← Κύπρος

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ν. ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ Α. ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αριθμός αγωγής: 1333/2014, 8/4/2015

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ν. ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ Α. ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αριθμός αγωγής: 1333/2014, 8/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A56 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε. Δ. Αριθμός αγωγής: 1333/2014 Μεταξύ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ, από τη Λευκωσία Ενάγοντα και ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ Α. ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, από την Πάφο ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ, από την Πάφο Εναγόμενων --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 3.10.2014 για έκδοση συνοπτικής απόφασης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8.4.2015 EMΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντα-αιτητή: κα Μ. Κωνσταντινίδου (για να ακούσει απόφαση κ. Κυπριανίδης) Για εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση 1 και 2: κ. Γ. Τσιέλεπος (καμιά εμφάνιση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση του ενάγοντα εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 είναι για το ποσό των €47.050,00, πλέον νόμιμο τόκο από 31.10.2012 μέχρι εξοφλήσεως «..δυνάμει γραμματίου και/ή γραμματίου συνήθους τύπου και/ή γραπτής αναγνώρισης χρέους και/ή συναλλαγματικής και/ή άλλως πως..» το οποίο οι ενάγοντες 1 υπόγραψαν προς όφελος του ενάγοντα κατά ή περί τις 3.1.2012, με ημερομηνία λήξης την 31.10.2012 (βλ. την παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης). Σύμφωνα πάντοτε με τον ενάγοντα και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του, ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε προσωπικά και αλληλέγγυα με τους εναγόμενους 1 την πληρωμή και εξόφληση του γραμματίου και/ή γραμματίου συνήθους τύπου και/ή γραπτής αναγνώρισης χρέους και/ή συναλλαγματικής και/ή άλλως πως, για ολόκληρο το παραπάνω ποσό. Η αγωγή επιδόθηκε στους εναγόμενους 1 και 2, οι οποίοι, στις 22.9.2014 καταχώρησαν εμφάνιση. Ο ενάγοντας, στις 3.10.2014 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον και των δύο εναγόμενων. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.18 Θ.Θ.1, 2, 4, 5, 6 και 9 και Δ.48 Θ.Θ.1, 2, 3, 4 και 9 και τέλος, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και τη νομολογία. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην ακόλουθη ένορκη δήλωση του ενάγοντα: «Ο πιο κάτω υπογεγραμμένος Παναγιώτης Αριστείδου από την Λευκωσία, ορκίζομαι και δηλώνω τα ακόλουθα:

  1. Είμαι ο ενάγοντας στην αγωγή υπό το ως άνω αριθμό και τίτλο. Γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και υιοθετώ πλήρως το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης.
  2. Η αγωγή καταχωρήθηκε επί ειδικού οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος στις 13.6.2014, σημείωμα εμφάνισης καταχωρήθηκε την 22.9.
  3. Αληθεύω πιστεύω και τυγχάνω νομικής συμβουλής ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν οποιαδήποτε υπεράσπιση στην πιο πάνω αγωγή καθότι η απαίτηση μου στηρίζεται στο γραμμάτιο και/ή γραμμάτιο συνήθους τύπου και/ή γραπτής αναγνώρισης χρέους και/ή συναλλαγματικής με ημερομηνία λήξης την 31.10.2012 για το ποσό των €47.050,00 με την προσωπική και αλληλέγγυα εγγύηση του εναγομένου αρ.
  4. Το γραμμάτιο ως νομικό έγγραφο είναι αυταπόδεικτο και στην προκειμένη οι εναγόμενοι δεν έχουν καμία απολύτως υπεράσπιση γιατί πρόκειται για χρήματα που οφείλουν δυνάμει πώλησης μετοχών προς όφελος της εναγομένης αρ.
  5. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της δικαστικής διαδικασίας και παρέλκυσης της άμεσης απονομής της δικαιοσύνης.
  6. Το γραμμάτιο και/ή γραμμάτιο συνήθους τύπου και/ή συναλλαγματικής και/ή γραπτής αναγνώρισης χρέους και/ή συναλλαγματικής, δεόντως χαρτοσημασμένο επισυνάπτεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο Α. Ως Τεκμήριο Β επισυνάπτονται οι επιστολές του δικηγόρου μου ημερ. 5.5.2014 που επιδόθηκαν στους εναγομένους, με τις οποίες κλήθηκαν να εξοφλήσουν το οφειλόμενο ποσό, χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε ανταπόκριση εκ μέρους τους.
  7. Ως εκ των ανωτέρω έντιμα και ειλικρινά πιστεύω ότι είναι ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως το Σεβαστό Δικαστήριο εκδώσει απόφαση εναντίον των εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ως η έκθεση απαίτησης μου για το ποσό των 47.050,00 πλέον νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα και Φ.Π.Α.» Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση η οποία εδράζεται στους ακόλουθους λόγους: «
  8. Δεν τηρούνται και/ή δεν έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το Άρθρο 18 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, τόσο ως προς την καθαρότητα των πραγματικών γεγονότων, όσο και των νομικών θεμάτων που συμπλέκονται.
  9. Το πραγματικό υπόβαθρο που στηρίζει την Αίτηση και/ή το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει αυτή είναι ελλιπές και/ή ανεπαρκές και/ή δεν δικαιολογεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης.
  10. Οι Εναγόμενοι / Καθ' ων η Αίτηση έχουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής και είναι δίκαιο και εύλογο να επιτραπεί στους Εναγόμενους να προβάλουν στα πλαίσια κανονικής δίκης αλλά και να προσεπικαλέσουν τα πρόσωπα αυτά ως Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους δυνάμει της διαταγής 21 Θεσμός 8

(1)και
(2)των Θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας.
  1. Οι Εναγόμενοι ουδέποτε έλαβαν μετρητά από τον Ενάγοντα. Το εν λόγω γραμμάτιο υπεγράφει για το ποσό των €52,000 (ευρώ πενήντα δύο χιλιάδες) στα πλαίσια συμφωνίας μεταβίβασης μετοχών στην εταιρεία BERLESQUE ENTAIRTAINMENT LTD μεταξύ του Ενάγοντα και των Εναγομένων, γεγονός το οποίο ο Ενάγοντας απέκρυψε τόσο στην Έκθεση Απαίτησης του όσο και στην Αίτηση του για συνοπτική Απόφαση ημερομηνίας 3/10/
  2. Ταυτόχρονα με την υπογραφή του γραμματίου, ο Ενάγοντας υπέγραψε έγγραφο μεταβίβασης με το οποίο εδεσμεύετο να μεταβιβάσει όλες τις μετοχές τις οποίες κατείχε στην ως άνω εταιρεία επ' ονόματι της Εναγομένης 1 εταιρείας δια το ποσό των €52.
  3. Οι Εναγόμενοι υπέγραψαν το εν λόγω γραμμάτιο κατόπιν απαίτησης του Ενάγοντα καλόπιστα και έχοντας την εντύπωση ότι τα 2 έγγραφα ήτο αλληλένδετα και τυχόν παραβίαση οιονδήποτε όρων του ενός εγγράφου θα εκαθιστούσε το άλλο έγγραφο άκυρο.
  4. Ως ένδειξη της πρόθεσης των Εναγομένων να πληρώσουν ολόκληρο το αντίτιμο δια την μεταβίβαση των εν λόγω μετοχών, οι Εναγόμενοι κατέβαλαν στον Ενάγοντα το ποσό των €4950 ως προκαταβολή και το υπόλοιπο ποσό θα το εκατέβαλαν με την μεταβίβαση των μετοχών επ ονόματι της Εναγομένης 1 Εταιρείας.
  5. Ο Ενάγοντας ουδέποτε επροέβη στην Μεταβίβαση των μετοχών που κατέχει επ' ονόματι της Εναγομένης 1 και ως εκ τούτου οι Εναγόμενοι δεν επλήρωσαν το συμφωνηθέν ποσό. Αντιθέτως ανταπαιτούν το ποσό των €4950 που κατέβαλαν στον Ενάγοντα δια την μεταβίβαση των Μετοχών στην Εταιρεία BERLESQUE ENTERTAINMENT LTD.
  6. Με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, τυχόν έγκριση του αιτήματος των Εναγόντων θα συνιστούσε άρνηση δικαιοσύνης κατά παράβαση Συνταγματικών δικαιωμάτων των Εναγομένων.» Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.18 Θ.Θ.1 μέχρι 9, Δ.21 Θ.8
(1)και
(2), Δ.39 και Δ.48 Θ.Θ.1 μέχρι 4 και τέλος, στη συμφυή εξουσία και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2 και διευθυντή των εναγόμενων 1, η οποία ακολουθεί επίσης, αυτούσια: «Εγώ ο κάτωθι υπογεγραμμένος Πολύκαρπος Πολυκάρπου από την Πάφο ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
  1. Είμαι ο διευθυντής της Εναγομένης 1 και Εναγόμενος 2 στην ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, γνωρίζω πολύ καλά τα γεγονότα και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα Ένορκο Δήλωση.
  2. Έχω διαβάσει την Ένορκο Δήλωση του κ. Παναγιώτη Αριστείδου ημερ. 30.9.2014 η οποία υποστηρίζει την αίτηση ημερομηνίας 3.10.2014 για την έκδοση συνοπτικής απόφασης και αρνούμαι όλους και καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται σε αυτή, με εξαίρεση τους ισχυρισμούς που ρητά γίνονται αποδεκτοί στην παρούσα Ένορκο Δήλωση.
  3. Οι Εναγόμενοι έχουν σοβαρή και βάσιμη υπεράσπιση στην Απαίτηση του Ενάγοντα, ως και Ανταπαίτηση εναντίον του, η οποία προκύπτει από τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα:
  4. Οι Εναγόμενοι ουδέποτε έλαβαν μετρητά από τον Ενάγοντα. Το εν λόγω γραμμάτιο υπεγράφει για το ποσό των €52.000 (ευρώ πενήντα δύο χιλιάδες) στα πλαίσια συμφωνίας μεταβίβασης μετοχών στην εταιρεία BERLESQUE ENTAIRTAINMENT LTD μεταξύ του Ενάγοντα και των Εναγομένων
(1), γεγονός το οποίο ο Ενάγοντας απέκρυψε τόσο στην Έκθεση Απαίτησης του όσο και στην Αίτηση του για συνοπτική Απόφαση ημερομηνίας 3.10.
  1. Ταυτόχρονα με την υπογραφή του γραμματίου, ο Ενάγοντας υπέγραψε έγγραφο μεταβίβασης με το οποίο εδεσμεύετο να μεταβιβάσει όλες τις μετοχές τις οποίες κατείχε στην ως άνω εταιρεία επ' ονόματι της Εναγομένης 1 εταιρείας δια το ποσό των €52.
  2. Και τα δύο έγγραφα ευρίσκονται στην κατοχή του Ενάγοντα και αντίγραφα ουδέποτε μας εδόθησαν, ο οποίος ανέλαβε υποχρέωση να προχωρήσει στη διαδικασία μεταβίβασης.
  3. Οι Εναγόμενοι υπέγραψαν το εν λόγω γραμμάτιο κατόπιν απαίτησης του Ενάγοντα καλόπιστα και έχοντας την εντύπωση ότι τα δύο έγγραφα ήτο αλληλένδετα και τυχόν παραβίαση οιονδήποτε όρων του ενός εγγράφου θα εκαθιστούσε το άλλο έγγραφο άκυρο.
  4. Ως ένδειξη της πρόθεσης των Εναγομένων να πληρώσουν ολόκληρο το αντίτιμο δια την μεταβίβαση των εν λόγω μετοχών, οι Εναγόμενοι κατέβαλαν στον Ενάγοντα το ποσό των €4950 ως προκαταβολή και το υπόλοιπο ποσό θα το εκατέβαλαν με την μεταβίβαση των μετοχών επ ονόματι της Εναγομένης 1 Εταιρείας.
  5. Ο Ενάγοντας ουδέποτε επροέβη στην Μεταβίβαση των μετοχών που κατέχει στην Εναγομένη 1 και ως εκ τούτου οι Εναγόμενοι δεν επλήρωσαν το συμφωνηθέν ποσό. Αντιθέτως ανταπαιτούν το ποσό των €4950 που κατέβαλαν στον Ενάγοντα δια την μεταβίβαση των Μετοχών στην Εταιρεία BERLESQUE ENTERTAINMENT LTD. Σχετικό έντυπο έρευνας του Εφόρου Εταιρειών επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  6. Όπως μου έχει επεξηγηθεί από τον δικηγόρο μου, ο ρόλος και η φύση της διαταγής 18 των Θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας και η έκδοση συνοπτικής απόφασης εφαρμόζεται εκεί όπου τα γεγονότα είναι τόσο καθαρά και δεν υπάρχει υπεράσπιση και θα ήταν χάσιμο χρόνου μια υπόθεση να οδηγηθεί σε κανονική δίκη, με ότι αυτό συνεπάγεται από πλευράς χρόνου εκδίκασης και εξόδων.
  7. Ωστόσο πιστεύω ακράδαντα ότι η παρούσα περίπτωση δεν χαρακτηρίζεται, ούτε από καθαρότητα γεγονότων, ούτε νομικών θεμάτων αφού ο Ενάγοντας σκόπιμα απέκρυψε γεγονότα προς εξυπηρέτηση των δικών του συμφερόντων.
  8. Απ όσα έχω αναφέρει ανωτέρω, απαιτούνται διευκρινήσεις και επεξηγήσεις από τον Ενάγοντα σε πολλά από τα πραγματικά γεγονότα που αναφέρω.
  9. Χρειάζεται να δοθούν απαντήσεις από τον Ενάγοντα αναφορικά με το έγγραφο μεταβίβασης μετοχών αλλά και για το γεγονός ότι ενώ το γραμμάτιο που υπεγράφει ήτο έναντι μετρητών δια το ποσό των €52.000 και ενώ στην απαίτηση του ο Ενάγοντας αξιοί το ποσό των €47.
  10. Όπως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου, όλα τα πιο πάνω μπορούν να γίνουν μόνο στα πλαίσια κανονικής δίκης και όχι μέσα από την διαδικασία της συνοπτικής απόφασης.
  11. Ο Ενάγοντας δεν φαίνεται να προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την φύση του Γραμματίου και να πετύχει μια γρήγορη, αλλά άδικη απόφαση εναντίον των Εναγόντων, μετερχόμενος δόλο, απάτη και ψευδείς παραστάσεις, όσο και απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων, όπως αναφέρω ανωτέρω.
  12. Εν όψει των όσων αναφέρω είναι η θέση των Εναγόντων ότι η αίτηση του Ενάγοντα θα πρέπει να απορριφθεί, επειδή οι Εναγόμενοι έχουν πολύ καλή υπεράσπιση και Ανταπαίτηση και ως εκ τούτου είναι δίκαιο και εύλογο να μας επιτραπεί να προβάλουμεν ταύτην για πλήρη απονομή της δικαιοσύνης. Επιπλέον δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από τον Νόμο για την έκδοση του αιτηθέντος διατάγματος, ενώ υιοθετώ και επαναλαμβάνω τους λόγους ένστασης που αναφέρονται στην ειδοποίηση ένστασης και αιτούμαι απόρριψη της αίτησης των Αιτητών με έξοδα σε βάρος τους.» Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Η αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης βασίζεται στη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1(α), η οποία αποτέλεσε αντικείμενο ανάλυσης και ερμηνείας επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο, σε σωρεία αποφάσεών του, για να επιληφθεί ένα Δικαστήριο αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, θα πρέπει να πληρούνται τρεις προκαταρκτικές - δικαιοδοτικής φύσεως προϋποθέσεις. Ειδικότερα: (α) Το κλητήριο ένταλμα θα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο, δυνάμει της Δ.2 Θ.
  13. (β) Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση, και (γ) Η αίτηση θα πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση προσώπου που να μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται καθώς επίσης και να δηλώνει ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. (βλ. Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, The Chain Gulf Traders Ltd κ.α. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1997)1(B) Α.Α.Δ. 1168, Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818 κ.ο.κ.). Αν διαπιστωθεί ότι οι πιο πάνω προϋποθέσεις πληρούνται - σωρευτικά εννοείται - το δικαίωμα του ενάγοντα να αποταθεί στο Δικαστήριο για έκδοση συνοπτικής απόφασης θεμελιώνεται, ενώ την ίδια ώρα, το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να του δοθεί το δικαίωμα υπεράσπισης μετατοπίζεται στον εναγόμενο (βλ. Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 C.L.R. 265, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333 κ.α.). Δεν είναι αναγκαίο να καταδειχθεί βεβαιότητα επιτυχίας μιας υπεράσπισης, αφού, μια καλή πιθανότητα επιτυχίας θα είναι αρκετή. Τα εγειρόμενα θέματα προς υπεράσπιση θα πρέπει να δίνονται ενόρκως, με ικανές λεπτομέρειες στις οποίες στηρίζονται (βλ. Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd v. Abdul Azziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239). Καθ' όλα σχετικά είναι και όσα ακολουθούν από την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Κυριάκου ν. Αναστασίου, Πολιτική Έφεση Αρ. 230/2009, ημερομηνίας 22.1.2013: «.είναι γνωστό ότι η δυνατότητα που παρέχεται από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προς έκδοση συνοπτικής απόφασης, αποτελεί τον επιτρεπόμενο δικονομικά τρόπο παράκαμψης της συνήθους διεξαγωγής της δίκης και κατά συνέπεια αποτελεί από αυτή την άποψη ένα εξαιρετικό μέτρο. Προσφέρεται στα πλαίσια όσο το δυνατόν γρήγορης απονομής της δικαιοσύνης εκεί όπου ο ενάγων συμμορφούμενος με τις διατάξεις της Δ.18 θ.1, μετατοπίζει το βάρος στους ώμους του εναγομένου για να αποκαλύψει καλή υπεράσπιση. Ο εναγόμενος θα πρέπει σύμφωνα με σαφή και καθιερωμένη νομολογία, να δώσει επαρκείς λεπτομέρειες προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου για να του δοθεί άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση. Αναμφίβολα η εξουσία του Δικαστηρίου κάτω από τη Δ.18 ασκείται με φειδώ και όπου εμφανώς τα γεγονότα που η πλευρά του εναγομένου παραθέτει μέσα από την ένσταση της, δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση, (δέστε Μάρκος Νικολάου Λτδ ν. Adamko Constructions Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. 376). Έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν «.. ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του.». Το τι αναμένεται από ένα εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση «condescend upon particulars». Στο Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: «The defendant´s affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff´s claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. ... if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated. Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.» Αναφορικά με το σκοπό της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση, σύμφωνα με τη Νεάρχου (ανωτέρω) αυτός είναι: «.κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόση καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ. 1 - 5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου.». Στην υπό κρίση αίτηση αποτελεί γεγονός αναντίλεκτο ότι οι δύο πρώτες προκαταρκτικές - δικαιοδοτικής φύσεως προϋποθέσεις πληρούνται. Ο ενάγοντας καταχώρησε την αγωγή του με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και οι εναγόμενοι καθώς ήδη έχει αναφερθεί καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης. Προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσο ο ενάγοντας είναι πρόσωπο το οποίο θα μπορούσε να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και να επιβεβαιώσει την αιτία της αγωγής, έχοντας υπόψη και τις σχετικές αρχές που διέπουν το θέμα, υπό το φως όσων αναφέρονται στις υποθέσεις Δημητρίου, The Chain Gulf Traders Ltd και Νεάρχου (ανωτέρω), από την οποία (Νεάρχου) και το ακόλουθο απόσπασμα: «Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136 - 138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία)». Καθόλα σχετικά είναι και όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Σπηταλιώτης κ.ά. ν. Liberty Life Insurance Ltd
(2004)1(B) A.A.Δ.1113: «Σε αίτηση για συνοπτική απόφαση σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 18, η ένορκη δήλωση μπορεί να υπογραφεί από τον ενάγοντα που έχει προσωπική γνώση των γεγονότων ή από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα (or by any other person who can swear positively to the facts). Σε περιπτώσεις εταιρειών ή τραπεζικών οργανισμών η ένορκη δήλωση βασίζεται σε δηλώσεις αξιωματούχων που έχουν αποκτήσει, σύμφωνα με τα καθήκοντα που εκτελούν, τις αναγκαίες γνώσεις για να προβούν στην απαραίτητη ένορκη δήλωση. Όπως ορθά σημειώνεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο "από τη στιγμή που ο οργανισμός εξουσιοδοτεί το συγκεκριμένο άτομο να ορκιστεί επί της επαλήθευσης της απαίτησης από τη θέση που του έχει εμπιστευθεί εργοδοτώντας τον, σημαίνει ότι ικανοποιείται το κριτήριο της θετικής γνώσης"». Παρατηρώ τα εξής: Μολονότι, εξ αντικειμένου, αλλά και ως θέμα αρχής, ο ενάγοντας αποτελεί το πλέον κατάλληλο πρόσωπο που θα μπορούσε να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης καθώς και να επιβεβαιώσει τη βάση της αγωγής και το ποσό που συνθέτει την αξίωσή του εναντίον των εναγόμενων, εντούτοις, για λόγους που θα αναφέρω αμέσως, θεωρώ ότι απότυχε να ικανοποιήσει το σχετικό κριτήριο - διακαιοδοτικής φύσεως προϋπόθεση, για σκοπούς θεμελίωσης του δικαιώματός του να αποταθεί στο Δικαστήριο για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγόμενων. Ειδικότερα: Με απλή ανάγνωση της ένορκης δήλωσής του στην οποία έχει προβεί προ υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης είναι φανερό ότι δεν είναι ικανός να βεβαιώσει τη βάση της αγωγής του, αφού, συναφώς με αυτή, σε δύο περιπτώσεις (βλ. τις παραγράφους 3 και 6 - ανωτέρω - ) προβάλλει διαζευκτικούς ισχυρισμούς - βάσεις αγωγής -, γεγονός ανεπίτρεπτο, καταρχήν, επειδή, γενικά, σε επίπεδο μαρτυρίας, δεν επιτρέπεται η προβολή διαζευκτικών ισχυρισμών και έπειτα, επειδή η αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης καθώς ήδη έχει αναφερθεί (βλ. την Κυριάκου, ανωτέρω) αποτελεί δικονομικό τρόπο παράκαμψης της συνήθους διεξαγωγής της δίκης και κατά συνέπεια αποτελεί ένα εξαιρετικό (και ιδιαίτερα δραστικό προσθέτω με τη σειρά μου) μέτρο, επομένως, η χρήση του θα πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή εκεί όπου τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη σχετική αξίωση είναι τόσο ξεκάθαρα όσο ξεκάθαρο θα πρέπει να είναι και ότι ο εναγόμενος δεν έχει καλόπιστη υπεράσπιση στην αγωγή για να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι πιστεύει αληθινά και τυγχάνει νομικής συμβουλής, ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν οποιαδήποτε υπεράσπιση στην αγωγή, καθότι η απαίτησή του στηρίζεται «..στο γραμμάτιο και/ή γραμμάτιο συνήθους τύπου και/ή γραπτής αναγνώρισης χρέους και/ή συναλλαγματικής με ημερομηνία λήξης την 31.10.2012 για το ποσό των 47.050,00 με την προσωπική και αλληλέγγυα εγγύηση του εναγομένου αρ. 2.» Νομίζω πως δε χρειάζεται να προσθέσω οτιδήποτε άλλο για να διαφανεί η αβεβαιότητά του για τη βάση της αγωγής του. Ούτε και θεωρώ ορθό να προβώ σε νομική ανάλυση ή ερμηνεία όλων των παραπάνω εννοιών, που προφανώς είναι διαφορετικές, από κάθε άποψη. Η όποια ανάλυση την οποία θα επιχειρήσω στη συνέχεια, θα επικεντρωθεί, κυρίως όμως, θα περιοριστεί σε ό, τι είναι απολύτως απαραίτητο για τις ανάγκες εκδίκασης της υπό κρίση αίτησης. Θα ασχοληθώ μόνο με το «γραμμάτιο συνήθους τύπου» ως έννοια και αυτό, έχοντας υπόψη ότι ο ενάγοντας, μολονότι με τις παραγράφους 3 και 6 της ένορκης του δήλωσης, για σκοπούς θεμελίωσης του δικαιώματός του για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγόμενων προβάλλει διαζευκτικές βάσεις αγωγής, εντούτοις, με όσα αναφέρει στην παράγραφο 4 είναι σαφές ότι επιχειρεί να θεμελιώσει το επί του προκειμένου δικαίωμά του, βασιζόμενος στο γραμμάτιο συνήθους τύπου (βλ. το τεκμήριο Α). Για να επαναλάβω όπως αναφέρει στην παράγραφο 4: «Το γραμμάτιο ως νομικό έγγραφο είναι αυταπόδεικτο και στην προκειμένη οι εναγόμενοι δεν έχουν καμία απολύτως υπεράσπιση γιατί πρόκειται για χρήματα που οφείλουν δυνάμει πώλησης μετοχών προς όφελος της εναγομένης αρ. 1.» Το περιεχόμενο του αποκαλούμενου από τον ενάγοντα γραμματίου ακολουθεί αυτούσιο: «ΚΑΛΟΝ ΔΙΑ €47,050- Εγώ η κάτωθι υπογεγραμμένη εταιρεία ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ Α. ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, με αρ. Εγγραφής C153679, χρωστώ να πληρώσω εις διαταγή του Παναγιώτη Αριστείδου εκ Λευκωσίας με αριθμό δελτίου ταυτότητας 462626 το ως άνω ποσό των €47.050- (σαράντα εφτά χιλιάδων και πενήντα ευρώ), ποσό το οποίο οφείλω προς αυτόν από την αγορά 300 μετοχών της εταιρείας BURLESQUE ENTERTAINMENT Ltd με αριθμό εγγραφής C287141: Το ως άνω ποσό υποχρεούμαι όπως το εξοφλήσω στην ολότητα του το αργότερο μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2012. Παράλειψη καταβολής και εξόφλησης του ως άνω ποσού καθιστά αυτό αμέσως ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Πάφος την 3.1.2012 Ο ΧΡΕΩΣΤΗΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ Α. ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΛIMIΤEΔ ΜΑΡΤΥΡΕΣ: ............... 1. Κωσταντίνος Κασάπης 826678 .............. 2. Ανδρέας Π. Αριστείδου 830806» Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Παύλου κ.α. ν. Ελληνικής Τράπεζας
(1990)1 Α.Α.Δ.483: «Στην υπόθεση Παπαστράτης ν. Οικονόμου
(1970)1 Α.Α.Δ. 11 αναφέρονται τα εξής, σε σχέση με την πιστή τήρηση των προνοιών του άρθρου 78, ώστε να θεωρείται ένα γραμμάτιο συνήθους τύπου. "In our view the provisions of section 78 have to be strictly complied with if a bond is to be a bond in customary form; and this view is strengthened by the kind of provisions set out in sections 79 and 80 of Cap.
  1. Moreover, it has to be borne in mind, that a bond in customary form is granted by the Limitation of Actions Law (Cap. 15) a much longer lease of life, for purposes of proceedings based on it, than ordinary bonds, and for this reason, too, we think that it is quite important that formalities regarding a bond in customary form should be fully complied with." Σε μετάφραση: "Κατά τη γνώμη μας οι πρόνοιες του άρθρου 78 πρέπει να τηρούνται αυστηρά για να θεωρηθεί ένα γραμμάτιο ως γραμμάτιο συνήθους τύπου. Και αυτή η άποψη ενισχύεται από τις πρόνοιες των άρθρων 79 και 80 του Κεφ.
  2. Πρόσθετα, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι στο γραμμάτιο συνήθους τύπου δίδεται από τον περί Παραγραφής Νόμο (Κεφ. 15) μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ισχύος, για σκοπούς αγωγής πάνω σε αυτό, παρά στα συνήθη γραμμάτια, και επομένως και γι' αυτό το λόγο είμαστε της γνώμης ότι είναι πολύ σημαντικό οι τυπικότητες που αφορούν την έκδοση γραμματίου συνήθους να τηρούνται απολύτως".» Καθ' όλα σχετικά είναι και όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Λοϊζίδης ν. Τσιακλή κ.ά.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1418: «Το γραμμάτιο συνήθους τύπου διέπεται από τα άρθρα 78-81 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  1. Στην προκειμένη περίπτωση σημασία έχουν τα άρθρα 78 και
  2. Το "γραμμάτιο συνήθους τύπου" είναι εκ του νόμου έγγραφο τυπικό. Αυτό σημαίνει ότι απαιτείται αυστηρή εφαρμογή των προνοιών του νόμου καθόσον αφορά το λεκτικό του κειμένου και την κατάρτιση (execution) του εγγράφου. Στην υπόθεση Loukis Papastratis v. Economou 1 C.L.R. 11, αποφασίστηκε ότι οι πρόνοιες του άρθρου 78 θα πρέπει να ακολουθούνται και εφαρμόζονται με αυστηρότητα προτού το έγγραφο θεωρηθεί ως γραμμάτιο συνήθους τύπου. Βλ. επίσης Βαρνάβας Παύλου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, Πολ. Έφεση 7432/22.6.90 και Νίκος Λάρκου v. Ελένης Παναγή, Πολ. Έφεση 8558/26.5.
  3. Σύμφωνα με το άρθρο 80 του Νόμου Κεφ. 149 σε κάθε δικαστική διαδικασία το περιεχόμενο γραμματίου συνήθους τύπου αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σ' αυτό. Μαρτυρία η οποία έχει ως στόχο να αντικρούσει την αλήθεια του περιεχομένου γραμματίου συνήθους τύπου δεν είναι αποδεκτή. Βλ. Keziban Raif v. Enver Dervish
(1971)1 C.L.R.
  1. Καθίσταται πρόδηλο ότι το άρθρο 80 του νόμου Κεφ. 149 καθιερώνει αυστηρό κανόνα απόδειξης αναφορικά με το ιδιότυπο αυτό έγγραφο του κυπριακού δικαίου των συμβάσεων. Ο κανόνας δεν είναι απόλυτος. Η επιφύλαξη του άρθρου 80 εισάγει την εξαίρεση σύμφωνα με την οποία ".... αποτελεί επαρκή υπεράσπιση το γεγονός ότι η υπογραφή του οφειλέτη χρέους ή άλλου που υπέγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του ή ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπο περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη."» Στην Παύλου (ανωτέρω) ακυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, με μόνο λόγο ότι στο επίδικο έγγραφο το οποίο πρωτόδικα θεωρήθηκε ως γραμμάτιο συνήθους τύπου, δεν τηρήθηκε η ρητή πρόνοια του άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου αναφορικά με τον καθορισμό του τόκου σε γραμμάτιο συνήθους τύπου. Συγκεκριμένα, επειδή ο τόκος δεν οριζόταν σ' αυτό σε επιτόκιο κατ' ανώτατο όριο το 9% , αλλά, «..προς 9% και/ή προς το μέγιστον επιτόκιον επιτρεπτόν από καιρού εις καιρόν κατά την απόλυτον κρίσιν της Ελληνικής Τραπέζης Λίμιτεδ..» Κρίθηκε από το εφετείο ότι αυτή η πρόνοια έδιδε το δικαίωμα στους εφεσίβλητους (Ελληνική Τράπεζα Λίμιτεδ) να αυξάνουν το επιτόκιο κατά την απόλυτη κρίση τους και πέραν του 9%. Στην περίπτωσή μας, το κατ' ισχυρισμό του ενάγοντα επίδικο γραμμάτιο συνήθους τύπου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοιο, επειδή, κατά παράβαση του άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, δεν διαλαμβάνεται σ' αυτό καθόλου πρόνοια, καταρχήν, για τον τόκο με τον οποίο επιβαρύνεται το ποσό του χρέους κι έπειτα, για τα έξοδα της δίκης, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων αναφορικά με αυτό. Η παραπάνω διαπίστωσή μου αποδομεί πλήρως τον ισχυρισμό του ενάγοντα αναφορικά με το λόγο για τον οποίο θεωρεί ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν καμία απολύτως υπεράσπιση την αγωγή που (για να επαναλάβω) είναι ο εξής: επειδή το γραμμάτιο ως νομικό έγγραφο είναι αυταπόδεικτο, στην προκειμένη περίπτωση, οι εναγόμενοι δεν έχουν καμιά απολύτως υπεράσπιση επειδή πρόκειται για χρήματα που οφείλουν δυνάμει πώλησης μετοχών προς όφελος των εναγόμενων
  2. Σε συνδυασμό και με αυτά που αναφέρονται από την ευπαίδευτη δικηγόρο του ενάγοντα στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσής της καθίσταται τελείως ξεκάθαρο ότι η θέση του ενάγοντα ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν καμιά απολύτως υπεράσπιση στην αγωγή εκλαμβάνει ως δεδομένο ότι πρόκειται για γραμμάτιο συνήθους τύπου το επίμαχο έγγραφο, τη εννοία του άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου. Δεδομένου ότι αυτό δεν ισχύει, η θέση του ενάγοντα ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή, επειδή δεν επικαλούνται κάποια από τις υπερασπίσεις που εξαντλητικά παρέχει το άρθρο 80 του περί Συμβάσεων Νόμου σε οφειλέτη χρέους, δυνάμει γραμματίου είναι ανυπόστατη. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Συγκεφαλαιώνοντας, το γεγονός ότι ο ενάγοντας απότυχε να βεβαιώσει τη βάση της αγωγής του, ενώ, στο βαθμό που το επιχείρησε, για λόγους που έχουν αναφερθεί κρίθηκε ότι στερείται της βάσης που επικαλείται είναι σαφές ότι δε θεμελιώνεται το δικαίωμά του να αποταθεί στο Δικαστήριο για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγόμενων. Και με δεδομένο ότι η επί του προκειμένου υποχρέωση που είχε είναι διακαιοδοτικής φύσεως προϋπόθεση και μόνο σε περίπτωση που ικανοποιείται - σωρευτικά εννοείται μαζί με τις άλλες δύο που έχουν αναφερθεί - θεμελιώνεται το δικαίωμά του να ζητήσει την έκδοση συνοπτικής απόφασης, δεν τίθεται καθόλου θέμα μετατόπισης του βάρους στους εναγόμενους να αποκαλύψουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Για να καταλήξω, η αποτυχία του ενάγοντα να ικανοποιήσει τη σχετική προϋπόθεση διαγράφει και την τύχη της αγωγής η οποία θα πρέπει να απορριφθεί. Απορρίπτεται λοιπόν με έξοδα υπέρ των εναγόμενων 1 και 2 και σε βάρος του ενάγοντα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Παρέχεται στους εναγόμενους 1 και 2 το δικαίωμα να καταχωρήσουν την υπεράσπισή τους, εντός είκοσι ημερών από σήμερα. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-ΣΚ Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.