← Κύπρος

Παναγιώτης Κωνσταντίνου ν. Χριστάκης Αλεξάνδρου κ.α., Αρ. Αγωγής :- 1872/2007, 30/4/2015

Παναγιώτης Κωνσταντίνου ν. Χριστάκης Αλεξάνδρου κ.α., Αρ. Αγωγής :- 1872/2007, 30/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A64 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 1872/2007 Μεταξύ:- Παναγιώτης Κωνσταντίνου Και

  1. Χριστάκης Αλεξάνδρου
  2. Johanna Petronella Andreana Αλεξάνδρου Ημερομηνία :- Πέμπτη 30η Απριλίου 2015 Για την ενάγουσα :- κος. Γεώργιος Κυριακίδης Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Γεώργιος Κυριακίδης Για τον εναγόμενο 1 :- Καμία Εμφάνιση Για την εναγόμενη 2 :- Μάριος Γαβριηλίδης Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Πέτρος Χατζηπαναγιώτου Εναγόμενος 1 :- Παρών Εναγόμενη 2 :- Απούσα ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ [1] Καθοριστικής σημασίας για την έκβαση εκδίκασης αυτής της αγωγής ήταν η απόρριψη αιτήματος αναβολής της ακρόασης στις 16/1/2015 η οποία οδήγησε και στην επιφύλαξη αυτής της απόφασης. Βεβαίως η συγκεκριμένη εξέλιξη στην πορεία εκδίκασης της αγωγής αποτέλεσε απότοκο των όσων είχαν προηγηθεί μέχρι εκείνη την ημερομηνία. Κυρίως εξαιτίας της δικονομικής συμπεριφοράς των εναγομένων. [2] Όπως είχε αναφερθεί και από το Δικαστήριο κατά την συγκεκριμένη ημερομηνία, διατηρώντας υπόψη πως είχε παρέλθει χρονική περίοδος σχεδόν δέκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία είχε ολοκληρωθεί η προφορική κατάθεση του ενάγοντα, παρά και το γεγονός πως δεν είχε παρουσιαστεί οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία, κρίθηκε ορθότερο όπως επιφυλαχθεί η απόφαση του Δικαστηρίου έτσι ώστε να διδόταν η ευκαιρία εξέτασης της μαρτυρίας αυτής σε συνάρτηση και με τα δικόγραφα του ενάγοντα. [3] Παρασχέθηκε βεβαίως με αυτό τον τρόπο η ευκαιρία στο Δικαστήριο όπως εξετάσει πιο ενδελεχώς τα επίδικα θέματα αυτής της αγωγής σε σχέση με την μαρτυρία η οποία όντως παρουσιάστηκε. Θεωρώ πως θα βοηθούσε σε μία καλύτερη αντίληψη του σκεπτικού αυτής της απόφασης μία αναφορά πιο κάτω στα επίδικα θέματα όπως αυτά καθορίζονται από τα δικόγραφα των διαδίκων. ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ [4] Διευκρινίζω δηλαδή επί του συγκεκριμένου θέματος το εξής. Παρά και την απόρριψη του αιτήματος αναβολής και την απόσυρση στη συνέχεια του δικηγόρου του εναγομένου 1[1] αμφότεροι οι εναγόμενοι είχαν καταχωρήσει από κοινού έκθεση υπεράσπισης το περιεχόμενο της οποίας ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο ως πρός τον καθορισμό των επίδικων θεμάτων αυτής της αγωγής. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ [5] Παρά και αυτό το στοιχείο ασφαλώς ως δεδομένο παραμένει η παρουσίαση μαρτυρίας προς απόδειξη της αξίωσης μόνο και όχι προς υποστήριξη της υπεράσπισης. Συνεπώς κυρίως το έργο του Δικαστηρίου αναφορικά με την έκδοση αυτής της απόφασης έγκειται σε έλεγχο κατά πόσο ο ενάγων, με βάση τη μαρτυρία την οποία όντως παρουσίασε, έχει πετύχει την απόδειξη της αξίωσης του. [6] Ανεξαρτήτως δηλαδή και του γεγονότος πως οι εναγόμενοι 1 και 2 (στο εξής θα καλούνται οι «εναγόμενοι») δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη της υπεράσπισης των. Ως αποτέλεσμα βεβαίως της απόρριψης του αιτήματος αναβολής της ακρόασης το οποίο ο εναγόμενος 1 υπέβαλε στις 16/1/2015 και στο οποίο ουσιαστικά συγκατατέθηκε και η εναγόμενη 2 δια μέσω του δικηγόρου ο οποίος εμφανίστηκε εκ μέρους του τότε, τρίτου κατά σειρά διορισμού, δικηγόρου της[2]. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΑ [7] Δεδομένο είναι το αναντίλεκτο της μαρτυρίας του ενάγοντα. Τονίζω όμως πως αυτό από μόνο του ασφαλώς δεν οδηγεί απαρέγκλιτα σε απόδειξη της αξίωσης του. Όχι μόνο παραμένει αντικείμενο προς αξιολόγηση η μαρτυρία η οποία δόθηκε αλλά ελέγχεται επίσης κατά πόσο με αυτή αποδεικνύεται όντως η αξίωση. Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη πως η αξίωση του ενάγοντα βασίζεται σε κατ΄ ισχυρισμό παράβαση της επίδικης συμφωνίας από τους εναγόμενους και από την οποία παράβαση ο ενάγων είχε κατ΄ ισχυρισμό αποκτήσει το δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας. Συμφωνία η οποία δεν μπορεί παρά να τύχει ερμηνείας από το Δικαστήριο έτσι ώστε να κριθεί τόσο κατά πόσο όντως ο ενάγων είχε το δικαίωμα τερματισμού της μετά και από την κατ΄ ισχυρισμό παράβαση της από τους εναγόμενους όσο όμως και εάν όντως δικαιούται στην επιδίκαση των συγκεκριμένων θεραπειών τις οποίες αξιώνει με την αγωγή του. [8] Ως πρός την ίδια την αξιοπιστία του ενάγοντα οφείλω να διευκρινίσω τα εξής. Ανεξαρτήτως του γεγονότος πως η μαρτυρία η οποία δόθηκε, τόσο ως αποτέλεσμα της γραπτής δήλωσης του όσο και της προφορικής κατάθεσης του, είναι όντως αναντίλεκτη αυτή δεν παύει να υπόκειται σε αξιολόγηση. Παραδείγματος χάριν, εάν αυτή διαπιστωνόταν να εμπεριέχει αντιφάσεις ασφαλώς και δεν θα ήταν δυνατό μία τέτοια διαπίστωση να αγνοηθεί από το Δικαστήριο. Ούτε και δεν θα ήταν δυνατό να μην ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο η οποιαδήποτε σημαντική διάσταση μεταξύ ισχυρισμών του ενάγοντα είτε εντός των δικογράφων του είτε εντός της γραπτής δήλωσης του σε σχέση με την έκθεση απαίτησης του αλλά και των όσων στη συνέχεια ανέφερε προφορικά. Παραδείγματος χάριν, η επιλεκτική διατύπωση της έκθεσης απαίτησης (βλ. σχετικά την παράγραφο [47] αυτής της απόφασης). Όπως βεβαίως και δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί η οποιαδήποτε ασάφεια ή αοριστία στη μαρτυρία του ενάγοντα σε σχέση με την απόδειξη της αξίωσης του. Παραδείγματος χάριν, σε σχέση με το χρονικό σημείο το οποίο επέλεξε για να αποστείλει τις επιστολές τερματισμού της επίδικης συμφωνίας (βλ. σχετικά την παράγραφο [60] αυτής της απόφασης). [9] Επιπλέον, παρά και το γεγονός πως οι εναγόμενοι μετά και από την απόρριψη αιτήματος αναβολής δεν είχαν πλέον την ευκαιρία να παρουσιάσουν δική τους μαρτυρία, αυτό δεν σημαίνει πως η ερμηνεία η οποία θα δοθεί από το Δικαστήριο στην επίδικη συμφωνία εξαρτάται αποκλειστικά από τη μαρτυρία του ενάγοντα. Υπό την έννοια δηλαδή ότι γίνεται δεκτή η οποιαδήποτε ερμηνεία είναι εφικτό να εξαχθεί από την όση ή την οποιαδήποτε αντίληψη του ίδιου του ενάγοντα είτε ως πρός το αντικείμενο είτε ως πρός την εφαρμογή της συμφωνίας. Στο βαθμό στον οποίο βεβαίως τέτοια αντίληψη όντως είναι δυνατό να εξαχθεί είτε από τη γραπτή δήλωση είτε από την προφορική κατάθεση του ενάγοντα. [10] Δηλαδή, δεν υπόκειται από νομικής άποψης η ερμηνεία της επίδικης συμφωνίας σε αναφορές του ενάγοντα ως πρός το τι ο ίδιος θεωρούσε ότι δικαιούτο βάσει της συμφωνίας. Ασφαλώς το Δικαστήριο εξετάζει με κάθε σεβασμό αλλά και ιδιαίτερη προσοχή την επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου δικηγόρου του ενάγοντα αναφορικά με την ερμηνεία η οποία θα πρέπει να δοθεί στην επίδικη συμφωνία, κυρίως βεβαίως σε σχέση με τον τρόπο εφαρμογής αυτής έτσι ώστε να δικαιολογείται η προβολή αλλά και απόδειξη της αξίωσης του ενάγοντα όπως αυτή διαγράφεται εντός τόσο της έκθεσης απαίτησης του όσο και της απάντησης του στην έκθεση υπεράσπισης των εναγομένων. [11] Παρόμοια ευχέρεια εξέτασης επιχειρηματολογίας από πλευράς των εναγομένων δεν προσφέρθηκε ενόψει της απόσυρσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του εναγομένου 1 και της απουσίας του τρίτου συνηγόρου της εναγόμενης 2 κατά την ημερομηνία απόρριψης του αιτήματος αναβολής του εναγομένου 1 από το Δικαστήριο. Περιορίζεται το Δικαστήριο αναφορικά με τη διαπίστωση των θέσεων αμφότερων των εναγομένων από τα όσα αναφέρονται σχετικά εντός της κοινής έκθεσης υπεράσπισης τους σε συνάρτηση και με την αντεξέταση του ενάγοντα. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΔΙΚΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ [12] Η ερμηνεία της επίδικης συμφωνίας αποτελεί αποκλειστικό έργο του Δικαστηρίου. Ασφαλώς ιδιαίτερη σημασία έχει το ίδιο το περιεχόμενο της συμφωνίας. Διατηρώντας υπόψη αυτό το περιεχόμενο καθίσταται εφικτό να κριθεί όχι μόνο κυρίως εάν οι θέσεις οι οποίες προωθήθηκαν από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του ενάγοντα είναι όντως βάσιμες αλλά επιπλέον, όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο ως πρός τον καθορισμό της πραγματικής πτυχής της αγωγής, να κριθεί κατά πόσο ο ενάγων ήταν όχι μόνο πειστικός αλλά και σαφής, έτσι ώστε να δύναται να κριθεί πειστικός, ως πρός ορισμένα σημεία τα οποία προκύπτουν από το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας. [13] Παραδείγματος χάριν, το να ισχυρίζεται ο ενάγων ότι δικαιούται ένα οποιοδήποτε ποσό βάσει της εφαρμογής της συμφωνίας δεν οδηγεί αυτόματα σε συμπέρασμα ότι όντως το δικαίωμα αυτό υπάρχει. Θέτοντας το πολύ απλά, έστω και εάν αυτή δεν παύει να υπόκειται σε αξιολόγηση, η μαρτυρία του ενάγοντα είναι αναντίλεκτη επί γεγονότων και όχι επί συμπερασμάτων. [14] Ιδιαίτερα δε συμπερασμάτων επί νομικών σημείων ή ως πρός την ύπαρξη συμβατικών δικαιωμάτων. Ασφαλώς όπως και σε κάθε περίπτωση μάρτυρα ο οποίος δεν τυγχάνει να είναι ειδικός επί οποιουδήποτε θέματος η έκφραση γνώμης είναι ανεπίτρεπτη καθότι ο σκοπός της μαρτυρίας σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η προβολή ισχυρισμών επί γεγονότων και όχι η έκφραση απόψεων (Κayat Trading Limited ν. Genzyme Corporation, Πολιτική Έφεση Αρ. 316/2010 ημερομηνίας 21/2/2013). [15] Το δεδομένο αυτό θα ίσχυε εν πάση περιπτώσει σε σχέση με τη μαρτυρία του οποιουδήποτε μάρτυρα, ακόμη δηλαδή και σε περιπτώσεις όπου θα υπήρχε και παρουσίαση μαρτυρίας από την αντίδικη πλευρά όχι γνώμης βεβαίως αλλά ισχυρισμών προς αντίκρουση πιθανών συμπερασμάτων επί νομικών σημείων. [16] Επιπρόσθετα δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί και το δεδομένο πως ο ενάγων αντεξετάστηκε αναφορικά με τους ισχυρισμούς του ανεξάρτητα και κατά πόσο η αντεξέταση αυτή ήταν αποτελεσματική ή όχι στο σύνολο της. Δόθηκε δηλαδή η ευκαιρία στους εναγόμενους όπως υποστεί η μαρτυρία του ενάγοντα τη δοκιμασία της αντεξέτασης. [17] Συνεπώς, απλά διευκρινίζω πως έχοντας μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή τη μαρτυρία του ενάγοντα αυτό το οποίο κατ΄ αρχάς διαπιστώνεται ως βασικό στοιχείο το οποίο θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση του ερωτήματος κατά πόσο όντως με τη μαρτυρία την οποία ο ενάγων έχει παρουσιάσει εν τέλει έχει αποδείξει την αξίωση του, είναι η ερμηνεία η οποία θα δοθεί ως πρός την εφαρμογή της επίδικης συμφωνίας όχι μόνο βάσει του περιεχομένου της αλλά τα γεγονότα τα οποία ακολούθησαν την υπογραφή της, σε σχέση βεβαίως με την εφαρμογή της συμφωνίας στην πράξη. Στο βαθμό στον οποίο βεβαίως είναι εφικτό όπως αυτά εξαχθούν από τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε. Διατηρώντας δηλαδή υπόψη τα γεγονότα της αγωγής ως πρός την εφαρμογή των προνοιών της συμφωνίας όπως ο ίδιος ο ενάγων τα εξέθεσε κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του. ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΠΙΔΙΚΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ [18] Η επίδικη συμφωνία, ημερομηνίας 15/11/2002, κατατέθηκε ως τεκμήριο
  3. Ουσιαστικά οι διάδικοι είχαν προχωρήσει σε μία συμφωνία μεταξύ τους, οι εναγόμενοι ως πωλητές και ο ενάγων ως αγοραστής μέρους εταιρείας και της επιχείρησης, η οποία αποτελούσε ιδιοκτησία των εναγομένων, μαζί με την «εμπορική εύνοια, φήμη, εξοπλισμό και πελατεία αυτής», όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται εντός της συμφωνίας. [19] Σύμφωνα με το προοίμιο της επίδικης συμφωνίας τόσο η επιχείρηση όσο και η εταιρεία Otakis Holidays Ltd (στο εξής θα καλείται η "εταιρεία"), διά της οποίας ασκείτο η εν λόγω επιχείρηση, της οποίας αποκλειστικοί μέτοχοι ήταν οι εναγόμενοι ανήκαν στους εναγόμενους. Οι εργασίες της επίδικης επιχείρησης ήταν αυτές της εγκατάστασης, επιδιόρθωσης, συντήρησης κτλ. ειδών πυρόσβεσης και πυροπροστασίας. [20] Σύμφωνα με τους όρους της επίδικης συμφωνίας οι εναγόμενοι πωλούσαν στον ενάγοντα το 50% της εταιρείας και της επιχείρησης και όλα τα στοιχεία του ενεργητικού της επιχείρησης, τη φήμη, εμπορική εύνοια και πελατεία (goodwill) της ως επίσης και τα έπιπλα, σκεύη, εξοπλισμό και μηχανήματα της. [21] Καθόριζε η επίδικη συμφωνία τη μεταβίβαση αυτού του αγορασθέντος μέρους της εταιρείας με σταδιακή μεταβίβαση ποσοστών αρχικά 20% με την υπογραφή της συμφωνίας, 10% εντός του έτους 2003 και το υπόλοιπο 20% εντός του έτους
  4. Ουσιαστικά το καθένα από αυτά τα ποσοστά θα ήταν μέρος του μετοχικού κεφαλαίου της αν και αυτό δεν αναφέρεται ρητά στο σχετικό όρο της επίδικης συμφωνίας (όρος 2). [22] Συμφώνησε ο ενάγων όπως καταβάλει το ποσό των £30.000,00 (€51.258,00) ως αντάλλαγμα για την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας το οποίο ποσό οι εναγόμενοι αποδέχονται ότι έλαβαν με την υπογραφή της συμφωνίας (όρος 3). Το θέμα της πληρωμής αυτού του ποσού δεν αποτέλεσε με οποιοδήποτε τρόπο σημείο αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων. Δεδομένη δηλαδή η πληρωμή του συγκεκριμένου ποσού στις 15/11/2002 από τον ενάγοντα προς τους εναγόμενους. [23] Η επίδικη συμφωνία περιλαμβάνει και άλλους όρους οι οποίοι δεν κρίνεται σκόπιμο όπως παρατεθούν σε αυτό το σημείο της απόφασης ή ακόμη και πιο κάτω εκτός εάν αυτό κριθεί αναγκαίο προς αιτιολόγηση της. Σημασία βεβαίως έχει το γεγονός πως κατά την ερμηνεία της επίδικης συμφωνίας ασφαλώς το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του όλους τους όρους της. Εφόσον δηλαδή η ερμηνεία αυτή νομικά δεν μπορεί για να είναι ορθή παρά να βασίζεται σε μία συνολική αντίληψη του περιεχομένου της συμφωνίας. Η ΕΠΙΔΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ, ΤΗ ΓΡΑΠΤΗ ΔΗΛΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΤΕΞΕΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΑ [24] Εντός της έκθεσης απαίτησης δίδεται ιδιαίτερη έμφαση στον όρο 7 της επίδικης συμφωνίας. Σύμφωνα με τον οποίο ο ενάγων από την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας θα λάμβανε το 50% των εισπράξεων της επίδικης επιχείρησης και/ή της εταιρείας. Όπως παρατηρείται όμως εντός της έκθεσης απαίτησης (παράγραφος 6) δεν υπάρχει αναφορά στις τελευταίες τρεις λέξεις του όρου
  5. Δηλαδή, των λέξεων «αφαιρουμένων των εξόδων». Η ίδια παράλειψη παρατηρείται και στην αναφορά του ενάγοντα στη παράγραφο 9 της γραπτής δήλωσης του. [25] Βεβαίως αυτή η παράλειψη και στις δύο περιπτώσεις δεν αναιρεί το ίδιο το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας είτε εντός του συγκεκριμένου όρου είτε στο σύνολο του. Το οποίο σύνολο βεβαίως, τονίζω και πάλι, κατά την ερμηνεία της συμφωνίας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, όπως οφείλει, στο σύνολο του. Δίχως παράλληλα να απομονώνει οποιονδήποτε όρο αυτής έτσι ώστε ως ανεπιθύμητο αποτέλεσμα να αποσυνδέεται η σημασία του σε σχέση και με το υπόλοιπο περιεχόμενο της συμφωνίας. [26] Παραδόξως εντός της έκθεσης υπεράσπισης των εναγομένων δεν υπάρχει ρητή αναφορά σε αυτή την επιλεκτική παράλειψη. Πέραν από άρνηση της παραγράφου 6 της έκθεσης απαίτησης στο σύνολο της. Άρνηση επίσης παράδοξη καθότι δεν υπάρχει άρνηση είτε της υπογραφής της επίδικης συμφωνίας είτε του περιεχομένου της. [27] Αντιθέτως, πέραν από αποδοχή υπογραφής της επίδικης συμφωνίας, υπάρχουν και αναφορές εντός του περιεχομένου της έκθεσης υπεράσπισης στα όσα σχετικά προνοούσε η συμφωνία. Μετά και από την τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης υπάρχει αναφορά («Παράλληλα και/ή διαζευκτικά και/ή άνευ βλάβης των ως άνω ισχυρισμών...») στη παράγραφο 3 (Η) ως προς το ότι ο ενάγων «...ελάμβανε το ήμισυ των εσόδων της εν λόγω επιχείρησης...». Εντούτοις ούτε και με αυτή την αναφορά απλά σε έσοδα, δίχως οποιαδήποτε διευκρίνιση εάν αυτά αποτελούσαν κέρδη και όχι απλά εισπράξεις (έννοια η οποία κρίνεται και ως η πιο εύλογη ως πρός τη χρήση της λέξης «έσοδα») δίδεται οποιαδήποτε σημασία στο γεγονός της ρητής πρόνοιας για αφαίρεση των εξόδων. [28] Βεβαίως η αναφορά στον όρο 7 ως πρός την αφαίρεση των εξόδων της επίδικης επιχείρησης, ως επίσης γενικότερα η εφαρμογή του συγκεκριμένου όρου και η άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντα να λαμβάνει το 50% της επίδικης επιχείρησης και/ή της εταιρείας, επηρεάζεται και από τον όρο 8 της συμφωνίας. Καθώς όπως είναι δυνατό να γίνει αντιληπτό από συνδυασμό της εφαρμογής αυτών των δύο όρων ο όρος 7 ουσιαστικά θα είχε αριθμητική σημασία μόνο σε περίπτωση όπου τα κέρδη της επιχείρησης, μετά και από αφαίρεση των εξόδων βεβαίως, θα υπερέβαιναν το διπλάσιο των ποσών τα οποία αναφέρονται στον όρο
  6. [29] Ουσιαστικά με τον όρο 8 αυτό το οποίο εξασφαλίζεται είναι ένα ελάχιστο ποσό κερδών ή μερισμάτων ή ουσιαστικά ενός ετήσιου εισοδήματος αποκλειστικά προς όφελος του ενάγοντα. Σύμφωνα με τον όρο αυτό οι εναγόμενοι, ως πωλητές, «σε κάθε περίπτωση» εγγυούνται προς τον ενάγοντα τα εξής. Πρώτο, πως «τουλάχιστον εντός ενός έτους» από την υπογραφή της συμφωνίας θα λάβει ποσόν £7.000,
  7. Βεβαίως υπάρχει και επιπρόσθετη αναφορά πως το ποσό αυτό θα είναι «υπό μορφή κερδών ή μερισμάτων» όμως αυτή από μόνη της δεν είναι δυνατό να κριθεί πως καθορίζει ως δεδομένη αναγκαιότητα το ποσό αυτό όντως να αποτελείται από κέρδη της επίδικης επιχείρησης ή μερίσματα της εταιρείας. [30] Μάλιστα εντός του ίδιου όρου υπάρχει η εξής σαφής αναφορά. Σε περίπτωση κατά την οποία δεν υπάρχουν κέρδη ή μερίσματα τότε η πληρωμή των ποσών τα οποία αναφέρονται στο συγκεκριμένο όρο θα γίνεται από τους ίδιους τους εναγόμενους προς τον ενάγοντα. Επίσης, όπως διευκρινίζεται, τέτοια πληρωμή αποτελεί «προσωπική, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένη ευθύνη» των εναγομένων. Αναλάμβαναν δηλαδή οι εναγόμενοι μία προσωπική ευθύνη ανεξάρτητα από το κατά πόσο η επιχείρηση ή η εταιρεία θα είχε κέρδη ή μερίσματα. [31] Δεύτερο, υπάρχει μία πραγματικά αόριστη αναφορά, τουλάχιστον ως πρός τη χρονική πτυχή αυτής, ως προς το ότι ο ενάγων «κατά τα επόμενα χρόνια» θα λαμβάνει τουλάχιστον ποσό £10.000,00 ετησίως. Ποία ακριβώς έννοια είναι δυνατό να δοθεί στη συγκεκριμένη πρόνοια αναμφίβολα δεν μπορεί παρά να αποτελεί και αυτή μέρος του όλου έργου ερμηνείας της επίδικης συμφωνίας από το Δικαστήριο. Σύμφωνα βεβαίως και με τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε κατά την εκδίκαση της αγωγής. Στο βαθμό στον οποίο αυτός ο καθορισμός κρίνεται αναγκαίος, διατηρώντας υπόψη και την κατ΄ ισχυρισμό χρονική διάρκεια όχι μόνο της ύπαρξης της επίδικης συμφωνίας αλλά και της λειτουργίας, δηλαδή της πρακτικής εφαρμογής της, προ της ημερομηνίας των επιστολών τερματισμού της από τον ενάγοντα. [32] Εντούτοις δεν μπορεί παρά να διαπιστωθεί η ύπαρξη αυτής της αοριστίας ως πρός τη χρονική πτυχή εφαρμογής του συγκεκριμένου όρου. Με μοναδική εξαίρεση το σαφή καθορισμό της χρονικής πτυχής της εφαρμογής του συγκεκριμένου όρου σε σχέση με το πρώτο έτος από την ημερομηνία υπογραφής της επίδικης συμφωνίας. Ως πρός την πληρωμή δηλαδή του ποσού των £7.000,
  8. Το οποίο ποσό ο ενάγων όντως είχε λάβει, όπως σαφώς παραδέχτηκε κατά την αντεξέταση του από τον κο. Καμπούρη. Ακόμη και νωρίτερα, με την αντεξέταση του από τον κο. Νικήτα, υπήρχαν ενδείξεις όχι όμως και σαφής παραδοχή ή αριθμητικός καθορισμός ως προς το ότι όντως είχε εισπράξει αυτό το ποσό. [33] Βεβαίως ο καθορισμός αυτού του ποσού δεν είναι σαφής εντός της έκθεσης απαίτησης. Καθότι στην παράγραφο 8 υπάρχει ισχυρισμός πως ο ενάγων κατά το πρώτο έτος από την ημερομηνία υπογραφής της επίδικης συμφωνίας έλαβε «ορισμένα χρηματικά ποσά» ενώ, όπως προσθέτει, «ουδέν ποσόν έλαβε κατά τα επόμενα χρόνια μέχρι τον τερματισμό της συμφωνίας». Συνεπώς η προσπάθεια διασαφήνισης της αοριστίας η οποία παρατηρείται εντός της επίδικης συμφωνίας οδηγεί σε καθορισμό μίας χρονικής περιόδου μέχρι και τον κατ΄ ισχυρισμό τερματισμό της συμφωνίας. Ως το γεγονός δηλαδή το οποίο καθορίζει το τέλος αυτής της περιόδου. Βεβαίως ο ενάγων με τις αναφορές του σε τερματισμό εντός της έκθεσης απαίτησης αναφέρεται στον τερματισμό από τον ίδιο με τις επιστολές προς τους εναγόμενους οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 10 της έκθεσης απαίτησης του. [34] Με την παράγραφο 11 της γραπτής δήλωσης του ουσιαστικά ο ενάγων δεν ισχυρίζεται οτιδήποτε διαφορετικό παρά και την αναφορά στη λέξη «μερίσματα». Ισχυρίζεται δηλαδή πως ο ίδιος έλαβε ορισμένα «μικρά χρηματικά ποσά ή μερίσματα κατά τον πρώτο χρόνο από την υπογραφή της συμφωνίας». Εντοπίζεται βεβαίως και σε αυτή την αναφορά αοριστία ως πρός το ύψος του συνολικού ποσού το οποίο έλαβε η οποία όμως έπαυσε να υπάρχει μετά και από την σύντομη μεν αλλά εύστοχα αποτελεσματική επί του θέματος αντεξέταση του ενάγοντα από τον κο. Καμπούρη. [35] Η γραπτή δήλωση του ενάγοντα κατατέθηκε με την έναρξη της προφορικής κατάθεσης του ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Το περιεχόμενο βεβαίως αυτής της γραπτής δήλωσης αποτελεί βασικό μέρος της μαρτυρίας η οποία δόθηκε από τον ενάγοντα ο οποίος στη συνέχεια υπέστη μακρά και επίμονη αντεξέταση από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγομένου 1, δηλαδή τον κο. Νικήτα. Αναφορικά δε με την αντεξέταση του ενάγοντα, ιδωμένης στο σύνολο της, εν τέλει διαπιστώνεται πως το αποτελεσματικότερο μέρος αυτής, ιδιαίτερα δε υπό την έννοια μείωσης της αξίωσης του ενάγοντα, μάλιστα με σαφή παραδοχή του ίδιου του ενάγοντα, ήταν αυτό το οποίο έγινε από τον τότε ευπαίδευτο συνήγορο της εναγόμενης 2, δηλαδή τον κο. Καμπούρη, προτού αυτός αποσυρθεί. [36] Μεγάλο μέρος της αντεξέτασης από τον κο. Νικήτα, ακόμη και αναδρομικά ιδωμένο, δεν είναι δυνατό να κριθεί ως σχετικό με τα επίδικα θέματα αυτής της αγωγής αλλά ως λανθασμένα στοχευμένο σε σχέση με την εξέταση και προτιθέμενη ανάλυση γεγονότων εκτός του πλαισίου των επίδικων θεμάτων. Παραδείγματος χάριν, η αντεξέταση στο σύνολο της στις 27/2/2014 ως επίσης και στο μεγαλύτερο της μέρος στις 28/2/
  9. Οι δε προσπάθειες του Δικαστηρίου όπως η αντεξέταση από τον κο. Νικήτα περιοριστεί στα επίδικα θέματα υπήρξαν συνεχείς έχοντας ως σταθερό στόχο τόσο την εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου όσο παράλληλα και τον περιορισμό αυτής σε θέματα τα οποία όντως να προέκυπταν από τα δικόγραφα των διαδίκων. Όπως διαπιστώνεται στο τέλος αυτής της απόφασης η συγκεκριμένη προσέγγιση ως πρός την προσπάθεια προώθησης της υπεράσπισης δια μέσου αυτής της μεθόδου πεισματικής αντεξέτασης εκτός των επίδικων θεμάτων παρά και τις παροτρύνσεις του Δικαστηρίου επί του θέματος δεν μπορεί παρά να συμβάλλει και αυτή καθοριστικά στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αναφορικά με την επιδίκαση εξόδων σε αυτή την αγωγή. [37] Ένα επιπρόσθετο σημαντικό στοιχείο, σε σχέση με το οποίο δόθηκε η ευκαιρία στον ενάγοντα να τοποθετηθεί σχετικά, επίσης προέκυψε ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης του από τον κο. Καμπούρη. Αυτό βεβαίως έχει σχέση με το κατά πόσο ο ίδιος δικαιούται μετά και από τερματισμό της επίδικης συμφωνίας να αξιώνει με την αγωγή του τόσο το ποσό το οποίο πλήρωσε αρχικά (δηλαδή, των £30.000,00) όσο και το ποσό το οποίο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, είχε δικαίωμα να εισπράξει ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της επίδικης συμφωνίας (δηλαδή, το ποσό των £42.000,00). [38] Βεβαίως το θέμα αυτό είναι κυρίως νομικό δόθηκε όμως με αυτό τον τρόπο η δυνατότητα κατά την αντεξέταση του ενάγοντα να τοποθετηθεί σχετικά. Διευκρινίζεται δηλαδή πως δεν είναι η απάντηση του ενάγοντα επί του συγκεκριμένου θέματος που καθορίζει είτε αυτό το θέμα είτε το οποιοδήποτε δικαίωμα του ή ακόμη και της οποιασδήποτε υποχρέωσης του βάσει της επίδικης συμφωνίας. Αποτελεί μάλιστα και αυτό το σημείο ένα παράδειγμα του δεδομένου πως, παρά και την αναντίλεκτη φύση της μαρτυρίας του ενάγοντα, νομικά θέματα όπως και αυτό θα πρέπει να κριθούν από το Δικαστήριο δίχως να είναι δυνατό να κριθεί ως καθοριστική η οποιαδήποτε δική του τοποθέτηση. [39] Δόθηκε όμως, επί της πραγματικής πτυχής της αγωγής, η ευκαιρία ανάδειξης της όλης προσέγγισης του ενάγοντα σε σχέση με την αξίωση του και από αυτό το μέρος της αντεξέτασης του. Ενώ εύστοχα επέσυρε επίσης ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης 2, ως ο τότε δικηγόρος της, την προσοχή του Δικαστηρίου επί αυτού του θέματος. Έστω και δια μέσω της αντεξέτασης του ενάγοντα και ανεξαρτήτως της απουσίας της οποιασδήποτε επιχειρηματολογίας υπέρ των θέσεων των εναγομένων μετά και από την αναπάντεχη ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας. Τη σημασία δηλαδή του τερματισμού της επίδικης συμφωνίας σύμφωνα και με τις σχετικές επιστολές (τεκμήρια 4 και 5). [40] Με στοχευμένη αντεξέταση, επίσης από τον κο. Καμπούρη, ο ενάγων δέχτηκε πως ήταν υποχρέωση του να εργάζεται στην εταιρεία. Όταν ερωτήθηκε δηλαδή εάν έδωσε το ποσό των £30.000,00 σαν επένδυση χωρίς να αναλάβει οποιαδήποτε υποχρέωση. [41] Αξίζει σε αυτό το σημείο της απόφασης να παραθέσει το Δικαστήριο εκτενές απόσπασμα από το πρακτικό του Δικαστηρίου (η υπογράμμιση ορισμένων σημείων γίνεται υποβοηθητικά για μία όσο το δυνατό καλύτερη αντίληψη της σημασίας των απαντήσεων του ενάγοντα). «Ε. Συμφωνάς μαζί μου, κ. μάρτυς, ότι θα έπιανες με βάση τη συμφωνία, το 50% των κερδών; Α. Εγώ; Ε. Εσύ. Α. Ναι. Ε. Τζιαι ότι με βάση τη συμφωνία λέει σε περίπτωση που δεν υπάρχουν κέρδη, συγγνώμη. «Οι πωλητές δηλώνουν και εγγυούνται .... £10.000 ετησίως». Διαβάζω από την παράγραφο 8 του Τεκμηρίου
  10. Κύριε μάρτυς εσύ, σε αντάλλαγμα για την εταιρεία που εν να έπιανες τούτα τα λεφτά δεν θα έπρεπε να δουλεύκεις; Α. Ήταν βασικός όρος για να υπογραφεί η συμφωνία ότι έπρεπε να παίρνω κάθε χρόνο τουλάχιστον £10.
  11. Ε. Κύριε μάρτυς, εγώ άλλο σας ερώτησα. Εγώ σας ερώτησα, αν θα έπρεπε να δουλεύκετε στην εταιρεία. Α. Ναι. Έπρεπε να δουλεύκω στην εταιρεία. Ε. Συμφωνείς μαζί μου, κ. μάρτυς, ότι ήταν βασικός όρος που την πλευρά σου ότι έπρεπε να πιάνεις £10.000,00 το χρόνο τουλάχιστον τζιαι που την πλευρά της εταιρείας ότι θα έπρεπε να τις δουλεύκεις; Συμφωνείς με τούτο το πράγμα ή διαφωνείς; κος Κυριακίδης:- Ένσταση ....... Δικαστήριο:- Θεωρώ ότι η ερώτηση έχει διαφορετική προσέγγιση από αυτό το οποίο, όχι ερωτήθηκε, από αυτό το οποίο του υποβλήθηκε στις 30/9/2013 στη σελίδα
  12. Ως εκ τούτου, θα την επιτρέψω Συνέχιση αντεξέτασης από τον κ. Καμπούρη:- (Διαβάζεται από τη στενογράφο η τελευταία ερώτηση) Α. Ήταν βασικός όρος, από ότι ξέρω εγώ ήταν βασικός όρος στην εταιρεία να μου δίνει αυτά τα λεφτά αλλά στην περίπτωση, από ότι συνέβηκε στο παρελθόν, δεν εμπόρουν να εργαστώ, αν τζιαι έπρεπε να εργάζομαι στην εταιρεία, έν εμπόρεσα να εργαστώ που μια χρονική περίοδος τζιαι ύστερα. Ε. Κύριε μάρτυς, εγώ άλλο πράγμα σας είπα, εσείς άλλο πράγμα μας είπατε. Θα σας ξαναρωτήσω. Δικαστήριο :- Είπε, αν και έπρεπε δεν εμπόρουν. κος Καμπούρη: Ήταν καθαρή ερώτηση, ήταν βασικός όρος και απάντησε, δεν εμπόρουν να εργαστώ. Πρέπει να μου δώσει μια απάντηση. Δικαστήριο προς κ. Καμπούρη:- Ότι ήταν βασικός όρος να εργάζεται. κος Καμπούρης:- Αν ήταν βασικός όρος να εργάζεται ή ήταν βασικός όρος να παίρνει £10.000, αφού αυτοί ήταν οι βασικοί όροι στην κάθε πλευρά. Δικαστήριο προς κ. Καμπούρη:- Είπε ότι, αν και έπρεπε δεν εμπόρουν. Θέλετε να το διευκρινίσετε, ερωτάτε τον. Συνέχιση αντεξέτασης από τον κ. Καμπούρη:- Ε. Εγώ κ. μάρτυς σου λέω, απλά εσύ ζητάς να πιάνεις £10.000 το χρόνο, η εταιρεία εζήταν να της δουλεύκεις. Έτσι ήταν τα πράγματα ή δεν ήταν έτσι τα πράγματα; Α. Δεν γνωρίζω ακριβώς πως ήταν η συμφωνία. Ε. Να σας ερωτήσω κάτι άλλο. Εσύ επήγες τζιαί έβαλες £30.000 σε τούτη την εταιρεία, σωστά; Α. Ναι. Ε. Ζητούσες να πιάνεις £10.000 το χρόνο, σωστά; Α. Ναι. Ε. Έβαλες τες τούτες τις £30.000, σαν επένδυση, χωρίς να αναλάβεις καμιά υποχρέωση; κος. Κυριακίδης:- Ένσταση ... Δικαστήριο:- Κοιτάξετε. Παρουσιάσετε το Τεκμήριο 1, δεν υπήρχε ένσταση στην κατάθεση του από τον κ. Νικήτα. Δεν σημαίνει ότι επειδή δεν έφερε ένσταση στην κατάθεση του εγγράφου ως τεκμήριο ότι είναι κοινώς αποδεκτό, υπό την έννοια ότι δεν θα μπορούσε μετά να αντεξετάσει το μάρτυρα σε σχέση με το περιεχόμενο του. Ο κ. Καμπούρης τώρα ουσιαστικά αντεξετάζει σε σχέση με το περιεχόμενο του. Το ότι υπάρχει εκεί, σίγουρα θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και το Δικαστήριο είναι εκεί που θα βασιστεί για να δει ποια ήταν η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Δεν μπορώ όμως να μην επιτρέψω ερωτήσεις οι οποίες να έχουν σχέση με την εφαρμογή αυτής της συμφωνίας. κος Κυριακίδης:- Αποσύρω την ένσταση. Συνέχιση αντεξέτασης από τον κ. Καμπούρη:- (Διαβάζεται από τη στενογράφο η τελευταία ερώτηση) Α. Υποχρέωση μου ήταν να δουλεύω στην εταιρεία.» [42] Ουσιαστικά αυτό το οποίο παρατηρείται είναι πως παρά και τη σύντομη διάρκεια της η αντεξέταση του ενάγοντα από τον κο. Καμπούρη όχι μόνο ήταν στοχευμένη αλλά και ορθά επικεντρωμένη στα επίδικα θέματα. [43] Δόθηκε επίσης η ευκαιρία στον ενάγοντα να εξηγήσει για ποιό λόγο άφησε να διαρρεύσει το χρονικό διάστημα από το 2003 έως το 2007 προτού τερματίσει την επίδικη συμφωνία. Δίχως, όπως διαπιστώνεται, επί του προκειμένου να δίδει οποιαδήποτε σαφή και πειστική απάντηση η οποία να δικαιολογεί αυτή την επιλογή. Το σημείο αυτό της αντεξέτασης του παρατίθεται πιο κάτω (βλ. σχετικά την παράγραφο [60]). [44] Η γραπτή δήλωση του ενάγοντα βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο ίδιο το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης. Το οποίο βεβαίως βασίζεται και στο περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας. Παραδείγματος χάριν, αναφέρει συγκεκριμένα ο ενάγων (παράγραφος 12 της γραπτής δήλωσης) πως όλοι οι όροι της επίδικης συμφωνίας είναι ουσιώδεις και ότι παράβαση οποιουδήποτε όρου δίδει στο ανυπαίτιο μέρος το δικαίωμα να διεκδίκησει αποζημιώσεις ή να τερματίσει τη συμφωνία (βλ. σχετικά τον όρο 21 της συμφωνίας και την παράγραφο 9 της έκθεσης απαίτησης). [45] Ως βασικός όρος της συμφωνίας, υπό την έννοια της καθοριστικής γενικότητας του, κρίνεται ο όρος 12 σύμφωνα με τον οποίο τα μέρη θα καταβάλουν κάθε προσπάθεια για την εκπλήρωση των σκοπών της εταιρείας, για την επαύξηση των εργασιών και των κερδών της ως επίσης και για την άσκηση της επιχείρησης κατά τρόπο που θα επαυξάνει την κερδοφορία της. Παρατηρείται πως η ύπαρξη αυτού του όρου εμφανώς αντιμετωπίζεται διαφορετικά από τους διάδικους με τα δικόγραφα τους. [46] Εντός της έκθεσης απαίτησης δεν δίδεται οποιαδήποτε αναφορά σε αυτό τον όρο ενώ εντός της έκθεσης υπεράσπισης υπάρχει αναφορά στην υποχρέωση του ενάγοντα να εργάζεται «προσωπικά με πλήρες ωράριο για την εταιρεία και για αύξηση των εργασιών και των κερδών της ως οι συμβατικές του υποχρεώσεις» (παράγραφος 3 (Ζ)). [47] Αξίζει να σημειωθεί σε αυτό το σημείο της απόφασης πως πραγματικά η όλη διατύπωση της έκθεσης απαίτησης χαρακτηρίζεται από μία επιλεκτική αναφορά στο περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας. Έτσι ώστε να δίδεται έμφαση στα δικαιώματα αλλά όχι παράλληλα και στις υποχρεώσεις του ενάγοντα βάσει της συμφωνίας. [48] Με την απάντηση στην υπεράσπιση ο ενάγων αρνείται το συγκεκριμένο μέρος της υπεράσπισης προβάλλοντας τις ακόλουθες θέσεις. Σε κανένα σημείο της επίδικης συμφωνίας δεν διασυνδέεται η «κατ΄ ισχυρισμόν» υποχρέωση του ενάγοντα να εργάζεται στην εταιρεία με την υποχρέωση των εναγομένων να του μεταβιβάσουν το 50% της επιχείρησης και των μετοχών της εταιρείας. Βεβαίως η θέση αυτή εκ πρώτης όψεως δεν συνάδει με το γεγονός πως σύμφωνα με συγκεκριμένη πρόνοια της συμφωνίας η μεταβίβαση δεν γίνεται αμέσως με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας αλλά ακολουθεί ένα χρονοδιάγραμμα εντός του 2003 και 2004 μετά και από την πρώτη μεταβίβαση εντός του
  13. [49] Επιπλέον, με την απάντηση στην υπεράσπιση, δίδεται έμφαση στον όρο 15 της συμφωνίας σύμφωνα με τον οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη δεν είχαν υποχρέωση να εργάζονται για την εταιρεία σε περίπτωση ασθενείας ή λόγων ανωτέρας βίας ή λόγων ανεξαρτήτων της θέλησης τους. Συμπληρώνεται δε αυτή η αναφορά με ισχυρισμό ως προς το ότι σοβαρή ασθένεια του ενάγοντα λόγω της οποίας πλέον λάμβανε σύνταξη ανικανότητας/αναπηρίας δεν του επέτρεπε να εργάζεται με πλήρες και συνεχές ωράριο για την εταιρεία. [50] Βεβαίως με τις υπόλοιπες υποπαραγράφους της παραγράφου 2 της απάντησης στην υπεράσπιση προβάλλονται και άλλοι ισχυρισμοί οι οποίοι επίσης λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση του θέματος της υποχρέωσης του ενάγοντα να εργάζεται. Διατηρείται βεβαίως υπόψη από το Δικαστήριο πως απώτερος στόχος τέτοιας εργασίας δεν θα μπορούσε να ήταν οτιδήποτε άλλο από τα όσα προνοούνται σχετικά από τον όρο 12 της επίδικης συμφωνίας. [51] Το Δικαστήριο αναλύει πιο κάτω τη σημασία του όρου 15 της επίδικης συμφωνίας σε σχέση και με τον όρο 16 σε συνάρτηση βεβαίως και με τα όσα προνοούνται σχετικά από τον όρο 12 (βλ. σχετικά τις παραγράφους [70] έως και [79] αυτής της απόφασης). [52] Αξίζει να σημειωθεί πως εντός της έκθεσης απαίτησης δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά στο κοινά αποδεκτό ουσιαστικά δεδομένο πως από μία ημερομηνία και μετά ο ενάγων έπαυσε να εργάζεται στην επίδικη επιχείρηση. Δημιουργείται δηλαδή ένα χρονικό κενό για το οποίο ο ίδιος ο ενάγων αρχικά τουλάχιστον δεν προέβαλλε οποιοδήποτε ισχυρισμό. Στην παράγραφο 8 της έκθεσης απαίτησης ισχυρίζεται ο ενάγων πως ενώ έλαβε ορισμένα χρηματικά ποσά (επίσης αόριστος ισχυρισμός ως πρός το ύψος του ποσού το οποίο έλαβε) στη συνέχεια ισχυρίζεται πως «ουδέν ποσόν έλαβε κατά τα επόμενα χρόνια μέχρι τον τερματισμό της συμφωνίας». [53] Δίχως βεβαίως να παρέχονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες αναφορικά με το τι είχε συμβεί κατά τη διάρκεια αυτών των επόμενων χρόνων. Μεταξύ δηλαδή του τέλους του πρώτου χρόνου από την υπογραφή της συμφωνίας μέχρι και την ημερομηνία των επιστολών τερματισμού στις 16/4/
  14. Παραδείγματος χάριν, εάν συνέχισε η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων, εάν ο ενάγων συνέχισε να εργάζεται, εάν οι εναγόμενοι των έδιωξαν ή οτιδήποτε άλλο σχετικό με αυτή τη χρονική περίοδο. Μόνο μετά από τη καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισης όπου προβάλλονται σχετικοί ισχυρισμοί από τους εναγόμενους τοποθετείται πλέον ο ενάγων ως πρός το θέμα αυτό. Αφού πλέον δηλαδή ισχυρίστηκαν οι εναγόμενοι πως παρέλειπε ο ενάγων να εργάζεται προσωπικά με πλήρες ωράριο για την εταιρεία καθώς και ότι στη συνέχεια εγκατέλεψε εντελώς την εργασία του. [54] Τότε μόνο για πρώτη φορά προβάλει ο ενάγων, εντός της απάντησης στην υπεράσπιση, ισχυρισμό ως πρός την ύπαρξη σοβαρής ασθένειας η οποία δεν του επέτρεπε να εργάζεται με πλήρες και συνεχές ωράριο για την εταιρεία. Παράλληλα βεβαίως προβάλλονται και ορισμένες νομικές θέσεις. Οι οποίες εύλογα δημιουργούν την εντύπωση προσπάθειας δικαιολόγησης εκ των υστέρων το γεγονός ότι ο ενάγων όντως έπαυσε εντελώς να εργάζεται για την επιχείρηση. Γεγονός το οποίο βεβαίως ο ίδιος παρέλειψε να αναφέρει εντός της έκθεσης απαίτησης του σε σχέση με τα «...επόμενα χρόνια από της υπογραφής της προαναφερθείσας συμφωνίας» (παράγραφος 8 της έκθεσης απαίτησης). [55] Άλλες νομικές θέσεις ήταν οι ακόλουθες. Όπως δηλαδή ότι σε κανένα σημείο της συμφωνίας δεν γίνεται σύνδεση της υποχρέωσης του ενάγοντα να εργάζεται, η οποία μάλιστα περιγράφεται, εντελώς εκτός του εύκολα κατανοητού πνεύματος της συμφωνίας, ως «κατ΄ ισχυρισμόν υποχρέωσης» (παράγραφος 2 (α) της απάντησης στην υπεράσπιση). Ή ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε πριν από την καταχώρηση του δικογράφου τους προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι ο ενάγων δεν εργαζόταν με πλήρες ωράριο για την εταιρεία. Προσθέτοντας ότι αυτή η συμπεριφορά τους «δημιουργεί κώλυμα και τους παρεμποδίζει (waiver and/or estoppel) από το να επικαλούνται αυτή τη δικαιολογία τώρα για μη τήρηση των συμβατικών τους υποχρεώσεων». [56] Αξίζει να σημειωθεί, έστω και με τα όσα αναφέρει σχετικά ο ενάγων πλέον σε απάντηση των ισχυρισμών τους οποίους για πρώτη φορά προέβαλαν οι εναγόμενοι στο δικόγραφο τους, το εξής. Ισχυρίζεται, χρονικά αόριστα, ότι η σοβαρή ασθένεια από την οποία έπασχε, «...δεν του επέτρεπε να εργάζεται με πλήρες και συνεχές ωράριο για την εταιρεία» (παράγραφος 2 (β) της απάντησης στην υπεράσπιση). Παραλείπει όμως να δώσει σαφείς λεπτομέρειες ως προς το θέμα αυτό. Περιορίζει δηλαδή το όλο θέμα σε ισχυρισμό ως προς το ότι δεν εργαζόταν με πλήρες ωράριο δίχως να παρέχει οποιεσδήποτε διευκρινίσεις ως πρός τις ενέργειες του ιδίου για μία σχετικά μεγάλη χρονική περίοδο από το τέλος του έτους 2003 μέχρι και την ημερομηνία του τερματισμού στις 16/4/
  15. Δημιουργείται δηλαδή ένα κενό περίπου 3½ ετών κατά τη διάρκεια του οποίου ο ενάγων δεν ισχυρίζεται με οποιαδήποτε σαφήνεια εντός των δικογράφων του, κατά πόσο εξακολουθούσε να εργάζεται έστω και με περιορισμένο ωράριο για την εταιρεία. Είναι στη συνέχεια, με τη παρουσίαση της μαρτυρίας του, στην παράγραφο 16 της γραπτής δήλωσης του όπου πλέον σαφώς ισχυρίζεται - αντιφατικά ουσιαστικά εάν ληφθεί υπόψη η αοριστία στο δεύτερο δικόγραφο του - πως λόγοι υγείας δεν του επέτρεψαν να εργαστεί στην εταιρεία μετά το τέλος του 2003 (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου). Σαφώς δηλαδή πλέον ο ισχυρισμός του ενάγοντα είναι για πλήρη αδυναμία εργασίας και όχι ότι δεν εργαζόταν με πλήρες και συνεχές ωράριο για την εταιρεία. ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΚΑΤΑΛΗΞΗΣ ΣΕ ΕΥΡΗΜΑΤΑ [57] Διευκρινίζω το εξής. Παρά και το γεγονός της αναντίλεκτης φύσης της μαρτυρίας του ενάγοντα εντούτοις διαπιστώνεται η ύπαρξη τέτοιας αοριστίας αναφορικά με βασικά γεγονότα αυτής της αγωγής έτσι ώστε να μην παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα ως πρός την πραγματική πτυχή αυτής της αγωγής σε σχέση με θέματα τα οποία κρίνονται καθοριστικά ως πρός την ερμηνεία και εφαρμογή της επίδικης συμφωνίας. [58] Παραδείγματος χάριν, διαπιστώνεται η ύπαρξη αοριστίας επί ενός ιδιαίτερα σημαντικού χρονικού διαστήματος. Δηλαδή αυτό το οποίο μεσολάβησε μεταξύ της πρώτης χρονικής περιόδου για το πρώτο έτος κατά το οποίο ο ενάγων εργάστηκε στην επίδικη επιχείρηση και το χρονικό διάστημα των περίπου 3½ έτων από το κατά προσέγγιση χρονικό σημείο διακοπής της εργασίας του ενάγοντα στην επιχείρηση μέχρι και την ημερομηνία κατά την οποία επέλεξε όπως τερματίσει την επίδικη συμφωνία. [59] Ουσιαστικά το Δικαστήριο ως πρός τον καθορισμό του πραγματικού πλαισίου αυτής της αγωγής βασίζεται μεν στην όση μαρτυρία ο ενάγων παρουσίασε προς απόδειξη της αξίωσης του, ως επίσης και στα όσα είναι παραδεκτά από τα δικόγραφα των διαδίκων και τα γεγονότα τα οποία προκύπτουν επίσης ως αμοιβαία αποδεκτά από την αντεξέταση του διατηρώντας υπόψη μία συνολική εικόνα από την προφορική κατάθεση του. Όμως πραγματικά στο βαθμό στον οποίο αμφισβητήθηκαν οποιαδήποτε καίρια γεγονότα κατά την αντεξέταση του ενάγοντα δεν έχω πεισθεί από τις απαντήσεις του πως θα πρέπει το Δικαστήριο να βασιστεί αποκλειστικά στη δική του μαρτυρία ως αξιόπιστη έτσι ώστε με αυτό τον τρόπο να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με την πραγματική πτυχή της αγωγής. [60] Ιδιαίτερα δε σε σχέση με τους λόγους οι οποίοι οδήγησαν τον ενάγοντα στον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας. Παραθέτω πιο κάτω μέρος του πρακτικού του Δικαστηρίου επί του συγκεκριμένου θέματος, βάσει του οποίου αναδεικνύεται τόσο η αοριστία στη μαρτυρία του ενάγοντα όσο και η ουσιαστικά ετσιθελικά αδικαιολόγητη προσέγγιση του ως πρός τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας. Αδικαιολόγητη υπό την έννοια ότι ακόμη και ο ίδιος δεν προσφέρει μία σαφή εκδοχή ως πρός τις ενέργειες του στο μεσοδιάστημα μέχρι τον τερματισμό αλλά και τους λόγους της απόφασης του να προχωρήσει σε τερματισμό της επίδικης συμφωνίας. Ερώτηση :- Κύριε, γιατί άφησες όλο αυτό το χρονικό διάστημα να παρέλθει για να τερματίσεις τη συμφωνία, από το 2003 ως το 2007; Απάντηση :- Έτσι θεώρησα. Ερώτηση :- Κύριε μάρτυς, συμφωνείς μαζί μου ότι, όταν θεωρούμε ότι έχουμε κάποια δικαιώματα που πλήττονται, πρέπει να τα ζητούμε γρήγορα; Δικαστήριο προς Μ. Ε. 1 :- Καταλάβατε; Συνέχιση αντεξέτασης από τον κ. Καμπούρη:- Απάντηση :- Επειδή είχα πολλά προβλήματα προσωπικά τζιαί θέματα υγείας κυρίως τζιαί άλλα, όντως έννεν ... Θεώρησα ότι ήταν, η ημερομηνία που αποφάσισα να κινήσω την αγωγή ήταν η ημερομηνία που θεώρησα ότι έπρεπε τέλος πάντων να δούμε ήνταμ που να γίνει με τούτη την υπόθεση. Ερώτηση :- Άρα, κ. μάρτυς, για να καταλάβω μας λέτε ότι, είχα πολλά προβλήματα γι΄ αυτό και καθυστέρησα; Απάντηση :- Όï. Θεώρησα ότι ήταν ένα διάστημα που έπρεπε να, τέλος πάντων να διεκδικήσω τα δικαιώματα που μου εδίαν η συμφωνία. [61] Συνεπώς το Δικαστήριο βασίζεται μεν στη μαρτυρία του ενάγοντα έτσι ώστε να διαμορφώσει μία εικόνα ως πρός τα γεγονότα της αγωγής παράλληλα όμως, όπως διαπιστώνεται, αυτή δεν είναι επαρκής έτσι ώστε να δημιουργήσει μία πλήρης και σαφή βάση επί της πραγματικής πτυχής της αξίωσης του. Ιδιαίτερα δε σε σχέση με βασική πτυχή της αξίωσης του. Υπό την έννοια να προσφέρεται ουσιαστικά μία σαφής εξήγηση σε σχέση με το κρινόμενο ως βασικό ερώτημα κατά πόσο όντως υπήρξε αλλά και πότε ακριβώς υπήρξε μία τέτοια παράβαση της συμφωνίας από τους εναγόμενους και η οποία να παρείχε στον ενάγοντα το δικαίωμα να τερματίσει αυτή τη συμφωνία και να διεκδικήσει τις συγκεκριμένες θεραπείες τις οποίες αξιώνει με την αγωγή του. Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΔΙΚΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ [62] Αναφορικά με τη νομική πτυχή της αγωγής ασφαλώς το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του πως σκοπός της ερμηνείας της επίδικης συμφωνίας είναι η ανεύρεση της πρόθεσης των µερών όπως εξάγεται από τη γλωσσική διατύπωση του κειµένου, εξεταζόµενο στο σύνολό του (βλ. σχετικά Transnatco Ltd ν. Superclima Engineering Ltd

(2010)1Α Α. Α. Δ. 643). Διατηρώ υπόψη μου πως έτσι ώστε «...να εξευρεθεί το νόημα των διαφόρων όρων που περιλαμβάνει μιά σύμβαση πρέπει να ερμηνεύεται συνολικά και με συμμετρικότητα μη τυχόν δημιουργηθεί δυσαρμονία στην εξήγηση τους, η οποία δε θα φανερώνει την αντικειμενικοποιημένη πρόθεση των μερών» (σελίδες 176 έως 177, από την απόφαση Γεωργική Εταιρεία Δ. Γ. Φούτας ν Εταιρεία Βάσος Έμποροι Γεωργικών Προϊόντων Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ. 168). [63] Διατηρώντας υπόψη αυτή τη συνολική προσέγγιση ως πρός την ερμηνεία της επίδικης συμφωνίας θεωρώ πως ασφαλώς και δεν είναι δυνατό αυτή να θεωρηθεί απλά ως μία συμφωνία πώλησης μετοχών ή ακόμη και πώλησης μέρους μίας επιχείρησης. Υπό την έννοια δηλαδή μίας χρηματικής επένδυσης η οποία είχε γίνει από τον ενάγοντα στην επιχείρηση η οποία προηγουμένως ανήκε αποκλειστικά στους εναγόμενους. Σαφώς δηλαδή και υπάρχουν όροι εντός της επίδικης συμφωνίας σύμφωνα με τους οποίους και ο ενάγων αναλάμβανε συμβατικές υποχρεώσεις πέραν δηλαδή και από την πληρωμή ενός ποσού αγοράς μέρους της επιχείρησης. [64] Ουσιαστικά η επίδικη συμφωνία συνδυάζει δύο βασικά στοιχεία. Τόσο το στοιχείο της πώλησης μέρους μίας επιχείρησης όσο και της συνεργασίας μεταξύ του ενάγοντα και αμφότερων των εναγομένων ως πρός την προώθηση των εργασιών της επιχείρησης (όρος 12). Έστω και εάν μεταξύ των δύο εναγομένων μόνο ο εναγόμενος 1 αναλάμβανε την υποχρέωση να εργάζεται προσωπικά «με πλήρες ωράριο για την εταιρεία και την άσκηση της επιχείρησης της» (όρος 15). [65] Αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως ο ενάγων με την αξίωση του επικεντρώθηκε στο μέρος εκείνο της συμφωνίας σύμφωνα με το οποίο ο ίδιος αγόραζε το μέρος μίας επιχείρησης και με την οποία αγορά αποκτούσε συγκεκριμένα δικαιώματα ως πρός την πληρωμή του ήμισυ των εισπράξεων της επιχείρησης - δίχως παράλληλα να αναφέρεται στην πρόνοια αφαίρεσης των εξόδων (όρος 7) - και της πληρωμής ουσιαστικά μίας αποζημίωσης επί ετήσιας βάσης η οποία θα ήταν πληρωτέα από αμφότερους τους εναγομένους ανεξαρτήτως του κατά πόσο όντως υπήρχαν κέρδη ή μερίσματα για διαμοιρασμό μεταξύ των συμβαλλομένων (όρος 8). [66] Δηλαδή είτε είχε είτε δεν είχε κέρδη η επιχείρηση όντως ο ενάγων σαφώς είχε δικαίωμα στην είσπραξη ενός συγκεκριμένου ποσού. Έστω και εάν η διάρκεια ισχύς αυτού του δικαιώματος είναι αόριστη υπό την έννοια της χρονικής πτυχής αυτού. Εξαιτίας βεβαίως της φράσης «κατά τα επόμενα χρόνια» εντός του όρου 8 της επίδικης συμφωνίας. [67] Παράλληλα όμως ο ενάγων αναλάμβανε και ο ίδιος συγκεκριμένες υποχρεώσεις. Ουσιαστικά είναι αναφορικά με την εκπλήρωση αυτών των υποχρεώσεων όπου δημιουργείται και η επίδικη διαφορά μεταξύ των διαδίκων. Όπως αυτή δηλαδή παρατίθεται εντός των δικογράφων. [68] Παραδείγματος χάριν, αναφέρεται στην παράγραφο 3 Β της έκθεσης υπεράσπισης πως ο λόγος της σταδιακής μεταβίβασης των μετοχών της εταιρείας ήταν «....η υποχρέωση του Ενάγοντα να εργάζεται προσωπικά με πλήρες ωράριο για την εταιρεία και την άσκηση της επιχείρησης της καθώς επίσης και για επαύξηση των εργασιών και των κερδών της». Ουσιαστικά γίνεται αναφορά στους όρους 12 και 15 της επίδικης συμφωνίας. Μάλιστα το θέμα αυτό εγέρθηκε για πρώτη φορά στην έκθεση υπεράσπισης των εναγομένων. Οδηγώντας και στην αναγκαιότητα ο ενάγων να τοποθετηθεί αναλόγως με το δεύτερο δικόγραφο του. [69] Αναφορικά με τα όσα ο ενάγων αναφέρει στην απάντηση στην υπεράσπιση στις υποπαραγράφους της παραγράφου 2 και με το Δικαστήριο να παραμένει σταθερά προσηλωμένο στο έργο ερμηνείας της επίδικης συμφωνίας, παρατηρώ τα ακόλουθα, όπου βεβαίως αυτό κρίνεται αναγκαίο. [69.1] Σε σχέση με την υποπαράγραφο (α) διαπιστώνονται τα ακόλουθα. [69.1.1] Έστω και εάν δεν υπάρχει ρητή διασύνδεση της υποχρέωσης του ενάγοντα να εργάζεται στην εταιρεία με την υποχρέωση των εναγομένων για μεταβίβαση του αγορασθέντος μέρους της επιχείρησης και των μετοχών της εταιρείας παράλληλα δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί πως η υποχρέωση αυτή εμπίπτει γενικότερα στο όλο πλαίσιο της επίδικης συμφωνίας. [69.1.2] Ουσιαστικά αυτή είναι και η κύρια μελλοντική υποχρέωση την οποία ο ενάγων αναλάμβανε πέραν και από την αρχική υποχρέωση της πληρωμής του ποσού των £30.
  1. [69.1.3] Συνεπώς έστω και εάν δεν υπάρχει μία τέτοια ρητή διασύνδεση δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί το γεγονός πως όπως προκύπτει από μία συνολική αντίληψη του περιεχομένου της συμφωνίας οι εναγόμενοι δεν πωλούσαν απλώς μέρος της επιχείρησης τους αλλά παράλληλα συμφωνούσαν με τον ενάγοντα πως αυτός θα κατέβαλε «...κάθε προσπάθεια για την εκπλήρωση των σκοπών της εταιρείας ... για την επαύξηση των εργασιών και των κερδών της ως επίσης και για την άσκηση της επιχείρησης κατά τρόπο, που θα επαυξάνει την κερδοφορία της» (όρος 12). Ως επίσης πως ο ίδιος θα εργαζόταν «...προσωπικά με πλήρες ωράριο για την εταιρεία και την άσκηση της επιχείρησης της» (όρος 15). [69.1.4] Δηλαδή, παρά και την ανυπαρξία συγκεκριμένης διασύνδεσης, υπό την έννοια δηλαδή ύπαρξης συγκεκριμένου όρου, της υποχρέωσης εργασίας του ενάγοντα με την υποχρέωση των εναγομένων για τη μεταβίβαση των μετοχών, αυτό δεν οδηγεί λογικά σε συμπέρασμα πως εάν προηγουμένως ο ενάγων δεν συμμορφωνόταν με τις υποχρεώσεις του τότε οι εναγόμενοι θα εξακολουθούσαν να έχουν υποχρέωση ακολούθως να προχωρούσαν στη σταδιακή μεταβίβαση των μετοχών. [69.1.5] Εξάγεται από την επίδικη συμφωνία ιδωμένη στο σύνολο της πως η συγκεκριμένη διασύνδεση υπήρχε και πως η υποχρέωση μεταβίβασης των μετοχών από τους εναγόμενους ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη και με τις υποχρεώσεις του ενάγοντα να εργάζεται στην εταιρεία. [69.1.6] Διαφορετικά δεν έχει νόημα η σταδιακή μεταβίβαση των μετοχών. Καθώς δηλαδή θα μπορούσε να υπήρχε πρόνοια όπως το σύνολο του ποσοστού των μετοχών στην εταιρεία το οποίο αναλάμβαναν οι εναγόμενοι να μεταβιβάσουν προς τον ενάγοντα θα μεταβιβαζόταν αμέσως προς αυτόν με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας. Κάτι το οποίο βεβαίως δεν ισχύει στη συγκεκριμένη περίπτωση. [69.1.7] Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως ο ενάγων, παρά την παρέλευση του συμφωνημένου χρονοδιαγράμματος μεταβίβασης των μετοχών δεν ζήτησε τη μεταβίβαση των κατά τη διάρκεια αυτού του χρονοδιαγράμματος αλλά μόνο μετά από παρέλευση χρονικού διαστήματος πέραν των δύο ετών από τη λήξη του προβλεπόμενου χρόνου επέλεξε πλέον να αναφερθεί σε αυτή την ούτω καλούμενη παράλειψη ως μία από τις βασικές παραβάσεις της συμφωνίας από τους εναγόμενους. [69.2] Σε σχέση με την υποπαράγραφο (β) θεωρώ πως το θέμα της υποχρέωσης εργασίας σε περίπτωση ασθένειας ή άλλων συγκεκριμένων λόγων το οποίο εγείρεται με την απάντηση στην υπεράσπιση αποκτά μία ιδιαίτερη διάσταση στη συγκεκριμένη αγωγή. Διατηρώντας υπόψη δηλαδή τη μαρτυρία την οποία ο ενάγων παρουσίασε αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του και της επιδείνωσης της από ένα χρονικό σημείο και μετά. Καθιστώντας τον ανίκανο πλέον για εργασία. Βεβαίως το θέμα αυτό δεν έχει σχέση τόσο με την σωματική αλλά με την ψυχική υγεία του ενάγοντα. Έστω βεβαίως και εάν η κατάσταση της ψυχικής του υγείας αναπόφευκτα κατ΄ επέκταση επηρεάζε και τη σωματική του, υπό την έννοια της έλλειψης είτε της απαραίτητης θέλησης ή ελέγχου έτσι ώστε να μπορούσε να εργάζεται. Δηλαδή, με την έννοια τόσο της πνευματικής όσο και σωματικής καταβολής προσπάθειας για σκοπούς διεκπεραίωσης της εργασίας του. Με την απάντηση στην υπεράσπιση ο ενάγων εισηγείται πως, σύμφωνα και με τον όρο 15 της επίδικης συμφωνίας, σοβαρή ασθένεια δεν του επέτρεπε να εργάζεται με πλήρες και συνεχές ωράριο για την εταιρεία. Το θέμα αυτό εξετάζεται πιο κάτω ως μέρος της γενικότερης ερμηνείας της επίδικης συμφωνίας. [69.3] Αναφορικά με την υποπαράγραφο (γ) και τη θέση ως πρός την ύπαρξη κωλύματος οι εναγόμενοι να επικαλούνται ως ισχυρισμό ότι ο ενάγων δεν εργαζόταν με πλήρες ωράριο για την εταιρεία ως δικαιολογία για την μη τήρηση των συμβατικών τους υποχρεώσεων κρίνω ότι αυτή δεν ευσταθεί. [69.3.1] Υπενθυμίζω σχετικά ότι ουσιαστικά είναι ο ίδιος ο ενάγων ο οποίος ισχυρίζεται αλλά και παρουσίασε μαρτυρία αναφορικά με την αδυναμία του να εργάζεται όχι απλώς με πλήρες ωράριο αλλά καθόλου στην εταιρεία. [69.3.2] Παράλληλα δεν διαπιστώνω πως ευσταθεί η θέση περί της ύπαρξης οποιουδήποτε νομικού κωλύματος να εγείρουν οι εναγόμενοι ένα ισχυρισμό την ουσία του οποίου ο ίδιος ο ενάγων παραδέχεται. Ανεξάρτητα και από το χρονικό σημείο στο οποίο ο ίδιος επέλεξε να αποστείλει την επιστολή τερματισμού της επίδικης συμφωνίας. [69.3.3] Η δε θέση ως πρός το ότι οι εναγόμενοι εμποδίζονται να προβάλλουν αυτό τον ισχυρισμό ως δικαιολογία για τη μη τήρηση των συμβατικών τους υποχρεώσεων αγνοεί το γεγονός πως ο ισχυρισμός της αδυναμίας για εργασία δεν είναι απλώς ισχυρισμός των εναγομένων αλλά του ίδιου του ενάγοντα. Το κατά πόσο η πραγματικότητα ενός αμοιβαία αποδεκτού ισχυρισμού επηρεάζει τη τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων των εναγομένων δεν είναι τόσο θέμα προβολής του ισχυρισμού από τους ίδιους τους εναγόμενους αλλά μέρος του όλου πραγματικού πλαισίου το οποίο λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο σε σχέση με την ερμηνεία και κατ΄ επέκταση της εφαρμογής της επίδικης συμφωνίας. [69.3.4] Προβάλλουν δηλαδή οι εναγόμενοι ένα ισχυρισμό ο οποίος αποτελεί ένα δεδομένο σε σχέση με τα γεγονότα αυτής της αγωγής και το οποίο δεδομένο εντάσσεται και αυτό εντός του γενικότερου πραγματικού πλαισίου της αγωγής στον καθορισμό των δικαιωμάτων αλλά και υποχρεώσεων τόσο του ενάγοντα όσο και των εναγομένων. Βάσει της ερμηνείας η οποία υπό αυτές τις περιστάσεις είναι δυνατό να δοθεί στην επίδικη συμφωνία. [69.3.5] Θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις οι εναγόμενοι δεν εμποδίζονταν με οποιοδήποτε τρόπο όπως εγείρουν το συγκεκριμένο θέμα μετά και από την επιλογή του ενάγοντα στο χρονικό σημείο το οποίο ο ίδιος επέλεξε όπως ασκήσει ένα κατ΄ ισχυρισμό δικαίωμα τερματισμού της επίδικης συμφωνίας με την αποστολή των σχετικών επιστολών. Το γεγονός ότι δεν είχαν θέσει το συγκεκριμένο θέμα προηγουμένως δεν σημαίνει πως στη συνέχεια οι ίδιοι είχαν εγκαταλείψει τη δυνατότητα να εφαρμόσουν την επίδικη συμφωνία σε σχέση με τη διεκδίκηση των δικών τους δικαιωμάτων σύμφωνα και με τις αντίστοιχες υποχρεώσεις τις οποίες ο ενάγων είχε αναλάβει στο σύνολο τους και ιδιαίτερα δε την υποχρέωση εργασίας του στην εταιρεία. [69.3.6] Ενδεχομένως, από νομικής άποψης δηλαδή ορθότερης κατοχύρωσης των δικαιωμάτων των διαδίκων, να ήταν ορθότερο οι ίδιοι οι εναγόμενοι να είχαν επιδιώξει νωρίτερα μία γενικότερη τακτοποίηση της όλης λειτουργίας ή εφαρμογής της επίδικης συμφωνίας και ίσως και της λύσης αυτής ή της ανάλογης αποδέσμευσης όλων των συμβαλλομένων από οποιεσδήποτε υποχρεώσεις. [69.3.7] Όμως αυτό δεν οδηγεί αυτόματα σε συμπέρασμα πως εφόσον ο ίδιος ο ενάγων δεν διεκδικούσε οτιδήποτε βάσει της εφαρμογής της επίδικης συμφωνίας για μία σχετικά μακρά χρονική περίοδο, θα πρέπει να θεωρηθεί πως οι εναγόμενοι δεν θα μπορούσαν, εάν πρώτος αυτός το έπραττε, τότε και οι ίδιοι να εγείρουν ως θέμα προς εξέταση από το Δικαστήριο όχι μόνο τις δικές τους υποχρεώσεις βάσει της συμφωνίας αλλά και αυτές του ενάγοντα ως επίσης και το γεγονός της μη τήρησης ενός σημαντικού μέρους αυτών για μία συγκεκριμένη χρονική περίοδο πριν από την αποστολή των επιστολών τερματισμού της συμφωνίας από τον ενάγοντα. [69.4] Ως πρός τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του ενάγοντα εντός του δεύτερου δικογράφου του αυτοί κυρίως έχουν σχέση με απόρριψη ισχυρισμών των εναγομένων επί πραγματικών γεγονότων σε σχέση με την απόδειξη των οποίων βεβαίως οι εναγόμενοι δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε μαρτυρία έχοντας υπόψη και την τροπή την οποία πήρε η αγωγή μετά και από απόρριψη του αιτήματος αναβολής του εναγομένου
  2. Επομένως επί αυτών των ισχυρισμών ασφαλώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε οποιοδήποτε συμπέρασμα σε σχέση με τα γεγονότα αντίθετο από οποιοδήποτε ισχυρισμό του ενάγοντα. Σε σχέση δηλαδή, με ισχυρισμούς ως πρός τη χρήση απαγορευμένων ουσιών ή διαδικασία απεξάρτησης του ενάγοντα ή απάντηση προς την επιστολή τερματισμού ή προσφορά η οποία να έγινε όντως προς τον ενάγοντα για μεταβίβαση του υπόλοιπου των μετοχών ή της επιχείρησης. Ως πρός τη θέση αναφορικά με τους λόγους τερματισμού (υποπαράγραφος (ζ)) βεβαίως αυτό αποτελεί μέρος της νομικής πτυχής της αγωγής σε σχέση και με το θέμα του τερματισμού της επίδικης συμφωνίας από τον ενάγοντα. Ως πρός το ότι δηλαδή οι λόγοι τερματισμού της επίδικης συμφωνίας δεν ήταν μόνο η μή μεταβίβαση της επιχείρησης και των μετοχών της προς τον ενάγοντα αλλά και η μή απόδοση προς αυτόν του 50% των εισπράξεων της εταιρείας σύμφωνα με τον όρο 7 της συμφωνίας αλλά και τα χρηματικά ποσά τα οποία προέβλεπε ο όρος
  3. Βεβαίως οι λόγοι τερματισμού παρατίθενται με πιο γενικό τρόπο και στην έκθεση απαίτησης εφόσον εντός αυτής ο ενάγων αναφέρεται γενικά στη μη τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων των εναγομένων. Η ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΑ [70] Υπάρχουν δύο όροι στην επίδικη συμφωνία αναφορικά με την πιθανότητα επηρεασμού της δυνατότητας του ενάγοντα και του εναγομένου 1 να εργάζονται για την εταιρεία και την επιχείρηση της. Με τον όρο 15 τονίζεται η καταβολή προσπάθειας επίτευξης συγκεκριμένων στόχων για την κερδοφορία της επιχείρησης η οποία περιγράφεται στον όρο 12, με άμεση αναφορά στην υποχρέωση τόσο του εναγομένου 1 όσο και του ενάγοντα να εργάζονται προσωπικά με πλήρες ωράριο για την εταιρεία και την άσκηση της επιχείρησης της. Σημειώνεται όμως πως τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται «...σε περίπτωση ασθένειας ή λόγων ανωτέρας βίας ή λόγων ανεξαρτήτων της θέλησης οιουδήποτε των μερών, που έχουν υποχρέωση για εργασία δυνάμει της παραγράφου αυτής». [71] Αξιοσημείωτη είναι η ύπαρξη επιπρόσθετης πρόνοιας στον όρο 16 σύμφωνα με τον οποίο σε «... περίπτωση θανάτου ή αναπηρίας ή μόνιμης ανικανότητος ή αδυναμίας προς εργασία ή μόνιμης απουσίας...» του εναγομένου 1 «...εντός των 5 ετών από της υπογραφής...» της συμφωνίας τότε ο ενάγων «...δικαιούται να τερματίσει την παρούσα συμφωνία και να ζητήσει να του επιστραφούν όλα τα ποσά, που κατέβαλε βάσει αυτής». [72] Παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το γεγονός της ύπαρξης της συγκεκριμένης διάκρισης στην επίδικη συμφωνία. Έστω και εάν ο όρος 16 εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση του εναγομένου 1 εντούτοις διατηρώντας υπόψη πως ο όρος 15 εφαρμόζεται τόσο για τον ενάγοντα όσο και για τον εναγόμενο 1 παρέχεται συνεπώς στο Δικαστήριο η δυνατότητα να καταλήξει στην ακόλουθη λογική ερμηνεία ως πρός τη σημασία της ξεχωριστής ύπαρξης αυτών των δύο όρων. Ιδιαίτερα δε του όρου
  4. [73] Θεωρώ πως ο όρος 15 σαφώς δεν έχει την έννοια την οποία ο ενάγων επεδίωξε να δοθεί σε αυτόν. Δηλαδή, της μονιμότητας μίας κατάστασης της υγείας του η οποία δεν θα του επέτρεπε πλέον να εργαστεί στην εταιρεία. Η λογική ερμηνεία η οποία είναι δυνατό να δοθεί στον συγκεκριμένο όρο είναι πως η εφαρμογή του είχε σχέση όντως με την υποχρέωση εργασίας του ενάγοντα και του εναγομένου 1 και τη πιθανότητα επηρεασμού αυτής της υποχρέωσης, όχι όμως επί μόνιμης αλλά επί προσωρινής βάσης. [74] Η ύπαρξη του όρου 16 βοηθά το Δικαστήριο να καταλήξει σε αυτή την ερμηνεία. Καθότι με τον όρο 16 δημιουργείται ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο γεγονότων. Καθιερώνεται με αυτό τον όρο μία έννοια μονιμότητας στην κατάσταση υγείας ή ουσιαστικά ικανότητας του εναγομένου 1 μεν αλλά αυτό δεν σημαίνει πως θα πρέπει να δοθεί η ίδια έννοια μονιμότητας και στον όρο
  5. Θεωρώ δηλαδή πως ο όρος 15 αναφέρεται στη λειτουργία της επιχείρησης επί καθημερινής βάσης, δηλαδή από μέρα σε μέρα και λαμβάνει υπόψη το ανθρωπίνως αποδεκτό ενδεχόμενο ένας από τα δύο συγκεκριμένα συμβαλλόμενα μέρη να απουσιάζει για κάποια χρονική περίοδο από την εργασία του. Δηλαδή, λόγω ασθένειας ή ανωτέρας βίας ή λόγων ανεξαρτήτως της θέλησης του. Όχι όμως υπό την έννοια μίας μόνιμης βάσης, δηλαδή απουσίας λόγω μόνιμης ανικανότητας συμμόρφωσης με την υποχρέωση εργασίας με πλήρες ωράριο για την εταιρεία και την άσκηση της επιχείρησης της. [75] Αυτή η έννοια υπάρχει όντως στον όρο
  6. Έστω και πάλι τονίζω παρά και το γεγονός πως ο όρος αυτός εφαρμόζεται μόνο σε σχέση με τον εναγόμενο
  7. Υπενθυμίζω όμως πως ο όρος 15 εφαρμόζεται και για τον εναγόμενο
  8. Επομένως εάν η έννοια της μόνιμης ανικανότητας εμπεριεχόταν και στον όρο 15 τότε η ύπαρξη του όρου 16 θα ήταν αχρείαστη ενώ η πρόνοια εντός αυτού, σε σχέση με τον εναγόμενο 1 και τα πρώτα πέντε έτη από την υπογραφή της συμφωνίας, θα μπορούσε να αποτελούσε απλά μέρος του όρου
  9. Σε σχέση δηλαδή με τις διαφορετικές συνέπειες σε περίπτωση όπου η μόνιμη ανικανότητα για εργασία ήταν αυτή του εναγομένου 1 και όχι του ενάγοντα. [76] Παρέχοντας με αυτό τον τρόπο ένα πλεονέκτημα μεν στον ενάγοντα αλλά εντός του ίδιου πλαισίου αναφορικά με τη διάρκεια της ανικανότητας για εργασία η οποία θα ήταν μόνιμης φύσης και όχι προσωρινής κατά τη διάρκεια της επί καθημερινής βάσης λειτουργίας της επιχείρησης. Διαφορετικά δεν υπάρχει νόημα στην ύπαρξη του όρου 16, έστω και πάλι τονίζω παρά και το γεγονός πως το πλεονέκτημα το οποίο αυτός ο όρος παρέχει προσφέρεται μόνο για τον ενάγοντα και όχι και για τον εναγόμενο
  10. [77] Παραδείγματος χάριν, θα μπορούσε να υπάρχει παρόμοια πρόνοια η οποία να παρείχε κάποια ανάλογα δικαιώματα στους εναγόμενους σε περίπτωση μόνιμης ανικανότητας ή αδυναμίας του ενάγοντα για εργασία. Ασφαλώς και δεν υπάρχει τέτοιος όρος στην επίδικη συμφωνία και ούτε και εισηγείται το Δικαστήριο πως αυτός εξυπακούεται με οποιοδήποτε τρόπο. Απλά το αναφέρω αυτό έτσι ώστε να αναδείξω τη βάση επί της οποίας το Δικαστήριο καταλήγει στην συγκεκριμένη ερμηνεία αυτών των δύο όρων εντός του πλαισίου βεβαίως πάντοτε του συνόλου της επίδικης συμφωνίας. [78] Θεωρώ δηλαδή πως δεν μπορεί ο ενάγων να επικαλείται τον όρο 15 και να βασίζεται σε αυτόν σε σχέση με την μόνιμη αδυναμία του να εργαστεί έτσι ώστε για ένα αόριστα χρονικό διάστημα να δικαιούται μεν να μην εργάζεται αλλά παράλληλα να διατηρεί τα δικαιώματα του βάσει είτε του όρου 7 είτε του όρου 8 της επίδικης συμφωνίας ως πρός την πληρωμή προς τον ίδιο είτε του 50% των εισπράξεων της επιχείρησης ή της εταιρείας ή της εγγυημένης αποζημίωσης από τους εναγόμενους του ελάχιστου ποσού των £10.000 ετησίως ή ακόμη και σε σχέση με τη μεταβίβαση των μετοχών. [79] Ως πρός την ερμηνεία αυτών των δύο όρων σε συνδυασμό μεταξύ τους αλλά και διατηρώντας υπόψη τους υπόλοιπους όρους της επίδικης συμφωνίας ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη και η διατύπωση τους. Επισημαίνω πως στον όρο 15 υπάρχει αναφορά σε ασθένεια ή λόγους ανωτέρας βίας ή λόγων ανεξαρτήτως της θέλησης οιουδήποτε των μερών ενώ στον όρο 16 υπάρχει αναφορά σε καταστάσεις με μία σαφή έννοια μονιμότητας. Μεταξύ αυτών η πιο μόνιμη πιθανή, δηλαδή αυτή του θανάτου αλλά επίσης αυτή της αναπηρίας ή μόνιμης ανικανότητας ή αδυναμίας προς εργασία ή μόνιμης απουσίας του εναγομένου
  11. Η ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΔΙΚΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ [80] Ουσιαστικά, θέτοντας το πολύ απλά, δεν νοείται λογικά να παρέχεται η δυνατότητα να γίνει δεκτή ως ορθή μία ερμηνεία της επίδικης συμφωνίας βάσει της οποίας ο ενάγων θα μπορούσε να αναμένει για μία περίοδο 3½ περίπου ετών προτού τερματίσει τη συμφωνία και στη συνέχεια να αξιώνει ολόκληρο το ποσό το οποίο θα μπορούσε να είχε εισπράξει εάν εργαζόταν κατά τη διάρκεια αυτής της χρονικής περιόδου, σύμφωνα και με τον όρο 8, όπως δηλαδή και η αξίωση του. [81] Πραγματικά ο ενάγων με τη μαρτυρία την οποία παρουσίασε δεν δικαιολογεί καθόλου την πάροδο της χρονικής περιόδου αναμονής μέχρι και την αποστολή των επιστολών τερματισμού της επίδικης συμφωνίας. Αναφέρει ο ενάγων στην παράγραφο 10 της έκθεσης απαίτησης πως «κάλεσε επανειλημμένως» τους εναγόμενους να τηρήσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Καμία διευκρίνιση δεν δίδεται ως πρός το πως ακριβώς ο ενάγων «κάλεσε επανειλημμένως» τους εναγόμενους. Η μαρτυρία του επί αυτού του θέματος κρίνεται εντελώς ασαφής και αόριστη. [82] Διευκρινίζω την αναφορά του Δικαστηρίου πιο πάνω στον όρο 8, εφόσον δηλαδή δεν παρέχεται - κυρίως με μαρτυρία - οποιαδήποτε άλλη βάση υπολογισμού επί του οποίου να καθορίζεται το ποσό του 50% των εισπράξεων της επιχείρησης ή της εταιρείας μετά και από αφαίρεση των εξόδων. Είτε βάσει της έκθεσης απαίτησης είτε της μαρτυρίας την οποία ο ενάγων παρουσίασε. Σαφώς διεκδικεί ο ενάγων εφαρμογή του όρου 8 της συμφωνίας και όχι του όρου
  12. Έστω και εάν αναφέρεται και στην μη τήρηση του όρου 7 σε σχέση με την απόδειξη της ύπαρξης του δικαιώματος τερματισμού της συμφωνίας. Σε σχέση όμως με τις θεραπείες τις οποίες ζητά σαφώς βασίζεται στον όρο 8 ως βάση για τον υπολογισμό του ποσού το οποίο αξιώνει. [83] Πως δικαιολογεί όμως ο ενάγων την επιλογή του να μην ασκήσει νωρίτερα το κατά τον ίδιο δικαίωμα τερματισμού της επίδικης συμφωνίας; Καμία απολύτως πειστική δικαιολογία δεν δίδεται σε σχέση με αυτή την επιλογή παρά μόνο μία ετσιθελική και νεφελώδης εξήγηση η οποία προσομοιάζει περισσότερο με μία κατάσταση σύγχυσης παρά μίας πειστικής εκδοχής έστω ακόμη και με βάση την οποιαδήποτε νομική συμβουλή ο ίδιος είχε λάβει έτσι ώστε εν τέλει να προχωρήσει σε τερματισμό της συμφωνίας και στην καταχώρηση της αγωγής του. [84] Υπενθυμίζω και πάλι πως πραγματικά το Δικαστήριο δεν δέχεται ως ορθή, ιδωμένη στο σύνολο της επίδικης συμφωνίας, μία ετσιθελική και ουσιαστικά αυθαίρετη ερμηνεία αυτής η οποία να παρείχε στον ενάγοντα το δικαίωμα επιλογής τερματισμού της σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο αυτός επέλεγε μετά και από το αρχικό σημείο της επέλευσης ουσιαστικά της αδυναμίας του ιδίου να εργαστεί. Αδυναμία μάλιστα όχι για μία περιορισμένη χρονική περίοδο αλλά σύμφωνα και με τη μαρτυρία του ιδίου, για πάντα ή τουλάχιστον, στην καλύτερη των περιπτώσεων, για ένα αόριστο διηνεκές. Δεν έχει καμία λογική η θέση αυτή του ενάγοντα. [85] Τονίζω ότι οι αναφορές του Δικαστηρίου σε λογική δεν είναι σε σχέση με τη γενική έννοια αυτού του στοιχείου αλλά εντός του πλαισίου της λογικής του συνόλου της επίδικης συμφωνίας όπως αυτή είναι δυνατό να τύχει ερμηνείας από το Δικαστήριο. Δεν πείθεται δηλαδή το Δικαστήριο πως η επίδικη συμφωνία παρείχε στον ενάγοντα το δικαίωμα από την ημερομηνία διακοπής της εργασίας του στην επιχείρηση να τηρεί μία στάση αναμονής για 3½ χρόνια περίπου και μόνο τότε να τερμάτιζε τη συμφωνία. [86] Ή πως η επίδικη συμφωνία του παρείχε το δικαίωμα χωρίς να εργάζεται και να έχει προηγουμένως είτε διεκδικήσει εφαρμογή της συμφωνίας ή ακόμη και να την τερματίσει, να επιλέγει, στο τέλος μίας αυθαίρετα επιλεγμένης χρονικής περιόδου, να διεκδικά την πληρωμή του όσου ποσού ο ίδιος θεωρούσε ότι είχε συσσωρευτεί μέχρι τότε ή το οποίο θα δικαιούτο εάν όντως για την ίδια χρονική περίοδο ο ίδιος συμμορφωνόταν με τη δική του υποχρέωση να εργάζεται στην επιχείρηση. [87] Ούτε και είναι δυνατό με τη μαρτυρία την οποία παρουσίασε ο ενάγων να κριθεί ότι οι εναγόμενοι είναι αυτοί οι οποίοι είχαν παραβεί την επίδικη συμφωνία μετά και από την αδυναμία πλέον του ιδίου να εργάζεται και ότι αυτή η παράβαση από τους εναγόμενους αποτέλεσε τη βάση επί της οποίας ο ενάγων απέκτησε το δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας. [88] Αυτό το οποίο όντως είναι δυνατό να διαπιστωθεί είναι πως με ένα ανεύθυνο μεν αλλά αμοιβαίο τρόπο τόσο ο ενάγων όσο και οι εναγόμενοι, κυρίως δηλαδή ο εναγόμενος 1, άφησαν την επίδικη συμφωνία να ατονήσει και από ένα χρονικό σημείο και μετά ουσιαστικά αυτή να καταστεί ανενεργός και να μην τυγχάνει πλέον εφαρμογής στην πράξη. [89] Ουσιαστικά ο ούτω καλούμενος τερματισμός της συμφωνίας από τον ενάγοντα προσομοιάζει περισσότερο με μία προσπάθεια αναβίωσης παρά τερματισμού της συμφωνίας. Καθώς προηγουμένως τόσο ο ενάγων όσο και οι εναγόμενοι, κυρίως και πάλι ο εναγόμενος 1, επέλεξαν ουσιαστικά να μην διεκδικούν την άσκηση των οποιωνδήποτε δικαιωμάτων τους αλλά και στην πράξη να μην θεωρούν αναγκαία βάσει της απαίτησης της αντισυμβαλλόμενης πλευράς, την εκπλήρωση των οποιωνδήποτε υποχρεώσεων τους βάσει της επίδικης συμφωνίας. [90] Από ένα απροσδιόριστο χρονικό σημείο σύντομα και μετά από την αδυναμία πλέον του ενάγοντα να εργάζεται αλλά και της απουσίας οποιασδήποτε διεκδίκησης είτε από τον ίδιο εναντίον των εναγομένων είτε από τους εναγόμενους εναντίον του έπαυσε ουσιαστικά να εφαρμόζεται στην πράξη η επίδικη συμφωνία. Καθώς δηλαδή οι ίδιοι οι συμβαλλόμενοι δεν διεκδικούσαν πλέον την εφαρμογή της. [91] Ως αποτέλεσμα έστω και εάν υπήρχε η δυνατότητα είτε τερματισμού είτε αναβίωσης μίας μετέωρης ή εκκρεμούσας ουσιαστικά συμφωνίας η οποία ούτε είχε τερματιστεί αλλά και την εφαρμογή της οποίας οι ίδιοι οι συμβαλλόμενοι δεν διεκδικούσαν, εντούτοις αυτό (είτε το ένα είτε το άλλο) δεν συνέβη για μία χρονική περίοδο περίπου 3½ χρόνων. [92] Η δε προσπάθεια τερματισμού της συμφωνίας από τον ενάγοντα δεν συνδέεται με χρονική εγγύτητα με οποιαδήποτε κατ΄ ισχυρισμό παράβαση της από τους εναγόμενους. Πραγματικά με την όση μαρτυρία ο ενάγων παρουσίασε δεν διαπιστώνεται κατά τη διάρκεια της λειτουργίας και εφαρμογής της επίδικης συμφωνίας να προηγήθηκε η οποιαδήποτε συγκεκριμένη παράβαση της από τους εναγόμενους η οποία και να του παρείχε το δικαίωμα να την τερματίσει στο χρονικό σημείο στο οποίο επέλεξε να την τερματίσει. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ [93] Διατηρώντας υπόψη το σκεπτικό αυτής της απόφασης στο σύνολο της διαπιστώνω πως ο ενάγων, παρά και την αναντίλεκτη φύση της μαρτυρίας του, απέτυχε να αποδείξει την αξίωση του. [94] Εάν όντως ο ενάγων διεκδικούσε εφαρμογή της επίδικης συμφωνίας τότε ασφαλώς δεν θα μπορούσε να διεκδικεί τόσο επιστροφή του ποσού το οποίο είχε αρχικά πληρώσει όσο και τα ποσά τα οποία σύμφωνα με τον ίδιο θα προέκυπταν προς όφελος του μετά και από εφαρμογή της επίδικης συμφωνίας μέχρι και την ημερομηνία τερματισμού της. Η οποία εφαρμογή βεβαίως θα προϋπόθετε ως αντάλλαγμα την πληρωμή του συγκεκριμένου ποσού. [95] Ενώ σε σχέση με τον ούτω καλούμενο τερματισμό δεν διαπιστώνεται πως αυτός συνδέεται ευθέως με οποιαδήποτε παράβαση της επίδικης συμφωνίας από τους εναγόμενους, ακόμη και σε σχέση με τη μεταβίβαση των μετοχών εφόσον διαπιστώνεται πως το σχετικό χρονοδιάγραμμα μεταβίβασης των συνδέεται και με εκτέλεση συμβατικών υποχρεώσεων και του ενάγοντα. Ούτε και πείθεται το Δικαστήριο πως βάσει οποιασδήποτε ερμηνείας της επίδικης συμφωνίας ο ενάγων θα μπορούσε να καραδοκεί ουσιαστικά για μία χρονική περίοδο διάρκειας περίπου 3 ½ ετών και μετά να τερμάτιζε την επίδικη συμφωνία διεκδικώντας παράλληλα το ελάχιστο ουσιαστικά ποσό (δίχως δηλαδή αναφορά σε κέρδη ή εισπράξεις ή έξοδα) των όσων χρημάτων θα δικαιούτο να αναμένει όπως πληρωθεί εάν όντως εργαζόταν κατά τη διάρκεια αυτής της χρονικής περιόδου. [96] Διαπιστώνεται δηλαδή πως ο ενάγων καθυστέρησε αδικαιολόγητα ενώ εύλογα δημιουργείται η εντύπωση πως καιροφυλακτούσε ουσιαστικά έτσι ώστε να συσσωρευόταν ένα συγκεκριμένο ποσό προτού αποφασίσει επιτέλους να λάβει οποιαδήποτε νομικά μέτρα με την αποστολή επιστολών τερματισμού και στη συνέχεια με καταχώρηση αγωγής εναντίον των εναγομένων. Το χρονικό σημείο δηλαδή του τερματισμού το οποίο επέλεξε ο ενάγων διαπιστώνεται να ήταν εντελώς αυθαίρετο, δίχως αυτό χρονικά να συνδέεται άμεσα με οποιαδήποτε συγκεκριμένη παράβαση της επίδικης συμφωνίας από τους εναγόμενους κατά τη διάρκεια της λειτουργίας και εφαρμογής της. [97] Ουσιαστικά κρίνω πως η επίδικη συμφωνία δεν τερματίστηκε νόμιμα από τον ενάγοντα λόγω οποιασδήποτε υπαιτιότητας των εναγομένων έτσι ώστε να του παρεχόταν όντως το δικαίωμα τερματισμού της. Διατηρώντας υπόψη αυτό το βασικό συμπέρασμα του Δικαστηρίου κρίνω πως η αγωγή του ενάγοντα θα πρέπει να απορριφθεί δίχως να επιδικάζεται προς όφελος του η οποιαδήποτε θεραπεία επί οποιασδήποτε από τις βάσεις επί των οποίων ο ίδιος στηρίζει το αγώγιμο δικαίωμα του. Ως εκ τούτου η αγωγή του ενάγοντα απορρίπτεται. ΤΑ ΕΞΟΔΑ [98] Αναφορικά με τα έξοδα το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του ότι αυτά συνήθως ακολουθούν το αποτέλεσμα της εκδίκασης μίας αγωγής. Υπενθυμίζω όμως το βασικό κανόνα ότι η επιδίκαση των εξόδων ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου και ότι αυτά ακολουθούν κατά κανόνα το αποτέλεσμα της δίκης, εκτός εάν συντρέχουν λόγοι που δικαιολογούν απόκλιση από τον κανόνα. [99] Στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίνω πως κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου θα πρέπει να ληφθούν υπόψη συγκεκριμένοι παράγοντες οι οποίοι οδήγησαν στην αχρείαστη παράταση της ακροαματικής διαδικασίας και για τους οποίους υπεύθυνοι κρίνονται οι εναγόμενοι. Αναφέρω συγκεκριμένα τους ακόλουθους παράγοντες. [99.1] Την κρινόμενη ως αχρείαστη αντεξέταση του ενάγοντα ή τουλάχιστον την αχρείαστη ανάλωση χρόνου σε μία προσπάθεια αντεξέτασης του ενάγοντα σε σχέση με θέματα εκτός των επίδικων θεμάτων. [99.2] Επίσης την απόσυρση και διορισμό άλλου δικηγόρου από την εναγόμενη, τον επαναδιορισμό του ίδιου αρχικά διορισμένου δικηγόρου της και στη συνέχεια διορισμό άλλου δικηγόρου ο οποίος ουδέποτε εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. [99.3] Ως επίσης βεβαίως και την καταχώρηση και προώθηση εντελώς αδικαιολόγητων αιτήσεων τροποποίησης του δικογράφου των εναγομένων, ιδιαίτερα δε της τρίτης αίτησης τροποποίησης εντός της οποίας διαπιστώνεται σε μέγιστο βαθμό η ύπαρξη αντιφατικότητας στην από κοινού κατ΄ ισχυρισμό προώθηση είτε της αίτησης είτε της αγωγής αλλά και την έλλειψη γνησιότητας στις θέσεις και ισχυρισμούς των εναγομένων προς προώθηση της, με διαπίστωση μάλιστα της ύπαρξης των στοιχείων της καθυστέρησης και της κακοπιστίας ως πρός το αίτημα των εναγομένων. Βεβαίως σε σχέση με την απόρριψη αυτών των αιτήσεων έχουν εκδοθεί και σχετικές διαταγές αναφορικά με τα έξοδα τους από το Δικαστήριο. [99.4] Τέλος, γενικά η έλλειψη ετοιμότητας των εναγομένων να παρουσιάσουν την υπόθεση για την υπεράσπιση τους. Όπως κατά την ημερομηνία η οποία αυτή είχε οριστεί γι΄ ακρόαση στις 16/1/2015 αλλά και σε άλλες ημερομηνίες, όπως, παραδείγματος χάριν, στις 10/4/2014, σε σχέση με την ετοιμότητα του εναγομένου 1 να παρουσιάσει τη δική του υπόθεση μετά και από ετοιμασία γραπτής δήλωσης, όπως είχε δηλωθεί σχετικά προηγουμένως στις 27/3/2014 και σε σχέση με την ετοιμασία της οποίας ζητήθηκε νέα ημερομηνία ακρόασης. Ενώ παράλληλα κατά την ίδια ημερομηνία, δηλαδή στις 10/4/2014 ζητήθηκε, δίχως οποιαδήποτε προειδοποίηση επί του προκειμένου, άδεια απόσυρσης του δικηγόρου της εναγόμενης
  13. Ή, επίσης παραδείγματος χάριν, σε σχέση με την έλλειψη προετοιμασίας για την προώθηση της αίτησης τροποποίησης στις 11/6/2014, ανεξαρτήτως και του γεγονότος πως τα έξοδα της αίτησης είναι ξεχωριστά από αυτά της αγωγής. Αναφέρεται και αυτή η περίπτωση ως παράδειγμα της γενικότερης έλλειψης ετοιμότητας παρουσίασης των θέσεων των εναγομένων. Δεν είναι δυνατό τέτοια έλλειψη ετοιμότητας να επιβραβεύεται με την έκδοση σχετικής διαταγής εξόδων υπέρ των εναγομένων και εις βάρος του ενάγοντα. [100] Διευκρινίζω βεβαίως πως ασφαλώς εξακολουθούν να ισχύουν οι οποιεσδήποτε διαταγές έχουν εκδοθεί αναφορικά με τα έξοδα αυτής της αγωγής και οι οποίες δεν συνδέονται άμεσα με την πορεία της αγωγής, όπως, παραδείγματος χάριν, σε σχέση με τις αιτήσεις τροποποίησης ή σε οποιαδήποτε περίπτωση εκδόθηκε διαταγή για τα έξοδα υπέρ είτε του ενάγοντα είτε των εναγομένων. Όμως, διατηρώντας υπόψη τους προαναφερόμενους παράγοντες, το Δικαστήριο πραγματικά δεν θεωρεί πως θα ήταν εύλογο και δίκαιο τα έξοδα αυτής της αγωγής, σε περιπτώσεις δηλαδή όπου τα έξοδα τα οποία είχαν επιδικαστεί ήταν έξοδα στην πορεία, να επιδικαστούν προς όφελος των εναγομένων. Συνεπώς, με τις προαναφερόμενες διευκρινίσεις, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε γενική διαταγή αναφορικά με τα έξοδα της αγωγής. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Όχι όμως και του δικηγόρου της εναγόμενης 2, ανεξαρτήτως και του γεγονότος πως ο ίδιος ουδέποτε εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. [2] Αφού προηγουμένως είχε προηγηθεί δεύτερη απόσυρση του δικηγόρου ο οποίος αρχικά αλλά και μετέπειτα ήταν ο κοινός δικηγόρος για αμφότερους τους εναγόμενους. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.