Βαρβάρας Βασιλείου ν. Ελευθερίας Μηνά, Αρ. Αίτησης - Έφεσης :- 62/2011, 30/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A50 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αίτησης - Έφεσης :- 62/2011 Μεταξύ:- Βαρβάρας Βασιλείου Εφεσείουσας/Αιτήτριας Και Ελευθερίας Μηνά Εφεσίβλητης / Καθ΄ ης η Αίτηση Ημερομηνία :- Δευτέρα 30η Μαρτίου 2015 Για την Εφεσείουσα-Αιτήτρια :- κος. Πόλυς Μιχαηλίδης για Ρ. Ερωτοκρίτου & Συνεργάτες Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Πόλυς Μιχαηλίδης Για την Εφεσίβλητη - Καθ΄ ης η Αίτηση :- κος. Νικόδημος Φακοντής για Ιωάννη Παπαζαχαρία Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Νικόδημος Φακοντής ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ [ 1 ] Αυτό το οποίο ουσιαστικά αιτείται η εφεσείουσα είναι διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να κηρύσσεται άκυρη η απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (στο εξής θα καλείται ο «Διευθυντής») ημερομηνίας 5/1/2011 η οποία δόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 61 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, όπως αυτός τροποποιήθηκε (στο εξής θα καλείται ο «σχετικός Νόμος») και «...με την οποία καθορίζει και/ή αποφασίζει το εγγεγραμμένο σύνορο μεταξύ των κτημάτων των διαδίκων». [ 2 ] Σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του άρθρου 61 του σχετικού Νόμου ο Διευθυντής δύναται να διορθώσει οποιοδήποτε λάθος ή παράλειψη στο Κτηματικό Μητρώο ή σε οποιοδήποτε βιβλίο ή σχέδιο του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, ή σε οποιοδήποτε πιστοποιητικό εγγραφής, και κάθε τέτοιο Μητρώο, βιβλίο, σχέδιο ή πιστοποιητικό εγγραφής που διορθώθηκε με τον τρόπο αυτό έχει την ίδια εγκυρότητα και ισχύ όπως αν το λάθος αυτό ή η παράλειψη αυτή να μην είχε γίνει. Σύμφωνα με το εδάφιο
(3)καμία τροποποίηση, διόρθωση ή ακύρωση δεν διενεργείται εκτός αν δοθεί από τον Διευθυντή προηγούμενη ειδοποίηση τριάντα ημερών σε οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο δυνατό να επηρεάζεται από αυτή και οποιοδήποτε πρόσωπο δύναται, εντός της περιόδου των τριάντα ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία δόθηκε η ειδοποίηση αυτή, να καταχωρήσει ένσταση στο Διευθυντή ο οποίος για τούτο εξετάζει αυτή και δίνει ειδοποίηση για την απόφαση του επί αυτής στον ενιστάμενο. [ 3 ] Σύμφωνα με την παράγραφο
(1)του κανονισμού 5 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956 όλες οι εφέσεις και αιτήσεις προς το Δικαστήριο σύμφωνα με τον σχετικό Νόμο θα γίνονται σύμφωνα με τον τύπο 2, με τέτοιες διαφοροποιήσεις όπως θα απαιτούνται από τις περιστάσεις, και θα υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ή ένορκες δηλώσεις αναφορικά με τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται και θα καταχωρείται στον Πρωτοκολλητή μαζί με αντίγραφο της διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του Διευθυντή εναντίον της οποίας ασκείται η έφεση. [ 4 ] Αξίζει να σημειωθεί πως η εφεσείουσα παρέλειψε να επισυνάψει επί της έφεσης της ή ουσιαστικά να καταχωρήσει μαζί με αυτή αντίγραφο της διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του Διευθυντή εναντίον της οποίας ασκείται η έφεση. Παρά τη σημαντική αυτή παράλειψη κατά την καταχώρηση της έφεσης εντούτοις η εφεσίβλητη με τη καταχώρηση της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης επισύναψε επί της ένορκης δήλωσης του Κτηματολογικού Λειτουργού, Παναγιώτη Χριστοδουλίδη (στο εξής θα καλείται ο «Χριστοδουλίδης») την απόφαση του Διευθυντή ως τεκμήριο Α. [ 5 ] Άλλη μία παράλειψη της εφεσείουσας είναι η αναφορά εντός της νομικής βάσης της έφεσης του άρθρου 61 παρά και το γεγονός ότι όπως αναφέρεται στο αιτητικό μέρος της έφεσης η επίδικη απόφαση του Διευθυντή λήφθηκε δυνάμει του άρθρου 61 του σχετικού Νόμου. Παρά και το γεγονός αυτό θεωρώ πως το Δικαστήριο δύναται να προχωρήσει στην εξέταση της έφεσης διατηρώντας υπόψη και τη βάση επί της οποίας στηρίζεται η επίδικη απόφαση του Διευθυντή. [ 6 ] Περιορίστηκε η ακροαματική διαδικασία σε καταχώρηση ενόρκων δηλώσεων δίχως οι ενόρκως δηλούντες να υποστούν αντεξέταση και στη συνέχεια σε ανταλλαγή γραπτών αγορεύσεων μεταξύ των δικηγόρων και ταυτόχρονα παράδοση τους στο Δικαστήριο. ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗΣ ΕΝΟΡΚΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ [ 7 ] Ως πρός τις ένορκες δηλώσεις οι οποίες καταχωρήθηκαν προς απόδειξη της έφεσης ο ευπαίδευτος συνήγορος της εφεσίβλητης ήγειρε με την τελική αγόρευση του το εξής σημείο. Εισηγήθηκε πως το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της τοπογράφου - μηχανικού Βασούλας Βάσου (στο εξής θα καλείται η «ένορκη δήλωση Βάσου») δεν θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Εισηγήθηκε επίσης πως το θέμα αυτό θα πρέπει να κριθεί «προδικαστικά», δηλαδή πριν από την εξέταση της ουσίας της έφεσης. [ 8 ] Ευθύς εξ αρχής διαπιστώνεται πως οι λόγοι βάσει των οποίων ο ευπαίδευτος συνήγορος της εφεσίβλητης εισηγείται πως θα πρέπει να γίνει δεκτή η θέση του δεν ανταποκρίνονται επί της πραγματικής πτυχής αυτού του θέματος. Δηλαδή, με τα όσα δεδομένα όντως εν τέλει οδήγησαν στην καταχώρηση της συγκεκριμένης ένορκης δήλωσης. Θεωρώ πως ο ευπαίδευτος συνήγορος της εφεσίβλητης δεν είχε ορθή αντίληψη του περιεχομένου του φακέλου της έφεσης. Καθότι αυτό το περιεχόμενο αντιστρατεύεται τα όσα ο ίδιος ανέφερε ως πρός τα γεγονότα τα οποία προηγήθηκαν της καταχώρησης της ένορκης δήλωσης Βάσου. [ 9 ] Παραδείγματος χάριν, αναφέρει σχετικά ο ευπαίδευτος συνήγορος της εφεσίβλητης πως στα «...πλαίσια της υπό κρίση αίτησης και κατόπιν προφορικού αιτήματος των δικηγόρων της αιτήτριας - εφεσείουσας που έγινε στις 15/6/2011 και με την σύμφωνο γνώμη των δικηγόρων της εφεσίβλητης - καθ ης η αίτηση δόθηκε άδεια για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης». Όμως αυτό το οποίο όντως ζητήθηκε κατά την συγκεκριμένη ημερομηνία από τον δικηγόρο ο οποίος εμφανίστηκε για την εφεσείουσα ήταν όπως οριστεί η έφεση για οδηγίες με σκοπό να εξεταστεί το ενδεχόμενο καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η δικηγόρος η οποία εμφανίστηκε εκ μέρους της εφεσίβλητης συμφώνησε και η έφεση ορίστηκε για οδηγίες στις 28/9/
- [ 10 ] Συνεπώς καμία άδεια δεν δόθηκε στις 15/6/2011 για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Εντούτοις όπως φαίνεται κατά την επόμενη ημερομηνία στις 28/9/2011, αφού ζητήθηκε από το Δικαστήριο (με νέα σύνθεση) χρόνος για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, η δικηγόρος της εφεσίβλητης συμφώνησε και η έφεση ορίστηκε σε νέα ημερομηνία με οδηγίες η συμπληρωματική ένορκη δήλωση να καταχωρηθεί εντός δεκαπέντε ημερών. Δίχως όμως να καταχωρηθεί εντός αυτής της προθεσμίας. [ 11 ] Αποφεύγοντας μία λεπτομερή καταγραφή της όλης πορείας της έφεσης μέχρι να καταχωρηθεί η ένορκη δήλωση Βάσου σημειώνεται απλά πως δόθηκε κατ΄ επανάληψη χρόνος για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δίχως σε οποιαδήποτε περίπτωση η δικηγόρος της εφεσίβλητης να προβάλει οποιαδήποτε ένσταση. Μάλιστα σε δύο περιπτώσεις, στις 5/12/2011 και 3/2/2012, δίχως καν να εμφανιστεί δικηγόρος εκ μέρους της εφεσείουσας, δηλώθηκε από την δικηγόρο της εφεσίβλητης πως δεν είχε καταχωρηθεί ακόμη συμπληρωματική ένορκη δήλωση και δόθηκε νέα ημερομηνία από το Δικαστήριο. [ 12 ] Ενώ στις 2/3/2012 δηλώθηκε από τον δικηγόρο της εφεσείουσας πως είχε διοριστεί χωρομέτρης έτσι ώστε να γίνει οριοθέτηση για να είναι πιο λεπτομερής η συμπληρωματική ένορκη δήλωση η οποία θα καταχωρηθεί. Καμία ένσταση ή δήλωση δεν έγινε από την δικηγόρο της εφεσίβλητης αναφορικά με αυτή την πρόθεση. [ 13 ] Τελικά, μετά από κατ΄ επανάληψη αναβολές για τον ίδιο λόγο καταχωρήθηκε στις 19/9/2012 η ένορκη δήλωση Βάσου. Ως η συμπληρωματική ένορκη δήλωση δηλαδή για την οποία η εφεσείουσα είχε κατ΄ επανάληψη αιτηθεί χρόνο για καταχώρηση της. [ 14 ] Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης έγινε σχεδόν ένα χρόνο μετά από την ημερομηνία κατά την οποία είχε αρχικά ζητηθεί χρόνος για την καταχώρηση της. Συνολικά η έφεση είχε αναβληθεί για τον ίδιο λόγο εννέα φορές. [ 15 ] Σημειωτέον ότι κατά τη διάρκεια αυτής της χρονικής περιόδου ουδέποτε ζητήθηκε ευθέως άδεια για καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή δόθηκε τέτοια άδεια από το Δικαστήριο. Επιπλέον όμως σημειώνεται και το εξής. Ουδέποτε δηλώθηκε πως η συμπληρωματική ένορκη δήλωση αυτή θα ήταν συμπληρωματική της ένορκης δήλωσης της εφεσείουσας, δηλαδή δεύτερη ένορκη δήλωση του ίδιου ατόμου. Βεβαίως ούτε και δηλώθηκε πως αυτή η συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα γινόταν από άλλο άτομο αλλά θα ήταν συμπληρωματική του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης της εφεσείουσας. Ενδεχομένως η δήλωση ως πρός τον διορισμό χωρομέτρη στις 2/3/12 να μπορούσε να θεωρηθεί και ενδεικτική ως πρός την πρόθεση καταχώρησης ένορκης δήλωσης από άλλο άτομο. Όπως δηλαδή και στην περίπτωση της εφεσίβλητης η ένσταση της οποίας υποστηρίζεται όχι μόνο από δική της ένορκη δήλωση αλλά και από ένορκη δήλωση του Κτηματολογικού Λειτουργού Παναγιώτη Χριστοδουλίδη. Οι οποίες ένορκες δηλώσεις βεβαίως είναι αρχικές και μοναδικές και όχι συμπληρωματικές. [ 16 ] Πέραν όμως και των όσων αναφέρονται πιο πάνω η πιο σημαντική διαπίστωση του Δικαστηρίου σε αυτή την απόφαση σε σχέση με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της εφεσίβλητης ως προς το ότι δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης Βάσου, είναι η εξής. Ενώ η ένορκη δήλωση αυτή καταχωρήθηκε στις 19/9/2012 και η έφεση αναβλήθηκε κατ΄ επανάληψη έκτοτε, όχι μόνο κατά την επόμενη ημερομηνία από την ημερομηνία καταχώρησης της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αλλά ούτε και σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση για τα επόμενα δύο χρόνια περίπου δεν εγέρθηκε με οποιοδήποτε τρόπο από την εφεσίβλητη οποιαδήποτε ένσταση αναφορικά με το γεγονός πως η συμπληρωματική ένορκη δήλωση η οποία είχε καταχωρηθεί δεν ήταν συμπληρωματική της ένορκης δήλωσης της εφεσείουσας αλλά ένορκη δήλωση ενός άλλου ατόμου. [ 17 ] Αυτή και μόνο η διαπίστωση, όχι μόνο δηλαδή της καθυστέρησης αλλά και της απουσίας έγερσης οποιασδήποτε ένστασης, θεωρείται από το Δικαστήριο ως καθοριστική αναφορικά με τη δυνατότητα έγερσης του συγκεκριμένου θέματος με την τελική αγόρευση προς υποστήριξη της ένστασης της εφεσίβλητης. [ 18 ] Εάν είχε οποιαδήποτε ένσταση η εφεσίβλητη όφειλε να το είχε εγείρει είτε αμέσως μετά από την καταχώρηση της ένορκης δήλωσης Βάσου - αφού δηλαδή πλέον σαφώς θα έπρεπε να είχε γίνει αντιληπτό πως η συμπληρωματική αυτή ένορκη δήλωση δεν ήταν συμπληρωματική ένορκη δήλωση της εφεσείουσας αλλά άλλου ατόμου - είτε σε κάποιο χρονικό σημείο κατά τη διάρκεια των επόμενων δύο ετών και όχι να είχε αφεθεί η εφεσείουσα με την εντύπωση πως δεν υπήρχε οποιαδήποτε ένσταση ως πρός την ύπαρξη της μαρτυρίας η οποία είχε παρουσιαστεί από την ίδια προς υποστήριξη της έφεσης της. [ 19 ] Θεωρώ δηλαδή πως παρά και την πρακτική υιοθέτηση της χρήσης γραπτών αγορεύσεων[1] προς εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου και παράλληλα της επιλογής όπως μην αντεξεταστούν οι ενόρκως δηλούντες, σε περίπτωση δηλαδή όπου η όλη ακροαματική διαδικασία διεξάγεται ουσιαστικά απλώς με την καταχώρηση ενόρκων δηλώσεων, εντούτοις η οποιαδήποτε ένσταση αναφορικά με την αποδεκτότητα μαρτυρίας θα πρέπει να εγείρεται είτε προηγουμένως (παραδείγματος χάριν, με καταχώρηση σχετικής αίτησης) είτε στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας και όχι μετά από την ολοκλήρωση αυτής. [ 20 ] Έτσι ώστε τότε το Δικαστήριο, προτού ακούσει την επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων δικηγόρων προς υποστήριξη των θέσεων τους, να γνώριζε ήδη ποια μαρτυρία έχει παρουσιαστεί προς εξέταση δίχως η αποδεκτότητα αυτής να έχει αμφισβητηθεί. Επιπλέον, έτσι ώστε σε περίπτωση τέτοιας αμφισβήτησης να είχε και το Δικαστήριο την ευκαιρία να αποφασίσει επί του οποιουδήποτε εγειρόμενου θέματος. Υπενθυμίζω σχετικά την εφαρμογή των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας σύμφωνα με τον κανονισμό 17 των Κανονισμών περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) του
- Συνδέοντας παράλληλα αυτό το θέμα με την Δ.38 θ. 4 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με την οποία ενστάσεις ως πρός την αποδοχή μαρτυρίας θα γίνονται κατά τον χρόνο η μαρτυρία προσφέρεται και θα ακούεται επιχειρηματολογία και το Δικαστήριο κατά κανόνα θα αποφασίζει σχετικά κατά τον ίδιο χρόνο της προσαγωγής της. [ 21 ] Αναφέρει σχετικά ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Πικής (όπως ήταν τότε) στις σελίδες 522 έως 523 της απόφασης Βίκτωρος ν. Χριστοδούλου
(1992)1 Α. Α. Δ. 512 τα ακόλουθα,:- «Η Δ.38 Θ. 4 θεσμοθετεί κανόνα μείζονος σημασίας για τη διεξαγωγή της δίκης· ρυθμίζει τη διαδικασία αποδοχής αμφισβητούμενης μαρτυρίας και ορίζει ότι το θέμα πρέπει να αποφασίζεται κατά το χρόνο που υποβάλλεται η ένσταση. Και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ένσταση το παραδεκτό προσαγόμενης μαρτυρίας αποφασίζεται, κατά κανόνα, κατά το χρόνο της προσαγωγής της. Μόνο παραδεκτή μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο αντεξέτασης προς το σκοπό διαπίστωσης της βαρύτητας που ενέχει η μαρτυρία και σχολιασμού κατά τις τελικές αγορεύσεις ως προς τις επιπτώσεις της. Η αβεβαιότητα ως προς την παραδεκτή μαρτυρία που άπτεται των επίδικων θεμάτων αφήνει αγεφύρωτο κενό στη διαδικασία και δημιουργεί ρήγμα στη στοιχειοθέτηση του αποδεικτικού υλικού.» [ 22 ] Υπενθυμίζω όμως πως αυτό το οποίο αβίαστα διαπιστώνεται σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα είναι πως η θέση η οποία προβλήθηκε με την τελική αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της εφεσίβλητης σαφώς δεν ευσταθεί ως πρός την πραγματική πτυχή αυτής. Κατ΄ αρχάς, σύμφωνα με τα πρακτικά του Δικαστηρίου, ουδέποτε δόθηκε άδεια από το Δικαστήριο για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Θέτοντας το πολύ απλά ουδέποτε δόθηκε άδεια οποιασδήποτε μορφής. Συνεπώς είναι λανθασμένη η εισήγηση πως η ένορκη δήλωση Βάσου δεν θα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί καθότι ενώ η εφεσείουσα όφειλε να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση εντούτοις καταχώρησε ένορκη δήλωση από τρίτο πρόσωπο. [ 23 ] Βεβαίως όχι μόνο εύλογα θα μπορούσε να θεωρηθεί πως άδεια του Δικαστηρίου υπήρχε για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αλλά αντιθέτως θα πρέπει να θεωρηθεί πως έστω και σιωπηρά το Δικαστήριο είχε δώσει τέτοια άδεια. Δεν νοείται δηλαδή να αναβάλλεται μία οποιαδήποτε υπόθεση για περίπου ένα χρόνο με τη συγκατάθεση αμφότερων των διαδίκων αλλά και την ανοχή του Δικαστηρίου γι΄ αυτό το συγκεκριμένο σκοπό, δηλαδή για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, και να μην έχει γίνει δεκτό ουσιαστικά τόσο από τους διάδικους αλλά και το ίδιο το Δικαστήριο πως τέτοια άδεια όντως υπήρχε. Ανεξαρτήτως βεβαίως του δεδομένου πως πουθενά στα πρακτικά του Δικαστηρίου - ρητά τουλάχιστον - τέτοια άδεια δεν φαίνεται να είχε όντως δοθεί. [ 24 ] Βεβαίως η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της εφεσίβλητης δεν είναι πως ενώ δεν είχε δοθεί άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εντούτοις αυτή στη συνέχεια καταχωρήθηκε. Η θέση του είναι πως η διαδικασία την οποία ακολούθησαν οι δικηγόροι της εφεσείουσας είναι παράτυπη και αντικανονική καθότι το μόνο δικαίωμα που είχαν «ως η σχετική άδεια του Δικαστηρίου» ήταν να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση της εφεσείουσας και όχι νέα ένορκη δήλωση ενός τρίτου προσώπου. [ 25 ] Διατηρώντας υπόψη το όλο χρονικό πλαίσιο επί του συγκεκριμένου θέματος, δηλαδή όχι μόνο ο χρόνος ο οποίος παρήλθε - σημειωτέον με τη συγκατάθεση της εφεσίβλητης - για την καταχώρηση έστω κάποιας συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης (ανεξαρτήτως δηλαδή της μορφής αυτής ή το άτομο από το οποίο αυτή θα ορκιζόταν σχετικά) αλλά και ο χρόνος μετά την καταχώρηση της συγκεκριμένης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, διευκρινίζεται το εξής. Θεωρώ πως όφειλε η εφεσίβλητη να είχε εγείρει το θέμα αν όχι ευθύς μετά από την καταχώρηση της συγκεκριμένης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης τουλάχιστον προτού να οδηγηθεί η διαδικασία στο στάδιο της ακρόασης. Θεωρώ δηλαδή, έχοντας ως βάση είτε το ιστορικό της διαδικασίας το οποίο οδήγησε στην καταχώρηση της συγκεκριμένης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είτε τη δικονομική συμπεριφορά της εφεσίβλητης μέχρι και το χρονικό σημείο υποβολής της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου της, πως δεν θα ήταν καθόλου δίκαιο ή ορθό για το Δικαστήριο να κρίνει μία τέτοια θέση ως βάσιμη. [ 26 ] Πέραν όμως και των όσων αναφέρονται πιο πάνω σε σχέση με το θέμα της εγκυρότητας ουσιαστικά της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και συγκεκριμένα αναφορικά με το ανυπόστατο αυτό μέρος της θέσης υπό εξέταση, υπό την έννοια της πραγματικής πτυχής αυτής, ως προς το ότι δηλαδή δόθηκε συγκεκριμένης μορφής άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από το Δικαστήριο, αξίζει να σημειωθεί και το εξής γενικότερα ως πρός τη βασιμότητα της συγκεκριμένης θέσης. Σε σχέση δηλαδή με τη νομική πτυχή αυτής της θέσης. Δεν θεωρώ αναγκαίο όπως το Δικαστήριο εμπλακεί σε μία μακρά θεωρητική ουσιαστικά εξέταση του όλου ζητήματος. Θεωρητική με την έννοια βεβαίως πως εφόσον δεν δόθηκε οποιαδήποτε συγκεκριμένη μορφή άδειας από το Δικαστήριο τότε δεν είναι δυνατό να εξεταστεί κατά πόσο η εφεσείουσα είχε παραβεί τα όρια αυτής της συγκεκριμένης άδειας με το να είχε καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση διαφορετική από αυτή για την οποία είχε λάβει την άδεια του Δικαστηρίου. [ 27 ] Θεωρώ χρήσιμο όμως να προσθέσω ως μία γενική παρατήρηση πως η θέση η οποία προτείνεται ως πρός το είδος συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης το οποίο είναι δυνατό να καλύπτεται από τον όρο «συμπληρωματική» κρίνεται όχι μόνο υπεραπλουστευμένη αλλά και αντίθετη με το όλο πνεύμα της συγκεκριμένης δικονομικής διάταξης. [ 28 ] Θεωρώ πως γενικά η δυνατότητα του Δικαστηρίου να επιτρέψει την καταχώρηση «συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων» δεν περιορίζεται μόνο σε καταχώρηση ένορκης δήλωσης η οποία να είναι συμπληρωματική σε σχέση με ένορκη δήλωση η οποία ήδη έχει καταχωρηθεί από ένα διάδικο. Ο νέος κανονισμός 10
(3)περιόρισε μεν την μαρτυρία η οποία μπορεί να ακουστεί σε ακροαματική διαδικασία υπόθεσης παρόμοιας με την παρούσα έφεση, σε προφορική μαρτυρία η οποία θα προκύπτει από αντεξέταση σε σχέση με ένορκες δηλώσεις αλλά δεν περιορίζει παράλληλα ρητά το δικαίωμα του διαδίκου για καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων μόνο σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν ήδη καταχωρημένες οι αρχικές ένορκες δηλώσεις. Διευκρινίζω εντούτοις πως το θέμα όπως προκύπτει στη συγκεκριμένη περίπτωση υπό εξέταση θα πρέπει να ιδωθεί έχοντας ως βάση τα δικά του δεδομένα και πως ασφαλώς η κάθε περίπτωση θα πρέπει να εξετάζεται επίσης με τα δικά της δεδομένα. [ 29 ] Όμως σε σχέση με την περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση δεν διαπιστώνω πως η εφεσείουσα είχε παραβεί οποιαδήποτε άδεια του Δικαστηρίου σε σχέση με την καταχώρηση της ένορκης δήλωσης Βάσου ή ότι το περιεχόμενο αυτής δεν θα πρέπει να γίνει δεκτό από το Δικαστήριο ως μαρτυρία καθότι, όπως είναι η σχετική εισήγηση, η συγκεκριμένη ένορκη δήλωση δεν αποτελεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ένορκης δήλωσης της εφεσείουσας. Η ένορκη δήλωση Βάσου δεν παύει υπό μία γενικότερη έννοια να είναι «συμπληρωματική» της μαρτυρίας η οποία προκύπτει από την ένορκη δήλωση της εφεσείουσας και ως τέτοια λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση της ουσίας της έφεσης. [ 30 ] Συνεπώς η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου ως προς το ότι η ένορκη δήλωση Βάσου αποτελεί εισαγωγή επιπρόσθετης μαρτυρίας η οποία έγινε χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου δεν γίνεται δεκτή ως ορθή είτε σε σχέση με την απαραίτητη βάση της πραγματικής πτυχής της είτε ακόμη σε σχέση με τη νομική πτυχή αυτής. [ 31 ] Μάλιστα η επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της θέσης αυτής δεν κρίνεται πειστική καθότι ενώ με αυτή αποδέχεται τη δυνατότητα συμπλήρωσης της ήδη υπάρχουσας μαρτυρίας περιορίζει αυτή τη δυνατότητα όχι μόνο σε σχέση με τη μαρτυρία η οποία ήδη υπάρχει αλλά σε σχέση και με το άτομο το οποίο ήδη έχει δώσει μαρτυρία δια μέσω υπογραφής σχετικής ένορκης δήλωσης. [ 32 ] Κρίνω δηλαδή - τονίζω και πάλι υπό μορφή γενικής παρατήρησης - πως δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή ως ορθή σε κάθε περίπτωση η απόλυτη ουσιαστικά θέση πως μία ένορκη δήλωση «για να θεωρείται συμπληρωματική θα πρέπει να συμπληρώνει κάτι το οποίο ήδη υφίσταται στον φάκελο της δικογραφίας και το οποίο έχει παρατεθεί από συγκεκριμένο πρόσωπο, κάτι δηλαδή το οποίο ήδη υπάρχει και κρίνεται ότι ελλείπει κάτι από το περιεχόμενο της έτσι ώστε να χρίζει (sic) συμπλήρωσης» (σελίδα 4 της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου της εφεσίβλητης). [ 33 ] Ειδικά στη συγκεκριμένη περίπτωση η θέση αυτή δεν γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο ως ορθή. Ενώ γενικά η στεγανή έννοια της συμπλήρωσης σε παρόμοιες περιπτώσεις δεν πείθει το Δικαστήριο ως ορθή. [ 34 ] Αποφεύγει συνειδητά το Δικαστήριο να επεκταθεί περισσότερο αλλά αποδοχή μίας τέτοιας θέσης θα οδηγούσε στη δημιουργία της πιθανότητας στέρησης του δικαιώματος ενός διαδίκου να παρουσιάσει σε διαδικασία αυτού του είδους μαρτυρία η οποία δεν θα μπορούσε εύλογα να είχε προβλεφθεί προηγουμένως με την καταχώρηση των ήδη υφιστάμενων ενόρκων δηλώσεων. [ 35 ] Όσο και να στόχευε η τροποποίηση του κανονισμού 10
(3)στη συντόμευση της ακροαματικής διαδικασίας δεν θεωρώ πως θα μπορούσε παράλληλα να είχε τέτοιο στόχο ή να επέτρεπε την υπονόμευση ουσιαστικά της διαδικασίας υπό την έννοια της διεξαγωγής μίας δίκαιας δίκης με την εφαρμογή τέτοιας αυστηρής προσέγγισης ως πρός τη μαρτυρία η οποία θα μπορούσε να παρουσιαστεί από τους διάδικους. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΦΕΣΗΣ [ 36 ] Έχοντας εξετάσει το προδικαστικό θέμα το οποίο έθεσε ο ευπαίδευτος συνήγορος της εφεσίβλητης θα προχωρήσω σε εξέταση της ουσίας της έφεσης. [ 37 ] Βασικό παράπονο της εφεσείουσας είναι πως ο Διευθυντής δεν προέβη σε επίλυση συνοριακής διαφοράς αλλά σε αφαίρεση μέρους του ακινήτου της προς όφελος του ακινήτου της εφεσίβλητης. Βεβαίως, ανεξάρτητα και από το ιστορικό της όλης διαδικασίας η οποία οδήγησε στην έκδοση της απόφασης του Διευθυντή, αυτό στο οποίο είχε προβεί ο Διευθυντής δεν είναι επίλυση συνοριακής διαφοράς βάσει του άρθρου 58 του σχετικού Νόμου αλλά διόρθωση λάθους βάσει του άρθρου
- [ 38 ] Η μαρτυρία προς απόδειξη της έφεσης αποτελείται από την ένορκη δήλωση της ίδιας της εφεσείουσας και την ένορκη δήλωση Βάσου. [ 39 ] Οφείλω επί αυτού του θέματος να παρατηρήσω πως η καταχώρηση της ένορκης δήλωσης Βάσου μάζι και με την χωρομετρική της έκθεση έγινε με την καταχώρηση όχι απλά φωτοαντιγράφων αυτών των εγγράφων αλλά μάλιστα με φωτοαντιγράφων από εκτύπωση συσκευής τηλεομοιότυπου. Ως αποτέλεσμα η ποιότητα εκτύπωσης της συνοδευτικής της ένορκης δήλωσης έκθεσης η οποία κατατέθηκε στο φάκελο της έφεσης είναι κάκιστη. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα έτσι ώστε στην πρώτη σελίδα της έκθεσης να υπάρχει μία εικόνα η οποία προφανώς είναι αντίγραφο του σχεδιαγράμματος του φακέλου διαχωρισμού η οποία είναι εντελώς δυσανάγνωστη καθότι αποτελείται από ένα σχεδόν εξ ολοκλήρου μαύρο ορθογώνιο σχήμα. Βεβαίως εάν όντως αυτό είναι αντιγραφή του συγκεκριμένου σχεδιαγράμματος τότε αυτό υπάρχει και σε άλλα μέρη του φακέλου της έφεσης. [ 40 ] Όμως στη δεύτερη σελίδα της έκθεσης (η οποία έχει επισυναφθεί ανάποδα) υπάρχει επίσης μια άλλη εικόνα η οποία ενδεχομένως να είναι φωτοαντίγραφο φωτογραφίας. Η οποία επίσης δεν είναι δυνατό να εξεταστεί. Φαίνεται να έχει σημειώσει δύο κτίρια επί αυτής η ενόρκως δηλούσα. Τουλάχιστον το σχέδιο στην ίδια σελίδα είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό ως πρός το περιεχόμενο του. Στην επόμενη σελίδα υπάρχει επίσης φωτοαντίγραφο από τηλεομοιότυπο μάλλον σε σμίκρυνση ως πρός τις αποστάσεις οι οποίες αναφέρονται επί αυτού καθιστώντας την εξέταση του περιεχομένου δύσκολη, ιδιαίτερα δε ως προς το να είναι εφικτό να αναγνωστούν οι καταγραμμένες επί αυτού αποστάσεις. [ 41 ] Βεβαίως ακόμη και να ήταν ευκρινές αυτό το αντίγραφο, αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως τα όσα αναφέρει η ενόρκως δηλούσα προς διευκρίνιση των όσων σχεδιαγραμμάτων παραθέτει εντός της έκθεσης της κάθε άλλο παρά βοηθούν έτσι ώστε να γίνει καλύτερα αντιληπτό ή έστω και απλά κατανοητό το περιεχόμενο αυτών και σε τι εξυπηρετούν προς καλύτερη αιτιολόγηση της έκθεσης της. [ 42 ] Ούτε όμως και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης Βάσου είναι δυνατό να κριθεί ως ιδιαίτερα βοηθητικό ως πρός την διασαφήνιση της οποιασδήποτε θέσης την οποία η εφεσείουσα επιθυμούσε όπως παρουσιάσει ή προωθήσει με την παρουσίαση αυτής της μαρτυρίας. Στηρίζεται η ενόρκως δηλούσα στους λόγους οι οποίοι αναφέρονται εντός της έκθεσης της έτσι ώστε να υποστηρίξει πως η απόφαση του Διευθυντή είναι λανθασμένη καθότι, όπως καταλήγει, δεν έλαβε υπόψη του τον φάκελο διαχωρισμού κατά τον διαχωρισμό των τεμαχίων. Όμως πραγματικά με μία όσο το δυνατό προσεχτικότερη ανάγνωση της έκθεσης της ενόρκως δηλούσας δεν διαπιστώνεται να προκύπτει οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να μην είχε ληφθεί υπόψη από τον Διευθυντή κατά τη λήψη της επίδικης απόφασης του. [ 43 ] Παραδείγματος χάριν, τα όσα αναφέρει η ενόρκως δηλούσα στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης της ως προς το ότι το σχεδιάγραμμα διαχωρισμού δεν είναι σχέδιο επί κλίμακας. Αντιθέτως αυτό αποτελεί και ένα από τους λόγους βάσει των οποίων ο Διευθυντής οδηγήθηκε στην απόφαση του. Στη έκθεση του (δηλαδή, την αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή) ο Χριστοδουλίδης εξηγεί πως με το φάκελο Α2215/52 βάσει του οποίου εκδόθηκαν οι εγγραφές για τα δύο επίδικα κτήματα δεν υπολογίσθηκαν τα εμβαδά τους. Προσθέτοντας ότι αυτό έγινε μεταγενέστερα με το φάκελο Α228/
- Ενώ με την ένορκη δήλωση του επεξηγεί πως η διόρθωση του λάθους ήταν αναγκαία ώστε να αποκατασταθεί η αντιστοιχία μεταξύ των δύο επηρεαζομένων τεμαχίων και να αποδίδεται ορθά η απεικόνιση τους στα κτηματολογικά μητρώα και χωρομετρικά σχέδια. [ 44 ] Η δε θέση της ενόρκως δηλούσας (παράγραφος 6 της ένορκης δήλωσης) ως προς το ότι η ταύτιση της γραμμής ΑΒ με τον τοίχο δεν αποδεικνύει την ύπαρξη του τοίχου το 1952 αποτελεί απλά πιθανολόγηση η οποία καθόλου δεν εξηγεί αυτό το δεδομένο αλλά απλά προσπαθεί να το παρακάμψει ως ένα στοιχείο το οποίο βεβαίως επίσης συντείνει σε ενδυνάμωση της ορθότητας της επίδικης απόφασης του Διευθυντή. Επίσης στη έκθεση του ο Χριστοδουλίδης αναφέρεται στον τοίχο αυτό ως παλιό τοίχο ύψους 1,80 μέτρα και πάχους 0,30 μέτρων και με τον οποίο χωρίζονται επί του εδάφους τα δύο επίδικα κτήματα. Υπάρχει επίσης αναφορά στη έκθεση του ως πρός την ύπαρξη μαρτυριών αξιόπιστων προσώπων με τις οποίες πιστοποιείται ότι ο υφιστάμενος φούρνος και το περιτοίχισμα είναι το σύνορο των δύο τεμαχίων και ότι ανεγέρθησαν από το 1935 περίπου. [ 45 ] Ουσιαστικά η θέση η οποία διατυπώνεται εντός της έκθεσης Χριστοδουλίδη είναι πως το σύνορο των δύο τεμαχίων καθορίστηκε από την ύπαρξη του φούρνου και του τοίχου και όχι με την απόσταση των 5 ποδιών από το τεμάχιο 192 σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα του φακέλου Α2219/
- Σημειωτέον βεβαίως πως ο φούρνος εφάπτεται του συγκεκριμένου τοίχου. Τα στοιχεία αυτά πιστοποιούνται βάσει σχετικού πιστοποιητικού εντός του φακέλου Α236/99 ο οποίος δημιουργήθηκε από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου μετά και από την εξέταση της αίτησης οριοθέτησης η οποία υποβλήθηκε από την εφεσίβλητη με αριθμό Β555/
- Η οποία ήταν και η διαδικασία βάσει της οποίας η χωρομέτρης Ζαχαρούλα Κωνσταντίνου διαπίστωσε την ύπαρξη ασυμφωνιών μεταξύ της χωρομετρικής εργασίας του φακέλου Α2219/52 και της επί τόπου κατοχής των επίδικων ακινήτων. Μάλιστα η συγκεκριμένη χωρομέτρης δεν καθόρισε τα σύνορα καθότι ενώ στο φάκελο του διαχωρισμού φαίνεται φούρνος ο οποίος εφάπτεται στο σύνορο εάν εφαρμόζονταν οι αποστάσεις οι οποίες αναγράφονταν στο σχεδιάγραμμα (δηλαδή, του 1952) τότε ο συγκεκριμένος φούρνος δεν θα βρισκόταν επί του συνόρου. [ 46 ] Ουσιαστικά η διαπίστωση μετά από νέα επιτόπια εξέταση η οποία έγινε με σκοπό τον καθορισμό των συνόρων με βάση τις οδηγίες του Διευθυντή προς επίλυση της διαφοράς ως πρός το ότι δεν μεταφέρθηκε ορθά στο εν χρήσει σχέδιο η χωρομετρική εργασία η οποία έγινε με το φάκελο Α2219/52 οδήγησε και στη δημιουργία της αίτησης ΑΔΛ10/07 για διόρθωση του εν χρήσει σχεδίου με αιτητή τον ίδιο τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου. Αίτηση η οποία οδήγησε στην εξακρίβωση επί τόπου των όσων πιστοποιούνται βάσει του πιστοποιητικού στο φάκελο Α236/99, ο οποίος επίσης δημιουργήθηκε από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου με σκοπό την διόρθωση λάθους. [ 47 ] Πραγματικά δεν διαπιστώνεται να υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο εντός της μαρτυρίας την οποία η εφεσείουσα παρουσίασε προς απόδειξη της έφεσης της, βάσει του οποίου να είναι δυνατό να κριθεί από το Δικαστήριο πως η επίδικη απόφαση του Διευθυντή είναι λανθασμένη. Ιδιαίτερα δε η μαρτυρία από την τοπογράφο μηχανικό Βασούλα Βάσου δεν αναδεικνύει με οποιοδήποτε πειστικό τρόπο στοιχεία βάσει των οποίων να τίθεται σε αμφιβολία η ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή. [ 48 ] Κάθε άλλο παρά δεν έλαβε υπόψη του ο Διευθυντής τον φάκελο διαχωρισμού κατά το διαχωρισμό των επίδικων ακινήτων. Κρίνω πως ο Διευθυντής έλαβε υπόψη του όλα τα στοιχεία τα οποία είχε στη διάθεση του έτσι ώστε να καταλήξει ορθά στην επίδικη απόφαση του. Στην ουσία η εφεσείουσα δεν στερείται οποιασδήποτε ιδιοκτησίας της καθότι πλέον το εν χρήσει σχέδιο θα αποτυπώνει με ακρίβεια και ορθότητα την κατάσταση η οποία επικρατεί επί του εδάφους και η μόνη διαφορά θα είναι ορθός υπολογισμός πλέον του εμβαδού του κάθε επίδικου τεμαχίου επί του πιστοποιητικού εγγραφής του αλλά και ακριβής αποτύπωση αυτών των τεμαχίων επί του εν χρήσει σχεδίου. [ 49 ] Έχοντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω το Δικαστήριο καταλήγει σε συμπέρασμα πως η έφεση της εφεσείουσας εναντίον της απόφασης του Διευθυντή δεν μπορεί να γίνει δεκτή ως βάσιμη. [ 50 ] Ως εκ τούτου η έφεση απορρίπτεται ενώ διατηρώντας υπόψη και το αποτέλεσμα εκδίκασης της δεν διαπιστώνω να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος αναφορικά με την επιδίκαση των εξόδων έτσι ώστε η διαταγή για πληρωμή τους να μην ακολουθήσει αυτό το αποτέλεσμα. Εκδίδεται συνεπώς διαταγή πληρωμής των εξόδων της έφεσης υπέρ της εφεσίβλητης και εις βάρος της εφεσείουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Έστω και εάν αυτή δεν προβλέπεται πουθενά στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο