MARTIN EDWARD LLOYD κ.α. ν. MELVIN THOMPSON κ.α., Αριθμός Αγωγής: 1783/2010, 31/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 1783/2010 Μεταξύ:
- MARTIN EDWARD LLOYD, από το Ηνωμένο Βασίλειο
- ROBERT EDWARD LLOYD, από το Ηνωμένο Βασίλειο
- SAMUEL JOSEPH LLOYD, από το Ηνωμένο Βασίλειο Εναγόντων και MELVIN THOMPSON, από το Ηνωμένο Βασίλειο MAUREEN THOMPSON, από το Ηνωμένο Βασίλειο Εναγόμενων --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31.3.2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες 1 μέχρι 3: κα Α. Χαραλαμπίδη Για εναγόμενους 1 και 2: κα Κ. Ανδρέου Α Π Ο Φ Α Σ Η Συνοπτικά, η δικογραφημένη εκδοχή των τριών εναγόντων αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης είναι η ακόλουθη: Οι ίδιοι καθώς και οι εναγόμενοι είναι κάτοικοι εξωτερικού. Οι εναγόμενοι, στον ουσιώδη χρόνο διέθεταν προς πώληση, μέσω του κτηματομεσιτικού γραφείου Αντώνης Λοϊζου & Συνεργάτες, μία έπαυλη, μαζί με τον εξοπλισμό της, αντί του ποσού των €265.000,
- Η εν λόγω έπαυλη - με αριθμό 9 - αποτελεί μέρος του κτηριακού συγκροτήματος «Aristo Vrisi Village 4» στην Πέγεια και οι εναγόμενοι την είχαν αγοράσει από την εταιρεία Aristo Developers Ltd (στο εξής «η εταιρεία Aristo»), δυνάμει σχετικής συμφωνίας, η οποία έγινε την 1.12.1999, για το ποσό των €164.025,73 (£96.000,00). Κατά ή περί τις 11.2.2010, οι ενάγοντες προσφέρθηκαν να αγοράσουν την έπαυλη, προσφέροντας στους εναγόμενους για το σκοπό αυτό - μέσω του παραπάνω κτηματομεσιτικού γραφείου - το ποσό των €245.000,
- Οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν την προσφορά τους, οπότε κατάθεσαν στους αντιπροσώπους τους το ποσό των €4.000,00, ως προκαταβολή και ανάθεσαν στους δικηγόρους τους να ετοιμάσουν τα σχετικά συμβόλαια για την αγοραπωλησία. Η επίδικη συμφωνία, μεταξύ άλλων διαλάμβανε ότι ο εναγόμενοι θα διευθετούσαν όπως υπογραφεί νέο πωλητήριο έγγραφο, μεταξύ της εταιρείας Aristo, σαν πωλητών και των εναγόντων, ως αγοραστών, σε ακύρωση και αντικατάσταση της αρχικής συμφωνίας, ημερομηνίας 1.12.1999, δυνάμει της οποίας, οι εναγόμενοι είχαν αγοράσει την επίδικη έπαυλη από την εν λόγω εταιρεία. Το τίμημα πώλησης της έπαυλης συμφωνήθηκε ότι θα ξοφλιόταν ως ακολούθως: €4.000,00, το οποίο πληρώθηκε ως προκαταβολή (ως αναφέρεται πιο πάνω), €69.000,00, το οποίο θα κατατίθετο στους δικηγόρους των εναγόμενων για να πληρώσουν τους φόρους και το υπόλοιπο, €172.000,00, θα πληρωνόταν ταυτόχρονα με την έκδοση και παράδοση του φοροαπαλλακτικού, των αποδείξεων διαφόρων φόρων και τελών και την υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου, μεταξύ της εταιρείας Aristo, ως πωλητών και των εναγόντων, ως αγοραστών, σε ακύρωση της συμφωνίας μεταξύ της εταιρείας Aristo και των εναγόμενων και την απόσυρσή της από το κτηματολόγιο. Οι ενάγοντες ανάθεσαν στη δικηγόρο τους την ετοιμασία των συμβολαίων και τη διενέργεια των απαραίτητων ερευνών. Ο ενάγοντας 1 πλήρωσε το ποσό των €665,00 για να έλθει στην Κύπρο και να υπογράψει τα πληρεξούσια έγγραφα, ενώ, τα παιδιά του - ενάγοντες 2 και 3 κατέβαλαν το ποσό των €65,00 στην Υπάτη Αρμοστεία της Κύπρου στο Λονδίνο, για τη χαρτοσήμανση και πιστοποίηση του δικού του πληρεξούσιου εγγράφου. Και οι τρεις ανάθεσαν σε εκτιμητή την ετοιμασία εκτίμησης της αγοραίας αξίας της επίδικης έπαυλης και για το σκοπό αυτό πλήρωσαν το ποσό των €402,
- Κατά ή περί τις 26.4.2010 απέστειλαν μέσω της δικηγόρου τους στη δικηγόρο των εναγόμενων την πρόχειρη προκαταρκτική συμφωνία, για τα σχόλιά τους. Κατά ή περί τις 29.4.2010, η δικηγόρος των εναγόμενων, κατόπιν οδηγιών τους και/ή των αντιπροσώπων τους, με επιστολή της προς τη δικηγόρο των εναγόντων, τους πληροφόρησε ότι οι εναγόμενοι είχαν υπαναχωρήσει από την επίδικη πώληση. Οι ίδιοι πλήρωσαν το ποσό των 1.500,00 για τις υπηρεσίες της δικηγόρου τους, αναφορικά με την ετοιμασία των συμβολαίων και τη διενέργεια των αναγκαίων ερευνών, ενώ, στις 27.4.2010 μετέφεραν στο λογαριασμό πελατών της δικηγόρου τους, το ποσό των €79.100,00, για να χρησιμοποιηθεί για την πληρωμή της προκαταβολής στους εναγόμενους. Για να γίνει το σχετικό έμβασμα επιβαρύνθηκαν με συναλλαγματικά δικαιώματα και προμήθειες, ύψους €20,
- Περαιτέρω, ο ενάγοντας 1, μετά την υπαναχώρηση των εναγόμενων ήρθε στην Κύπρο για τους σκοπούς της παρούσας αγωγής και υποβλήθηκε σε έξοδα, ύψους €975,
- Με την αγωγή τους οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τους εναγόμενους να τους καταβάλουν το ποσό των €4.000,00 που κατέβαλαν στο κτηματομεσιτικό γραφείο, ως αποζημιώσεις, «για μη επακολουθήσασα αιτία και/ή για παράβαση σύμβασης και/ή δυνάμει των αρχών περί αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή άλλως πως.», το ποσό των €3.562,00, υπό μορφή αποζημιώσεων, για τα έξοδα στα οποία έχουν υποβληθεί για αεροπορικά εισιτήρια, διαμονή στην Κύπρο, δικηγορικά και εκτιμητικά έξοδα και τέλος, το ποσό των €55.000,00, υπό μορφή αποζημιώσεων, το οποίο αποτελεί τη διαφορά της συμφωνηθείσας τιμής πώλησης της επίδικης έπαυλης και της αγοραίας αξίας της, στις 30.4.
- Τέλος, αξιώνουν γενικές και ειδικές και/ή τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Οι εκδοχή των εναγόμενων έναντι των παραπάνω θέσεων και ισχυρισμών των εναγόντων είναι η εξής: Παραδέχονται ότι διέθεταν προς πώληση την επίδικη έπαυλη και κατά μία εκδοχή, ότι οι ενάγοντες επέδειξαν ενδιαφέρον να την αγοράσουν. Ισχυρίζονται ωστόσο, ότι ουδέποτε έχει συναφθεί οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Συμφωνούν ότι αποδέχθηκαν ως τίμημα πώλησης της έπαυλης το ποσό των €245.000,00, όμως, υπό τον όρο ότι οι ενάγοντες, θα προχωρούσαν άμεσα στην καταβολή του, επειδή οι ίδιοι αντιμετώπιζαν προβλήματα υγείας και έπρεπε να επιστέψουν στην Αγγλία. Ουδέποτε παρέλαβαν το ποσό των €4.000,00 το οποίο καταβλήθηκε στο κτηματομεσιτικό γραφείο, μα ούτε και οποιαδήποτε προκαταβολή. Ουδέποτε συμφώνησαν με τους ενάγοντες να πωλήσουν σ' οποιοδήποτε από αυτούς την έπαυλη. Δε συμφωνήθηκε οτιδήποτε μεταξύ τους, επειδή οι εναγόντες δεν ήταν έτοιμοι να προχωρήσουν με την αγορά της έπαυλης. Λόγω της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος από την επίτευξη ενδιαφέροντος από τους ενάγοντες, για την αγορά της έπαυλης θεώρησαν ότι αυτοί δεν ενδιαφέρονταν πια. Κατά ή περί τις 26.4.2010 ενημερώθηκαν από την τότε δικηγόρο τους ότι ετοιμάστηκε προκαταρκτική συμφωνία για την πώληση της έπαυλης, αλλά, για τους ίδιους, το θέμα είχε λήξει, εφόσον για περίοδο πέραν των δύο μηνών, δεν είχαν ενημέρωση από τους ενάγοντες για την υλοποίηση της πώλησης. Αρνούνται ότι υπαναχώρησαν από την πώληση και ισχυρίζονται ότι αυτή δεν ολοκληρώθηκε, εξ υπαιτιότητας των εναγόντων, οι οποίοι υπαναχώρησαν, χωρίς να τους ενημερώσουν. Αρνούνται ότι πώλησαν την έπαυλη με το ποσό που ισχυρίζονται οι ενάγοντες και ισχυρίζονται ότι, εξ υπαιτιότητας των τελευταίων, αναγκάστηκαν να την πωλήσουν σε χαμηλότερη τιμή, επειδή έπρεπε να φύγουν από την Κύπρο, για λόγους υγείας. Περαιτέρω αρνούνται ότι οι ενάγοντες υπέστησαν οποιαδήποτε ζημιά και/ή αν ακόμη υπέστηκαν οποιαδήποτε ζημιά και έξοδα δεν ευθύνονται οι ίδιοι, αλλά, οι ενάγοντες και/ή τρίτα πρόσωπα. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι τα ποσά που διεκδικούν οι ενάγοντες είναι υπερβολικά και εξογκωμένα και/ή δεν είναι τα πραγματικά και/ή είναι πολύ απομακρυσμένα και/ή στερούνται οποιασδήποτε αιτιώδους συνάφειας. Με αντιπαραβολή των εκατέρωθεν δικογραφημένων ισχυρισμών, το βασικό επίδικο θέμα της υπόθεσης που καλούμε να επιλύσω, αφορά στο ερώτημα κατά πόσο έχει συναφθεί μεταξύ των διαδίκων νομικά έγκυρη, ισχυρή και δεσμευτική συμφωνία πώλησης της επίδικης έπαυλης. Το θέμα των αποζημιώσεων που αξιώνουν οι ενάγοντες θα με απασχολήσει είτε σε πραγματική βάση - δηλαδή που θα δοθεί καταφατική απάντηση στο παραπάνω ερώτημα και ακολούθως κριθεί ότι η σύμβαση ματαιώθηκε υπαιτιότητι των εναγόμενων - είτε σε υποθετική - που κριθεί ότι δεν υπήρξε δεσμευτική σύμβαση μεταξύ των διαδίκων - χάριν πληρότητας της απόφασής μου. Κατά τη δίκη κατάθεσαν ως μάρτυρες ο ενάγοντας 1, Martin Edward Lloyd (Μ.Ε.1) και η Claire Pearce (Μ.Ε.2). Περαιτέρω κατατέθηκαν τριανταπέντε συνολικά έγγραφα (τεκμήρια 1 μέχρι 35 αντίστοιχα). Τέλος, δηλώθηκαν και τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα: πρώτο, στις 25.4.2010, η αξία της επίδικης έπαυλης ανερχόταν στο ποσό των €300.000,00 και δεύτερο, ο ενάγοντας 1, στις 7.9.2010 αποζημιώθηκε από το γραφείο Αντώνης Λοϊζου & Συνεργάτες, για το ποσό των €4.000,00 που κατέβαλε ως "reservation fee" για την επίδικη έπαυλη. Για την υπόθεση των εναγόμενων, δε δόθηκε καθόλου μαρτυρία. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί (με αναφορά και στη μαρτυρία) ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή, τόσο τον ενάγοντα 1 όσο και τη Μ.Ε.2, ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης και τα επίδικα θέματα της αγωγής που καλούμαι να επιλύσω. Ειδικά για τον ενάγοντα, ασφαλώς λαμβάνω υπόψη και την ύπαρξη του προσωπικού συμφέροντός που έχει από την έκβαση της υπόθεσης. Αρχίζοντας από τον ενάγοντα, που είναι και ο βασικός μάρτυρας της υπόθεσης, θα έλεγα πως, η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του ως μάρτυρα, δεν είναι θετική. Εκτός του ότι υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις, το πλέον σοβαρό πρόβλημα που εντοπίζω, το οποίο, θα έλεγα, πλήττει καίρια την αξιοπιστία του ως μάρτυρα έγκειται στο γεγονός, ότι, στην προσπάθειά του να με πείσει να δεχθώ τη μαρτυρία του και κατ' επέκταση την εκδοχή και των τριών εναγόντων, ιδιαίτερα σε σχέση με το βασικό επίδικο θέμα της υπόθεσης προέβαλε ισχυρισμούς που έρχονται σε αντίθεση με το περιεχόμενο αριθμού εγγράφων που παρουσιάστηκαν από τον ίδιο κατά τη δίκη, τη στιγμή μάλιστα, που μερικά από αυτά συντάχθηκαν είτε από τον ίδιο είτε εκ μέρους του. Και, με δεδομένο ότι η γραπτή μαρτυρία αποτελεί και πραγματική μαρτυρία, η οποία καθώς έχει νομολογηθεί συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, το γεγονός ότι η μαρτυρία του ενάγοντα, σε σημαντικό βαθμό συγκρούεται ουσιωδώς με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, ασφαλώς πλήττει καίρια την αξιοπιστία του. Για τους πιο πάνω λόγους, χωρίς να σημαίνει πως δεν υπάρχουν και άλλοι είμαι διατεθειμένος να δεχθώ εκείνο μόνο το μέρος της μαρτυρίας του που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας. Επειδή, αναφορικά με το βασικό επίδικο θέμα της υπόθεσης και οι δύο πλευρές, κατά βάση επιχειρούν να οικοδομήσουν την εκδοχή τους, επικαλούμενες το περιεχόμενο της γραπτής μαρτυρίας, την οποία, κατά κύριο λόγο συνθέτει η μεταξύ τους και/ή των δικηγόρων τους ανταλλαγείσα αλληλογραφία, αναπόφευκτα, στην προσπάθειά μου να τεκμηριώσω την κρίση μου επί της αξιοπιστίας του ενάγοντα, ως μάρτυρα, όσα ακολουθούν, σε σημαντικό βαθμό, θα είναι με αναφορά στο περιεχόμενο της γραπτής μαρτυρίας, από την οποία, όπως θα διαφανεί αργότερα απορρέουν και τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Ειδικότερα: Ο ενάγοντας, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης υιοθέτησε ως μέρος της, το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (τεκμήριο 1 - μέρος -). Με αυτή, μεταξύ άλλων ισχυρίζεται τα εξής: Κατά ή περί τις 11.2.2010 σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τους εναγόμενους, τους υπόβαλε προσφορά για να αγοράσει μαζί με τα παιδιά του την επίδικη έπαυλη - μέσω του κτηματομεσιτικού γραφείου Αντώνης Λοϊζου & Συνεργάτες - έναντι του ποσού των €245.000,
- Οι εναγόμενοι, με την επιστολή τους, ημερομηνίας 12.10.2010 (τεκμήριο 4) τους ανάφεραν ότι αποδέχθηκαν την προσφορά τους. Στις 16.2.2010 απέστειλε μήνυμα μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην εναγόμενη 2, με την οποία την ευχαριστούσε για την αποδοχή της προσφοράς τους, η οποία, με απαντητικό μήνυμά της, ημερομηνίας 19.2.2010, τον ευχαριστούσε για την προσφορά (βλ. το τεκμήριο 5 η σχετική αλληλογραφία). Οι εναγόμενοι, αποδεχόμενοι την προσφορά που υπόβαλε, συμφώνησαν να πωλήσουν την έπαυλη, για το ποσό των €245.000,00 (συμπεριλαμβανομένου του περιεχομένου της), για την οποία, δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος. Ήταν όρος της επίδικης συμφωνίας, ότι οι εναγόμενοι θα διευθετούσαν όπως υπογραφεί νέο πωλητήριο έγγραφο, μεταξύ της εταιρείας Aristo, σαν πωλητών και του ιδίου και των παιδιών του, ως αγοραστών, σε ακύρωση και αντικατάσταση της συμφωνίας, ημερομηνίας 1.12.1999 (τεκμήριο 2), δυνάμει της οποίας, οι εναγόμενοι αγόρασαν την επίδικη έπαυλη από την εν λόγω εταιρεία. Το τίμημα πώλησης συμφωνήθηκε να ξοφληθεί ως ακολούθως: ποσό €4.000,00 πληρώθηκε ως προκαταβολή, ποσό €69.000,00, θα κατατίθετο στους δικηγόρους των εναγόμενων, για να πληρώσουν τους φόρους και το υπόλοιπο ποσό, ύψους €172.000,00, θα πληρωνόταν μέχρι και τις 18.6.2010, ταυτόχρονα, μεταξύ άλλων, με την υπογραφή πωλητηρίου εγγράφου, μεταξύ της εταιρείας Aristo, ως πωλητών και των εναγόντων, ως αγοραστών και την ακύρωση της συμφωνίας, ημερομηνίας 1.12.1999 (ανωτέρω) καθώς και την απόσυρσή της από το κτηματολόγιο. Είναι σαφές, ότι, όλοι οι παραπάνω ισχυρισμοί του ενάγοντα καθώς και διάφοροι άλλοι εντάσσονται στο πλαίσιο της προσπάθειάς του να αποδείξει τη δικογραφημένη θέση και των τριών εναγόντων, ότι το Φλεβάρη του 2010, μεταξύ τους και των εναγόμενων καταρτίστηκε νομικά έγκυρη, ισχυρή και δεσμευτική συμφωνία πώλησης της επίδικης έπαυλης. Προτού υπεισέλθω και σε όσα ανάφερε αντεξεταζόμενος, για να διαφανεί και πόσο αυτά συνάδουν με τους παραπάνω ισχυρισμούς του, θεωρώ αναγκαίο να αναφερθώ και στο περιεχόμενο της σχετικής - γραπτής μαρτυρίας. Ειδικότερα: Καταρχήν, ο ενάγοντας, με την επιστολή του προς την εναγόμενη, ημερομηνίας 16.2.2010, πέραν από τις ευχαριστίες του, για το γεγονός ότι η προσφορά του για αγορά της επίδικης έπαυλης έγινε αποδεκτή, διατυπώνει και τη θέση ότι θα κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του, για να κάνει τη διαδικασία όσο δυνατό πιο απλή και γρήγορη. Η εναγόμενη δε, με την απαντητική της επιστολή, ημερομηνίας 19.2.2010, αφού ευχαριστεί τον ενάγοντα και τη σύζυγό του για την προσφορά τους, την οποία και αποδέχτηκαν, στη συνέχεια, τον πληροφορεί ότι ο λόγος για τον οποίο αποφάσισαν να πωλήσουν την επίδικη έπαυλη και να επιστρέψουν στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι το σοβαρό πρόβλημα υγείας του εναγόμενου, ο οποίος πάσχει από πάρκινσον. Απ' εκεί και πέρα, οι δικηγόροι του ενάγοντα, με την επιστολή τους, ημερομηνίας 19.2.2010 (τεκμήριο 11) την οποία απέστειλαν στους δικηγόρους των εναγόμενων, όπως αναφέρει και ο ενάγοντας στην παράγραφο 19 της γραπτής του δήλωσης, τους ενημέρωσαν για την πρόθεσή τους να διενεργήσουν έρευνα στο κτηματολόγιο, αναφορικά με υποθήκες και εμπράγματα βάρη επί του τεμαχίου στο οποίο βρίσκεται η επίδικη έπαυλη. Για το σκοπό αυτό, ζητούσαν από τους δικηγόρους των εναγόμενων, να κανονίσουν ώστε ο κατασκευαστής να υπογράψει το συνημμένο έντυπο συγκατάθεσης. Με την ίδια επιστολή, ο ενάγοντας ζητούσε επιβεβαίωση, ότι οι εναγόμενοι είχαν ξοφλήσει την εταιρεία Aristo για τις εργασίες στις οποίες είχε προβεί για λογαριασμό τους, σχετικά με διάφορες άδειες κάλυψης για την πισίνα της επίδικης έπαυλης. Η αιτούμενη συγκατάθεση δόθηκε στη δικηγόρο του ενάγοντα την 1.3.
- Την επομένη, 2.3.2010, οι δικηγόροι του ενάγοντα, με νέα επιστολή τους προς τους δικηγόρους των εναγόμενων (τεκμήριο 13) ζητούσαν διάφορες διευκρινήσεις επί των σχεδίων της επίδικης έπαυλης αναφορικά με την περιοχή πρασίνου καθώς και τη δορυφορική κεραία, με την παράκληση, όπως, σε περίπτωση αναθεώρησης των σχεδίων, αυτά να τους προσκομιστούν το συντομότερο δυνατό. Με νέα επιστολή τους, ημερομηνίας 4.3.2010 (τεκμήριο 15) (η οποία, όπως αναφέρεται αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης), οι δικηγόροι του ενάγοντα - ενάγοντα 1 πάντοτε -, μετά που ενημερώνουν τους δικηγόρους των εναγόμενων ότι έχουν δει τον πελάτη τους, ο οποίος εγείρει ορισμένες επιπλέον απορίες αναφορικά με το ακίνητο, ακολούθως ζητούν απαντήσεις σε μια σειρά ερωτημάτων που θέτουν σε σχέση με τις πισίνες που έχουν κατασκευαστεί στο ακίνητο που βρίσκεται και η επίδικη έπαυλη. Με την ίδια επιστολή ζητούν ενημέρωση για την πορεία της αναθεωρημένης αίτησης για παροχή άδειας και περαιτέρω, όπως λάβουν αντίγραφα των τελευταίων αρχιτεκτονικών σχεδίων για ολόκληρο το έργο και την επίδικη έπαυλη, τα οποία έχουν συνυποβληθεί με την αίτηση στην πολεοδομική αρχή. Η δικηγόρος των εναγόμενων, με δύο επιστολές της προς τη δικηγόρο των εναγόντων, ημερομηνίας 15.3.2010 (τεκμήρια 16 και 17) δίδει απαντήσεις στα παραπάνω θέματα/ερωτήματα που ήγειρε ο ενάγοντας. Την επομένη, 16.3.2010, η δικηγόρος των εναγόμενων απέστειλε στη συνάδελφό της, Ελένη Φιλίππου και νέα επιστολή (τεκμήριο 18), με επισυνημμένο κατάλογο απογραφής του περιεχομένου της επίδικης έπαυλης. Στις 17.3.2010, οι δικηγόροι του ενάγοντα απέστειλαν επιστολή στην εταιρεία Aristo (τεκμήριο 21), με την οποία έθεταν προς απάντηση τα ακόλουθα ερωτήματα: πρώτο, κατά πόσο έχουν συναινέσει στην κατασκευή των πισίνων που κατασκευάστηκαν στις επαύλεις, μεταξύ τους και η επίδικη καθώς και αν αυτές καλύπτονται από τις υπάρχουσες άδειες. Δεύτερο, σε περίπτωση που οποιεσδήποτε πισίνες κατασκευάστηκαν χωρίς τη γνώση/συναίνεσή τους και/ή δεν καλύπτονται από τις ισχύουσες άδειες, να τους ενημερώσουν ποιες είναι αυτές καθώς και τι έχει γίνει για τη λήψη των απαραίτητων καλυπτικών αδειών. Τρίτο, ζητούσαν ενημέρωση σχετικά με την πορεία της αίτησης για την εξασφάλιση καλυπτικών αδειών για την πισίνα της επίδικης έπαυλης. Τέλος, ζητούσαν να τους προσκομιστούν αντίγραφα των τελευταίων αρχιτεκτονικών σχεδίων για το όλο έργο και την επίδικη έπαυλη, τα οποία συνυποβλήθηκαν με την αίτηση για τις καλυπτικές άδειες. Στις 18.3.2010, οι δικηγόροι του ενάγοντα απέστειλαν και νέα επιστολή στη δικηγόρο των εναγόμενων (τεκμήριο 20), με την οποία, μεταξύ άλλων, την πληροφορούσαν για το αποτέλεσμα της έρευνας στο κτηματολόγιο (ανωτέρω). Η εταιρεία Aristo, με την επιστολή της, ημερομηνίας 19.3.2010 (τεκμήριο 22) πληροφορεί τους δικηγόρους του ενάγοντα ότι ετοίμασε τα έγγραφα που της ζητήθηκαν με την επιστολή τους (τεκμήριο 21) και περαιτέρω, ότι η επίδικη έπαυλη είχε αντικείμενα διαφορετικά από αυτά των εγκεκριμένων σχεδίων. Οι δικηγόροι του ενάγοντα, με την επιστολή τους, ημερομηνίας 8.4.2010 (τεκμήριο 14) την οποία απέστειλαν στην εκ των δικηγόρων των εναγόμενων, Jeanette Truscott διατύπωσαν εκ μέρους του ενάγοντα το ερώτημα, ποια η συνεννόηση με τους ιδιοκτήτες της έπαυλης αριθμός 8, σε σχέση με τη συνιδιοκτησία του δορυφορικού πιάτου. Η τελευταία, με δική της επιστολή προς τους δικηγόρους του ενάγοντα, ημερομηνίας και αυτή 8.4.2010 (τεκμήριο 23) τους αναφέρει ότι προκειμένου να προχωρήσουν περαιτέρω το θέμα, θα χαιρόταν να αναλάβει την απαραίτητη προκαταρκτική συμφωνία, με τη διευκρίνιση ότι, καθώς η εργασία αυτή περικλείει σημαντικό φόρτο εργασίας, δε θα ήθελε να ξεκινήσει, εάν ο ενάγοντας δε σκέφτεται σοβαρά να προχωρήσει με την αγορά. Με την ίδια επιστολή ζήτησε επιβεβαίωση και από τα δύο μέρη ότι επιθυμούν να αναλάβει την προκαταρκτική συμφωνία και ότι υπάρχει πιθανότητα να προχωρήσει η πώληση. Καταληκτικά αναφέρει ότι σε περίπτωση θετικής απάντησης εκ μέρους τους, θα ξεκινήσει με τη σύνταξη της συμφωνίας ώστε να είναι έτοιμοι να προχωρήσουν. Η παραπάνω επιστολή καθώς και ακόμη μία, ίδιας ημερομηνίας απαντήθηκαν από τους δικηγόρους του ενάγοντα, με την επιστολή τους, ημερομηνίας 16.4.2010 (τεκμήριο 24). Με αυτή, οι δικηγόροι του ενάγοντα, όπως αναφέρουν κατά λήξη, καταρχήν, μεταφέρουν τα σχόλιά του προς τους πωλητές, ότι είναι πολύ θυμωμένος και αναστατωμένος, καθώς θεωρεί ότι παραπλανήθηκε σχετικά με το ακίνητο και συγκεκριμένα είχε ενημερωθεί ότι το κομμάτι της πράσινης περιοχής, συμπεριλαμβανόταν στα όρια της επίδικης έπαυλης και ότι το δορυφορικό πιάτο ανήκε κατ' αποκλειστικότητα σ' αυτή αντί να το μοιράζεται με τη γειτονική έπαυλη. Ο ενάγοντας, προστίθεται, επειδή σκοπεύει να ζήσει στην έπαυλη μόνιμα και πιστεύει ότι η γειτονική έπαυλη θα εκμισθώνεται σε διάφορα πρόσωπα, καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, προβλέπει ότι θα υπάρχουν προβλήματα με την υπάρχουσα συνεννόηση αναφορικά με το δορυφορικό πιάτο και δε βλέπει κανένα λόγο γιατί θα πρέπει να έχει να κάνει οτιδήποτε με το γειτονικό ιδιοκτήτη, όποιος και να είναι αυτός. Με την επόμενη παράγραφο ζητούν επιβεβαίωση ότι το δορυφορικό πιάτο θα ανήκει κατ' αποκλειστικότητα στην επίδικη έπαυλη από την ημέρα ολοκλήρωσης και ότι δε θα συνδέεται και/ή χρησιμοποιείται πλέον καθοιονδήποτε τρόπο από την έπαυλη αριθμός
- Η επόμενη παράγραφος αφορά στο τίμημα αγοράς της επίδικης έπαυλης και ζητείται ενημέρωση για το ποσό που θα πρέπει να μεταφερθεί στην Κύπρο από τον πελάτη τους. Στις δύο επόμενες παραγράφους αναφέρονται τα εξής: «Υπό την προϋπόθεση ότι αυτά τα ζητήματα θα επιλυθούν, ο πελάτης μας επιθυμεί να προχωρήσει με την αγορά της έπαυλης από τους πελάτες σας και μας έχει ενημερώσει ότι θα είναι σε θέση να ολοκληρώσει οποιαδήποτε στιγμή, μετά τις 14 Μαϊου,
- Ευχόμαστε να σας διαβιβάσουμε το προσχέδιο της Προκαταρκτικής Συμφωνίας το συντομότερο.» Δέκα μέρες μετά και συγκεκριμένα, στις 26.4.2010, οι δικηγόροι των εναγόντων (καθότι είναι η πρώτη φορά που αναφέρονται και τρεις, ως πελάτες), με την επιστολή τους προς τους δικηγόρους των εναγόμενων, (τεκμήριο 25) τους απέστειλαν το προσχέδιο της προκαταρκτικής συμφωνίας, μη τη σημείωση: «για τα σχόλια και/ή την έγκρισή σας.» Με την ίδια επιστολή επιβεβαιώνουν ότι την ίδια μέρα έλαβαν το πληρεξούσιο των εναγόντων 2 και
- Τρεις μέρες μετά και συγκεκριμένα, στις 29.4.2010, η εκ των δικηγόρων των εναγόμενων, Jeanette Truscott, με την επιστολή της προς τους δικηγόρους των εναγόντων (τεκμήριο 28), τους πληροφορεί ότι οι εναγόμενοι υπαναχώρησαν από την επίδικη συναλλαγή πώλησης με τους πελάτες τους. Οι ενάγοντες αντέδρασαν στην παραπάνω ενέργεια των εναγόμενων, με σχετική επιστολή των δικηγόρων τους, ημερομηνίας 30.4.2010 (τεκμήριο 29). Η ουσία της περικλείεται στη δεύτερη παράγραφο, όπου αναφέρεται ότι οι ενάγοντες υπόβαλαν μια προσφορά για το ακίνητο των εναγόμενων, την οποία αυτοί αποδέχτηκαν και οι ενάγοντες πλήρωσαν ως προκαταβολή δέσμευσης στους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους των εναγόμενων, το ποσό των €4.000.
- Επομένως, προστίθεται, υφίσταται μια δεσμευτική σύμβαση μεταξύ των μερών για πώληση της επίδικης έπαυλης και οι εναγόμενοι δεν μπορούν έτσι απλά να υπαναχωρήσουν από αυτή. Έξι μέρες μετά και συγκεκριμένα, στις 6.5.2010, ο ενάγοντας 1 απέστειλε και ο ίδιος επιστολή, απευθείας στους εναγόμενους (τεκμήριο 31), με την οποία, μεταξύ άλλων, τους ζητά να αναθεωρήσουν την απόφασή τους. Καταληκτικά, τους προτείνει να μην ξεκινήσει νομικές διαδικασίες μέχρι τη Δευτέρα το πρωί, με την ελπίδα ότι μπορούν να φθάσουν σε μία λογική και θετική κατάληξη και για τις δυο πλευρές, γύρω από το θέμα. Όσα ακολουθούν είναι από την αντεξέταση του ενάγοντα 1: Ερωτηθείς κατά πόσο συμφωνεί ότι εάν από τις διάφορες έρευνες που έκανε δεν ήταν ικανοποιημένος, δε θα αγόραζε την επίδικη έπαυλη, «Ήμουν ευχαριστημένος εν τέλει με την απάντηση που πήρα.» απάντησε, ενώ, αν δεν ήταν ευχαριστημένος, δε θα την αγόραζε, όπως είπε απαντώντας στην επόμενη ερώτηση. Ερωτηθείς στη συνέχεια, εάν, όταν συζητούσαν για την αγορά της έπαυλης είχαν διευθετήσει να γίνει γραπτή - τελική συμφωνία σε μεταγενέστερο στάδιο, ισχυρίστηκε ότι οι δικηγόροι του έκαναν τη συμφωνία. «Άρα για την ολοκλήρωση της αγοράς του σπιτιού (εννοούσε της επίδικης έπαυλης η συνήγορος), θα υπογραφόταν γραπτή συμφωνία;» ήταν η επόμενη ερώτηση. Ο ενάγοντας απάντησε καταφατικά. Ακολούθησε η υποβολή ότι η πρότασή του για αγορά της έπαυλης, ήταν υπό όρους και δεν ήταν σίγουρος όταν έκανε την πρόταση ότι θα αγόραζε την έπαυλη, εφόσον εκκρεμούσαν θέματα για τις κεραίες και τα σχέδια της έπαυλης. «Όχι δεν είναι αληθές αυτό.» απάντησε. Στην υποβολή που ακολούθησε, ότι με δικές του ενέργειες καθυστέρησε την ολοκλήρωση της συναλλαγής, η οποία γι' αυτό δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, διαφώνησε, ισχυριζόμενος, μεταξύ άλλων, ότι ο λόγος που δεν ολοκληρώθηκε η συναλλαγή, ήταν επειδή αποσύρθηκε ο εναγόμενος. Ερωτηθείς εάν οι τελικοί όροι για την αγορά της έπαυλης θα περιέχονταν στη συνέχεια σε γραπτή συμφωνία την οποία θα υπόγραφαν με τους εναγόμενους, «Πιστεύω πως ναι. Εγώ προσωπικά δε θα την υπόγραφα, επειδή έδωσα πληρεξούσιο στους δικηγόρους.» απάντησε. Ακολούθως, η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγόμενων, αφού τον παράπεμψε στις παραγράφους 14 και 15 της γραπτής δήλωσής του, στην οποία παραθέτει μερικούς από τους όρους της κατ' ισχυρισμό του συμφωνίας, ανάμεσά τους και ο τρόπος καταβολής του τιμήματος πώλησης, μετά, το ρώτησε ποιας συμφωνίας είναι οι συγκεκριμένοι όροι, αφού δεν υπογράφτηκε ποτέ συμφωνία μεταξύ τους. Και η απάντησή του: «Η δική μου αντίληψη είναι ότι αυτό είναι ένα προσχέδιο συμφωνίας, όπως συνήθως γίνεται σε οποιαδήποτε αγορά σπιτιού που θα συμφωνείτο ανάμεσα στις δύο πλευρές.» «Εσύ είχες συμφωνήσει αυτά που λες με τους εναγόμενους ή ήταν αυτά που ήθελες να βάλεις στη συμφωνία;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. «Η συμφωνία συντάχθηκε από το δικηγόρο μου και τους είχα εμπιστοσύνη να κάνουν το σωστό.» ήταν απάντησή του. Ερωτηθείς ακολούθως εάν μίλησε ποτέ με τους εναγόμενους για τον τρόπο πληρωμής του τιμήματος αγοράς ή αν μίλησαν οι δικηγόροι του, ισχυρίστηκε ότι μίλησαν οι δικηγόροι του και όχι απευθείας ο ίδιος. Στην υποβολή ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε είχαν συμφωνήσει είτε τρόπο πληρωμής ή τιμήματος αγοράς, είτε συγκεκριμένους όρους για την πώληση της επίδικης έπαυλης ισχυρίστηκε ότι αφού κατέβαλε τα χρήματα στους δικηγόρους του, η υποβολή απαντήθηκε. Όταν στη συνέχεια του υποδείχθηκε υπό μορφή υπενθύμισης, ότι δύο μήνες μετά που υπόβαλε την προσφορά του για αγορά της επίδικης έπαυλης, οι δικηγόροι των εναγόμενων, με την επιστολή τους, ημερομηνίας 8.4.2010 (τεκμήριο 23) είχαν οχλήσει τη δικηγόρο του, για να μάθουν εάν τελικά θα αγόραζε την επίδικη έπαυλη, μολονότι δέχθηκε την ύπαρξη της επιστολής διατύπωσε την υποψία ότι αυτή συντάχθηκε σε σχέση με όσα συνέβησαν αργότερα, για να του τη στήσουν. Με την επόμενη ερώτηση, η κα Χ'' Γεωργίου, με αναφορά στην επιστολή των δικηγόρων του (τεκμήριο 24) το ρώτησε εάν οι εναγόμενοι ήταν υποχρεωμένοι να τον περιμένουν για ολοκλήρωση της επίδικης συναλλαγής, σε άγνωστη ημερομηνία, μετά τις 14.5.
- Απάντησε ως εξής: «Η αγορά ενός σπιτιού είναι ένα μεγάλο ζήτημα. Στην αρχή της συναλλαγής, μου είπαν κάποια συγκεκριμένα γεγονότα. Μεταγενέστερα αποδείχθηκε ότι δεν αλήθευαν. Αυτό που έκανα μέσω των δικηγόρων μου ήταν να ικανοποιηθώ προσωπικά ποια ήταν η αλήθεια και ποια δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Ο λόγος που εκνευρίστηκα ήταν που έλαβα την επιστολή (τεκμήριο 23)» Παρατηρώ τα εξής: Είναι φανερό, ότι, ο ενάγοντας, στην προσπάθειά του να με πείσει ότι το Φλεβάρη του 2010, μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε έγκυρη, δεσμευτική και συμπληρωμένη συμφωνία πώλησης της επίδικης έπαυλης υπήρξε αντιφατικός, προέβαλε ισχυρισμούς που παρέμειναν εντελώς ατεκμηρίωτοι, ενώ αρκετοί από αυτούς συγκρούονται με το περιεχόμενο της γραπτής μαρτυρίας. Ειδικότερα: Διερωτώμαι ειλικρινά, πώς συνάδει η παραπάνω θέση, τη στιγμή που από το περιεχόμενο της ανταλλαγείσας μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων αλληλογραφίας προκύπτει ότι, καταρχήν, ο ίδιος, μέχρι και τις 16.4.2010, με την επιστολή των δικηγόρων του προς τους δικηγόρους των εναγόμενων (τεκμήριο 24) δήλωνε θυμωμένος και αναστατωμένος με τους τελευταίους, επειδή, για λόγους που αναφέρονται στην επιστολή θεωρούσε ότι αυτοί τον είχαν παραπλανήσει και έθετε ως προϋπόθεση για να προχωρήσει με την αγορά της επίδικης έπαυλης - και αυτό, μετά τις 14.5.2010 - την επίλυση των ζητημάτων που αναφέρονται στην εν λόγω επιστολή - για το θέμα της πράσινης περιοχής και του δορυφορικού πιάτου - . Επισημαίνεται ότι, αυτά τα θέματα, δεν ήταν και τα μόνα που απασχολούσαν τον ενάγοντα προτού προχωρήσει με την αγορά της επίδικης έπαυλης. Να υπενθυμίσω για παράδειγμα, ότι, οι δικηγόροι του, με την επιστολή τους, ημερομηνίας 19.2.2010 (τεκμήριο 11) ζητούσαν από τους δικηγόρους των εναγόμενων να κανονίσουν όπως εξασφαλιστεί η συγκατάθεση της εταιρείας Aristo προκειμένου να μπορέσουν να διεξάγουν έρευνα στο κτηματολόγιο, αναφορικά με τυχόν εμπράγματα βάρη και επιβαρύνσεις επί του ακινήτου που βρίσκεται η επίδικη έπαυλη. Το σχετικό πιστοποιητικό (τεκμήριο 19) φέρει ημερομηνία 5.3.2010 και οι δικηγόροι του ενάγοντα 1 πληροφόρησαν τους συναδέλφους τους - δικηγόρους των εναγόμενων για το αποτέλεσμα, με την επιστολή τους, ημερομηνίας 18.3.
- Υπενθυμίζω ακόμη, ότι, οι δικηγόροι του ενάγοντα, με δύο επιστολές τους, ημερομηνίας 4.3.2010, η πρώτη (τεκμήριο 15) την οποία απέστειλαν προς τους δικηγόρους των εναγόμενων και 17.3.2010, η δεύτερη (τεκμήριο 21) η οποία απευθύνεται προς την εταιρεία Aristo, έθεσαν και θέμα αδειών αναφορικά με την πισίνα που κατασκευάστηκε στην επίδικη έπαυλη, ζητώντας μάλιστα σχετική ενημέρωση για την πορεία της αίτησης για εξασφάλιση καλυπτικής άδειας από την αρμόδια πολεοδομική αρχή καθώς και αντίγραφα των αρχιτεκτονικών σχεδίων που συνυποβλήθηκαν μαζί με την αίτηση για το σκοπό αυτό. Απ' εκεί και πέρα, ο ενάγοντας, ο οποίος ισχυρίζεται ότι το Φλεβάρη του 2010, μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε έγκυρη, δεσμευτική και συμπληρωμένη συμφωνία πώλησης της επίδικης έπαυλης παραβλέπει ότι οι δικηγόροι και των τριών εναγόντων, με την επιστολή τους, ημερομηνίας 26.4.2010 (τεκμήριο 25), η οποία απευθύνεται προς τους δικηγόρους των εναγόμενων, τους πληροφορούν ότι είναι στην ευχάριστη θέση που επισυνάπτουν προσχέδιο της προκαταρκτικής συμφωνίας για τα σχόλια και/ή την έγκρισή τους. Σε συνδυασμό και με την ομολογία του στο στάδιο αντεξέτασης, ότι για την ολοκλήρωση της αγοράς της επίδικης έπαυλης, θα υπογραφόταν γραπτή συμφωνία, ως επίσης και ότι οι τελικοί όροι για την αγορά την έπαυλης, θα περιέχονταν σε γραπτή συμφωνία, η οποία θα υπογραφόταν μεταξύ των μερών, θα έλεγα πως καταρρέει πλήρως ο ισχυρισμός του και κατ' επέκταση η εκδοχή των εναγόντων, για σύναψη συμφωνίας πώλησης της επίδικης έπαυλης, το Φλεβάρη του
- Προφανώς, δεν μπορεί να αποτελεί γεγονός κάτι τέτοιο, τη στιγμή που μόλις στις 26.4.2010, οι ενάγοντες, μέσω των δικηγόρων τους απέστειλαν στους δικηγόρους των εναγόμενων, πρώτο, προσχέδιο, δεύτερο, προκαταρκτικής συμφωνίας και τρίτο, όχι για υπογραφή της από τους εναγόμενους - πελάτες τους, αλλά, για τα σχόλιά τους και/ή - κυρίως - για την έγκρισή τους. Το πόσο αντιφατικός υπήρξε ο ενάγοντας σ' αυτό το τόσο καίριας σημασίας θέμα της υπόθεσης είναι ολοφάνερο. Προφανώς, δεν μπορεί το Φλεβάρη του 2010 να καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία πώλησης της επίδικης έπαυλης και οι ενάγοντες, δύο μήνες μετά, να ζητούν από τους δικηγόρους των εναγόμενων, απλώς, τα σχόλιά τους και/ή την έγκρισή τους επί του περιεχομένου του προσχεδίου της σχετικής προκαταρκτικής συμφωνίας, κάτι, που με απλά λόγια σημαίνει ότι, οι τελευταίοι, είχαν το δικαίωμα ακόμη και να την απορρίψουν. Ακόμη ένα στοιχείο που εκθέτει και τους τρεις ενάγοντες και όχι μόνο τον ενάγοντα 1 που είναι και μόνος απ' αυτούς που έδωσε μαρτυρία, αφορά στον ισχυρισμό τους ότι η επίδικη συμφωνία - που για να επαναλάβω αποτελεί θέση τους ότι καταρτίστηκε το Φλεβάρη του 2010 - διαλάμβανε και τον όρο ότι οι εναγόμενοι, θα διευθετούσαν όπως υπογραφεί νέο πωλητήριο έγγραφο μεταξύ της εταιρείας Aristo, ως πωλητών της επίδικης έπαυλης και των εναγόντων, ως αγοραστών της, σε ακύρωση και αντικατάσταση της συμφωνίας, ημερομηνίας 1.12.1999, δυνάμει της οποίας, οι εναγόμενοι αγόρασαν την επίδικη έπαυλη από την εν λόγω εταιρεία. Μάλιστα, το ποσό των €172.000,00, που αποτελούσε και την τελευταία δόση έναντι του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης, σύμφωνα πάντοτε με τους ενάγοντες, θα καταβαλλόταν στους εναγόμενους, ταυτόχρονα με την εκπλήρωση εκ μέρους τους της παραπάνω υποχρέωσης, οι οποίοι, επιπλέον, θα έπρεπε να διευθετήσουν και την απόσυρση από το κτηματολόγιο της συμφωνίας τους με την εταιρεία Aristo. Ότι εκτίθενται οι ενάγοντες και μάλιστα διπλά, προβάλλοντας τους παραπάνω ισχυρισμούς, καταφαίνεται από τα εξής: καταρχήν, η παραπάνω θέση τους και συγκεκριμένα ότι αποτελούσε ρητό και/ή εξυπακουόμενο όρο της συμφωνίας τους με τους εναγόμενους, ότι οι τελευταίοι θα διευθετούσαν όπως υπογραφεί νέο πωλητήριο έγγραφο, μεταξύ της εταιρείας Aristo, ως πωλητών και των ιδίων, ως αγοραστών της επίδικης έπαυλης, σε ακύρωση και αντικατάσταση της συμφωνίας, ημερομηνίας 1.12.1999, δυνάμει της οποίας, οι εναγόμενοι αγόρασαν από την εν λόγω εταιρεία την επίδικη έπαυλη είναι διαφορετική και όχι απλώς δε συνάδει, αλλά έρχεται σε αντίθεση με την επ' ακροατηρίω θέση του ενάγοντα 1, σύμφωνα με την οποία, μεταξύ των διαδίκων θα καταρτιζόταν γραπτή συμφωνία πώλησης της επίδικης έπαυλης. Προφανώς, εάν όπως είναι η δικογραφημένη θέση των εναγόντων, οι εναγόμενοι θα διευθετούσαν όπως υπογραφεί νέο πωλητήριο έγγραφο για πώληση της επίδικης έπαυλης, μεταξύ της εταιρείας Aristo και των ιδίων και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, δε βλέπω για ποιο λόγο θα έπρεπε να καταρτιστεί ανάλογη γραπτή συμφωνία, με ίδιο αντικείμενο και μεταξύ των διαδίκων. Από τη στιγμή που οι εναγόμενοι, όπως είναι οι δικογραφημένη θέση των εναγόντων, ανέλαβαν την υποχρέωση της ακύρωσης της μεταξύ τους και της εταιρείας Aristo γραπτής συμφωνίας πώλησης της επίδικης έπαυλης από τους δεύτερους στους πρώτους και την ευθύνη του καταρτισμού νέας συμφωνίας, μεταξύ της εν λόγω εταιρείας και των εναγόντων, με ίδιο αντικείμενο, με τη δεύτερη συμφωνία να είναι σε αντικατάσταση της πρώτης, προφανώς, δεν υπήρχε κανένας λόγος καταρτισμού και επιπλέον συμφωνίας, μεταξύ των διαδίκων. Ωστόσο, ακόμη και σε περίπτωση που ο καταρτισμός μιας τέτοιας συμφωνίας κρίθηκε αναγκαίος για οποιοδήποτε λόγο, διερωτώμαι ποια η χρησιμότητα του καταρτισμού ανάλογης συμφωνίας μεταξύ εναγόντων και εταιρείας Aristo. Και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής και πάλιν, σε τέτοια περίπτωση, για τον καταρτισμό έγκυρης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων αρκούσε η ακύρωση της αρχικής συμφωνίας μεταξύ της εταιρείας Aristo και των εναγόμενων. Όπως είναι η δικογραφημένη θέση των εναγόντων διαμορφώνεται το παράδοξο σκηνικό του καταρτισμού δύο αγοραπωλητήριων εγγράφων, με δύο διαφορετικούς πωλητές, ένα αγοραστή, για το ίδιο ακίνητο. Για συνεχίσω, οι ενάγοντες που ισχυρίζονται ότι η συμφωνία τους με τους εναγόμενους διαλάμβανε τους ρητούς και/ή εξυπακουόμενους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 8 της έκθεσης απαίτησης, ως επίσης και ότι το τίμημα πώλησης συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, με τον τρόπο και κατά το χρόνο που αναφέρεται στην παράγραφο 9 εκτίθενται και για τον εξής λόγο: ο ενάγοντας 1, με τη μαρτυρία του - που θα πρέπει να σημειωθεί ξεκαθάρισε ότι οι εν λόγω όροι ήταν ρητοί - αντεξεταζόμενος, κληθείς να πει ποιας συμφωνίας ήταν οι συγκεκριμένοι όροι, αφού δεν υπογράφτηκε ποτέ συμφωνία μεταξύ των μερών, απάντησε ως εξής: «Η δική μου αντίληψη είναι ότι αυτό είναι ένα προσχέδιο συμφωνίας, όπως συνήθως γίνεται σε οποιαδήποτε αγορά σπιτιού που θα συμφωνείτο ανάμεσα στις δύο πλευρές.» Ερωτηθείς στη συνέχεια, εάν ο ίδιος έχει συμφωνήσει με τους εναγόμενους αυτά που λέει ή εάν αυτά ήταν εκείνα που ήθελε να βάλει στη συμφωνία, έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Η συμφωνία συντάχθηκε από το δικηγόρο μου και του είχα εμπιστοσύνη να κάνουν το σωστό.» Περιορίζομαι να πω τούτο: ουδείς από τους δικηγόρους του παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει μα ούτε και προκύπτει από κάποιο άλλο στοιχείο μαρτυρίας, ότι οι διάφοροι όροι που περιέχονται στο προσχέδιο προκαταρκτικής συμφωνίας, (την οποία απέστειλαν οι δικηγόροι των εναγόντων στους δικηγόρους των εναγόμενων, με την επιστολή τους (τεκμήριο 25) για τα σχόλια και/ή την έγκρισή τους) και τυχόν άλλοι όροι που αποτελεί θέση των εναγόντων ότι διαλαμβάνονται στην κατ' ισχυρισμό τους συμφωνία πώλησης της επίδικης έπαυλης που συνήψαν με τους εναγόμενους, έγιναν αποδεκτοί, είτε από τους τελευταίους είτε από τους δικηγόρους τους, εκ μέρους τους και για λογαριασμό τους. Και κάτι ακόμη. Ενώ οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η κατ' ισχυρισμό τους συμφωνία πώλησης της επίδικης έπαυλης έγινε μεταξύ τους και των εναγόμενων, το Φλεβάρη του 2010, ισχυρισμό τον οποίο προέβαλε και ενόρκως ο ενάγοντας 1, όπως θα διαφανεί αμέσως, όχι μόνο δεν ισχύει κάτι τέτοιο, αλλά, θα έλεγα πως, το ποιος ή ποιοι θα αγόραζαν την επίδικη έπαυλη εάν ολοκληρωνόταν η επίδικη συναλλαγή είναι κάτι για το οποίο δεν μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα. Ειδικότερα. Ισχυρίζεται ο ενάγοντας 1, ότι, κατά ή περί τις 11.2.2010, σε τηλεφωνική επικοινωνία του με τους εναγόμενους, τους υπόβαλε προσφορά να αγοράσει μαζί με τα παιδιά του, δηλαδή τους ενάγοντες 2 και 3 την επίδικη έπαυλη. Οι εναγόμενοι, προστίθεται, εξ όσων πιστεύει, από λάθος εξέλαβαν ότι αγοραστές θα ήταν ό ίδιος και η σύζυγός του και υπόγραψαν την αποδοχή. Τους εξήγησε ότι είναι διαζευγμένος και ότι θα αγόραζε την έπαυλη για τον ίδιο και τα παιδιά του και συμφώνησαν. Παρατηρώ τα εξής: Η γραπτή μαρτυρία και μάλιστα αυτή που προέρχεται από τον ίδιο τον ενάγοντα ή εκ μέρους του, το διαψεύδει. Ειδικότερα: Καταρχήν, το κτηματομεσιτικό γραφείο Αντώνης Λοϊζου και Συνεργάτες, στην απόδειξη που εξέδωσε για το ποσό των €4.000,00 που πήρε στις 16.2.2010 (τεκμήριο 6) αναφέρει ότι έλαβε το ποσό αυτό, από τους David John / Martin Lloyd. Ακολούθως, στην επιστολή των δικηγόρων του ενάγοντα, ημερομηνίας 19.2.2010 (τεκμήριο 11) αναφέρεται ως πελάτης μόνο αυτός. Το ίδιο ισχύει και με τις επιστολές τους, ημερομηνίας 2.3.2010 (τεκμήριο 13), 8.4.2010 (τεκμήριο 14) καθώς και με την επιστολή τους, ημερομηνίας 17.3.2010 (τεκμήριο 21), με την οποία, απευθυνόμενοι στην εταιρεία Aristo αναφέρουν ότι ενεργούν για λογαριασμό του ενάγοντα 1, σχετικά με την πρόταση αγοράς εκ μέρους του της επίδικης έπαυλης. Ο ενάγοντας 1 αναφέρεται ως πελάτης τους και στην επιστολή τους, ημερομηνίας 16.4.2010 (τεκμήριο 24). Και τρεις ενάγοντες αναγράφονται για πρώτη φορά ως πελάτες των ιδίων δικηγόρων, στην επιστολή τους, ημερομηνίας 26.4.2010 (τεκμήριο 25), με την οποία απέστειλαν στους συναδέλφους τους, δικηγόρους των εναγόμενων, το προσχέδιο της προκαταρκτικής συμφωνίας. Και τώρα το αποκορύφωμα. Ο ίδιος ο ενάγοντας 1, που ισχυρίστηκε και επέμενε ότι θα αγόραζε την επίδικη έπαυλη μαζί με τα παιδιά του - ενάγοντες 2 και 3, με την επιστολή του προς τους εναγόμενους, ημερομηνίας 6.5.2010 (τεκμήριο 31) στην οποία περικλείεται η αντίδρασή του προς αυτούς, ένεκα του γεγονότος ότι λίγες μέρες προηγουμένως και συγκεκριμένα στις 29.4.2010, με την επιστολή των δικηγόρων τους πληροφόρησαν τους δικούς του δικηγόρους ότι υπαναχώρησαν από τη συναλλαγή πώλησης της επίδικης έπαυλης, στην τέταρτη παράγραφο, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής, τα οποία, προφανώς, δεν παραπέμπουν στα παιδιά του: «I have been looking for a property in Cyprus for three years, with the intention of retiring there next year. Your home was the one my partner and I chose above all the others that we have seen.» Και ενώ αυτά έλεγε με εμφανές παράπονο στους εναγόμενους, στις 6.5.2010, στην προσπάθειά του να τους πείσει να αναθεωρήσουν την απόφασή τους να ακυρώσουν την επίδικη συναλλαγή, αντεξεταζόμενος, στην υποβολή ότι εκ των υστέρων αποφάσισε να αγοράσει την επίδικη έπαυλη μαζί με τα παιδιά του και ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε ενημερώθηκαν σχετικά, απάντησε ως εξής: «Οι εναγόμενοι είχαν πλήρη επίγνωση από πολύ πρώιμο στάδιο από μένα και τους δύο μου γιους. Το γνώριζαν αυτό, διότι είχαν αντίληψη των φορολογικών επιπλοκών το να έχει τρία άτομα γραμμένα στη συμφωνία.» Ούτε και μου διαφεύγει ότι, το πληρεξούσιο έγγραφο (τεκμήριο 8), δυνάμει του οποίου οι ενάγοντες 2 και 3 εξουσιοδοτούν τη δικηγόρο Ελένη Φιλίππου να διενεργήσει εκ μέρους τους οποιαδήποτε πράξη και/ή ενέργεια για να αγοράσουν την επίδικη έπαυλη, ενώ υπογράφτηκε από αυτούς, στις 21.4.2010, χωρίς να δοθεί καμιά εξήγηση εκ μέρους τους, είτε ακόμη εκ μέρους του πατέρα τους, χαρτοσημάνθηκε στις 4.5.
- Δηλαδή, όταν ήδη γνώριζαν από τους δικηγόρους τους ότι οι εναγόμενοι υπαναχώρησαν από την επίδικη συναλλαγή, από τις 29.4.
- Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ, ενώ, για το όσα ισχυρίστηκε ο ενάγοντας, αναφορικά με το θέμα των αποζημιώσεων που αξιώνουν οι ενάγοντες εναντίον των εναγόμενων, θα ασχοληθώ αργότερα. Η Claire Pearce (Μ.Ε.2) ασχολείται με τη διαχείριση του κτηματομεσιτικού γραφείου Αντώνης Λοϊζου και Συνεργάτες. Από τη μαρτυρία της, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη - μιας και δεν αντεξετάστηκε καθόλου από την ευπαίδευτη δικηγόρο των εναγόμενων - συγκρατώ τα εξής: Γνωρίζει τον ενάγοντα 1, ως πελάτη του γραφείου. Θα αγόραζε την επίδικη έπαυλη και τους έδωσε το τεκμήριο 4 που είχε πάρει γραπτώς από τους εναγόμενους. Ο ενάγοντας, για να αγοράσει την επίδικη έπαυλη κατέβαλε στο γραφείο τους το ποσό των €4.000,
- Πληρώνουν όλοι οι πελάτες τους security deposit και οι ίδιοι το κρατάνε μέχρι να ολοκληρωθούν οι έρευνες στο κτηματολόγιο, σε περίπτωση που υπάρχουν κάποιες περαιτέρω επιβαρύνσεις. Ο καιρός που κρατάνε το ποσό αυτό, εξαρτάται από τους δικηγόρους που θα κάνουν την έρευνα στο κτηματολόγιο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγοντας 1 δεν πήρε την επίδικη έπαυλη, επειδή απ' ό,τι γνωρίζει οι εναγόμενοι αποδέχτηκαν μία προσφορά, κατά €20.000,00 περισσότερα από το ποσό των €235.000,00 που πρόσφερε ο ενάγοντας 1 και είχε συμφωνηθεί. Οι εναγόμενοι, με την επιστολή τους προς το γραφείο τους, ημερομηνίας 28.4.2010 (τεκμήριο 34) προέβησαν σε ακύρωση της μεταξύ τους συμφωνίας, με την οποία τους ανάθεσαν να διαφημίσουν προς πώληση της επίδικη έπαυλη. Δύο μόνο σχόλια επιθυμώ να κάνω συναφώς με τους παραπάνω ισχυρισμούς της μάρτυρος. Ο ισχυρισμός της ότι το ποσό των €4.000,00 που τους κατέβαλε ο ενάγοντας 1, υπέχει θέση security deposit και το πληρώνουν όλοι οι πελάτες τους για το λόγο που ανάφερε, καταρρίπτει την εκδοχή των εναγόντων και ιδιαίτερα τον ισχυρισμό του ενάγοντα 1, τον οποίο προέβαλε ενόρκως, ότι, το ποσό αυτό, αποτελούσε τη συμφωνημένη μεταξύ των διαδίκων προκαταβολή που θα κατέβαλλαν οι ενάγοντες στους εναγόμενους για την αγορά της επίδικης έπαυλης. Είναι σαφές, ότι, το ποσό αυτό, το ζήτησε και το πήρε από τον ενάγοντα 1, το κτηματομεσιτικό γραφείο που ανέλαβε για λογαριασμό των εναγόμενων να βρει αγοραστή για την επίδικη έπαυλη, το οποίο, εν τέλει και επέστρεψε στον ενάγοντα
- Να σημειωθεί ότι, οι ενάγοντες αξίωναν από τους εναγόμενους το εν λόγω ποσό, μέχρι και τις 2.10.2014 που θα άρχιζε η αντεξέταση του ενάγοντα, ημερομηνία κατά την οποία, η δικηγόρος του προέβη σε δήλωση εγκατάλειψης της σχετικής αξίωσης, επειδή, αυτός, μετά την καταχώρηση της αγωγής αποζημιώθηκε από το γραφείο των Αντώνης Λοϊζου και Συνεργάτες (στις 7.9.2010 για το reservation fee των €4.000,00, όπως είναι το σχετικό παραδεκτό γεγονός που έγινε από κοινού στις 7.10.2014.) Ακολούθως, το πόση αξία θα πρέπει να αποδώσω στο γενικό και αόριστο ισχυρισμό της μάρτυρος, ότι ο ενάγοντας 1, εν τέλει δεν πήρε την επίδικη έπαυλη, επειδή, απ' ό,τι γνωρίζει οι εναγόμενοι αποδέχτηκαν άλλη - μεγαλύτερη προσφορά, κατά €20.000,00, έναντι του ποσού των €235.000,00 που είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων αποδεικνύεται από το γεγονός, ότι, σύμφωνα με την εκδοχή και των δύο πλευρών, οι εναγόμενοι εξέθεταν προς πώληση την επίδικη έπαυλη για το ποσό των €245.000,00 και σύμφωνα με τους ενάγοντες, γι' αυτό το ποσό ήταν η προσφορά τους προς του εναγόμενους, η οποία και έγινε αποδεκτή από αυτούς. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανάφερα, τα ουσιαστικά γεγονότα που με ασφάλεια μπορώ να πω ότι έλαβαν χώρα στον ουσιώδη χρόνο είναι τα εξής: Οι εναγόμενοι, δυνάμει γραπτής συμφωνίας, ημερομηνίας 1.12.1999, συμφώνησαν να αγοράσουν από την εταιρεία Aristo Developers Ltd, την υπό ανέγερση, τότε, επίδικη έπαυλη. Αυτή αποτελεί μέρος κτηριακού συγκροτήματος το οποίο ανεγέρθηκε από την εν λόγω εταιρεία στην Πέγεια. Στις 21.12.2009, οι εναγόμενοι, δυνάμει του τεκμηρίου 33, εξουσιοδότησαν το κτηματομεσιτικό γραφείο Αντώνης Λοϊζου και Συνεργάτες να μεσολαβήσει για την πώληση της επίδικης έπαυλης. Κατά το χρόνο που μας αφορά, για το ποσό των €245.000,
- Στις 11.2.2010, ο ενάγοντας 1 υπόβαλε προσφορά προς τους εναγόμενους για αγορά της επίδικης έπαυλης για το ποσό αυτό, η οποία έγινε αποδεκτή από τους εναγόμενους, στις 12.2.2010 (βλ. τα τεκμήρια 4, 5 και 6). Στις 16.2.2010, ο ενάγοντας 1, κατέβαλε στο παραπάνω κτηματομεσιτικό γραφείο το ποσό των €4.000,
- Αποτελεί παραδεκτό γεγονός, ότι ο ενάγοντας 1, στις 7.9.2010 αποζημιώθηκε από το εν λόγω γραφείο με το ποσό αυτό που αποτελεί reservation fee. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα, από τις 19.2.2010 μέχρι και τις 16.4.2010, ο ενάγοντας 1, με αριθμό επιστολών των δικηγόρων του προς τους δικηγόρους των εναγόμενων ήγειρε διάφορα θέματα, για τα οποία ζητούσε πληροφόρηση και/ή ενημέρωση και/ή διευκρινίσεις και/ή επίλυση. Αυτά αφορούσαν στην περιοχή πρασίνου, στη δορυφορική κεραία, στην πισίνα και τις σχετικές άδειες από την αρμόδια πολεοδομική αρχή και σε τυχόν επιβαρύνσεις επί της επίδικης έπαυλης. Από το περιεχόμενο της σχετικής αλληλογραφίας, αλλά, λαμβάνοντας υπόψη και όσα ανάφερε ενόρκως ο ενάγοντας 1 είναι σαφές, ότι, για τον ίδιο, η επίλυση όλων των παραπάνω θεμάτων αποτελούσε αναγκαίο όρο/προϋπόθεση για ολοκλήρωση της επίδικης συναλλαγής, για την οποία, εν πάση περιπτώσει, θα καταρτιζόταν γραπτή συμφωνία η οποία θα διαλάμβανε και τους όρους της συναλλαγής. Οι δικηγόροι του ενάγοντα 1, με την επιστολή τους, ημερομηνίας 16.4.2010 (τεκμήριο 24) κατ' εντολή του ενάγοντα πληροφόρησαν την εκ των δικηγόρων των εναγόμενων, ότι ο ενάγοντας ήταν πολύ θυμωμένος και αναστατωμένος από τους εναγόμενους, καθώς θεωρούσε ότι για λόγους που αφορούσαν στην πράσινη περιοχή και το δορυφορικό πιάτο παραπλανήθηκε. Περαιτέρω, με την επιστολή τους, ημερομηνίας 26.4.2010 (τεκμήριο 25) εφοδίασαν τους συναδέλφους τους, δικηγόρους των εναγόμενων, με προσχέδιο προκαταρκτικής συμφωνίας, για τα σχόλια και/ή την έγκρισή τους. Επισημαίνεται ότι στη επιστολή αυτή, για πρώτη φορά αναφέρονται ως πελάτες και οι τρεις ενάγοντες, οι οποίο αναφέρονται και στο προσχέδιο της προκαταρκτικής συμφωνίας, ως αγοραστές. Τέλος, οι δικηγόροι των εναγόμενων, με την επιστολή τους προς τους δικηγόρους του ενάγοντα, ημερομηνίας 29.4.2010 (τεκμήριο 28) τους πληροφόρησαν ότι οι εναγόμενοι υπαναχώρησαν από τη συναλλαγή πώλησης της επίδικης έπαυλης. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Στην υπόθεση Στυλιανίδης ν. British American Insurance Co Ltd
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ.1772, στην οποία με παρέπεμψε η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγόμενων, το βασικό ερώτημα που κλήθηκε να απαντήσει πρωτόδικα το Δικαστήριο - στη βάση των γεγονότων που την περιβάλλουν την εν λόγω υπόθεση -, ήταν κατά πόσο δημιουργήθηκε δεσμευτική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Το Δικαστήριο απάντησε αρνητικά στο ερώτημα. Το σκεπτικό του ακολουθεί αυτούσιο: «... το σημείο 5, όπου εκτίθεται η επίδικη συμφωνία την οποία επικαλείται ο ενάγων, τελειώνει με την εξής πρόνοια: 'This agreement would need to be put into a legal agreement.' Κατά την άποψή μου, η κατακλείδα αυτή η οποία προστέθηκε στο σημείο 5 της επιστολής, εφ΄ εαυτής ανατρέπει την οποιαδήποτε άποψη περί δημιουργίας δεσμευτικής συμφωνίας με το περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής, ή ακόμα και με την προσυπογραφή της από τον ενάγοντα. Όπως είναι φανερό, αυτό το οποίο υπόσχετο η εναγομένη και αποδεχόταν ο ενάγων αναφορικά με αποζημίωση του, υπόκειτο σε όρο, και τελούσε υπό την αίρεση καταρτισμού συμφωνίας με νομική ισχύ (legal agreement). Αυτού του είδους οι αιρέσεις, σύμφωνα με τη νομολογία και τις αυθεντίες εξουδετερώνουν την πιθανότητα ύπαρξης πρόθεσης δημιουργίας έννομης σχέσης (intention to create legal relations)». Όπως επισημαίνεται στη συνέχεια (πάντοτε πρωτόδικα) και με καθοδήγηση από τη νομολογία, όπως αυτή αναλύεται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 27η εκ., παραγ. 2-105: «Προκύπτει από τη νομολογία ότι μια συμφωνία, έστω και αν υποστηρίζεται από αντιπαροχή, δεν είναι δεσμευτική σύμβαση εάν έγινε χωρίς την πρόθεση δημιουργίας έννομης σχέσης. Η ανυπαρξία δε αυτής της πρόθεσης, είναι στοιχείο το οποίο μπορεί να διαφανεί είτε εξυπακουόμενα, είτε με ρητή εκδήλωση της από τους συμβαλλομένους. Όπως αναφέρεται και στην παρα. 2-107 του ανωτέρω συγγράμματος, συχνά συμφωνίες π.χ. για πώληση γης γίνονται αλλ΄ υπόκεινται σε καταρτισμό σύμβασης ("Subject to contract"). Αυτές οι λέξεις, εξουδετερώνουν την ύπαρξη πρόθεσης ως προς το συμβάλλεσθαι, έτσι ώστε τα μέρη να μη δεσμεύονται κανονικά, μέχρις ότου ετοιμασθούν επίσημες συμβάσεις. Το εάν και κατά πόσο μια φράση που χρησιμοποιείται έχει αυτό το αποτέλεσμα, είναι θέμα ερμηνείας. Στην Αγγλική υπόθεση Winn v. Bull
(1877)7 Ch. D. 29 είχε συμφωνηθεί η ενοικίαση οικίας για συγκεκριμένη χρονική περίοδο και για καθορισμένο ενοίκιο πλην όμως υπόκειτο στην ετοιμασία και έγκριση επίσημης σύμβασης. Αποφασίστηκε ότι με αυτό τον τρόπο δεν υπήρχε ισχυρή σύμβαση. Όπως λέχθηκε από τον Jessel M.R. στη σελ. 32: 'It comes, therefore, to this, that where you have a proposal of agreement made in writing expressed to be subject to a formal contract being prepared, it means what it says: it is subject to and is dependant upon a formal contract being prepared.' Άλλες παρόμοιες περιπτώσεις οι οποίες μνημονεύονται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts (ανωτέρω) παρα. 2-084 είναι και οι ακόλουθες: Συμφωνία για την αγορά ακινήτου 'Subject to formal contract to be prepared .' (Chilling- worth v. Esche
(1924)1 Ch. 97). Συμφωνία για αγορά οικίας 'subject to formal contract to be prepared by the vendors solicitor if the vendors shall so require (Riley v. Troll
(1953)1 All E.R. 966). Σε κάθε μια από αυτές τις περιπτώσεις, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι η συμφωνία δεν δημιούργησε έννομες υποχρεώσεις. Κατά τον ίδιο τρόπο, συμφωνία πληρωμής αμοιβής σε κτηματομεσίτη αποφασίστηκε ότι δεν ήταν νομικά δεσμευτική, όταν αυτή λέχθηκε ότι υπόκειτο σε σύμβαση (Subject to contract): Roland Preston & Partners v. Markheath Securities
(1988)2 E.G.L.R. 23.» Το εφετείο, βασικά, υιοθετώντας την παραπάνω προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατέληξε στα ακόλουθα συμπεράσματα: «Στην Winn v. Bull (πιο πάνω) στην οποία έχει αναφερθεί το Πρωτόδικο Δικαστήριο τα μέρη υπέγραψαν συμφωνία για ενοικίαση κατοικίας για περίοδο 7 ετών. Στο τέλος της συμφωνίας υπήρχε η εξής πρόταση: "This agreement is made subject to the preparation and approval of a formal contract" (η συμφωνία αυτή γίνεται τηρουμένης της ετοιμασίας και έγκρισης τυπικού εγγράφου). Κρίθηκε ότι δεν υπήρχε δεσμευτική συμφωνία. Στην Chilling-Worth v. Esche (πιο πάνω) με έγγραφο ημερ. 10.7.1922 οι αγοραστές συμφώνησαν να αγοράσουν ορισμένα κτήματα από τον πωλητή «subject to a proper contract to be prepared by the vendor΄s solicitors» (τηρουμένου κατάλληλου εγγράφου που θα ετοιμασθεί από τους δικηγόρους του πωλητή) και αναγνώρισαν ότι πλήρωσαν ποσό £240 ως προκαταβολή και μερική πληρωμή του τιμήματος αγοράς. Οι αγοραστές υπέγραψαν το έγγραφο και ο πωλητής υπέγραψε απόδειξη για την προκαταβολή επιβεβαιώνοντας την πώληση. Μεταγενέστερα ετοιμάσθηκε κατάλληλο έγγραφο από τους δικήγορους του πωλητή αλλά οι αγοραστές αρνήθηκαν να το υπογράψουν και αξίωσαν την επιστροφή της προκαταβολής. Κρίθηκε ότι δεν είχε δημιουργηθεί δεσμευτική συμφωνία. Ο Warrington L.J. παρατήρησε τα εξής στη σελ. 109: «Ούτε η πληρωμή της προκαταβολής ούτε η αναφορά στο έγγραφο ότι ήταν συμφωνία πώλησης είναι αρκετή να μεταβάλει την εκ πρώτης όψεως έννοια του εγγράφου ημερ. 10.7.1922. Είναι αδιαμφισβήτητο αφ΄ ότου εκδόθηκε η απόφαση του Sir George Jessel στην Winn v. Bull 7 Ch.D. 29 ότι οι λέξεις 'τηρουμένης της ετοιμασίας και έγκρισης τυπικής συμφωνίας' σε ένα έγγραφο εμπόδιζαν το έγγραφο από του να θεωρηθεί ως τελική συμφωνία της οποίας μπορεί να διαταχθεί ειδική εκτέλεση.» Στην ίδια υπόθεση ο Sargant L.J. υπέδειξε (στη σελ 114) ότι οι λέξεις «subject to contract» ή «subject to formal contract» έχουν αποκτήσει μια καθορισμένη και εξακριβωμένη νομική έννοια. Αποτελούν τις κατάλληλες λέξεις για την εισαγωγή όρου και χρειάζεται μια πολύ ισχυρή και εξαιρετική περίπτωση για να εκτοπισθεί αυτή η σαφής εκ πρώτης όψεως έννοια. Οι πιο πάνω παρατηρήσεις έχουν τύχει εφαρμογής στην Alpenstow Ltd and Another v. Regalian Properties PLC
(1985)2 All E.R. 545, 551.» Καταληκτικά αναφέρονται τα εξής από το εφετείο: «Έχουμε εξετάσει προσεκτικά την εκκαλούμενη απόφαση σε συνάρτηση με τα επιχειρήματα του ευπαίδευτου συνηγόρου του εφεσείοντος. Έχουμε την άποψη πως το θέμα διέπεται από τη νομολογία στην οποία έχει αναφερθεί το Πρωτόδικο Δικαστήριο. Επομένως το εκκαλούμενο συμπέρασμα βρίσκει έρεισμα στη νομολογία και δεν παρέχεται πεδίο επέμβασης μας. Είναι πρόδηλο από το λεκτικό της πιο πάνω παραγ. 5 ότι ο καταρτισμός άλλης νομικά ισχυρής συμφωνίας αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για τη δημιουργία δεσμευτικής συμφωνίας. Πρόθεση των εφεσιβλήτων, όπως διατυπώθηκε στο Τεκ. 1 - η οποία έγινε δεκτή και από τον εφεσείοντα - ήταν η ενσωμάτωση των συμφωνηθέντων σε μια νομικά ισχυρή συμφωνία. Ορθά λοιπόν κρίθηκε από το Πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν είχε δημιουργηθεί έγκυρη συμφωνία.» Με υπαγωγή των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης στις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής: Με μόνο λόγο, ότι για την ολοκλήρωση της επίδικης αγοραπωλησίας, θα έπρεπε να υπογραφεί γραπτή συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων, η οποία θα διαλάμβανε και τους όρους της, κάτι που δεν έχει γίνει και τούτο, ανεξάρτητα του ποιος φέρει την ευθύνη γι' αυτό, κρίνω ότι ουδέποτε καταρτίστηκε νομικά ισχυρή, έγκυρη και δεσμευτική συμφωνία μεταξύ των εναγόντων ή οποιουδήποτε από αυτούς, από τη μια και των εναγόμενων, από την άλλη, για πώληση της επίδικης έπαυλης. Η αποδοχή από τους εναγόμενους της πρότασης του ενάγοντα 1 για αγορά από αυτό της επίδικης έπαυλης, πόρρω απέχει από το να θεωρηθεί έστω προκαταρκτική συμφωνία και τούτο, έχοντας υπόψη, ότι, εκτός από το τίμημα πώλησης της έπαυλης που συμφωνήθηκε στο ποσό των €245.000,00, οι ενάγοντες - και ιδιαίτερα ο ενάγοντας 1 που υπόβαλε τη σχετική πρόταση - κανένα άλλο όρο, ουσιώδη ή μη της εν λόγω προκαταρκτικής συμφωνίας έχουν αποδείξει. Πολλώ μάλλον που (για να επαναλάβω) οι ενάγοντες που ισχυρίζονται ότι με την αποδοχή της παραπάνω πρότασης του ενάγοντα 1 καταρτίστηκε έγκυρη συμφωνία πώλησης της επίδικης έπαυλης, με αριθμό επιστολών του δικηγόρου τους, ο οποίος στον ουσιώδη χρόνο ενεργούσε εκ μέρους και για λογαριασμό του ενάγοντα 1, έθεταν διαρκώς διάφορες απαιτήσεις στους εναγόμενους, από το περιεχόμενο των οποίων είναι σαφές, ότι, η ικανοποίησή τους αποτελούσε αναγκαίο όρο και προϋπόθεση για ολοκλήρωση της επίδικης αγοραπωλησίας. Μολονότι η τύχη της αγωγής, ουσιαστικά έχει κριθεί, εντούτοις, χάριν πληρότητας της απόφασής μου και για το ενδεχόμενο που οι μέχρι τώρα διαπιστώσεις μου θεωρηθούν εσφαλμένες σε ανώτερο επίπεδο δικαστικής κρίσης, θα συνεχίσω και καθαρά σε υποθετική βάση, θα εξετάσω τις διάφορες αξιώσεις των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων. Η αξίωση της παραγράφου 27 Α της έκθεσης απαίτησης, με ρητή δήλωση της δικηγόρου των εναγόντων, ημερομηνίας 2.10.2014 έχει εγκαταλειφθεί. Αναφορικά με την αξίωση της παραγράφου 27 Γ, για έκδοση απόφασης για το ποσό των €55.000,00, που αποτελεί, όπως αναφέρεται, τη διαφορά της συμφωνηθείσας τιμής πώλησης της επίδικης έπαυλης και της αγοραίας αξίας της, κατά ή περί τις 30.4.2010, παρατηρώ τα εξής: δεδομένου ότι αποτελεί κοινό έδαφος ότι η πρόταση του ενάγοντα 1 προς τους εναγόμενους για αγορά της επίδικης έπαυλης, ήταν για το ποσό των €245.000,00 και στις 7.10.2014 δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, ότι η αξία της, στις 25.4.2010 ανερχόταν στο ποσό των €300.000,00, σε περίπτωση που οι ενάγοντες αποδείκνυαν την ύπαρξη νομικά ισχυρής, έγκυρης και δεσμευτικής συμφωνίας πώλησης της επίδικης έπαυλης, θα εξέδιδα απόφαση για το ποσό αυτό. Απ' εκεί και πέρα, αναφορικά με τα διάφορα ποσά που αξιώνουν οι ενάγοντες, υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων, τα οποία, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 27 Β της έκθεσης απαίτησης ανέρχονται στο ποσό των €3.562,50, «διά αεροπορικά εισιτήρια, διαμονής στην Κύπρο, δικηγορικά και εκτιμητικά.», έχοντας υπόψη και το αυστηρό επίπεδο απόδειξης των ειδικών ζημιών, παρατηρώ τα εξής: Ισχυρίζεται ο ενάγοντας στη γραπτή του δήλωση ότι πλήρωσε το ποσό των €665,00 για να έλθει στην Κύπρο και να υπογράψει το πληρεξούσιο έγγραφο (τεκμήριο 7). Επίσης, προστίθεται, οι ενάγοντες 2 και 3 υποβλήθηκαν σε έξοδα για τη χαρτοσήμανση και πιστοποίηση του πληρεξουσίου τους (τεκμήριο 8), ύψους €65,00. Αντεξεταζόμενος, στην ερώτηση για ποιο λόγο έπρεπε να έλθει στην Κύπρο να υπογράψει το πληρεξούσιο, εφόσον μπορούσε να το υπογράψει σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή πρεσβεία στην Αγγλία, απάντησε ως εξής: «Ήρθα για δύο λόγους. Ο πρώτος, ήμουν ενθουσιασμένος η προοπτική της οικίας να είναι δική μου και ο δεύτερος λόγος, το επόμενο σπίτι ήταν επίσης προς πώληση και έφερνα ένα φίλο μαζί μου για να δει το ακίνητο.» Χωρίς να χρειάζεται να αναφέρω και πώς ανέλυσε το ποσό των €665,00 ο ενάγοντας, η έμμεση ομολογία του ότι θα μπορούσε να υπογράψει το πληρεξούσιο στην Αγγλία και η άμεση ομολογία του ότι εν τέλει ήρθε στην Κύπρο, όχι για τις ανάγκες της επίδικης αγοραπωλησίας και για να υπογράψει το πληρεξούσιο έγγραφο, για σκοπούς καταρτισμού της σχετικής συμφωνίας, καθιστούν εντελώς αδικαιολόγητη και νόμω αβάσιμη τη σχετική αξίωσή του. Μολονότι ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι οι ενάγοντες 2 και 3 κατέβαλαν το ποσό των €65,00 για τη χαρτοσήμανση και πιστοποίηση του δικού τους πληρεξουσίου εγγράφου, παρέμεινε αναντίλεκτος, εντούτοις, επειδή, στη γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης δικηγόρου των εναγόντων, το ποσό αυτό, δεν περιλαμβάνεται στα διάφορα ποσά για τα οποία ζητείται η έκδοση απόφασης, υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων, θεωρώ ότι η σχετική αξίωση έχει εγκαταλειφθεί. Ο ισχυρισμός του ενάγοντα 1 ότι για την ετοιμασία της έκθεσης εκτίμησης (τεκμήριο 9) πλήρωσε το ποσό των €350,00 παρέμεινε αναντίλεκτος. Παρόλα αυτά, δε θα ήμουν διατεθειμένος να του επιδικάσω το ποσό αυτό, επειδή, δεν προκύπτει από τη μαρτυρία ότι η ετοιμασία της εν λόγω έκθεσης, - την οποία εξασφάλισε ο ίδιος για δικούς του λόγους - ήταν αναγκαία για τη σύναψη της επίδικης σύμβασης. Ούτε και για το ποσό των €20,00 που πλήρωσε ο ενάγοντας 1, υπό μορφή συναλλαγματικών δικαιωμάτων και προμηθειών για τη μεταφορά του ποσού των €79.100,00 το οποίο θα χρησιμοποιούταν για την πληρωμή της προκαταβολής προς τους εναγόμενους, δικαιούται απόφαση. Αν ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός του στο στάδιο αντεξέτασής του, ότι τα λεφτά που έστειλε στην Κύπρο, τα χρησιμοποίησε για την αγορά άλλου σπιτιού στην Κύπρο, επί του προκειμένου, ουδεμία ζημιά υπέστη. Το ποσό των €1.500,00 που ο ενάγοντας, όπως αναφέρει στη γραπτή του δήλωση έχει πληρώσει για τις υπηρεσίες του δικηγόρου του αναφορικά με την ετοιμασία συμβολαίων και τη διενέργεια των αναγκαίων ερευνών για την επίδικη έπαυλη, ούτε έχει αποδειχθεί και εν πάση περιπτώσει, ούτε και το δικαιούται. Καταρχήν, δεν έχει προσαχθεί μαρτυρία σε τι συνίσταται αναλυτικά το ποσό αυτό. Δηλαδή, τι ποσό καταβλήθηκε για τις αναγκαίες έρευνας και ποιες είναι αυτές και τι για την ετοιμασία των συμβολαίων. Ακολούθως είναι και το γεγονός, ότι, οι εναγόμενοι, όχι μόνο δε ζήτησαν από τους ενάγοντες να ετοιμάσουν οποιαδήποτε συμβόλαια, είτε ακόμη συμφώνησαν οποτεδήποτε να προβούν στην ετοιμασία τους οι δικηγόροι των εναγόντων, αλλά, αντίθετα, η εκ των δικηγόρων των εναγόμενων, με την επιστολή της, ημερομηνίας 8.4.2010 (τεκμήριο 23) προσφέρθηκε να αναλάβει εκείνη την ετοιμασία της απαραίτητης προκαταρκτικής συμφωνίας, ζητώντας προς τούτο επιβεβαίωση και από τα δύο μέρη ότι επιθυμούν να αναλάβει τη συγκεκριμένη εργασία καθώς και ότι υπάρχει εύλογη πιθανότητα να προχωρήσει η πώληση. Το γεγονός ότι οι δικηγόροι των εναγόντων, με την επιστολή τους προς τη συνάδελφό τους, ημερομηνίας 26.4.2010 (τεκμήριο 25) με δική τους πρωτοβουλία, της απέστειλαν το προσχέδιο της προκαταρκτικής συμφωνίας (μέρος του τεκμηρίου 25) για τα σχόλια και/ή την έγκρισή τους, όπως αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή, δεν καθιστά τους εναγόμενους υπόχρεους έναντι των εναγόντων, να πληρώσουν τους δικηγόρους τους για την ετοιμασία του υπό αναφορά εγγράφου. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Τέλος, ο ενάγοντας 1, ούτε και για το ποσό των €975,00, το οποίο, όπως είναι η θέση του, πλήρωσε μετά την υπαναχώρηση των εναγόντων από τη συμφωνία για να έρθει στην Κύπρο για σκοπούς καταχώρησης της παρούσας αγωγής, δικαιούται στην έκδοση απόφασης, υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων. Εκτός του ότι δεν έχει εξειδικευθεί εκ μέρους του, σε τι συνίστανται αναλυτικά αυτά το έξοδα, στα οποία υποτίθεται πως έχει υποβληθεί είναι και το γεγονός, ότι, αντεξεταζόμενος, υπέπεσε και σε αντιφάσεις συναφώς με το θέμα. Όταν του υποβλήθηκε (και πολύ ορθά) ότι δεν υπήρχε καμιά ανάγκη να έρθει στην Κύπρο για να κινηθεί η αγωγή ισχυρίστηκε ότι του εξηγήθηκε τι έγγραφα θα πρέπει να καταχωρηθούν στο Δικαστήριο με ταχύ ρυθμό. Αυτό πρόσθεσε, το έκανε αναγκαίο να βρίσκεται εδώ για να υπογράψει έγγραφα και να τα παρέχει, του είπαν, κατά την παρουσία του στο Δικαστήριο. Ερωτηθείς ακολούθως, εάν και αυτά τα €975,00 αφορούσαν και πάλιν αυτοκίνητα, φαγητά και βενζίνες απάντησε καταφατικά. Έχω δικαστική γνώση - αφού αυτό που θα πω αποτελεί καθαρά νομικό θέμα - ότι για σκοπούς καταχώρησης αγωγής, το μόνο έγγραφο που θα πρέπει να υπογραφεί εκτός από το κλητήριο ένταλμα της αγωγής που υπογράφεται από δικηγόρο - όταν η αγωγή, όπως και η παρούσα καταχωρείται από δικηγόρο - είναι το διοριστήριο. Ωστόσο, αυτό απαιτείται μόνο σε περίπτωση που ο ενάγοντας κατοικεί στην Κύπρο, κάτι που δεν ισχύει στην περίπτωση του ενάγοντα 1, ο οποίος, στον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στο εξωτερικό. Επομένως, οι δικηγόροι του, θα μπορούσαν να καταχωρήσουν την αγωγή και χωρίς διοριστήριο (βλ. τη Δ.2 Θ.14). Ωστόσο ψεύδεται ο ενάγοντας, ισχυριζόμενος πως ήταν αναγκαίο να έρθει στην Κύπρο για να υπογράψει έγγραφα, αναγκαία για σκοπούς καταχώρησης της αγωγής και τούτο γιατί προκύπτει από το φάκελο, ότι η αγωγή καταχωρήθηκε χωρίς να δοθεί σχετικό διοριστήριο για το σκοπό αυτό, εκ μέρους οποιουδήποτε των τριών εναγόντων. Τέλος, με μόνο λόγο - χωρίς να σημαίνει πως δεν υπάρχουν και άλλοι - ότι οι ενάγοντες δεν έχουν προσκομίσει καθόλου μαρτυρία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση των εναγόμενων, δεν τίθεται θέμα επιδικασμού παραδειγματικών ή τιμωρητικών αποζημιώσεων (βλ. τις υποθέσεις Papakokkinou and Others v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65 και Κωνσταντίνου ή Μήτα ν. Γ. & Κ. Σοφοκλέους Λτδ
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1952). Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόμενων 1 και 2 και σε βάρος των εναγόντων 1 μέχρι 3, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-ΣΚ Subject: Civil/Other Actions /Final Αναφορά: Πολιτική - έγκυρη και δεσμευτική σύμβαση πώλησης ακινήτου. Ειδικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο