← Κύπρος

Μυριάνθης Αγαπίου Κουνή κ.α. ν. Τρύφωνα Αναστασιάδη κ.α., Αριθμός Αίτησης: 411/2011, 29/4/2015

Μυριάνθης Αγαπίου Κουνή κ.α. ν. Τρύφωνα Αναστασιάδη κ.α., Αριθμός Αίτησης: 411/2011, 29/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A62 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αριθμός Αίτησης: 411/2011 Μεταξύ:

  1. Μυριάνθης Αγαπίου Κουνή, από την Πέγεια
  2. Παρασκευούλας Αγαπίου Κουνή, από την Πέγεια Εφεσειουσών/Αιτητριών - και -
  3. Τρύφωνα Αναστασιάδη, από τη Λευκωσία
  4. Γιωργούλας Στασούς, από τη Λευκωσία Εφεσίβλητων/Καθ' ων η αίτηση ---------------------------------- Ημερομηνία: 29.4.2015 Εμφανίσεις: Για εφεσείουσες/αιτήτριες 1 και 2: κ. Ν. Παπακλεοβούλου Για εφεσίβλητους/καθ' ων η αίτηση 1 και 2: κα Ν. Κυπριανού Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση/έφεση (στο εξής «η έφεση»), οι αιτήτριες/εφεσείουσες (στο εξής «οι εφεσείουσες») ζητούν τ' ακόλουθα: «
  5. Απόφαση και/ή Διαταγή που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ενεργούντος μέσω του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου της Πάφου, ημερομηνίας 20.06.11 που καθόριζε ύπαρξη δικαιώματος διάβασης στην αυλή της οικίας των Εφεσειόντων - Αιτητριών υπό τον τίτλο αρ. 34916, του Φ/Σχ. 45/9 (νυν 45/6133V02) τεμάχιο αρ. 392, τμήμα 1, του Δήμου Πέγειας το πλάτος του οποίου προσδιόριζε στα 1,83 μέτρα, καθ΄ όλο το μήκος της πλευράς των συνόρων της με το όμορο τεμάχιο αρ. 394 και καθ΄ όλο το μήκος του κοινού τους συνόρου προς όφελος του κτήματος των Εφεσιβλήτων/Καθ' ων η Αίτηση υπό τον τίτλο αρ. 0/40618, του Φ/Σχ. 45/6133V02, Τμήμα 1, Τεμάχιο 393 του Δήμου Πέγειας, με κατεύθυνση, διεύθυνση και έκταση όπως σημειώνεται με καφετί χρώμα πάνω στο συνημμένο στην συνοδεύουσα την παρούσα ένορκη ομολογία ΤΕΚΜ. 1 που είναι αντίγραφο του κοινοποιηθέντος σχετικού κτηματολογικού εγγράφου ημερ. με την επιστολή ημ. 20.06.
  6. Η προσβαλλομένη απόφαση έγινε καθ΄ υπέρβαση και/ή κατάχρηση εξουσίας και/ή ευνοιοκρατικά και/ή μεροληπτικά και/ή πρόχειρα σε βάρος των Εφεσειόντων-Αιτητριών και/ή ως ενάντια στα συνταγματικά και νομίμως προστατευόμενα συμφέροντα ιδιοκτησίας τους και/ή ως ενάντια σε κάθε αρχή φυσικής δικαιοσύνης και/ή επιείκειας. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά και/ή άνευ βλάβης των πιο πάνω: Την διαγραφή οιασδήποτε κτηματολογικής πράξης που εγένετο οποτεδήποτε σε βάρος του «δουλεύοντος» ως άνω τεμαχίου με την οποία παραχωρήθηκε δίοδος προς την οδό προς το δεσπόζον κτήμα κρινομένης ταύτης ως άκυρης, αντικανονικής και/ή κειμένης πέραν της εξουσιοδοτήσεως του Νόμου (ultra vires), παράνομης, παράτυπης και/ή ως προσκρούουσας στα ίδια τα γεγονότα, πράγματα και την καθεστηκυία τάξη. 2.Περαιτέρω και/ή άλλη διαταγή και/ή θεραπεία. 3.Τα έξοδα της παρούσας πλέον Φ.Π.Α.» Η έφεση βασίζεται στα άρθρα 11 Α και 11 Α

(3), 14, 58 και 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, στους κανονισμούς 3, 5, 6, 7, 8 και 13 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Παροχή Διόδου) Κανονισμών του 1967, στη Δ.48 Θ.Θ. 1 μέχρι 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και τέλος, στην πρακτική, τη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η έφεση, όπως αναφέρεται στο σώμα της, «..φαίνονται στην επισυνημμένη Ένορκη Ομολογία της Μυριάνθης Αγαπίου Κουνή (δηλαδή της εφεσείουσας 1), ημερ. 15.07.11 που εν συντομία είναι τα ακόλουθα: «
(1)Ουδέποτε ενεγράφη τέτοιο δικαίωμα σε βάρος του δουλεύοντος κτήματος. Η δε προσπάθεια αποσκοπεί στην εγγραφή της κατ΄ ισχυρισμό υπάρχουσας αναφοράς στον τίτλο των εφεσίβλητων με την διαδικασία αίτησης προς καθορισμό πλάτους στην δίοδο, ως αυτή να υπήρχε στον τίτλο των Εφεσειόντων/Αιτητριών, παρά την αντίθετη γνώση και περιεχόμενο των κτηματολογικών φακέλων.
(2)Η πράξη αυτή είναι αντικανονική παράνομη και άκυρη και παραβιάζει θέματα ουσίας που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.» Οι καθ' ων η αίτηση/εφεσίβλητοι (στο εξής «οι εφεσίβλητοι») καταχώρησαν ένσταση στην έφεση η οποία εδράζεται στους εξής λόγους: «Α. Η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου Πάφου λήφθηκε σύμφωνα με τους ισχύοντες Νόμους και Κανονισμούς και αφού βεβαιώθηκε ότι υπήρχε πλήρη συμμόρφωση προς αυτούς. Β. Με την ληφθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας δεν προκλήθηκε ζημιά ή οχληρία ή ταλαιπωρία στο ακίνητο των Αιτητριών-Εφεσείοντων. Γ. Ο διευθυντής του Κτηματολογίου έλαβε υπόψη του την υπάρχουσα δίοδο στο Τεμάχιο των Καθ' ων η Αίτηση. Δ. Το μέρος της διόδου που χρησιμοποιήθηκε είναι, πλάτους 1,83 Μέτρων, προϋπήρχε και θεωρείται αναγκαίο σύμφωνα με απόφαση του Διευθυντή Κτηματολογίου & Χωρομετρίας Πάφου, ημερομηνίας 20/06/
  1. Ε. Δεν μπορεί να καθοριστεί δίοδος από άλλα τεμάχια γιατί θα προξενείται μεγαλύτερη ζημιά και οχληρία, εφόσον υφίστατο η εν λόγο δίοδος.» Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση αναφέρονται στην ακόλουθη ένορκη δήλωση του εφεσίβλητου 1: «Ο κάτωθι υπογεγραμμένος Τρύφωνας Αναστασιάδης από την Αγλαντζιά, ορκίζομαι και λέγω τα εξής:
  2. Είμαι ο εφεσίβλητος - Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1, εις την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο έφεση - ένσταση και γνωρίζω όλα τα γεγονότα. Η Καθ' ης η Αίτηση αρ. 2 - εφεσίβλητη, είναι αδελφή μου και είμαι πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα Ένορκο Δήλωση.
  3. Είμαι συνιδιοκτήτης του ακινήτου, με την Καθ' ης η Αίτηση Αρ. 2, με αριθμό εγγραφής 0/40618, Φ/Σχ. 45/6133V02, Τμήμα 1, Τεμάχιο 393, στο χωριό Πέγεια. Οι Εφεσείοντες - Αιτήτριες είναι ιδιοκτήτριες του τίτλου 34916, Φ.Σχ. 45/
  4. Τεμάχιο 392, Τμήμα 1, στην Πέγεια, το οποίο συνορεύει με το ακίνητο μας.
  5. Επειδή στο ανωτέρω Τεμάχιο μας αναφερόταν ότι υπήρχε στον τίτλο μας δικαίωμα διάβασης κατά μήκος της βορειοδυτικής πλευράς, αποταθήκαμε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου, στις 20/05/09 (Αρ. Φακ. 6/ΑΚΔ/7/2009) για καθορισμό της εν λόγω διόδου.
  6. Η επιτόπια έρευνα διεξήχθη στις 12/05/11 για καθορισμό της διόδου, στην παρουσία μας και στην παρουσία των Εφεσειόντων - Αιτητριών.
  7. Ο Κτηματολόγος αφού προέβηκε στην σχετική επιτόπια εξέταση και αφού μελέτησε όλα τα σχετικά στοιχεία και γεγονότα καθόρισε την κατεύθυνση της διόδου, το πλάτος και την έκταση προς χρήση δικαιωμάτων μας.
  8. Η καθορισθείσα δίοδος με απόφαση του Κτηματολόγου, ημερομηνίας 20/06/11, καθορίστηκε σε πλάτος 1,83 μέτρα κατά μήκος της βορειοδυτικής πλευράς του Τεμαχίου μας με το ακίνητο των Αιτητριών.
  9. Το δικαίωμα διαβάσεως στο Τεμάχιο μας προϋπήρχε επίσης στον τίτλο ιδιοκτησίας επ' ονόματι της μητέρας μας, Παναγιώτου Βασιλείας (Αρ. Εγγραφής 40618), από την 09/01/92, όταν είχε μεταβιβασθεί επ' ονόματι της από την πεθερά της και ακολούθως όταν το μεταβίβασε επ' ονόματι σε εμένα και στην αδελφή μου, στις 05/09/2005, υπήρχε στον τίτλο μας.
  10. Αγνοώ και αρνούμαι τους ισχυρισμούς των Ενόρκων Δηλώσεων που συνοδεύουν την παρούσα αίτηση - έφεση, εκτός των όσων με την παρούσα ένορκο δήλωση μας παραδέχομαι.
  11. Ορκίζομαι την παρούσα Ένορκο Δήλωση για υποστήριξη της ένσταση μου.» Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου προέβησαν σε ένορκη δήλωση, για τις εφεσείουσες, ο Χαράλαμπος Άπλας και για τους εφεσίβλητους, ο κτηματολογικός υπάλληλος στο Κτηματολόγιο Πάφου, Σάββας Ιωάννου. Η τελευταία ακολουθεί επίσης, αυτούσια, ενώ, στο περιεχόμενο των άλλων δύο ενόρκων δηλώσεων (της εφεσείουσας 1 και του Χαράλαμπου Άπλα) θα αναφερθώ - όπου κριθεί αναγκαίο - σε κατοπινό στάδιο: «
  12. Εγώ ο υπογεγραμμένος Σάββας Ιωάννου, από τη Πάφο, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
  13. Είμαι Κτηματολογικός Υπάλληλος στο Κτηματολόγιο Πάφου και έχω εξετάσει την Αίτηση με αρ. Φακ. ΑΚΔ 7/09 του Κτηματολογίου Πάφου, εκ μέρους του Τρύφωνα Αναστασιάδη και της Γιωργούλλας Στασούς, από τη Λευκωσία, με ημερομηνία 22/5/09, για καθορισμό της διόδου, που περιγράφεται στο τεμάχιο τους, με αρ. εγγραφής 40618 Φ.Σχ. 45/6133V02, τεμάχιο 393, στο Δήμο Πέγειας, Πάφου, και έχω επισκεφθεί τα εμπλεκόμενα τεμάχια.
  14. Οι Τρύφωνας Αναστασιάδης και η Γιωργούλλα Σατσούς, από τη Λευκωσία, Εφεσίβλητοι, είναι οι ιδιοκτήτες του τεμαχίου αρ. 393, με αρ. εγγραφής 40618, Φ/Σχ. 45/6133V02 στη Πέγεια, τούτο φαίνεται με πράσινο χρώμα στο σχεδιάγραμμα που επισυνάπτεται ως τεκμήριο Α.
  15. Οι Μυριάνθη Αγαπίου Κουνή και Παρασκευούλλα Αγαπίου Κουνή, από τη Πέγεια Εφεσίουσες, είναι οι ιδιοκτήτριες του γειτνιάζοντος ακινήτου με αρ. εγγρ. 34916, Φυλ/σχεδ. 45/6133V02, Τεμ. 392, στη Πέγεια τούτο φαίνεται με γαλάζιο χρώμα στο σχεδιάγραμμα τεκμ. Α.
  16. Έκανα επιτόπιο έρευνα, στις 12/5/11, στα εμπλεκόμενα κτήματα, στη παρουσία των ιδιοκτητριών, εφεσείοντων και του Τρύφωνα Αναστασιάδη, εφεσίβλητου ο οποίος εκπροσωπούσε επίσης την Γιωργούλλα Στασού, και στη παρουσία του Κοινοτάρχη του Δήμου Πέγειας κ. Αντρέα Μιχαήλ, αφού στάλησαν στις 19/4/11 οι αναγκαίες ειδοποιήσεις σ΄ όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, επισυνάπτεται τεκμήριον Β.
  17. Επειδή στο τίτλο των Εφεσιβλήτων, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Γ, ήταν καταχωρημένο δικαίωμα διάβασης κατά μήκος της βορειοδυτικής πλευράς του κτήματος των Εφεσείουσων, χωρίς όμως να αναφέρεται το πλάτος του αποτάθηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου με την πιο πάνω αίτηση για καθορισμό του πλάτους της διόδου από το κτήμα των Εφεσειόντων. Το αναφερόμενο δικαίωμα διάβασης έχει εγγραφεί στο τίτλο των Εφεσίβλητων με το φάκελο Α1853/1961 στον οποίο εσωκλείεται αίτημα της τότε ιδιοκτήτριας του κτήματος Χριστίνας Γεωργίου όπως εγγραφεί το δικαίωμα διάβασης στα βιβλία του Κτηματολογίου και στα πιστοποιητικά εγγραφής με ημερ. 12/4/62 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Δ.
  18. Κατά την επιτόπιο έρευνα αφού μελέτησα όλα τα στοιχεία και γεγονότα που περιβάλλουν τη παρούσα υπόθεση φαίνεται και από το τίτλο της προηγούμενης ιδιοκτήτριας του τεμαχίου 393, φυλ/σχεδ. 45/6133V02, αρ. εγγρ. 40618 Παναγιώτου Βασιλεία Τρύφωνα από την Αγλαντζιά ότι υπήρχε εγγεγραμμένο δικαίωμα διάβασης στον εν λόγω τίτλο της από το τεμάχιο 392 επισυνάπτεται ως τεκμήριο Ε, καθόρισα το πλάτος της διόδου όπως αυτή φαίνεται με κόκκινο χρώμα, στο συνημμένο σχεδιάγραμμα πλάτους 1.83 μέτρα.
  19. Με το Πιστοποιητικό του Κοινοτάρχη Πέγειας, Αντρέα Μιχαήλ, ημερ. 12/5/11, που ήταν επίσης παρόν στην επιτόπια έρευνα και επισυνάπτεται ως τεκμήριο ΣΤ, αναφέρει ότι τα δικαιώματα διάβασης που αναφέρονται στα εν λόγω ακίνητα και τα οποία ενεγράφησαν δυνάμει του Φακ. Α1853/61, εξασκούνταν από τους εκάστοτε ιδιοκτήτες του τεμαχίου αρ. 393, συνεχώς, με τα γαιδούρια και τα πόδια από το βορειοδυτικό σύνορο του τεμαχίου 392 όπως φαίνεται στο συνημμένο σχεδιάγραμμα.
  20. Ο λόγος που δεν είχεν εγγραφεί το εν λόγω δικαίωμα διάβασης αρχικά στο τίτλο των Εφεσειόντων Αιτητριών ήταν η πρακτική που διατηρούσε το Κτηματολόγιο να μην εγγράφει το εν λόγω δικαίωμα διάβασης στο δουλεύον κτήμα και να εγγράφεται μόνον στο δεσπόζων κτήμα. Η πρακτική αυτή σταμάτησε περίπου κατά ή περί 1970 και μετά την μηχανογράφηση ενεγράφησαν όλα τα δικαιώματα διάβασης στους τίτλους τόσο του δεσπόζοντος όσον του δουλεύοντος.
  21. Με βάσει το αποτέλεσμα της επιτόπιας εξέτασης απεστάλησαν ειδοποιήσεις ημερ. 20/6/11 σε όλα τα μέρη με σχετικό σχεδιάγραμμα που επισυνάπτεται ως τεκμήριο Ζ. Ο καθορισμός του πλάτους της διόδου θεωρώ ότι είναι δίκαιος και λογικός καθότι δεν παραβλάπτονται καθοιονδήποτε τρόπον τα συμφέροντα των Εφεσειουσών-Αιτητριών στη παρούσα Αίτηση καθότι προυπήρχε και εξασκείτο από τους εκάστοτε ιδιοκτήτες του τεμαχίου
  22. Επειδή η Αίτηση Έφεση 411/11 προσκομίστηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου στις 9/9/11 δηλαδή μετά την πάροδο των 30 ημερών όπως αναφερόταν στη Απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 20/6/11 το πλάτος του δικαιώματος διάβασης στους σχετικούς τίτλους έχει ήδη καταχωρηθεί. Επισυνάπτεται ο νέος τίτλος των εφεσιβλήτων ως τεκμήριο Η, καθώς επίσης και η Αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου και χωρομετρίας ημερ. 16/9/11 ως τεκμήριο Θ.
  23. Περαιτέρω αναφέρω ότι κατά την επιτόπιο έρευνα ο εφεσίβλητος Τρύφωνας Αναστασιάδης υπέγραψεν προσωπικά και εκ μέρους της Γιωργούλλας Στασούς ότι αποδέχονται τον καθορισμόν της διόδου όπως αυτή φαίνεται στο συνημμένο σχεδιάγραμμα και είναι τεκμήριο Ι. Οι Εφεσείουσες αρνήθηκαν να υπογράψουν ότι αποδέχονται.
  24. Ορκίζομαι όλα τα ως άνω ότι είναι αληθή.» Η ακρόαση της έφεσης, σε εφαρμογή του κανονισμού 10
(3)των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956 διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων, χωρίς οποιοσδήποτε των ενόρκως δηλούντων να αντεξεταστεί επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσής τους. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Πατσαλίδης ν. Δαμασκηνού κ.ά.
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1248: «Το δικαστήριο, στα πλαίσια της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας δυνάμει του άρθρου 80 του νόμου, εξετάζει κατά πόσο η απόφαση του Διευθυντή είναι νόμιμη και ορθή στην ουσία της. Όταν υπάρχουν όλα τα στοιχεία, το δικαστήριο μπορεί να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του και να εκδώσει οποιαδήποτε διαταγή κρίνει δίκαιη. Αυτό σημαίνει ότι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου δεν περιορίζεται μόνο στον έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης αλλά επεκτείνεται και στην ορθότητά της καθώς και στις ρυθμίσεις των δικαιωμάτων των διαδίκων με γνώμονα το δίκαιο. Βλ. Kafieros v. Theocharous
(1978)1 CLR 619, Peyiotis v. Polemides
(1982)1 CLR 442, Αθανάση κ.α. ν. Χατζημάμα κ.α.
(1990)1 ΑΑΔ 208 και Κουμής ν. Κούντουρου
(1992)1 ΑΑΔ 1312.» Τα ίδια περίπου αναφέρονται και στο απόσπασμα που ακολουθεί από την υπόθεση Κουντουρίδη κ.ά. ν. Νικολάου
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 412: «. στις υποθέσεις του είδους το πρωτόδικο Δικαστήριο λειτουργεί με βάση «δικαιοδοσία που αφορά την αναθεώρηση απόφασης διοικητικού οργάνου που επενεργεί στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου». (Ειρήνη Κάκουλλου ν. Χαραλάμπους Ποχουζούρη
(1992)1 Α.Α.Δ. 1503.). Το Δικαστήριο δύναται σε διαδικασίες αίτησης/έφεσης με βάση το άρθρο 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224, όπως έχει τροποποιηθεί, να προβεί σε αναψηλάφιση της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου, ακολουθώντας συναφείς προς την αναθεωρητική διαδικασία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αρχές, δικαιούμενο όμως ταυτόχρονα να υποκαταστήσει τη δική του απόφαση για αυτή της διοίκησης. (Καφιέρος ν. Θεοχάρους
(1978)1 Α.Α.Δ. 619). Περαιτέρω το Δικαστήριο ερευνά όχι μόνο αν η απόφαση του Κτηματολογίου ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις αλλά αν ήταν και ουσιαστικά ορθή. (Κουμή ν. Κούντουρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1312 και Σάββα ν. Κώστα
(2003)1 Α.Α.Δ. 1944).» Και σε άλλο σημείο στη συνέχεια: «Εν πάση περιπτώσει όπως έχει υποδείξει και η υπόθεση Αριστοτέλους ν. Χατζηκυριάκου
(2001)1 Α.Α.Δ. 100 ο Κανονισμός 6
(2)δεν επιβάλλει υποχρέωση στο Κτηματολόγιο για τη διερεύνηση κάθε πιθανής εναλλακτικής λύσης αντ' αυτής που προτείνει το δεσπόζον ακίνητο.» Και λίγο παρακάτω: «Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί, το βάρος της απόδειξης για το εσφαλμένο της απόφασης του Κτηματολογίου το επωμίζεται πάντοτε ο εφεσείων,..» Μερικές από τις παραπάνω αρχές επαναλαμβάνονται και στην πιο πρόσφατη υπόθεση Είκοσι κ.ά. ν. Αργυρίδη
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1859. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα: «Το Επαρχιακό Δικαστήριο, κατά τον έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή, δυνάμει του μηχανισμού που παρέχεται από το άρθρο 80 του Κεφ. 224, εφαρμόζει τις αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο διοικητικών πράξεων. Ωστόσο, το Επαρχιακό Δικαστήριο δικαιούται να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή, αλλά θα πρέπει να υπάρχουν ισχυροί λόγοι για να ακολουθήσει μια τέτοια πορεία.» Βλέπε και την Προκοπίου ν. Ryan κ.ά.
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ.1982 καθώς και τη Χαρίτου κ.ά. ν. Σάββα κ.ά.,
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 2535 στην οποία απορρίφθηκε η έφεση, επειδή κρίθηκε ότι οι εφεσείοντες απέτυχαν να αποδείξουν με θετική μαρτυρία ότι η απόφαση του Διευθυντή ήταν λανθασμένη. Όσα ακολουθούν είτε αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, είτε συντίθενται από ισχυρισμούς που παρέμειναν αναντίλεκτοι ή που δεν μπορούν να αμφισβητηθούν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Η αναφορά σ' αυτά καθίσταται αναγκαία προκειμένου να διαφανούν οι λόγοι για τους οποίους θεωρώ πως μόνο ένα μπορεί να είναι και είναι το βασικό επίδικο θέμα της υπόθεσης, μολονότι οι εφεσείουσες επιχείρησαν να καταστήσουν ως τέτοια πολύ περισσότερα. Ειδικότερα: Οι εφεσείουσες που είναι αδελφές, από το 1987 είναι εγγραμμένες ιδιοκτήτριες, με μερίδιο ½ κάθε μία, του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 34916, τεμάχιο 392, που βρίσκεται στο Δήμο Πέγειας, το οποίο απέκτησαν δυνάμει δωρεάς από τον πατέρα τους, Σάββα Αγαπίου Κουνή. Το εν λόγω ακίνητο, στο εξής, θα αναφέρεται ως «δουλεύον ακίνητο». Οι εφεσίβλητοι, που επίσης είναι αδέλφια, από το 2005 είναι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες, με μερίδιο, επίσης ½ έκαστος, του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 40618, τεμάχιο 393 (στο εξής «το δεσπόζον ακίνητο») το οποίο συνορεύει με το δουλεύον ακίνητο. Στον τίτλο ιδιοκτησίας του δεσπόζοντος ακινήτου υπήρχε καταχωρημένο δικαίωμα διάβασης κατά μήκος της βορειοδυτικής πλευράς, με υποκείμενο ακίνητο, το δουλεύον. Το εν λόγω δικαίωμα γράφτηκε στα κτηματολογικά βιβλία και στον τίτλο ιδιοκτησίας του δεσπόζοντος ακινήτου, με το φάκελο Α1853/61, κατόπιν σχετικού αιτήματος της φερόμενης από τους εφεσίβλητους, τότε ιδιοκτήτριας του δουλεύοντος ακινήτου, Χριστίνας Γεωργίου. Το υπό αναφορά αίτημα ακολουθεί αυτούσιο: «A 1853/61- Πέγεια Έγγραφος Δήλωσις
  1. Η κάτωθι υπογεγραμμένη Χριστίνα Γεωργίου, ιδιοκτήτρια του κτήματος υπ' αριθμόν τεμαχίου 392, δυνάμει τίτλου 34916, διά του παρόντος μου εξαιτούμαι όπως το δικαίωμα διαβάσεως, το περιγραφόμενον εις την φόρμαν Ν. 63 αρ. 2, εγγραφή εις τα βιβλία του Κτηματολογίου και εις τα πιστοποιητικά εγγραφής. Η δηλούσα Χριστίνα Γεωργίου 12.4.62» Παρενθετικά να πω ότι το επίδικο δικαίωμα διάβασης ήταν καταχωρημένο και στον τίτλο ιδιοκτησίας της προηγούμενης ιδιοκτήτριας του δεσπόζοντος ακινήτου, Παναγιωτούς Βασιλείας Τρύφωνα η οποία το απόκτησε το
  2. Επειδή - για να επαναλάβω - στον τίτλο ιδιοκτησίας του δεσπόζοντος ακινήτου υπήρχε καταχωρημένο δικαίωμα διάβασης κατά μήκος της βορειοδυτικής πλευράς, με υποκείμενο ακίνητο, το δουλεύον, χωρίς ωστόσο να αναφέρεται το πλάτος του, οι εφεσίβλητοι αποτάθηκαν στο κτηματολόγιο και με την αίτηση ΑΚΔ7/09 ζήτησαν τον καθορισμό του. Από το περιεχόμενο της σχετικής γνωστοποίησης που δόθηκε στους διαδίκους από τον κτηματολογικό υπάλληλο, Σάββα Ιωάννου, ο οποίος διεξήγαγε την επιτόπια έρευνα, στις 12.5.2011 (βλ. το τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωσή του) είναι σαφές, ότι, η αίτηση των εφεσίβλητων εδράζεται στο άρθρο 14 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224 (στο εξής «Κεφ. 224), το οποίο προνοεί τα εξής: «-
(1)Με αίτηση του κυρίου του δεσπόζοντος ακινήτου ή του κυρίου του δουλεύοντος ακινητού, ο Διευθυντής δύναται, κατόπι γνωστοποίησης τριάντα ημερών σε όλους τους ενδιαφερομένους, να καθορίσει ή τροποποιήσει τη θέση ή κατεύθυνση οποιουδήποτε σχετικού δικαιώματος, διόδου, αυλακιού, χαντακιού, ρυακιού, αγωγού, σωλήνα, σύρματος ή άλλου παρόμοιου με τρόπο όμως που ο καθορισμός αυτός ή η τροποποίηση να μην επηρεάζει οποιοδήποτε από τα δύο αυτά ακίνητα δυσμενέστερα από πριν.
(2)Ο Διευθυντής δύναται να προχωρήσει στον καθορισμό ή τροποποίηση που προβλέπεται από το εδάφιο
(1)και αν ακόμα ο κύριος οποιουδήποτε από τα δύο επηρεαζόμενα ακίνητα στους οποίους δόθηκε η γνωστοποίηση που προβλέπεται από το πιο πάνω εδάφιο παραλείψει να παρουσιαστεί κατά την ημέρα και ώρα που ορίστηκε στη γνωστοποίηση αυτή.» Επειδή οι εφεσείουσες αμφισβητούν, όχι μόνο την ορθότητα της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία ο διευθυντής του κτηματολογίου (στο εξής «ο Διευθυντής») καθόρισε το πλάτος της επίδικης διόδου, αλλά και όσα στοιχειοθετούν το δικαίωμα διάβασης του δεσπόζοντος ακινήτου επί του δικού τους - δουλεύοντος ακινήτου, παρατηρώ τα εξής: Το εν λόγω δικαίωμα καταχωρήθηκε επί του τίτλου ιδιοκτησίας του δεσπόζοντος ακινήτου, το 1962, δυνάμει του άρθρου 11
(1)(α) του Κεφ. 224, το οποίο προνοεί ότι: «Κανένα δικαίωμα διόδου ή οποιοδήποτε προνόμιο, ελευθερία, δουλεία, ή οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα ή πλεονέκτημα δεν αποκτάται επί της ακίνητης ιδιοκτησίας άλλου εκτός- (α) δυνάμει παραχώρησης από τον κύριο αυτής δεόντως καταχωρισμένης στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου· ή ........................................................................» Το δικαίωμα συστήθηκε με παραχώρηση της τότε ιδιοκτήτριας του δουλεύοντος ακινήτου οικειοθελώς και ασφαλώς, δεν πρόκειται για σύσταση δουλείας με απόφαση του Διευθυντή, δυνάμει του άρθρου 11 Α του Κεφ.
  1. Νομιμοποιητικό βάθρο και πραγματικό έρεισμα για τη σχετική καταχώρηση αποτέλεσε η προαναφερθείσα δήλωση της τότε ιδιοκτήτριας του δουλεύοντος ακινήτου, Χριστίνας Γεωργίου (ανωτέρω), η οποία, σε εφαρμογή των άρθρων 12 και 55 του Κεφ. 224 υποβάλε και τη σχετική αίτηση με αριθμό Α1853/
  2. Σύμφωνα με το πρώτο (άρθρο 12): «Όταν οποιοδήποτε δικαίωμα, προνόμιο, ελευθερία, δουλεία, ή άλλο πλεονέκτημα αποκτήθηκε όπως προνοείται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 11 σχετικά με οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία, αυτό θεωρείται ότι είναι προσαρτημένο στην ιδιοκτησία αυτή και ότι περιλαμβάνεται σε κάθε συναλλαγή που διενεργείται σχετικά με την ιδιοκτησία αυτή. ...............................................» Σύμφωνα με το δεύτερο (άρθρο 55): «Όταν οποιαδήποτε γη υπόκειται ή απολαύει οποιουδήποτε δικαιώματος, προνομίου, ελευθερίας, δουλείας ή άλλου πλεονεκτήματος, όπως προνοείται στο άρθρο 12, αυτό καταχωρείται με αίτηση οποιουδήποτε προσώπου που έχει συμφέρον στο Κτηματικό Μητρώο και στο πιστοποιητικό εγγραφής το οποίο αφορά τη γη αυτή.» Στην υπόθεση Ανδρέου ν. Χρυσοστόμου
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 820, ο εφεσίβλητος υπόβαλε αίτηση στο κτηματολόγιο για καθορισμό του δικαιώματος διάβασης που υπήρχε προς όφελος του δεσπόζοντος ακινήτου του, με βεβαρημένο το δουλεύον ακίνητο του εφεσείοντα. Το εν λόγω δικαίωμα διάβασης ήταν ακαθόριστο αναφορικά με την κατεύθυνση και το πλάτος του. Αναφορικά με την εισήγηση του εφεσείοντα ότι το δικαίωμα διόδου είχε περιπέσει σε αχρησία για περισσότερο από 30 χρόνια κρίθηκε κατ' έφεση, ότι η εισήγηση δεν μπορεί να επηρεάσει την απόφαση της κτηματολογικής λειτουργού (με την οποία καθόρισε δίοδο κατά μήκος του δυτικού συνόρου του δουλεύοντος ακινήτου, πλάτους 1,83 μ.), με το αιτιολογικό ότι το δικαίωμα διόδου αποτελεί εμπράγματο βάρος που δεσμεύει τόσο το εγγεγραμμένο στο όνομα του κτήμα όσο και το μετέπειτα ιδιοκτήτη. Η κατάργηση του δικαιώματος, προστίθεται, μπορούσε να επιτευχθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 12
(2)του Κεφ. 224 με την προσκόμιση κατάλληλης μαρτυρίας και δεν είχε ζητηθεί κάτι τέτοιο. Με την ίδια απόφαση κρίθηκε ακόμη ότι η αίτηση του εφεσίβλητου υποβλήθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 14 του Κεφ. 224. Περαιτέρω, στην εντελώς πρόσφατη υπόθεση Ιωάννου κ.ά. ν. Σιακκαλή κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ.290/2009, ημερομηνίας 11.9.2013, επί του τίτλου ιδιοκτησίας των εφεσειόντων είχαν εγγραφεί τρία δικαιώματα διάβασης τα οποία περιγράφονταν λεπτομερώς στο πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας. Τα εν λόγω δικαιώματα παραχώρησαν το 2000 οι εφεσίβλητοι ιδιοκτήτες των δουλευόντων τεμαχίων προς όφελος της τότε ιδιοκτήτριας του δεσπόζοντος τεμαχίου. Επειδή από το χρόνο επιβολής των παραπάνω δικαιωμάτων, οι εφεσίβλητοι εμπόδιζαν τους εφεσείοντες να τα ασκήσουν ελεύθερα και απρόσκοπτα, οι τελευταίοι καταχώρησαν αγωγή εναντίον τους, με την οποία αξίωναν αναγνωριστική δήλωση του δικαιώματος διάβασης διά των ακινήτων των εφεσίβλητων, διάταγμα άρσης της παράνομης επέμβασης και αποζημιώσεις. Διαζευκτικά αξίωναν παύση της οχληρίας. Για ό, τι μας ενδιαφέρει κρίθηκε ότι η μέθοδος απόκτησης της διόδου έγινε κατ' ακολουθία του άρθρου 11
(1)(α) του Κεφ. 224, κατόπιν συμφωνίας όλων των διαδίκων μερών και όχι με απόφαση του Διευθυντή, δυνάμει του άρθρου 11 Α του ίδιου νόμου. Η ανάλυση της νομικής διάστασης του πράγματος από το πρωτόδικο Δικαστήριο κρίθηκε ορθή από το Εφετείο. Το σχετικό μέρος από την πρωτόδικη απόφαση το οποίο παρατίθεται και στην εφετειακή απόφαση ακολουθεί αυτούσιο: ««Η δουλεία που αποκτάται με βάση το άρθρο 11
(1)(α) "καταχωρείται με αίτηση οποιουδήποτε προσώπου που έχει συμφέρον στο Κτηματικό Μητρώο και στο πιστοποιητικό εγγραφής το οποίο αφορά τη γη αυτή" με βάση τα προβλεπόμενα στο άρθρο 55 του Κεφ. 224 (βλ. υπ. 1. Kyriaki M. Elia v. Alexandrou
(1987)1 C.L.R. 53). Στην πραγματικότητα πρόκειται για τον πιο εύκολο τρόπο απόκτησης δουλείας διόδου και όπως είναι προφανές γίνεται κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του ιδιοκτήτη του δουλεύοντος και του ιδιοκτήτη του δεσπόζοντος ακινήτου, πράγμα που έγινε αναμφίβολα και στην παρούσα περίπτωση. Όπως είχε αναφερθεί και στην υπ.Κανάρα ν. Πρωτοπαπά
(1999)1 Α.Α.Δ. 801 "Η συμφωνία των ιδιοκτητών αποτέλεσε τη βάση για την εγγραφή της διόδου στο Κτηματολογικό Μητρώο, βάσει των διατάξεων του άρθρου 11 .."». Για να προχωρήσει να παρατηρήσει ότι: «Να σημειωθεί πως η μέθοδος αυτή προϋπήρχε (στο Κεφ. 224) του μηχανισμού της αναγκαστικής απόκτησης διόδου, ο οποίος εισήχθηκε με το Ν.10/66με σκοπό να δοθεί διέξοδος στις περιπτώσεις που δεν υπήρχε η συναίνεση και συμφωνία των ενδιαφερομένων ιδιοκτητών. Στις περιπτώσεις υποχρεωτικής παροχής διόδου βάσει του άρθρου 11Α ο Διευθυντής μετά από έρευνα και μελέτη καθορίζει ο ίδιος τη δίοδο ασκώντας τη δική του διακριτική ευχέρεια, ενώ στην περίπτωση παραχώρησης (grant) με βάση το άρθρο 11
(1)(α) η δίοδος καθορίζεται από τη συμφωνία των μερών χωρίς επέμβαση του Διευθυντή».» Με υπαγωγή των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης σ' όλες τις παραπάνω αρχές προκύπτουν τα εξής: Ό, τι αποτελεί αντικείμενο κρίσης είναι μόνο η ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή, με την οποία, κατόπιν αίτησης των εφεσίβλητων, η οποία πολύ ορθά υποβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 14 του Κεφ. 224 καθορίστηκε το πλάτος της διόδου με έρεισμα το δικαίωμα διάβασης που ήταν καταχωρημένο επί του τίτλου του δεσπόζοντος ακινήτου τους, με βεβαρημένο το δουλεύον ακίνητο των εφεσειουσών. Οτιδήποτε άλλο τίθεται από τις τελευταίες, είτε για έλεγχο, είτε προς ακύρωση εκφεύγει του πλαισίου της παρούσας διαδικασίας και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κρίσης. Ειδικότερα: Καθώς ήδη έχει αναφερθεί το καταχωρημένο στον τίτλο ιδιοκτησίας του δεσπόζοντος ακινήτου των εφεσίβλητων δικαίωμα διάβασης αποκτήθηκε με οικειοθελή παραχώρηση από την τότε ιδιοκτήτρια του δουλεύοντος ακινήτου, Χριστίνα Γεωργίου, δυνάμει του άρθρου 11
(1)(α) του Κεφ. 224. Ο ισχυρισμός των εφεσειουσών, ότι η υπό αναφορά, δεν μπορούσε να παραχωρήσει το εν λόγω δικαίωμα, επειδή, όπως είναι η θέση τους, ιδιοκτήτης του δουλεύοντος ακινήτου τότε, ήταν ο Σάββας Αγαπίου Κουνής και όχι η ίδια, δεν μπορεί ασφαλώς να εγείρεται στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας και τούτο γιατί έχει νομολογηθεί ότι (βλ. τη Φανή ν. Διευθυντή του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος κ.ά.
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ 1760): «Τα περιουσιακά δικαιώματα αποτελούν μέρος των αστικών δικαιωμάτων του ατόμου, η διάγνωση των οποίων ανάγεται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία αρμόδιου δικαστηρίου - (βλ. Άρθρο 30.2. του Συντάγματος).» Από το παραπάνω απόσπασμα είναι σαφές, ότι, η ιδιότητα της Χριστίνας Γεωργίου ως ιδιοκτήτριας του δουλεύοντος ακινήτου κατά το χρόνο που παραχώρησε το δικαίωμα διάβασης προς όφελος του δεσπόζοντος ακινήτου, θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη και εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να αμφισβητείται στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την επίδικη απόφαση του Διευθυντή, με την οποία καθορίστηκε απλώς το πλάτος της διόδου, με έρεισμα το επίδικο δικαίωμα διάβασης προς όφελος του δεσπόζοντος ακινήτου, το οποίο - δικαίωμα -, για τον ίδιο λόγο, επίσης θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Δεδομένου ότι αυτό (για να επαναλάβω) εξασφαλίστηκε δυνάμει του άρθρου 11
(1)(α) του Κεφ. 224, εάν οι εφεσείουσες επιθυμούσαν την κατάργησή του, για παράδειγμα, επειδή, όπως ισχυρίζεται η εφεσείουσα 1 στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσής της, «ουδέποτε υπήρξε τέτοια χρήση του δουλεύοντος προς το δεσπόζον.», όπως υποδεικνύεται και στην Ανδρέου (ανωτέρω) θα έπρεπε να καταχωρούσαν σχετική αίτηση δυνάμει του άρθρου 12
(2)του Κεφ. 224. Αφής στιγμής δεν το έκαναν, έστω κι αν ήταν άλλος ο ιδιοκτήτης του δουλεύοντος ακινήτου καθ' ον χρόνο παραχωρήθηκε το σχετικό δικαίωμα, αυτό βαρύνει και τους μετέπειτα ιδιοκτήτες του. Για να συνεχίσω, επειδή οι εφεσείουσες, προκειμένου να πετύχουν στην έφεσή τους αποδίδουν μεγάλη σημασία στο γεγονός, ότι το δικαίωμα διάβασης των εφεσίβλητων ήταν καταχωρημένο μόνο στον τίτλο του δεσπόζοντος ακινήτου των εκάστοτε ιδιοκτητών του και όχι και στον τίτλο του δουλεύοντος ακινήτου τους, για λόγους που θα αναφέρω αμέσως θεωρώ πως η εκκαλούμενη απόφαση, κανένα πρόβλημα αντιμετωπίζει συνεπεία του γεγονότος αυτού. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί το δικαίωμα διάβασης προς όφελος του δεσπόζοντος ακινήτου παραχωρήθηκε από την τότε ιδιοκτήτριά του, Χριστίνα Γεωργίου, δυνάμει του άρθρου 11
(1)(α) του Κεφ. 224 (ανωτέρω) το οποίο προνοεί ότι η σχετική παραχώρηση καταχωρείται δεόντως στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου. Το γεγονός ότι η Χριστίνα Γεωργίου, με τη γραπτή δήλωσή της, ημερομηνίας 12.4.1962 (τεκμήριο Δ στην ένορκη δήλωση του Σάββα Ιωάννου - ανωτέρω - ), ζήτησε όπως το δικαίωμα διάβασης που παραχώρησε προς όφελος του δεσπόζοντος ακινήτου, εγγραφεί στα κτηματολογικά βιβλία και στα πιστοποιητικά εγγραφής, δε δημιουργούσε νομική υποχρέωση στο κτηματολόγιο, για εγγραφή του δικαιώματος και στον τίτλο ιδιοκτησίας του δουλεύοντος ακινήτου. Και αυτό, επειδή η προαναφερθείσα δήλωσή της, υπέχει θέση αίτησης, η οποία υποβλήθηκε εκ μέρους της δυνάμει των άρθρων 55 και 12
(1)του Κεφ. 224 (ανωτέρω) από τα οποία προκύπτει ότι το δικαίωμα διάβασης που παραχώρησε προς όφελος του δεσπόζοντος ακινήτου καταχωρείται στο κτηματικό μητρώο και στο πιστοποιητικό εγγραφής το οποίο αφορά τη γη η οποία απολαύει το δικαίωμα διάβασης, που ασφαλώς είναι το δεσπόζον και όχι το δουλεύον. Αυτό έγινε και στην προκειμένη περίπτωση όπου το παραχωρηθέν δικαίωμα διάβασης καταχωρήθηκε επί του τίτλου ιδιοκτησίας του δεσπόζοντος ακινήτου, χωρίς να σημαίνει ότι εάν καταχωρείτο και επί του τίτλου ιδιοκτησίας του δουλεύοντος, θα ήταν σφάλμα ή θα υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα. Το τελευταίο, θα συνέβαινε μόνο σε περίπτωση που το δικαίωμα διάβασης δεν καταχωρείτο στον τίτλο ιδιοκτησίας των εφεσίβλητων και παρόλα αυτά, αυτοί, αποτείνονταν στο κτηματολόγιο και επικαλούμενοι τις πρόνοιες του άρθρου 14 του Κεφ. 224 ζητούσαν ό, τι έχουν ζητήσει που οδήγησε στην έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης. Και κάτι ακόμη, προτού υπεισέλθω στην ουσία της εκκαλούμενης απόφασης και στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η υπόθεση Νικολάου ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 617, δε βοηθά τις εφεσείουσες για το λόγο που την επικαλούνται. Προσεκτική μελέτη της αναδεικνύει ότι ο λόγος της ήταν διαφορετικός. Για να γίνει κατανοητός αναγκαιεί σύντομη αναφορά στα γεγονότα που την περιβάλλουν. Ειδικότερα: Όταν το 1947 η ιδιοκτήτρια του φερόμενου δεσπόζοντος ακινήτου υπόβαλε αίτηση για εκσυγχρονισμό του πιστοποιητικού εγγραφής του ώστε να περιληφθούν σ' αυτό κτήρια και δέντρα, της υποδείχθηκε εγγράφως από το κτηματολόγιο ότι θα έπρεπε να εξασφαλίσει τη γραπτή συγκατάθεση του τότε ιδιοκτήτη του φερόμενου ως δουλεύοντος, για δικαίωμα διάβασης. Η πρώτη εξασφάλισε από τη δεύτερη και κατάθεσε στο κτηματολόγιο γραπτό δηλωτικό, με περιεχόμενο, περίπου ανάλογο αυτού της γραπτής δήλωσης της Χριστίνας Γεωργίου στην παρούσα υπόθεση, επομένως, δε χρειάζεται να το παραθέσω. Θεωρήθηκε από το Διευθυντή, ότι το εν λόγω δικαίωμα διάβασης, εκ λάθους, τη εννοία του άρθρου 61 του Κεφ. 224 δεν γράφτηκε στα κτηματολογικά βιβλία, αλλά και στο πιστοποιητικό εγγραφής του δουλεύοντος ακινήτου, οπότε διόρθωσε το λάθος και προχώρησε στις συνακόλουθες εγγραφές. Με το που περιήλθε σε γνώση της ιδιοκτήτριας του φερόμενου ως δουλεύοντος ακινήτου το ζήτημα της ύπαρξης τέτοιου λάθους, το οποίο παρέπεμπε σε γεγονότα του 1947, για τα οποία η ίδια δεν είχε γνώση, αφού απόκτησε το ακίνητό της πολλά χρόνια μετά και δεν υπήρχε στο πιστοποιητικό εγγραφής του ως δουλεύοντος, τέτοιας φύσης εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του δεσπόζοντος εφεσίβαλε την απόφαση του Διευθυντή η οποία και ακυρώθηκε. Δεδομένου ότι η ιδιοκτήτρια του φερόμενου ως δεσπόζοντος ακινήτου, ουδέποτε αιτήθηκε την εγγραφή δικαιώματος διάβασης ως εμπράγματου δικαιώματος, παρά μόνο εκσυγχρονισμό του πιστοποιητικού εγγραφής, κρίθηκε ότι δεν ήταν απαραίτητο για τις ανάγκες του εκσυγχρονισμού, να είχε εγγραφεί τέτοιο δικαίωμα ως εμπράγματο. Εσφαλμένα ο Διευθυντής απέδωσε σε λάθος τη μη εγγραφή του δικαιώματος διάβασης ως εμπράγματου και στο πιστοποιητικό εγγραφής του φερόμενου ως δουλεύοντος και, εγγράφοντάς το ως τέτοιο, επικαλούμενος το άρθρο 61 του Κεφ. 224 θεωρήθηκε ότι τελούσε υπό πλάνη. Το σχετικό απόσπασμα από την εφετειακή απόφαση ακολουθεί αυτούσιο: «Η ιδιοκτήτρια του φερομένου ως δεσπόζοντος ουδέποτε ζήτησε, με επί τούτου αίτημα, την εγγραφή δικαιώματος διάβασης ως εμπράγματου δικαιώματος. Ζήτησε εκσυχρονισμό του πιστοποιητικού εγγραφής, όπως σημειώσαμε και ήταν σε σχέση με αυτό το αίτημα που προέκυψε το ζήτημα της γραπτής συγκατάθεσης του ιδιοκτήτη του φερόμενου ως δουλεύοντος ακινήτου. Όμως, όπως εξήγησε σε μεγάλη έκταση το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν ήταν απαραίτητο για τις ανάγκες του εκσυχρονισμού, να είχε εγγραφεί τέτοιο δικαίωμα, ως εμπράγματο. Περαιτέρω, το ίδιο ουσιώδες, ο όρος «δικαίωμα διάβασης», ενόψει των προνοιών του Νόμου όπως αυτός ίσχυε, δεν παραπέμπει ανυπερθέτως σε τέτοιας φύσης εμπράγματο δικαίωμα. Αφού ρητώς αναγνωρίζεται η περίπτωση παροχής άδειας για άσκηση τέτοιου δικαιώματος χωρίς αυτό να σημαίνει και εμπράγματο δικαίωμα που να βαρύνει το ίδιο το ακίνητο. Ακριβώς δε, πάνω σ' αυτή τη συγκεκριμένη βάση το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι το Δηλωτικό είχε τη κτηματολογική σημασία που του αποδόθηκε από το Διευθυντή. Αφήνει ανοικτό και το άλλο ενδεχόμενο και, συνεπώς, η μη εγγραφή τέτοιου δικαιώματος ως εμπράγματου και στο πιστοποιητικό του φερόμενου ως δουλεύοντος, εσφαλμένα αποδόθηκε σε λάθος. Από τα αντικειμενικά δεδομένα ήταν ανοικτή η άλλη εκδοχή που ακριβώς βρήκε και την έκφρασή της στη μη εγγραφή τέτοιου δικαιώματος στο πιστοποιητικό εγγραφής του φερόμενου ως δουλεύοντος. Συνεπώς, ο Διευθυντής λειτούργησε υπό πλάνη.» Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσο οι εφεσείουσες προβάλλουν παραδεκτούς και, κυρίως, αποδεδειγμένους λόγους ακύρωσης της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία (για να επαναλάβω) ο Διευθυντής, κατόπιν αίτησης την οποία καταχώρησαν οι εφεσίβλητοι δυνάμει του άρθρου 14 του Κεφ. 224 καθόρισε στο 1,83 μ. το πλάτος της διόδου επί του δουλεύοντος ακινήτου των εφεσειουσών, με έρεισμα το δικαίωμα διάβασης που παραχωρήθηκε από την ιδιοκτήτριά του κατά το έτος 1961, κατά μήκος της βορειοδυτικής πλευράς του προς όφελος του δεσπόζοντος ακινήτου. Όπως αναφέρεται στο σώμα της αίτησης, τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται φαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της εφεσείουσας 1, η οποία, στην παράγραφο 8 αυτής αναφέρει τα εξής: «Ο ισχυρισμός για πιστοποιητικό ημερ. 12.05.11 του Κοινοτάρχη Πέγειας είναι ανιστόρητο, επιπόλαιο, αντιφατικό και αναληθές. Εκ τούτου δε και οποιαδήποτε αίτηση ή άλλη αναφορά που γίνεται στο κτηματολογικό φάκελο ΑΚΔ 7/09 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και για τους αναφερόμενους πιο πάνω λόγους.» Καθ' όλα σχετικά με τα παραπάνω είναι και όσα αναφέρει στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσής της η εφεσείουσα, η οποία ακολουθεί επίσης, αυτούσια: «Ως εκ των αναφερομένων ούτε πλάτος μπορεί να υπάρξει και ούτε και μπορεί να διαπιστωθεί πόσο ήταν ένα διάβα με τα δεδομένα της τότε εποχής και τα αλλοιωμένα στοιχεία σε μια καθαρή αυλή του 2011 ώστε να καθορίζεται και μεγαλύτερο πλάτος προς 1, 83 μέτρα και όχι τα 3 πόδια (1 μέτρο) που μεταφραζόταν εν πολλοίς στα τότε χρόνια.» Οι παραπάνω ισχυρισμοί της εφεσείουσας θα πρέπει να ιδωθούν σε συνάρτηση με τους ακόλουθους ισχυρισμούς του κτηματολογικού υπαλλήλου Σάββα Ιωάννου (οι οποίοι περιέχονται στις παραγράφους 7 και 8 της ένορκης δήλωσής του), ο οποίος προέβη σε επιτόπια έρευνα για σκοπούς εξέτασης της αίτησης των εφεσίβλητων που οδήγησε στην εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία -για να επαναλάβω - ο Διευθυντής καθόρισε το πλάτος της διόδου, με έρεισμα το καταχωρημένο στον τίτλο ιδιοκτησίας του δεσπόζοντος ακινήτου των εφεσίβλητων δικαίωμα διάβασης, με βεβαρημένο, το δουλεύον ακίνητο των εφεσειουσών: «7.Κατά την επιτόπιο έρευνα αφού μελέτησα όλα τα στοιχεία και γεγονότα που περιβάλλουν τη παρούσα υπόθεση φαίνεται και από το τίτλο της προηγούμενης ιδιοκτήτριας του τεμαχίου 393, Φ/Σχ. 45/6133V02, αρ. εγγρ.40618 Παναγιώτου Βασιλεία Τρύφωνα από την Αγλαντζιά ότι υπήρχε εγγεγραμμένο δικαίωμα διάβασης στον εν λόγω τίτλο της από το τεμάχιο 392 επισυνάπτεται ως τεκμήριο Ε, καθόρισα το πλάτος της διόδου όπως αυτή φαίνεται με κόκκινο χρώμα, στο συνημμένο σχεδιάγραμμα πλάτους 1.83 μέτρα. 8. Με το Πιστοποιητικό του Κοινοτάρχη Πέγειας, Αντρέα Μιχαήλ, ημερ. 12.5.11, που ήταν επίσης παρόν στην επιτόπια έρευνα και επισυνάπτεται ως τεκμήριο Στ, αναφέρει ότι τα δικαιώματα διάβασης που αναφέρονται στα εν λόγω ακίνητα και τα οποία ενεγράφησαν δυνάμει του Φακ. Α1853/61, εξασκούνταν από τους εκάστοτε ιδιοκτήτες του τεμαχίου αρ. 393, συνεχώς, με τα γαιδούρια και τα πόδια από το βορειοδυτικό σύνορο του τεμαχίου 392 όπως φαίνεται στο συνημμένο σχεδιάγραμμα.» Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους παραπάνω ισχυρισμούς του μάρτυρα είναι φανερό ότι για σκοπούς καθορισμού του πλάτους της διόδου σε 1,83 μ., ουσιαστικά βασίστηκε στο περιεχόμενο του πιστοποιητικού του Κοινοτάρχη Πέγειας, Αντρέα Μιχαήλ, ημερομηνίας 12.5.2011 (βλ. το τεκμήριο ΣΤ στην ένορκη δήλωση του μάρτυρα) το οποίο ακολουθεί αυτούσιο: «Αρ. Φακ: ΑΚΔ7/09 ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ Εγώ ο Κοινοτάρχης του Δήμου Πέγειας πιστοποιώ ότι τα δικαιώματα διαβάσεως που αναφέρονται στους τίτλους των κτημάτων με αρ. εγγραφής 34916, Φ/Σχ. 45/6133V02, τεμ. 392 και 40618, Φ/Σχ. 45/6133V02, τεμ. 393 του Δήμου Πέγειας και τα οποία ενεγράφησαν με τον φάκελο Α1853/61, εξασκούντο από τους εκάστοτε ιδιοκτήτες του κτήματος με αρ. τεμαχίου 393 του Φ/Σχ. 45/6133V02 σε πλάτος 1,83 μέτρων κατά μήκος του βορειοδυτικού συνόρου του τεμαχίου 392 του Φ/Σχ. 45/6133V02 όπως φαίνεται στο σχέδιο που εσωκλείεται με καταχ (δυσανάγνωστο) στην ΑΚΔ 7/09. Η δίοδος εξασκείτο με τα ζώα (γαϊδούρια) και με τα πόδια. ΠΕΓΕΙΑ 12/5/11 Ο ΚΟΙΝΟΤΑΡΧΗΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΠΕΓΕΙΑΣ Το διάβασα και το εξήγησα στον πιο πάνω που το υπέγραψε. Σ. Ιωάννου 12/ 5/11 Κτημ. Γραφέας» Ακολουθούν οι λόγοι για τους οποίους, όχι απλώς δεν αποδίδω καθόλου σημασία στο περιεχόμενο του εν λόγω πιστοποιητικού, αλλά και για τους οποίους θεωρώ ότι δικαίως οι εφεσείουσες το αποκαλούν ανιστόρητο, επιπόλαιο και αναληθές: Καταρχήν, ως θέμα νομικής αρχής, το πιστοποιητικό ενός Κοινοτάρχη ή ενός Κοινοτικού Συμβουλίου, μολονότι διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στις διάφορες έρευνες που διενεργούν υπάλληλοι του κτηματολογίου, για το Δικαστήριο αποτελεί απλώς μέρος του μαρτυρικού υλικού το οποίο αξιολογείται μαζί με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Για να το πω και αλλιώς, το περιεχόμενο ενός τέτοιου πιστοποιητικού, δεν μπορεί να θεωρηθεί αληθές και αποδεδειγμένο και μάλιστα κατ' αμάχητο τεκμήριο (βλ. το σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη «Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μια πρακτική προσέγγιση)
(1994), σελ. 288 - 289.»). Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, το εν λόγω πιστοποιητικό δεν μπορεί να ληφθεί καθόλου υπόψη, επειδή, δεν προέβη σ' αυτό ο Κοινοτάρχης του Δήμου Πέγειας, αλλά, ο κτηματολογικός υπάλληλος, Σάββας Ιωάννου, ο οποίος, αφού το σύνταξε, ακολούθως, το παρέδωσε στον Κοινοτάρχη, ο οποίος, απλώς το υπόγραψε. Ότι πρόκειται για σαφώς κατασκευασμένη μαρτυρία από τον κτηματολογικό υπάλληλο το εν λόγω πιστοποιητικό καταφαίνεται από τη δήλωση στην οποία προέβη ο ίδιος διά της υπογραφής του, στο τέλος του πιστοποιητικού, σύμφωνα με την οποία, «Το διάβασα και το εξήγησα στον πιο πάνω που το υπόγραψε.» Η φράση «το διάβασα και το εξήγησα» είναι σαφές ότι παραπέμπει στο πιστοποιητικό, ενώ η επόμενη φράση «στον πιο πάνω που το υπόγραψε» είναι ολοφάνερο ότι παραπέμπει στον Κοινοτάρχη, αφού αυτός το υπόγραψε. Ότι πρόκειται για το μάρτυρα που σύνταξε το επίμαχο πιστοποιητικό και όχι για τον Κοινοτάρχη είναι ηλίου φαεινότερο, αφού, εάν ίσχυε το αντίθετο, δεν αντιλαμβάνομαι για ποιο λόγο ο μάρτυρας θα έπρεπε να διαβάσει κυρίως όμως, να εξηγήσει στον Κοινοτάρχη το περιεχόμενο ενός εγγράφου που υποτίθεται σύνταξε ο δεύτερος. Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω για ποιο λόγο ο μάρτυρας προέβη σε μια τέτοια ενέργεια που προφανώς και είναι παράνομη, ως επίσης και για ποιο λόγο ο Κοινοτάρχης, διά της υπογραφής του και θέτοντας τη σφραγίδα του Κοινοτάρχη του Δήμου Πέγειας, πιστοποίησε ένα έγγραφο, που μόνο τύποις προέρχεται από τον ίδιο, ενέργεια επίσης παράνομη. Είμαι όμως σε θέση να γνωρίζω ότι το περιεχόμενο του εν λόγω πιστοποιητικού το οποίο (για να επαναλάβω) συντάχθηκε από το μάρτυρα που διεξήγαγε την επιτόπια έρευνα στον ουσιώδη χρόνο, αποτέλεσε και την ουσιαστική βάση για σκοπούς καθορισμού από τον ίδιο του πλάτους της επίδικης διόδου στο 1,83 μ. και όχι μόνο. Με τη σειρά του, ο Διευθυντής, ο οποίος εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, όταν αναφέρει στην αιτιολογημένη απόφασή του, ημερομηνίας 16.9.2011, ότι ο κτηματολόγος (δηλαδή ο Σάββας Ιωάννου) κατά την επιτόπια έρευνα που έγινε στις 12.5.2011, αφού μελέτησε όλα τα σχετικά στοιχεία και γεγονότα καθόρισε το πλάτος της διόδου, ως επίσης και ότι ο καθορισμός του πλάτους θα πρέπει να θεωρηθεί δίκαιος και λογικός, καθότι δεν παραβλάπτονται καθοιονδήποτε τρόπο τα συμφέροντα των εφεσειουσών είναι τελείως ξεκάθαρο, ότι παραπέμπει στο περιεχόμενο του ίδιου πιστοποιητικού που αποτελεί και τη μοναδική μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιόν μου η οποία λήφθηκε υπόψη για τον καθορισμό του πλάτους της επίδικης διόδου, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των εφεσίβλητων. Των παραπάνω λεχθέντων καταφαίνεται το εσφαλμένο της εκκαλούμενης απόφασης, η οποία, για ό, τι αποτελεί το ζητούμενο εδράζεται σε ανύπαρκτη μαρτυρία, χωρίς να μου διαφεύγει και η αναντίλεκτη μαρτυρία του επί 22 χρόνια Κοινοτάρχη Πέγειας, Χαράλαμπου Άπλα, ο οποίος, στη δική του ένορκη δήλωση, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής, τα οποία καταρρίπτουν πλήρως το περιεχόμενο του επίμαχου πιστοποιητικού, επί του οποίου βασικά εδράζεται η εκκαλούμενη απόφαση: Υπήρξε Κοινοτάρχης του χωριού από το 1988 μέχρι και τα 2010. Δεν αποτελεί γεγονός ότι οι ιδιοκτήτες του δεσπόζοντος ακινήτου εξασκούσαν το επίδικο δικαίωμα διάβασης με γαϊδούρια και με τα πόδια. Μεταξύ του δρόμου και του δουλεύοντος ακινήτου υπάρχουν 8 σκαλοπάτια τα οποία έγιναν από την εφεσείουσα 1 πριν από 30 περίπου χρόνια για να καταστεί βατό γι' αυτή το πρανές μεταξύ του δρόμου προς το χαμηλότερο επίπεδο σε σχέση με το δρόμο που βρίσκεται η αυλή. Προηγουμένως, η κατάβαση ήταν δύσκολη για τους ηλικιωμένους και τα ζώα, λόγω του απότομου του ύψους από το δρόμο προς την αυλή. Απ' εκεί δεν περνούσαν ζώα επειδή θα κατρακυλούσαν. Το δουλεύον ακίνητο ανήκε στη θεία του και τον άνδρα της (αναφέρονται τα ονόματά τους) και ως συγγενείς, τους επισκέπτονταν πολύ συχνά από την παιδική του ηλικία και του προκαλούσε το ενδιαφέρον ο τρόπος που κατέβαιναν οι άνθρωποι. Προστίθενται και τα εξής: Θεωρώ πως, όχι τυχαία ο Κοινοτάρχης Πέγειας, που υποτίθεται ότι σύνταξε και εξέδωσε το επίδικο πιστοποιητικό, το σύνταξε την ίδια μέρα που έγινε και η επιτόπια έρευνα, ενώ, ομολογώ ότι μου προκαλεί κατάπληξη η αναφορά του σ' αυτό, ότι οι εκάστοτε ιδιοκτήτες του δεσπόζοντος ακινήτου εξασκούσαν τα δικαιώματα διάβασης που αναφέρονται στους τίτλους και των δύο ακινήτων (που αποτελεί ανακρίβεια, αφού μόνο στον τίτλο του δεσπόζοντος ακινήτου αναγράφεται το επίδικο δικαίωμα διάβασης), σε πλάτος 1,83 μέτρων !!! Διερωτώμαι ειλικρινά, επί τη βάσει ποιων δεδομένων ο Κοινοτάρχης Πέγειας προσδιορίζει το πλάτος της διόδου με απόλυτη ακρίβεια (1,83 μ.), τη στιγμή που στις μέρες μας, όπου οι διάφορες μετρήσεις στο πλαίσιο διεξαγωγής χωρομετρικής εργασίας διεξάγονται με τη βοήθεια και χρήση σύγχρονων μέσων και οργάνων, η πιθανότητα σφάλματος είναι πάντοτε υπαρκτή. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η έφεση επιτυγχάνει. Η επίδικη απόφαση, ημερομηνίας 20.6.2011, με την οποία ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας καθόρισε το πλάτος της διόδου που περιγράφεται στον τίτλο του δεσπόζοντος ακινήτου, στο 1,83 μ., ακυρώνεται. Συνακόλουθα ακυρώνονται και οι σχετικές εγγραφές και/ή καταχωρήσεις επί του τίτλου ιδιοκτησίας, τόσο του δεσπόζοντος όσο και του δουλεύοντος ακινήτου. Η αίτηση που οδήγησε στην έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, να επανεξεταστεί από άλλο κτηματολογικό υπάλληλο. Τα έξοδα της έφεσης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εφεσειουσών και σε βάρος των εφεσίβλητων. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Final Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση/Έφεση εναντίον απόφασης του Διευθυντή του κτηματολογίου, με την οποία καθόρισε το πλάτος της διόδου δυνάμει καταχωρημένου στον τίτλο του δεσπόζοντος ακινήτου δικαιώματος διάβασης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.