Jet Pulse Ltd ν. Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λίμιτεδ, Αρ. Αγωγής: 374/10, 2/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A35 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 374/10 Μεταξύ: Jet Pulse Ltd, από την Πάφο Ενάγουσα και Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λίμιτεδ, από την Λευκωσία Εναγόμενου Ημερομηνία: 2.3.15 Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη εταιρεία / Αιτήτρια: κ. Λ. Χ΄΄Νεοφύτου για κκ Χρύσης Δημητριάδης & Σία ΔΕΠΕ (για να ακούσει την απόφαση ο κ. Μ. Μάγος) Για την Ενάγουσα εταιρεία / Καθ' ης η αίτηση: κ. Χ. Φωτίου ....................................... Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε εκ μέρους της Εναγόμενης εταιρείας / Αιτήτριας στις 8.10.14 με την οποία ζητείται τροποποίηση της Υπεράσπισης με την μεταβολή της παραγράφου 5(β) και συγκεκριμένα την διόρθωση των ποσών που σε αυτήν αναφέρονται και την προσθήκη νέας παραγράφου 6Β μετά την παράγραφο 6. Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στην Δ.25, θθ 1-6, Δ.48, θθ 1-4, 9 καθώς και στην εγγενή δικαιοδοσία και πρακτική του Δικαστηρίου και συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της Γιαννούλας Λεωνίδου η οποία είναι υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της Αιτήτριας. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Ενάγουσας εταιρείας / Καθ' ης η αίτηση. Με Ειδοποίηση Ένστασης που καταχωρήθηκε εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση προβάλλονται τέσσερεις λόγοι ένστασης. Η Ειδοποίηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Μάριου Φωτίου ο οποίος είναι ένας εκ των διευθυντών της Καθ' ης η αίτηση και γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης προσωπικά. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας ο καθένας την θέση του διαδίκου που εκπροσωπεί. Η Δ.25, θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας βασίζεται η αίτηση προβλέπει πως: «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε από τους διαδίκους να μεταβάλει ή να τροποποιήσει την οπισθογράφηση του ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες αυτές οι τροποποιήσεις θα γίνουν αν είναι αναγκαίες για σκοπούς καθορισμού των πραγματικών ζητημάτων που αμφισβητούνται μεταξύ των διαδίκων». Το αίτημα τροποποίησης εγγράφων προτάσεων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου αναλύθηκαν εκτενώς σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αρχές αυτές έχουν καλά θεμελιωθεί και αποτελεί πλέον αξίωμα ότι ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε αμέλεια ή απροσεξία που έχει επιδειχθεί στα δικόγραφα ή το καθυστερημένο της προτεινόμενης τροποποίησης, αυτή κατά κανόνα επιτρέπεται όταν μπορεί να γίνει χωρίς να επέλθει αδικία στην άλλη πλευρά. Θεωρείται ότι δεν υπάρχει αδικία αν μπορεί να υπάρξει ικανοποιητική αποζημίωση της άλλης πλευράς με την επιδίκαση των εξόδων. Αποτελεί, επίσης, γενική αρχή, ότι πριν την έναρξη της δίκης είναι ευκολότερο να επιτραπεί η τροποποίηση, ενώ μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας το Δικαστήριο δεν επιτρέπει με ευκολία την τροποποίηση, ιδιαίτερα, όταν η αναγκαιότητα για την τροποποίηση διεφάνη από πριν και δεν ζητήθηκε έγκαιρα. Όσο πιο καθυστερημένο είναι το στάδιο υποβολής της αίτησης, τόσο και πιο μεγάλο είναι το βάρος που έχει να αποσείσει ο αιτητής πριν επιτραπεί η σκοπούμενη τροποποίηση. Η αρχή που επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All ER 754 έχει υιοθετηθεί και στην Κύπρο σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου μεταξύ των οποίων οι Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 CLR 1, Δόμνα Χριστοδούλου v. Α. Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934 και Saba & Co (TMP) v. TMP Agents
(1994)1 AAΔ 426. Στην πιο πάνω αναφερόμενη Αγγλική υπόθεση ο Λόρδος Denning ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα: «I start with the principle well settled that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Ξεκινώ από την αρχή, η οποία είναι καλά θεμελιωμένη, πως η τροποποίηση θα πρέπει να επιτρέπεται, έστω και αν υποβάλλεται καθυστερημένα, αν είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη ανάμεσα στους διαδίκους, νοουμένου ότι οποιαδήποτε δυσχέρεια που προκαλείται εξ' αιτίας της μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα». Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 AAΔ.33 συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι αρχές αυτές είναι οι ακόλουθες:
- «Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
- Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης . συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
- Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος.
- Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο όμως αυτό η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου v. Α.Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934 αναφέρθηκε πως: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σύγχρονη Νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα». Στην υπόθεση Geto Trading Import-Export Ltd v. Το Πλοίο Μ/V Vladimir Vaslyayev (aρ. 4)
(1993)1 ΑΑΔ 714, λέχθηκε (στην σελίδα 716) πως: «Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικές επίδικες διαφορές». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 προβάλλεται η σύγχρονη τάση αντιμετώπισης του θέματος: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής . Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια». Η αρχή που διακηρύχθηκε στη Δόμνα Χριστοδούλου v. Α.Ι. Χριστοδούλου κ.α., πιο πάνω, περιορίσθηκε από μεταγενέστερη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέας Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, όπου στη σελίδα 562 της απόφασης λέχθηκε πως: «Όσο φιλελεύθερη και να δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των εφεσειόντων στην έκταση που την θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα, δηλαδή, από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους». Παρά το γεγονός, ότι στο θέμα της τροποποίησης επικρατεί, όπως προκύπτει από την Νομολογία, μια φιλελεύθερη τάση, ιδιαίτερα, όταν αυτή υποβάλλεται πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δεν παύει, εν τούτοις, να εξακολουθεί να υφίσταται η υποχρέωση του αιτητή να δικαιολογήσει τους λόγους για τους οποίους υποβάλλει το αίτημα, συμπεριλαμβανομένης και οποιασδήποτε τυχόν καθυστέρησης στην υποβολή του. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223 τονίσθηκε, ότι είναι η θέση της Νομολογίας, ότι όπου υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Σύμφωνα με τον πρώτο λόγο ένστασης τα γεγονότα που η Αιτήτρια επιζητεί να εισάξει στην Υπεράσπισή της έλαβαν χώρα, ως ισχυρίζεται, το έτος 2011 και ήταν υπόψη της Αιτήτριας τα τελευταία 4 χρόνια, γεγονός που καθιστά την υπό κρίση αίτηση καταχρηστική, αφού αυτή έχει καταχωρηθεί με την μεγαλύτερη δυνατή καθυστέρηση, και σκοπός της είναι η παρέκκλιση της διαδικασίας. Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 AAΔ.33, που πιο πάνω μνημονεύεται, υποστηρίχθηκε ότι το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 λέχθηκε, πως: «Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια». Για την σημασία της καθυστέρησης στην υποβολή αιτήματος για τροποποίηση δικογράφων χαρακτηριστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Saba & Co (TMP) v. TMP Agents
(1994)1 AAΔ 426: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. .......................................................................................................................... Στην Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, όπου το Εφετείο θεώρησε πως η χρονική διάσταση αποτελούσε παράγοντα που δεν επέτρεπε αποδοχή του αιτήματος για τροποποίηση, κατ' ουσία τη συνάρτησε, όπως προκύπτει από το ιστορικό, με την έλλειψη καλής πίστης που εκ προοιμίου καθιστούσε αδικαιολόγητη την καθυστέρηση». Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω ότι ο παράγοντας καθυστέρηση εξετάζεται σε συνάρτηση με τους ουσιαστικότερους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας και οι οποίοι είναι: (α) η προβολή των αληθινών και πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης και, κατ' επέκταση, ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς και (β) ο τυχόν επηρεασμός στα δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση. Η Νομολογία κατέδειξε, επίσης, ότι η τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί παρά την ύπαρξη και μεγάλης ακόμα καθυστέρησης νοουμένου ότι αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς, ήτοι για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλες οι πραγματικές διαφορές. Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Export Co. κ.α. v. Leventis Company (Nigeria) Ltd και άλλοι
(1993)1 ΑΑΔ 726 υποδείχθηκε ότι: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας» και στην υπόθεση Geto Trading Import-Export Ltd v. Το Πλοίο Μ/V Vladimir Vaslyayev (aρ. 4)
(1993)1 ΑΑΔ 714 στην σελίδα 716 ότι: «Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικές επίδικες διαφορές». Στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co Ltd
(1990)1 AAΔ 24 αίτημα για τροποποίηση υποβλήθηκε στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων και αφού είχε ολοκληρωθεί η αγόρευση της μιας πλευράς. Η αίτηση βασιζόταν στον Κανονισμό 90 των Κυπριακών Θεσμών Ναυτοδικείου. Σημειώνεται, ότι η εξουσιοδότηση της τροποποίησης σε υποθέσεις Ναυτοδικείου ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται στη βάση κριτηρίων ανάλογων με εκείνα τα οποία διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου βάση του αντίστοιχου θεσμού της Πολιτικής Δικονομίας, ήτοι της Δ.25, θ.
- Στην σελίδα 26 της απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης». Ως δικαιολογία για την καθυστέρηση που παρατηρείται στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης προβάλλεται η αβλεψία και η διαπίστωση των νέων γεγονότων από τους δικηγόρους της Αιτήτριας κατά την προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση. Για την τροποποίηση με την προσθήκη της νέας παραγράφου στην Υπεράσπιση αναφέρονται, επίσης, τα ακόλουθα. Η σχετική απόδειξη πληρωμής των Ευρώ 36.044,00 σεντ απεστάλη στους δικηγόρους της Αιτήτριας 11 περίπου μήνες μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης αλλά οι δικηγόροι από αβλεψία δεν υπέβαλαν αίτηση τροποποίησης ενωρίτερα. Εν πάση περιπτώσει οι δικηγόροι της Αιτήτριας με φαξ ημερομηνίας 25.9.14 ειδοποίησαν τον δικηγόρο της Καθ' ης η αίτηση περί της κατάθεσης ζητώντας του να τους ενημερώσει αν κατά πόσο συμφωνούσε να δηλωθεί η κατάθεση ως παραδεκτό γεγονός. Ο δικηγόρος της Καθ' ης η αίτηση δεν ανταποκρίθηκε παρά το ότι απεστάλη σε αυτόν από τους δικηγόρους της Αιτήτριας και υπενθύμιση με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ημερομηνίας 3.10.
- Σημειώνεται ότι το αίτημα που αφορά στην τροποποίηση της παραγράφου 5 της Υπεράσπισης είναι σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και ότι ουδεμία ζημία θα προκληθεί στην τελευταία από την τροποποίηση. Στην υπόθεση Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωή Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 1005 λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελίδα 1007: «Οι αρχές με βάση τις οποίες δίδεται άδεια για τροποποίηση είναι ευρέως νομολογημένες και σε αυτή τη νομολογία έχει αναφερθεί εκτενώς, όπως ήδη αναφέραμε και ο πρωτόδικος Δικαστής. Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Σχετικές με τις πιο πάνω αρχές είναι και οι υποθέσεις που αναφέρονται στην πρωτόδικη απόφαση Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, Πουρίκκος ν. Σάββα
(1990)1 Α.Α.Δ. 862, Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 C.L.R. 607, Christodoulou v. Christodoulou και Άλλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934». Και στην σελίδα 1009 της απόφασης διατυπώθηκαν τα ακόλουθα: «Έχουμε εξετάσει με προσοχή την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου και θεωρούμε πως, ενώ η νομολογία και η νομική θέση εκφράζονται ορθά, εντούτοις δεν εφαρμόζονται ανάλογα στα γεγονότα της υπόθεσης. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ο πρωτόδικος Δικαστής ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης, δίδοντας υπερβολική βαρύτητα στον παράγοντα αυτό. Αυτό δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους. ..........................................................................................................................Το γεγονός επίσης πως το αίτημα υποβλήθηκε σε στάδιο πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης και το ότι δεν θα προκαλείτο μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, καθώς επίσης και η δυνατότητα αποζημίωσης των αντιδίκων του εφεσείοντα με σχετική διαταγή για έξοδα, θα έπρεπε να είχαν επιμετρήσει υπέρ της παροχής άδειας για τροποποίηση». Δεν παραγνωρίζω ότι η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε με σημαντική καθυστέρηση και αφότου η υπόθεση ορίσθηκε επανειλημμένα για ακρόαση. Κρίνω, επίσης, ότι η δικαιολογία που δόθηκε για την καθυστέρηση στην υποβολή της δεν είναι αρκούντως ικανοποιητική με δεδομένη την μεγάλη καθυστέρηση που παρατηρείται (Βλ. Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 AAΔ.33). Τα πιο πάνω δεν αναιρούν, όμως, ότι η Αιτήτρια προέβαλε κάποια δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης. Επίσης, η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και με αυτήν επιδιώκεται η συμπερίληψη ισχυρισμών στην Υπεράσπιση οι οποίοι κρίνονται ουσιώδεις και σημαντικοί και η προβολή τους αναγκαία για τον προσδιορισμό της επίδικης μεταξύ των διαδίκων διαφοράς, πράγμα που καταδεικνύει, επίσης, ότι η υπό κρίση αίτηση υποβάλλεται με καλή πίστη. Σύμφωνα με την Νομολογία που πιο πάνω παρατέθηκε το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης η οποία αποβλέπει στην ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και την διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί ασχέτως αν επιδείχθηκε αμέλεια ή καθυστέρηση από διάδικο αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Το παράπονο της Καθ' ης η αίτησης ότι με δεδομένη την καθυστέρηση και το ότι τα γεγονότα που με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκονται να συμπεριληφθούν στην Υπεράσπιση ήταν γνωστά στην Αιτήτρια εδώ και πολύ καιρό η υπό κρίση αίτηση είναι καταχρηστική και σκοπό έχει την παρέκκλιση της διαδικασίας κρίνω πως δεν ευσταθεί. Πέραν της επικαλούμενης καθυστέρησης κανένας άλλος ισχυρισμός δεν προβάλλεται που να τεκμηριώνει την θέση της Καθ' ης η αίτηση περί κατάχρησης. Από την καθυστέρηση δε στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης και το ότι η υπό κρίση αίτηση μπορούσε να καταχωρηθεί πολύ ενωρίτερα δεν συνάγεται απαραίτητα και δίχως άλλο ότι η υπό κρίση αίτηση διαπνέεται από κακοπιστία ή ότι είναι καταχρηστική ή ότι υποβλήθηκε με σκοπό την παρέκκλιση της διαδικασίας. Πόσο μάλλον όταν, όπως στην υπό εξέταση περίπτωση, σκοπός της υποβολής της είναι, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, ο προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των γεγονότων, τα οποία, αξίζει να σημειωθεί, η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση δεν αμφισβήτησε. Συμπέρασμα κακοπιστίας πρέπει να εξάγεται αβίαστα από το ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσιασθέν μαρτυρικό υλικό (Βλ. Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 204/09, ημερομηνίας 25.4.12). Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε στοιχεία που να θεμελιώνουν κακοπιστία ή κατάχρηση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν θεωρώ ότι η καθυστέρηση θα πρέπει να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο για την τύχη της υπό κρίση αίτησης. Υπό το φως των πιο πάνω ο λόγος ένστασης υπό παράγραφο Α δεν ευσταθεί. Ομοίως και ο λόγος ένστασης υπό παράγραφο Γ. Με τον δεύτερο λόγο ένστασης προβάλλεται η θέση ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση και τα επισυναπτόμενα σε αυτήν τεκμήρια καταχωρήθηκαν παράτυπα και έτσι δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση τίποτα δεν αναφέρεται που να αιτιολογεί ή να εξηγεί τον πιο πάνω λόγο ένστασης. Η παράγραφος 2Β αναπαράγει απλά τον δεύτερο λόγο ένστασης χωρίς αυτή να προβάλλει οποιαδήποτε τεκμηρίωσή του. Υπό το φως των πιο πάνω και αφ' ης στιγμής τίποτα κατά την κρίση μου δεν αναδύεται που να ρίχνει σκιά στην νομιμότητα της ένορκης δήλωσης και των εγγράφων που με αυτήν παρουσιάσθηκαν κρίνω ότι ο υπό συζήτηση λόγος ένστασης δεν είναι βάσιμος. Διαφωνώ, επίσης, με τον τελευταίο λόγο ένστασης διά του οποίου προβάλλεται η θέση ότι με την υπό κρίση αίτηση επιχειρείται η εισαγωγή μαρτυρίας. Όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε ό,τι με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται είναι η προβολή των νέων γεγονότων που προέκυψαν. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι συνεκτίμηση των αρχών και εφαρμογή τους στα πλαίσια των γεγονότων της υπό εξέταση περίπτωσης δικαιολογεί την έγκριση του αιτήματος. Δεν παραγνωρίζω, ότι η τροποποίηση θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Συνεκτιμώντας, όμως, όλα τα στοιχεία, και ιδιαίτερα την σημασία της αιτούμενης τροποποίησης ως προς την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των διαδίκων και ταυτόχρονα της δικαιοσύνης δεν θεωρώ ότι με την έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα παραβιασθεί το δικαίωμα της Καθ' ης η αίτηση για εκδίκαση εντός εύλογου χρόνου. Τουναντίον, απόρριψη της υπό κρίση αίτησης θα αντιστρατευόταν τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης και δεν θα επέτρεπε την επίλυση όλων των μεταξύ των διαδίκων εγειρόμενων στην υπόθεση διαφορών. Κρίνω, επίσης, ότι έγκριση της αίτησης υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων δεν θα προκαλούσε στην Καθ' ης η αίτηση ζημία άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση εγκρίνεται. Αναφορικά με τα έξοδα ενδεικτικά είναι τα όσα επί του προκειμένου αναφέρθηκαν στην υπόθεση Χαρίλαος Χατζηγέρου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (Αρ. 1)
(2003)3 ΑΑΔ 31, σελίδα 36, και που πιο κάτω παρατίθενται: «Έξοδα: Τα έξοδα σε αιτήσεις τροποποίησης δικογράφων επιδικάζονται κατά κανόνα υπέρ του καθ' ου η αίτηση ανεξάρτητα από τη στάση του τελευταίου στο αίτημα και στην επιτυχία της ένστασης σ' αυτό. Η προσέγγιση αυτή δεν λαμβάνει αρκούντως υπόψη τον κανόνα στον οποίο στηρίζεται η αρχή αυτή εξικνούμενο στον επωμισμό της δαπάνης από το διάδικο που προκάλεσε τα αχρείαστα έξοδα. Ο αιτητής δεν μπορεί εύλογα να θεωρηθεί πρόξενος των εξόδων της ακρόασης που επέφερε η ένσταση του καθ' ου η αίτηση στο αίτημά του. Σε τέτοιες περιπτώσεις ορθή εφαρμογή της αρχής που διέπει την επιδίκαση εξόδων δικαιολογεί την απόδοση στον καθ' ου η αίτηση μόνο μέρους των εξόδων του. Η τομή που μπορεί να γίνει σ' αυτές τις υποθέσεις έγκειται στην επιδίκαση εξόδων στον καθ' ου η αίτηση του ενός δευτέρου των εξόδων του που είναι και η απόφαση που εκδίδουμε σ' αυτή την υπόθεση». Εφαρμογή των πιο πάνω απολήγει στην επιδίκαση των εξόδων της υπό κρίση αίτησης υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας κατά το ήμισυ. Αναφορικά δε με τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) αυτά για λόγους ευνόητους θα επιδικασθούν υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας εξ' ολοκλήρου. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 7 (επτά) ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Τυχόν Απάντηση να καταχωρηθεί εντός 7 (επτά) ημερών από της παράδοσης της τροποποιημένης Υπεράσπισης. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας / Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης / Αιτήτριας κατά το ήμισυ. Τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας / Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης / Αιτήτριας εξ' ολοκλήρου. Τα ανωτέρω έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. Η σύνταξη του παρόντος διατάγματος να ζητηθεί το αργότερο μέχρι αύριο, 3.3.15. Παρακαλείται ο Πρωτοκολλητής όπως φροντίσει ώστε το παρόν διάταγμα συνταχθεί σε χρόνο που θα επιτρέπει την συμπλήρωση των δικογράφων πριν τον ορισμό της αγωγής. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 6.4.15 και ώρα 9:00 π.μ.. (Υπ.) ............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Τροποποίηση Υπεράσπισης Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο