← Κύπρος

Μιχαήλ Μιχαήλ ν. PHILELEFTHEROS PUBLIC COMPANY LTD ( Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ) κ.α., Αρ.Αγωγής 2357/2011, 20/2/2015

Μιχαήλ Μιχαήλ ν. PHILELEFTHEROS PUBLIC COMPANY LTD ( Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ) κ.α., Αρ.Αγωγής 2357/2011, 20/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ.Αγωγής 2357/2011 Μεταξύ: Μιχαήλ Μιχαήλ, από την Πάφο Ενάγοντα Και 1. PHILELEFTHEROS PUBLIC COMPANY LTD ( Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ), από την Λευκωσία 2. Νέαρχος Κυπριανού, από την Λευκωσία Εναγομένων -------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 20.2.2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα: κ. Μ. Μυτίδης Για τους εναγόμενους 1 και 2: κ. Τριλλίδης για Πολάκης Σαρρής & Σία (Για να ακούσει απόφαση κ. Ν. Φακοντής) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η εναγόμενη 1, είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και εκδίδει την εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος». Ο εναγόμενος 2 εργάζεται στην εναγόμενη 1, είναι δημοσιογράφος και αρθρογραφεί στην πιο πάνω εφημερίδα. Στις 11.8.2011 δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος» το άρθρο που αναφέρεται πιο κάτω, συντάκτης του οποίου ήταν ο εναγόμενος 2. Το επίδικο δημοσίευμα έφερε τον τίτλο «Άγριος ξυλοδαρμός στρατιώτη ΕΠΥ» και είχε ως παράτιτλο «Ο Διοικητής του ΚΕΝ προσπάθησε να αποσιωπήσει το περιστατικό»: «Στο νοσοκομείο με κατάγματα, μώλωπες και εκδορές κατάληξε νεοσύλλεκτος στρατιώτης μετά από άγριο ξυλοδαρμό που δέχθηκε από υπαξιωματικό στο Κέντρο Εκπαίδευσης Νεοσυλλέκτων στην Πάφο. Το περιστατικό έλαβε χώρα την περασμένη Παρασκευή, ημέρα κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η τελετή ορκωμοσίας των νεοσυλλέκτων της 2011 Β' ΕΣΣΟ. Για άγνωστους λόγους, ο ΕΠΥ ξυλοφόρτωσε το νεοσύλλεκτο με αποτέλεσμα να μεταφερθεί αιμόφυρτος στο νοσοκομείο της Πάφου. Όπως διαπιστώθηκε ο στρατιώτης έφερε εκδορές στο λαιμό, μώλωπες σε διάφορα σημεία του σώματος του και κατάγματα στα πλευρά. Έξαλλοι από το περιστατικό οι γονείς του νεαρού κατήγγειλαν τον ξυλοδαρμό του παιδιού τους στην Αστυνομία. Πληροφορίες του «Φ» αναφέρουν ότι η διοίκηση της μονάδας προσπάθησε να υποβαθμίσει ή ακόμη και να αποσιωπήσει το περιστατικό, γεγονός το οποίος εξόργισε τον Αρχηγό της Εθνικής Φρουράς αντιστράτηγο Στυλιανό Νάση. Αξίζει να σημειωθεί ότι το ΓΕΕΦ σχημάτισε πλήρη εικόνα για να περιστατικό αφότου έγινε η καταγγελία από τους γονείς του νεοσυλλέκτου στην Αστυνομία. Με οδηγίες του Αρχηγού της ΕΦ διατάχθηκε πειθαρχική έρευνα εναντίον του ΕΠΥ που φέρεται να ξυλοφόρτωσε το νεοσύλλεκτο. Έρευνα διατάχθηκε επίσης και εναντίον του Ταξιάρχου Διοικητική του ΚΕΝ γιατί δεν είχε ενημερώσει επαρκώς το ΓΕΕΦ και τον Αρχηγό για το περιστατικό ξυλοδαρμού στη μονάδα του.» Η δημοσίευση του πιο πάνω άρθρου, έγινε στην σελίδα 32 της εφημερίδας (Τεκμήριο 3), ενώ το σύνολο των πωλήσεων της την ημέρα της δημοσίευσης του άρθρου ήταν 16.125 αντίτυπα (Τεκμήριο 1) παγκύπρια. Η κυκλοφορία της εφημερίδας γίνεται σε ολόκληρη την Κύπρο και επίσης δημοσιεύεται στο διαδίκτυο. Ο ενάγοντας, κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, ήταν μόνιμος αξιωματικός της Εθνικής Φρουράς και υπηρετούσε ως Διοικητής του Κέντρου Εκπαίδευσης Νεοσυλλέκτων (ΚΕΝ) Πάφου, στην Αναρίτα και έφερε τον βαθμό του Συνταγματάρχη. Ο ενάγοντας, με την έκθεση απαίτηση του ισχυρίζεται ότι το πιο πάνω δημοσίευμα ήταν έντονα δυσφημιστικό για το πρόσωπο του και αξιώνει εναντίον των εναγομένων 1 και 2, γενικές, παραδειγματικές και/ή τιμωριτικές αποζημιώσεις καθώς και διάταγμα που να διατάσσει τους εναγόμενους να προβούν δια δημοσιεύματος σε ανασκευή του επίδικου δημοσιεύματος και απολογία προς το πρόσωπο του. Παρά το ότι οι εναγόμενοι με την έκθεση υπεράσπισης τους, παραδέχονται την δημοσίευση του πιο πάνω άρθρου, αρνούνται μεταξύ άλλων, ότι φωτογράφιζε και/ή αναφερόταν και/ή έγινε αντιληπτό ότι αναφερόταν στον ενάγοντα καθώς και το ότι ήταν δυσφημιστικό για τον ενάγοντα. Η πλευρά των εναγομένων, δηλώνει και αποδέχεται τελικά (βλ. σελ. 2 παρ. 2 της τελικής γραπτής αγόρευσης τους), ότι το επίδικο δημοσίευμα αφορούσε τον ενάγοντα και ότι ήταν δυσφημιστικό και συνεπώς περιορίζονται στις υπερασπίσεις που προβάλλουν με τις παρ. 8 και 9 της έκθεσης υπεράσπισης τους. Με τις παρ. 8 και 9 της έκθεσης υπεράσπισης τους οι εναγόμενοι ισχυρίζονται τα ακόλουθα: 8. ....ότι στην περίπτωση που ήθελε αποφασιστεί ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό για τον ενάγοντα, θα ισχυριστούν ότι το δημοσίευμα ήταν αληθές και/ή ότι, στο βαθμό που περιέχει σχολιασμό, τούτος αποτελεί έντιμο ή εύλογο σχόλιο επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος το οποίο έγινε καλόπιστα και/ή ότι το δημοσίευμα είναι υπό επιφύλαξη προνομιούχο και/ή ειδικώς προνομιούχο δυνάμει των αρχών περί ρεπορτάζ (neutral reporting ή reportage) απορρέουσες από την αυθεντία Reynolds v. Times. 9. ....ότι στην περίπτωση που ήθελε αποφασιστεί ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό για τον ενάγοντα, θα ισχυριστούν ότι το δημοσίευμα αποτελούσε ρεπορτάζ και ότι η εναγόμενη 1 δημοσίευσε και ο εναγόμενος 2 συνέταξε το επίδικο δημοσίευμα καλόπιστα και χωρίς να το υιοθετούν και/ή καθηκόντως και/ή συνέπεια της υποχρέωσης και/ή του δικαιώματος της εναγόμενης 1, όπως προκύπτει από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, τους σχετικούς νόμους και τις διεθνείς Συμβάσεις, ήτοι να πληροφορεί το κοινό και αυτό να πληροφορείται. Κατά την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης, για την απόδειξη της υπόθεσης του ενάγοντα κατάθεσε ενόρκως o ενάγοντας (Μ.Ε.1) και ο Σταύρος Μαυρέσιης (Μ.Ε.2). Για τους εναγόμενους, ένορκη μαρτυρία έδωσαν, ο Γιώργος Πετάσης (Μ.Υ.1), η Αλίκη Στυλιανού (Μ.Υ.1) και ο εναγόμενος 2 (Μ.Υ.3). Ο ενάγοντας, στην γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 2) η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του, αναφέρεται στην στρατιωτική του πορεία και σταδιοδρομία, στο επίδικο δημοσίευμα, στο πως ο ίδιος αισθάνθηκε και ένοιωσε λόγω αυτών που του αποδίδουν μέσα από το επίδικο δημοσίευμα, το οποίο χαρακτήρισε μεταξύ άλλων ανυπόστατο και ανακριβές. Σε ότι αφορά το περιστατικό που αναφέρει το επίδικο άρθρο, είπε ότι πράγματι την ημέρα που αναφέρεται και στο επίδικο άρθρο έγινε ένα επεισόδιο επίθεσης μεταξύ ενός ΕΠΥ και ενός κληρωτού στρατιώτη, γεγονός το οποίο πληροφορήθηκε ενώ βρισκόταν στο γραφείο του από τον ίδιο τον στρατιώτη. Υποστήριξε ότι ενημέρωσε για το περιστατικό τον προϊστάμενο του ο οποίος εκείνη την ημέρα βρισκόταν στο ΚΕΝ για την ορκωμοσία των νεοσυλλέκτων και στη συνέχεια ενημέρωσε και γραπτώς στο προϊστάμενο κλιμάκιο. Υποστήριξε ότι τα όσα του καταλογίζουν με το επίδικο δημοσίευμα δεν ευσταθούν, ενώ κατάθεσε ως Τεκμήριο βεβαίωση (Τεκμήριο 4), σύμφωνα με την οποία, καμία έρευνα δεν διατάχθηκε εναντίον του κατά την διάρκεια που ήταν Διοικητής στο ΚΕΝ Πάφου από 16/5/10 έως 08/09/2011. Ανέφερε επίσης, μεταξύ άλλων, ότι τόσο την ίδια ημέρα του δημοσιεύματος όσο και του επόμενους μήνες, δέχτηκε πληθώρα τηλεφωνημάτων από συναδέλφους, φίλους και συγγενείς αναφορικά με το δημοσίευμα, οι οποίο του εξέφρασαν την έκπληξη τους για αυτά που γράφτηκαν για το πρόσωπο του. Μέσω του δικηγόρου του, έστειλε επιστολή προς την εναγόμενη 1 (Τεκμήριο 5) με την οποία της έδιδε την ευκαιρία να ανασκευάσει το δημοσίευμα και να επανορθώσει χωρίς όμως καμία ανταπόκριση. Ο Μ.Ε.2, ο οποίος είναι φίλοι με τον ενάγοντα για πολλά χρόνια , κατάθεσε ότι, έψαξε, βρήκε και διάβασε το επίδικο δημοσίευμα μετά που τον πήραν τηλέφωνο 2 - 3 φίλοι του, οι οποίοι ήξεραν ότι είναι φίλοι με τον ενάγοντα και τον ρωτούσαν εάν είχε υπόψη του το συμβάν που περιέγραφε το δημοσίευμα. Στη συνέχεια και αφού διάβασε το δημοσίευμα, επικοινώνησε με τον ενάγοντα ο οποίος του είπε να τα πουν το απόγευμα στο καφενείο. Όταν βρέθηκαν στο καφενείο, ο ενάγοντας του είπε την δική του εκδοχή για το συμβάν. Επειδή ο Μ.Ε.2, ήταν φίλος με το συντάκτη του Φιλελεύθερου, Νίκο Τόκα, είπε στον ενάγοντα πως εάν επιθυμεί να τον πάρει (ο Μ.Ε.2) τηλέφωνο να δουν εάν μπορεί να γίνει άλλο δημοσίευμα που να αναφέρει την εκδοχή του ενάγοντα. Ο Μ.Ε.2, πήρε την ίδια ώρα τηλέφωνο τον Νίκο Τόκα και αφού του είπε πως έχουν τα πράγματα έδωσε το τηλέφωνο και τον ενάγοντα με τον οποίο μίλησε και ο ίδιος. Ο Μ.Υ.1, ο οποίος είναι ο διευθυντής της διεύθυνσης του δικαστικού του ΓΕΕΦ από 8.1.2013, κατάθεσε στο δικαστήριο τον φάκελο της στρατιωτικής ανάκρισης (Τεκμήριο 6) αναφορικά με το περιστατικό ημερομηνίας 5.8.2011 και ερωτήθηκε αναφορικά με τα έγγραφα που υπήρχαν στον φάκελο, ο οποίος αφορούσε την ποινική ανάκριση αλλά όχι οποιαδήποτε πειθαρχική διαδικασία. Η Μ.Υ.2, από τον Ιούλιο 2010 έως τον Απρίλιο 2012 εκτελούσε καθήκοντα εκπροσώπου τύπου στο Υπουργείο Άμυνας με τοποθέτηση στο γραφείο Τύπου και Πληροφοριών. Την προηγούμενη μέρα της δημοσίευσης του επίδικου δημοσιεύματος, επικοινώνησε μαζί της τηλεφωνικώς ο εναγόμενος 2 και την ρώτησε εάν μπορούσε να διασταυρώσει πληροφορίες του σε σχέση με ρεπορτάζ που θα δημοσίευε την επόμενη ημέρα και αφορούσε ένα περιστατικό ξυλοδαρμού στρατιώτη στο ΚΕΝ Πάφου που έγινε στις 5.8.2011. Συγκεκριμένα ο εναγόμενος 2 την ρώτησε εάν μπορούσε να επιβεβαιώσει τα ακόλουθα: (α) Ότι ο Αρχηγός της Εθνικής Φρουράς, Αντιστράτηγος Στυλιανός Νάσης ήταν οργισμένος διότι έκρινε πως δεν ενημερώθηκε άμεσα για το εν λόγω περιστατικό και ότι υπήρξε πλημμελής ενημέρωση του, η οποία θεωρήθηκε και ως «κουκούλωμα» του περιστατικού. (β) Ότι η ενημέρωση του Αρχηγού της Εθνικής Φρουράς για το περιστατικό έγινε από την Αστυνομία αντί από την ΕΦ και έπειτα καταγγελία των γονιών του στρατιώτη. (γ) Ότι ο Αρχηγός της Εθνικής Φρουράς διέταξε έρευνα εναντίον όλων των εμπλεκομένων, περιλαμβανομένου και του Διοικητή του ΚΕΝ. Η Μ.Υ.2 είπε στον εναγόμενο 2, ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε για το περιστατικό και ότι θα τον καλούσε πίσω αφού διερευνούσε το θέμα. Επικοινώνησε στη συνέχεια η μάρτυρας με το ΓΕΕΦ και αφού ανάφερε τα πιο πάνω, (χωρίς να θυμάται με ποιό πρόσωπο μίλησε), της λέχθηκε ότι δεν είχαν υπόψη τους το θέμα και θα την καλούσαν πίσω. Αργότερα, επικοινώνησαν μαζί της και της ανέφεραν ότι ο Αρχηγός της ΕΦ ήταν έντονα δυσαρεστημένος για το ότι δεν είχε ενημερωθεί άμεσα για το περιστατικό, πως σε γνώση τους ήρθε από την Αστυνομία και οι οδηγίες του Αρχηγού ήταν να διεξαχθεί έρευνα κατά παντός υπευθύνου. Ακολούθως η μάρτυρας, ενημέρωσε τον Υπουργό Άμυνας, για περαιτέρω οδηγίες χειρισμού του θέματος, ο οποίος ζήτησε άμεσα να ενημερωθεί και να διαβουλευθεί με τους αρμοδίους στο Υπουργείο Άμυνας για το περιστατικό και ζήτησε να έχει τηλεφωνική επικοινωνία με το ΓΕΕΦ. Στην διαβούλευση που έγινε στο γραφείο του Υπουργού, η μάρτυρας δεν ήταν παρούσα, αργότερα όμως την κάλεσε στο γραφείο του ο Υπουργός Άμυνας και την ενημέρωσε για την απόφαση του να δημοσιευθεί άμεσα το θέμα για να μην υπάρξει καμία υπόνοια «κουκουλώματος» λόγω και της περιρρέουσας κατάσταση που επικρατούσε μετά την έκρηξη στο Μαρί. Η μάρτυρας έλαβε οδηγίες και κατευθυντήριες γραμμές από τον Υπουργό, όπως ετοιμάσει σχετική δήλωση προς το ΜΜΕ, η οποία αφού έτυχε της έγκρισης του Υπουργού δημοσιοποιήθηκε (Τεκμήριο 8). Ακολούθως και με την έγκριση του Υπουργού Άμυνας, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον εναγόμενο 2 και του μετάφερε τις πληροφορίες όπως τις τες είχε δώσει τηλεφωνικώς το Επιτελικό Γραφείο του Αρχηγού της ΕΦ. Ο εναγόμενος 2 (Μ.Υ.3) υποστήριξε ότι λίγες ημέρες μετά την ορκωμοσία των νεοσυλλέκτων που έγινε στο ΚΕΝ Πάφου στις 5.8.2011, του αναφέρθηκαν από κάποια «πηγή» του τα όσα κατάγραψε στο δημοσίευμα. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι, είχε πληροφορηθεί ότι ο Αρχηγός της ΕΦ ήταν οργισμένος με το Διοικητή του ΚΕΝ επειδή η Διοίκηση της μονάδας είχε προσπαθήσει να υποβαθμίσει ή και να αποσιωπήσει το περιστατικό καταγγελίας εθνοφρουρού για ξυλοδαρμό του από μόνιμο ΕΠΥ. Επίσης, σύμφωνα με την ίδια πηγή, το ΓΕΕΦ ενημερώθηκε για το συμβάν από την Αστυνομία, στην οποία είχαν καταφύγει με καταγγελία οι γονείς του στρατιώτη και όχι από την ίδια την Εθνική Φρουρά. Τέλος, του ειπώθηκε πως ο Αρχηγός της ΕΦ είχε διατάξει έρευνα κατά του Διοικητή του ΚΕΝ για πλημμελή ενημέρωση σε σχέση με το περιστατικό. Πρώτου καταγράψει τα πιο πάνω, την προηγούμενη ημέρα του δημοσιεύματος, επικοινώνησε με την Μ.Υ.2, η οποία, όπως υποστήριξε, του επιβεβαίωσε τις πληροφορίες που είχε λάβει από την πηγή του και επίσης, ζήτησε από την πηγή του κάποια έγγραφα που θα καταδείκνυαν το αληθές της πληροφόρησης. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, παράλαβε στο γραφείο του ανώνυμο φάκελο με διάφορα έγγραφα. Σύμφωνα με την μαρτυρία του, έλαβε την συνοπτική έκθεση ανάκρισης ημερ, 10.8.2011 (Τεκμήριο 6 έγγραφο 28) την έκθεση γιατρού ημερ. 5.8.2011 (Τεκμήριο 10), την έκθεση νοσηλείας ασθενούς ημερ. 6.8.2011 (Τεκμήριο 6 έγγραφο 22), ένα έντυπο σήματος του Διοικητή Μιχαήλ Ν. Μιχαήλ ημερ. 5.8.2011 (Τεκμήριο 11), έγγραφο ημερ. 5.8.2011 από τον Διοικητή προς τον Υπολοχαγό Παύλο Χρίστου (Τεκμήριο 12) και επιστολή του Αρχηγού της ΕΦ ημερ. 5.8.2011 (Τεκμήριο 6 έγγραφο 31). Υποστήριξε πως αφού μελέτησε πριν την συγγραφή και δημοσίευση του επίδικο δημοσιεύματος το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων, συμπέρανε πως οι πληροφορίες που είχε στην διάθεση του φαίνονταν να επιβεβαιώνονταν από τα έγγραφα και εξήγησε πως κατέλεξε στο πιο πάνω συμπέρασμα (βλ. Τεκμήριο 9 Παρ. 14 (
  2. i)- (viii), παρ. 15). Επειδή από τα έγγραφα που είχε στην κατοχή του, δεν επιβεβαιωνόταν διαταγή του Αρχηγού της ΕΦ για διεξαγωγή έρευνας εναντίον του Διοικητή του ΚΕΝ, σύμφωνα με την αρχική πληροφόρηση του, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την πηγή του και του λέχθηκε ότι αυτό δεν φαίνεται στα στοιχεία αλλά του επανέλαβε ότι ο Αρχηγός είχε διατάξει έρευνα και εναντίον του Διοικητική λόγω μη επαρκούς ενημέρωσης για αυτό δεν είχε λόγο να μην το πιστέψει αφού και η διασταύρωση από το ΥΠΑΜ έλεγε το ίδιο πράγμα. Μετά τα πιο πάνω, έδωσε το επίδικο δημοσίευμα για δημοσίευση. Ενώ στην συνέχεια και μετά την δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος, έλαβε έγγραφο ημερομηνίας 11.8.2011 (Τεκμήριο 13). Ο εναγόμενος 2, παραδέχτηκε ότι στο επίδικο δημοσίευμα υπήρχαν δύο λάθη (ο βαθμός του στρατιώτη και η περιγραφή του ενάγοντα ως Ταξίαρχου), τα οποία, ανάφερε, θεωρεί πως δεν επηρεάζουν την υπόθεση αυτή. Σύμφωνα με τον εναγόμενο 2, ορθά δεν επικοινώνησε με τον ενάγοντα πριν την συγγραφή του επίδικου δημοσιεύματος καθότι είχε στην κατοχή του επίσημη διασταύρωση της πληροφορίας από την Μ.Υ.2 και επίσημα έγγραφα, επειδή θεώρησε ότι δεν έπρεπε να πράξει οτιδήποτε που θα μπορούσε να επηρεάσει την πορεία της έρευνας και επειδή από την πείρα του γνώριζε ότι οι μόνιμοι στρατιωτικοί της ΕΦ δεν δικαιούνται να προβαίνουν σε δηλώσεις στα ΜΜΕ δυνάμει σχετικής απαγόρευσης από το ΓΕΕΦ. Πιο πάνω γίνεται μια συνοπτική καταγραφή της μαρτυρίας όσων κατάθεσαν ως μάρτυρες στο Δικαστήριο, τα όσα ανάφεραν κατά την ακρόαση της υπόθεσης, τόσο στην κυρίως εξέταση τους όσο και στην διάρκεια της αντεξέτασης τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά που τηρήθηκαν και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια. Στην συνέχεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, γίνεται αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα και κατά λογική συνέπεια την αποδοχή ή απόρριψη της. Οι συνήγοροι των διαδίκων είχαν την ευγενική καλοσύνη και κατάθεσαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους. Το περιεχόμενο των οποίων δεν θα επαναλάβω θα προσπαθήσω όμως να συνοψίσω την ουσία των όσων καταγράφονται σε αυτές, τονίζοντας όμως ότι το σύνολο τους έχει μελετηθεί και έχει ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Η πλευρά των εναγομένων, δηλώνει και αποδέχεται τελικά ότι το επίδικο δημοσίευμα (βλ. σελ 2 της γραπτής τους αγόρευσης παρ. 2), αφορά τον ενάγοντα και είναι δυσφημιστικό. Το ως άνω γεγονός βέβαια δεν οδηγεί από μόνο του στην επιτυχία της αγωγής του ενάγοντα, αφού όπως και οι συνήγοροι των εναγομένων αναφέρουν, το δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει τις υπερασπίσεις που οι εναγόμενοι εγείρουν στις οποίες και επικεντρώνεται η αγόρευση τους με σκοπό να καταδείξουν, με αναφορά και σε νομολογία επί του θέματος, το αληθές της ουσίας του δημοσιεύματος, το ότι αποτελεί έντιμο ή εύλογο σχόλιο επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος και ότι το δημοσίευμα είναι υπό επιφύλαξη προνομιούχο δυνάμει των αρχών περί ρεπορτάζ, υπερασπίσεις που εγείρονται διαζευκτικά. Σύμφωνα με την αγόρευση των συνηγόρων των εναγομένων, παρά το ότι υπάρχουν δηλώσεις στο επίδικο δημοσίευμα που δεν είναι αληθείς (ο βαθμός του στρατιώτη, ο στρατιωτικός βαθμός του ενάγοντα και το ότι δεν διατάχθηκε έρευνα εναντίον του ενάγοντα), οι δύο πρώτες είναι άνευ σημασίας, καθότι κανένα αντίκτυπο δεν μπορούν να έχουν προς τον κατ΄ισχυρισμό λίβελλο προς το πρόσωπο του ενάγοντα ενώ σε ότι αφορά το τρίτο στοιχείο, ανάφερε ότι, δεν πρόκειται για αδικαιολόγητη ή σοβαρή αναλήθεια. Πέραν των πιο πάνω, είναι εισήγηση των συνηγόρων των εναγόμενων για τους λόγους που εξηγούν στις σελ 8 μέχρι και 11 της γραπτής αγόρευσης τους, ότι τα υπόλοιπα στο επίδικο δημοσίευμα έχουν αποδειχθεί ως αληθή («Ο Διοικητής του ΚΕΝ προσπάθησε να αποσιωπήσει το περιστατικό», «Η Διοίκηση της μονάδας προσπάθησε να υποβαθμίσει ή ακόμη και να αποσιωπήσει το περιστατικό» και «Ο Διοικητής του ΚΕΝ δεν είχε ενημερώσει επαρκώς το ΓΓΕΦ και τον Αρχηγό για το περιστατικό του ξυλοδαρμού»). Συνεπώς, εισηγούνται ότι ο ένας και μοναδικός ισχυρισμός που δεν έχει τεκμηριωθεί (η ύπαρξη έρευνας εναντίον του ενάγοντα) δεν μπορεί να αποστερήσει τους εναγόμενους από την κατίσχυση της υπεράσπισης της αλήθειας παραπέμποντας στην υπόθεση Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου ν. Χαράλαμπος Καψός

(2009)ΑΑΔ 1 (Β)
  1. Αναφορικά με την υπεράσπιση του έντιμου σχολίου για θέμα δημοσίου συμφέροντος, σε περίπτωση που το δικαστήριο εκλάβει τη δήλωση «Ο Διοικητής του ΚΕΝ προσπάθησε να υποβαθμίσει ή ακόμη και να αποσιωπήσει το περιστατικό» ως έκφραση γνώμης, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι συνιστά έντιμο σχόλιο επί θέματος δημοσίου συμφέροντος που έγινε καλόπιστα και στις σελ 14 μέχρι 18 της γραπτής αγόρευσης καταγράφονται τα στοιχεία εκείνα που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο καθώς και σχετική νομολογία επί του θέματος. Σύμφωνα με την αγόρευση των εναγομένων, η υπεράσπιση της υπεύθυνης δημοσιογραφίας αναγνωρίζεται και εφαρμόζεται από τα Κυπριακά δικαστήρια και εξετάζεται στα πλαίσια προβολής της υπεράσπισης του προνομίου υπό επιφύλαξη και θα πρέπει η υπό κρίση περίπτωση να προσεγγιστεί αναλόγως, παραπέμποντας σε σχετική επί του θέματος νομολογία και αναλύοντας τα κριτήρια της υπόθεσης Reynolds. Τέλος, εισηγείται η πλευρά των εναγομένων, ότι σε περίπτωση που απορριφθούν οι πιο πάνω υπερασπίσεις τους, με αναφορά και σε νομολογία επί του θέματος των αποζημιώσεων σε αυτού του είδους υποθέσεις, ότι το ποσό που θα πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα ως ειδικές αποζημιώσεις είναι το ποσό των €2000.- Ο συνήγορος του ενάγοντα, αρχικά αναφέρθηκε στο αστικό αδίκημα της δυσφήμισης, παραπέμποντας σε νομολογία επί του θέματος, υποστήριξε ότι ο ενάγων έχει αποδείξει ότι το δημοσίευμα αναφερόταν σε αυτόν και ότι αυτό ήταν δυσφημιστικό για τον ίδιο και ανέπτυξε τις αρχές, όπως έχουν αναλυθεί μέσα από την νομολογία, επί του ζητήματος των αποζημιώσεων, στις περιπτώσεις δυσφημιστικών δημοσιευμάτων. Αναφορικά με τις υπερασπίσεις των εναγομένων εισηγήθηκε ότι ουδεμία εξ αυτών δύναται να επιτύχει ενόψει του ότι το δημοσίευμα περιέχει αναληθή γεγονότα, δεν περιέχει σχόλια και δεν έχουν τηρηθεί οι αρχές της νομολογίας ώστε να θεωρηθεί υπό επιφύλαξη προνομιούχο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις που έδιναν, την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Ο ενάγοντας (Μ.Ε.1) και ο Μ.Ε.2 μου έχουν κάνει πολύ καλή εντύπωση και δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε στην μαρτυρία τους, εξετάζοντας το σύνολο αυτής, που θα την καθιστούσε αναξιόπιστη και κατ΄ επέκταση και τους ίδιους. Ο ενάγοντας απαντούσε με φυσικότητα και δεν διέκρινα ίχνος υπερβολής στην μαρτυρία του ούτε και καταφυγή στο ψέμα ώστε να πείσει για οτιδήποτε. Η οποία έντονη διάθεση του παρουσιάστηκε στο στάδιο της αντεξετασης του, η οποία ήταν εμφανής από τον τρόπο και τον τόνο που απαντούσε , την αποδίδω στην πικρία που ένοιωθε για αυτά που ο ίδιος θεωρούσε ότι αδίκως του αποδόθηκαν με το επίδικο δημοσίευμα. Αποδέχομαι την μαρτυρία του ότι την ίδια ημέρα που επισυνέβη το περιστατικό που του καταγγέλθηκε από τον στρατιώτη ενημέρωσε και γραπτώς σχετικά το προϊστάμενο κλιμάκιο. Τούτο επιβεβαιώνεται από την ημερομηνία που φέρει το Τεκμήριο 11 και δεν έχω εντοπίσει κάποιο λόγο που θα έκανε τον ενάγοντα να παραλείψει να το πράξει, όταν μάλιστα την ημέρα της καταγγελίας του ξυλοδαρμού λάμβανε χώρα η τελετή της ορκωμοσίας των νεοσυλλέκτων στο ΚΕΝ Πάφου και ο στρατιώτης ο οποίος προέβηκε στο παράπονο έφερε τραυματισμούς γεγονός που σήμαινε δημοσιοποίηση του γεγονότος και του παραπόνου και έξω από τον χώρο του ΚΕΝ αφού επισκέφθηκε ιατρό για εξέταση. Ο Μ.Ε.2, δεν παραγνωρίζω ότι ήταν φίλος του ενάγοντα, γεγονός όμως που θεωρώ ότι δεν μπορεί να προσμετρήσει με οποιοδήποτε κατά της μαρτυρίας του, άλλωστε τα όσα περίγραψε ήταν φυσιολογικό και να τα συζητήσει με τον ενάγοντα και να τα βιώσει λόγω της ύπαρξης αυτής της φίλιας, ως επίσης και να μεταφέρει το πώς ο ίδιος αντιλήφθηκε την ενόχληση του ενάγοντα πάντα σε σχέση με το επίδικο δημοσίευμα. Επίσης, αξιόπιστη κρίνω την μαρτυρία των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.
  2. Η μαρτυρία τους ήταν ανεξάρτητη και δεν είχαν κανένα λόγο είτε να αποκρύψουν κάτι από το δικαστήριο είτε να παραποιήσουν γεγονότα και καταστάσεις προς όφελος οιουδήποτε. Σε ότι αφορά τον Μ.Υ.1, δεν σημειώθηκε καμία προσπάθεια να βοηθήσει τον ενάγοντα, όπως ο συνήγορος των εναγομένων αναφέρει στην αγόρευση του. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν είχε καμία προσωπική ανάμιξη και ότι κατέθεσε ήταν από το περιεχόμενο του φακέλου (Τεκμήριο 6) και των εγγράφων που είχε στην κατοχή του. Ο εναγόμενος 2 (Μ.Υ.3), θεωρώ ότι παρουσίασε τα γεγονότα με τρόπο που πίστευε ότι ήταν βολικός για τον ίδιο αλλά και για την εναγόμενη
  3. Οι πιο κάτω εκφράσεις του Μ.Υ.3, μέσα από την μαρτυρία του, αποδίδουν τις θέσεις του αναφορικά με το επίδικο δημοσίευμα: «Τα όσα αναφέρονται στο δημοσίευμα προέκυπταν αφενός από την ενημέρωση που είχα από την πρωτογενή πηγή αφετέρου από τα στοιχεία, έγγραφα αλληλογραφία που είχα εξασφαλίσει μετά την πρώτη ενημέρωση». «Η κάθε αναφορά στο δημοσίευμα που υπάρχει είναι εύλογα συμπεράσματα που προκύπτουν από σα στοιχεία που είχα ενώπιον μου.» «Η συγγραφή έγινε με βάση τα στοιχεία που είχα και πιστεύω ότι κατ΄ ουδένα λόγο τραυματίζεται η υπόληψη του ενάγοντα». Ο Μ.Υ. 3 κατάβαλε σημαντική θα έλεγα προσπάθεια ώστε να πείσει και να δικαιολογήσει τον τρόπο που ενήργησε κατά την αξιολόγηση των πληροφοριών και των στοιχειών που είχε στην διάθεση του (πληροφόρηση από την «πηγή», έγγραφα, πληροφόρηση από την Μ.Υ.2, εκ νέου επικοινωνία με την «πηγή» του) έτσι που να δικαιολογήσει τα όσα έχει γράψει και περιλάβει στο άρθρο του και επίδικο δημοσίευμα. Τούτο που έχει καταστεί εμφανές μέσα από την μαρτυρία του, ήταν ότι κατεύθυνε την σκέψη και την λογική του μετά την πληροφόρηση που έλαβε από την «πηγή» του σε μια συγκεκριμένη ερμηνεία και αξιολόγηση των στοιχείων κατά τρόπο ωσάν να ήθελε μόνο να επιβεβαιώσει την αρχική του πληροφόρηση και όχι να εντοπίσει την πραγματική αλήθεια. Δηλαδή, ενώ ο Μ.Υ.3 μετά την πληροφόρηση που είχε λάβει από την πηγή του, παρέλαβε και ανώνυμο φάκελο εντός του οποίου υπήρχαν κάποια έγγραφα, που όπως είπε ήταν τα Τεκμήρια Τ6 28 α, 22, 31, Τεκμήρια 10, 11, 12, 13 και 14 και μίλησε με την Μ.Υ.2, προσπάθησε πιστεύω όχι να εντοπίσει την πραγματική αλήθεια αλλά να τα ερμηνεύσει κατά τρόπο που να επιβεβαίωναν την αρχική πληροφόρηση του. Ο Μ.Υ.3 ενώ υποστήριζε και επέμενε κατά την κυρίως εξέταση του αλλά και την αντεξέταση του, ότι αυτά που είχε πληροφορηθεί αρχικά αφού τα διασταύρωσε ρωτώντας και την Μ.Υ.2 και με βάση τα έγγραφα που είχε την κατοχή του, θεώρησε ότι ανταποκρίνονταν στα γεγονότα και στην αλήθεια και δεν αποδέχοντο άλλης ή διαφορετικής ερμηνείας, αποδέχτηκε όμως στο στάδιο της αντεξέτασης του, ότι τα ίδια στοιχεία επιδέχονταν και διαφορετικής ερμηνείας, γεγονός που σήμαινε ότι θα οδηγούσε η προσέγγιση αυτή είτε σε διαφορετικά συμπεράσματα είτε σε διάψευση και αμφισβήτηση της αρχικής του πληροφόρησης. Με βάση την μαρτυρία και τις θέσεις του Μ.Υ.3, επειδή η διαταγή ανάκρισης αναφορικά με το περιστατικό στο ΚΕΝ Πάφου, του ενάγοντα με ημερομηνία 5.8.2011 (Τεκμήριο 11), έφερε ημερομηνία παραλαβής 8.8.2011, σήμαινε ότι υπήρξε αργοπορία και καθυστέρηση στην πληροφόρηση και μάλιστα καθυστέρηση η οποία οφειλόταν στο ΚΕΝ Πάφου. Στηρίχθηκε ο Μ.Υ. 3, όχι στην ημερομηνία που έφερε το πιο πάνω έγγραφο ως ημερομηνία σύνταξης και έκδοσης του, που αυτό θα σήμαινε άμεση ενημέρωση για το περιστατικό από τον ενάγοντα, αλλά στην σημείωση που υπήρχε στο πιο πάνω έγγραφο σχετικά με την παραλαβή του που ήταν η ημερομηνία 8.8.2011, αναφέροντας μάλιστα ότι, η ουσία για τον ίδιο ήταν ότι ο πρώτος που έλαβε γνώση ήταν 3 ημέρες μετά το περιστατικό. Αποδέχτηκε όμως ο Μ.Υ.3 στην αντεξέταση του, ότι υπήρχαν δύο ενδεχόμενα, το πρώτο να μην είχε αποσταλεί το πιο πάνω έγγραφο στις 5/8 και το δεύτερο ή να αποστάληκε στις 5/8 και ο πρώτος που έλαβε γνώση να ήταν στις 8/
  4. Ερωτηθείς ο Μ.Υ.3 κατά την αντεξέταση του, αν αποδέχεται το ενδεχόμενο ο Διοικητής του ΚΕΝ να έστειλε το πιο πάνω έγγραφο στις 5/8 αλλά αυτό να άργησε να παραληφθεί και κατά συνέπεια να αργήσουν να γίνουν και οι σχετικές ενέργειες, ο Μ.Υ.3 απάντησε «όπως είπα και πριν είναι ένα ενδεχόμενο που δεν μπορεί να αποκλειστεί». Επίσης, σε σχέση με το συμπέρασμα ότι υπήρξε αργοπορία στην ενημέρωση, ο Μ.Υ.3 υποστήριξε ότι ενώ το συγκεκριμένο έγγραφο/σήμα (Τεκμήριο 11) δημιουργήθηκε όπως φαίνεται στις 5/8 δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί το πότε στάληκε στον αποδέχτη του, ενώ με βάση αυτό που είχε στην κατοχή του, φαίνεται ότι ο πρώτος που ενημερώθηκε σχετικά έλαβε γνώση 3 ημέρες μετά. Υποστηρίζοντας έτσι ότι, από την στιγμή που υπήρξε καθυστέρηση στην παραλαβή του σήματος (Τεκμήριο 11), εκτίμησε ότι, η καθυστέρηση προήλθε από το ΚΕΝ Πάφου. Ερωτηθείς ο Μ.Υ.3 ως προς το συμπέρασμα του για προσπάθεια αποσιώπησης του περιστατικού, με βάση τα λεχθέντα του, αυτό το συμπέρασμα προέκυψε και στηρίχθηκε στο γεγονός που αποδέχτηκε πιο πάνω, ότι δηλαδή, υπήρξε χρονικό διάστημα 3 ημερών για ενημέρωση. Ο Μ.Υ.3 ενώ παραδέχτηκε ότι η Μ.Υ.2 του είπε ότι «ο Αρχηγός της Εθνικής Φρουράς ήταν δυσαρεστημένος για το ότι δεν ενημερώθηκε άμεσα για το περιστατικό» και ερωτηθείς γιατί το δημοσίευμα ανάφερε «ότι ο Αρχηγός της ΕΦ ήταν εξοργισμένος με τον διοικητή του ΚΕΝ», αφού κάτι τέτοιο δεν του ανέφερε η Μ.Υ.2, απάντησε ότι το συμπέρασμα αυτό μπορούσε να εξαχθεί μέσα από την αλληλογραφία που είχε στην διάθεση του, συνεχίζοντας απαντώντας σε επόμενη σχετική ερώτηση «η λέξη εξοργισμένος δεν υπάρχει σε κάποια επιστολή και αλληλογραφία όμως είναι συμπέρασμα το οποίο εύλογα μπορεί να εξαχθεί με βάση τους χειρισμούς που έγιναν από την Διοίκηση του ΚΕΝ για το συγκεκριμένο περιστατικό. Επιπρόσθετα εάν θυμάμαι καλά με τα όσα μου μετέφερε η εκπρόσωπος του Υπουργείου έγινε αναφορά σε δυσαρέσκεια του Αρχηγού για την ενημέρωση που δεν είχε λάβει». Ο Μ.Υ.3, κατάληξε σε επιβεβαίωση των πληροφοριών για παρασιώπηση του συμβάντος και ότι αυτό ήταν αληθές, από το περιεχόμενου του σήματος (Τεκμήριο 11), όπου ο ενάγοντας αναφερόταν σε πρόχειρη εξέταση, το αποτέλεσμα της οποίας, κατά την γνώμη του μάρτυρα, ήταν περίπου απαλλακτικό για τον ΕΠΥ και καταδικαστικό για τον στρατιώτη. Κατά την αντεξέταση του ερωτηθείς σχετικά, ανέφερε ότι, ο διοικητής του ΚΕΝ θα έπρεπε να είχε την κρίση να ξεχωρίσει ότι οι σωματικές βλάβες που υπέστη ο εθνοφρουρός δεν μπορούσαν να γίνουν με μια απλή απώθηση. Αποδέχτηκε όμως ο Μ.Υ.3 στην αντεξέταση, του ότι, τα όσα αποτυπώνονται στο σήμα (Τεκμήριο 11) από τον ενάγοντα, με βάση το περιεχόμενο του, είναι αυτά που του λέχθηκαν από άλλα πρόσωπα που κλήθηκαν στο γραφείο του, και απάντησε με τρόπο που φαίνεται ο ίδιος να έκρινε ότι ήταν ο ορθός να πράξει ο ενάγοντας πως «με τον πρώτο που έπρεπε να είχε επαφή ήταν ο εθνοφρουρός». Μεταξύ των στοιχείων που έλαβε υπόψη του ο Μ.Υ.3, όπως φάνηκε, ήταν και το είδος των σωματικών βλαβών του εθνοφρουρού που περιγράφονται στην έκθεση γιατρού (Τεκμήριο 10), τις οποίες ο ίδιος φαίνεται αφού αξιολόγησε, έκρινε ότι αυτές δεν μπορούν να δημιουργηθούν από μια απώθηση, ως γινόταν αναφορά στο σήμα του ενάγοντα (Τεκμήριο 11) και έτσι κατέληξε ότι επιβεβαιώνονταν η πληροφόρηση του για παρασιώπηση του περιστατικού. Ένα άλλο στοιχείο, που φαίνεται να έλαβε υπόψη του ο Μ.Υ.3 και το οποίο αξιολόγησε, είναι ότι στις 8.8.2011 διατάχθηκε όπως η ανάκριση γίνει από προϊστάμενο κλιμάκιο κάτι για το οποίο δεν υπήρχε λόγος, αφού είπε ο μάρτυρας, επρόκειτο για ΕΠΥ σαφώς κατώτερο του Διοικητή και για αυτό θα έπρεπε να γίνει η ανάκριση από τον ίδιο τον Διοικητική του ΚΕΝ. Αυτό ο μάρτυρας το ανάφερε για να δικαιολογήσει το συμπέρασμα του ότι η έρευνα που διατάχθηκε αφορούσε και κάλυπτε και τις ενέργειες του Διοικητική του ΚΕΝ και στρεφόταν εναντίον του. Κρίνω συνεπώς, αυθαίρετο το συμπέρασμα του Μ.Υ.3, όταν μάλιστα αποδέχτηκε κατά την αντεξέταση του το ενδεχόμενο το σήμα 5.8.2011 (Τεκμήριο 11), να στάληκε την ίδια ημέρα, ότι από τα στοιχεία που είχε στην κατοχή του δεν μπορούσε να εξαχθεί αυτό το αποτέλεσμα και το μόνο συμπέρασμα που μπορούσε να εξαχθεί ήταν ότι υπήρξε καθυστέρηση στην ενημέρωση και μάλιστα καθυστέρηση που οφειλόταν αποκλειστικά στο ΚΕΝ. Επίσης, κρίνω αυθαίρετο το συμπέρασμα του ότι η έκφραση «κατά παντός υπευθύνου» σε μια μονάδα ξεκινά από το διοικητή και συνεπώς ο Αρχηγός της ΕΦ διέταξε έρευνα και κατά του Διοικητή. Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τα στοιχεία που είχε στην διάθεση του ο Μ.Υ.3, συμπεριλαμβανομένης και της πληροφόρησης από την Μ.Υ.2, υπήρχαν δύο ζητήματα/περιστατικά προς διερεύνηση, πρώτο ήταν το περιστατικό του ξυλοδαρμού και δεύτερο η καθυστέρηση στην πληροφόρηση, άρα ο εναγόμενος 2 θα έπρεπε να βεβαιωθεί πιο από τα δύο αφορούσε ή αν αφορούσε και τα δύο η πιο πάνω δήλωση του Αρχηγού της ΕΦ. Τα έγγραφα (Τεκμήριο 11, Τεκμήριο 12 και Τεκμήριο 6 31) τα οποία ο μάρτυρας ανάφερε ότι ήταν μεταξύ των εγγράφων που παρέλαβε εντός ανώνυμου φακέλου, τα οποία φέρουν ημερομηνία 5.8.2011 που είναι η ίδια ημέρα που έλαβε χώρα το περιστατικό ξυλοδαρμού στο ΚΕΝ Πάφου, τούτο που εκ πρώτης όψεως καταδείκνυαν ήταν ότι: (Α) Ο Διοικητής του ΚΕΝ απέστειλε σήμα (Τεκμήριο 11) με αρ. 327 με θέμα Τραυματισμός οπλίτη προς το ΓΕΕΦ. (Β) Ο Διοικητής του ΚΕΝ απέστειλε σήμα (Τεκμήριο 12) με αρ. 328 με προς το Υπολοχαγό (ΠΖ) Παύλο Παύλου με Κοινοποίηση στο ΓΕΕΦ για την διενέργεια ανάκρισης προς εξακρίβωση των συνθηκών και διερεύνηση του περιστατικού. (Γ) Ο Αρχηγός της ΕΦ στις 5.8.2011 δίδει οδηγίες προς τον Διοικητή της 8ης ταξιαρχίας για τον διορισμό «κατάλληλου Αξιωματικού για να διενεργήσει στρατιωτική ανάκριση προς εξακρίβωση των συνθηκών και των αιτίων κάτω από τις οποίες στις 5.8.2011....δέχτηκε επίθεση..». Συνεπώς, οι όποιες αναφορές του μάρτυρα αφορούσαν χρονικό διάστημα 3 ημερών καθυστέρηση προς ενημέρωση και συμπέρασμα για αποσιώπηση καταρρίπτονταν από τα πιο πάνω έγγραφα. Περαιτέρω και όπως ήταν λογικό, οι αναφορές της Μ.Υ.2 που έγιναν προς αυτόν, όχι μόνο δεν διευκρίνιζαν ή επαλήθευαν τις πληροφορίες του, αλλά δημιουργούσαν περαιτέρω σύγχυση για την αλήθεια τους. Δηλαδή ενώ φαίνεται ο Μ.Υ.3 να είχε στην κατοχή του έγγραφο που φαίνεται να μην επιβεβαιώνει την μη έγκαιρη ενημέρωση του Αρχηγού της ΕΦ (Τεκμήριο 6 - έγγραφο 31) και πληροφορείται από την Μ.Υ.2 ότι ο Αρχηγός της ΕΦ ήταν έντονα δυσαρεστημένος για το ότι δεν είχε ενημερωθεί άμεσα, δεν θέτει υπόψη της Μ.Υ.2 το πιο πάνω στοιχείο προς πλήρη ενημέρωσης της, ώστε και η ίδια να ζητήσει σχετικές πληροφορίες όπως από πού προήλθε η καθυστέρηση και σε ποιόν οφείλεται και πόσο χρονικό διάστημα αυτή η καθυστέρηση αφορούσε. Επιπρόσθετα το γεγονός ότι η πληροφόρηση για το περιστατικό του ξυλοδαρμού μπορεί να έγινε και να προήλθε πρώτα από την αστυνομία, αυτό δεν αναιρούσε το γεγονός ότι υπήρξε και έγινε ενημέρωση και από τον ενάγοντα. Υπό τις περιστάσεις, το μέρος το δημοσιεύματος «Πληροφορίες του «Φ» αναφέρουν ότι η διοίκηση της μονάδας προσπάθησε να υποβαθμίσει ή ακόμη και να αποσιωπήσει το περιστατικό, γεγονός το οποίος εξόργισε τον Αρχηγό της Εθνικής Φρουράς αντιστράτηγο Στυλιανό Νάση» δεν είχε αποδειχτεί ότι ήταν ένα πραγματικό και αληθινό γεγονός. Κανένα στοιχείο που έλαβε ο Μ.Υ.3 καμία περαιτέρω πληροφόρηση πέραν της αρχικής που έγινε από κάποια πηγή δεν επιβεβαίωνε τα πιο πάνω. Η οποία δυσαρέσκεια εκφράστηκε από τον Αρχηγό της ΕΦ δεν συνδεόταν με κάποια προσπάθεια του ενάγοντα να υποβαθμίσει ή και να αποσιωπήσει το περιστατικό. Η Μ.Υ.2 ανάφερε ότι, στον εναγόμενο 2 μετάφερε αυτά που του της είχαν πει, δηλαδή ότι «ο Αρχηγός της ΕΦ ήταν έντονα δυσαρεστημένος για το ότι δεν είχε ενημερωθεί άμεσα για το περιστατικό», η Μ.Υ.2 ούτε ανάφερε στον εναγόμενο 2 ότι ο Αρχηγός της ΕΦ ήταν εξοργισμένος με τον ίδιο τον ενάγοντα, ούτε ότι ήταν εξοργισμένος με το ότι ο ενάγοντας δεν ενημέρωσε έγκαιρα, ούτε η Μ.Υ.2 έθεσε σε γνώση του εναγόμενου 2 κάποιο στοιχείο ή γεγονός που συνιστούσε προσπάθεια αποσιώπησης και υποβάθμισης του περιστατικού από τον Διοικητή του ΚΕΝ. Καταλήγοντας, επαναλαμβάνω τα όσα αναφέρω στο αρχικό στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του εναγόμενου 2, ότι δηλαδή ο εναγόμενος 2, κατεύθυνε την σκέψη και την λογική του μετά την πληροφόρηση που έλαβε από την «πηγή» του σε μια συγκεκριμένη ερμηνεία και αξιολόγηση των στοιχείων και των πληροφοριών που έλαβε στη συνέχεια, κατά τρόπο που φάνηκε να ήθελε μόνο να επιβεβαιώσει την αρχική του πληροφόρηση και όχι να εντοπίσει την πραγματική αλήθεια. Περαιτέρω από προσεκτική μελέτη των εγγράφων που έχουν κατατεθεί ενώπιον μου, ενόψει και της επιμονής του εναγόμενου 2 ότι ο πρώτος που παρέλαβε το έγγραφο που είχε στην κατοχή του (Τεκμήριο 11) ήταν στις 8.8.2011, σύμφωνα με την σημείωση που υπάρχει σε αυτό και για αυτό η καθυστέρηση θα έπρεπε να αποδοθεί στο ΚΕΝ και στον διοικητή με τα επακόλουθα συμπεράσματα που έδωσε ο εναγόμενος περί αποσιώπησης κτλ, στο Τεκμήριο 6 υπάρχουν δύο φωτοαντίγραφα της επιστολής του Αρχηγού της ΕΦ ημερομηνίας 5.8.2011 όπου στην πρώτη δεν υπάρχει κάποια σφραγίδα ενώ στην δεύτερη υπάρχει ανάλογη σφραγίδα με ημερ. 9.8.2011, και θέτω το ερώτημα, τούτο θα μπορούσε να ερμηνευτεί με οποιοδήποτε ανάλογο τρόπο; Πέραν των όσων αναφέρονται στην αρχή της απόφασης μου, τα οποία είναι και παραδεκτά, καταλήγω περαιτέρω με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, στα ακόλουθα ευρήματα: Ο ενάγων μετά την αποφοίτηση του από το Λύκειο κατατάγηκε στην Εθνική Φρουρά τον Ιούλιο του 1976, όπου επιλέγηκε να τύχει εκπαίδευσης ως μόνιμος έφεδρος αξιωματικός στην Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού (ΣΕΑΠ) στην Κρήτη. Μετά το πέρας της εκπαίδευσης του συνέχισε την υπηρεσία του στην Εθνική Φρουρά με το βαθμό του έφεδρου αξιωματικού. Το 1978 μονιμοποιήθηκε με το βαθμό του Ανθυπολοχαγού και σήμερα στην ηλικία των 56 ετών κατέχει τον βαθμό του Συνταγματάρχη. Θέση στην οποία βρισκόταν όταν δημοσιεύτηκε το επίδικο δημοσίευμα. Ο ενάγων ήταν ο Διοικητής του ΚΕΝ Πάφου από 16/05/2010 μέχρι 08/09/2011, χρονικό διάστημα κατά το οποία καμία έρευνα δεν διατάχθηκε εναντίον του. Κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο Αρχηγός της Εθνικής Φρουράς ήταν ο Στυλιανός Νάσης. Στις 5.8.2011 ημέρα ορκωμοσίας των νεοσυλλέκτων στο ΚΕΝ Πάφου, καταγγέλθηκε στον ενάγοντα ενώ βρισκόταν στο γραφείο του από τον στρατιώτη Παπασάββα Ανδρέα ότι δέχτηκε επίθεση από τον ΕΠΥ Λοχία (ΠΖ) Μιχαήλ Θεόδουλο. Την ίδια ημέρα πιο πάνω στρατιώτης εξετάστηκε από ιατρό ο οποίος εξέδωσε και το πιστοποιητικό Τεκμήριο 10 στο οποίο περιέγραψε τα τραύματα του. Ο ενάγοντας την ίδια ημέρα που του έγινε η πιο πάνω καταγγελία, αφού διενήργησε πρόχειρη εξέταση για το περιστατικό διέταξε ανάκριση και προς τούτο συνέταξε τα Τεκμήρια 11 και 12 τα οποίο απέστειλε προς ενημέρωση στο ΓΕΕΦ. Ο Αρχηγός της ΕΦ στις 5.8.2011 διέταξε ανάκριση για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες «σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του στρατιώτη (ΠΒ) Παπασάββα Ανδρέα ..δέχτηκε επίθεση» (Τεκμήριο 6 έγγραφα 30 και 31) και η οποία ανάκριση ανατέθηκε στον Συνταγματάρχη (ΠΒ) Παπακωσταντίνου Ανδρέα, ο οποίος ετοίμασε την συνοπτική έκθεση ανάκρισης (Τεκμήριο 6 έγγραφο 28 α) ημερομηνίας 10.8.2011 και στην συνέχεια νέα συνοπτική έκθεση ημερομηνίας 21.11.2011(Τεκμήριο 6 1 α). Το γεγονός ότι ο αρχηγός της ΕΦ διέταξε ανάκριση για το περιστατικό του ξυλοδαρμού από τις 5.8.2011 δηλαδή την ίδια ημέρα της καταγγελίας και του παραπόνου του στρατιώτη, προκύπτει το συμπέρασμα ότι ο Αρχηγός της ΕΦ ενημερώθηκε την ίδια ημέρα. Αποδεχόμενη την μαρτυρία της Μ.Υ.2 το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η αρχική ενημέρωση έγινε από την αστυνομία χωρίς όμως αυτό να αναιρεί το ότι ο ενάγων ενημέρωσε έγκαιρα στις 5.8.2011 το προϊστάμενο κλιμάκιο με το σήμα Τεκμήριο
  5. Εναντίον του ενάγοντα, ουδέποτε διατάθηκε οποιοδήποτε έρευνα που να σχετίζεται με την άσκηση των καθηκόντων του κατά τον επίδικο χρόνο και καμία έρευνα που να αφορά ή να σχετίζεται με τα γεγονότα της υπόθεσης και ή να σχετίζεται με την μη έγκαιρη ενημέρωση του ΓΕΦΦ αναφορικά με το περιστατικό ξυλοδαρμού που επισυνέβη στο ΚΕΝ Πάφου στις 5.8.
  6. Ο εναγόμενος 2, ο οποίος συνέταξε το επίδικο δημοσίευμα, κατά σύνταξη του στηρίχθηκε στα όσα του λέχθηκαν από την πηγή του, στα έγγραφα που είχε στην κατοχή του και σε αυτά που του ανάφερε η Μ.Υ.
  7. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ: Η παρούσα αγωγή αφορά το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης. Τα άρθρα 17 μέχρι 24 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 αναφέρονται στην δυσφήμιση ως εξής: 17.-
(1)Η δυσφήμηση συνίσταται στη δημοσίευση από οποιοδήποτε πρόσωπο με έντυπο, γραπτό, ζωγραφιά, ομοίωμα, χειρονομίες, λόγια ή άλλους ήχους, ή με κάθε άλλο μέσο οποιασδήποτε φύσης, περιλαμβανομένης και της εκπομπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημοσιεύματος το οποίο - (α) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο έγκλημα ή (β) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημοσία θέση ή (γ) εκ φύσεως τείνει στο να βλάψει ή να επηρεάσει δυσμενώς την υπόληψη άλλου προσώπου στο επάγγελμα, επιτήδευμα, την εργασία, απασχόληση ή τη θέση του ή (δ) ενδέχεται να εκθέσει άλλο πρόσωπο σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη ή (ε) ενδέχεται να προκαλέσει την αποστροφή ή αποφυγή οποιουδήποτε προσώπου από άλλους. Για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου «έγκλημα» σημαίνει ποινικό αδίκημα ή άλλη αξιόποινη πράξη δυνάμει οποιουδήποτε νομοθετήματος που ισχύει στην Δημοκρατία, καθώς και πράξη οπουδήποτε που τελέστηκε οπουδήποτε ή οποία, εάν ετελείτο στη Δημοκρατία, θα ήταν αξιόποινη σε αυτήν.
(2)Η ευθύνη την οποία το πρόσωπο υπέχει δια δυσφημιστική δήλωση δεν είναι μικρότερη για μόνο τον λόγο ότι - (α) προβαίνει σε αυτήν υπό μορφή επαναλήψεως ή φημολογίας (hearsay) ή (β) αναφέρει συνάμα ή μετέπειτα την πηγή πάνω στην οποία εδράζεται ή δήλωση που έγινε ή (γ) τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 19, 20 και 21, πιστεύει την δήλωση ως αληθή ή (δ) δεν σκόπευε στην πραγματικότητα να προβεί σε αυτήν ή να δημοσιεύσει αυτή για τον ενάγοντα και ότι αφορούσε αυτόν ή (ε) τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 22, αγνοούσε την ύπαρξη του ενάγοντα. Νοείται ότι το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη αυτές ή παρόμοιες περιστάσεις κατά την επιδίκαση αποζημιώσεων.
(3)Χωρίς απόδειξη ειδικής ζημιάς δεν είναι δυνατή η έγερση αγωγής για δυσφήμηση η οποία με χειρονομίες, με λόγια ή άλλους ήχους, με εξαίρεση την εκπομπή με ασύρματη τηλεγραφία, εκτός όταν οι χειρονομίες, τα λόγια ή άλλοι ήχοι - (α) Αποδίδουν έγκλημα που δύναται να επισύρει στον ενάγοντα σωματική ποινή ή φυλάκιση σε πρώτη καταδίκη (β) σκοπεύουν στο να βλάψουν ή να επηρεάσουν με δυσμένεια την υπόληψη του ενάγοντα στο επάγγελμα, επιτήδευμα, απασχόληση ή τη θέση του (γ) αποδίδουν στον ενάγοντα μεταδοτική ή μολυσματική νόσο (δ) αποδίδουν σε γυναίκα ή κορασίδα μοιχεία ή ασέλγεια
(4)Δυσφήμιση διαπράττεται και αν ακόμη το δυσφημιστικό νόημα δεν εκφράζεται ευθέως ή πλήρως αρκεί αν το νόημα αυτό, και η αναφορά του σε αυτό που φέρεται ότι είναι δυσφημούμενο δύνανται να συναχθούν είτε από αυτή την ίδια την δυσφημιστική δήλωση είτε από εξωτερικές περιστάσεις, είτε μερικά από το ένα και μερικά από το άλλο. «18.
(1)Πρόσωπο δημοσιεύει δυσφημιστικό δημοσίευμα αν προκαλεί τέτοια χρήση του εντύπου, γραπτού, ζωγραφιάς, ομοιώματος, χειρονομιών, λόγων ή άλλων ήχων ή άλλων μέσων, με τα οποία μεταδίδεται το δυσφημιστικό δημοσίευμα, είτε με έκθεση, ανάγνωση, απαγγελία, περιγραφή, παράδοση, κοινοποίηση, διανομή επίδειξη, έκφραση, εκφώνηση ή άλλως πως, ώστε το δυσφημιστικό νόημα αυτού να περιέχεται ή να ενδέχεται να περιέλθει σε γνώση οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή (α) Αυτού που δυσφημείται από αυτό ή (β) του συζύγου ή της συζύγου αυτού που δημοσίευσε τη δυσφημιστική δήλωση κατά την διάρκεια του γάμου
(2)Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού, κοινοποίηση με ανοιχτή επιστολή ή ταχυδρομικό δελτάριο, ανεξάρτητα αν αποστέλλεται προς αυτόν που δυσφημείται ή προς άλλο, συνιστά δημοσίευση». Στο άρθρο 19 προβλέπονται ειδικές υπερασπίσεις σε αγωγή για δυσφήμιση (α) όταν αποδειχθεί ότι το δημοσίευμα ήταν αληθές (β) ότι το δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή ήταν έντιμο σχόλιο για θέμα δημόσιου συμφέροντος (γ) ότι η δημοσίευση ήταν προνομιούχα δυνάμει των άρθρων 20 και 21 και (δ) ότι η δυσφήμιση έγινε χωρίς πρόθεση δυνάμει του άρθρου 22. Για να πετύχει ο ενάγων σε αγωγή για δυσφήμηση, θα πρέπει να αποδείξει τα πιο κάτω στοιχεία: (α) ότι το δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό (β) ότι το δημοσίευμα αναφερόταν σε αυτόν (γ) ότι δημοσιεύτηκε. Στην κρινόμενη περίπτωση, παρά το ότι έγινε αποδεκτό ότι το επίδικο δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό και αναφερόταν στον ενάγοντα θα εξετάσω σε συντομία το κάτα πόσο πράγματι ο ενάγων πέτυχε να αποδείξει τα πιο πάνω. Αποτελεί προϋπόθεση, για την θεμελίωση αγώγιμου δικαιώματος ότι η δυσφημιστική δήλωση αφορούσε τον ενάγοντα (βλ. Knufer ν. London Express Newspaper Ltd
(1944)1 Αll E.R. 495, Hayward v. Thompson and others
(1981)3 All E.R 450, 456, Αλήθεια» Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.α ν. Λεωνίδα
(1997)1 Α.Α.Δ 550, Αρέστης Χαραλάμπους ν. Γεώργιου Βασιλείου
(2000)Πολ. Εφ. 10267) Σε όλες σχεδόν της περιπτώσεις υποθέσεων που αφορούν το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης, δεν γίνεται ρητή αναφορά του ονόματος του προσώπου που το σχετικό δημοσίευμα αφορά, (βλ. Σχετικές αποφάσεις Εταιρεία Ελληνική Έκδοση «Glafx Ltd» ν. Λοιζά
(1984)1 Α.Α.Δ 729, Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ν. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ 285, Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ν. Λεωνίδα
(1997)1 Α.Α.Δ 550, Λάζαρου Μαύρου ν. Θεόδωρου Στυλιανού και Χαρ. Ταλιαδώρου Πολ. Εφεση 11047, ημερομηνίας 12.11.2002). Στην υπόθεση Λεωνίδα (πιο πάνω) αναφέρθηκαν στα εξής: «δεν είναι όμως μόνο το ίδιο όνομα ή έστω η ομοιότητα του. Είναι η ιδιότητα του ενάγοντα ως αξιωματικού στην αστυνομική δύναμη, στοιχείο που εμπεδώνει και διακρίνει την ταυτότητα του». Συνάγεται από τα νομολογηθέντα επί του θέματος, ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση, ρητή αναφορά στο δημοσίευμα του ονόματος του προσώπου που το δημοσίευμα αφορά, για να δημιουργήσει αγώγιμο δικαίωμα, είναι αρκετή η αναφορά σε στοιχεία τα οποία προδίδουν την ταυτότητα του και καταλήγουν κατά τρόπο που φωτογραφίζουν αυτόν ή και αυτόν. (Ιt is not necessary that the words should refer to the plaintiff by name, Gatley on Libel and Slander 7η έκδοση σελ .126 παρ. 281) Δεν είναι ανάγκη επιπρόσθετα όλοι όσοι αναγνώσουν το δημοσίευμα να αντιληφθούν ότι αφορά τον ενάγοντα αρκεί έστω και λίγοι από αυτούς να αντιληφθούν ότι το δημοσίευμα αφορά τον ενάγοντα και αυτό είναι αρκετό να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της δυσφήμισης. Στην προκειμένη περίπτωση, το όνομα του ενάγοντα δεν αναφέρεται στο επίδικο δημοσίευμα. Το δημοσίευμα αναφέρεται σε περιστατικό ξυλοδαρμού που έγινε στο ΚΕΝ Πάφου και αναφέρει , «ο Διοικητής του ΚΕΝ», «εναντίον του Ταξίαρχου Διοικητή του ΚΕΝ». Ο Διοικητής του ΚΕΝ Πάφου κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ο ενάγοντας. Το ΚΕΝ Πάφου, με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία, είναι ένα και βρίσκεται στο χωριό Αναρίτα της Πάφου. Επίσης με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία, σε κάθε ΚΕΝ υπάρχει ένας διοικητής. Η αναφορά στο δημοσίευμα ότι ο Διοικητής είχε τον βαθμό του Ταξίαρχου ουδεμία σημασία έχει και δεν δημιουργεί καμία σύγχυση και σε ποιον αυτό αναφερόταν. Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, δεν αφήνεται κανένα περιθώριο αμφισβήτησης ότι το δημοσίευμα δεν αφορούσε το πρόσωπο του ενάγοντα και καταλήγω ότι αυτό αφορούσε τον ενάγοντα. Κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι ή δεν είναι δυσφημιστικό εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου το οποίο κρίνει το όλο θέμα ως θέμα πραγματικό, αποδίδοντας στις λέξεις ή στο κείμενο τη συνήθη και φυσική τους σημασία ως θα την αντίκριζε ο μέσος συνηθισμένος λογικός άνθρωπος και δεν έχει σημασία εάν ένας αναγνώστης θα εδέχετο το δημοσίευμα ως αληθινό ή ψεύτικο και ούτε έχει επίσης σημασία εάν η ερμηνεία ή έννοια ή το νόημα που αποδίδουν οι διάφοροι μάρτυρες στο δημοσίευμα (βλ. Τάσσος Παπαδόπουλος ν. Kyrix Publishing Co. Ltd
(1963)3 AAΔ.90 ). Σταθερό κριτήριο είναι κατά πόσο ο συνηθισμένος κοινός λογικός πολίτης θα μπορούσε να αντιληφθεί το δημοσίευμα ως δυσφημιστικό (βλ. Capital & County's Bank v. Henty
(1882)7 A.C. 745). Στην υπόθεση Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου ν. Δώρου Γεωργιάδη Πολ. Έφεση 278/2009 ημερ. 11.6.2013 λέχθηκε ότι το κριτήριο αν ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό ή όχι είναι το κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος, προς τον οποίο απευθύνεται το κείμενο, θα μπορούσε να αντιληφθεί κατά δυσφημιστικό τρόπο και όχι να αποδώσει απλώς ο ίδιος ο ενάγων ένα δυσφημιστικό νόημα στο δημοσίευμα, θεωρώντας τον εαυτό του θιγμένο ενώ το κείμενο μπορεί να είναι δεκτικό και άλλων αθώων ερμηνειών. Το Δικαστήριο όταν εξετάζει ένα τέτοιο θέμα δεν λαμβάνει υπόψη μόνο την ετυμολογία των λέξεων αλλά και την έννοια και σημασία τους όπως αυτή αναδύεται σε σχέση και σύνδεση με τον χρόνο, τον τόπο και γενικά τα περιστατικά που τις περιβάλλουν αλλά και την επικρατούσα κοινή γνώμη για το θέμα (βλ. Tidmore v. Mills
(1947)32 Ala AP. 243). Στην κρινόμενη περίπτωση καταλογίζεται στον ενάγοντα συγκεκριμένη συμπεριφορά ως προς την αντιμετώπιση ενός περιστατικού το οποίο όφειλε εκ της θέσεως του, και θα ήταν αναμενόμενο, να χειριστεί καταλλήλως, με επάρκεια και αμεροληψία. Μέσα από το δημοσίευμα αποδίδεται στον ενάγοντα ανάρμοστη συμπεριφορά υπό την ιδιότητα του ως Διοικητής του ΚΕΝ Πάφου και κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Αποδίδει στον ενάγοντα ανεπάρκεια και ανευθυνότητα και παρουσιάζει τον ενάγοντα ως πρόσωπο που μεροληπτεί και ασκεί με ανέντιμο τρόπο τα καθήκοντα του, επίσης ως πρόσωπο που συγκαλύπτει παράνομες πράξεις και καταδικαστέες συμπεριφορές. Ο μέσος λογικός αναγνώστης διαβάζοντας το επίδικο δημοσίευμα, δεν μπορεί παρά να αντιλήφθηκε τα πιο πάνω και να αισθάνθηκε σε κάποιο μέγεθος αποστροφή για την συμπεριφορά του ενάγοντα και εμπάθεια για το πρόσωπο του. Κατά συνέπεια κρίνω και καταλήγω ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό για τον ενάγοντα. Όπως στην υπόθεση Παπασάββα (πιο κάτω) λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο: Στο κάτω κάτω δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι δυσφημιστικό είναι οποιοδήποτε δημοσίευμα, το οποίο τείνει να μειώσει τον ενάγοντα στην εκτίμηση των ορθώς σκεπτομένων μελών της κοινωνίας γενικά (κατά τον Λόρδο Atkin στην υπόθεση Sim v. Stretch
(1936)80 S.J 669 (H.L.) ) ή να τον αποκόψει από την κοινωνία ( Villers v. Monsley
(1976)2 Wils. σελ 403, 404) ή να τον εκθέσει στο μίσος, περιφρόνηση η χλεύη (Parmiter v. Coupland
(1840)6 M. W. Σελ 108). Κάποια μομφή δυνατόν να είναι δυσφημιστική, ανεξαρτήτως του αν γίνεται πιστευτή από αυτούς στους οποίους δημοσιοποιείται. Περαιτέρω με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης ο ενάγων έχει νομιμοποιηθεί στην έγερση της αγωγής εναντίον των εναγομένων 1 και 2, εφόσον η εναγόμενη 1 είναι η εκδότρια εταιρεία της εφημερίδας στην οποία δημοσιεύτηκε το επίδικο δημοσίευμα και ο εναγόμενος 2 ο συντάκτης του επίδικου δημοσιεύματος. Απομένει στην συνέχεια η εξέταση των υπερασπίσεων που οι εναγόμενοι προβάλλουν και σε περίπτωση αποτυχίας τους η εξέταση των θεραπειών που δικαιούται ο εναγόμενος. Η υπεράσπιση προώθησε τις πιο κάτω υπερασπίσεις: Ι. Ότι το περιεχόμενο των επιδίκων δημοσιευμάτων ήταν αληθινό. ΙΙ. Ότι τα επίδικα δημοσιεύματα συνιστούσαν έντιμο σχόλιο επί ζητήματος δημοσίου ενδιαφέροντος. ΙΙΙ. Τα επίδικα δημοσιεύματα ήταν προνομιούχα υπό επιφύλαξη. Η υπεράσπιση της υπεύθυνης δημοσιογραφίας. Η υπεράσπιση της αλήθειας. Η υπεράσπιση της αλήθειας έχει κατοχυρωθεί νομοθετικά μέσω του Άρθρου 19(α) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: "19. Σε αγωγή για δυσφήμηση αποτελεί υπεράσπιση - (α) ότι το δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή ήταν αληθές. Όταν προβάλλεται η υπεράσπιση της αλήθειας η υπεράσπιση φέρει το βάρος να αποδείξει το αληθές των δημοσιευμάτων ενώ δεν απαιτείται να αποδειχθεί η αλήθεια κάθε λεπτομέρειας των γεγονότων που αναφέρονται στα δημοσιεύματα. Αρκεί η ουσία του δυσφημιστικού δημοσιεύματος να αποδειχθεί αληθής. Ως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στη Grobbelaar v News Group Newspapers Ltd
(2002)4 All E.R. 732, είναι αρκετό να αποδειχθεί «το κεντρί» (sting) των ισχυρισμών του. Όταν το δυσφημιστικό δημοσίευμα περιέχει δύο ή περισσότερες ξεχωριστές κατηγορίες κατά του ενάγοντα, η υπεράσπιση αυτή δεν καταρρίπτεται για μόνο το λόγο ότι δεν αποδεικνύεται το αληθές κάθε μιας κατηγορίας, αν το μέρος του δημοσιεύματος που δεν αποδείχθηκε ως αληθές, δεν βλάπτει ουσιωδώς την υπόληψη του ενάγοντα αφού ληφθεί υπόψη το αληθές των υπολοίπων κατηγοριών. Στην προκειμένη περίπτωση και τούτο είναι παραδεκτό, δεν έχουν αποδειχτεί τα ακόλουθα. (α) Ο βαθμός του στρατιώτη. Σύμφωνα με το δημοσίευμα το θύμα του ξυλοδαρμού ήταν νεοσύλλεκτος στρατιώτης, ενώ στην πραγματικότητα ήταν στρατιώτης (ΠΒ). (β) Ο στρατιωτικός βαθμός του ενάγοντα. Στο δημοσίευμα αναφέρεται ότι ο Διοικητής του ΚΕΝ ήταν Ταξίαρχος ενώ ο ενάγων κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν Συνταγματάρχης. (γ) Ότι διατάχθηκε έρευνα εναντίον του ενάγοντα. Τούτο που έχει προκύψει μέσα από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία είναι ότι ουδέποτε διατάχθηκε από τον Αρχηγό της ΕΦ ή άλλον, οποιαδήποτε έρευνα εναντίον του ενάγοντα που να σχετίζεται ή να συνδέεται με το περιστατικό της 5.08.2011 και/ή έρευνα για πράξεις του ενάγοντα σχετικά με τα καθήκοντα του στα πλαίσια εξέτασης του πιο πάνω περιστατικού. Τα δύο πρώτα που δεν έχει αποδειχτεί η αλήθεια τους κρίνω ότι δεν είναι τα καθοριστικά στοιχεία της πιο πάνω υπεράσπισης των εναγόμενων και δεν την επηρεάζουν. Η θέση των εναγομένων είναι ότι, έχει αποδειχτεί η αλήθεια των ακόλουθων γεγονότων: (α) Ο Διοικητής του ΚΕΝ προσπάθησε να αποσιωπήσει το περιστατικό. (β) Η Διοίκηση της μονάδας προσπάθησε να υποβαθμίσει ή ακόμη και να αποσιωπήσει το περιστατικό. (γ) Ο Διοικητής του ΚΕΝ δεν είχε ενημερώσει επαρκώς το ΓΓΕΦ και τον Αρχηγό για το περιστατικό του ξυλοδαρμού. Στην υπόθεση Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου ν. Χαράλαμπος Καψός
(2009)ΑΑΔ 1 (Β) 1175 λέχθηκαν τα εξής αναφορικά με την υπεράσπιση της αλήθειας: Όπως προκύπτει από το ίδιο το λεκτικό του προαναφερθέντος άρθρου, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, όπως και εδώ, κάποιο δημοσίευμα περιέχει περισσότερους από ένα δυσφημιστικούς ισχυρισμούς, έστω και αν δεν αποδειχθεί η αλήθεια κάποιων από τους ισχυρισμούς, εν τούτοις μπορεί να στοιχειοθετηθεί και να επιτύχει η υπεράσπιση της αλήθειας. Το κριτήριο το οποίο θέτει ο ίδιος ο νομοθέτης σε μια τέτοια περίπτωση είναι η διακρίβωση κατά πόσο το μέρος ή τα μέρη του δημοσιεύματος που δεν αποδείχτηκε ότι είναι αληθινά, βλάπτουν ουσιωδώς την υπόληψη του εφεσίβλητου, λαμβανομένου όμως υπόψη του αληθούς των υπόλοιπων κατηγοριών. Νομοθετική πρόνοια με παρόμοιο λεκτικό συναντάτο και στο Αγγλικό Defamation Act 1952, Αρθρο
  1. Όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Pamplin v. Express Newspapers Ltd (No. 2) [1998] 1 All E.R. 282, μια υπεράσπιση η οποία βασίζεται στη μερική αλήθεια των προβληθέντων ισχυρισμών, μπορεί να ευσταθήσει, εάν δε αυτό δεν καταστεί δυνατό, ο εναγόμενος μπορεί να βασισθεί στα αποδειχθέντα ως αληθή γεγονότα, έτσι ώστε να μειώσει και σχεδόν να εκμηδενίσει το ποσό των επιδικασθησόμενων αποζημιώσεων. Όπως δε τονίστηκε και στην υπόθεση Reynolds v. Times Newspapers Ltd and Others [1999] 4 All E.R. 609, η απόδειξη της αλήθειας συνιστά μια ολοκληρωμένη υπεράσπιση. Εάν ο εναγόμενος αποδείξει ουσιωδώς την αλήθεια των ισχυρισμών του αυτό είναι αρκετό. Στην απόφαση του House of Lords στην υπόθεση Grobbelaar v. News Group Newspapers Ltd and Another [2002] 4 All E.R. 732, τονίστηκε ότι είναι καλά καθιερωμένη αρχή ότι για να επιτύχει υπεράσπιση της αλήθειας, ο εναγόμενος δεν χρειάζεται να αποδείξει την αλήθεια ενός εκάστου επιβλαβούς ισχυρισμού στον οποίο είχε προβεί. Είναι αρκετό εάν αποδείξει το κεντρί (sting) των ισχυρισμών του και οι ένορκοι (εδώ το Δικαστήριο) θα πρέπει να διακριβώσουν ποιο είναι το κεντρικό σημείο (sting) του δημοσιεύματος. Όπως περαιτέρω αναφέρεται και στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 6th Edition, para 1053, είναι επαρκές εάν η υπεράσπιση της αλήθειας καλύπτει την κύρια κατηγορία ή την ουσία της δυσφήμησης και ο εναγόμενος δεν χρειάζεται όπως δικαιολογήσει επουσιώδεις λεπτομέρειες ή καταχρηστικές εκφράσεις, οι οποίες δεν προσθέτουν στο κεντρί της δυσφήμησης, ή οι οποίες δεν προκαλούν στον αποδέκτη επίπτωση διαφορετική απ' εκείνη η οποία προκλήθηκε από το ουσιώδες μέρος το οποίο αποδεικνύεται αληθές. Είναι αρκετό εάν η ουσία της δυσφημιστικής δήλωσης δικαιολογείται. Στην υπόθεση Καψός (πιο πάνω) λέχθηκε πως δεν είναι καθήκον του δημοσιογράφου να διερευνά ο ίδιος την ουσία των υπό διερεύνηση καταγγελιών προς το σκοπό επαλήθευσης τους. Το δημοσιογραφικό καθήκον σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να εξικνείται στην κατά το δυνατό ακριβή και υπεύθυνη μετάδοση ενημερωτικών πληροφοριών ως προς το αντικείμενο των καταγγελιών ή κατηγοριών, τα μέτρα που λαμβάνονται προς διερεύνηση τους και την εξέλιξη των γεγονότων που σχετίζονται με τις καταγγελίες ή τη διερεύνηση τους Στην κρινόμενη περίπτωση καταλήγω ότι δεν έχει αποδειχθεί η αλήθεια των ουσιωδών γεγονότων που αναφέρονται στο επίδικο δημοσίευμα. Αυτά τα οποία ο εναγόμενος 2 υποστήριξε ότι ήταν τα στοιχεία που αποδείκνυαν το αληθές τους και τα οποία δεν επιδέχονταν άλλης ή διαφορετικής ερμηνείας έχουν απορριφθεί στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του. Επρόκειτο κατά την άποψη μου για εντελώς υποκειμενική αντιμετώπιση του όλου ζητήματος από τον εναγόμενο 2 και έδωσε ερμηνεία σε κάποια στοιχεία τα οποία ο ίδιος παραδέχτηκε κατά την αντεξέταση του ότι επιδέχονταν και άλλης ερμηνείας. Μέσα από την μαρτυρία που η πλευρά των εναγομένων έχει παρουσιάσει, δεν επιβεβαιώνεται εξορισμός του αρχηγού της ΕΦ με τον ενάγοντα ούτε και πράξεις του ενάγοντα που να συνιστούν παρασιώπηση του περιστατικού του ξυλοδαρμού. Σε κανένα έγγραφο που συντάχθηκε από τον Αρχηγό της ΕΦ δεν γίνεται κάποια αναφορά στον ενάγοντα και σε διαγωγή του η οποία έτυχε επίκρισης. Το συμπέρασμα ότι η διοίκηση της μονάδας προσπάθησε να υποβαθμίσει ή ακόμη και να αποσιωπήσει το περιστατικό, γεγονός το οποίος εξόργισε τον Αρχηγό της Εθνικής Φρουράς αντιστράτηγο Στυλιανό Νάση όπως πιο πάνω αναφέρω ήταν αυθαίρετο. Στην υπόθεση Καψός (πιο πάνω) την οποία επικαλέστηκε η υπεράσπιση, της οποία τα γεγονότα θεωρώ ότι δεν ομοιάζουν, η αναφορά για δυσαρέσκεια των Αιγυπτιακών αρχών δεν αποδείχτηκε, αποδείχτηκε όμως το αληθές των μεταδόσεων που είχαν να κάνουν με την καταγγελίες εις βάρος του εφεσίβλητου υπό την ιδιότητα του ως πρέσβης της Δημοκρατίας στην Αίγυπτο. Οι ανακρίβειες που εντόπισε το πρωτόδικο δικαστήριο κρίθηκαν ότι ήταν περιφερειακής σημασίας ενώ η δυσαρέσκεια των Αιγυπτιακών Αρχών ως γεγονός που δεν αποδείχτηκε δεν θεωρήθηκε ικανή να εμποδίσει την στοιχειοθέτηση της υπεράσπισης της αλήθειας. Η υπεράσπιση του εντίμου ή δίκαιου σχολιασμού. To Άρθρο 19(β) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 προνοεί για το θέμα του εντίμου σχολίου. Διαβάζουμε σχετικά: «
  2. Σε αγωγή για δυσφήμιση αποτελεί υπεράσπιση (α) ........ (β) ότι το δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή ήταν έντιμο σχόλιο για θέμα δημοσίου συμφέροντος. Νοείται ότι όταν το δυσφημιστικό δημοσίευμα συνιστάται εν μέρει στον ισχυρισμό γεγονότων και εν μέρει στην έκφραση γνώμης, υπεράσπιση εντίμου σχολίου δεν καταρρίπτεται για μόνο το λόγο ότι δεν αποδεικνύεται το αληθές κάθε ισχυρισμού γεγονότος ,αν η έκφραση γνώμης αποτελεί έντιμο σχόλιο αφού ληφθούν υπόψη αυτά τα οποία ισχυρίζεται ή αναφέρονται στο δυσφημιστικό δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή τα οποία αποδεικνύονται. Νοείται περαιτέρω ότι η βάση της παραγράφου αυτής υπεράσπιση δεν επιτυγχάνεται αν ο ενάγων αποδείξει ότι η δημοσίευση δεν έγινε καλή τη πίστη εντός της έννοιας του εδαφίου
(2)του άρθρου 21 του Νόμου αυτού». Στην υπόθεση Καψός (πιο πάνω) λέχθηκαν επίσης τα εξής αναφορικά με την υπεράσπιση του εντίμου ή δίκαιου σχολιασμού: «Όπως ρητά αναφέρεται στο πιο πάνω εδάφιο του Άρθρου 19, το επίδικο δημοσίευμα στο οποίο θα εφαρμοσθεί ή όχι αυτή η υπεράσπιση θα πρέπει να συνιστά "σχόλιο". Ορθά άλλωστε είχε εντοπίσει και το πρωτόδικο Δικαστήριο στην αρχή της ενασχόλησης του με αυτό το θέμα ότι, ο έντιμος σχολιασμός περιλαμβάνει τρία στοιχεία υπεράσπισης: (
  1. i)Ότι οι επίδικες λέξεις αποτελούν σχόλιο και όχι δήλωση γεγονότων, (
  2. ii)Ότι αποτελούν έντιμο ή δίκαιο (fair) σχολιασμό επί γεγονότων ορθώς διατυπωμένων και, (iii) Ότι αποτελούν σχολιασμό επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος. ................. Εκείνο επομένως που θα μπορούσε να καλύψει η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου είναι τη δημοσίευση κάποιου σχολίου, γνώμης κλπ. και όχι τον καταλογισμό κάποιου γεγονότος στο πρόσωπο του δυσφημουμένου. Όπως ορθά είχε διευκρινιστεί και στην υπόθεση Hunt v. Star Newspaper Co. Ltd [1908] 2 K.B. 319, κάποιο σχόλιο, για να δικαιολογείται ο χαρακτηρισμός του ως δίκαιο ή έντιμο, θα πρέπει κατ' αρχή να παρουσιάζεται ως σχόλιο και δεν πρέπει να είναι τόσο αναμεμειγμένο με τα γεγονότα ώστε ο αναγνώστης να μη μπορεί να διακρίνει μεταξύ του τι είναι αναφορά γεγονότος (report) και τι είναι σχόλιο. Η ίδια θέση παρατίθεται και στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 6th Edition, para 705, όπου και τονίζεται ότι μια δυσφημιστική δήλωση γεγονότος δεν συνιστά ούτε σχόλιο, ούτε γνώμη ή κριτική. Ισχυρισμός ή καταλογισμός κάποιου γεγονότος είναι όταν καταλογίζεται σε κάποιον ότι προέβη σε μια πράξη ή ενέργεια, ενώ σχόλιο συνιστά ο χαρακτηρισμός της πράξης ως απεχθούς, ανέντιμης κ.λπ.. Οι πιο πάνω θέσεις υιοθετήθηκαν επανειλημμένα και σε νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων. (Βλ. π.χ. Εταιρεία Δημοσιογραφική Χ.Λ.Σ. Λτδ κ.ά. v. Φιλίππου (άλλως Φαλκονέττι)
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 958)». Επίσης, ως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην Αγγλική απόφαση Reynolds v Times Newspapers Ltd and other, ".It is important to keep in mind that this defence is concerned with the protection of comment, not imputation of fact. If the imputation is one of fact, a ground of defence must be sought elsewhere. Further to be within this defence the comment must be recognizable as comment, as distinct from an imputation of fact". Το κριτήριο για να κριθεί κατά πόσο το σχόλιο είναι έντιμο ή όχι είναι αν ένας έντιμος άνθρωπος παρά την προκατάληψη που μπορεί να τον διακατέχει και τις υπερβολικές απόψεις του θα μπορούσε να είχε προβεί στη συγκεκριμένη κριτική. Ως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander: «.The question which the jury must answer is this: "Would any [honest] man, however prejudiced be might be, or however exaggerated or obstinate his views, have written this criticism? Could an honest person, holding a strong a view, holding perhaps an obstinate view, holding perhaps a prejudiced view - could an honest person have been capable of writing this? That is a totally different question from the question, "Do you agree with what he has said"». Συνεπώς όταν εξετάζεται η υπεράσπιση αυτή κρίσιμο είναι να διαπιστωθεί εάν στο δημοσίευμα εμπεριέχονται σχόλια επί γεγονότων και αφού εντοπιστούν σχόλια να εξεταστεί στη συνέχεια εάν ο σχολιασμός επί γεγονότων είναι έντιμος και δίκαιος ως επίσης και αν αυτός ο σχολιασμός ήταν επιτρεπτός αφού επρόκειτο για σχολιασμό επί δημοσίου ενδιαφέροντος. Το επίδικο δημοσίευμα καταγράφεται πιο πάνω, και δεν υπάρχει ανάγκη επανάληψης του, σε αυτό δεν εντοπίζονται σχόλια και εκφράσεις γνώμης σε βάρος του ενάγοντα. Εφόσον λοιπόν σε αυτό καταγράφονται μόνο γεγονότα και όχι προβολή σχολίων καταλήγω ότι δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της υπεράσπισης του εντίμου ή δίκαιου σχολιασμού στην παρούσα περίπτωση. Η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη. Η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη προνοείται από το Άρθρο 21 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, που προνοεί τα ακόλουθα: «Η δημοσίευση δυσφημιστικού δημοσιεύματος είναι προνομιούχα, υπό την επιφύλαξη ότι έγινε καλή τη πίστει, στις ακόλουθες περιπτώσεις, δηλαδή - (α) αν η σχέση μεταξύ του προσώπου από το οποίο και του προσώπου προς το οποίο έγινε η δημοσίευση είναι τέτοια ώστε το πρόσωπο που δημοσίευσε να τελεί υπό νομικό, ηθικό ή κοινωνικό καθήκον να δημοσιεύσει αυτό προς το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η δημοσίευση και ο τελευταίος έχει αντίστοιχο συμφέρον στη λήψη του δημοσιεύματος ή το πρόσωπο που δημοσίευσε έχει έννομο προσωπικό συμφέρον που χρειάζεται προστασία, και το πρόσωπο προς το οποίον έγινε η δημοσίευση τελεί υπό αντίστοιχο νομικό, ηθικό ή κοινωνικό καθήκον να προστατεύσει το εν λόγω συμφέρον: Νοείται ότι η δημοσίευση δεν υπερβαίνει είτε κατ' έκταση είτε κατ'ουσία το εύλογα επαρκές υπό τις περιστάσεις. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Στην υπόθεση Σωκράτης Ζ. Ηλιάδης ν. Κώστα Βενιζέλου
(2009)1 ΑΑΔ 960 αναφορικά με την πιο πάνω υπεράσπιση λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι δεδομένο ότι το δίκαιο της δυσφήμησης θέτει τέτοιους περιορισμούς στην ελευθερία του λόγου. Το Κοινοδίκαιο και οι πρόνοιες του σχετικά με τη δυσφήμηση έχει εξελιχθεί ανεξάρτητα από τη διασφάλιση της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης και έτσι πρέπει τώρα να εφαρμόζεται σε συσχετισμό με το δίκαιο της ελευθερίας που διασφαλίζεται με το Άρθρο 10 της Σύμβασης. Η νομολογία των χωρών του Κοινοδικαίου δείχνει μία συνεχή τάση διεύρυνσης των ορίων της ελευθερίας του λόγου και του περιορισμού του πεδίου του παρεκκλίσεων που προνοούνται για το δικαίωμα. Παρόμοια είναι η τάση και στην Αγγλία, όπου υπήρξε και διεύρυνση του πεδίου της υπεράσπισης του προνομίου υπό επιφύλαξη (Reynolds v. Times Newspapers [1998] 3 Αll E.R. 961, [1999] 4 All E.R. 609 και Charman v. Orion Ltd [2008] 1 All E.R. 750). Οι περιορισμοί που επιβάλλονται από το δίκαιο της δυσφήμησης και το καθήκον και το δικαίωμα των μέσων ενημέρωσης για πληροφόρηση του κοινού σε πολιτικά θέματα και σε θέματα που αφορούν δημόσια πρόσωπα, εξισορροπείται από την υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη, το οποίο μπορεί να επικαλεστούν άτομα που δημοσιεύουν δυσφημιστικό υλικό και, ιδιαίτερα, ο τύπος και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη προνοείται από το Άρθρο 21 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, που προνοεί τα ακόλουθα:...» «Η υπεράσπιση αυτή αφορά το καθήκον του τύπου να πληροφορεί το κοινό για θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος και το δικαίωμα του κοινού να τυγχάνει πληροφόρησης για τέτοια θέματα, αφού τέτοιος ελεύθερος διάλογος είναι εκ των ουκ άνευ σε μία δημοκρατική κοινωνία. Μερικές από τις αρχές που διέπουν το θέμα διαφαίνονται από το σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση Reynolds (πιο πάνω), που περιληπτικά έχουν ως ακολούθως: (α) Πληροφόρηση για πολιτικά θέματα, αν περιέχει δυσφημιστικό υλικό, δεν καλύπτεται αυτόματα από την υπεράσπιση προνομίου υπό επιφύλαξη, αλλά είναι το περιεχόμενο της πληροφόρησης που μπορεί να έχει αυτό το αποτέλεσμα, ανάλογα με τη σπουδαιότητα του για το κοινό και το σχετικό δικαίωμα του κοινού να τυγχάνει πληροφόρησης. (β) Η υπεράσπιση έχει ελαστικότητα και βασίζεται στις πραγματικότητες των καιρών: Η σημασία των θεμάτων και το ενδιαφέρον του κοινού είναι παράγοντες που υπόκεινται σε αλλαγή. (γ) Η ύπαρξη της υπεράσπισης του προνομίου υπό επιφύλαξη εξαρτάται από αριθμό παραγόντων, που έχουν ως πυρήνα τους το καθήκον του τύπου να ερευνά για να βρει την αλήθεια του δημοσιεύματος και να δημοσιεύει με δίκαιο τρόπο συγκρουόμενες εκδοχές. Η ύπαρξη της υπεράσπισης αυτής σε κάθε περίπτωση και σε κάθε χώρα αποφασίζεται από ένα συνδυασμό των ειδικών νομοθετικών προνοιών και της αντίληψης των κριτηρίων που τη διέπουν, όπως προκύπτουν από τη νομολογία. Το θέμα εξισορρόπησης του δικαιώματος ελευθερίας έκφρασης και του δικαιώματος του ατόμου για τη φήμη του, είναι ένα δύσκολο έργο. Έχει επίσης λεχθεί επί του προκειμένου ότι ανακριβείς δηλώσεις είναι αναπόφευκτες στον ελεύθερο διάλογο και πρέπει να προστατεύονται, αν η ελευθερία της έκφρασης θα έχει τις αναγκαίες προϋποθέσεις που χρειάζεται για να επιβιώσει. Το κύριο επιχείρημα για την προστασία του δικαιώματος της ελευθερίας του τύπου είναι η ενθάρρυνση για ένα ελεύθερο διάλογο σε θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος. Η υπόθεση Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ (πιο πάνω) είναι σχετική. (Βλ. και απόφαση ΕΔΑΔ Alithia Publishing Co Ltd & Constantinides v. Cyprus, decision 22.5.08, Appl. No. 1755/2003). Για να μπορεί εναγόμενος να επικαλεστεί επιτυχώς την υπεράσπιση του προνομίου υπό αίρεση, θα πρέπει να έχει ενεργήσει καλόπιστα και να πίστευε όταν έκανε τη δημοσίευση ότι τα όσα αναληθώς ανέφερε ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Περαιτέρω, θα πρέπει το θέμα στο οποίο αφορά η δημοσίευση να είναι ζήτημα το οποίο ο εναγόμενος έχει υποχρέωση ή καθήκον να δημοσιοποιήσει και σε σχέση με το οποίο ο αποδέκτης της δημοσίευσης έχει κάποιου είδους καθήκον ή ενδιαφέρον. Η λέξη «ενδιαφέρον» υποδηλώνει στοιχείο το οποίο μπορεί να τύχει νομικής αναγνώρισης. Η απλή περιέργεια ή επιθυμία πληροφόρησης που δεν συνδέεται με στοιχείο που να έχει αυτά τα χαρακτηριστικά δεν αρκεί». Το θέμα αυτό απασχόλησε πρόσφατα το Εφετείο στην υπόθεση Phileleftheros Public Company Ltd κ.α v Α. Χριστοδούλου Πολ. Έφεση 15/2009 20/7/2012, το οποίο αποφάσισε ότι, η υπεύθυνη δημοσιογραφία απαιτεί είτε επαλήθευση των στοιχείων, είτε συγγραφή του δημοσιεύματος με τέτοιο τρόπο που να εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον, χωρίς να γίνεται αναφορά σε γεγονότα που όχι μόνο δεν είχαν επαληθευθεί πλήρως, αλλά και δεν ήταν απολύτως αναγκαία για την προβολή του θέματος στη γενικότητα του. Μόνο σε περίπτωση που πρόκειται για επείγον θέμα δικαιολογείται η μη πλήρης επιβεβαίωση των γεγονότων. Είναι η θέση της υπεράσπισης ότι ο εναγόμενος 2 και κατά συνέπεια η εναγόμενη 1 Αξίζουν να τύχουν της προστασίας που προσφέρει η υπεράσπισης της Reynolds. Στην προκειμένη περίπτωση, ο χαρακτηρισμός της «πηγής» ως έγκυρης και αξιόπιστης προήλθε από τον εναγόμενο 2 και δεν υπάρχουν τα στοιχεία εκείνα για να κριθεί, χωρίς να υπήρχε ανάγκη αποκάλυψης της, εάν πράγματι ήταν έγκυρη και αξιόπιστη. Η λήψη μέτρων προς εξακρίβωση της αλήθειας στην προκειμένη περίπτωση έγινε, αφού ο εναγόμενος 2 επικοινώνησε με την Μ.Υ.2 προς επιβεβαίωση, όμως όπως και πιο πάνω αναφέρω, τίποτε από αυτά που καταλογίζονται με το δημοσίευμα στον ενάγοντα δεν ειπώθηκαν δια του στόματος της Μ.Υ.2 και ενώ της υποβλήθηκε σχετικό ερώτημα για το πρόσωπο του ενάγοντα. Αποδεχόμενο το δικαστήριο ότι επρόκειτο για θέμα δημοσίου συμφέροντος και το κοινό θα έπρεπε να πληροφορηθεί, το καθηκόν αυτό έγκειτο στην πληροφόρηση του περιστατικού του ξυλοδαρμού, μιας ανακοίνωσης για την ανάκριση που διατάχθηκε ως επίσης και της δυσαρέσκειας του αρχηγού της ΕΦ για το ότι δεν ενημερώθηκε έγκαιρα. Ενώ όπως φάνηκε και από την μαρτυρία της Μ.Υ.2, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν επηρεασμένη ολόκληρη η ηγεσία της Εθνικής Φρουρά και αρά ευαισθητοποιημένη ενόψει τη περιρρέουσας κατάστασης που είχε προκαλέσει η έκρηξη στο Μαρί γεγονός που ίσως να επηρέασε την αντίδραση του Αρχηγού της ΕΦ. Η μη ύπαρξη επικοινωνίας με τον ενάγοντα, έγινε σύμφωνα με τον εναγόμενο 2 για τρείς λόγους οι οποίοι αναφέρονται πιο πάνω. Οι δύο πρώτοι δεν επιβεβαιώθηκαν ότι ισχύουν εφόσον, η επίσημη διασταύρωση της πληροφορίας από την Μ.Υ.2 δεν επιβεβαίωνε τα ερωτήματα που της έθεσε και ούτε υπήρχε στοιχείο στην κατοχή του εναγόμενου 2 που να επιβεβαιώνει την διαταγή έρευνας εναντίον του ενάγοντα. Σε ότι αφορά το τρίτο στοιχείο που επικαλέστηκε αυτό δεν τον επηρέαζε να ζητήσει την άποψη και την γνώμη του ενάγοντα έστω και αυτός του δήλωνε ότι δεν μπορεί να προβεί σε δηλώσεις. Συνεπώς καταλήγω ότι ούτε η υπεράσπιση του προνομίου υπό αίρεση και οι προϋποθέσεις της Reynolds δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής. Έχοντας καταλήξει, ότι το δημοσίευμα αφορούσε τον ενάγοντα, ότι αυτό ήταν δυσφημιστικό για τον ενάγοντα αλλά και λόγω της απόρριψης των υπερασπίσεων των εναγομένων τούτο που απομένει προς εξέταση είναι το θέμα των αποζημιώσεων που ο ενάγων αξιώνει με την αγωγή του. Ασχέτως της απόδειξης πραγματικής ζημιάς εκ μέρους του ενάγοντα η δυσφήμιση είναι ένα από τα αστικά αδικήματα στα οποία δικαιούται εις αποζημιώσεις. Το ποσό των αποζημιώσεων είναι άμεσα συνυφασμένο με τη φύση και την έκταση της προσβολής της υπόληψης του ανθρώπου (βλ. Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ν. Νικολάου
(1993)1ΑΑΔ 285, Cassell and Co. Ltd v. Broome
(1972)1 All ER 801 (HL)). Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση ΔΙΑΣ Λτδ κ.ά ν. Ναθαναήλ
(1993)1 ΑΑΔ 893, « Η υπόληψη του πολίτη, ως ανεξάρτητη και αυτοτελής ανθρώπινη ύπαρξη, απέκτησε σήμερα, και πολύ ορθά αυξημένη εκτίμηση, που διασφαλίζεται και στο γραπτό δίκαιο. Τραυματισμός αυτής της υπόληψης επιφέρει την ανάλογη αποκατάσταση της.» Στην υπόθεση Λάζαρος Μαύρος ν. Θεόδωρος Στυλιανού κ.ά Πολ. Εφεση 11047 ημερομηνίας 12.11.2002 το ποσό των £4.000 που επιδικάστηκε στον κάθε ένα εφεσίβλητο θεωρήθηκε πολύ χαμηλό και λέχθηκε από το Εφετείο ότι αν είχε καταχωρηθεί αντέφεση θα το πολλαπλασίαζε. Η υπόθεση αυτή αφορούσε 2 δυσφημιστικά δημοσιεύματα εναντίον των εφεσίβλητων. Τονίστηκε δε ότι δεν είναι αποδεκτό να κηλιδώνεται ελαφρά τη καρδία η υπόληψη κάποιου και ο αδικοπραγών να μην αισθάνεται στο τέλος της συνέπειες της πράξης του. Στην υπόθεση Ηνωμένοι Δημοσιογράφοι Δίας Λτδ και άλλοι ν. Σταύρου Ναθαναήλ
(1993)1 ΑΑΔ σελ 893 το Ανώτατο Δικαστήριο επικρότησε την πρωτόδικη απόφαση στην οποία ελήφθη υπόψη κατά την επιδίκαση αυξημένων αποζημιώσεων, η αυξημένη εκτίμηση της υπόληψης που έχει σήμερα ο πολίτης στην κοινωνία. Στην υπόθεση Λεωνίδα, (ανωτέρω) το Ανώτατο, αναφέρθηκε ότι το σωστό μέτρο είναι πάντοτε συνυφασμένο με τη λογικότητα Lewis v. Daily Telegraph Ltd.
(1964)Α.C. 234. Ως κατακλείδα μπορεί να αναφερθεί ότι η αποζημίωση πρέπει να διατηρείται σε ρεαλιστικά πλαίσια και να αντανακλά τις συνθήκες της κάθε περίπτωσης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε δύο παράγοντες περιοριστικούς του ύψους της αποζημίωσης πρώτο ότι οι εφεσείουσες προσφέρθηκαν, στην περίπτωση καταδίκης τους από το δικαστήριο, να προβούν σε απολογία και δεύτερο πως ο ενάγων, "δεν απέδειξε και ούτε υπέστη καμιά ζημιά στη σταδιοδρομία του ή οτιδήποτε άλλο". Η πιο πάνω η καθοδήγηση, του πρωτόδικου Δικαστηρίου θεωρήθηκε λανθασμένη από το Εφετείο και λέχθηκαν τα εξής: "Η δήλωση στην υπεράσπιση για πρόθεση προσφοράς απολογίας σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής δεν είναι μετριαστικό της αποζημίωσης στοιχείο. Και δε συντρέχει καμιά από τις προϋποθέσεις που θέτει είτε το άρθρ. 23 είτε το άρθρο 24 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, που καθιστούν, αντίστοιχα, την απολογία μετριαστικό παράγοντα ή υπεράσπιση. Περαιτέρω, ο ενάγων δεν χρειαζόταν να αποδείξει τα προαναφερθέντα στοιχεία. Δεν απαιτείται να επέλθει πράγματι αυτό το είδος της βλάβης που αναφέρει η εκκαλούμενη απόφαση. Το δικαστήριο επικρότησε πρόσφατα την αυξητική τάση στην παροχή αποζημιώσεων σε περιπτώσεις λιβέλων κατ' αναλογία με την ίδια τάση που παρατηρήθηκε σε αγωγές για σωματικές βλάβες. Αντικείμενο της δικαστικής προστασίας είναι η προσωπικότητα και η αξία του ανθρώπου: Π.Ε. 8389 Ηνωμένοι Δημοσιογράφοι ΔΙΑΣ ΛΤΔ. κ.α. ν. Σταύρου Ναθαναήλ, ημερ. 19/11/93 (απόφαση Αρτεμίδη, Δ.). Είναι ορθό, όπως υπέδειξε το πρωτόδικο δικαστήριο, ότι το δημοσίευμα είναι στις εσωτερικές σελίδες και δεν είναι η περίπτωση άρθρου σε περίοπτη θέση στην πρώτη σελίδα. Δεν γνωρίζουμε πόσα φύλλα της εφημερίδας διανέμονται καθημερινά. Ο Διευθυντής της, παρά τις επίμονες ερωτήσεις του δικηγόρου του εφεσίβλητου, απέφυγε να απαντήσει σχετικό ερώτημα. Η εφημερίδα όμως αυτή έχει παγκύπρια κυκλοφορία. Η κατηγορία που εκτοξεύθηκε κατά του ενάγοντα είναι από τις πιο σοβαρές. Και την κάμνει ακόμη πιο σοβαρή η ιδιότητα που είχε ο ενάγων. Είναι από τις περιπτώσεις που το δημοσίευμα προκαλεί πράγματι βαθύ ρήγμα στην τιμή και υπόληψη ενός ανθρώπου. Ας σημειωθεί πως ο εφεσίβλητος ήταν ευρύτατα γνωστός γιατί εκτός από αξιωματικός της αστυνομίας υπήρξε και πρωταθλητής της σφαιροβολίας. Η ελευθερία του λόγου και του τύπου είναι κατοχυρωμένη από το άρθρ. 19 του Συντάγματος και είναι απόλυτα σεβαστή. Η ελευθερία όμως αυτή πρέπει να εναρμονίζεται με τα άλλα ανθρώπινα δικαιώματα, που προστατεύει επίσης το Σύνταγμα, όπως η τιμή και η καλή φήμη των άλλων." Στην υπό εκδίκαση υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου την θέση που κατείχε ο ενάγοντας στην Εθνική Φρουρά αλλά και την θέση του στην κοινωνία, γενικότερα την πορεία του, το άμεπτο της διαγωγής, τα όσα του αποδίδονται με το δημοσίευμα, το σημείο της εφημερίδας που αυτό ήταν καταγραμμένο, το εύρος της κυκλοφορίας της εφημερίδας, την αυξητική τάση στην επιδίκαση αποζημιώσεων στις υποθέσεις λιβέλων και καταλήγω ότι το ποσό των €8000.- αποτελεί δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για τον ενάγοντα. Κατά συνεπεία εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των €8000.- πλέον νόμιμους τόκους πλέον τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο στην κλίμακα €2,000-€10,000.- (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.