεκριμένη αυθεντία όπως αυτή έχει επιβεβαιωθεί και από δική μας νομολογία η οποία ασφαλώς είναι δεσμευτική στην εφαρμογή της για το Δικαστήριο. [ 83 ] Βεβαίως ο λόγος για τον οποίο εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων πως η ενάγουσα κωλύεται βάσει της συμπεριφοράς της να υποστηρίζει ότι η ανταπαίτηση είναι οφθαλμοφανώς αβάσιμη είναι καθώς καταχώρησε υπεράσπιση στην ανταπαίτηση και στηρίζεται απλώς στην ίδια τη δικονομική ενέργεια της καταχώρησης του δικογράφου της ενάγουσας ως ο τρόπος αναγνώρισης της ύπαρξης νομικών ζητημάτων τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν σε κανονική δίκη. Δεν υπάρχει παράλληλα ιδιαίτερη αναφορά στο ίδιο το περιεχόμενο του δεύτερου δικογράφου της ενάγουσας. Ακόμη όμως και να υπήρχε, το όλο πνεύμα με το οποίο διαπνέεται η απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση των εναγομένων είναι αυτό της απόρριψης της ανταπαίτησης καθότι, βάσει των ισχυρισμών τους στο δικό τους δικόγραφο, οι εναγόμενοι στερούνται αγώγιμου δικαιώματος και δεν δικαιούνται σε οποιεσδήποτε θεραπείες από την ενάγουσα ενώ η ανταπαίτηση τους πάσχει δικονομικά και είναι νομικά λανθασμένη, αντιφατική και παράλογη. Εμπεριέχει επίσης αναφορές ως προς το ότι το δάνειο στην αγωγή 3513/2013 δεν είναι επίδικο σε αυτή την αγωγή. Όπως και να ιδωθεί το όλο θέμα ο λόγος ένστασης 11 δεν μπορεί παρά να κριθεί ως αβάσιμος. Λόγος ένστασης 12 [ 84 ] Ο δε λόγος ένστασης 12 αναφορικά με τη θέση πως η αίτηση θα «...πρέπει να απορριφθεί καθότι έγινε με υπερβολική καθυστέρηση και/ή αποτελεί ασυμβίβαστη συμπεριφορά των Αιτητών καθότι ουδέποτε οι Αιτητές δια των δικηγόρων τους έφεραν ένσταση ή διαμαρτυρήθηκαν στην άδεια του Δικαστηρίου να καταχωρηθεί αίτηση για τροποποίηση και/ή Αίτηση αποσκοπεί στο να εξαπατήσει το Δικαστήριο» ουσιαστικά ήδη έχει εξεταστεί κατά την εξέταση του λόγου ένστασης 1 και δεν μπορεί παρά μόνο και αυτός ως λόγος ένστασης να απορριφθεί ως αβάσιμος. Λόγος ένστασης 13 [ 85 ] Ο λόγος ένστασης 13 ως προς το ότι η αίτηση για διαγραφή «...αποτελεί κακόπιστον δικονομικόν μέσον που σκοπόν έχει να στερήση, χωρίς δίκην, του δικαιώματος των Εναγομένων να προσφύγουν εις το Δικαστήριον δια την προστασίαν των δικαιωμάτων τους και/ή περιορίζει το Συνταγματικό δικαίωμα των Εναγομένων .... για δίκαιη δίκη βάσει του Α.30 του Συντάγματος και/ή περιορίζει δικαιώματα των Εναγομένων βάσει του Νόμου και/ή των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας» αποτελεί, με εξαίρεση της αναφοράς σε ύπαρξη κακοπιστίας, ουσιαστικά ένα παράγοντα ο οποίος δεν θα μπορούσε παρά να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και όντως λαμβάνεται υπόψη κατά την εξέταση γενικότερα του αιτήματος της ενάγουσας σε σχέση με το ερώτημα κατά πόσο όντως αποδοχή της αίτησης θα οδηγούσε σε στέρηση του οποιουδήποτε δικαιώματος των εναγομένων το οποίο θα έπρεπε αντιθέτως να προστατευθεί και διασφαλιστεί από το Δικαστήριο με την απόρριψη της αίτησης. [ 86 ] Όμως πραγματικά καμία κακοπιστία ή σκοπιμότητα δεν διαπιστώνεται σε σχέση με την δικονομική ενέργεια την οποία η ενάγουσα επέλεξε να ενεργοποιήσει. Αντιθέτως το αίτημα της αποτελεί ένα θεμιτό τρόπο αντιμετώπισης των όσων η ίδια διατείνεται πως προκύπτουν ως αποτέλεσμα του περιεχομένου του δικογράφου των εναγομένων. Αίτημα το οποίο εξετάζεται διατηρώντας υπόψη όλες τις σχετικές αρχές και παραμέτρους επί του θέματος. Λόγος ένστασης 14 [ 87 ] Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης 14 σε σχέση με το διαζευκτικό αίτημα της ενάγουσας για διαγραφή ορισμένων παραγράφων της ανταπαίτησης δυνάμει της Δ.19 θ. 26 και ότι «...αυτό είναι πρόωρο εν όψει της προτιθέμενης τροποποίησης...» επαναλαμβάνω τα όσα αναφέρονται πιο πάνω σε σχέση με τον λόγο ένστασης 9 (βλ. σχετικά την παράγραφο [ 74 ]). Λόγος ένστασης 15 [ 88 ] Αναφορικά με τον λόγο ένστασης 15 ως προς το ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να διαγράψει καμία παράγραφο του δικογράφου των εναγομένων «...εφόσον δεν φαίνονται λόγοι διαγραφής τους στην Αίτηση ούτε αναφέρεται στην Ένορκη Δήλωση εφόσον αυτή κριθεί έγκυρη, το πως επηρεάζονται δυσμενώς οι Αιτητές από τις παραγράφους που οι Αιτητές θέλουν να διαγραφούν» κρίνω πως η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας έχει δικαιολογήσει επαρκώς τους λόγους επί των οποίων στηρίζεται το διαζευκτικό αίτημα της ενάγουσας. [ 89 ] Ασφαλώς και δεν μπορεί, εάν κριθεί το αίτημα δικαιολογημένο, παρά να επηρεάζεται αρνητικά και δυσμενώς η ενάγουσα από άποψης σπατάλης χρόνου και εξόδων εάν σε μία ενδεχόμενη διαδικασία δίκης της ανταπαίτησης, η ενάγουσα έχει να αντιμετωπίσει θέματα τα οποία εμπεριέχονται σε παραγράφους των οποίων ζητά τη διαγραφή εάν και εφόσον βεβαίως δεν προκύπτει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της με βάση το περιεχόμενο αυτών των παραγράφων. Βεβαίως σε σχέση με αυτό το θέμα η σημασία του διαζευκτικού αιτήματος δεν προκύπτει παρά μόνο εάν πρώτα δεν γίνει δεκτό το αίτημα της ενάγουσας για απόρριψη της ανταπαίτησης των εναγομένων. Λόγος ένστασης 16 [ 90 ] Αναφορικά με τον λόγο ένστασης 16 θεωρώ πως αυτός είναι εντελώς αβάσιμος καθώς συμπλέκει τα επίδικα θέματα άλλης αγωγής μη συνενωμένης με την αγωγή στην οποία έχει καταχωρηθεί η αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να συμφωνήσει με τη θέση πως η ενάγουσα, ή οι Αιτητές όπως το θέτουν οι εναγόμενοι, «...κωλύονται λόγω συμπεριφοράς και/ή ισχυρισμών γεγονότων σε άλλο δικόγραφο στο Δικαστήριο να προβάλλουν ασυμβίβαστους ισχυρισμούς με εκείνους στο άλλο δικόγραφο δια την υποστήριξη της παρούσας αίτησης τους...» ανεξάρτητα και από τη συγκεκριμενοποίηση του λόγου ένστασης ως προς το ότι «...δεν δύνανται οι Ενάγοντες να παραδέχονται ότι οι τόκοι του δανείου που είναι το αντικείμενο της αγωγής 3513/13 εχρεώνοντο στο λογαριασμό για τον οποίο εκίνησαν την αγωγή 3518/13 και ακολούθως να ισχυρίζονται ότι οι παραγράφοι που αμφισβητούν τους τόκους που χρεώθηκαν είναι άσχετοι». [ 91 ] Αρκεί απλά να αναφερθεί πως ασφαλώς το δάνειο της αγωγής 3513/13 αποτελεί επίδικο θέμα σε εκείνη την αγωγή (η οποία σημειωτέον εκκρεμεί προς εκδίκαση ενώπιον άλλου Δικαστηρίου) και όχι σε αυτή την αγωγή και επιπλέον να επισημανθεί από το Δικαστήριο πως η προβολή των οποιωνδήποτε ισχυρισμών της ενάγουσας σε άλλη αγωγή, έστω και εάν υπάρχει αναφορά αυτής στο δικόγραφο των εναγομένων, δεν αποτελούν μέρος των στοιχείων τα οποία εξετάζονται σε σχέση με το κατά πόσο θα πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση τους για διαγραφή της ανταπαίτησης ή παραγράφων από το δικόγραφο των εναγομένων. [ 92 ] Βασικό στοιχείο αποτελεί το ίδιο το περιεχόμενο του δικογράφου των εναγομένων σε αυτή την αγωγή. Ενώ παράλληλα δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή η θέση πως εμποδίζεται με τον συγκεκριμένο τρόπο η ενάγουσα από το να αιτείται τα όσα ζητά διαζευκτικά. Ούτε και είναι καν δυνατό να γίνει δεκτή ως ορθή η θέση (εφόσον το Δικαστήριο έχει στη διάθεση του τόσο το περιεχόμενο του δικογράφου των εναγομένων σε αυτή την αγωγή όσο και στην αγωγή 3513/13) αναφορικά με την ερμηνεία ουσιαστικά της προβολής των θέσεων της ενάγουσας σε αυτές τις δύο αγωγές. Η παραδοχή της χρέωσης τόκων στον επίδικο με αυτή την αγωγή λογαριασμό του δανείου το οποίο είναι επίδικο στην αγωγή 3513/13 δεν εμποδίζει με οποιοδήποτε τρόπο την ενάγουσα από το να ισχυρίζεται ότι οι παραγράφοι με τις οποίες αμφισβητούνται οι τόκοι είναι άσχετοι. Λόγος ένστασης 17 [ 93 ] Ο λόγος ένστασης 17 ως προς το ότι δεν είναι «...με οποιονδήποτε τρόπο εύλογο και/ή ορθό και/ή δίκαιο και/ή προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθεί οιαδήποτε εκ των αιτούμενων θεραπειών και/ή διαταγμάτων...» αποτελεί ένα πολύ γενικό λόγο ένστασης ο οποίος προϋποθέτει ουσιαστικά εξέταση όχι μόνο όλων των υπολοίπων λόγων ένστασης αλλά γενικά να ληφθεί υπόψη και η σχετική νομολογία επί του θέματος έτσι ώστε να κριθεί κατά πόσο αυτός ευσταθεί ή όχι. Τόσο γενικός που θα μπορούσε να ήταν και ο μοναδικός λόγος ένστασης και όλα τα υπόλοιπα εξειδικευόμενα σημεία τα οποία αναφέρονται στους υπόλοιπους λόγους ένστασης να είχαν αναφερθεί ως μέρος της επιχειρηματολογίας εναντίον της αποδοχής της αίτησης. Γ. Συμπέρασμα [ 94 ] Από το σύνολο της επιχειρηματολογίας των δικηγόρων των διαδίκων καταλήγω στο συμπέρασμα το οποίο παρατίθεται σε αυτό το μέρος της απόφασης. Οι θέσεις οι οποίες αναπτύχθηκαν από την ευπαίδευτη δικηγόρο της ενάγουσας κρίνονται ορθές και πειστικές σε τέτοιο βαθμό έτσι ώστε πραγματικά να διευκολύνεται μέγιστα και το έργο του Δικαστηρίου αναφορικά με την έκβαση αυτής της αίτησης. Πράγματι, παρά και την πληθώρα των ισχυρισμών εντός του δικογράφου των εναγομένων, τα πράγματα είναι όντως αρκετά πιο απλά. Όντως δεν αμφισβητούνται ουσιώδη γεγονότα ή έγγραφα ενώ τα όσα αρχικά αμφισβητήθηκαν ως πρός τη νομιμότητα κάποιων όρων ή σε σχέση με το ύψος του οφειλόμενου υπόλοιπου έχουν πλέον καταστεί άνευ αντικειμένου εφόσον το χρέος εξοφλήθηκε την 29/4/2014. Το δε ερώτημα το οποίο η ενάγουσα ζητάει να αποφασιστεί είναι κατά πόσο οι εναγόμενοι έχουν το δικαίωμα να απαιτούν από την ενάγουσα θεραπείες ως δικαιούχοι κατάθεσης ενός τρίτου προσώπου έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα προώθησης της ανταπαίτησης τους μετά την απόσυρση της αγωγής εκτός ενός πλέον ανύπαρκτου υπερασπιστικού πλαισίου. Δεκτή ως ορθή γίνεται η θέση πως στη περίπτωση πληρωμής από το τρίτο πρόσωπο αυτό το οποίο είχε συμβεί νομικά δεν ήταν συμψηφισμός ανεξάρτητα και από το γεγονός ότι η πληρωμή ως λογιστική πράξη θα μπορούσε να ιδωθεί ως πίστωση έναντι χρέους. Όντως η προϋπόθεση να ταυτιζόταν οι ιδιότητες του πιστωτή και του χρεώστη δεν υπήρχε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η εξόφληση πολύ απλά ήταν πληρωμή χρέους τρίτου προσώπου. Ως ορθή κρίνεται η όλη ανάλυση της σημασίας της συμφωνίας η οποία υπήρχε με το πρόσωπο το οποίο εξόφλησε το χρέος των εναγομένων προς την ενάγουσα. Γίνεται δηλαδή δεκτή ως ορθή η θέση πως εάν όντως οι εναγόμενοι υποστηρίζουν πως το τρίτο πρόσωπο θα έπρεπε να είχε πληρώσει λιγότερα στην ενάγουσα από τα όσα πλήρωσε και να είχε αποδώσει περισσότερα βάσει του τιμήματος πώλησης της συμφωνίας, αυτό δεν δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της ενάγουσας. Εναντίον του τρίτου προσώπου θα πρέπει όντως να στραφούν οι εναγόμενοι[5] έχοντας ως βάση της αγωγής τους τη συμφωνημένη αντιπαροχή βάσει της συμφωνίας πώλησης και την οποιαδήποτε διαφορά την οποία θα μπορούν να αποδείξουν ότι ενδεχομένως να προκύπτει μεταξύ του ποσού το οποίο το τρίτο πρόσωπο πλήρωσε προς εξόφληση της απαίτησης και του ποσού το οποίο θα έπρεπε να πληρωθεί βάσει της συμφωνίας πώλησης στην οποία ασφαλώς η ενάγουσα δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος. Πέραν και από αυτή τη διαπίστωση όντως στην πράξη αυτό το οποίο είχε συμβεί, εφόσον η πληρωμή του χρέους των εναγομένων έγινε από διάθεση δεσμευμένης κατάθεσης, η οποία πληρωμή δεν θα μπορούσε να γίνει από το τρίτο πρόσωπο προς τους εναγόμενους, παρά μόνο για εξόφληση χρέους στην τράπεζα (δηλαδή, στην ενάγουσα), ήταν το εξής. Αυτό το οποίο όντως συνέβηκε ήταν η ενεργοποίηση ενός μηχανισμού αποδέσμευσης δεσμευμένων καταθέσεων του τρίτου προσώπου. Χωρίς όμως παράλληλα αυτό να σημαίνει ότι οι εναγόμενοι αποκτούσαν το οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της ενάγουσας δια μέσω αυτού του μηχανισμού. [ 95 ] Μάλιστα εάν εξαντληθεί η προτεινόμενη λογική του επιχειρήματος της ύπαρξης συμψηφισμού τότε το τρίτο πρόσωπο επωφελήθηκε με αποδέσμευση ενός ποσού από την ενάγουσα το οποίο στη συνέχεια οι εναγόμενοι επιδιώκουν όπως αξιώσουν ανταπαιτητικά από την ενάγουσα ενώ προηγουμένως οι ίδιοι επίσης θα είχαν επωφεληθεί από την αποδέσμευση αυτού του ποσού προς πλήρη εξόφληση του ποσού της απαίτησης. Δηλαδή, ουσιαστικά η ενάγουσα, σε περίπτωση αποδοχής από το Δικαστήριο της θέσης των εναγομένων ως πρός την ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της, θα βρισκόταν εκτεθειμένη σε αξίωση ενός ποσού το οποίο η ίδια θα είχε ήδη καταβάλει στο τρίτο πρόσωπο το οποίο προς συμμόρφωση με συμβατική του σχέση με τους εναγόμενους ή τουλάχιστον την εναγόμενη 3 (ως κατονομαζόμενη πωλήτρια της ακίνητης ιδιοκτησίας, στη παράγραφο 93 της έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης, παρά και το γεγονός δηλαδή ότι η συμφωνία πώλησης έχει ως αντισυμβαλλόμενο μέρος την εναγόμενη 1 - σχετική επί του θέματος είναι και η παράγραφος [ 105 ] αυτής της απόφασης) είχε πληρώσει προς όφελος όλων των εναγομένων. Ως αποτέλεσμα οι εναγόμενοι με την ανταπαίτηση τους θα αξίωναν ένα ποσό από την ενάγουσα το οποίο το τρίτο πρόσωπο θα έπρεπε να είχε πληρώσει είτε προς την εναγόμενη 3 είτε προς την εναγόμενη 1 αλλά αντί αυτού πλήρωσε προς την ενάγουσα. Όπως το θέτει χαρακτηριστικά η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας (παράγραφος 4.7 της γραπτής αγόρευσης της) εάν οι εναγόμενοι πιστεύουν ότι θα έπρεπε το τρίτο πρόσωπο να πληρώσει στην ενάγουσα λιγότερα από όσα πλήρωσε και να αποδώσει σε αυτούς περισσότερα από το τίμημα πώλησης αυτό δεν είναι ζήτημα το οποίο δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα των εναγομένων εναντίον της ενάγουσας ή ακόμη και του οποιουδήποτε άλλου προσώπου. [ 96 ] Πραγματικά, διατηρώντας υπόψη την έλλειψη οποιασδήποτε βάσιμης έννομης συμβατικής σχέσης (privity of contract) προς υποστήριξη της ανταπαίτησης η οποία να προκύπτει από τα γεγονότα τα οποία οι εναγόμενοι προβάλλουν με το δικόγραφο τους, καθόλου πειστική δεν κρίνεται η όλη προσπάθεια τους να αναδείξουν την ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος προς προώθηση της ανταπαίτησης του με το να αναγάγουν ουσιαστικά την επίδικη συμφωνία του 2007 παροχής προς αυτούς από την ενάγουσα μίας απλής τραπεζικής διευκόλυνσης ως μία βάση παροχής του οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος για τη διεκδίκηση θεραπειών δια μέσω είτε της συμφωνίας δανείου η οποία αποτελεί επίδικο θέμα στην αγωγή 3513/13 του Επαρχιακού Δικαστήριου Πάφου είτε μίας συμφωνίας του 2013 (η οποία συνομολογήθηκε ένα μήνα σχεδόν μετά και από την έκδοση του διατάγματος του 2013 περί Διάσωσης με Ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου) πώλησης του ακινήτου (το οποίο ήταν υποθηκευμένο προς εξασφάλιση του επίδικου δανείου στην αγωγή 3513/13) προς το τρίτο πρόσωπο το οποίο εν τέλει εξόφλησε την απαίτηση των εναγομένων ή του οποιουδήποτε κατ΄ ισχυρισμό συμψηφισμού ο οποίος να προκύπτει από τη συμφωνία πώλησης του ακινήτου και την πράξη εξόφλησης της απαίτησης της ενάγουσας σε αυτή την αγωγή. [ 97 ] Θεωρώ πως θα ήταν βοηθητικό προς πληρέστερη αιτιολόγηση αυτής της απόφασης να υπενθυμίσω ορισμένες βασικές αρχές κυρίως ως πρός τη συμβατική σχέση μεταξύ της ενάγουσας και της Sockendale. Η σχέση μεταξύ τράπεζας και καταθέτη είναι σχέση χρεώστη και πιστωτή με την ενάγουσα να είναι η χρεώστρια και η Sockendale η πιστώτρια (βλ. σχετικά Foley v. Hill
(1848)H. L. Cas. 28, Joachimson v. Swiss Bank Corporation [1921] 3 K. B. 110, Duggan v. Governor of Full Sutton Prison [2004] 2 All ER 966). Υπάρχει δικαίωμα μίας τράπεζας να συμψηφίσει ή ουσιαστικά να συνδυάσει λογαριασμούς, δηλαδή να αντιμετωπίσει πέραν του ενός λογαριασμού του ίδιου πελάτη ως ένα λογαριασμό (National Westminster Bank Ltd v Halesowen Presswork and Assemblies Ltd [1972] 1 All ER 641). Το δικαίωμα αυτό δύναται να ασκηθεί σε σχέση με λογαριασμούς στην τράπεζα του ίδιου πελάτη. [ 98 ] Βεβαίως στη περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση αυτό το οποίο επιδιώκεται από τους εναγόμενους, κυρίως έχοντας ως βάση την επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνηγόρου τους όπως αυτή εν τέλει διαμορφώθηκε, είναι αναγνώριση αγώγιμου δικαιώματος τους το οποίο να βασίζεται σε προτεινόμενο δικαίωμα της Sockendale συμψηφισμού της δικής της κατάθεσης προς όφελος των εναγομένων βασισμένο σε μία κατ΄ ισχυρισμό εκχώρηση προς τους εναγόμενους των δικαιωμάτων της σε αυτή τη κατάθεση. Αναφέρεται ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων στο χρέος το οποίο προκύπτει από την κατάθεση της Sockendale στην ενάγουσα ως ".ενοχικό δικαίωμα το οποίο δύναται να εφαρμοστεί από το Δικαστήριο και μπορεί να εκχωρηθεί" (ή "legal chose in action"). Βασίζει αυτή τη θέση του στην απόφαση Chrysostomou v. Chalkousi & Sons
(1978)1 C.L.R. . [ 99 ] Σχετική νομολογία επίσης είναι οι αποφάσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Χριστόπουλου
(1994)1 Α.Α.Δ. 479 (με την οποία επικυρώθηκε η νομική ανάλυση του θέματος όπως αυτή αναπτύχθηκε στην πρωτόδικη απόφαση, Χριστόπουλου v. Γενικού Εισαγγελέα, Αγωγή Αρ. 2617/73, Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, Απόφαση ημερ. 16.6.90), Ανδρέας Λουκά ν. Eurolife
(2009)1Β Α.Α.Δ 1524 και Three Rivers District Council and others v Bank of England [1995] 4 All ER
- [ 100 ] Βεβαίως, όπως πολύ ορθά επεσήμανε η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας, δεν υπάρχει στο δικόγραφο των εναγομένων οποιαδήποτε βάση αγωγής η οποία να σχετίζεται με εκχώρηση. Η πραγματικότητα είναι ότι όντως η πρώτη αναφορά στο θέμα αυτό εντοπίζεται στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων από τις σελίδες 14 έως και
- Όχι μόνο δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά στο θέμα της εκχώρησης εντός της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων αλλά ακόμη και με την αίτηση τροποποίησης η οποία καταχωρήθηκε δεν εντοπίζεται στα όσα ζητούν οι εναγόμενοι να προσθέσουν στο δικόγραφο τους η οποιαδήποτε αναφορά στο θέμα αυτό. Η λέξη εκχώρηση δεν υπάρχει πουθενά είτε στο υφιστάμενο δικόγραφο των εναγομένων είτε στις οποιεσδήποτε προσθήκες επιδιώκουν με την αίτηση τροποποίησης τους. Μάλιστα η μοναδική αναφορά του ρήματος, στον πληθυντικό («εκχώρησαν») συναντιέται στην παράγραφο 1.10 της αίτησης με την οποία ζητείται η τροποποίηση της παραγράφου 93 με τη διαγραφή και αντικατάσταση της με νέα παράγραφο. Η δε αναφορά είναι υπό διαζευκτική μορφή με τη λέξη «πούλησαν» και αναφέρεται σε κατ΄ ισχυρισμό ενέργειες όχι της Sockendale αλλά της εναγόμενης 3 και/ή της εναγόμενης 1 και έχει σχέση με την συμφωνία πώλησης ημερομηνίας 28/4/2013 προς την εταιρεία Sockendale. Δηλαδή, ότι «...πούλησαν ή εκχώρησαν το δικαίωμα τους στα μάτια του νόμου και/ή της επιείκειας να εξοφλήσουν το δάνειο και να εξαλειφθεί η υποθήκη και/ή πούλησαν το δικαίωμα τους ως οι δικαιούχοι της εν λόγω περιουσίας». [ 101 ] Συνεπώς διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω η οποιαδήποτε αναφορά σε «εκχώρηση» προκύπτει για πρώτη φορά στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων. Της οποίας το περιεχόμενο για πρώτη φορά είχε την ευκαιρία να μελετήσει είτε το Δικαστήριο είτε η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας στις 4/12/2014[6] όταν ανταλλάχθηκαν μεταξύ των δικηγόρων και παραδόθηκαν προς το Δικαστήριο οι γραπτές αγορεύσεις τους. Στη συνέχεια για πρώτη φορά προσφέρθηκε η ευκαιρία στην ευπαίδευτη δικηγόρο της ενάγουσας να τοποθετηθεί σχετικά στις 18/12/2014 κατά την οποία ημερομηνία είχε οριστεί η αίτηση γι΄ ακρόαση για δεύτερη φορά (μετά τις 11/12/2014 εξαιτίας της ανεπάρκειας του αρχικού χρόνου για μελέτη από το Δικαστήριο των γραπτών αγορεύσεων) είτε για τυχόν διευκρινίσεις οι οποίες θα ζητούνταν από το Δικαστήριο είτε σε περίπτωση κατά την οποία οι ίδιοι οι ευπαίδευτοι δικηγόροι θα επιθυμούσαν να προσθέσουν οτιδήποτε προφορικά στις γραπτές αγορεύσεις τους. [ 102 ] Ανέφερε σχετικά η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας τα ακόλουθα. Ότι το χρέος γενικά ως χρέος δεν είναι επιδεκτικό εκχώρησης αλλά ότι αυτό το οποίο είναι επιδεκτικό εκχώρησης θεωρητικά είναι το δικαίωμα ενός πιστωτή να απαιτήσει την είσπραξη όσων εκχωρηθούν σε τρίτο πρόσωπο. Πρόσθεσε δε ότι η εκχώρηση προϋποθέτει πάντα την ύπαρξη μίας βάσης, δηλαδή μίας σύμβασης ενώ ανέφερε και τα εξής. Εάν υποθετικά η κατ΄ ισχυρισμό αρχική σύμβαση ήταν η σχέση μεταξύ της τράπεζας (δηλαδή, της ενάγουσας) και της εταιρείας Sockendale, η εταιρεία δεν εκχώρησε με το πωλητήριο συμβόλαιο την απαίτηση της στους καθ΄ ων η αίτηση έναντι ανταλλλάγματος. Αντιθέτως η εταιρεία Sockendale απευθύνθηκε η ίδια προς την τράπεζα (δηλαδή, την ενάγουσα) εντός του πλαισίου της μεταξύ των σχέσης και ζήτησε να γίνει συγκεκριμένη χρήση των καταθέσεων της όπως και αυτή έγινε στον κατάλληλο χρόνο. Τέλος, πρόσθεσε επίσης τα εξής. Ότι είναι γνωστό πως μία συμφωνία εκχώρησης δεν φέρει τύπο όμως το γεγονός ότι δεν υπάρχει σαφής τύπος μίας συμφωνίας δεν σημαίνει ότι μπορεί να μεταφράζεται (ουσιαστικά, δηλαδή να ερμηνεύεται) μία συμφωνία ως μία συμφωνία εκχώρησης κατά το δοκούν. [ 103 ] Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων επέλεξε όπως μην τοποθετηθεί σχετικά με τα όσα η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας πρόσθεσε προφορικά στις 18/12/2014 παραπέμποντας το Δικαστήριο επί του θέματος στη γραπτή αγόρευση του. Θεωρώ ότι αυτή η επιλογή αφήνει αναπάντητο το ερώτημα το οποίο εύλογα δημιουργείται ως πρός το γεγονός πως οι εναγόμενοι ούτε στο δικόγραφο τους ούτε ακόμη και στην αιτούμενη τροποποίηση του δικογράφου τους αναφέρονται με οποιοδήποτε τρόπο στο θέμα της εκχώρησης όπως αυτό αναπτύχθηκε υπό μορφή επιχειρηματολογίας κατά την ακρόαση αυτής της αίτησης. [ 104 ] Κρίνονται ως ορθά τα όσα ανέφερε σχετικά η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας αναφορικά με την προσπάθεια ουσιαστικά να εισάξουν οι εναγόμενοι το θέμα της εκχώρησης στο στάδιο της επιχειρηματολογίας έτσι ώστε να δικαιολογηθεί η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος. Τα όσα δε ανέφερε σε σχέση με τη δυνατότητα εκχώρησης ενός χρέους, παρά και την οποιαδήποτε γενικότητα τους, θεωρώ ότι αναφέρονται κυρίως στα γεγονότα της περίπτωσης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Δηλαδή, το Δικαστήριο αποδέχεται τη βασιμότητα της θέσης του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων ως πρός τη νομική δυνατότητα της εκχώρησης ενός χρέους (ως "legal chose in action") όμως αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως ούτε στο δικόγραφο των εναγομένων ως έχει αλλά ούτε και με την αιτούμενη τροποποίηση δεν επιδιώκεται η οποιαδήποτε αναφορά σε εκχώρηση. Ούτε και είναι δυνατό να κριθεί ότι η οποιοδήποτε αναφορά σε συμψηφισμό εμπερικλείει αυτόματα από μόνη της και την έννοια της εκχώρησης. Συνεπώς το Δικαστήριο αναπόφευκτα περιορίζεται στην εξέταση του αιτήματος της ενάγουσας αλλά και της ένστασης των εναγομένων στην αποδοχή αυτού του αιτήματος βάσει των όσων θέσεων εμπεριέχονται τόσο στο δικόγραφο των εναγομένων όσο και στην αίτηση τροποποίησης αυτού του δικογράφου. Θα μπορούσε να προταθεί ως θέση πως δεν θα πρέπει όμως παράλληλα και ούτε θα ήταν ορθό και δίκαιο για το Δικαστήριο να παραγνωρίσει τη δυνατότητα τροποποίησης η οποία θα μπορούσε να δημιουργήσει, τουλάχιστον υπό μορφής ισχυρισμού εντός ενός δικογράφου, την ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος των εναγομένων εναντίον της ενάγουσας. Συνεπώς όσο ορθές και να κρίνονται οι θέσεις της ευπαίδευτης δικηγόρου της ενάγουσας επί του συγκεκριμένου θέματος η διαγραφή της ανταπαίτησης και κατ΄ επέκταση η απόρριψη της από το Δικαστήριο θα μπορούσε να θεωρηθεί πως οδηγεί ουσιαστικά σε στέρηση του δικαιώματος των εναγομένων να προωθήσουν μία ανταπαίτηση θεωρητικά βασισμένη σε αυτό το αγώγιμο δικαίωμα. Δηλαδή, ως πρός την ύπαρξη εκχώρησης στη συγκεκριμένη περίπτωση. Όμως δεν είναι με αυτό τον τρόπο τον οποίο οι εναγόμενοι είτε προέβαλαν τους ισχυρισμούς τους εντός του δικογράφου τους αλλά ούτε και συμπεριλαμβάνεται η συγκεκριμένη θέση εντός της αιτούμενης τροποποίησης. Το Δικαστήριο εξετάζει το αίτημα της ενάγουσας βάσει αυτών των δεδομένων έτσι ώστε να καταλήξει στο συμπέρασμα του σε σχέση με την έκβαση αυτής της απόφασης. [ 105 ] Επιπλέον και δίχως να δίδεται οποιαδήποτε επιπρόσθετη έκταση εντός αυτής της απόφασης σε αυτό το θέμα, δεν είναι δυνατό να παραγνωριστεί από το Δικαστήριο και το γεγονός πως η συμφωνία πώλησης ημερομηνίας 28/4/2013 η οποία αναφέρεται εντός του δικογράφου των εναγομένων αποτελεί συμφωνία η οποία έχει ως συμβαλλόμενα μέρη την εταιρεία Sockendale και την εναγόμενη
- Βεβαίως, όπως εύστοχα υποδεικνύει η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας στη γραπτή αγόρευση της (παράγραφος 3.2) ενώ η πωλούμενη ιδιοκτησιά ανήκει στην εναγόμενη 3 εντούτοις συμβαλλόμενη στη συμφωνία πώλησης ως ιδιοκτήτρια είναι η εναγόμενη
- Βεβαίως με την αίτηση τροποποίησης τους οι εναγόμενοι επιδιώκουν την αντικατάσταση της αναφοράς στη παράγραφο 93 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης, σε σχέση με τη συμφωνία πώλησης, έτσι ώστε να διαφοροποιείται ο ισχυρισμός ότι η εναγόμενη 3 πώλησε στην Sockendale με προβολή πλέον συζευκτικού και διαζευκτικού ισχυρισμού ως προς το ότι η εναγόμενη 3 και/ή η εναγόμενη 1 πώλησαν στην Sockendale. Κυρίως όμως αυτό το οποίο παρατηρείται, σε αυτό το σημείο της απόφασης, είναι πως οι εναγόμενοι 2 και 3 δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη σε αυτή τη συμφωνία. Το κατ΄ ισχυρισμό δεδομένο αυτό, βάσει των ισχυρισμών των εναγομένων, αποτελεί βεβαίως ένα επιπρόσθετο στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη στο όλο πλέγμα των κατ΄ ισχυρισμό γεγονότων τα οποία οι εναγόμενοι προτείνουν είτε με το υφιστάμενο δικόγραφο τους είτε με την αίτηση τροποποίησης τους έτσι ώστε να υποστηρίξουν την ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος όχι μόνο για την εναγόμενη 1 αλλά για και τους τρεις εναγομένους. Αναφέρεται αυτό το θέμα περισσότερο σε μία προσπάθεια πληρότητας της αναφοράς των στοιχείων τα οποία λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο παρά ως ξεχωριστή βάση επί της οποίας να βασίζεται και η τελική κατάληξη του αναφορικά με την έκβαση αυτής της απόφασης. [ 106 ] Ως πρός τη νομική βάση της αίτησης υπενθυμίζω απλά τα όσα αναφέρονται σχετικά στην απόφαση In re Pelmaco Developments Ltd (βλ. πιο πάνω στην παράγραφο [ 53 ]), :- «Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος». (σελίδα 255) «Η διαπίστωση αν η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα, δεν είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας αλλά θέμα δικαίου». (σελίδα 258) [ 107 ] Πραγματικά, ως θέμα εφαρμογής δικαίου και όχι άσκησης διακριτικής ευχέρειας, δεν έχω οποιαδήποτε αμφιβολία όχι μόνο ως προς το ότι με βάση την ανάλογη νομική ανάλυση το δικόγραφο των εναγομένων είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο αλλά επιπλέον ότι ακόμη και η αιτούμενη τροποποίηση του δεν πρόκειται να το διασώσει καθιστώντας το ικανό να αναδεικνύει με τέτοια τροποποίηση την ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της ενάγουσας. Συνεπώς όσο δραστικό και να είναι το μέτρο το οποίο προβλέπεται από τη Δ.27 θ. 3 κρίνω ότι αυτή η διάταξη θα πρέπει να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. [ 108 ] Επομένως εκδίδεται διάταγμα διαγραφής του δικογράφου των εναγομένων και απόρριψης της ανταπαίτησης τους. [ 109 ] Διατηρώντας δε υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης αυτής της αίτησης πλέον η αίτηση τροποποίησης των εναγομένων ημερομηνίας 25/9/2014 καθίσταται άνευ αντικειμένου και συνεπώς απορρίπτεται ενώ η ημερομηνία ακρόασης της στις 27/2/2015 παύει να ισχύει. [ 110 ] Διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης αυτής της αίτησης και κατ΄ επέκταση καθορισμού του αποτελέσματος και της αίτησης τροποποίησης, δεν διαπιστώνω να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος έτσι ώστε τα έξοδα τόσο αυτής της αίτησης όσο και της αίτησης τροποποίησης να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα εκδίκασης αυτής της αίτησης. Επομένως αυτά επιδικάζονται υπέρ της επιτυχούσας διαδίκου δηλαδή της ενάγουσας και εις βάρος των εναγομένων τόσο σε σχέση με αυτή την αίτηση όσο και με την αίτηση τροποποίησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εκδίδεται συνεπώς ανάλογο διάταγμα αναφορικά με τα έξοδα στην κάθε περίπτωση. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Η οποία εντός της αίτησης, στην παράγραφο Β του αιτήματος, περιγράφεται ως η «φερόμενη» ανταπαίτηση. [2] 7A. Where any defendant seeks to rely upon any grounds as supporting a right of counter-claim, he shall, in his defence, state specifically that he does so by way of counter-claim. [3] Προς αποφυγή δημιουργίας λανθασμένης εντύπωσης, σε περίπτωση όπου παρατίθενται εντός αυτής της απόφασης αποσπάσματα από κείμενα, διευκρινίζεται πως η οποιαδήποτε υπογράμμιση ή τονισμός λέξης ή φράσης γίνεται από το Δικαστήριο έτσι ώστε να δίδεται η ανάλογη έμφαση σε ορισμένα σημεία. [4] The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action. [5] Οι εναγόμενοι στο σύνολο τους ή τουλάχιστον όσοι εξ αυτών θα ήταν εφικτό και νομικά ορθό να κριθεί ότι όντως έχουν οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Sockendale βάσει της συμφωνίας πώλησης. [6] Υπενθυμίζω απλά ότι η αίτηση τροποποίησης καταχωρήθηκε στις 25/9/2014 ενώ η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στην αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση καταχωρήθηκε στις 13/10/
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο