ELIAS KASIOYLIS GENERAL TRADING LIMITED ν. G.P.M. EDUCATION SERVICES (LIMASSOL) LIMITED, Αριθμός Αγωγής: 473/2012, 6/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A54 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 473/2012 Μεταξύ: ELIAS KASIOYLIS GENERAL TRADING LIMITED, από την Πάφο Εναγόντων και G.P.M. EDUCATION SERVICES (LIMASSOL) LIMITED, από τη Λεμεσό Εναγόμενων ---------------------- Αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 6.10.2014 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 6.4.2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες-αιτητές: κ. Μ. Γεωργιάδης (για ν' ακούσει απόφαση κα Λουκά) Για εναγόμενους-καθ' ων η αίτηση: κ. Ε. Αντωνιάδης (για ν' ακούσει απόφαση κ. Ν. Χατζηκλεοβούλου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων είναι για το ποσό των €2.925,56, συμπεριλαμβανομένου και του Φ.Π.Α, «..δυνάμει υπόλοιπου λογαριασμού και/ή δυνάμει υπόλοιπου τιμολογίων υπογραμμένων από τους εναγόμενους και/ή τους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες τους για λογαριασμό των εναγόμενων και/ή δυνάμει υπόλοιπου τιμήματος που συμφωνήθηκε και/ή υπολοίπου λογικού τιμήματος διαφόρων ειδών εμπορευμάτων που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν από τους ενάγοντες στους εναγόμενους και/ή τους αντιπροσώπους ή υπαλλήλους τους για λογαριασμό των εναγόμενων στο χρονικό διάστημα από 27/09/10 μέχρι 17/10/11» Η ουσία της υπεράσπισης των εναγόμενων έγκειται στις ακόλουθες θέσεις: Ουδεμία αιτία αγωγής αποδεικνύεται και/ή ουδέν αγώγιμο δικαίωμα έχουν οι ενάγοντες εναντίον τους. Ουδέποτε οι συνήψαν οποιαδήποτε συμφωνία και/ή είχαν οποιαδήποτε εμπορική σχέση με τους ενάγοντες και ουδέποτε συμφώνησαν όπως ανοιχθεί και/ή τηρείται τρεχούμενος λογαριασμός μαζί τους. Τα όσα αναφέρονται από αυτούς για τιμολόγια και υπόλοιπο λογικού τιμήματος διαφόρων ειδών εμπορευμάτων είναι αβάσιμα και αναληθή. Ουδέποτε αγόρασαν και/ή παρέλαβαν από αυτούς οποιοδήποτε εμπόρευμα. . Οι ενάγοντες, στις 6.10.2014 καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητούν:
- Να προστεθεί η εταιρεία «ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΠΑΦΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ», από την Πάφο σαν εναγόμενοι αρ.2 στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, επιπρόσθετα προς τους εναγόμενους αρ.
- Να τροποποιηθεί ο τίτλος της πιο πάνω αγωγής ώστε να εκθέτει τους «ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΠΑΦΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ» ως εναγόμενους αρ.
- Να τροποποιηθεί το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ως ακολούθως: (α) Η 2η παράγραφος να αντικατασταθεί με την ακόλουθη: «
- Οι εναγόμενοι αποτελούν εταιρείες περιορισμένης ευθύνης που έχουν εγγραφεί σύμφωνα με την Κυπριακή Νομοθεσία και είναι ιδιοκτήτες και/ή ασχολούνται, μεταξύ άλλων, με τη διαχείριση και/ή εκμετάλλευση της ιδιωτικής σχολής «American Academy» στην Πάφο.» (β) Η φράση «ΟΙ ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ ΑΞΙΩΝΟΥΝ:» στο αιτητικό μέρος του κλητηρίου να αντικατασταθεί με την φράση «ΟΙ ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ ΑΞΙΩΝΟΥΝ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΥΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΑ ΚΑΙ/Η ΞΕΧΩΡΙΣΤΑ ΚΑΙ/Η ΔΙΑΖΕΥΚΤΙΚΑ:»
- Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η συνέχιση της διαδικασίας μεταξύ των εναγόντων, από την μια μεριά, και των εναγομένων αρ.1 & 2, από την άλλη πλευρά.» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.9 Θ.Θ.7, 10 και 11, Δ.63, Δ.25 Θ.Θ.1 μέχρι 4 και Δ.48 Θ.Θ.1, 2 και
- Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση, όπως αναφέρεται στο σώμα της, αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της Αντιγόνης Θεοδοσίου, από την Πάφο, ημερομηνίας 6.10.
- Επισημαίνεται ωστόσο, ότι, τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση δεν εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της πιο πάνω αναφερόμενης (αφού δεν υπάρχει τέτοια ένορκη δήλωση) αλλά, στην ακόλουθη ένορκη δήλωση, στην οποία προέβη ο διευθυντής των εναγόντων, Ηλίας Κασιουλής: «Εγώ ο πιο κάτω υπογεγραμμένος, Ηλίας Κασιουλής, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα: Είμαι ο διευθυντής των Εναγόντων και είμαι εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση και γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα για τα οποία παρακάτω ορκίζομαι. Οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή αξιώνουν εναντίον των εναγομένων, ανάμεσα σε άλλα, υπόλοιπο τιμήματος αγαθών που οι πρώτοι πώλησαν στους τελευταίους και παρέδωσαν στην ιδιωτική σχολή «American Academy». Στις 23/06/14, ο δικηγόρος των εναγομένων ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου, πως οι εναγόμενοι ουδέποτε συμβλήθηκαν με τους ενάγοντες και πως η εταιρεία η οποία συμβλήθηκε με αυτούς και εναντίον της οποίας έπρεπε να εγερθεί η παρούσα αγωγή είναι η «ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΠΑΦΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ» η οποία διαχειρίζεται και εκμεταλλεύεται την πιο πάνω αναφερόμενη σχολή. Παρόλο που οι ενάγοντες εύλογα θεωρούσαν και πίστευαν πως συμβλήθηκαν με τους εναγόμενους καθώς ήταν οι τελευταίοι που προέβαιναν σε πληρωμές έναντι του τιμήματος των πωληθέντων αγαθών, δημιουργήθηκε η εύλογη αμφιβολία αναφορικά με τα συμβαλλόμενα μέρη. Ένεκα του γεγονότος πως τα τιμολόγια και έγγραφα που οι ενάγοντες έχουν στην κατοχή και έλεγχό τους δεν είναι διαφωτιστικά το Δικαστήριο εισηγήθηκε όπως οι ενάγοντες εξετάσουν το όλο ζήτημα. Στις 26/06/14, οι δικηγόροι των εναγόντων, σε μία προσπάθεια διαλεύκανσης του ζητήματος που προέκυψε έστειλαν επιστολή, Τεκμήριο Α, στην Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού ζητώντας πληροφορίες αναφορικά με το πρόσωπο που διαχειρίζεται την ιδιωτική σχολή «American Academy» στην Πάφο. Το αίτημα τους επανέλαβαν με επιστολές τους ημερ.02/07/14 & 04/07/14, τα οποία είναι τα Τεκμήρια Β & Γ αντίστοιχα. Παρά τις επιστολής των παρ.6 & 7 καμία απάντηση έλαβαν. Αποτέλεσμα των πιο πάνω ήταν να παραμείνει η αμφιβολία ως προς το πρόσωπο που συμβλήθηκε με τους ενάγοντες. Από όσα γνωρίζω και πιστεύω και σύμφωνα με τις συμβουλές των δικηγόρων των εναγόντων πρέπει η εταιρεία «ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΠΑΦΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ» να προστεθεί σαν διάδικος στην παρούσα αγωγή και η εκπροσώπηση της εν λόγω εταιρείας είναι αναγκαία ούτως ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει αποτελεσματικά και με επάρκεια να ασχοληθεί και να αποφασίσει τα ζητήματα που η παρούσα αγωγή εγείρει, και επομένως πρέπει να γίνει ανάλογη τροποποίηση του τίτλου και του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου και να συνεχίσει η διαδικασία μεταξύ των εναγόντων, από την μια μεριά και των εναγομένων και των νέων εναγομένων, δηλαδή των ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΠΑΦΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ, από την άλλη». Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση η οποία εδράζεται στους εξής λόγους: «Α. Η αίτηση δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που τάσσει η Δικονομία και/ή Νομολογία και είναι παράτυπη καθότι δεν καταγράφει επαρκείς λεπτομέρειες. Β. Στην Αίτηση αναφέρεται ότι τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της Αντιγόνης Θεοδοσίου από την Πάφο ημερομηνίας 6/10/14 ενώ η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι άλλου προσώπου, του Ηλία Κασιουλή. Γ. Η αιτούμενη τροποποίηση έλαβε χώρα πολύ καθυστερημένα και κακόπιστα. Δ. Η σκοπούμενη τροποποίηση τείνει να προκαλέσει αδικαιολόγητο καθυστέρηση της υπόθεσης εις βάρος των Εναγομένων. Ε. Η σκοπούμενη τροποποίηση θα επιφέρει αδικία στην πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση - Εναγομένων. Στ. Διά της σκοπούμενης τροποποίησης είναι ενδεχόμενο να μεταβληθεί σε ουσιώδη βαθμό ο χαρακτήρας της αγωγής. Ζ. Η αιτούμενη τροποποίηση αποσκοπεί στην εξασφάλιση της ευθύνης μη αποκαλυφθέντος κυρίου, προς αντικατάσταση εκείνης των Εναγομένων - Καθ' ων η αίτηση.» Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.25 Θ.Θ.1 μέχρι 5, Δ.48 Θ.Θ.1, 2, 4, 7 και 9 και Δ.9 Θ.Θ.7, 10 και 11, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148 και τέλος, στη διακριτική ευχέρεια, στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην ακόλουθη ένορκη δήλωση του Γεώργιου Παρτζίλη, από τη Λεμεσό: «Εγώ ο κάτωθι υπογεγραμμένος Γεώργιος Παρτζίλης εκ Λεμεσού και λέγω τα ακόλουθα: Είμαι στην υπηρεσία των Εναγομένων, γνωρίζω τα γεγονότα της παρούσης υποθέσεως και είμαι πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα ένορκο δήλωση. Εδιάβασα το περιεχόμενο της αίτησης των Εναγόντων καθώς και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και αρνούμαι πλήρως το περιεχόμενο τους. Η αίτηση των Αιτητών δεν ικανοποιεί ως με πληροφορεί ο δικηγόρος μας τις προϋποθέσεις που τάσσει η Δικονομία και/ή Νομολογία. Στην Αίτηση αναφέρεται ότι αυτή στηρίζεται στα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της Αντιγόνης Θεοδοσίου από την Πάφο ημερομηνίας 6/10/14 ενώ η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ανήκει σε άλλο πρόσωπο. Η αίτηση των Εναγόντων έγινε καθυστερημένα και εμφανές κακόπιστα με σκοπό την παρεμπόδιση της γρήγορης απονομής της δικαιοσύνης, αποκρύβοντας να αναφέρουν ότι τα τιμολόγια και η κατάσταση λογαριασμού τα οποία εξέδιδαν οι Ενάγοντες - Αιτητές ήταν στο όνομα αυτών που έκαναν την παραγγελία, αγόραζα και παρελάμβαναν τα εμπορεύματα ήτοι στην εταιρεία «Ιδιωτικό Σχολείο Αμερικάνικης Ακαδημίας Πάφου Λτδ» από την Πάφο. Ευσεβάστως λέγω ότι φαίνεται καθαρά ότι με την παρούσα αίτηση οι Ενάγοντες έχουν ως σκοπό να ταλαιπωρούν αδικαιολόγητα τους Εναγομένους με αποτέλεσμα να υφίσταται ταλαιπωρία και να υπόκεινται σε έξοδα. Περαιτέρω λόγω του ότι με την αιτούμενη τροποποίηση θα μεταβληθεί σε ουσιώδη βαθμό ο χαρακτήρας της αγωγής. Η Αιτούμενη τροποποίηση ισχυρίζομαι ότι αποσκοπεί στην εξασφάλιση της ευθύνης μη αποκαλυφθέντος κυρίου προς αντικατάσταση εκείνης των Εναγομένων - Καθ' ων η αίτηση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η παρούσα αίτηση πρέπει να απορριφθεί με έξοδα τα οποία να πληρωθούν αμέσως.» Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Με το δεύτερο λόγο ένστασης, προβάλλεται - ορθά - η θέση, ότι, στην αίτηση αναφέρεται ότι τα γεγονότα στα οποία αυτή στηρίζεται αναφέρονται στη ένορκη δήλωση της Αντιγόνης Θεοδοσίου από την Πάφο, ενώ, η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι άλλου προσώπου. Συγκεκριμένα, του Ηλία Κασιουλή. Στη θεμελιακή, θα έλεγα, υπόθεση, Wunderlich κ.ά. ν. Παναγιώτου
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 366, στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων γίνεται πλήρης ανάλυση της νέας Δ.64, η οποία διαλαμβάνει για τις συνέπειες της μη συμμόρφωσης με τους Θεσμούς. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα: «Πράγματι σκοπός της νέας Δ.64 ήταν η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ μη συμμόρφωσης με διαδικαστικούς θεσμούς, η οποία καθιστά τη διαδικασία άκυρη και μη συμμόρφωση η οποία απλώς καθιστά την διαδικασία παράτυπη (βλ. Supreme Court Practice 1999, σελ. 10). Οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς θεωρείται ως παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.64. Έτσι μετά τη θέσπιση της νέας Δ.64 παρέχεται διακριτική ευχέρεια διάσωσης στην κατάλληλη περίπτωση δικονομικών μέτρων, τα οποία πριν την τροποποίηση εθεωρούντο άκυρα (Βλ. Γιάννη ν. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων κ.ά.
(1995)3 Α.Α.Δ. 334, Δημοκρατία ν. Lion Ins. Agency Ltd
(1995)3 A.A.Δ. 338, 340 και Panayiotis Georghiou (Catering Ltd) κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1996)3 A.A.Δ. 323). Ωστόσο πρέπει να υπομνησθεί πως η εξουσία που δίδεται στο δικαστήριο από τη νέα Δ.64 είναι εξουσία για θεραπεία των παρατυπιών που αποτελούνται από παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς. Το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να θεραπεύσει θεμελιώδεις παραλείψεις (Βλ. The Supreme Court Practice 1999, σελ. 10 όπου υποδεικνύεται επίσης "πως η πρόνοια για την ύπαρξη του ενάγοντα κατά την ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας αποτελεί βασική νομική αρχή παρά απαίτηση των θεσμών"). ................................. ................................. Πώς όμως επιτυγχάνεται η θεραπεία και μάλιστα σε περιπτώσεις, όπως η παρούσα, όπου η άλλη πλευρά δεν έχει εγείρει θέμα ακυρότητας ή παρατυπίας; Και ποιοί είναι οι παράγοντες που ασκούν επιρροή στην άσκηση της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου όταν εξετάζει τα ζητήματα παρατυπίας; Το θέμα έχει τύχει αντιμετώπισης από το Αγγλικό Εφετείο στην Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union [1985] 1 W.L.R. 513, 520, 521,
- Στην υπόθεση εκείνη έχει ερμηνευθεί η νέα αγγλική Δ.2 - αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64 - και από τη μελέτη της απόφασης προκύπτουν τα εξής:
- Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.
- Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
- Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
- Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη*.
- Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο [*378]μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - "να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον". Το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Δικαστή Slade - στις σελ. 522-523 - είναι διαφωτιστικό: .................................................................................................... Σε ελληνική μετάφραση: "Όπου στη διάρκεια της διαδικασίας, το δικαστήριο διαπιστώνει ότι έχει επισυμβεί παράλειψη της φύσης που αναφέρεται στην Δ.2 θ.1
(1)από την οποία το άλλο μέρος δεν έχει παραιτηθεί με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, η Δ.2 θ.1
(2)παρέχει στο Δικαστήριο επιλογή της πορείας που θα ακολουθήσει με δική του διακριτική ευχέρεια, είτε υπάρχει ενώπιον του ή όχι αίτηση δυνάμει της Δ.2 θ.2. Σε τέτοια περίπτωση στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει του θ.1
(2), μπορεί είτε να υιοθετήσει την πλέον δρακόντια πορεία πλήρους παραμερισμού ή μερικώς της διαδικασίας στην οποία έχει επισυμβεί η παράλειψη... Διαζευκτικά μπορεί 'να εκδώσει τέτοιο διάταγμα ... αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον'. Οι τελευταίες λέξεις είναι, κατά την άποψη μου, έκδηλα τόσο ευρείες που του δίνουν εξουσία να εκδώσει διάταγμα παραίτησης από το δικαίωμα που παρέχεται λόγω της παρατυπίας: βλ. π.χ., Leal v. Dunlop Bio-Processes International Ltd [1984] 1 W.L.R. 874, 880F, απόφαση του Δικαστή Stephenson." (Βλ. και Panayiotis Georghiou (πιο πάνω) και Αθανασιάδης ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945). Υιοθετούμε την πιο πάνω θέση της Αγγλικής Νομολογίας γιατί αντανακλά την ορθή ερμηνεία της νέας Αγγλικής Δ.2 η οποία αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64. Τυγχάνει, επομένως, εξεταστέο κατά πόσο ο εφεσίβλητος έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα (waived) που εγείρεται λόγω της σχετικής παρατυπίας. Μέτρα που λαμβάνονται εν γνώσει της παρατυπίας είτε με σκοπό να προβληθεί υπεράσπιση επί της ουσίας (Boyle v. Sacker [1888] 39 Ch. D. 249 C.A., Fry v. Moore [1889] 23 Q.B.D. 395 C.A.) ισοδυναμούν με παραίτηση από το δικαίωμα. Η έκταση της παραίτησης από το δικαίωμα εξαρτάται και από τη φύση της παρατυπίας (Rendell v. Grurdy [1895] 1 Q.B. 16 C.A. - Βλ. και Supreme Court Practice 1999, σελ. 12). .................................................................. Σύμφωνα με το Supreme Court Practice 1999, σελ. 10* από το σύνολο της νομολογίας προκύπτει πως η Δ.2 θ.1 πρέπει να εφαρμόζεται με φιλελεύθερο τρόπο, στο βαθμό που αυτό είναι εύλογο και ορθό για να αποτρέπεται η πρόκληση αδικίας σε ένα διάδικο λόγω της αλόγιστης προσήλωσης στους διαδικαστικούς θεσμούς. Πρόκειται για περίπτωση άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας αναθεωρείται από το Εφετείο, (α) όπου διαπιστώνεται ότι η διακριτική ευχέρεια ασκήθηκε έξω από το πλαίσιο που παρέχεται από το Νόμο όπως όταν διαπιστώνεται ότι υπεισήλθαν στην άσκηση της εξωγενής παράγοντες, και (β) όπου η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας οδηγεί σε πασιφανή αδικία, όπως είναι η περίπτωση απόφασης στην οποία δε θα μπορούσε να προέλθει κανένα δικαστήριο. (Βλ. Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 Α.Α.Δ. 984, 989 - απόφαση Πική, Δ. όπως ήταν τότε. Βλ. και Νεάρχου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 954, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036, Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon
(1992)1 Α.Α.Δ. 710). Στην περίπτωση που μας ενδιαφέροι οι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι: Ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς (βλ. Metroinvest (πιο πάνω), Carmel Exporters (Sales) Ltd v. Sea-Land Services Inc. [1981] 1 W.L.R. 1068, 1079), η πρόκληση αδικίας στον διάδικο που ευθύνεται για την παρατυπία (βλ. Leal v. Dunlop Bio-Process Inter Ltd [1984] 1 W.L.R. 874, 881), και το μέγεθος της παρατυπίας.» Παρατηρώ τα εξής: Αναμφίβολα, η παρούσα αίτηση είναι διά κλήσεως, ορθά υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση και σύμφωνα με τη Δ.48 Θ.2
(2)θα έπρεπε να είχε γίνει σύμφωνα με το τύπο 46. Δεδομένου ότι η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση, σύμφωνα με το σχετικό τύπο, για ό,τι μας αφορά, για να θεωρηθεί τύποις ορθή και κανονική, θα πρέπει να ελεγχθεί κατά πόσο περικλείει και τη φράση: «Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση παρατίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του (αναφέρεται το όνομα του ενόρκως δηλούντα), ημερομηνίας (αναφέρεται η ημερομηνία)». Αυτονόητο πως, η ένορκη δήλωση θα πρέπει να προέρχεται από το πρόσωπο που αναφέρεται στην αίτηση ότι προβαίνει σ' αυτή. Στην περίπτωσή μας, η αίτηση, προφανώς και είναι παράτυπη και αντικανονική, αφού, το πρόσωπο που έχει προβεί στην υποστηρικτική της ένορκη δήλωση είναι άλλο από εκείνο που αναφέρεται στην αίτηση. Για να το πω και διαφορετικά, η αναφορά στην αίτηση ότι τα γεγονότα στα οποία αυτή στηρίζεται αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της Αντιγόνης Θεοδοσίου, από την Πάφο, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού, στην ένορκη δήλωση που επισυνάπτεται στην αίτηση, προέβη ο Ηλίας Κασιουλής. Στο ερώτημα τι ακολουθεί σε εφαρμογή και των παραπάνω αρχών που διέπουν το θέμα παρατηρώ τα εξής: Καταρχήν, η επί του προκειμένου παρατυπία, που κατά τη γνώμη μου αφορά τόσο στον τύπο της αίτησης όσο και στο περιεχόμενο της επίδικης ένορκης δήλωσης (Δ.64 Θ.1
(1)) υφίσταται μέχρι και αυτή τη στιγμή. Επομένως επιβάλλεται η εξέτασή της (δυνάμει της Δ.64 Θ.2), ιδιαίτερα, από τη στιγμή που το ζήτημα έχει τεθεί από τους εναγόμενους. Οι τελευταίοι, όχι μόνο δεν έχουν παραιτηθεί καθοιονδήποτε τρόπο, ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που τους παρέχεται από την παρατυπία - κάτι που αν συνέβαινε, με τη συνδρομή και των υπόλοιπων προϋποθέσεων, θα αποτελούσε καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία - αλλά, αντίθετα, την επικαλούνται με την πρώτη ευκαιρία που τους προσφέρθηκε αφότου αυτή προέκυψε και μάλιστα, την αναγάγουν και ως αυτοτελή λόγο ένστασης στην υπό κρίση αίτηση, που με απλά λόγια σημαίνει ότι ζητούν απόρριψη της αίτησης, γι' αυτό το λόγο. Έχω τη γνώμη, ότι, η επιλογή της πορείας που θα πρέπει να ακολουθήσω κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας, αποτελεί μονόδρομο. Κατ' ακρίβεια, δεν τίθεται καν θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Αφής στιγμής οι εναγόμενοι (για να επαναλάβω) όχι μόνο δεν έχουν παραιτηθεί από το δικαίωμα (waived) που εγείρεται λόγω της σχετικής παρατυπίας, αλλά, αντίθετα, την επικαλούνται ως λόγο απόρριψης της αίτησης, ανεξάρτητα από το μέγεθος και τη σοβαρότητά της, έχοντας υπόψη και το γεγονός, ότι, η Δ.64, δεν αυτενεργεί, οι ενάγοντες, αφότου οι εναγόμενοι ανέδειξαν και μάλιστα σε τέτοιο επίπεδο την επί του προκειμένου παρατυπία, όφειλαν να προβούν στα αναγκαία διαδικαστικά διαβήματα για παροχή θεραπείας. Συγκεκριμένα, θα έπρεπε να καταχωρήσουν αίτηση και, επικαλούμενοι τη Δ.64, να ζητήσουν θεραπεία της παρατυπίας, με την έκδοση διατάγματος απαλλαγής από αυτή. Στην απουσία καταχώρησης τέτοιας αίτησης εκ μέρους τους, δεν τίθεται θέμα θεραπείας της επίμαχης παρατυπίας, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, θα πρέπει να αγνοηθεί ως μη έχουσα έρεισμα στην αίτηση. Επομένως, κατά την εξέταση της αίτησης επί της ουσίας, ασφαλώς, αυτή, δεν μπορεί να ληφθεί και δεν πρόκειται να ληφθεί υπόψη. Η παραπάνω κατάληξή μου διαγράφει και την τύχη της αίτησης, η οποία και θα απορριφθεί, αφού δεν υπάρχει καθόλου μαρτυρία για σκοπούς στοιχειοθέτησής της. Μολονότι η τύχη της αίτησης έχει κριθεί εντούτοις, χάριν πληρότητας της απόφασής μου, αλλά και για το ενδεχόμενο που η παραπάνω κατάληξή μου ήθελε αποδειχθεί εσφαλμένη σε ανώτερο επίπεδο δικαστικής κρίσης, θα εξετάσω την αίτηση και επί της ουσίας. Οι αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων εκτίθενται σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Preece κ.ά. ν. Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2138 επισημαίνονται τα εξής: «Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 25 καν. 1, παρέχουν δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων. Η επί τούτου απόφαση, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση καθιερωμένων κριτηρίων. Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην Astor Manufacturing and Exporting Co και Άλλων ν. A.G. Levendis και Άλλων
(1993)1 ΑΑΔ 726 αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου ειπώθηκαν τα εξής, «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Ομοίως και στην Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.ά.
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 817, από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις που έχουν ως νομικό υπόβαθρο τις πρόνοιες του κ. 1 της Δ.25[1], όπως είναι η παρούσα περίπτωση, έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων[2]. Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» Και λίγο παρακάτω: «Δεν έχει διαφύγει της προσοχής μας ότι ο λόγος καθυστέρησης από μόνος του δεν συνιστά κατ' ανάγκη αιτία για απόρριψη αίτησης για τροποποίηση, ούτε και ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνιστά έναν από τους πολλούς παράγοντες που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, συνεκτιμάται δε σαν λογική απόρροια του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (Astor Manufacturing (πιο πάνω) και Clive Preece (πιο πάνω))». Παραπέμπω τέλος και στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χρίστου Χαρίδη,
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 825, σύμφωνα με την οποία: «Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) ν. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, επιβεβαιώθηκε κατ΄αρχάς η λεγόμενη σύγχρονη τάση της νομολογίας όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση εκείνη, η αγωγή είχε καταχωρηθεί κατά το 1986 ενώ το συγκεκριμένο αίτημα τροποποίησης υποβλήθηκε κοντά το 1998, δηλαδή περί τα 12 χρόνια αργότερα και ενώ η ακρόαση είχε προηγουμένως αρχίσει και διεξαχθεί μερικώς δύο φορές αλλά διατάχθηκε η εξ υπαρχής ακρόαση λόγω διορισμού των εκδικαζόντων Προέδρων ως δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου». Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση τίθεται και θέμα προσθήκης διαδίκου προστίθενται και τα εξής: Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. ν. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1(Β) Α.Α.Δ.772: «Το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί το δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να κάμει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους με το να τους προσθέσει, να τους διαγράψει ή να τους αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων (Βλ. Van Gelder, Apsimon & Co v. Sowerby Bridge United District Flour Society
(1890)44 Ch D 374, C.A., Montgomery v. Foy, Morgan & Co
(1895)2 Q.B. 321, C.A., Bennetts & Co v. McIlwraith & Co
(1896)2 Q.B. 464, C.A., Ideal Films Ltd v. Richards
(1927)1 K.B. 374, C.A., Wilson v. Balcarres
(1893)1 Q.B. 422, Robinson v. Geisel
(1894)2 Q.B. 688). Στην Byrne and Another v. Brown
(1889)22 Q.B.D. 657 ο Lord Esher, M.R. έχει πραγματευθεί ως πιο κάτω το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου: "One of the chief objects of the Judicature Acts was to secure that, wherever a Court can see in the transaction brought before it that the rights of one of the parties will or may be so affected that under the forms of law other actions may be brought in respect of that transaction, the Court shall have power to bring all the parties before it, and determine the rights of all in one proceeding. It is not necessary that the evidence in the issues raised by the new parties being brought in should be exactly the same; it is sufficient if the main evidence, and the main inquiry, will be the same, and the Court then has power to bring in the new parties, and to adjudicate in one proceeding upon the rights of all the parties before it." Σε ελληνική μετάφραση: "Ένας από τους κύριους σκοπούς των Judicature Acts ήταν να εξασφαλιστεί ότι οποτεδήποτε το δικαστήριο μπορεί να διακρίνει από την διαδικασία η οποία βρίσκεται ενώπιον του ότι τα δικαιώματα ενός από τους διαδίκους θα επηρεαστούν ή δυνατόν να επηρεαστούν με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε δυνάμει των υφιστάμενων διαδικαστικών θεσμών δυνατό να εγερθούν άλλες αγωγές σε σχέση με την ίδια πράξη, το δικαστήριο θα έχει εξουσία να φέρει όλα τα μέρη ενώπιον του, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων τους σε μια διαδικασία. Δεν είναι απαραίτητο όπως η μαρτυρία, που προκύπτει για τα επίδικα θέματα που εγείρονται από την προσθήκη των μερών, είναι ακριβώς η ίδια. Είναι αρκετό αν η κυρίως μαρτυρία και η κυρίως έρευνα, θα είναι οι ίδιες και το δικαστήριο έχει εξουσία να προσθέσει τα νέα μέρη, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων όλων των μερών που βρίσκονται ενώπιον του σε μια διαδικασία." Η πιο πάνω προσέγγιση αποτελεί, σύμφωνα με τον Lord Denning, M.R. μια πολύ ευρεία ερμηνεία του σχετικού διαδικαστικού κανονισμού η οποία πρέπει να τυγχάνει προτίμησης έναντι της στενής ερμηνείας η οποία έχει δοθεί από τον Lord Devlin στην Amon v. Raphael Tuck & Sons Ltd
(1956)1 All E.R. 273 (Βλ. Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E.R. 328, 332)». Βλέπε και την Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λτδ ν. Μηνά
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ.1818, από την οποία το ακόλουθο απόσπασμα: «Η προσθήκη διαδίκου διέπεται από την Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η τελευταία αντιστοιχεί με την Δ.16 θ.11 των Παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών. Ο θ.11 έτυχε ερμηνείας από την Αγγλική νομολογία. Στην Amon v. Raphael Tuck & Sons Ltd
(1956)1 All E.R. 273 το θέμα τέθηκε ως εξής: «Το κριτήριο κατά πόσο δυνάμει της Δ.16 θ.11 το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να προσθέσει ως εναγόμενο πρόσωπο το οποίο ο ενάγων δεν επιθυμούσε να εναγάγει ήταν κατά πόσο το διάταγμα το οποίο ο ενάγων επεδίωκε στην αγωγή δυνατόν να επηρέαζε άμεσα τον παρεμβαίνοντα (δηλαδή τον προτεινόμενο διάδικο) με τον περιορισμό των νομίμων δικαιωμάτων των. γιατί ο μόνος λόγος ο οποίος δυνατόν να καθιστά την παρουσία ενός μέρους ενώπιον του Δικαστηρίου αναγκαία για να δυνηθεί το Δικαστήριο να αποφανθεί πλήρως (εντός της έννοιας της Δ.16 θ.11) ήταν ότι θα δεσμεύεται από το αποτέλεσμα της διαδικασίας.» Προηγουμένως στην Dollfus Mieg et Compagnie S.A. v. Bank of England
(1950)2 All E.R. 605, 611 υιοθετήθηκε το εξής κριτήριο: «Μπορεί το διάταγμα το οποίο επιδιώκει ο ενάγων να επηρεάσει άμεσα τον παρεμβαίνοντα στην απόλαυση των νομίμων δικαιωμάτων του.» Σημειώνουμε ότι οι πιο πάνω δύο αποφάσεις έχουν υιοθετηθεί από το δικό μας Εφετείο στην General Insurance Co. of Cyprus Ltd v. Georghiou and Another
(1963)2 C.L.R. 117. Στην Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E.R. 328 o Lord Denning M.R. επέλεξε να δώσει μια ευρεία ερμηνεία στο σχετικό κανόνα όπως είχε δοθεί και από τον Lord Esher M.R. στην Byrne v. Brown
(1889)22 Q.B.D. 657. Έθεσε το θέμα ως εξής: «Μου φαίνεται πως όπου δύο μέρη αντιδικούν σε μια αγωγή και η επίλυση της αντιδικίας θα επηρεάσει άμεσα τα νόμιμα δικαιώματα ή την τζέπη ενός τρίτου προσώπου υπό την έννοια ότι θα υποχρεωθεί να πληρώσει τον λογαριασμό, τότε το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας μπορεί να του επιτρέψει να προστεθεί ως διάδικος υπό τέτοιους όρους ως θεωρεί κατάλληλους. Πράττοντας ούτω το δικαστήριο επιτυγχάνει τους σκοπούς του Κανόνα. Καθιστά δυνατό για όλα τα επίδικα θέματα να 'αποφασισθούν αποτελεσματικά και πλήρως' ανάμεσα σε όλους εκείνους που ενδιαφέρονται άμεσα για το αποτέλεσμα.»» Περαιτέρω, σύμφωνα με την Korkut ή Perihan v. Γεωργίου κ. ά. (Αρ.1)
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 1213: «Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται.» Βλέπε και τη Σοφιανού ν. M. Makris Developers Ltd κ.ά
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ.
- Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές υπεισέρχομαι στην ουσία της αίτησης, υπό το φως και των λόγων ένστασης σ' αυτή. Ειδικότερα: Η αίτηση αποτελείται από δύο σκέλη που είναι απόλυτα συνυφασμένα και αλληλένδετα μεταξύ τους, υπό την εξής έννοια: για να έχει νόημα το αίτημα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης αποτελεί προαπαιτούμενο, η αποδοχή του αιτήματος για προσθήκη της εταιρείας ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΑΚΑΔΑΜΙΑΣ ΠΑΦΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ, ως εναγόμενων
- Εάν επιτραπεί η προσθήκη της εν λόγω εταιρείας, ως εναγόμενων 2 έχει νόημα και η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης, με την οποία οι ενάγοντες καθιστούν υπεύθυνη και/ή συνυπεύθυνη την εταιρεία αυτή μαζί με τους εναγόμενους, για ό, τι καταλογίζουν στους τελευταίους με την αγωγή, για σκοπούς θεμελίωσης της εναντίον τους αξίωσής τους. Αυτονόητο πως, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί πως δε θα πρέπει να επιτραπεί η προσθήκη της παραπάνω εταιρείας, ως νέου διαδίκου, η αίτηση τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης, θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Των παραπάνω λεχθέντων, θα εξετάσω καταρχήν το αίτημα για προσθήκη διαδίκου. Παρατηρώ τα εξής: Με μόνο λόγο ότι ο ενόρκως δηλών για τους εναγόμενους, με την παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσής του που υποστηρίζει την ένσταση στην υπό κρίση αίτηση ισχυρίζεται ότι παραγγελείς, αγοραστές και παραλήπτες των επίδικων εμπορευμάτων, για τα οποία ενάγονται οι υφιστάμενοι εναγόμενοι είναι η εταιρεία την οποία οι ενάγοντες επιδιώκουν να προσθέσουν, ως συνεναγόμενούς τους, σε συνδυασμό και με τον ισχυρισμό του διευθυντή των εναγόντων, τον οποίο προβάλλει στη δική του ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, ότι, για λόγους που αναφέρει, οι ενάγοντες είναι σε αμφιβολία αναφορικά με τους αντισυμβαλλόμενούς τους και συγκεκριμένα, κατά πόσο πρόκειται για τους εναγόμενους αυτοί ή για τους προτεινόμενους - νέους διαδίκους είναι σαφές, ότι, οι τελευταίοι, ασφαλώς και είναι αναγκαίος διάδικος τη εννοία όλων των παραπάνω αρχών. Επομένως, σε εφαρμογή της Δ.9 Θ.7, όχι απλώς μπορεί αλλά, θα πρέπει κιόλας να προστεθούν στην αγωγή, ως νέος διάδικος, με σκοπό να διακριβωθεί ποιοί από τους δύο πλέον εναγόμενους είναι υπόλογοι έναντι των εναγόντων και σε ποια έκταση, αλλά και προς αποφυγή της πολλαπλότητας των δικαστικών διαδικασιών. Απ' εκεί και πέρα, θεωρώ αβάσιμους όλους τους λόγους, για τους οποίους οι εναγόμενοι ενίστανται στην αίτηση. Ειδικότερα: Αναφορικά με τους τρίτο και τέταρτο λόγους ένστασης, στο βαθμό που με αυτούς προβάλλεται ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός ότι η αίτηση έγινε κακόπιστα, περιορίζομαι να πω τούτο. Κανένα στοιχείο μαρτυρίας τεκμηριώνει τον ισχυρισμό αυτό. Κατά τα λοιπά, με μόνο λόγο ότι η αίτηση καταχωρήθηκε προτού αρχίσει ακόμη η ακρόαση της υπόθεσης, η οποία, θα πρέπει να σημειωθεί πως δεν είναι και από τις πλέον παλαιές που εκκρεμούν προς εκδίκαση, η όποια καθυστέρηση υπήρξε ως προς χρόνο καταχώρησης της αίτησης, δεν μπορεί να οδηγήσει άνευ άλλου στην απόρριψή της. Συναφώς με το θέμα επαναλαμβάνω και τη σχετική νομολογιακή αρχή, από την Παπαχρυσοστόμου (ανωτέρω), σύμφωνα με την οποία: «.. ο λόγος καθυστέρησης από μόνος του δεν συνιστά κατ' ανάγκη αιτία για απόρριψη αίτησης για τροποποίηση, ούτε και ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνιστά έναν από τους πολλούς παράγοντες που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, συνεκτιμάται δε σαν λογική απόρροια του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (Astor Manufacturing (πιο πάνω) και Clive Preece (πιο πάνω))». Ομολογώ πως δεν αντιλαμβάνομαι κατά ποία έννοια η αιτούμενη τροποποίηση θα επιφέρει αδικία στους εναγόμενους, όπως είναι η θέση τους σύμφωνα με τον πέμπτο λόγο ένστασης, τη στιγμή μάλιστα, που μόνο σε περίπτωση που η αδικία ή βλάβη που θα προκληθεί συνεπεία της τροποποίησης δε θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα, δε θα πρέπει να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης (βλ. την Παπαχρυσοστόμου και πάλιν (ανωτέρω). Σε περίπτωση που αποδεχόμουν την αίτηση, ουδόλως θα μεταβαλλόταν ο χαρακτήρας της αγωγής και με αυτό απαντώ και στον έκτο λόγο ένστασης τον οποίο θεωρώ επίσης αβάσιμο. Ό,τι επιδιώκουν οι ενάγοντες με την αιτούμενη τροποποίηση είναι να διασφαλιστεί ότι σε περίπτωση που ήθελε αποδειχτεί η βασική υπερασπιστική θέση των εναγόμενων, ότι οι ενάγοντες δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους και προκύψει κατά τη δίκη ότι ευθύνη έναντι τους για ό, τι καταλογίζουν στους εναγόμενους έχει ο νέος διάδικος, να μη χαθεί η αγωγή, αλλά, στο πλαίσιό της, να μπορεί να εκδοθεί απόφαση εναντίον του νέου διαδίκου. Αναφορικά με τον έβδομο λόγο ένστασης, ομολογώ πως δεν αντιλαμβάνομαι τι ακριβώς εννοούν με αυτό οι εναγόμενοι. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Συγκεφαλαιώνοντας, θα έλεγα πως, εάν δε συνέτρεχε ο λόγος για τον οποίο η αίτηση θα απορριφθεί, θα την αποδεχόμουν. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόμενων και σε βάρος των εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-ΑΧ Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση για προσθήκη διαδίκου και τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο