ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν.
- Λεωνίδα Κίμωνος, υπό την ιδιότητά του ως Εκκαθαριστή της υπό διάλυση εταιρείας SOTIRIS DIAKOU IOSIF LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2312/2012, 17/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2312/2012 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, από τη Λευκωσία Εναγόντων ΚΑΙ
- Επίσημου Παραλήπτη, υπό την ιδιότητά του ως Παραλήπτη Διαχειριστή της περιουσίας της υπό διάλυση Εταιρείας SOTIRIS DIAKOU IOSIF, από την Πάφο
- Σωτήρη Ιωσήφ, από την Πάφο
- Συλβάνας Νικολάου, από την Πάφο
- PAFICO LIMITED, από την Πάφο Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------------------------------ ΚΑΙ ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΜΕ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΗΜΕΡ. 19.2.2013 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, από τη Λευκωσία Εναγόντων ΚΑΙ
- Επίσημου Παραλήπτη, υπό την ιδιότητά του ως Παραλήπτη Διαχειριστή της περιουσίας της υπό διάλυση Εταιρείας SOTIRIS DIAKOU IOSIF LIMITED, από την Πάφο
- Σωτήρη Ιωσήφ, από την Πάφο
- Συλβάνας Νικολάου, από την Πάφο
- PAFICO LIMITED, από την Πάφο Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------------------------------ ΚΑΙ ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΜΕ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΗΜΕΡ. 14.2.2014 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, από τη Λευκωσία Εναγόντων ΚΑΙ
- Λεωνίδα Κίμωνος, υπό την ιδιότητά του ως Εκκαθαριστή της υπό διάλυση εταιρείας SOTIRIS DIAKOU IOSIF LIMITED, από την Πάφο
- Σωτήρη Ιωσήφ από την Πάφο
- Συλβάνας Νικολάου από την Πάφο
- PAFICO LIMITED από την Πάφο Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 9.7.2014 Ημερομηνία: 17.3.2015 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες - αιτητές: κα Χρ. Παπακλεοβούλου Για εναγόμενη 3 - καθ' ης η αίτηση: κα Π. Σιαηλή ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Θεωρώ αναγκαία όσα ακολουθούν επειδή θα βοηθήσουν ώστε να καταστεί πιο εύκολη η κατανόηση των επίδικων θεμάτων. Ειδικότερα: Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 2.7.2012 και επιδόθηκε προσωπικά στην εναγόμενη 3, στις 11.7.
- Επισημαίνεται ότι το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμά της, σε εφαρμογή της Δ.2 Θ.14 συνοδεύεται από γραπτό διοριστήριο σύμφωνα με το σχετικό τύπο, με το οποίο οι ενάγοντες εξουσιοδοτούν το δικηγόρο κ. Νίκο Παπακλεοβούλου, να λάβει εκ μέρους τους δικαστικά μέτρα εναντίον των εναγόμενων 1, 2 και 4 (οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά). Μολονότι το κλητήριο ένταλμα παρουσιάστηκε στον Πρωτοκολλητή από δικηγόρο και η αγωγή στρέφεται εναντίον και της εναγόμενης 3, η οποία δεν αναφέρεται στο σχετικό διοριστήριο, εντούτοις, το κλητήριο σφραγίστηκε κανονικά από τον Πρωτοκολλητή, ο οποίος επέτρεψε την καταχώρηση της αγωγής . Το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε προσωπικά στην εναγόμενη 3, στις 11.7.
- Επειδή παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση, εντός της ταχθείσας από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας προθεσμίας, οι ενάγοντες, στις 31.8.2012 καταχώρησαν μονομερή αίτηση, με την οποία ζητούσαν την έκδοση απόφασης εναντίον της (καθώς και του εναγόμενου 2, στον οποίο επίσης επιδόθηκε η αγωγή και παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση). Στις 5.10.2012 εκδόθηκε απόφαση εναντίον και των δύο εναγόμενων. Η εναγόμενη 3, στις 11.9.2013 καταχώρησε αίτηση παραμερισμού της παραπάνω απόφασης. Στην υποστηρικτική της αίτησης, ένορκη δήλωση, στην οποία προέβη η ίδια η εναγόμενη και συγκεκριμένα, στην παράγραφο 6(β), μεταξύ άλλων, προβάλλεται η θέση, ότι η απόφαση πάσχει από ακυρότητα και παρατυπία και κακώς εκδόθηκε, επειδή, από έλεγχο που έκανε ο δικηγόρος της αναφορικά με την υπόθεση διαπίστωσε ότι οι ενάγοντες εξασφάλισαν την απόφαση, χωρίς να έχουν σχετικό διοριστήριο, πράγμα που πλήττει ουσιαστικά τη νομική υπόσταση της απόφασης. Είναι φανερό, προστίθεται, ότι δεν ακολουθήθηκαν οι Θεσμοί για την έγκυρη και νομότυπη καταχώρηση της αγωγής, στοιχείο που μολύνει την όλη περεταίρω διαδικασία που ακολούθησε. Υπήρξε ένσταση στην αίτηση εκ μέρους των εναγόντων και το Δικαστήριο που (με διαφορετική σύνθεση από το παρόν) επιλήφθηκε της αίτησης, μετά από ακροαματική διαδικασία, στις 2.6.2014 εξέδωσε απόφαση, με την οποία παραμέρισε την απόφαση, ημερομηνίας 5.10.2012, κρίνοντάς την ως εξ υπαρχής άκυρη, με μόνο λόγο, ότι ήταν το αποτέλεσμα μιας αγωγής, για την έγερση της οποίας, οι ενάγοντες, δεν είχαν δώσει σχετικές οδηγίες να καταχωρηθεί και εναντίον της εναγόμενης
- Οκτώ μέρες μετά και συγκεκριμένα, στις 10.6.2014, η εναγόμενη 3 καταχώρησε μέσω του δικηγόρου της κανονικό σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή, ενώ οι ενάγοντες, στις 9.7.2014 καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητούν: «
- Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να δηλώνεται ότι η μη ύπαρξη στο φάκελο του δικαστηρίου κατά την καταχώρηση της αγωγής Διοριστηρίου της Ενάγουσας προς τον δικηγόρο Νίκο Παπακλεοβούλου για καταχώρηση αγωγής εναντίον της Εναγόμενης αρ. 3 ή σε σχέση με αυτή να θεωρείται παρατυπία κα ότι δεν καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία ή οποιοδήποτε έγγραφο απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.
- Άδεια και/ή Διάταγμα επιτρέπον την καταχώρηση του Διοριστηρίου της Ενάγουσας προς τον δικηγόρο Νίκο Παπακλεοβούλου για καταχώρηση αγωγής εναντίον της Εναγόμενης αρ. 3 ή σε σχέση με αυτή.
- Περαιτέρω και/ή άλλη θεραπεία.
- Διάταγμα όπως τα έξοδα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της Αίτησης.» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.64, Δ.2 και Δ.48 Θ.Θ.1, 2, 3 και 8
(1)(v), στη νομολογία και τέλος, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στην ακόλουθη ένορκη δήλωση της Χρύσθιας Παπακλεοβούλου: «ΕΓΩ η υποφαινόμενη Χρύσθια Παπακλεοβούλου, δικηγόρος εκ Πάφου, εξ΄ όσων κάλλιο γνωρίζω πιστεύω και πληροφορούμαι ορκίζομαι και λέγω τα εξής:
- Ότι είμαι δικηγόρος στο γραφείο του Νίκου Παπακλεοβούλου που εκπροσωπεί την Ενάγουσα εις την υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβώ εις την παρούσα ένορκο δήλωση, και
- Ότι είμαι η δικηγόρος που χειρίστηκε την υπόθεση από την αρχή και γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα τόσο από τον χειρισμό του φακέλου της υπόθεσης.
- Ότι προσωπικά σύνταξα το Κλητήριο Ένταλμα της Αγωγής και προσωπικά παρουσιάστηκα ενώπιον του Πρωτοκολητείου στις 2.6.12 για την καταχώρηση της αγωγής.
- Ότι με την αίτηση του δικηγόρου της Εναγομένης αρ. 3 ημερ. 11.9.13 για παραμερισμό της απόφασης εναντίον της Εναγομένης αρ. 3 και στην περαιτέρω πορεία της αίτησης διαφάνηκε ότι δεν βρισκότανε στο φάκελο του δικαστηρίου διοριστήριο της Ενάγουσας προς το Δικηγόρο Νίκο Παπακλεοβούλου για την Εναγόμενη αρ.
- Ότι αυτό με έθεσε προς εκπλήξεως αφού εγώ η ίδια καταχώρησα το διοριστήριο εναντίον της Εναγομένης αρ. 3 μαζί με την καταχώρηση της αγωγής όπως φαίνεται και από τις προφορικές μου δηλώσεις κατά την ακρόαση της αίτησης.
- Ότι από τις υποδείξεις του σεβαστού Δικαστή κατά την ακρόαση της εν λόγω αίτησης φάνηκε ότι πράγματι μέσα στο φάκελο της υπόθεσης δεν βρισκότανε διοριστήριο της Ενάγουσας προς τον δικηγόρο της για την Εναγόμενη αρ.
- Ότι από τη στιγμή που η καταχώρηση της αγωγής έγινε δεκτή από το Πρωτοκολλητείο, και το Πρωτοκολλητείο δέχθηκε όπως καταχωρηθεί η αγωγή, έδωσε αριθμό στην υπόθεση στην αγωγή εναντίον όλων των Εναγομένων περιλαμβανομένου και της Εναγόμενης αρ. 3, τεκμαίρεται ότι το Πρωτοκολλητείο ικανοποιήθηκε αναφορικά με τις προϋποθέσεις καταχώρησης της αγωγής, διαφορετικά δεν θα γινότανε δεκτή η καταχώρηση της αγωγής εναντίον των Εναγομένων εξ΄ αρχής ούτε θα έδινε αριθμό στην αγωγή.
- Ότι από τη στιγμή που τόσο το κλητήριο ένταλμα όσο και το διοριστήριο έφυγε από τα χέρια των δικηγόρων της Ενάγουσας και βρίσκεται στα χέρια του Πρωτοκολλητείου, ουδέν έλεγχο έχει ή ευθύνη φέρει ο δικηγόρος της Ενάγουσας και συνεπώς δεν μπορεί να ευθύνεται ή να είναι υπόλογος αναφορικά με την μη σωστή φύλαξη ή αρχειοθέτηση του διοριστηρίου στο φάκελο της υπόθεσης αφού αυτό είναι ζήτημα αποκλειστικά που αφορά το Πρωτοκολλητείο.
- Ότι δεν είναι ασύνηθες το Πρωτοκολλητείο να μην αρχειοθετεί σωστά έγγραφα ή ακόμη και να απολέσει ολόκληρους φακέλους και προς τούτοις υπάρχει διαδικασία με την οποία μπορεί να γίνει αντίγραφο του φακέλου.
- Ότι παρά το γεγονός ότι εγώ η ίδια κατά ή περί την 8.4.14 καταχώρησα εκ νέου το Διοριστήριο αναφορικά με την Εναγόμενη αρ. 3 στο Πρωτοκολλητείο, αλλά και πάλι αυτό δεν είχε αρχειοθετηθεί και δεν βρισκόταν στο φάκελο ώστε να το δει κατά την έκδοση της απόφασης το Δικαστήριο.
- Ότι πίστευα πως με την καταχώρηση στο Πρωτοκολλητείο στις 8.4.14 του Διοριστηρίου, θα γινότανε διευθέτηση του ζητήματος, αλλά μετά την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου στην Αίτηση παραμερισμού της απόφασης και σύμφωνα με τις υποδείξεις που περιέχονται στην απόφαση, η ορθή οδός για διόρθωση αυτής της παρατυπίας είναι βάσει της Διαταγής 64, ώθεν και ποιούμαι την παρούσα αίτηση.
- Ότι η παρούσα αίτηση γίνεται εντός ευλόγου χρόνου από την έκδοση της απόφασης.
- Ότι εν πάση περιπτώσει προς άρση της παρατυπίας και διόρθωση της γίνεται η παρούσα αίτηση ώστε να βρίσκεται στο φάκελο του δικαστηρίου το διοριστήριο της Ενάγουσας προς τον δικηγόρο της αναφορικά με την καταχώρηση της αγωγής εναντίον της Εναγομένης αρ.
- Ότι η ίδια η Εναγόμενη αρ. 3 καταχώρησε στις 10.6.14 ώρα 9:30 σημείωμα εμφάνισης μέσω του δικηγόρου της Κώστα Σιγηλή.
- Είναι απαραίτητο όπως διορθωθεί η παρατυπία και να επιτραπεί η καταχώρηση του διοριστηρίου έστω και σε αυτό το στάδιο ώστε να συνεχιστεί σωστά η όλη διαδικασία στο προχωρημένο στάδιο που βρίσκεται αλλά και καμία ζημιά δεν θα προκληθεί στην Εναγόμενη αρ. 3/Καθ' ου η Αίτηση αφού μέσω του δικηγόρου της καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης.
- Αληθινά πιστεύω πως είναι προς το συμφέρον και θα είναι προς το όφελος της δικαιοσύνης να εγκριθεί το υποβαλλόμενο αίτημα για το οποίο δεν υπάρχει ούτε κακοπιστία ή άλλη συναφή πρόθεση.
- Ορκίζομαι τη παρούσα ένορκη δήλωση για υποστήριξη της σχετικής Αίτησης προς το Δικαστήριο.» Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της εναγόμενης 3, η οποία εδράζεται στους ακόλουθους λόγους: «
- Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και τα γεγονότα δεν συνηγορούν στην έκδοση διατάγματος για καταχώρηση διοριστηρίου εκ μέρους της ενάγουσας προς τον Δικηγόρο Νίκο Παπακλεοβούλου για καταχώρηση αγωγής εναντίον της εναγόμενης
- Υπάρχει ήδη Διοριστήριο της Ενάγουσας στο φάκελο του Δικαστηρίου.
- Το γεγονός ότι δεν καταχωρήθηκε μέχρι τώρα Διοριστήριο ισοδυναμεί με τη διαπίστωση ότι ο συνήγορος δεν έχει εξασφαλίσει οδηγίες από το συγκεκριμένο διάδικο και σε καμία περίπτωση είναι τυπική παρατυπία.
- Καμία μαρτυρία δεν προσάχθηκε ότι η Ενάγουσα έδωσε οδηγίες στον κ. Νίκο Παπακλεοβούλου για να την εκπροσωπήσει.
- Η αίτηση είναι παράτυπη και πάσχει νομικά.
- Υπάρχει κατάχρηση διαδικασίας.
- Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα επιφέρει αδικία η οποία δεν θα μπορεί να θεραπευτεί σε μεταγενέστερο στάδιο.
- Η Ενάγουσα - Αιτήτρια απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα και γι΄ αυτό το λόγο η αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
- Η Ενάγουσα - Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στην υπό κρίση αίτηση.
- Τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση είναι αναληθή.
- Η Ενάγουσα δεν έχει έρθει ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια.» Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.2, Δ.64 και Δ.48, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στο Σύνταγμα, στη νομολογία και τέλος, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της εναγόμενης 3, η οποία, επίσης ακολουθεί αυτούσια: «Η πιο κάτω υπογεγραμμένη Συλβάνα Νικολάου από την Πάφο ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
- Είμαι η Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση Νο 3 εις την υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και ως εκ της θέσεως μου γνωρίζω πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης. Για δε τα νομικά ζητήματα, ορκίζομαι τα πάντα εξ΄ όσων συμβουλεύομαι από τον Δικηγόρο μου.
- Αρνούμαι και απορρίπτω το περιεχόμενο της αίτησης ημερομηνίας 9.7.2014 καθώς και της ένορκης δήλωσης της κ. Χρύσθιας Παπακλεοβούλου ημερ. 9.7.2014 που συνοδεύει την αίτηση και δια της οποίας η Ενάγουσα-Αιτήτρια ζητεί Διάταγμα επιτρέπον την καταχώρηση του Διοριστηρίου της Ενάγουσας προς τον Δικηγόρο Νίκο Παπακλεοβούλου για καταχώρηση αγωγής εναντίον της Εναγομένης Νο 3 ή σε σχέση με αυτήν.
- Κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβα από τον δικηγόρο μου ειλικρινά πιστεύω ότι η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη, στερείται νομικής και πραγματικής βάσης και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί από το Σεβαστό Δικαστήριο.
- Τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση είναι αναληθή και η Ενάγουσα-Αιτήτρια σκόπιμα απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα καταλυτικά για την κρίση του Δικαστηρίου. Τα αληθή γεγονότα έχουν ως εξής: Α) Την 11.7.12 μου επιδόθηκε το κλητήριον ένταλμα στην ανωτέρω αγωγή και διαβάζοντας την Έκθεση Απαίτησης αντιλήφθηκα ότι αυτή ήταν πανομοιότυπη με την αγωγή υπ΄ αρ. 2539/11 Ε.Δ.Πάφου στην οποία εμφανίζομαι ως η Εναγόμενη Νο 3 και αμέσως επισκέφθηκα τα γραφεία των Εναγόντων στην Πάφο για να διαμαρτυρηθώ και να απαιτήσω εξηγήσεις, όπου και με ενημέρωσαν ότι επρόκειτο για λάθος και ότι δεν θα προχωρούσαν την ανωτέρω αγωγή. Β) Αντ΄ αυτού ο δικηγόρος των Εναγόντων προχώρησε και εξέδωσε απόφαση εναντίον μου. Αμέσως μόλις έλαβα γνώση ενημέρωσα το δικηγόρο μου, ο οποίος μετά από έλεγχο του φακέλου του Δικαστηρίου με ενημέρωσε ότι εκτός από τα όσα του ανέφερα δεν υπήρχε ούτε διοριστήριο στο φάκελο της υπόθεσης εναντίον μου. Συγκεκριμένα υπήρχε διοριστήριο στο φάκελο της υπόθεσης στο οποίο όμως δεν αναφερόταν το όνομα μου. Γ) Στις 11.9.13 ο δικηγόρος μου καταχώρησε αίτηση για παραμερισμό της εν λόγω απόφασης, στην οποία αναφερόταν μεταξύ άλλων ότι δεν υπήρχε διοριστήριο εναντίον μου στην ανωτέρω αγωγή και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιούνταν στην καταχώρηση της. Η εν λόγω απόφαση τελικά παραμερίστηκε τις 2.6.2014 χωρίς να εκδοθεί διαταγή για έξοδα.
- Είναι φανερό από τα ανωτέρω ότι ο δικηγόρος των Εναγόντων είχε γνώση της έλλειψης διοριστηρίου τουλάχιστον από την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού που ανέφερα πιο πάνω δηλαδή από τις 11.9.2013 και μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης δεν έκανε καμία ενέργεια αναφορικά με αυτήν αλλά αντιθέτως προχώρησε με αίτηση για απόφαση εναντίον της εναγομένης
- Εξ΄ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω και με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί κακόπιστα και καταχρηστικά καθώς ήδη έχω υποστεί ζημία και συνεχίζω να υφίσταμαι από τις εν λόγω ενέργειες αφού ως φαίνεται ουδέποτε δόθηκαν οδηγίες στον κ. Νίκο Παπακλεοβούλου για καταχώρηση αγωγής εναντίον μου καθότι πρώτον δεν είναι δυνατόν να χάθηκε το διοριστήριο εναντίον μου ενόψει του γεγονότος ότι υπάρχει διοριστήριο στο φάκελο της υπόθεσης και αν χανόταν θα χανόταν για όλους και δεύτερον ακόμα και στην παρούσα αίτηση μήνες μετά δεν έχει προσαχθεί καμία μαρτυρία ότι η Ενάγουσα έδωσε οδηγίες στον κ. Νίκο Παπακλεοβούλου για να την εκπροσωπήσει.
- Περαιτέρω ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου η μη καταχώριση διοριστηρίου ισοδυναμεί με τη διαπίστωση ότι ο συνήγορος δεν έχει εξασφαλίσει οδηγίες από το συγκεκριμένο διάδικο η δε δικονομική πρόνοια αναφορικά με αυτό είναι επιτακτικής φύσεως και άρα δεν πρόκειται για παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευθεί με βάση τη Διαταγή 64 αλλά για ουσιαστική δικονομική παράλειψη η οποία έχει μολύνει όλη τη περαιτέρω διαδικασία και σε καμία περίπτωση δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός της ενόρκως δηλούσας στην παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης της ότι στην απόφαση της Αίτησης παραμερισμού της απόφασης περιέχονταν υποδείξεις για διόρθωση της ισχυριζόμενης παρατυπίας βάσει της Διαταγής
- Ένεκα των ανωτέρω πιστεύω ότι το Σεβαστό Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει την αίτηση με έξοδα εις βάρος της Ενάγουσας-Αιτήτριας.
- Ορκίζομαι τα ανωτέρω προς υποστήριξη της παρούσας ένστασης.» Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων που ακολούθησαν. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι κα ποιες απορρίπτω. Στη θεμελιακή, θα έλεγα, υπόθεση Wunderlich κ.ά. ν. Παναγιώτου
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 366, στην οποία με παρέπεμψε η ευπαίδευτη δικηγόρος της εναγόμενης 3, γίνεται πλήρης ανάλυση της νέας Δ.64, η οποία διαλαμβάνει για τις συνέπειες της μη συμμόρφωσης με τους Θεσμούς. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα: «Πράγματι σκοπός της νέας Δ.64 ήταν η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ μη συμμόρφωσης με διαδικαστικούς θεσμούς, η οποία καθιστά τη διαδικασία άκυρη και μη συμμόρφωση η οποία απλώς καθιστά την διαδικασία παράτυπη (βλ. Supreme Court Practice 1999, σελ. 10). Οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς θεωρείται ως παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.64. Έτσι μετά τη θέσπιση της νέας Δ.64 παρέχεται διακριτική ευχέρεια διάσωσης στην κατάλληλη περίπτωση δικονομικών μέτρων, τα οποία πριν την τροποποίηση εθεωρούντο άκυρα (Βλ. Γιάννη ν. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων κ.ά.
(1995)3 Α.Α.Δ. 334, Δημοκρατία ν. Lion Ins. Agency Ltd
(1995)3 A.A.Δ. 338, 340 και Panayiotis Georghiou (Catering Ltd) κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1996)3 A.A.Δ. 323). Ωστόσο πρέπει να υπομνησθεί πως η εξουσία που δίδεται στο δικαστήριο από τη νέα Δ.64 είναι εξουσία για θεραπεία των παρατυπιών που αποτελούνται από παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς. Το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να θεραπεύσει θεμελιώδεις παραλείψεις (Βλ. The Supreme Court Practice 1999, σελ. 10 όπου υποδεικνύεται επίσης "πως η πρόνοια για την ύπαρξη του ενάγοντα κατά την ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας αποτελεί βασική νομική αρχή παρά απαίτηση των θεσμών"). ................................... .................................. Πώς όμως επιτυγχάνεται η θεραπεία και μάλιστα σε περιπτώσεις, όπως η παρούσα, όπου η άλλη πλευρά δεν έχει εγείρει θέμα ακυρότητας ή παρατυπίας; Και ποιοί είναι οι παράγοντες που ασκούν επιρροή στην άσκηση της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου όταν εξετάζει τα ζητήματα παρατυπίας; Το θέμα έχει τύχει αντιμετώπισης από το Αγγλικό Εφετείο στην Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union [1985] 1 W.L.R. 513, 520, 521,
- Στην υπόθεση εκείνη έχει ερμηνευθεί η νέα αγγλική Δ.2 - αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64 - και από τη μελέτη της απόφασης προκύπτουν τα εξής:
- Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.
- Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
- Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
- Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη*.
- Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο [*378]μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - "να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον". Το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Δικαστή Slade - στις σελ. 522-523 - είναι διαφωτιστικό: ............................................................................... Σε ελληνική μετάφραση: "Όπου στη διάρκεια της διαδικασίας, το δικαστήριο διαπιστώνει ότι έχει επισυμβεί παράλειψη της φύσης που αναφέρεται στην Δ.2 θ.1
(1)από την οποία το άλλο μέρος δεν έχει παραιτηθεί με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, η Δ.2 θ.1
(2)παρέχει στο Δικαστήριο επιλογή της πορείας που θα ακολουθήσει με δική του διακριτική ευχέρεια, είτε υπάρχει ενώπιον του ή όχι αίτηση δυνάμει της Δ.2 θ.2. Σε τέτοια περίπτωση στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει του θ.1
(2), μπορεί είτε να υιοθετήσει την πλέον δρακόντια πορεία πλήρους παραμερισμού ή μερικώς της διαδικασίας στην οποία έχει επισυμβεί η παράλειψη... Διαζευκτικά μπορεί 'να εκδώσει τέτοιο διάταγμα ... αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον'. Οι τελευταίες λέξεις είναι, κατά την άποψη μου, έκδηλα τόσο ευρείες που του δίνουν εξουσία να εκδώσει διάταγμα παραίτησης από το δικαίωμα που παρέχεται λόγω της παρατυπίας: βλ. π.χ., Leal v. Dunlop Bio-Processes International Ltd [1984] 1 W.L.R. 874, 880F, απόφαση του Δικαστή Stephenson." (Βλ. και Panayiotis Georghiou (πιο πάνω) και Αθανασιάδης ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945). Υιοθετούμε την πιο πάνω θέση της Αγγλικής Νομολογίας γιατί αντανακλά την ορθή ερμηνεία της νέας Αγγλικής Δ.2 η οποία αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64. Τυγχάνει, επομένως, εξεταστέο κατά πόσο ο εφεσίβλητος έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα (waived) που εγείρεται λόγω της σχετικής παρατυπίας. Μέτρα που λαμβάνονται εν γνώσει της παρατυπίας είτε με σκοπό να προβληθεί υπεράσπιση επί της ουσίας (Boyle v. Sacker [1888] 39 Ch. D. 249 C.A., Fry v. Moore [1889] 23 Q.B.D. 395 C.A.) ισοδυναμούν με παραίτηση από το δικαίωμα. Η έκταση της παραίτησης από το δικαίωμα εξαρτάται και από τη φύση της παρατυπίας (Rendell v. Grurdy [1895] 1 Q.B. 16 C.A. - Βλ. και Supreme Court Practice 1999, σελ. 12). .................................................................... Σύμφωνα με το Supreme Court Practice 1999, σελ. 10* από το σύνολο της νομολογίας προκύπτει πως η Δ.2 θ.1 πρέπει να εφαρμόζεται με φιλελεύθερο τρόπο, στο βαθμό που αυτό είναι εύλογο και ορθό για να αποτρέπεται η πρόκληση αδικίας σε ένα διάδικο λόγω της αλόγιστης προσήλωσης στους διαδικαστικούς θεσμούς. Πρόκειται για περίπτωση άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας αναθεωρείται από το Εφετείο, (α) όπου διαπιστώνεται ότι η διακριτική ευχέρεια ασκήθηκε έξω από το πλαίσιο που παρέχεται από το Νόμο όπως όταν διαπιστώνεται ότι υπεισήλθαν στην άσκηση της εξωγενής παράγοντες, και (β) όπου η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας οδηγεί σε πασιφανή αδικία, όπως είναι η περίπτωση απόφασης στην οποία δε θα μπορούσε να προέλθει κανένα δικαστήριο. (Βλ. Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 Α.Α.Δ. 984, 989 - απόφαση Πική, Δ. όπως ήταν τότε. Βλ. και Νεάρχου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 954, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036, Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon
(1992)1 Α.Α.Δ. 710). Στην περίπτωση που μας ενδιαφέροι οι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι: Ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς (βλ. Metroinvest (πιο πάνω), Carmel Exporters (Sales) Ltd v. Sea-Land Services Inc. [1981] 1 W.L.R. 1068, 1079), η πρόκληση αδικίας στον διάδικο που ευθύνεται για την παρατυπία (βλ. Leal v. Dunlop Bio-Process Inter Ltd [1984] 1 W.L.R. 874, 881), και το μέγεθος της παρατυπίας.» Παρατηρώ τα εξής: Η παρούσα αγωγή, η οποία στρέφεται και εναντίον της εναγόμενης 3 καταχωρήθηκε από τους ενάγοντες, μέσω δικηγόρου. Το γεγονός ότι καθ' ον χρόνο καταχωρείτο, ο δικηγόρος των εναγόντων, δεν είχε διοριστήριο να την καταχωρήσει και εναντίον της εναγόμενης 3, αναμφίβολα αποτελεί μη συμμόρφωση με τους Θεσμούς και συγκεκριμένα, με τη Δ.2 Θ.14, η οποία διαλαμβάνει ότι, κανένα κλητήριο ένταλμα, με απαίτηση πέραν των £2,00 θα πρέπει (όταν ο ενάγοντας κατοικεί στην Κύπρο) να σφραγίζεται, όταν παρουσιάζεται από δικηγόρο, εκτός αν συνοδεύεται από γραπτό διορισμό. Η συγκεκριμένη παράλειψη αφορά στον τρόπο και το περιεχόμενο κατά την έναρξη της διαδικασίας καταχώρησης της αγωγής και, κατά τα διαλαμβανόμενα στη Δ.64 Θ.1
(1)αποτελεί ασφαλώς παρατυπία, η οποία (καταρχήν) δεν καθιστά άκυρη τη διαδικασία. Το τελευταίο θα συμβεί μόνο σε περίπτωση που η επί του προκειμένου παράλειψη θεωρηθεί θεμελιώδης, οπότε, κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας, δε μου παρέχεται η δυνατότητα διάσωσης του παράτυπου δικονομικού μέτρου. Στην περίπτωση μας, ούτε θεμελιώδη μα ούτε και ουσιώδη θεωρώ την υπό αναφορά παράλειψη, επομένως, αυτή, ως ισοδυναμούσα με απλή παρατυπία, με τη συνδρομή όλων των αναγκαίων προϋποθέσεων μπορεί να θεραπευθεί. Δεδομένης της φύση της, η υπό κρίση παράλειψη, κατά τη γνώμη μου, μόνο σε περίπτωση που προέκυπτε ότι ο δικηγόρος των εναγόντων προέβη στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής και εναντίον της εναγόμενης 3, χωρίς να έχει για το σκοπό αυτό, την ουσιαστική - και όχι τυπική - εξουσιοδότηση των εναγόντων, θα μπορούσε να θεωρηθεί θεμελιώδης ή ουσιώδης, επομένως, μη θεραπεύσιμη. Παρά την περί αντιθέτου θέση της εναγόμενης 3, σύμφωνα με την οποία (βλ. τη γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης δικηγόρου της) καμιά μαρτυρία έχει προσαχθεί ότι οι ενάγοντες έδωσαν οδηγίες στον κ. Νίκο Παπακλεοβούλου για να τους εκπροσωπήσει ούτε κατά το χρόνο σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος μα ούτε και μετέπειτα, για λόγους που θα αναφέρω αμέσως θεωρώ πως, τύποις, μόνο - και όχι ουσία - δεν έχει δοθεί τέτοια εξουσιοδότηση στο δικηγόρο των εναγόντων, γεγονός που καθιστά θεραπεύσιμη την επί του προκειμένου παράλειψη. Ειδικότερα: Η αίτηση έκδοσης απόφασης εναντίον και της εναγόμενης 3, ημερομηνίας 31.8.2012 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη (για απόδειξη της αγωγής, όπως αναφέρεται στον τίτλο της) η Χλόη Στυλιανού, η οποία, όπως αναφέρει στην παράγραφο 1 είναι υπάλληλος των εναγόντων στην παρούσα αγωγή και δεόντως εξουσιοδοτημένη από αυτούς να προβεί στην ένορκη δήλωση. Το Δικαστήριο δε, στη μαρτυρία της είναι που βασίστηκε και εξέδωσε απόφαση εναντίον και της εναγόμενης 3, παρά το γεγονός, ότι, η απόφαση, αργότερα έχει παραμεριστεί. Προφανώς, εάν οι ενάγοντες δεν είχαν δώσει στην πραγματικότητα (και όχι τύποις) οδηγίες στο δικηγόρο τους να καταχωρήσει την αγωγή και εναντίον της εναγόμενης 3, ούτε οδηγίες να καταχωρήσει αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον της θα του έδιναν και πολύ περισσότερο, δε θα εξουσιοδοτούσαν την υπάλληλό τους να καταθέσει ενόρκως, για σκοπούς απόδειξης της αγωγής εναντίον και της εναγόμενης
- Ακόμη ένα στοιχείο που αποδεικνύει και επιβεβαιώνει την ουσιαστική εξουσιοδότηση και/ή οδηγίες που είχε ο δικηγόρος των εναγόντων να καταχωρήσει την αγωγή τους και εναντίον της εναγόμενης 3 είναι και το γεγονός, ότι, η ένσταση των εναγόντων στην αίτηση παραμερισμού απόφασης την οποία καταχώρησε η εναγόμενη 3 - και για το λόγο ότι ο δικηγόρος των εναγόντων δεν είχε διοριστήριο για να καταχωρήσει την αγωγή εναντίον της - υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο επίσης, υπάλληλος των εναγόντων, Ανδρόνικος Σταυρινού, κατ' εξουσιοδότησή τους. Τέλος, και με αυτό απαντώ και στον 3ο λόγο ένστασης στην αίτηση, στην ένορκη δήλωση του δικηγόρου των εναγόντων, ημερομηνίας 8.4.2014 (χωρίς να υπεισέρχομαι στην ορθότητα ή κανονικότητα του δικονομικού διαβήματος) επισυνάπτεται τύπος διορισμού δικηγόρου υπό ενάγοντος, δυνάμει του οποίου, οι ενάγοντες εξουσιοδοτούν τον ενόρκως δηλών να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον και της εναγόμενης
- Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Ο ισχυρισμός της ευπαίδευτης δικηγόρου της εναγόμενης 3, ότι υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, εκτός από αβάσιμος, θα έλεγα πως, ούτε και μπορεί να ληφθεί υπόψη, επειδή δεν καλύπτεται από τους λόγους ένστασης στην αίτηση. Το θεωρώ αβάσιμο, επειδή παραβλέπει ότι η παρατυπία - αντικείμενο της αίτησης, αναδείχθηκε για πρώτη φορά από την ίδια την εναγόμενη 3, στο πλαίσιο της αίτησής της, ημερομηνίας 11.9.2013, με την οποία ζητούσε - και πέτυχε - τον παραμερισμό της απόφασης που είχε εκδοθεί εναντίον της. Η σχετική απόφαση παραμερισμού εκδόθηκε στις 2.6.2014 και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε ένα περίπου μήνα μετά και συγκεκριμένα, στις 9.7.
- Με την προβολή της παραπάνω θέσης, αν αυτό που εννοεί η εναγόμενη 3 είναι ότι η παρούσα αίτηση θα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί προτού εκδοθεί απόφαση στην αίτηση παραμερισμού που καταχώρησε η ίδια, δε συμφωνώ. Και τούτο, επειδή, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, εξ αντικειμένου, θα προέκυπτε θέμα πολλαπλότητας διαδικασιών ή παράλληλων διαδικασιών, υπό την έννοια: θα είχαμε από τη μια, την αίτηση των ενάγοντων για άρση της επίδικης παρατυπίας, με προφανή σκοπό τη διάσωση της απόφασης που είχαν εξασφαλίσει εναντίον της εναγόμενης 3 και από την άλλη, την αίτηση της τελευταίας, με την οποία, αυτή, επικαλούμενη και την περί ου λόγος παρατυπία επιδίωξε και πέτυχε - μάλιστα, αποκλειστικά εξαιτίας της παρατυπίας - τον παραμερισμό της απόφασης, εναντίον της. Των παραπάνω λεχθέντων, θεωρώ πως, το χρονικό διάστημα του ενός και πλέον μηνός που μεσολάβησε από την ημέρα που εκδόθηκε η απόφαση στην αίτηση παραμερισμού την οποία καταχώρησε η εναγόμενη 3 μέχρι και την ημέρα που καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση, δεν αποτελεί υπέρμετρη καθυστέρηση. Για να συνεχίσω, ενώ η εναγόμενη 3, βασικά, δε νομιμοποιείται να εγείρει θέμα καθυστέρησης, με αναφορά στο χρόνο που οι ενάγοντες καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, θα έλεγα πως, με τη συμπεριφορά της, αφότου εκδόθηκε η απόφαση στην αίτηση παραμερισμού, παραιτήθηκε κατά τρόπο εξυπακουόμενο από το δικαίωμα που είχε να εγείρει το θέμα της υπό κρίση παρατυπίας, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι το εγείρει στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης, με την οποία οι ενάγοντες επιδιώκουν άρση της παρατυπίας. Ειδικότερα: Η Διαταγή 16 Θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι: «Ένας εναγόμενος προτού καταχωρήσει εμφάνιση θα δικαιούται, χωρίς να ζητήσει διάταγμα να καταχωρήσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία, να εκδώσει κλήσεις για παραμερισμό της επίδοσης σ' αυτόν του κλητηρίου ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος ή να ακυρώσει το διάταγμα που εξουσιοδοτεί τέτοια επίδοση.» Η σχετική διαταγή έχει τύχει ερμηνείας από το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Γεωργιάδης v. Χάσικου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1136 και Παπακόκκινου v. Landbroke P.L.C. κ.α.
(1995)1 A.A.Δ. 1090. Σύμφωνα με την πρώτη: «Σε αντίθεση με την Αγγλική Διάταξη, η αντίστοιχη Κυπριακή Διάταξη 16 Κανόνας 9, προβλέπει ότι ένας εναγόμενος πριν καταχωρήσει εμφάνιση είναι ελεύθερος χωρίς να πάρει οποιοδήποτε διάταγμα να καταχωρήσει, ή καταχωρώντας εμφάνιση υπό διαμαρτυρία, να υποβάλει αίτηση δια κλήσεως για ακύρωση της επίδοσης του κλητηρίου που του έγινε ή για ακύρωση διατάγματος που εξουσιοδοτεί τέτοια επίδοση.» Η παραπάνω αρχή επαναβεβαιώνεται και στην G. J. Magdon Ltd v. A. L. Metal Trading Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2064 στην οποία προστίθεται ότι, η σχετική Διαταγή (Δ.16 Θ.9) καθώς και η νομολογία αποκοπούν στην άμεση και κατά προτεραιότητα εξέταση πιθανής ένστασης στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, αφού τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να παραμένει στην ελεύθερη επιλογή χρόνου από τον εναγόμενο. Παρατηρώ τα εξής: Η εναγόμενη, για το λόγο που αναφέρει στην ένορκη δήλωσή της που υποστηρίζει τους λόγους ένστασης στην υπό κρίση αίτηση - τον οποίο και δεν κρίνω -, όταν της επιδόθηκε νομότυπα το κλητήριο ένταλμα της αγωγής, αντί να καταχωρήσει σ' αυτή εμφάνιση, άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον της, στην απουσία της. Όταν αργότερα αποφάσισε να καταχωρήσει την αίτηση παραμερισμού της εν λόγω απόφασης, εξ αντικειμένου, δε χρειαζόταν να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. Ωστόσο, με την απόφαση, ημερομηνίας 2.6.2014, με την οποία έγινε δεκτή η αίτησή της, παραμερίστηκε απλώς η απόφαση. Εξάλλου, αυτό ήταν και το μόνο που ζητούσε με την αίτησή της, ενώ γνώριζε την ύπαρξη της επίμαχης παρατυπίας, την οποία θεωρεί θεμελιώδη και μη θεραπεύσιμη. Αν υποτεθεί ότι στο πλαίσιο της αίτησης παραμερισμού, δεν μπορούσε διαδικαστικά να ζητήσει, εκτός από τον παραμερισμό της απόφασης και τον παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος, σε ό, ότι αφορά στην ίδια, επικαλούμενη ως λόγο την επίμαχη παρατυπία, τι έκανε στη συνέχεια και συγκεκριμένα, μετά την έκδοση της απόφασης με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση παραμερισμού; Οκτώ μέρες μετά και συγκεκριμένα, στις 10.6.2014 καταχώρησε μέσω δικηγόρου, κανονικό σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή, με επισυνημμένο διοριστήριο με το οποίο εξουσιοδοτεί το δικηγόρο της να την υπερασπιστεί στην αγωγή. Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: πόσο συνάδει η παραπάνω στάση της, με τον ισχυρισμό της της παραγράφου 7 της ένορκης δήλωσής της, ότι η επίμαχη παρατυπία δεν μπορεί να θεραπευθεί με βάση τη Δ.64, αφού πρόκειται για ουσιαστική δικονομική παράλειψη η οποία έχει μολύνει την περαιτέρω διαδικασία; Θεωρώ πως, εάν πίστευε στην τελευταία θέση της, αυτό που όφειλε και θα μπορούσε να κάνει είναι το εξής: μετά την έκδοση απόφασης στην αίτηση παραμερισμού που καταχώρησε, η οποία έγινε αποδεκτή, οπότε, διαδικαστικά, η αγωγή, σε ό,τι αφορά την ίδια, επανήλθε στο στάδιο όπου της είχε απλώς επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα, αντί να καταχωρήσει κανονικό σημείωμα εμφάνισης, σε εφαρμογή των παραπάνω αρχών, θα έπρεπε, είτε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και ταυτόχρονα, αίτηση παραμερισμού του κλητηρίου εντάλματος, είτε ακόμη να καταχωρήσει απευθείας αίτηση παραμερισμού του κλητηρίου εντάλματος, χωρίς εμφάνιση, επικαλούμενη ως λόγο την επίμαχη παρατυπία. Το γεγονός ότι, αντί να ακολουθήσει τη μία από τις παραπάνω επιλογές που είχε, καταχώρησε κανονικό σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή, συνιστά εξυπακουόμενη παραίτησή της από το δικαίωμα που είχε να εγείρει το θέμα της επίδικης παρατυπίας. Πολλώ μάλλον, που αυτό γίνεται υπό μορφή ένστασης στην υπό κρίση αίτηση, με την οποία οι ενάγοντες επιδιώκουν άρση της εν λόγω παρατυπίας. Ό, τι απομένει να κριθεί είναι κατά πόσο η εναγόμενη υπέστη οποιαδήποτε ζημιά, λόγω της επίμαχης παρατυπίας. Η απάντηση είναι αρνητική. Ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός της της παραγράφου 6 της ένορκης δήλωσής της, ότι η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί κακόπιστα και καταχρηστικά, καθώς ήδη έχει υποστεί ζημιά και συνεχίζει να υφίσταται, χωρίς να επεξηγεί και να δίνει λεπτομέρειες, σε τι συνίσταται η επί του προκειμένου ζημιά που έχει υποστεί και συνεχίζει να υφίσταται, ασφαλώς, δεν αναιρεί το παραπάνω συμπέρασμά μου. Κανένα δυσμενή επηρεασμό έχει υποστεί εξαιτίας της επίμαχης παρατυπίας και ούτε πρόκειται να υποστεί σε περίπτωσή άρσης της. Απεναντίας, γενικά η στάση της γύρω από το θέμα, θα έλεγα πως είναι αδιέξοδη και αλυσιτελής, υπό την εξής έννοια: ενώ φθάνει στο σημείο να ισχυρίζεται ότι η επίμαχη παρατυπία δεν μπορεί να θεραπευθεί επειδή πρόκειται για ουσιαστική δικονομική παράλειψη, η οποία έχει μολύνει την περαιτέρω διαδικασία, περιορίζεται απλώς να διατυπώνει αυτή τη θέση, ως λόγο απόρριψης της αίτησης των εναγόντων, με την οποία επιδιώκουν άρση της παρατυπίας. Αν υποτεθεί ότι αποδεχθώ τη θέση της και απορρίψω την αίτηση, το εύλογο ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: τι ακολουθεί σε τέτοια περίπτωση, δεδομένου ότι, ενώπιόν μου εκκρεμεί μόνο η αίτηση των εναγόντων, με την οποία - για να επαναλάβω - επιδιώκεται θεραπεία της επίμαχης παρατυπίας; πολύ απλά, θα διαμορφωθεί το εξής σκηνικό: ενώ η αγωγή θα εξακολουθεί να υφίσταται και να εκκρεμεί εναντίον της εναγόμενης 3, οι ενάγοντες, λόγω της παρατυπίας, δε θα μπορούν να την προωθήσουν εναντίον της. Εξ' ου και ο λόγος για τον οποίο αποκαλώ αδιέξοδη και αλυσιτελή τη στάση της γύρω από το θέμα. Η παραπάνω διαπίστωσή μου αποκαλύπτει και την αδικία που θα προκληθεί στους ενάγοντες, σε περίπτωση που (για να χρησιμοποιήσω το λεκτικό από τη Wunderlich - ανωτέρω - ) «λόγω της αλόγιστης προσήλωσης στους διαδικαστικούς θεσμούς» δεχτώ την ένσταση της εναγόμενης 3 και απορρίψω την υπό κρίση αίτηση. Συγκεφαλαιώνοντας, δεδομένης της αδικίας που θα προκληθεί στους ενάγοντες οι οποίοι ευθύνονται για την παρατυπία, σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης και του μεγέθους της παρατυπίας, που δεν είναι ιδιαίτερα σοβαρή, σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι, η εναγόμενη, κανένα δυσμενή επηρεασμό έχει υποστεί εξαιτίας αυτής, μα ούτε και πρόκειται να υποστεί σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης, κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας που διέπει το θέμα θεωρώ πως είναι ορθό και δίκαιο να θεραπεύσω την επίμαχη παρατυπία, με την έκδοση διατάγματος απαλλαγής από αυτή, το οποίο εκδίδω. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα, ως η αίτηση. Το διοριστήριο να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από σήμερα. Η εναγόμενη 3 μπορεί να καταχωρήσει την υπεράσπισή της, εντός περαιτέρω 15 ημερών. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος της εναγόμενης 3 και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΚΚ-ΣΚ Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση για άρση παρατυπίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο