MANAGEMENT COMMITEE OF ADONIS VILLAGE (APHRODITE HILLS) ν. NICHOLAS & TSOKKAS ESTATE AGENTS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 390/2013, 28/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A61 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ: Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 390/2013 Μεταξύ: MANAGEMENT COMMITEE OF ADONIS VILLAGE (APHRODITE HILLS), Adonis Village, Aphrodite Hills, Πάφος Εναγόντων Και NICHOLAS & TSOKKAS ESTATE AGENTS LIMITED (HE 134113), Αποστόλου Παύλου 57, 8046, Πάφος Εναγομένων -------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 23.7.2014 για διαγραφή της υπεράσπισης και έκδοσης συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28.4.2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες - αιτητές: κα Θεοχάρους για Σωτήρης Αργυρού Δ.Ε.Π.Ε Για τους εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση: κα Κνέκνα για κ. Ν. Ν. Παπαθεοχάρους & Σια Δ.Ε.Π.Ε Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες - αιτητές με την αίτηση τους ζητούν (α) Διάταγμα με το οποίο να απορρίπτεται και/ή παραμερίζεται και/ή να ακυρώνεται και/ή διαγράφεται η έκθεση υπεράσπισης των εναγομένων ως μη αποκαλύπτουσα εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και/ή ως μηδαμινής και/ή επιπόλαιας και/ή ενοχλητικής και/ή αποτέλεσμα κατάχρησης εξουσίας και/ή αναντίλεκτα ανυπόστατης και/ή ως αντικανονικής και/ή ως αντιβαίνουσας στους Nόμους και Κανονισμούς και στους Δικαστικού Θεσμούς. (β) Συνοπτική απόφαση ως η έκθεση απαίτησης καθότι οι εναγόμενοι στερούνται υπεράσπισης. Η νομική βάση της ένστασης είναι η Δ.18 θ.θ.1 (α), 2 , Δ.19 θ. 26, Δ.27 θ. 1 - 3 και Δ.48 θ.θ. 1 - 3 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στην Νομολογία. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Ευρίδικης Λεαντζή η οποία, αναφέρει ότι βρίσκεται στην υπηρεσία των εναγόντων - αιτητών, είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί σε ένορκη δήλωση και έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Μεταξύ άλλων, η ενόρκως δηλούσα, υποστηρίζει ότι η υπεράσπιση των εναγομένων περιορίζεται μόνο σε γενική και αόριστη άρνηση των ισχυρισμών των εναγόντων, χωρίς να συγκεκριμενοποιεί και να αποδεικνύουν εκ πρώτης όψεως την υπεράσπισης τους και ότι η υπεράσπιση των εναγόμενων με βάση την Δ.19 θ.15-18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δεν αποτελεί υπεράσπιση. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων παραθέτοντας στοιχεία τα οποία, σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, αποδεικνύουν την απαίτηση της ενάγουσας. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση με τους ακόλουθους λόγους: Η αίτησης είναι αντικανομική - Το τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν έχει μεταφραστεί στην ελληνική γλώσσα. Η αξίωση των εναγόντων δεν είναι κατάλληλη για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Οι εναγόμενοι έχουν καλή και ουσιαστική υπεράσπιση στην αγωγή και αποκάλυψαν γεγονότα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν επαρκή. Παραβιάζονται τα συνταγματικά δικαιώματα των εναγομένων ενόψει της συμπεριφοράς των εναγόντων και σχέση με την πορεία της αγωγής. Η αίτηση είναι αντικανονική, παράτυπη, εκφοβιστική, εκβιαστική και καταχρηστική εφόσον έχει καταχωρηθεί από την 21.5.2013 υπεράσπιση. Η αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα και ο σκοπός των εναγόντων δεν είναι η εξοικονόμηση χρόνου αλλά η αίτηση είναι κακόπιστη και/ή με αυτή επιδιώκονται αλλότριοι σκοποί. Είναι ορθό και δίκαιο όπως δοθεί στους εναγόμενους το δικαίωμα να υπερασπιστούν ενώ σε αντίθετη περίπτωση θα συνιστούσε άρνηση δικαιοσύνης και παραβίαση του δικαιώματος τους για δίκαιη δίκη. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν συνάδει με την Δ.18 θ.1 και/ή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη αφού είναι πρόσωπο αναρμόδιο και δεν γνωρίζει τα πραγματικά γεγονότα και δεν βασίζεται σε προσωπική γνώση αλλά σε γεγονότα που της ανάφεραν άλλα πρόσωπα. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του διευθυντή των εναγόντων Άνδρου Τσοκκά με την οποία απορρίπτει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση των εναγόντων, υποστηρίζει ότι οι εναγόμενοι έχουν προβάλει καλή υπεράσπιση έναντι της απαίτησης των εναγόμενων και επαναλαμβάνει τους λόγους της ένστασης των εναγομένων. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί των όσων οι αιτητές και οι καθ' ων η αίτηση αναφέρουν στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση τους, υποστηρίζοντας με σχετικές αγορεύσεις η κάθε πλευρά την θέση της τις οποίες παρουσίασαν γραπτώς. Το Δικαστήριο έχει μελετήσει και έχει λάβει υπόψη του τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση που έχει καταχωρηθεί καθώς και τις ενόρκους δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Το Δικαστήριο έχει επίσης λάβει υπόψη του τις αγορεύσεις των διαδίκων προς υποστήριξη των θέσεων τους. Για σκοπούς συντομίας θα γίνει αναφορά στα σημαντικότερα σημεία της μαρτυρίας κατά την εξέταση της νομικής πτυχής του θέματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει εξεταστεί και ληφθεί υπόψη οτιδήποτε έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Κρίνω, παρά το γεγονός ότι έχουν επισημανθεί και τονιστεί αρκετά κατά την ακρόαση της αίτησης, τα οποία τονίζω ότι έχουν ληφθεί υπόψη, η υπόθεση θα πρέπει να κριθεί με βάση ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια και γεγονότα στα οποία θα επικεντρωθεί το δικαστήριο. Οι ενάγοντες που σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης τους, είναι η διαχειριστική επιτροπή του συγκροτήματος Adonis Village Aphrodite Hills, αξιώνουν εναντίον των εναγομένων οι οποίοι κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν ιδιοκτήτες του διαμερίσματος με αρ. Q4 στην πιο πάνω κοινόκτητη οικοδομή, το ποσό των €8.544.00 . Το πιο πάνω ποσό οι ενάγοντες το αξιώνουν ως κοινόχρηστα έξοδα και άλλες δαπάνες. Οι εναγόμενοι με την έκθεση υπεράσπισης τους, προβαίνουν μόνο σε παραδοχή της παραγράφου 2 της έκθεσης απαίτησης των εναγόντων ότι δηλαδή κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν ιδιοκτήτες του διαμερίσματος με αρ. Q4 στο συγκρότημα Adonis Village Aphrodite Hills και αρνούνται οτιδήποτε άλλο περιλαμβάνεται στην έκθεση απαίτησης των εναγόντων. Αναφορικά με το αξιούμενο ποσό αρνούνται ότι δεν το οφείλουν. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι, το ποσό που οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι παρουσιάζεται ως υπόλοιπο του λογαριασμού τους είναι υπερβολικό και ότι περιλαμβάνει ποσά τα οποία οι ενάγοντες δεν δικαιούνται και τα χρέωσαν παράνομα. Ισχυρίζονται επίσης, ότι το πραγματικό υπόλοιπο είναι πολύ λιγότερο και καλούν τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η Διαταγή 19 Θ.26 επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση, επιτρέπει την διαγραφή ή τροποποίηση οποιουδήποτε ζητήματος σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως μη αναγκαίο ή σκανδαλώδες ή που θα τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει ή επηρεάσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης. Η σύνταξη τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες που ενσωματώνονται στη Δ.19 και διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Ο Θ.4 της Δ.19 επιτάσσει όπως τα δικόγραφα περιέχουν εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα που είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα. Η έννοια του ουσιαστικού σχετίζεται με ό,τι είναι απαραίτητο και εξαρτάται πάντοτε από τις φυσικές συνθήκες της κάθε υπόθεσης. Οι διάδικοι θα πρέπει να τηρούν τους Θεσμούς των δικογράφων και δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να τους υποδείξει τον τρόπο που θα πρέπει να καταγράφουν τις αντίστοιχες θέσεις τους (βλ. Knowles v. Roberts
(1988)38 Ch. D 263, 270). Η εξουσία του Δικαστηρίου να διαγράφει ισχυρισμούς είναι αναμφίβολα δραστική και θα πρέπει να ασκείται με προσοχή και φειδώ. Ταυτόχρονα όμως αποτελεί ένα χρήσιμο όπλο προς αποφυγή κατάχρησης της διαδικασίας με την προώθηση σκανδαλωδών, αχρείαστων ή ενοχλητικών θεμάτων αντίθετων με τους κανόνες που έθεσε η Δ.19 Θ.4 (Drummond - Jackson v. British Medical Association and Others
(1970)1 All E.R. 1094, Mavromoustaki v. Yeroudis
(1965)1 CLR 176, In Re Pelmaco Development Ltd - v - In Re The Companies Law, CAP 113
(1991)1 Α.Α.Δ. 246 και Παγκύπρια Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ v. Σαββίδη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 685). Κύριος σκοπός της Δ.19 Θ.26 είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης των δικογράφων. Κατά την εξέταση αίτησης για διαγραφή δικογράφου δυνάμει της Δ.19 Θ.26 δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας του. Αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.27, Θ.3. Γενικά κρίνονται ως σκανδαλώδη, ενοχλητικά και αχρείαστα τα θέματα εκείνα τα οποία θεωρούνται ανήθικα και προσβλητικά ή γίνονται με στόχο τον επηρεασμό της άλλης πλευράς. Αν όμως είναι σχετικά δεν είναι κατ' ανάγκη και σκανδαλώδη ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός απλώς και μόνο διότι είναι αχρείαστος εκτός και εάν είναι εμφανώς άσχετος (The Annual Practice, 1953, σελ. 366, 367, Rossage v. Rossage and Others
(1960)1 All E.R. 600, Buttes Gas & Oil Co. v. Hammer
(1975)2 W.L.R. 425, 439). Περαιτέρω υπενθυμίζεται ο γενικός κανόνας της δικογραφίας ότι δεν πρέπει να προκαλείται αμηχανία στον αντίδικο. (βλ. Davy v Garret, 7 Ch.D 486). Γι' αυτό το κάθε δικόγραφο θα πρέπει να περιέχει εκείνα τα γεγονότα που δίνουν στον αντίδικο την αναγκαία πληροφόρηση για το τι θα αντιμετωπίσει κατά την δίκη. Στην υπόθεση Christie v. Christie
(1873)L.R 8 Ch. 499, 503 αναφέρθηκε ότι το κατά πόσο ένα θέμα θεωρείται σκανδαλώδες κρίνεται από το αν είναι θέμα για το οποίο θα γινόταν αποδεκτή μαρτυρία για να καταδειχθεί η αλήθεια των ισχυρισμών που είναι σκανδαλώδεις σε σχέση με την αιτούμενη θεραπεία. Στην υπόθεση Millington v. Loring
(1880)6 Q.B.D. 196 αναφέρθηκε ότι μόνο το γεγονός ότι ένα θέμα αποκαλύπτει ένα σκανδαλώδες γεγονός δεν θεωρείται σκανδαλώδες εν τη εννοία του Δικαστικού Κανονισμού αν είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα. Αναφορικά με το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ενοχλητικό ("embarrassing") το οποίο προκαλεί σύγχυση, σχετική είναι η υπόθεση Mayor of London v. Horner
(1914), 111 L.T. 512, C.A. Αναφέρθηκε ότι ισχυρισμοί θεωρούνται «ενοχλητικοί» αν είναι τόσο άσχετοι ώστε αν παραμείνουν θα προκαλέσουν αχρείαστα έξοδα και θα επηρεάσουν την δίκη εφόσον θέτουν τους διαδίκους σε μια διαφορά εκτός των επίδικων θεμάτων. Σημειώνεται ότι η αίτηση βασίζεται επίσης στις πρόνοιες της Δ.27 Θ. 3 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών η οποία επιτρέπει την διαγραφή δικογράφου που δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση ή σε περίπτωση που η Αγωγή ή Υπεράσπιση είναι μηδαμινή ή ενοχλητική στη βάση των δικογράφων με αποτέλεσμα την αναστολή ή απόρριψη της Αγωγής. Σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν τη διαγραφή δικογράφου δυνάμει των πιο πάνω θεσμών (Δ.19 Θ.26 και Δ.27 Θ.3) η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. (βλ. Drummond - Jackson v. British Medical Association and others (ανωτέρω), Ιn Re Pelmako Development Ltd (ανωτέρω) και Cyprus Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.α.
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ 1852, 1860). Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία Αγωγής ή Υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασιστεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει, δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του (βλ. Annual Practice 1953, σελ. 575 και Moore v. Lawson, 31 T.L.R 418, C.A). Ούτε επίσης είναι επιτρεπτή η εξέταση σε βάθος της Υπεράσπισης. Αίτηση για παραμερισμό δικογράφου στη βάση της Δ.27 θ.3 (πανομοιότυπη με τη Δ.25 θ.4 των παλιών Αγγλικών θεσμών), θα πρέπει να γίνεται πριν την καταχώρηση του επόμενου δικογράφου (βλ. Annual Practice 1958, σελ. 575), προς αποφυγή περιττών εξόδων. Παρόλο ότι η Δ.19,θ.26 ρητά προνοεί ότι το διάταγμα διαγραφής μπορεί να εκδοθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, εντούτοις η Αίτηση θα πρέπει να υποβάλλεται χωρίς καθυστέρηση (promptly) και κατά κανόνα αμέσως μετά την επίδοση του ενοχλητικού (offending) δικογράφου. Σύμφωνα με την Δ.27θ.3, όταν η βάση της αγωγής ή υπεράσπισης που αποκαλύπτεται με τα δικόγραφα δεν έχει βάση συζήτησης, ή στην περίπτωση που φαίνεται ότι είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική, το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει την απαίτηση ή την υπεράσπιση. Επισημαίνω ότι η διαγραφή δικογράφου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο που δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο, ενώ η εξέτασή του γίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σε αυτό. Η επιλογή των προνοιών της Διάταξης αυτής είναι κατάλληλη μόνο στις περιπτώσεις οι οποίες είναι απλές, προφανείς και ξεκάθαρες. Η νομολογιακή αντιμετώπιση τόσο της Δ.19,θ.26 όσο και της Δ.27,θ.3 - που αφορά τη διαγραφή ολόκληρου του δικογράφου - είναι ότι η άσκηση της σχετικής εξουσίας του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με προσοχή και φειδώ. Στην Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd v. Hussein Ali Nasrat Abdallah κ.α., Πολ. Έφεση Αρ.69/2011, ημερ. 19.7.13 αναφέρθηκε ότι: «το Δικαστήριο δεν υποδεικνύει στα μέρη πώς θα διαμορφώσουν την υπόθεσή τους, εφόσον αυτά δεν παραβαίνουν τους κανόνες. Δικόγραφα, έστω και αν δεν είναι απόλυτα σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες, δε διαγράφονται. Το γεγονός ότι δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει σε διαγραφή του, εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. Εάν, όμως, σε δικόγραφο, περιέχονται ισχυρισμοί παντελώς άσχετοι (με τρόπο ώστε ο Αιτητής θα πρέπει να απαντήσει σε αυτούς), από τους οποίους θα προκληθούν έξοδα και καθυστέρηση στην υπόθεση, τότε αυτοί δικαιολογείται να διαγραφούν. Ισχυρισμοί που προβάλλονται για ανεντιμότητα και συμπεριφορά προσβλητική για τον αντίδικο, εφόσον δεν είναι σχετικοί με τα επίδικα ζητήματα, θεωρούνται σκανδαλώδεις». Όπως λοιπόν συνάγεται από το πιο πάνω απόσπασμα, δεν είναι αρκετό να διαπιστωθεί παρατυπία στη σύνταξη ενός δικογράφου για να διαταχτεί η διαγραφή του, ο αιτητής θα πρέπει να δείξει ότι με κάποιο τρόπο βλάπτεται από την αντικανονικότητα. Όσον αφορά το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου το Δικαστήριο πρέπει να στηριχθεί για την εξάσκηση της διακριτικής ευχέρειας για διαγραφή δικογράφου ή μέρους αυτού, όπως επίσης η νομολογία αναγνωρίζει, αυτό περιορίζεται στο περιεχόμενο και την ανάγνωση αυτών τούτων των δικογράφων και δεν θα πρέπει να απολήγει σε δίκη αναφορικά με την ουσία της υπόθεσης με ενόρκους δηλώσεις. (Βλ. υπόθεση Pearce v. Ove Arup Partnership Ltd and others
(1999)1 ALL E.R. 769, 782). Οι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι η αίτηση έχει καταχωρηθεί με καθυστέρηση. Σχετική αναφορά ως προς τον χρόνο που καταχωρείται αίτηση δυνάμει της Δ.19 θ. 26 και της Δ.27 θ. 3 αναφέρεται πιο πάνω. Είναι σημαντικό να εξεταστεί η πορεία της υπόθεσης αυτής μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και τούτο γιατί όπως πιο πάνω προκύπτει, ο χρόνος που υποβάλλεται αίτημα για διαγραφή δικογράφου έχει σημασία στην κρίση του δικαστηρίου και αποτελεί παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη. Η έκθεση υπεράσπισης των εναγομένων καταχωρίστηκε στις 21.5.2013 και ενώ ενάγοντες είχαν καταχωρήσει αίτηση ημερομηνίας 15.4.2013 για απόφαση λόγω της παράληψη των εναγομένων να καταχωρήσουν την υπεράσπιση τους έγκαιρα η οποία στην συνέχεια αποσύρθηκε. Την επόμενη ημέρα της καταχώρησης της έκθεσης υπεράσπισης των εναγομένων δηλαδή στις 22.5.2013 οι ενάγοντες καταχώρησαν την απάντηση τους και ακολούθως στις 4.6.2013 αίτηση ορισμού της υπόθεσης η οποία ορίστηκε για οδηγίες πρώτη φορά στις 25.9.
- Στις 25.9.2013 ζητήθηκε όπως η υπόθεση παραμείνει σε νέα ημερομηνία για οδηγίες και όπως εκδοθεί και εκδόθηκε διάταγμα για ένορκη αποκάλυψη εγγράφων και για τις δύο πλευρές. Η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες την 1.11.
- Οι ενάγοντες καταχώρησαν την ένορκη τους δήλωση στα πλαίσια του πιο πάνω διατάγματος στις 16.10.2013 και οι εναγόμενοι στις 25.10.
- Την 1.11.2013 με κοινό αίτημα οι συνήγοροι των διαδίκων η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες με σκοπό τον συμβιβασμό στις 14.1.
- Ακολούθως, η αγωγή ορίστηκε εκ νέου για οδηγίες στις 22.1.2014 και μετά για ακρόαση στις 6.5.
- Την ημερομηνία που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, οι συνήγοροι των διαδίκων δήλωσαν ετοιμότητα για την ακρόαση της αγωγής, αλλά αυτή αναβλήθηκε από το Δικαστήριο λόγω έλλειψης χρόνου και επαναορίστηκε για ακρόαση στις 21.11.
- Στις 23.7.2014 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση και ορίστηκε στις 6.10.
- Από τα πιο πάνω, προκύπτει αβίαστα ότι, η αίτηση δεν καταχωρήθηκε σε έγκαιρο χρόνο και τούτο έχοντας υπόψη ότι οι ενάγοντες έλαβαν γνώση του δικογράφου των εναγομένων του οποίου σήμερα ζητούν την διαγραφή αμέσως μετά την καταχώρηση του στο οποίο μάλιστα έσπευσαν να απαντήσουν. Δεν προβάλλεται καμία δικαιολογία στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση γιατί η αίτηση καταχωρήθηκε σε τόσο προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, η όποια εν πάσει περιπτώσει και να ήταν, δεν θα αναμενόταν να ήταν λογική αφού δεν μπορεί να διέλαθε της προσοχής των εναγόντων η υπεράσπιση των εναγομένων όταν μάλιστα απάντησαν σε αυτή. Συνεπώς, κρίνω ότι ο χρόνος που η αίτηση έχει καταχωρηθεί επενεργεί εναντίον της αίτησης και των προθέσεων των εναγόντων. Αναμενόμενο υπό τις περιστάσεις και όπως η λογική επιτάσσει, εάν οι ενάγοντες θεωρούσαν την υπεράσπιση των εναγομένων παράτυπη κτλ, να καταχωρούσαν την υπό κρίση αίτηση αμέσως μετά την καταχώρηση και την μελέτη της και όχι να σπεύσουν να απαντήσουν σε αυτή έχοντας υπόψη το περιεχόμενο της. Παρά το ότι κρίνω τον χρόνο καταλυτικό στοιχείο ως προς την τύχη της αίτησης των εναγόντων κρίνω ορθό όπως εξετάσω τις εισηγήσεις τους περί του ότι σε αυτή υπάρχει γενική και αόριστη άρνηση των ισχυρισμών των εναγόντων κατά τρόπο που αντίκειται στην Δ.19 και κατ΄επέκταση δύναται να διαγραφεί . Εξετάζοντας αίτημα αυτής της φύσης, δεν αναμένεται τίποτε άλλο από την αντικειμενική εξέταση του δικογράφου που ζητείται η διαγραφή. Συνεπώς, το περιεχόμενο της υπεράσπισης των εναγομένων θα πρέπει να κριθεί στην βάση όλων των πιο πάνω έχοντας πάντα κατά νου και την φύση της απαίτησης των εναγόντων και τούτο γιατί η υπεράσπιση θα πρέπει να κριθεί υπό το φώς το εγειρόμενων με την έκθεση απαίτησης ζητημάτων. Η πιο πάνω αντιμετώπιση τονίζεται ότι θα πρέπει να υπάρξει γιατί υπάρχουν περιπτώσεις όπου η φύση της απαίτησης όπως π.χ όταν η αγωγή αφορά λίβελλο, ιατρική αμέλεια, η σύνταξη της έκθεσης υπεράσπισης είναι πιο απαιτητική και με περισσότερες ανάγκες. H Δ.19, θ.2 συνδέει τα δικόγραφα με τις ανάγκες της υπόθεσης. Προβλέπει ότι τόσο η Έκθεση Απαίτησης όσο και η Έκθεση Υπεράσπισης «θα πρέπει να είναι τόσο σύντομες, όσο θα το επιτρέπει η φύση της υπόθεσης». Η Δ.19, θ.4 προβλέπει ότι:- «
- Κάθε δικόγραφο πρέπει να περιέχει μόνο, μια συνοπτική μορφή έκθεσης των ουσιωδών γεγονότων στα οποία ο διάδικος που καταθέτει το δικόγραφο στηρίζει την απαίτηση ή την υπεράσπισή του, ανάλογα με την περίπτωση, αλλά όχι τη μαρτυρία την οποία πρόκειται να αποδειχτούν ....». Περαιτέρω, η Δ.19, θ.13 προβλέπει ότι:- «
- Ο εναγόμενος ή ο ενάγων, ανάλογα με την περίπτωση, πρέπει να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα ζητήματα που δείχνουν, ότι η αγωγή ή η ανταπαίτηση δεν μπορεί να ευσταθήσει, ή ότι η συναλλαγή είναι είτε άκυρη είτε ακυρώσιμη σε νομικό σημείο, και σε όλους τους λόγους υπεράσπισης ή απαίτησης, ανάλογα με την περίπτωση, οι οποίοι εάν δεν εγείρονταν, πιθανόν να καταλάμβαναν την αντίθετη πλευρά εξ απροόπτου, ή θα ήγειραν επίδικα ζητήματα για γεγονότα, τα οποία δεν προκύπτουν από προηγούμενα δικόγραφα ....» Σημαντικές είναι οι πρόνοιες της Δ.19, θ.15 οι οποίες δεν αφήνουν αμφιβολία για τις υποχρεώσεις ενός εναγόμενου:- «
- Δεν θα είναι αρκετό για ένα εναγόμενο στην υπεράσπισή του να αρνηθεί γενικά τους λόγους οι οποίοι προβάλλονται στην έκθεση απαιτήσεως, .... αλλά κάθε διάδικος πρέπει να ασχοληθεί ειδικά με κάθε ισχυρισμό γεγονότος, του οποίου την αλήθεια δεν παραδέχεται, εκτός από αποζημιώσεις.» Η δε Δ.19, θ.16, αποθαρρύνει τη γενική άρνηση ως τρόπο δικογράφησης:- «
- Όταν ένας διάδικος σε οποιοδήποτε δικόγραφο αρνείται ένα ισχυρισμό γεγονότος, ο οποίος υπάρχει στο προηγούμενο δικόγραφο του αντιδίκου, δεν πρέπει να πράττει τούτο με υπεκφυγές αλλά να απαντά στην ουσία του θέματος. .... Και εάν γίνεται ισχυρισμός με διάφορες περιστάσεις, δεν θα είναι αρκετό να τον αρνηθεί με εκείνες τις περιστάσεις.» Στην υπό κρίση περίπτωση δεν μπορεί η έκθεση υπεράσπισης να θεωρηθεί ότι είναι τόσο γενική και αόριστη που επιβάλλεται η διαγραφή της, εμπεριέχει ναι μεν γενική άρνηση κάποιων ισχυρισμών, προβάλλονται όμως και συγκεκριμένες θέσεις και ισχυρισμοί από μέρους των εναγομένων. Παραδέχονται αρχικά την ιδιοκτησία αρνούνται όμως την οφειλή, το ύψος αυτής και προβάλλουν ισχυρισμούς για παράνομες χρεώσεις. Θα μπορούσαν βέβαια οι εναγόμενοι να δώσουν περισσότερες λεπτομέρειες των ισχυρισμών τους, όμως αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι καθιστά ανυπόστατο το δικόγραφο τους σε σημείο που θα πρέπει να διαταχθεί η διαγραφή του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, το πρώτο αιτήμα των εναγόντων απορρίπτεται. Οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων καθότι όπως υποστηρίζουν οι εναγόμενοι δεν έχουν παρουσιάσει και δεν έχουν πείσε στην βάση των όσων περιλαμβάνει η έκθεση υπεράσπιση τους ότι έχουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης στην απαίτηση των εναγόντων. Σκοπός της Δ.18 είναι να δώσει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να πάρει συνοπτική αποφαση χωρίς να λάβει χώρα η εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης (trial of the action) και είναι φανερό ότι η διαδικασία που προβλέπεται από την διαταγή 18 είναι μια ξεχωριστή και ιδιαίτερη διαδικασία, η οποία παρακάμπτει τη συνηθισμένη διαδικασία που προβλέπεται από τους Δικονομικούς Κανονισμούς αναφορικά με την εκδίκαση υποθέσεων. Η Δ.18 μπορεί να καταστήσει ικανό τον ενάγοντα να πάρει συνοπτική απόφαση χωρίς δίκη, νοουμένου βέβαια, ότι είναι σε θέση να αποδείξει την υπόθεση του καθαρά και ο εναγόμενος αδυνατεί να προβάλει καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει δικάσιμο θέμα εναντίον της απαίτησης το οποίο πρέπει να εκδικαστεί. Η Δ.18 θ.1 των Θεσμών Πολιτική Δικονομίας διαλαμβάνει ως εξής: «Όπου ο εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με την Δ.2 Κανονισμός 6, ο ενάγοντας μπορεί, με ένορκη δήλωση την οποία θα κάνει ο ίδιος ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα βεβαιώνοντας την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για την παράδοση συγκεκριμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση και έξοδα, μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα, εκτός εάν ο Εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα είναι ουσιώδη για να του δωθεί δικαίωμα υπεράσπισης». Όπως προκύπτει από την γραμματική ερμηνεία της πιο πάνω διαταγής, υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις για την άσκηση του δικαιώματος διεκδίκησης συνοπτικής απόφασης, τις οποίες ο ενάγων έχει το βάρος να πείσει το Δικαστήριο ότι τηρούνται (βλ. Μεττή κ.α ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 ΑΑΔ 417) και αυτό προτού το Δικαστήριο εξετάσει τους ισχυρισμούς του εναγόμενου για την ύπαρξη καλής υπεράσπισης. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο, ότι το ουσιαστικό ερώτημα κατά πόσο ο εναγόμενος έχει ή δεν έχει υπεράσπιση, δεν μπορεί να τεθεί, εκτός εάν ο ενάγοντας έχει πρώτα ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις της Δ.18 (βλ. Σπύρος Σταυρινίδης ν Geskoslovenske Obchondi Banka A.S
(1972)1 AAΔ 130). Οι προϋποθέσεις αυτές, είναι οι ακόλουθες: (α) Το κλητήριο να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με την Δ.2 Θ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση και (γ) Ο ενάγοντας να συνοδεύει την αίτηση του για συνοπτική απόφαση με ένορκη δήλωση δική του ή άλλου προσώπου που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, να επαληθεύει την βάση της αγωγής και να δηλώνει ότι κατά την κρίση του δεν υπάρχει υπεράσπιση. Είναι επίσης θεμελιωμένο ότι εφόσον ο ενάγοντας ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συνυπάρχουν οι τρεις προϋποθέσεις που τίθενται από την Δ.18, τότε το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο, ο οποίος για να εμποδίσει την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του, θα πρέπει να δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν από το Δικαστήριο επαρκή για να του δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί (βλ. Κύπρος Κυπριανίδης ν. Συμεών Ιωάννου
(1966)1 ΑΑΔ 265, Hermes Insurance Co Ltd v. Ιούλιος Θεοδωρίδης
(1983)1 ΑΑΔ 333, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε ν. Χ¨Νέστορως
(1989)1 (Ε) 2004). Η ιδιαίτερη φύση της συνοπτικής απόφασης και γενικά οι θεμελιακές αρχές που προκύπτουν μέσα από την νομολογία, έχουν τονιστεί στην υπόθεση Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, στην οποία αναφέρονται τα εξής: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαίτησης που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση». Επίσης, τονίζεται στην ίδια υπόθεση, ότι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο. Στην υπόθεση Ευάγγελος Λαζάρου κ.α ν. Γιάννη Π. Μακεδώνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 έγινε εκτενής αναφορά σε αποφάσεις που διέπουν αυτό το θέμα και αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Έχει λεχθεί δικαστικά ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση (δέστε Supreme Court Practice 1999, 1st ed. P.174 para 14.9.99).» Είναι σαφές και συνάγεται από την νομολογία που έχει αναφερθεί πιο πάνω, ότι το κύριο ερώτημα που τίθεται μεταξύ άλλων, για το Δικαστήριο, είναι κατά πόσο η παρούσα υπόθεση αφορά καθαρή και κατάλληλη περίπτωση, ούτως ώστε να εκδοθεί συνοπτική απόφαση. Επίσης η νομολογία καθιστά σαφές πως το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει, και ότι κάτι τέτοιο δεν συνάδει με τον ρόλο του Δικαστηρίου στην εξέταση αίτησης για συνοπτική απόφαση. Σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί περαιτέρω με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν και η προσέγγιση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του με την μορφή ενόρκων δηλώσεων και τεκμηρίων θα περιοριστεί αυστηρά μέσα στα στενά πλαίσια που καθορίζει η φύση της παρούσας διαδικασίας και με αποκλειστικό σκοπό την απάντηση του πιο πάνω ερωτήματος, και αφού προηγουμένως ικανοποιηθούν οι τρεις προϋποθέσεις της Δ.18 θ.
- Ακόμα δηλαδή και στις περιπτώσεις που δεν περιλαμβάνεται ως λόγος ένστασης κάτι που να αφορά ή να σχετίζεται με την τήρηση των τριών προϋποθέσεων, που θέτει η Δ.18 Κ.1, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν όλες οι προϋποθέσεις αυτές πληρούνται, εφόσον η τήρηση τους σχετίζεται με την ανάληψη δικαιοδοσίας από το δικαστήριο για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, ενώ από την άλλη, η μη ικανοποίηση τους στερεί το δικαστήριο από την ανάληψη τέτοιας δικαιοδοσίας (βλ. Stavrinides πιο πάνω). Το δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης και αυτού του αιτήματος, λαμβάνει παράλληλα και ταυτόχρονα υπόψη του το χρόνο που καταχωρήθηκε η αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης και τούτο γιατί η υπεράσπισης των εναγομένων ήταν εις γνώση των εναγόντων όταν ζητούσαν ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση. Επαναλαμβάνω, χωρίς ανάγκη επανάληψης τους όα τα πιο πάνω που αφορούν την πορεία της υπόθεσης αυτής και της συμπεριφοράς των εναγόντων και στα πλαίσια εξέτασης και αυτού του αιτήματος. Διερχόμενο το Δικαστήριο όλης της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του, σε συνάρτηση με τις νομικές αρχές που έχουν παρατεθεί πιο πάνω κρίνω κατ΄αρχήν ότι πληρούνται οι δύο βασικές προϋποθέσεις που προβλέπει η Δ.18 θ.
- Περαιτέρω ως προς την (γ) προϋπόθεση, θεωρώ ότι η ενορκως δηλούσα στην αίτηση είναι το κατάλληλο υπό τις περιστάσεις πρόσωπο να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων και να δηλώσει ότι εξ΄ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Συνεπώς το επόμενο ερώτημα που εγείρεται είναι αν το έπραξε με τρόπο θετικό ως προς τα γεγονότα, και να βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και τις αξιώσεις των εναγόντων, ώστε να ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18 θ.1(α). Στην υπόθεση Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782, συνοψίζεται η προσέγγιση της νομολογίας σε ό,τι αφορά την επάρκεια ή πληρότητα της ένορκης δήλωση την οποία συνδέει με την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο. Όπως αναφέρεται στην Δημητρίου (πιο πάνω), ο θ. 1 της Δ.48 φαίνεται ότι θεωρεί σαν δεδομένο ότι ο ενάγων είναι ικανός να κάμει την ένορκη δήλωση, απλώς επειδή είναι ο ενάγων. Στην σελ. 793 στην ίδια υπόθεση λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Έχουμε την άποψη πως το ζήτημα του κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1, πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Πολύ σημαντικό παράγοντα διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης.» Με βάση τα όσα η ενόρκως δηλούσα αναφέρει στην ένορκη της δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, έχοντας υπόψη μου επίσης και την ιδιότητα κρίνω της από έχω ικανοποιηθεί ότι αυτό είναι θετικό στο βαθμό που απαιτείται ώστε να ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18 θ.
- Ενόψει των πιο πάνω, στην συνέχεια το δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο οι εναγόμενοι, έχουν παρουσιάσει τέτοια στοιχεία που δείχνουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση ή προκύπτουν τέτοια γεγονότα τα οποία τους δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν λαμβάνοντας βέβαια υπόψη τους ισχυρισμούς που εμπεριέχονται στην έκθεση υπεράσπισης τους. Αρχικά, όλοι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που έχουν τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από αμφότερες τις πλευρές, έχουν δημιουργήσει την πεποίθηση ότι υπάρχουν αρκετά ζητήματα και γεγονότα που θα πρέπει να αποφασιστούν από το Δικαστήριο σε πλήρη ακροαματική διαδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αντεξετάστηκαν οι ενόρκως δηλούντες και παρά το ότι θεωρώ ότι σε αίτηση αυτού του είδους δεν τίθεται ζήτημα αντεξέτασης, τα όσα έχουν τεθεί με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση και το ίδιο το περιεχόμενο της υπεράσπισης που έχουν καταχωρήσει οι εναγόμενοι, θέτουν την βάση της αγωγής υπό αμφισβήτηση ως προς το πραγματικό υπόλοιπο του οφειλόμενου ποσού, το οποίο αμφισβητείται από τους εναγόμενους ότι ανταποκρίνεται στο ποσό για το οποίο ζητούν απόφαση οι ενάγοντες. Το δε γνήσιο των ισχυρισμών των εναγομένων δεν μπορεί να αποφασιστεί σε αυτό το στάδιο τούτο που υπέχει σημασίας είναι ότι οι εναγόμενοι έχουν αποκαλύψει την ύπαρξη υπεράσπισης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση αποτυγχάνει και συνεπώς απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας που αφορά την αγωγή. Η αγωγή ορίζεται για ακρόαση την 24.11.2015 και ώρα 10:
- (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο