← Κύπρος

Kevin Richard Melville κ.α. ν. Samuel Thomas Davies, Αρ. Αγωγής: 916/14, 3/4/2015

Kevin Richard Melville κ.α. ν. Samuel Thomas Davies, Αρ. Αγωγής: 916/14, 3/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 916/14 Μεταξύ:

  1. Kevin Richard Melville, από το Ηνωμένο Βασίλειο
  2. Elizabeth Patricia Webb, από το Ηνωμένο Βασίλειο Ενάγοντες και Samuel Thomas Davies, από την Πάφο Εναγόμενου Ημερομηνία: 3.4.15 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο / Αιτητή: για κ. Τ. Σιμιλλίδης για κκ Π. Ευθυμίου ΔΕΠΕ Για τους Ενάγοντες / Καθ' ων η αίτηση: κα Α. Χαραλαμπίδου για κκ Π. Φιλίππου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε εκ μέρους του Εναγόμενου / Αιτητή στις 18.9.14 με την οποία ζητείται ο παραμερισμός της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης ημερομηνίας 19.6.
  3. Όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης η απόφαση της οποίας ζητείται ο παραμερισμός εκδόθηκε κατόπιν αίτησης η οποία υποβλήθηκε εκ μέρους των Εναγόντων / Αιτητών στις 11.6.14 και με την οποία ζητείτο απόφαση υπέρ τους και εναντίον του Αιτητή λόγω παράλειψης καταχώρησης από αυτού σημειώματος εμφάνισης δυνάμει της Διάταξης 17 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στην Δ.48, θθ. 1-9, Δ.17, θ.11, Δ.39, Δ.64, Δ.30, στο Σύνταγμα, την αρχή της επιείκειας, την Νομολογία και την πρακτική των Δικαστηρίων. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του Εναγόμενου / Αιτητή τα σημαντικά σημεία της οποίας είναι τα ακόλουθα: η αγωγή ουδέποτε επιδόθηκε στον Αιτητή προσωπικά και, επομένως, η μη εμφάνιση του δεν οφείλεται σε αμέλειά του ή έλλειψη σεβασμού προς το Δικαστήριο γνώση για την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ο Αιτητής έλαβε μετά από τηλεφώνημα που δέχθηκε στις 21.7.14 από δικαστική επιδότη του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου σύμφωνα με την οποία εναντίον του εκκρεμούσε ένταλμα κινητών. Επίσης, σχετική ενημέρωση από την δικαστική επιδότη έλαβε και με γραπτό σημείωμά της το οποίο βρήκε στο γραμματοκιβώτιό του ακολούθως, αποτάθηκε στους δικηγόρους του από τους οποίους ζήτησε να διερευνήσουν το θέμα και εξασφαλίσουν αντίγραφο της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης. Οι δικηγόροι του έλαβαν αντίγραφο της απόφασης με φαξ στις 22.7.14 εν μέσω δικαστικών διακοπών η αξίωση των Καθ' ων η αίτηση είναι αβάσιμη και εξωπραγματική και ο Αιτητής έχει ουσιαστική υπεράσπιση. Η συμφωνία για την πώληση της κατοικίας του που βρίσκεται στην Τάλα της Πάφου έγινε μεταξύ αυτού και των Καθ' ων η αίτηση μερικώς προφορικώς και μερικώς γραπτώς. Οι Καθ' ων η αίτηση ουδέποτε τερμάτισαν την εν λόγω συμφωνία η οποία εξακολουθεί να είναι δεσμευτική και για τα δύο μέρη. Ο ίδιος δε ουδέποτε υπαναχώρησε από την συμφωνία πώλησης της κατοικίας του. Οι Καθ' ων η αίτηση ουδεμία ζημιά έχουν υποστεί από την συνομολόγηση της πιο πάνω αναφερόμενης συμφωνίας και ουδεμία ζημιά δικαιούνται εναντίον του. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των Καθ' ων η αίτηση. Με 5 λόγους ένστασης οι οποίοι εκτίθενται στο σώμα της Ειδοποίησης σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διάταξης 48, θεσμός 4 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, και οι οποίοι χωρίζονται σε υποπαραγράφους, οι Καθ' ων η αίτηση ενίστανται στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η Ειδοποίηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της Στεφανίας Καφετζή η οποία είναι υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Καθ' ων η αίτηση και πλήρως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Προέβη δε η ίδια στην ένορκο δήλωση καθότι οι Καθ' ων η αίτηση είναι μόνιμοι κάτοικοι του Ηνωμένου Βασιλείου. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν υποστηρίζοντας την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Η νομική βάση της υπό κρίση αίτησης είναι λανθασμένη. Αυτή έπρεπε να βασισθεί στον θεσμό 10 της Διάταξης 17 και όχι στον θεσμό 11 της ίδιας Διάταξης. Υπό το φως της Νομολογίας που πιο κάτω παρατίθεται το γεγονός αυτό την καθιστά εκ προοιμίου έκθετη σε απόρριψη. Στο στάδιο αυτό κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο τον θεσμό 1 της Διάταξης 48 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας: «Every application to the Registrar shall be in writing stating the nature of the request made and referring to the specific section of the Law or to the specific Rule of Court upon which it is founded. If the application relies on any facts which do not appear in the Court books or records, it shall be supported by affidavit». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Κάθε αίτηση προς τον Πρωτοκολλητή θα πρέπει να είναι γραπτή και να εκθέτει την φύση της παράκλησης που ζητείται και να κάνει αναφορά στο συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου ή τον συγκεκριμένο διαδικαστικό κανονισμό επί του οποίου βασίζεται. Αν η αίτηση στηρίζεται σε γεγονότα που δεν φαίνονται από τον φάκελο του Δικαστηρίου ή τα πρακτικά θα πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση». Στην υπόθεση Μάριος Μαχλουζαρίδης ν. Χρίστου Ιωαννίδη και Άλλων

(1990)1 ΑΑΔ 965 λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελίδα 970: «Στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Kouppa and Another v. Vassiliades* αποφασίστηκε ότι σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 θ.1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην υπόθεση Kouppa συνοψίζεται στο πιο κάτω απόσπασμα: "The specification of the rules relied upon in interlocutory proceedings is not, to my comprehension, a matter of mere formality but a substantive procedural provision that should be strictly adhered to. For interlocutory proceedings are proceedings of an extraordinary nature in that deliberations are made without a complete trial, the normal process through which a cause is ventilated before the Court. Hence procedural safeguards designed to elicit the questions in issue and put the matter in a proper perspective should be meticulously observed especially mandatory provisions like those set out in Ord. 48 r.
  1. It is no accident that the legal substratum of an application must, unlike the statement of claim, be specified for there are compelling reasons that side issues should be succinctly defined both legally and factually so that the Court may, without undue delay, deal with them and thus pave the way for the trial of the main issues in dispute." Σε μετάφραση: "Ο καθορισμός των θεσμών στους οποίους στηρίζεται το ενδιάμεσο δικονομικό μέτρο (αίτηση με κλήση) δεν είναι όπως κατανοώ μόνο θέμα τύπου αλλά ουσιαστική δικονομική διάταξη, η οποία πρέπει να ακολουθείται αυστηρά. εν όψει του ότι η ενδιάμεση διαδικασία συνιστά διαδικασία ασυνήθη χαρακτήρα για το λόγο ότι τα επίδικα θέματα εκδικάζονται έξω από το πλαίσιο της ολοκληρωμένης δίκης που αποτελεί τη συνήθη οδό για την εκδίκαση των επίδικων θεμάτων. Συνεπώς τα δικονομικά εχέγγυα τα οποία αποβλέπουν στον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και του πλαισίου εκδίκασής τους πρέπει να τηρούνται με σχολαστικότητα ιδιαίτερα στην περίπτωση των επιτακτικών προνοιών της Δ.48 θ.
  2. Δεν είναι τυχαίο ότι το νομικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει, αντίθετα με την έκθεση απαιτήσεως, να καθορίζεται. συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι που επιβάλλουν όπως παρεμφερή θέματα προσδιορίζονται τόσο νομικά όσο και πραγματικά με ακρίβεια ώστε το Δικαστήριο, χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση, να είναι σε θέση να τα εξετάσει και με αυτό τον τρόπο να επιστρώσει το έδαφος διά την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς." Συμφωνούμε με τις αρχές που διατυπώνονται στην Kouppa ως προς το δικονομικό πλαίσιο το οποίο διέπει την έγκυρη έγερση ενδιάμεσων αιτήσεων .». Η πιο πάνω απόφαση ακολουθήθηκε και σε μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. Γιαννάκης Φλουρέντζου κ.α. ν. Cashgrove Betting Ltd κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 393, Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ.
(2001)1 ΑΑΔ 743 και Μάριος Κουλέρμος, ανήλικος διά του πλησιέστερου φίλου, πατρός και κηδεμόνος αυτού Ανδρέα Κουλέρμου ν. Ξένιας Κουμπαρίδου
(2000)1 ΑΑΔ 493). Στην υπόθεση Γιαννάκης Φλουρέντζου κ.α. ν. Cashgrove Betting Ltd κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 393 μετά την απόρριψη έφεσης από το Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του Κανονισμού 13(ε) των Περί Εφέσεων (Προδικασία, Περιγράμματα Αγορεύσεων, Περιορισμός του Χρόνου των Προφορικών Αγορεύσεων και Συνοπτική Διαδικασία για την Απόρριψη Προδήλως Αβάσιμων Εφέσεων) Κανονισμών του 1996 έως 1998 οι ενάγοντες / εφεσείοντες καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούσαν επαναφορά της έφεσης. Από πλευράς των εφεσιβλήτων 1, 3 και 4 καταχωρήθηκε ένσταση στην οποία προβάλλονταν, μεταξύ άλλων, ο ισχυρισμός ότι η αίτηση δεν στηριζόταν στην ορθή διαδικαστική διάταξη. Σύμφωνα με το Εφετείο καμία από τις δικονομικές διατάξεις στις οποίες στηριζόταν η αίτηση δεν είχε εφαρμογή. Επικαλούμενο την σχετική Νομολογία (Μάριος Μαχλουζαρίδης ν. Χρίστου Ιωαννίδη και Άλλων
(1990)1 ΑΑΔ 965, Ευδόκιος Σάββα ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (Αρ. 2)
(1992)1 ΑΑΔ 1146 και Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ.
(2001)1 ΑΑΔ 743) το Εφετείο ανέφερε ότι μια ενδιάμεση αίτηση πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζει τις δικονομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζεται. Αυτό σημαίνει ότι η αίτηση θα πρέπει να στηρίζεται στην ορθή δικονομική και/ή νομική διάταξη. Αν η διάταξη στην οποία στηρίζεται η αίτηση είναι άσχετη, τότε, η νομική της βάση είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Το γεγονός ότι η αίτηση δεν στηριζόταν στην ορθή δικονομική διάταξη κρίθηκε πως αποτελούσε επαρκή λόγο για απόρριψή της. Στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ.
(2001)1 ΑΑΔ 743, που πιο πάνω μνημονεύεται, κατά την διάρκεια της ακρόασης της έφεσης ζητήθηκε από τον συνήγορο του εφεσείοντος η τροποποίηση των λόγων έφεσης σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.25 θ.1 και Δ.48 θ.1 και 2, έτσι που να συμπεριληφθεί έβδομος λόγος έφεσης. Η εφεσίβλητη εταιρεία έχει προβάλει ένσταση στη σχετική αίτηση ισχυριζόμενη, μεταξύ άλλων, ότι οι αναφερόμενοι στην αίτηση θεσμοί δεν μπορούσαν να στηρίξουν το αίτημα. Ήταν η θέση της εφεσίβλητης ότι η εμβέλεια της Δ.25, θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας στηριζόταν η αίτηση περιορίζεται στην τροποποίηση δικογράφων που αφορούν σε πολιτικές διαδικασίες ενώπιον πρωτόδικων Δικαστηρίων. Η ορθή Κανονιστική Διάταξη ήταν εκείνη της Δ.35 θ.4, πλην όμως δεν χωρούσε διορθωτική επέμβαση με την καταφυγή στις πρόνοιες της Δ.64. Λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Η εισήγηση της εφεσίβλητης ότι η αίτηση βασίζεται σε λανθασμένους Κανονισμούς είναι ορθή. Η Δ.48 θ.2 προνοεί ότι οι ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζουν τις νομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζονται. Και τούτο γιατί η ενδιάμεση διαδικασία της εξέτασης αιτήσεων έχει ένα ασυνήθιστο χαρακτήρα αφού τα επίδικα θέματα πρέπει να εξετάζονται έξω από τα πλαίσια της ολοκληρωτικής δίκης και με αυτό το πνεύμα ο προσδιορισμός τους πρέπει να γίνεται με ακρίβεια για να μπορεί το Δικαστήριο να επιστρώσει το έδαφος για τη γρήγορη εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς. (Ίδε Kouppa and another v. Vassiliadis [1981] 1 JSC 120). Οι αρχές που καθιερώθηκαν στην Kouppa and another v. Vassiliadis υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη και άλλων
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 όπου τονίστηκε ότι απαράβατοι όροι της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου μιας ενδιάμεσης αίτησης είναι η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης». Η σημασία της συμπερίληψης του ορθού νομικού βάθρου σε ενδιάμεση αίτηση τονίσθηκε από το Εφετείο και στην μεταγενέστερη υπόθεση Μάριος Κουλέρμος, ανήλικος διά του πλησιέστερου φίλου, πατρός και κηδεμόνος αυτού Ανδρέα Κουλέρμου ν. Ξένιας Κουμπαρίδου
(2000)1 ΑΑΔ 493 που πιο πάνω μνημονεύεται. Στην πιο πάνω υπόθεση ο ενάγων, αφότου ξεκίνησε η δίκη, αποτάθηκε στο Δικαστήριο με αίτηση διά κλήσεως με την οποία ζητούσε τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα και έδωσε οδηγίες για καταχώρηση τροποποιημένων δικογράφων. Ο ενάγων παρέλειψε να καταχωρήσει τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου και κανείς εκ των διαδίκων δεν αποτάθηκε για επαναορισμό της υπόθεσης για ακρόαση, αίτημα, το οποίο, σύμφωνα με τις εν λόγω οδηγίες, θα ακολουθούσε της καταχώρησης των τροποποιημένων δικογράφων. Η εναγόμενη, τότε, αποτάθηκε για απόρριψη της αγωγής. Η αίτησή της βασιζόταν, κατ' ουσία, (α) στα γεγονότα, τα οποία φαίνονταν από τον φάκελο της υπόθεσης και (β) στο θεσμικό βάθρο που καθοριζόταν στην ίδια την αίτηση και το οποίο αποτελείτο, μεταξύ άλλων, από διάφορες θεσμικές διατάξεις. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ενέκρινε την αίτηση και απέρριψε την αγωγή. Το Εφετείο ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Ένας από τους λόγους στους οποίους το Εφετείο βάσισε την απόφασή του ήταν ότι με αναφορά σε ό,τι επί του σημείου τούτου αποφασίσθηκε στην υπόθεση Μάριος Μαχλουζαρίδης ν. Χρίστου Ιωαννίδη και άλλων, που πιο πάνω αναφέρεται, καμία εκ των θεσμικών διατάξεων στις οποίες θεμελιώθηκε η αίτηση δεν παρείχαν έρεισμα στο αίτημα της εναγόμενης. Στην Αίτηση Αρ. 109/00 της Παρασκευούς Μάρκου Κκαφά Αντωνίου (Αρ. 1)
(2000)1Γ ΑΑΔ 1868 λέχθηκαν στις σελίδες 1871-1872 τα ακόλουθα: «Ισχυρίζεται έτσι η αιτήτρια στην παρούσα αίτηση ότι οι επίδικες αιτήσεις δεν περιέχουν, όπως θα έπρεπε, τα δικαιοδοτικά άρθρα και ειδικά στη μονομερή αίτηση δεν φαίνεται πού βασίζεται η δικαιοδοσία του Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα και συγκεκριμένα δεν γίνεται αναφορά στο άρθρο 9 του Κεφ.6 για ενδιάμεσες αιτήσεις επειγούσης φύσεως. Όπως έχει λεχθεί στην Μαχλουζαρίδη ν. Ιωαννίδη και Άλλων
(1990)1 A.A.Δ. 965 ". o καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που τον στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48, θ.1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου». Στην βάση της σαφούς νομολογημένης αρχής ότι σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου με αναφορά στους θεσμούς που το στοιχειοθετούν αποτελεί σύμφωνα με την Δ.48 θ.1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου ακολουθεί ότι η υπό κρίση αίτηση πάσχει θεμελιωδώς, κάτι που σηματοδοτεί και την αποτυχία της. Υπό το φως των πιο πάνω και αφ' ης στιγμής η μη στήριξη της υπό κρίση αίτησης στην ορθή δικονομική διάταξη άπτεται της εγκυρότητάς της δεν παρέχεται και δεν μπορεί εκ προοιμίου να παρέχεται η δυνατότητα διορθωτικής ενέργειας στην βάση της Διάταξης 64 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Αυτό απαντά στην περί του αντιθέτου θέση η οποία εκφράσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Αιτητή μέσα από την αγόρευσή του. Χώρια που η παράλειψη συμπερίληψης στην νομική βάση ενδιάμεσης αίτησης του ορθού διαδικαστικού κανονισμού ή άρθρου Νόμου δεν συνιστά σύμφωνα με την Νομολογία παράλειψη συμμόρφωσης προς τους Θεσμούς και, επομένως, παρατυπία. Σχετική είναι η υπόθεση Bank for Foreign Trade of Russian Federation «Vneshtorgbank» v. ICC Chemicals (UK) Ltd
(1999)1 ΑΑΔ
  1. Στην πιο πάνω υπόθεση κατά την 1.7.97 η εφεσείουσα / εναγομένη 2 στην αγωγή που είχε καταχωρήσει η εφεσίβλητη καταχώρησε αίτηση διά κλήσεως με την οποία ζητούσε αποζημιώσεις για ζημιά που υπέστη συνεπεία της αδικαιολόγητης, όπως ισχυριζόταν, έκδοσης προσωρινού διατάγματος εναντίον της. Στις 21.5.98 η εφεσείουσα ζήτησε την τροποποίηση της αίτησης ημερομηνίας 1.7.97 ώστε αυτή να έχει ως έρεισμα και το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  2. Ο συνήγορος της εφεσείουσας υποστήριξε πως η αιτούμενη Θεραπεία μπορούσε να χορηγηθεί με βάση τη Διαταγή
  3. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση. Το Εφετείο συμφώνησε με την πρωτόδικη κρίση. Στις σελίδες 1732-1733 λέχθηκαν τα εξής ενδιαφέροντα από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Η ερμηνεία που δόθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο στη Διαταγή 64 είναι ορθή. Η Διαταγή 64 δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την τροποποίηση δικογράφων ή αιτήσεων. Η Διαταγή 64 εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει συμμόρφωση προς τους θεσμούς και μόνο στην έκταση που η ίδια καθορίζει. Στις περιπτώσεις αυτές η μη συμμόρφωση μπορεί να θεωρηθεί ως απλή παρατυπία που δεν καθιστά άκυρη τη διαδικασία. Η παράλειψη αναφοράς συγκεκριμένου άρθρου της νομοθεσίας σε αίτηση βάσει της Διαταγής 48 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά μη συμμόρφωση προς τους θεσμούς. Συνιστά παράλειψη στήριξης της αίτησης, που κατά τα λοιπά συμμορφώνεται προς τους θεσμούς, στο συγκεκριμένο άρθρο. Στην περίπτωση της εφεσείουσας είναι αυτό ακριβώς που συμβαίνει. Η αίτηση της 1/7/1997 συμμορφώνεται πλήρως προς τους θεσμούς. Εκείνο που επιζητείται με την αίτηση της 21/5/1998 είναι η τροποποίηση της με την παρεμβολή πρόσθετης νομικής βάσης. Τέτοια όμως παρεμβολή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θεραπεύει οποιαδήποτε παρατυπία που προκλήθηκε λόγω μη συμμόρφωσης της αίτησης προς οποιοδήποτε θεσμό. Με άλλα λόγια, τυχόν προσθήκη του άρθρου 9 δεν θα έχει ως αποτέλεσμα τη συμμόρφωση της αίτησης προς οποιοδήποτε θεσμό που παραβιάστηκε συνεπεία της μη αναφοράς του εξ υπαρχής». Αλλά και παρατυπία να αποτελούσε αυτή δεν θα μπορούσε σύμφωνα με την Νομολογία να διορθωθεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Στην υπόθεση MI Holdings Public Ltd v. Τασούλας Γεωργίου Παναγή
(2006)1 ΑΑΔ 298 λέχθηκε ότι η Διάταξη 64 δημιουργεί ένα διαδικαστικό μέσο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο διάδικος για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία εφόσον αυτές είναι θεραπεύσιμες. Η συγκεκριμένη διαταγή δεν παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές κινήσεις. Το Δικαστήριο υποχρεούται να εξετάζει την ενώπιόν του κατάσταση όπως αυτή έχει δημιουργηθεί. Τα κατάλληλα διορθωτικά διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο. Ενδεικτική είναι και η υπόθεση Βάσω Οικονομίδου ν. Φλουρέντζος Χριστοδούλου και Υιοί Λίμιτεδ
(2005)1 ΑΑΔ
  1. Στην πιο πάνω υπόθεση η έφεση στράφηκε εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με την οποία απορρίφθηκε αίτηση της εφεσείουσας για ακύρωση ή παραμερισμό της απόφασης των διαιτητών σε αγωγή. Η αγωγή είχε καταχωρηθεί εναντίον της εφεσείουσας από τους εφεσίβλητους οι οποίοι είχαν αναλάβει την εργολαβία για την ανέγερση της οικοδομής της. Η εφεσείουσα προέβαλε, μεταξύ άλλων, ως λόγο έφεσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν έλαβε υπόψη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της μαζί με ένορκη δήλωση του εκτιμητή ποσοτήτων, οι οποίες, αν και είχαν παραδοθεί προς τον δικηγόρο τους, δεν είχαν επιδοθεί στους εφεσίβλητους κατά παράβαση της Διαταγής 48, θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με την εφεσείουσα η παράλειψη επίδοσης συνιστούσε παρατυπία η οποία ήταν θεραπεύσιμη δυνάμει της Δ.64, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το Εφετείο αποδοκίμασε την εισήγηση της εφεσείουσας τονίζοντας ότι το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να προβεί αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές διαδικασίες βάσει της Διαταγής
  2. Η εφεσείουσα δεν δράχτηκε της ευκαιρίας να αντιδράσει έγκαιρα και να ζητήσει την διόρθωση της παρατυπίας, οποία μέχρι την άρση της εξακολουθούσε να υφίσταται, υποβάλλοντας αίτηση για διόρθωσή της. Η λανθασμένη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης προδιαγράφει και την τύχη της. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να έχει παρά απορριπτική κατάληξη. Εντούτοις, θα προχωρήσω να την εξετάσω και επί της ουσίας προς αποφυγή διαταγής για επανεκδίκαση σε περίπτωση που η πιο πάνω κρίση μου ήθελε κατ' έφεση κριθεί λανθασμένη. Σύμφωνα με την Διαταγή 17, Θεσμό 10 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας απόφαση η οποία εκδίδεται ύστερα από παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης μπορεί να παραμερισθεί από το Δικαστήριο με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως πως όπως το Δικαστήριο ήθελε κρίνει πρέπον (Βλ. Olga Kourbatova v. G. Roussos Leisure Industries Ltd
(2001)1 AAΔ 345). Οι αρχές που διέπουν τον τρόπο άσκησης της εξουσίας του Δικαστηρίου έχουν διατυπωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου οι οποίες υιοθέτησαν τις αρχές όπως αυτές συνοψίσθηκαν στην Αγγλική απόφαση Evans v. Bartlam
(1937)2 All E R 646 ή
(1937)Α.C. 473. Η Νομολογία επί του θέματος είναι αρκούντως διαφωτιστική. Ο παραμερισμός απόφασης που λήφθηκε νομότυπα και ερήμην του εναγόμενου επαφίεται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου (Βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941). Το Δικαστήριο δεν θέτει και είναι αμφίβολο αν μπορεί να θέσει άκαμπτους κανόνες που να αποστερούν τη δικαιοδοσία του. Η αρχή που έχει διατυπωθεί είναι ότι εκτός και μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης ή τη συναινέσει των δύο πλευρών το Δικαστήριο έχει την δυνατότητα και την ευχέρεια να παραμερίσει απόφασή του όταν αυτή είναι αποτέλεσμα της παράλειψης τήρησης κάποιου δικονομικού κανόνα (Βλ. Ioannis Kotsapas and Sons Ltd v. Titan Construction and Engineering Co.
(1961)1 CLR 317 και Ζήνωνας Μερκής v. Yiannoukas Holiday Inns κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 736). Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουσθεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με έναν άλλο λόγο, επίσης, σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Αν ο διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα εξυπακούει καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στην διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου θα απολεσθούν με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης. Το απαύγασμα της Νομολογίας είναι ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουσθεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, αν η διαγωγή του διαδίκου που επιζητεί τον παραμερισμό εναντίον του εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου το Δικαστήριο δύναται ενασκώντας την διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει απόφαση (Βλ. Μilouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941). Πρωταρχικής σημασίας για το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι κατά πόσο ο Αιτητής έχει καταδείξει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Το βάρος απόδειξης είναι στον Αιτητή, όχι για να αποδείξει την υπεράσπισή του, όπως θα έπραττε αν η υπόθεσή του εκδικαζόταν, αλλά για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή και εύλογη υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης. Ο αιτητής θα πρέπει, επίσης, να δώσει ικανοποιητική εξήγηση για την μη εμφάνισή του στη διαδικασία όπως και για τυχόν καθυστέρηση του να αποταθεί στο Δικαστήριο για τον παραμερισμό της απόφασης. Ο λόγος που θα δοθεί είναι ένας από τους παράγοντες που επενεργούν σοβαρά στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (Βλ. Eros Travel & Tours (Limassol-Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd
(1997)1 ΑΑΔ 712). Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγόμενου να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρησή του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματός του. Διαφορετικά η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματά της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγόμενου σε σχέση με την εναντίον του αγωγή (Βλ. Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 ΑΑΔ 26). Στην υπόθεση Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 ΑΑΔ 26 τονίσθηκε ότι η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγοντας που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να επανανοίξει την υπόθεσή του. Στην υπόθεση Eros Travel & Tours (Limassol-Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd
(1997)1 ΑΑΔ 712 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το βάρος απόδειξης ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας από το πρωτόδικο δικαστήριο δεν ήταν η ενδεδειγμένη με βάση τα γεγονότα κείται επί των ώμων του εφεσείοντος. Δεν θα πρέπει να ξεχνούμε ότι η απόφαση έχει κανονικά εκδοθεί και ο αιτητής θα πρέπει να δείξει σοβαρούς λόγους γιατί η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για ακύρωση μιας τέτοιας κανονικά εκδοθείσας απόφασης θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ του. Στην υπόθεση Costas Christoforou ν. Kyriacoullis Kyriacoulli
(1963)2 C.L.R. 159, το Δικαστήριο τόνισε ότι απόφαση που εξασφαλίστηκε από τον ενάγοντα θα πρέπει να εξακολουθεί να ισχύει, εκτός αν ο εναγόμενος μπορεί να αποδείξει, επιπροσθέτως της εξήγησης για την παράλειψή του να εμφανιστεί, ότι η υπεράσπισή του είναι τόσο ουσιαστική, που να δικαιολογεί επανέναρξη της διαδικασίας. Η πρώτη προϋπόθεση που θα πρέπει να ικανοποιηθεί είναι βέβαια η ύπαρξη υπεράσπισης στην οποία το δικαστήριο μπορεί να δώσει σημασία. Αν ο εναγόμενος διαθέτει υπεράσπιση το δικαστήριο εκ πρώτης όψεως δεν πρέπει να αφήσει απόφαση που εξασφαλίστηκε χωρίς κανονική εκδίκαση να παραμείνει σε ισχύ. Το δικαστήριο επίσης θα πρέπει να εξετάσει τις εξηγήσεις του αιτητή για το λόγο που παρέλειψε να παρουσιαστεί μετά την επίδοση, αν και κατά κανόνα η παράλειψή του μπορεί ικανοποιητικά να τιμωρηθεί με διαταγή ως προς τα έξοδα ή με άλλους όρους που το δικαστήριο έχει την εξουσία να επιβάλει». Είναι μόνο όταν η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου που το Δικαστήριο δεν θα επιτρέψει τον παραμερισμό απόφασης ακόμα και αν ο διάδικος αυτός έχει καταδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση (Βλ. Μilouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941). Ο όρος εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση αποδόθηκε από τα Δικαστήρια με διαφορετικούς χαρακτηρισμούς σε διαφορετικές υποθέσεις. Στην υπόθεση Νεάρχου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 ΑΑΔ 954 γίνεται αναφορά σε «συζητήσιμη υπόθεση», ενώ στην υπόθεση KCP Commission Agents & Importers Ltd και άλλη ν. Μιχαήλ
(1993)1 ΑΑΔ 415 γίνεται λόγος για «γνήσια προβολή εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης». Στην υπόθεση Takis Phylactou and Others v. Evagoras Michael
(1982)1 CLR 204 αναφέρθηκε ότι το καθήκον του Δικαστηρίου είναι να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία (merits) ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Στην Αγγλική απόφαση Day v. RAC Motoring Services Ltd
(1999)1 All ER 1007 ο Ward Lord Justice προβαίνοντας σε μια ενδιαφέρουσα ιστορική αναδρομή των κριτηρίων που κατά καιρούς τέθηκαν από τα Αγγλικά Δικαστήρια σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης κατέληξε ότι το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει πραγματική πιθανότητα ότι ο Εναγόμενος θα πετύχει στην υπεράσπισή του, αλλά, απλώς, ότι με βάση την κοινή λογική έχει μια συζητήσιμη υπεράσπιση η οποία φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας (an arguable case which carries some degree of conviction). Το Δικαστήριο στα πλαίσια της διαδικασίας για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του εναγόμενου δεν προχωρεί στην αξιολόγηση της ενώπιόν του μαρτυρίας (Βλ. Ζήνωνας Μερκής και Μαρία Γεώργαινα Λευκίδου ν. Άριστου Κανναουρίδου
(1999)1 ΑΑΔ 528). Εξετάζει μόνο κατά πόσο τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιόν του στοιχειοθετούν εξ' αντικειμένου υπεράσπιση επί της ουσίας της αξίωσης ή διαφορετικά δημιουργούν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην οποία το Δικαστήριο να μπορεί να δώσει σημασία (Βλ. Γιαννάκης Χρυσάνθου και άλλοι ν. Mariala Construction Ltd
(1996)1 AAΔ 1129). Θα πρέπει να λεχθεί ευθύς εξ' αρχής ότι ο Αιτητής με την ένορκό του δήλωση δεν αμφισβήτησε τους ισχυρισμούς των Καθ' ων η αίτηση όπως αυτοί εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησής τους. Ούτε και τα όσα παρουσιάσθηκαν από τους Καθ' ων η αίτηση υπό μορφή μαρτυρίας προς απόδειξη της υπόθεσης στα πλαίσια της αίτησης ημερομηνίας 11.6.
  1. Ό,τι μόνο ουσιαστικά αμφισβήτησε είναι τον ισχυρισμό των Καθ' ων η αίτηση ότι ο Αιτητής υπαναχώρησε από την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία για πώληση της κατοικίας του. Θέση του είναι ότι κάτι τέτοιο ουδέποτε έπραξε. Κατά το στάδιο της απόδειξης της υπόθεσης παρουσιάσθηκε ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1 στην οποία επισυνάφθηκε ηλεκτρονικό μήνυμα του ίδιου του Αιτητή το οποίο απευθύνεται στους Καθ' ων η αίτηση. Το εν λόγω έγγραφο σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  2. Από το εν λόγω έγγραφο προκύπτει, αν και σε πολύ κακά Αγγλικά γραμμένο, ότι ο Αιτητής πληροφορούσε τους Καθ' ων η αίτηση ότι επιθυμούσε να υπαναχωρήσει από την συμφωνία και προτίθετο να πωλήσει το επίδικο ακίνητο σε τρίτο πρόσωπο. Απολογείτο, μάλιστα, προς τους Καθ' ων η αίτηση γι' αυτή του την απόφαση αναφέροντας τους ότι βρισκόταν σε απελπιστική κατάσταση και εξηγώντας τους τους λόγους που τον είχαν ωθήσει να λάβει μια τέτοια απόφαση. Τους διαβεβαίωνε, επίσης, ότι θα τους επέστρεφε τα ποσά τα οποία οι Καθ' ων η αίτηση του είχαν καταβάλει. Υπό το φως των πιο πάνω ο ισχυρισμός που ο Αιτητής προώθησε με την υπό κρίση αίτηση ότι δεν υπαναχώρησε από την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία δεν μπορεί να κριθεί πειστικός και απορρίπτεται. Ο Αιτητής πρόβαλε, επίσης, τον ισχυρισμό ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία πώλησης και, επομένως, αυτή εξακολουθεί να υφίσταται και να δεσμεύει τους διάδικους. Η εν λόγω θέση δεν κρίνεται βάσιμη αφ' ης στιγμής και εν' όψει των όσων ανωτέρω αναφέρονται ο Αιτητής άσκησε ο ίδιος το δικαίωμα που του δινόταν από την συμφωνία να υπαναχωρήσει από αυτήν. Έτσι, με την πιο πάνω ενέργειά του ο Αιτητής έθεσε τέρμα και έδωσε ο ίδιος τέλος στην συμφωνία. Τερματισμός από μέρους των Καθ' ω η αίτηση δεν χωρούσε υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι ο Αιτητής απέτυχε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση των Καθ' ων η αίτηση. Στην υπόθεση Μιχάλη Πατούρη ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 2118 λέχθηκε ότι υπεράσπιση που δικαιολογεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης είναι υπεράσπιση που είναι λογικοφανής και βασίζεται σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση η υπεράσπιση δεν μπορεί να θεωρείται συζητήσιμη. Στην υπό εξέταση κρίνω ότι για τους λόγους που πιο πάνω επεξηγήθηκαν η αναγκαία θεμελίωση ελλείπει. Αφ' ης στιγμής ο Αιτητής απέτυχε να καταδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να έχει πιθανότητα επιτυχίας. Κατά την κρίση μου συντρέχει επιπρόσθετος λόγος για την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Ο Αιτητής δικαιολόγησε την μη εμφάνισή του προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι η αγωγή ουδέποτε επιδόθηκε σε αυτόν. Στην αντίπερα όχθη η ομνύσασα την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση ισχυρίζεται ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον Αιτητή, προς απόδειξη δε του ισχυρισμού της αυτού επικαλείται την ένορκο δήλωση του ιδιώτη επιδότη που βρίσκεται καταχωρημένη στον φάκελο του Δικαστηρίου και η οποία παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο κατά το στάδιο της απόδειξης. Σύμφωνα με την εν λόγω ένορκο δήλωση αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος επιδόθηκε στον Αιτητή προσωπικά στις 28.5.
  1. Στην εν λόγω ένορκο δήλωση αναφέρεται, επίσης, η ακριβής ώρα κατά την οποία παρελήφθη αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος από τον Αιτητή και διενεργήθηκε η επίδοση σε αυτόν καθώς και ότι ο Αιτητής αρνήθηκε να το υπογράψει. Στην βάση των πιο πάνω με σαφήνεια και καθαρότητα δηλώσεων του ιδιώτη επιδότη είναι που το Δικαστήριο βασίσθηκε, μεταξύ άλλων, για να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Κρίνω ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι η αγωγή δεν επιδόθηκε σε αυτόν δεν μπορεί υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων να θεωρηθεί πειστικός. Αυτό που θα αναμενόταν από την πλευρά του Αιτητή πρωτίστως να πράξει είναι έρευνα του φακέλου της υπόθεσης. Ώστε να διαπιστωθεί ποιος επιδότης είναι αυτός που ορκίσθηκε ότι επέδωσε την αγωγή σε αυτόν και πότε. Ακολούθως, ο Αιτητής αναμένονταν να αντιδράσει στην πιο πάνω δήλωση του επιδότη προβάλλοντας ισχυρισμούς που να ψέγουν τους ένορκους ισχυρισμούς του τελευταίου περί επίδοσης και να τονίζουν, αφενός, την αναλήθειά τους, αφετέρου, το επιλήψιμο του όρκου του. Απόδειξη πληρωμής των αναγκαίων τελών για έρευνα του φακέλου της υπόθεσης δεν υπάρχει στον εν λόγω φάκελο, πράγμα που σημαίνει ότι ο Αιτητής δεν προέβη σε τέτοια έρευνα. Επίσης, σε καμία αντίδραση δεν προέβη. Σε κανένα σημείο της ένορκής του δήλωσης δεν αναφέρει ο Αιτητής ότι ο επιδότης ορκίσθηκε ψευδώς αναφορικά με την επίδοση. Θεωρώ ότι αν η θέση του Αιτητή ήταν αληθινή ο Αιτητής θα προσέφευγε σε ισχυρισμούς του τύπου που πιο πάνω υποδείχθηκε. Δεν μπορεί ο Αιτητής να ισχυρίζεται μόνο ότι το κλητήριο δεν επιδόθηκε σε αυτόν και αναφορικά με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης επίδοσης του επιδότη να τηρεί σιγή. Όφειλε να το σχολιάσει και να δώσει την θέση του επ' αυτού. Αν ο επιδότης δεν ψευδόρκησε και οι δηλώσεις του περί επίδοσης είναι αληθινοί πώς, τότε, το κλητήριο δεν επιδόθηκε στον Αιτητή; Υπό το φως των πιο πάνω δεν μπορώ να δεχθώ ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή περί μη επίδοσης της αγωγής είναι ένας πειστικός ισχυρισμός. Συνακόλουθα δεν έχω ικανοποιηθεί ότι το κλητήριο ένταλμα δεν επιδόθηκε στον Αιτητή. Το θέμα, όμως, δεν σταματά εδώ. Η αγωγή επιδόθηκε στον Αιτητή από τις 28.5.
  2. Παρόλα αυτά ο Αιτητής δεν καταχώρησε εμφάνιση με αποτέλεσμα να αφήσει να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Και χωρίς να συντρέχει αποχρών λόγος που δεν έπραξε τούτο αφ' ης στιγμής ο ισχυρισμός του ότι η αγωγή δεν επιδόθηκε σε αυτόν δεν κρίθηκε αληθής. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι στην πραγματικότητα ήταν εντελώς αδιάφορος ως προς την εναντίον του εγερθείσα διαδικασία. Στις 21.7.14 πληροφορήθηκε για την εναντίον του εκδοθείσα απόφαση από την δικαστική επιδότη. Τότε ήταν που το ενδιαφέρον του ζωπυρώθηκε και αποτάθηκε στους δικηγόρους του. Όταν πλέον ήλθε αντιμέτωπος με την εκτέλεση της απόφασης. Κέντρισμα για την υποβολή της υπό κρίση αίτησης αποτέλεσε ως εκ της συμπεριφοράς του ευκρινώς συνάγεται η επιθυμία του για την αποφυγή των συνεπειών της εκτέλεσης της απόφασης, πρώτα, μέσω του εντάλματος κινητών, η εκτέλεση του οποίου ακόμα εκκρεμούσε κατά την υποβολή της υπό κρίση αίτησης, όπως από τον φάκελο της υπόθεσης προκύπτει, και, κατά δεύτερο, μέσω της αίτησης έρευνας η οποία ακολούθησε της αίτησης για έκδοση εντάλματος κινητών. Υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων κρίνω ότι η συμπεριφορά που ο Αιτητής επέδειξε πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Συνιστά καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των αντιδίκων του. Οι Καθ' ων η αίτηση δεν θα πρέπει να στερηθούν των ευεργετημάτων που τους παρέχει η νομότυπη απόφαση που εξασφάλισαν προς όφελός τους. Έτσι και αν ακόμα η υπό κρίση αίτηση δεν απορριπτόταν εξ' αιτίας της λανθασμένης νομικής της βάσης θα απορριπτόταν επί της ουσίας. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση / Εναγόντων και εναντίον του Αιτητή / Εναγόμενου όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Παραμερισμός απόφασης Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.