BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED ν. Rebecca Smith κ.α., Αρ. Αγωγής: 1893/12, 13/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A79 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ν. ΚONH, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1893/12 Μεταξύ: BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED Ενάγουσας και
- Rebecca Smith
- PAFILIA PROPERTY DEVELOPERS LIMITED Εναγομένων ------------------- Αίτηση ημερομηνίας 14.07.2014 Ημερομηνία: 13.05.2015 Για την Εναγόμενη 1-Αιτήτρια: κα Ι. Χριστοδούλου για Σ. Παρπαρίνος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα-Καθ' ης η Αίτηση: κα Α. Κορακίδου Μακρίδου για ARISTI KORAKIDOU-MAKRIDOU LLC ------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Την 30.04.2013 το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου εξέδωσε την ακόλουθη απόφαση: «ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΟΠΩΣ:
- Η εναγόμενη αρ. 1 πληρώσει στους ενάγοντες το ποσό των CHF207.973,91σ. πλέον τόκο προς 6,99% το χρόνο επί του ποσού των CHF201.164,01σ. από 10.5.12 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους ή το ισάξιο σε ευρώ σύμφωνα με την ισοτιμία των συναλλαγμάτων την ημερομηνία αποπληρωμής του άνω ποσού.
- Η εναγόμενη αρ. 1 πληρώσει στους ενάγοντες το ποσό των €59= έξοδα έκδοσης της απόφασης αυτής, πλέον τα έξοδα της αγωγής όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον τόκο προς 5,5% το χρόνο από 18.5.12 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α.
- Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο αναγνωρίζεται ότι οι ενάγοντες είναι οι αποκλειστικοί δικαιούχοι όλων των δικαιωμάτων της εναγόμενης αρ. 1 που απορρέουν από το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ημερομηνίας 21.1.07 μεταξύ της εναγόμενης αρ. 1 και της εναγόμενης αρ. 2, για την αγορά της οικίας δυο υπνοδωματίων αρ. 05, Block 6 με parking No.6-5 στο συγκρότημα "Anarita Valley Development" σε μέρος των τεμαχίων αρ. 251, 252, 523, Φ/Σχ. LI/31, με αρ. εγγραφής 6667, 6668, 6252, στην Αναρίτα της επαρχίας Πάφου, που η εναγόμενη αρ. 1 αγόρασε από την εναγόμενη αρ. 2, περιλαμβανομένων του δικαιώματος απόσυρσης του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, του δικαιώματος ακύρωσης του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου εγγράφου, του δικαιώματος πώλησης της οικίας καθ' οιονδήποτε τρόπο και κάτω από οποιουσδήποτε όρους αποφασίσουν οι ενάγοντες και του δικαιώματος ανάκτησης ελεύθερης και κενής κατοχής της οικίας από τους εναγόμενους και ή την εναγόμενη αρ
- Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται στους ενάγοντες να προβούν καθ' οιονδήποτε χρόνο αποφασίσουν στην απόσυρση του πιο πάνω αναφερόμενου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου.
- Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται στους ενάγοντες να προβούν καθ' οιονδήποτε χρόνο αποφασίσουν στην ακύρωση του πιο πάνω αναφερόμενου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου.
- Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται στους ενάγοντες να προβούν καθ' οιονδήποτε χρόνο αποφασίσουν στην πώληση της πιο πάνω αναφερόμενης οικίας σε οποιοδήποτε πρόσωπο αποφασίσουν οι ενάγοντες.
- Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται στους ενάγοντες, μετά την έκδοση χωριστών τίτλων και την πλήρη εξόφληση του τιμήματος πώλησης βάσει του πιο πάνω αναφερόμενου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, να ζητήσουν μεταβίβαση του τίτλου της πιο πάνω αναφερόμενης οικίας στο όνομα τους ή στο όνομα οποιουδήποτε προσώπου υποδείξουν.» Με την παρούσα αίτηση η Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια εξαιτείται διαζευκτικά ή και αλληλέγγυα: «Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να ακυρώνει και/ή παραμερίζει (set aside) την Απόφαση του ημερομηνίας 30/04/2013 εναντίον της Αιτήτριας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή. Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απορρίπτει και/ή αναστέλλει (stay of enforcement proceedings) τα οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης και/ή δικαστική διαδικασία στα πλαίσια της Απόφασης του ημερομηνίας 30/04/2013 εναντίον της Αιτήτριας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή σε τέτοια ημερομηνία που θα ήθελε κρίνει και φανεί υπό τις περιστάσεις σωστή και δίκαιη από το Δικαστήριο και/ή μέχρι την εκδίκαση και/ή την επικύρωση του αιτητικού Α ανωτέρω. Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να ακυρώνει και/ή παραμερίζει το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21/11/2012 με το οποίο επιτράπηκε και/ή εξουσιοδοτήθηκε η επίδοση της ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος στην Εναγόμενη 1 εκτός δικαιοδοσίας. Δ) Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την επίδοση της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος στην Εναγόμενη 1 / Αιτήτρια. Ε) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία και/ή διάταγμα το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις. Στ) Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. (Αρ. Μητρώου 103035559Ρ).» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2 θ.2, Δ.4 θ.1 Δ.6 θ.6 και 7
(1)(γ), Δ.17 θ.10, Δ.26 θ.14, Δ.48 θ.1 - 4, 7, 9 και 13, Δ.64, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 και ιδιαίτερα μεταξύ άλλων των άρθρων 2, 21, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 44/2001 με ιδιαίτερη μνεία στα άρθρα 2, 5, 6
(1), 15, 16, 17 και 26 - 31 στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/2007 και ειδικά στα άρθρα 4, 7, 8 και 10, στο Annual Practice του 1952 σελ. 130, στην επικείμενη Νομολογία και επί των Γενικών και Συμφυών Εξουσιών και Πρακτικής του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Σωκράτη Παρπαρίνου, δικηγόρου και διευθύνοντος συμβούλου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της Εναγόμενης 1 - Αιτήτριας. Ο Σ. Παρπαρίνος αναφέρει στην ένορκη δήλωση του ότι η παρούσα υπόθεση αποτελεί μέρος μιας σοβαρότατων διαστάσεων διαφοράς που υπάρχει μεταξύ μεγάλου αριθμού Άγγλων πολιτών που ζουν στην Αγγλία από τη μια και των Εναγομένων 2 και άλλων Κυπριακών εταιρειών που ασχολούνται με κατασκευές και με ανάπτυξη γης και της Ενάγουσας Τράπεζας ή και άλλων Τραπεζών από την άλλη. Οι Άγγλοι αγοραστές θεωρούν ότι εξαπατήθηκαν από τις Κυπριακές εταιρείες και από την Τράπεζα οι οποίες ενήργησαν σε σχέση με το θέμα αυτό από κοινού. Ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στη συνέχεια σε διάφορες αγωγές που εκκρεμούν ενώπιον Αγγλικών Δικαστηρίων σε σχέση με τις πιο πάνω διαφορές των Άγγλων αγοραστών με τις Κυπριακές Εταιρείες, την Ενάγουσα Τράπεζα και άλλες τράπεζες και των Εναγομένων
- Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ακόμα: «
- Στην παρούσα υπόθεση, είναι η θέση της Αιτήτριας ότι αγόρασε την επίδικη εξοχική κατοικία και σύναψε το επίδικο δάνειο κατόπιν ψευδών παραστάσεων που έγιναν προς το πρόσωπό της στην Αγγλία. Συγκεκριμένα, η Αιτήτρια πείστηκε από ατζέντη και/ή δικηγόρο οι οποίοι της συστήθηκαν μέσω των Εναγομένων 2 ("sales agent and solicitor") που ενεργούσαν τόσο για την Τράπεζα όσο και για τους Εναγόμενους 2 στην Αγγλία (στο εξής «ο ατζέντης» και «ο αντιπρόσωπος») να προχωρήσει στην αγορά της εξοχικής κατοικίας που αναφέρεται πιο πάνω. Ο ατζέντης και/ή αντιπρόσωπος μερίμνησε ώστε το δάνειο να δοθεί από την Τράπεζα με σκοπό την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερ. 21/01/2007 χωρίς να θέσει στην προσοχή της Αιτήτριας οποιαδήποτε άλλη εναλλακτική τράπεζα για τη δανειοδότηση. Όσο αφορά στους συναλλαγματικούς κινδύνους σύναψης δανείου σε ξένο νόμισμα, η Αιτήτρια δεν αρνείται ότι υπέγραψε τη σχετική βεβαίωση προς την Τράπεζα με την οποία διαβεβαιώνει ότι της έχουν εξηγηθεί οι σχετικοί συναλλαγματικοί κίνδυνοι που μπορούσε να επιφέρει η σύναψη του εν λόγω δανείου, όμως εν πάση περιπτώσει, η Αιτήτρια όντας απλός και μη εξεζητημένος και/ή εξειδικευμένος (non sophisticated) καταναλωτής, ενήργησε με βάση τα όσα την συμβούλευσε ο ατζέντης και/ή αντιπρόσωπος της. Ενδεικτικό του πιο πάνω ισχυρισμού και όπως προκύπτει από σχετική έρευνα είναι ότι ο αντιπρόσωπος που μεσολάβησε και/ή συμβούλεψε την Αιτήτρια για την υπογραφή των ειρημένων συμφωνιών τυγχάνει να είναι η σύζυγος ενός εκ των διευθυντών των Εναγομένων 2 κάτι το οποίο αποδεικνύει έμπρακτα ότι τα κίνητρα του αντιπροσώπου ήταν πρόδηλα αλλότρια και/ή ότι ουσιαστικά εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των Εναγομένων 2 και κατ' επέκταση της Τράπεζας αντί της Αιτήτριας ως θα όφειλε δυνάμει του εκ του νόμου απορρέοντα καθήκοντά της. Η Αιτήτρια σημειώνει δε ότι παρόλο που ουδέποτε υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο προς τον αντιπρόσωπο, ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε και/ή συμβούλεψε και/ή μεσολάβησε αυτός κατά την σύναψη των ειρημένων συμφωνιών κατέστησε αυτόν ρητά και/ή εξυπακουόμενα το νόμιμο αντιπρόσωπο της Αιτήτριας αφού η ίδια είχε αφεθεί με την αντίληψη και/ή πίστευε ότι τα νόμιμα συμφέροντά της θα προστατεύοντο δεόντως από τον αντιπρόσωπο γεγονός που της αποστέρησε του δικαιώματος της να τύχει ανεξάρτητης νομικής συμβουλής και/ή αντιπροσωπευτεί από δικηγόρο της επιλογής της. Συνεπώς είναι η θέση της Αιτήτριας ότι η όλη προσέγγιση και αντιμετώπιση που εισέπραξε τόσο από τον ατζέντη όσο και από τον αντιπρόσωπο ήταν μεθοδευμένη και αποσκοπούσε αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων της Τράπεζας και των Εναγόμενων
- Ως εκ τούτου, δεν είχε την ευκαιρία να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή εφόσον ενεργούσε διαμέσου και υπό την καθοδήγηση αντιπροσώπου, ο οποίος εν τέλει ενεργούσε ουσιαστικά προς το συμφέρον των Εναγόντων και των Εναγομένων 2 και όχι προς τη διαφύλαξη των συμφερόντων της Αιτήτριας αφού δεν της εξήγησε τα όσα αναφέρονται στην εν λόγω διαβεβαίωση, ως ήταν και η υποχρέωσή του, με αποτέλεσμα να καταστεί αστικά αμελής (breach of statutory duty). Με βάση τα ανωτέρω, διαφαίνεται ότι δεν τηρήθηκαν οι διαδικασίες και οι προϋποθέσεις που τίθενται από τον νόμο όταν παραχωρείται δάνειο σε ξένο νόμισμα και/ή οι σχετικές Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Κεντρικής Τράπεζας. Η εν λόγω δήλωση αποποίησης δικαιωμάτων μαζί με την σχετική εγκύκλιο της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 11/10/2006 επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- Τόσο ο αντιπρόσωπος όσο και ο ατζέντης επιβεβαίωσαν σε σχετικές οργανωμένες συναντήσεις που είχαν με την αδελφή της Αιτήτριας αλλά και με την ίδια την Αιτήτρια προσωπικά στην κατοικία της στην Αγγλία, ότι η αγορά της εν λόγω εξοχικής κατοικίας θα ήταν κερδοφόρα αφού η εξοχική κατοικία, κατά τα λεγόμενα τους, βρισκόταν σε φημισμένη τουριστική περιοχή και ήταν εγγυημένη η ενοικίαση της εξοχικής κατοικίας σε τουρίστες, γεγονός το οποίο θα εξασφάλιζε στην Αιτήτρια σημαντικό εισόδημα και θα συνείσφερε ουσιαστικά στην αποπληρωμή του δανείου κάτι το οποίο καθιστούσε την όλη επενδυτική κίνηση εκ μέρους της Αιτήτριας κερδοφόρα με χαμηλά ρίσκα. Η δήλωση αυτή δεν ήταν αληθινή αφού η εξοχική κατοικία η οποία αποτελεί μέρος του συγκροτήματος "Anarita Valley Development" στο Χωριό Αναρίτα, στην Πάφο, ο οποίος δεν είναι φημισμένος ως τουριστικός προορισμός. Πάραυτα, αξίζει να σημειωθεί ότι το έργο παραμένει μέχρι σήμερα ημιτελές, ενώ δεν έχει εκδοθεί ακόμη ξεχωριστός τίτλος εγγραφής προς την Αιτητρια.
- Όλες οι πιο πάνω παραστάσεις από τον ατζέντη και/ή αντιπρόσωπο ο οποίος ενεργούσε από κοινού τόσο για την Τράπεζα όσο και για τους Εναγόμενους 2 έγιναν και/ή ηγέρθησαν στην Αγγλία.
- Η Αιτήτρια κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν και είναι και σήμερα κάτοικος/υπήκοος Αγγλίας.» Ο ενόρκως δηλών επανέρχεται στις εκκρεμούσες αγωγές ενώπιον των Αγγλικών Δικαστηρίων στις οποίες ως ισχυρίζεται τα γεγονότα ή και αγώγιμα δικαιώματα ή και απαιτήσεις ταυτίζονται με τα επίδικα θέματα στην παρούσα υπόθεση και αναφέρεται ακόμα σε απόφαση που εκδόθηκε από το High Court of Justice επισημαίνοντας κάποια σημεία της. Αποτελεί ακόμα θέση του ενόρκως δηλούντα ότι: «
- Α) Η Αιτήτρια είναι καταναλωτής στην έννοια των άρθρων 15 με 17 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/
- Σημειώνω συναφώς ότι η Αιτήτρια ουδεμία επαγγελματική σχέση έχει με την αγορά ακινήτων ή με τη σύναψη δανείων και ότι αγόρασε το επίδικο ακίνητο για να το χρησιμοποιεί ως εξοχικό. Επίσης σημειώνω ότι η Τράπεζα διατηρεί παράρτημα στην Αγγλία ενώ επίσης στην Αγγλία υπάρχει η Bank of Cyprus UK. Είναι η άποψη μου ότι η Τράπεζα με την παρουσία της στην Αγγλία υπό την έννοια του άρθρου 6
(1), 5
(5), 15
(1)(c), 15
(2), 16
(1), 16
(2)και 31 του ειρημένου Ε.Κ. δύναται να εναχθεί και/ή να ενάγει τον καταναλωτή στην Αγγλία. Επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4 σχετικό έγγραφο από την επίσημη ιστοσελίδα της Τράπεζας. Β) τα Αγγλικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία βάσει του άρθρου 27 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001. Γ) τα Αγγλικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία και βάσει του άρθρου 5
(1)του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 αφού οι ισχυριζόμενες ψευδείς παραστάσεις έγιναν στην Αγγλία. Δ) το «ζημιογόνο γεγονός» (που εξετάζεται για σκοπούς του άρθρου 5
(3)του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 επισυνέβη στην Αγγλία αφού αυτό ήταν η προβολή ψευδών παραστάσεων που έγινε στην Αγγλία. Διαζευκτικά η ζημιά επισυνέβη στην Αγγλία διότι είναι εκεί όπου η Αιτήτρια έλαβε και βασίσθηκε στις παραστάσεις υπογράφοντας τις συμφωνίες πώλησης και/ή δανείου και τα πληρεξούσια: Domicrest Ltd v. Swiss Bank Corp
(1999)QB 548.» Ο ενόρκως δηλών επισημαίνει επίσης τα ακόλουθα: «
- Α) Η Τράπεζα δεν εξασφάλισε, ως όφειλε, άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος ούτε και επέδωσαν τέτοιο κλητήριο ένταλμα στην Αιτήτρια παρά το ότι η Αιτήτρια κατοικεί εκτός Κύπρου. Β) Λανθασμένα εκδόθηκε το Διάταγμα για επίδοση Ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στο εξωτερικό αφού στη σχετική αίτηση που καταχωρήθηκε για την έκδοση του εν λόγω διατάγματος δεν είχαν παρουσιαστεί τέτοια γεγονότα και/ή νομική πτυχή και/ή βάση που να δείχνουν ότι η Ενάγουσα έχει καλή βάση αγωγής και ειδικά ότι το οποιοδήποτε αγώγιμο της δικαίωμα εγέρθη στην Κύπρο κατά της Αιτήτριας. Γ) Η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ημερομηνίας 06/11/2012 και/ή των σχετικών δικαστικών εγγράφων έγινε εν πάση περιπτώσει με τρόπο αντικανονικό αφού τα έγγραφα ουδέποτε παραλήφθηκαν από την Αιτήτρια ως είναι ο ισχυρισμός των Εναγόντων. Ως εκ τούτου, αποστερήθηκε στην Αιτήτρια το δικαίωμα να ενστεί στη διαδικασία με την καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, αφού οι Ενάγοντες προχώρησαν στην έκδοση απόφασης χωρίς να έχουν επιδοθεί τα έγγραφα στην Αιτήτρια και/ή χωρίς να προσκομίσουν ικανοποιητική μαρτυρία προς απόδειξη καλής επίδοσης δυνάμει των προνοιών του Ε.Κ. 1393/
- Να αναφέρω επίσης ότι όλα τα σχετικά έγγραφα τα οποία έπρεπε να επιδοθούν στην Αιτήτρια τα παραλάβαμε κατόπιν του διορισμού μας ως δικηγόρων της Αιτήτριας ούτως ώστε να μπορέσουμε να προβούμε στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης, εφόσον η Αιτήτρια δεν είχε στην κατοχή της οποιαδήποτε δικαστικά έγγραφα. Περαιτέρω, η Αιτήτρια δεν έλαβε προειδοποιητική επιστολή όπως γίνεται αναφορά στο κλητήριο ένταλμα και ως εκ τούτου, τα οποιαδήποτε προσαυξημένα επιτόκια που απαιτούνται εκ Τραπέζης να μην μπορούν να τίθενται σε ισχύ αφού ουδέποτε δόθηκε η ευκαιρία στην Αιτήτρια να προβεί σε εξομάλυνση της λειτουργίας του λογαριασμού του δανείου της. Ούτε η Αιτήτρια έλαβε την επιστολή τερματισμού αυτούσια ούτε και έλαβε τέτοια ενημέρωση από τον αντιπρόσωπο της και ως εκ τούτου, η έγερση της παρούσας αγωγής είναι εμπρόθεσμη και/ή παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή παράνομη αφού η Αιτήτρια ουδέποτε έλαβε γνώση για τον τερματισμό του λογαριασμού του δανείου της. Επίσης δεν επιδόθηκαν τα απαραίτητα έγγραφα ούτως ώστε να λάβει γνώση η Αιτήτρια των δικαστικών διαδικασιών που εκκρεμούν εναντίον της όπως επίσης ούτε και η Τυποποιημένη Βεβαίωση που απαιτείται δυνάμει του άρθρου 10 (Annex I) και/ή το έντυπο άρνησης λήψης τέτοιων δικαστικών εγγράφων δυνάμει του άρθρου 8 (Annex ΙI) του Ε.Κ.1393/
- Σχετικές νομικές υποβολές θα γίνουν στο κατάλληλο στάδιο.» Ο ενόρκως δηλών τονίζει ότι η Αιτήτρια δεν έχει πρόθεση να περιφρονήσει τη δικαστική διαδικασία στην Κύπρο και ότι καταχωρεί την παρούσα αίτηση για παραμερισμό της απόφασης ή και αναστολή των οποιωνδήποτε μέτρων εκτέλεσης στα πλαίσια λήψης της απόφασης. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα η Αιτήτρια έχει τη θέση ότι το Δικαστήριο ένεκα των δικαστικών διαδικασιών που εκκρεμούν ενώπιον των Αγγλικών Δικαστηρίων και δεδομένης της αναμονής εκδίκασης της έφεσης της Alpha Panareti που θα κριθεί τελεσίδικα από το Αγγλικό Εφετείο το θέμα της δικαιοδοσίας επί της καθ' ύλη και κατά τόπο αρμοδιότητας (forum conveniens) αλλά και ενόψει της εκδίκασης τόσο της παρούσας υπόθεσης αλλά και σωρείας άλλων παρόμοιων υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιον των Αγγλικών και Κυπριακών Δικαστηρίων το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα αναστολής των οποιωνδήποτε υφιστάμενων ή και περαιτέρω μέτρων εκτέλεσης της απόφασης (stay of enforcement proceedings) ως η παράγραφος Β της αίτησης και σε κατοπινό στάδιο όταν θα έχει πλέον ξεκαθαρίσει το θέμα της δικαιοδοσίας να επιληφθεί του αιτητικού Α για παραμερισμό της απόφασης. Η εκδίκαση της έφεσης ενώπιον του Αγγλικού Εφετείου αναμενόταν να εκδικαστεί κατά ή περί τον Ιανουάριο του έτους 2015 και με ενδεχόμενη έκδοση διατάγματος ως η παράγραφος Β της αίτησης θα επιτευχθεί εναρμόνιση με τις δικαστικές διαδικασίες που εκκρεμούν στην Αγγλία αλλά και θα μειωθούν δραματικά αχρείαστες, εμπρόθεσμες, δαπανηρές αλλά και χρονοβόρες δικαστικές διαδικασίες τόσο στην Κύπρο όσο και στην Αγγλία. Ενόψει όλων των πιο πάνω, συνεχίζει ο ενόρκως δηλών, είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να παραμεριστεί το κλητήριο ένταλμα ή και η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος ή και ανασταλεί η δικαστική διαδικασία μέτρων εκτέλεσης ή και παραμεριστεί το διάταγμα επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος ή και η επίδοση αυτού αφού: «23.Α) Το σεβαστό Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να εκδώσει την επίδικη Απόφαση ημερομηνίας 30/04/2012 δυνάμει των σχετικών προνοιών του Ε.Κ. 44/
- Β) Τα έγγραφα που έπρεπε να επιδοθούν δυνάμει Διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας δεν έχουν επιδοθεί στην Αιτήτρια όπως επίσης δεν έχουν επιδοθεί όλα τα απαραίτητα έγγραφα δυνάμει των σχετικών Ευρωπαϊκών Κανονισμών και ειδικά του Ε.Κ. 1393/07 που αναφέρονται ανωτέρω στην αίτηση. Το όλο θέμα εν σχέση με την εγκυρότητα και/ή ακυρότητα τέτοιου Διατάγματος Επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και/ή της επίδοσης εγγράφων εκτός δικαιοδοσίας δυνάμει τέτοιου Διατάγματος και συγκεκριμένα κατά πόσο η επίδοση της τυποποιημένης Βεβαίωσης είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση επίδοσης εγγράφων δυνάμει του Ε.Κ. 1393/2007 και ότι η τυχόν παράλειψη επίδοσης της δεν είναι θεραπεύσιμη και συνιστά λόγο ακυρότητας της επίδοσης τυγχάνει εξέτασης από το Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης κατόπιν παραπομπής τριών προδικαστικών ερωτημάτων από το Ανώτατο Δικαστήριο στις Πολιτικές Εφέσεις Αρ. Ε23/2013, Ε24/2013, Ε25/2013, Ε26/2013, Ε27/2013, Ε28/2013 και Ε29/
- Γ) Αναμένεται το αποτέλεσμα της έφεσης στην υπόθεση της Alpha Panareti όπως αναφέρεται ανωτέρω η οποία εκκρεμεί στο Ανώτατο Δικαστήριο (High Court) της Αγγλίας όπου και θα αποφασιστεί κατά πόσο το forum conveniens προς εκδίκαση της παρούσας αλλά και πληθώρας άλλων πανομοιότυπων υποθέσεων εναντίον της Τράπεζας και/ή άλλων Τραπεζών και/ή νομικών και/ή φυσικών προσώπων άμεσα εμπλεκόμενα και/ή που συσχετίζονται με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης το έχουν τα Αγγλικά Δικαστήρια. Εξ όσων πληροφορούμαι από τους δικηγόρους των Αιτητών στην Αγγλία κ.κ. MAXWELLL ALVES SOLICITORS η έφεση η οποία ήταν ορισμένη στις 9/06/14 αναβλήθηκε κατόπιν κοινού αιτήματος από τους διαδίκους και παρέμεινε προσωρινά εκτός πινακίου και/ή αναβλήθηκε για να εκδικαστεί κατά ή περί τον Ιανουάριο
- Συνεπώς είναι η ταπεινή μου γνώμη ότι κρίνεται ορθό το Κυπριακό Δικαστήριο να αναμένει και σεβαστεί την οποιαδήποτε Απόφαση του Αγγλικού Δικαστηρίου προτού αποφασίσει κατά πόσο κέκτηται δικαιοδοσίας (seize of jurisdiction) προς αποφυγή παράλληλων διαδικασιών (dual jurisdiction and multiplicity of judicial proceedings and to avoid the risk of irreconcilable judgments resulting from separate proceedings). Δ) περαιτέρω και/ή διαζευκτικά η Αιτήτρια έχει (τουλάχιστο) συζητήσιμη υπεράσπιση την οποία η ίδια θα εγείρει στο κατά τόπο και καθ' ύλη αρμόδιο Δικαστήριο εάν και εφόσον κληθεί να πράξει τούτο μετά το πέρας της έφεσης στην Alpha Panareti. Επίσης η Αιτήτρια ενήργησε με σπουδή στο να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση.» Η Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε ένσταση. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.1, Δ.2, Δ.5, Δ.6, Δ.17 θ.2-7, 10, 11, 13, Δ.19 θ.2, Δ.20 θ.1, Δ.16 θ.1, 2, 3, 7, Δ.26 θ.14, Δ.40 θ.1, 7 και 11, Δ.48 θ.1 - 4, 8
(1)(s), 9(h), στον Κανονισμό (ΕΚ) 44/01, στον Κανονισμό (ΕΚ) 1393/07, στους αγγλικούς δικαστικούς θεσμούς R.6.3, 6.15, 6.17, 6.20, 6.26, 6.27, 6.29 service of the claim form by an alternative method, στις αρχές της επιείκειας, στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δικαστήριο, στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος και στο άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ως λόγους ένστασης η Ενάγουσα προβάλλει ότι έχουν τηρηθεί όλες οι νόμιμες διαδικασίες για έκδοση του διατάγματος επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στην Εναγόμενη 1 εκτός δικαιοδοσίας και του διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση και για έκδοση απόφασης εναντίον της την 30.04.2013, ότι η νομική βάση της αίτησης είναι ελλιπής και ότι ελλείπει η Διαταγή για το αίτημα για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, ότι η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και κακόπιστη, ότι οι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι αναληθείς, ότι η Αιτήτρια δεν ισχυρίζεται γεγονότα που να συνιστούν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αξίωση της Ενάγουσας και ότι οι ισχυρισμοί της είναι παραπλανητικοί, προϊόν δεύτερης σκέψης, άσχετοι, αβάσιμοι και προβλήθηκαν με μοναδικό σκοπό την παρακώληση της εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης που έχει εκδοθεί, ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την ανταλλαγείσα αλληλογραφία μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 και των δικηγόρων της και την ισχυριζόμενη κατατεθείσα αγωγή της στην Αγγλία, ότι η συμφωνία δανείου υπογράφηκε από την Εναγόμενη 1 την 02.04.2007 στην Πάφο και οι διαβουλεύσεις που είχε με την πωλήτρια εταιρεία και τους αντιπροσώπους της είναι άγνωστες στην Ενάγουσα ενώ οι αντιπρόσωποι της Εναγόμενης 2 σε καμία περίπτωση εκπροσωπούσαν την Ενάγουσα, ότι στην αίτηση δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε σοβαρός, εύλογος και δικαιολογημένος λόγος για παραμερισμό ή και ακύρωση της απόφασης ημερομηνίας 30.04.2013 και ότι η Αιτήτρια δεν καταδεικνύει οποιοδήποτε σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης εφόσον γνώριζε ότι καταχωρήθηκε αγωγή εναντίον της και στη συνέχεια εκδόθηκε απόφαση τουλάχιστον από την αλληλογραφία που είχε η ίδια και οι δικηγόροι της με την Ενάγουσα, ότι η αίτηση καταχωρήθηκε πολύ καθυστερημένα και η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει οποιοδήποτε σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση, ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν έχουν καμία σχέση με τη συμφωνία, η παράβαση της οποίας αποτελεί την αιτία αγωγής εναντίον της Εναγόμενης 1, ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση και κατ' επέκταση να εκδώσει την απόφαση ημερομηνίας 30.04.2013 σύμφωνα με τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς και την Ευρωπαϊκή και Κυπριακή Νομολογία, ότι η επίδοση των σχετικών εγγράφων δυνάμει του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας έγινε με τον δέοντα τρόπο και επιδόθηκαν όλα τα απαραίτητα έγγραφα τηρουμένων των προνοιών του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/07 και ότι η επίδοση ήταν νομότυπη και η απόφαση εκδόθηκε σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, ότι η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, ότι η υπό εξέταση αίτηση αποτελεί προσπάθεια της Αιτήτριας να καθυστερήσει την εκτέλεση της απόφασης εναντίον της η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου, ότι η Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση ενήργησε στα πλαίσια της νομιμότητας και ότι ενδεχόμενη ακύρωση ή και παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα της προκαλέσει ζημιά αφού θα παρεμποδιστεί από το να εισπράξει το λαβείν της, ότι η υπό εξέταση αίτηση πλήττει την αρχή της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων και την αρχή της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης και παραβιάζει το δικαίωμα για εκδίκαση εντός εύλογου χρόνου δυνάμει του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και του αντίστοιχου άρθρου 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου για την αιτούμενη θεραπεία στην παρούσα αίτηση, ότι η Αιτήτρια σε κάποιο χρονικό σημείο ήταν έγκυος και αργότερα μητέρα χωρίς να εργάζεται και αυτό δημιούργησε το πρόβλημα στην οικονομική της κατάσταση ως αναφέρει στην αλληλογραφία που αντάλλαξε με την Ενάγουσα και την Εναγόμενη 2 και η αλληλογραφία του δικηγόρου της Εναγόμενης 1 με την Ενάγουσα και όχι οι αιτιάσεις που επικαλείται στην παρούσα αίτηση, ότι η Αιτήτρια κατά τη σύναψη της συμφωνίας δανείου στο έντυπο για τις προσωπικές της συνθήκες δήλωσε ως επάγγελμα "Financial Industry" και εργοδότη την εταιρεία Aegon Scottish Equitable PLC, η οποία ασχολείται με την παροχή οικονομικών, επενδυτικών συμβουλών και υπηρεσιών και δεν ήταν απλός καταναλωτής, χωρίς γνώση των κινδύνων που ελλοχεύουν από το δανεισμό σε ξένο συνάλλαγμα και ότι παρόλο τούτο αναγνώρισε εγγράφως την 02.04.2007 ότι η Ενάγουσα της εξήγησε τους κινδύνους από την αλλαγή στη συναλλαγματική ισοτιμία και την αλλαγή στα ποσοστά του επιτοκίου στα διάφορα συναλλάγματα και τέλος ότι όλα τα δικαστικά έγγραφα με βάση τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς μεταφράστηκαν στα Αγγλικά και επιδόθηκαν στην Εναγόμενη 1 στη διεύθυνση της, μετά την επίδοση της αγωγής στην Εναγόμενη 2 με έδρα την Πάφο, με ιδιωτικό ταχυδρομείο σύμφωνα με το δικαστικό διάταγμα, ημερομηνίας 21.11.
- Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ανδρόνικου Σταυρινού, οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία της Ενάγουσας. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στην ένορκη δήλωση του ότι αρνείται το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Επίσης αναφέρει ότι: «
- Η υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στο Ε.Δ. Πάφου στις 18/5/12 και επιδόθηκε στην εναγόμενη 2 η οποία είναι εταιρεία με έδρα την Πάφο την 29/5/12 και την 6/11/12 δυνάμει διατάγματος τροποποίησης ημερ. 16/10/12 καταχωρήθηκε στο Ε.Δ. Πάφου τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα.
- Την 21/11/12 κατόπιν αιτήσεως της καθ ης η αίτηση εξεδόθη διάταγμα με το οποίο δόθηκε άδεια για επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας στο Ηνωμένο Βασίλειο στην εναγόμενη 1 και άδεια για υποκατάστατη επίδοση πιστού αντιγράφου της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στην εναγόμενη 1 στην εναγόμενη 1 στο Ηνωμένο Βασίλειο με ιδιωτικό ταχυδρομείο αφού προηγουμένως είχε επιδοθεί η αγωγή στην εναγόμενη 2 την 29/5/12 η οποία είναι εταιρεία με έδρα την Κύπρο.
- Η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος στην αγωγή, η αίτηση για υποκατάστατη επίδοση και η συνοδεύουσα αυτή ένορκο ομολογία, το διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση, το έντυπο άρνησης λήψης δικαστικών εγγράφων, όλα στην αγγλική και ελληνική γλώσσα, επιδόθηκαν στην εναγόμενη 1 την 7/1/13 με ιδιωτικό ταχυδρομείο σύμφωνα με το διάταγμα του Ε.Δ. Πάφου ημερ. 21/11/12 και τον ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/07 και η έκδοση της απόφασης ημερ. 30/4/13 έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και το διάταγμα του Δικαστηρίου 21/11/12 ως με πληροφόρησε η δικηγόρος της ενάγουσας. Η εναγόμενη 1 δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης εντός της προθεσμίας των 30 ημερών όπως προέβλεπε το άνω αναφερόμενο διάταγμα και η καθ ης η αίτηση καταχώρησε αίτηση για απόφαση εναντίον της εναγόμενης 1 λόγω παράλειψης καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης την 28/3/13, η οποία ορίστηκε ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου την 9/4/13 και 30/4/
- Μέχρι την 30/4/13 η εναγόμενη 1 δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση ημερ. 30/4/
- Στις 18/7/14 καταχωρήθηκε από την αιτήτρια η παρούσα αίτηση, 18 μήνες μετά την επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και όλων των άλλων ανωτέρω αναφερομένων εγγράφων και 18 σχεδόν μήνες μετά την έκδοση της απόφασης από το Σεβαστό Δικαστήριο και 15 τουλάχιστο μήνες από τη γνώση της εναγόμενης 1 για την καταχωρηθείσα εναντίον της αγωγή και την έκδοση απόφασης εναντίον της, γεγονότα που δεικνύουν από μόνα τους την πλήρη αδιαφορία της αιτήτριας προς τη δικαστική διαδικασία και τους αλλότριους σκοπούς της από την καταχώρηση της παρούσας αίτησης.» Ο ενόρκως δηλών επαναλαμβάνει ουσιαστικά στη συνέχεια τους λόγους ένστασης, ότι η νομική βάση της αίτησης είναι ελλιπής, ότι η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και κακόπιστη και ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου για τις αιτούμενες στην παρούσα αίτηση θεραπείες. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει επίσης ότι η κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά και ότι οι αγωγές στην Αγγλία άλλων προσώπων βασίζονται σε άλλα πραγματικά γεγονότα και δεν έχουν σχέση με την παρούσα υπόθεση. Αρνείται τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι η Ενάγουσα ενήργησε από κοινού με κυπριακές εταιρείες και αντιπροσώπους με τους οποίους προώθησε ψευδείς παραστάσεις και δηλώσεις ως επίσης αρνείται ότι οι αντιπρόσωποι της Εναγόμενης 2 ενεργούσαν εκ μέρους της Ενάγουσας αναφέροντας ότι η συμφωνία αγοράς υπογράφηκε από την Εναγόμενη 1 την 21.01.2007 ενώ η συμφωνία δανείου υπογράφηκε από την ίδια στην Πάφο την 02.04.
- Η Ενάγουσα, συμπληρώνει, είναι τράπεζα που διεξάγει τραπεζικές εργασίες και δεν παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες οικονομικής, νομικής ή επενδυτικής φύσης και ούτε αναγκάζει ή εξαναγκάζει οποιονδήποτε να υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο ή και συμφωνία και ότι η Εναγόμενη 1 ήταν γνώστης ως εκ της εργασίας της των όρων και συνεπειών της συμφωνίας δανείου που υπέγραψε με την Ενάγουσα. Η Ενάγουσα δεν προσεγγίζει οποιοδήποτε πρόσωπο για να του παραχωρήσει η ίδια πιστωτικές διευκολύνσεις και ότι παρείχε τέτοια διευκόλυνση μετά από παράκληση προς την ίδια. Ο ενόρκως δηλών αναφερόμενος στις αρχές που διέπουν τέτοιες αιτήσεις εισηγείται ότι η Αιτήτρια απέτυχε να αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ως επίσης ότι η συμπεριφορά της ως προς τη μη εμφάνιση της στη διαδικασία δεν είναι ασυγχώρητη και ότι δεν καταδεικνύει οποιοδήποτε σοβαρό λόγο που να δικαιολογεί την παράληψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης συμπληρώνοντας ότι η επίδοση των εγγράφων στην Αιτήτρια έγινε την 07.01.2013 με ιδιωτικό ταχυδρομείο. Αρνείται ότι η Αιτήτρια δεν παρέλαβε τα έγγραφα τα οποία στάληκαν στην ίδια και ότι τα αποδεικτικά στοιχεία επίδοσης των δικαστικών εγγράφων σ' αυτή επισυνάφθηκαν ως Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση για απόφαση. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ακόμα ότι: «
- Οι ισχυρισμοί της αιτήτριας ότι ο ισχυριζόμενος ατζέντης και ή αντιπρόσωπος μερίμνησε από μόνος του ώστε να δοθεί δάνειο στην αιτήτρια από την ενάγουσα είναι αναληθής όπως και ο ισχυρισμός ότι η ατήτρια είναι μη εξειδικευμένος καταναλωτής. Η αιτήτρια αποτάθηκε στην ενάγουσα για εξασφάλιση του ειρημένου στεγαστικού δανείου και η ίδια συμπλήρωσε το έντυπο Aplication for credit Facilities και ζήτησε το δάνειο να της παραχωρηθεί σε Ελβετικά Φράγκα στην Τράπεζα Κύπρου στην Πάφο την 22.1.
- Επισυνάπτεται η αίτηση και σημειούται τεκμήριο
- Η εναγόμενη 1 συμπλήρωσε το έντυπο για τις προσωπικές της συνθήκες και δήλωσε ότι εργαζόταν στην εταιρεία Aegon Scottish Equitable PLC η οποία είναι εταιρεία παροχής επενδυτικών και οικονομικών συμβουλών και υπηρεσιών και πώλησης επενδυτικών προϊόντων. Η ίδια ενημέρωσε την ενάγουσα ότι θα εργοδοτείτο στην Κύπρο τον Ιούλιο του 2007 σε εταιρεία παροχής ανεξάρτητων οικονομικών και νομικών συμβουλών. Επισυνάπτονται το έντυπο και η σύμβαση εργοδότησης και σημειούνται τεκμήριο
- Την 24/4/07 η εναγόμενη 1 δήλωσε ενυπογράφως ότι ενημερώθηκε από την ενάγουσα για τους συναλλαγματικούς κινδύνους που υπάρχουν σε περίπτωση δανεισμού σε ξένο νόμισμα. Επισυνάπτεται η δήλωση και σημειούται τεκμήριο
- Από 1/6/07 με email του λειτουργού της ενάγουσας προς την εναγόμενη 1 ειδοποιήθηκε η τελευταία ότι επήλθε αλλαγή στη συναλλαγματική ισοτιμία.
- Με email της 20/11/09 η εναγόμενη 1 ζητούσε αναστολή στις πληρωμές της για 2 μήνες από την ενάγουσα. Η εναγόμενη 1 είχε καθυστερημένες δόσεις γι' αυτό και την 16/11/09 και την 19/11/09 ενημερώθηκε για το γεγονός αυτό από την Τράπεζα με email 16/11/09 και 19/11/09 γι' αυτό και η εναγόμενη 1 με email της 20/11/09 ζήτησε αναστολή πληρωμών για 2 μήνες.
- Η εναγόμενη 1 αντιμετώπιζε δυσκολία στην πληρωμή των δόσεων της και ζητούσε βοήθεια τόσο από την ενάγουσα όσο και από την εναγόμενη 2 γιατί ως ανέφερε σε email της ημερ. 7/6/10 δεν μπόρεσε ν' αναλάβει την εργασία στη Λεμεσό γιατί ήταν έγκυος και θ' άρχιζε ξανά εργασία σ' ένα έτος.
- Η εναγόμενη 1 αντάλλαξε σωρεία επιστολών με την ενάγουσα και πρότεινε μάλιστα να αλλάξει το διαμέρισμα που αγόρασε μ' ένα μικρότερο ή να το πωλήσει για να πληρώσει έναντι του χρέους της και παρέδωσε γι' αυτό το σκοπό το κλειδί στην εναγόμενη 2 ως ενημέρωσε με τηλεφώνημα της την 16/4/13 την ενάγουσα.
- Η εναγόμενη 1 καθυστερούσε τις δόσεις της από το Φεβρουάριο του
- Ο δικηγόρος της εναγομένης 1, Γιώργος Κουνής από Maxwell Alves Solicitors είχε επικοινωνία μέσω email με την ενάγουσα την 24/4/
- Η εναγόμενη 1 γνώριζε από τηλεφώνημα προς την ενάγουσα ημερ. 16/4/13 ότι από τον Μάιο του 2012 εκκρεμούσε αγωγή εναντίον της.
- Η ενάγουσα την 10/6/13 πληροφορήθηκε ότι η εναγόμενη τον Αύγουστο του 2012 αγόρασε για £180.000 σπίτι στην Αγγλία στην οδό 31 Winston Way, Ringwood, Hampshire, BH24 1QG.
- Από την ανταλλαγείσα αλληλογραφία την οπο9ία επισυνάπτω ως τεκμήριο 4 φαίνεται ότι οι ισχυρισμοί και αιτιάσεις της εναγόμενης 1 είναι αναληθείς και στόχο έχουν την καθυστέρηση στην εκτέλεση της απόφασης και την απαλλαγή της από την υποχρέωση της επειδή άλλαξαν οι προσωπικές της συνθήκες και τα μελλοντικά της σχέδια.
- Την 9/10/13 ο δικηγόρος της εναγόμενης 1 σε email του ανέφερε ότι η εναγόμενη 1 δεν ενημερώθηκε για την ημερομηνία ακρόασης και αναφερόταν στην οικονομική κατάσταση της εναγόμενης
- Την 10/10/13 ο δικηγόρος της εναγόμενης 1 ενημερώθηκε τόσο για την καταχώρηση της αγωγής όσο και την έκδοση της απόφασης.
- Με email του 28/5/14 ο δικηγόρος ζητούσε από την Τράπεζα να μην προχωρήσει σε εκτέλεση της απόφασης.
- Με email της 5/6/14 η ενάγουσα προς τους δικηγόρους της εναγόμενης 1 παρατηρούσε ότι επειδή δεν υπήρξε πρόοδος στην υπόθεση για διευθέτηση της θα έπρεπε να προχωρήσει σε λήψη μέτρων εκτέλεσης της απόφασης.
- Την 11/6/14 ο δικηγόρος μετά που παρήλθε διάστημα 14 μηνών από την ενημέρωση της Τράπεζας προς την εναγόμενη 1 και τον δικηγόρο της για την αγωγή και την εκδοθείσα απόφαση για πρώτη φορά πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι δεν επιδόθηκαν στην πελάτιδα του οιαδήποτε νομικά έγγραφα. Έστειλε ταυτόχρονα άλλο email 11/6/14 ζητώντας αναστολή εκτέλεσης της απόφασης στα πλαίσια προσπάθειας εξεύρεσης λύσης.
- Μέχρι 13/6/14 που αλληλογραφούσε ο δικηγόρος της εναγόμενης 1 με την ενάγουσα δεν ανέφερε ότι την 29/4/14 καταχωρήθηκε αγωγή εναντίον της ενάγουσας από την εναγόμενη 1 στην Αγγλία ως ισχυρίζεται αλλά επέμενε για πώληση της οικίας και διευθέτηση των υποχρεώσεων της πελάτιδος του.
- Την 10/10/13 η ενάγουσα ζήτησε από τη δικηγόρο της να μη προχωρήσουν οι οδηγίες της 8/8/13 για εκτέλεση της απόφασης στην Αγγλία ενόψει των συζητήσεων που είχε με το δικηγόρο της εναγόμενης 1 και επανήλθε με νέες οδηγίες για εκτέλεση της απόφασης, στις 11/7/
- Οι δικηγόροι της αιτήτριας στην Κύπρο ζήτησαν τα έγγραφα από τη δικηγόρο της ενάγουσας για να τους σταλούν βάσει των οποίων εκδόθηκε απόφαση τα οποία η δικηγόρος της ενάγουσας τα απέστειλε.
- Οι δικηγόροι της εναγομένης 1 θέλοντας να αιτιολογήσουν την καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης τους, έστειλαν το email 11/6/14 ενώ ήδη είχαν τα έγγραφα που τους έστειλε η δικηγόρος της ενάγουσας από την Πάφο και ήδη γνώριζαν από το 2013 για την καταχώρηση της αγωγής και την έκδοση της απόφασης.» Ο ενόρκως δηλών σημειώνει ότι η Εναγόμενη 1- Αιτήτρια δεν φαίνεται να εκπροσωπείτο από δικηγόρο κατά τη σύναψη των συμφωνιών δανείου και εκχώρησης και ότι το Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν συνάδει με τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης 1 - Αιτήτριας στην ένορκη δήλωση στην επίδικη αίτηση. Στη συνέχεια της ένορκης δήλωσης του Α. Σταυρινού επαναλαμβάνονται ουσιαστικά οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης του ως επίσης και ισχυρισμοί όπως: Οι κατ' ισχυρισμό ψευδείς παραστάσεις οι οποίες έγιναν στην Αγγλία ουδεμία σχέση έχουν με την αξίωση της Ενάγουσας στην παρούσα αγωγή, η ουσία της οποίας δεν είναι η αγοραπωλησία μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της Εναγόμενης 2 αλλά η παραχώρηση δανείου από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη
- Η αγωγή στην οποία αναφέρεται η πλευρά της Αιτήτριας, η οποία καταχωρήθηκε στην Αγγλία, και είναι Ενάγουσα και η ίδια (Ενάγουσα αρ. 10), καταχωρήθηκε την 29.04.2014, δηλαδή μεταγενέστερα της παρούσας αγωγής και επομένως δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης στην παρούσα αγωγή. Περαιτέρω, τα επίδικα θέματα στην ως άνω αγωγή είναι διαφορετικά με αυτά της παρούσας. Κύριο επίδικο θέμα και βάση αγωγής στην ως άνω αγωγή είναι η σύμβαση μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της Εναγόμενης 2, των αντιπροσώπων της και του δικηγόρου που αντιπροσώπευε την Εναγόμενη
- Το μόνο θέμα που εγείρεται στην εν λόγω αγωγή και αφορά την Εναγόμενη 1 και την Ενάγουσα είναι κατά πόσο υπήρξε οτιδήποτε μεμπτό στην επιβολή τόκων και άλλων χρεώσεων. Η απόφαση του High Court ημερομηνίας 20.07.2012 αφορά αγωγή με διαφορετικούς διαδίκους και πραγματικά περιστατικά και οι αναφορές του Αγγλικού Δικαστηρίου δεν μπορούν να εφαρμοστούν στην παρούσα αγωγή. Η απόφαση του High Court για το άρθρο 22 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 δίδει δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια να εκδικάσουν την παρούσα υπόθεση. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ακόμα ότι: «
- Η αιτήτρια αναφέρει στην αίτηση με την οποία αιτήθηκε δάνειο από την ενάγουσα ως επάγγελμα "Financial Industry" και εργοδότη της, την εταιρεία Aegon Equitable PLC. Από έρευνα στο διαδίκτυο διαφαίνεται ότι η εταιρεία αυτή ασχολείται μεταξύ άλλων με πώληση επενδυτικών πακέτων, και παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες για οικονομικά και νομικά θέματα.
- Η αιτήτρια προσκόμισε επίσης στην ενάγουσα συμβόλαιο με τον νέο της εργοδότη Inshore Independent Financial Advisers Ltd η οποία είναι εταιρεία παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών και η ίδια θα είχε τη θέση Sales Administrator & Para Planner με ημερομηνία έναρξης καθηκόντων την 30/7/
- Κατ' επέκταση η αιτήτρια ήταν γνώστης των οικονομικών συναλλαγών και επενδύσεων, της φύσης του δανείου που συνήψε και οι ισχυρισμοί της στην ένορκο ομολογία που συνοδεύει την αίτηση της είναι αναληθείς.
- Η αιτήτρια από ηλεκτρονική αλληλογραφία την οποία είχε με υπαλλήλους της ενάγουσας φαίνεται να εξασφάλισε περί το 2010 δουλειά στη Λεμεσό και σκόπευε να ζήσει μόνιμα στην Κύπρο. Η αιτήτρια επανειλημμένα ζήτησε χρόνο για να ομαλοποιήσει το δάνειο της και ισχυρίστηκε ότι αδυνατεί να καταβάλλει τις δόσεις της λόγω οικονομικών δυσκολιών ένα χρόνο μετά την καταβολή της πρώτης δόσης του δανείου. Ουδέποτε έθεσε ως θέμα τους ισχυρισμούς τους οποίους προβάλλει για πρώτη φορά μέσω της ενόρκου ομολογίας ου συνοδεύει την παρούσα αίτηση της.
- Από έρευνα που διεξήγαγε η ενάγουσα, διεφάνη ότι η αιτήτρια αγόρασε την κατοικία στην οποία διαμένει τώρα στην Αγγλία για το ποσό των GBP180.000 κατά τον Αύγουστου του
- Από το Μάρτη του 2011 η εναγόμενη 2 πληροφόρησε την ενάγουσα ότι το αγορασθέν από την εναγόμενη 1 διαμέρισμα ενοικιάστηκε.
- Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί της αιτήτριας ότι το ακίνητο δεν έχει ολοκληρωθεί δεν ευσταθούν και είναι ψευδείς καθότι η αιτήτρια ποτέ δεν έθεσε τέτοιο θέμα σε αλληλογραφία μεταξύ της ίδιας και της ενάγουσας και από ενημέρωση την οποία είχε η ενάγουσα από την εναγόμενη 2 την 16/4/13 το ακίνητο το οποίο αγοράστηκε από την αιτήτρια έχει ενοικιαστεί σε τρίτους. Περαιτέρω, ενημερώθηκε η ενάγουσα ότι η εναγόμενη 2 έκανε πρόταση στην αιτήτρια για αγορά του ακινήτου πίσω η οποία δεν ήταν επιτυχής. Η αιτήτρια τον Σεπτέμβριο του 2012 μετά την καταχώρηση της αγωγής επικοινώνησε με την τράπεζα και ρώτησε κατά πόσον η ενάγουσα θα δεχόταν εξόφληση του δανείου με μειωμένο ποσό και η ενάγουσα απάντησε αυθημερόν ότι θα εξετάσει την πρόταση της μόλις βρεθεί ενδιαφερόμενος αγοραστής. ..........................................................
- Εξ όσων με πληροφορεί η δικηγόρος της καθ ης η αίτηση ο ισχυρισμός στην ένορκο ομολογία που συνοδεύει την αίτηση της αιτήτριας ότι η ενάγουσα έπρεπε να καταχωρήσει αίτηση για σφράγιση πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής δεν ευσταθεί καθότι ουδεμία ανάγκη για καταχώρηση αίτησης σφράγισης δημιουργείται όταν υπάρχει εναγόμενος ο οποίος είναι εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας όπως και στην παρούσα αγωγή, ο εναγόμενος 2, στον οποίο η ενάγουσα επέδωσε το κλητήριο ένταλμα πριν την επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου στην εναγόμενη 1 σύμφωνα με το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης.» Κατά την ακρόαση της παρούσας Αίτησης οι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν σε αγορεύσεις όπου ανέπτυξαν τις θέσεις τους με αναφορά στη νομολογία. Η Αιτήτρια μέσω των παραγράφων Γ και Δ της Αίτησης εξαιτείται την ακύρωση ή και τον παραμερισμό τόσο του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21.11.2012 όσο και της επίδοσης της Ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος σ' αυτή. Η μελέτη όμως της αίτησης καταδεικνύει ότι αυτή δεν στηρίζεται στη Δ.16 θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η παράλειψη της πλευράς της Αιτήτριας να βασίσει την αίτηση της στην πιο πάνω διαταγή έχει καταλυτική σημασία αφού οι αναφερόμενοι Θεσμοί στο σώμα της αίτησης δεν μπορούν να στηρίξουν τα αιτήματα των παραγράφων Γ και Δ της αίτησης. Στην Χριστοφόρου v. Οικ. Επιχ. Λ. Ιορδάνους Λτδ
(2001)1(B) A.A.Δ. 743, 746, 747, λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Η εισήγηση της εφεσίβλητης ότι η αίτηση βασίζεται σε λανθασμένους Κανονισμούς είναι ορθή. Η Δ.48 θ.2 προνοεί ότι οι ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζουν τις νομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζονται. Και τούτο γιατί η ενδιάμεση διαδικασία της εξέτασης αιτήσεων έχει ένα ασυνήθιστο χαρακτήρα αφού τα επίδικα θέματα πρέπει να εξετάζονται έξω από τα πλαίσια της ολοκληρωτικής δίκης και με αυτό το πνεύμα ο προσδιορισμός τους πρέπει να γίνεται με ακρίβεια για να μπορεί το Δικαστήριο να επιστρώσει το έδαφος για τη γρήγορη εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς. (Ιδε Kouppa and another v. Vassiliadis
(1981)1 JSC 120). Οι αρχές που καθιερώθηκαν στην Kouppa and another v. Vassiliadis υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη και άλλων [1990] 1 ΑΑΔ 965 όπου τονίστηκε ότι απαράβατοι όροι της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου μιας ενδιάμεσης αίτησης είναι η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης.» Περαιτέρω στην Evand Promotions Ltd
(1998)1(B) A.A.Δ. 736, 745 αναφέρονται τα εξής: «Ενδιάμεσες αιτήσεις καταχωρούνται μέσα στα πλαίσια κυρίων αγωγών βάσει της Δ.48 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Η απλή επίκληση της Δ.48 δεν παρέχει αφ' εαυτής δικαίωμα καταχώρισης οποιασδήποτε αίτησης. Η Δ.48 διαγράφει μόνο το δικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να υποβληθεί μία ενδιάμεση αίτηση εφ' όσον αυτή έχει ως νομικό υπόβαθρο ειδικό άρθρο του Νόμου ή ειδικό Θεσμό (specific section of the Law or specific Rule of Court). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965, με αναφορά στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Kouppa and another v. Vassiliades
(1981)1 J.S.C. 120, σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο ειδικό άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και ή τον ειδικό θεσμό ή τους θεσμούς που το στοιχειοθετούν, παρέχοντας την απαραίτητη δικαιοδοσία στο δικαστή, αποτελεί σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48, Θ.1, όρο απαράβατο για την έγκυρη χρήση του δικονομικού αυτού μέτρου (βλ., επίσης, Ματθαίου κ.ά. v. Άνιφτου
(1992)1 Α.Α.Δ. 529). Εξ άλλου, σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η λεγόμενη εγγενής ή, άλλως, σύμφυτη εξουσία (inherent power) του δικαστηρίου, η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το Δικαστήριο και τις ανάγκες της ύπαρξής της για τη λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου, δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου που προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα της ίδιας της ύπαρξής της ούτε, κατά κανόνα, αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς. Με άλλα λόγια, η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, εκεί όπου δεν υπάρχει ειδική πρόνοια, είτε στο νόμο είτε στους θεσμούς, δεν μπορεί, κατά κανόνα, να αποτελέσει από μόνη της, με την απλή επίκλησή της, αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση για ένα συγκεκριμένο διάβημα. Κατ' εξαίρεση, απλή επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που η τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου. (Βλ., Markides Europa v. Vassos Eliades Ltd.
(1984)1 C.L.R. 189, όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Τουβλ. Γίγας Λτδ. ν. Ουστά (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 109.)» Καταλήγω επομένως ότι η απουσία από το σώμα της αίτησης της Δ.16 Θ.9 έχει ως συνέπεια ότι δεν μπορεί να εξεταστούν τα όσα η αίτηση εξαιτείται στις παραγράφους (Γ) και (Δ) αυτής. Το γεγονός ότι η αίτηση βασίζεται στην σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα αφού απλή επίκληση της δεν μπορεί κατά κανόνα να αποτελέσει αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση για ένα συγκεκριμένο διάβημα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην υπόθεση S.Ρ.P. Ltd v. Integral Equipment Sarl
(1993)1 A.Α.Δ. 762 κρίθηκε ότι αίτημα για ακύρωση του κλητηρίου εντάλματος και της επίδοσης του στο εξωτερικό θα μπορούσε να εξεταστεί μόνο στο πλαίσιο αίτησης για παραμερισμό διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και όχι ανεξάρτητα από αυτό. Είναι γεγονός ότι στο σώμα της παρούσας αίτησης αναφέρεται η Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όμως οι ευπαίδευτοι δικηγόροι της Αιτήτριας τόσο πριν όσο και στα πλαίσια της ακρόασης της παρούσας αίτησης δεν την επικαλέστηκαν και ούτε υπέβαλαν οποιοδήποτε αίτημα για θεραπεία της παρατυπίας που παρατηρείται. Στη Γιώργος Φαλέκκου v. Κυριάκου Χριστοφίδη, Πολιτική Έφεση 63/2010, ημερ. 17.12.2013, τονίστηκε το καθήκον του κάθε δικηγόρου ή διαδίκου που διαπιστώνει την παρατυπία να λαμβάνει έγκαιρα στην κατάλληλη περίπτωση τα αναγκαία μέτρα για θεραπεία της και όχι να αφήνει τα πράγματα να τύχουν διόρθωσης από το Δικαστήριο. Περαιτέρω στην Dora Holdings κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα Ελλάδος (Αρ. 1)
(2010)1(Α) A.Α.Δ. 649, 653, λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι: «Η αίτηση εφόσον αφορά πολιτική διαδικασία έπρεπε να τύχει της ανάλογης νομικής θεμελίωσης. Αντί τούτου, η νομική βάση παραπέμπει στην Ποινική Δικονομία και στους Θεσμούς Ποινικής Δικονομίας που δεν έχουν καμιά σχέση με ό,τι απαιτείται για τη σωστή νομική θεμελίωση της αίτησης. Η σχετική δικονομική διάταξη η οποία διέπει το θέμα είναι η Διαταγή 35 καν. 8 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών. Οι αιτητές παρότι είχαν την ευκαιρία να ενεργήσουν δεόντως ώστε με το κατάλληλο δικονομικό μέτρο να επιδιώξουν την διόρθωση της παρατυπίας και την επανατοποθέτηση της αίτησής τους στην ορθή νομική βάση δεν το έπραξαν, παράλειψη η οποία αναπόφευκτα οδηγεί στην απόρριψη της αίτησης εφόσον οι δικονομικές διατάξεις των οποίων γίνεται επίκληση δεν τυγχάνουν εφαρμογής. Στην Πετρίχου v. Χατζηιωσήφ
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 81, ειπώθηκαν τα εξής: «Η νέα Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς. Δεν έχει σκοπό δηλαδή να τους καταργήσει. Οι κανονισμοί πρέπει να τηρούνται. Η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο αιτών για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία εφόσον είναι θεραπεύσιμες.» Επίσης στη Χριστίνα Περικλέους v. Ellinas Finance κ.α., Πολιτική Έφεση 283/2010, ημερ. 03.07.2014, επί αίτησης τροποποίησης των λόγων έφεσης, λέχθηκαν τα ακόλουθα που είναι αρκούντως διαφωτιστικά: «Εκτός των πιο πάνω, υπάρχουν και άλλοι λόγοι που θα συνηγορούσαν υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Ο πρώτος αφορά στη λανθασμένη νομική βάση της Αίτησης από την οποία απουσιάζει η Δ.35 θ.4, η οποία είναι η πιο σχετική διάταξη στην περίπτωση τροποποίησης των λόγων έφεσης. Η Αιτήτρια δέχεται ότι εκ παραδρομής δεν αναφέρθηκε η σχετική διάταξη, παρά ταύτα θεωρεί ότι η αίτηση είναι νομότυπη. Διαζευκτικά ισχυρίζεται ότι αν θεωρηθεί παρατυπία, μπορεί να θεραπευθεί με βάση τη Δ.64 θ.1. Η νομική βάση μιας αίτησης σύμφωνα με τη νομολογία έχει μεγάλη σημασία, αφού προσδιορίζει το νομικό υπόβαθρο της αίτησης, το οποίο προσδίδει εγκυρότητα στο δικονομικό μέτρο (βλ. Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοΐζος Ιορδάνους Λίμιτεδ
(2001)1Β ΑΑΔ 743). Μετά την τροποποίηση της Δ.64 και την κατάργηση της διάκρισης μεταξύ άκυρου και αντικανονικού δικονομικού μέτρου, ενδεχομένως στην παρούσα περίπτωση η παράλειψη να μπορούσε να θεραπευθεί. Όμως καμία αίτηση δεν υποβλήθηκε από την Αιτήτρια ζητώντας να θεραπευθεί η παράλειψη, ώστε να αποκτήσει η αίτηση το αναγκαίο νομικό υπόβαθρο. Υπάρχουν περιπτώσεις που το δικαστήριο κατ' εξαίρεση μπορεί αυτεπάγγελτα να θεωρήσει ότι η παράλειψη έχει ήδη θεραπευθεί, αλλά η παρούσα δεν είναι μια τέτοια περίπτωση. Στην υπόθεση Φαλέκκου ν. Χριστοφίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 63/10, ημερ. 17.12.2013, τονίσαμε ότι οι παρατηρήσεις μας ως προς την ευχέρεια που πάντοτε έχει το δικαστήριο να θεραπεύει παρατυπία «δεν πρέπει να τύχουν παρανόησης ως προς το καθήκον του κάθε δικηγόρου ή διαδίκου που διαπιστώνει την παρατυπία να λαμβάνει έγκαιρα στην κατάλληλη περίπτωση τα αναγκαία μέτρα για θεραπεία της και όχι να αφήνει τα πράγματα να τύχουν διόρθωσης από το δικαστήριο». Στην παρούσα περίπτωση παρότι ο δεύτερος λόγος ένστασης που προβάλλει η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση είναι ότι η αίτηση στηρίζεται σε ελλιπή νομική βάση, εντούτοις οι δικηγόροι της Αιτήτριας δεν υπέβαλαν οποιοδήποτε αίτημα για θεραπεία της παρατυπίας. Έχοντας επομένως υπόψη τα πιο πάνω ως επίσης ότι η παρατυπία που διαπιστώνεται είναι σοβαρή, κρίνω ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εξετάσει το ζήτημα αυτεπάγγελτα κάτω από το πρίσμα της Δ.
- Περαιτέρω η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση στην παράγραφο 17 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση παραπέμπει στο Τεκμήριο 9 της ένορκης δήλωσης της Χλόης Στυλιανού ημερομηνίας 28.03.2013, η οποία βρίσκεται στο φάκελο της παρούσας υπόθεσης, όπου επισυνάπτεται απόδειξη παραλαβής των δικαστικών εγγράφων από την Εναγόμενη 1 την 07.01.
- Μάλιστα στο Τεκμήριο 9 υπάρχει υπογραφή δίπλα από το όνομα του παραλήπτη («Receiver Name SMITH REBECCA») και οι διευθύνσεις της Εναγόμενης 1 οι οποίες αναφέρονται στο διάταγμα ημερομηνίας 21.11.
- Στην παράγραφο 8 της ίδιας ένορκης δήλωσης επισυνάπτεται αντίγραφο της απόδειξης αποστολής των εν λόγω εγγράφων στις ως άνω διευθύνσεις. Φαίνεται δηλαδή ότι η επίδοση διενεργήθηκε σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21.11.2012 ως επίσης ότι καταρρίπτεται ο ισχυρισμός της Εναγόμενης 1 - Αιτήτριας ότι δεν της επιδόθηκαν τα σχετικά δικαστικά έγγραφα. Περαιτέρω, ορθά επιδόθηκε η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος δυνάμει της Δ.6 θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. Consortia Europe Ltd v. Fregata Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση 387/2011 ημερ. 17.10.2014 (Απόφαση Πλειοψηφίας)). Καταλήγω επομένως ότι στην παρούσα υπόθεση δεν τίθεται ζήτημα κακής - αντικανονικής επίδοσης. Τα ίδια ισχύουν και για όσα εξαιτείται η Αιτήτρια στην παράγραφο (Β) της αίτησης, δηλαδή απόρριψη ή και αναστολή των οιωνδήποτε μέτρων εκτέλεσης ή και δικαστικής διαδικασίας στα πλαίσια της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 30.04.2013, αφού η αίτηση δεν στηρίζεται σε οποιαδήποτε Διαταγή Πολιτικής Δικονομίας που να προνοεί κάτι τέτοιο. Απομένει η εξέταση της παραγράφου (Α) της αίτησης. Στην υπόθεση Σκάρος v. Χριστοδούλου κ.ά.
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 291 λέχθηκε ότι: «Οι αρχές που διέπουν τον παραμερισμό μιας απόφασης που εκδόθηκε από ένα πρωτόδικο Δικαστήριο έχουν καθορισθεί στην Αγγλική απόφαση Evans v. Bartlam [1937] 2 All E.R. 646, και έχουν υιοθετηθεί στις Κυπριακές Αποφάσεις Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine and Quarry Services Ltd. v. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ. v. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ.
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 28 και Milouca Motor Trading Ltd. v. Κούρτης
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941. Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπ' όψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγους για την απόρριψη της αίτησης. (Mine and Quarry Services Ltd. v. Γεωργίου (Μαύρου) και Milouca Motor Trading Ltd. v. Κούρτης πιο πάνω.)» Περαιτέρω στην υπόθεση Κώστας Φραντζής v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094, λέχθηκε ότι: «Όπως έχει ορθά τονιστεί στην υπόθεση Mine & Quarry Services Ltd v. Aνδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, η εξουσία του δικαστηρίου σε παρόμοια ζητήματα έχει διακριτικό χαρακτήρα. Για να ακυρωθεί εκδοθείσα απόφαση ο αιτητής οφείλει να πείσει πως διαθέτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην προβαλλόμενη εναντίον του απαίτηση. Θα πρέπει να προκύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, χωρίς το δικαστήριο να προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς κατάρριψης του ισχυρισμού αυτού (Land Securities P.L.C. v. Receiver for the Metropolitan Police District [1983] 1 W.L.R. 439 και Sidnell v. Wilson [1966] 2 Q.B. 67). Η απλή εξήγηση της καθυστέρησης δεν συνιστά και ικανοποιητική δικαιολόγησή της. Πολύ περισσότερο όταν το δικαστήριο χαρακτηρίζει τις δοθείσες δικαιολογίες αδύναμους ισχυρισμούς. Ο εφεσείων είχε το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί όπως απαιτείται από τη Δ.48 θ.4." Τέλος στην υπόθεση Νεάρχου v. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 954, λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι: «Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνον εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης.» Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση υποστηρίζεται ανάμεσα σ' άλλα ότι η Αιτήτρια αγόρασε την επίδικη εξοχική κατοικία και σύναψε το επίδικο δάνειο κατόπιν ψευδών παραστάσεων προς το πρόσωπο της στην Αγγλία ως επίσης ότι δεν αναφέρθηκαν στην Αιτήτρια οι συναλλαγματικοί κίνδυνοι σύναψης δανείου σε ξένο νόμισμα και δεν τηρήθηκαν οι διαδικασίες και οι προϋποθέσεις που τίθενται από το Νόμο όταν παραχωρείται δάνειο σε ξένο νόμισμα ή και οι σχετικές οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Κεντρικής Τράπεζας, ότι δεν έλαβε ειδοποίηση τερματισμού της σύμβασης δανείου, κλπ. Η Αιτήτρια δίνει αρκετές λεπτομέρειες των ισχυρισμών της στις παραγράφους 8, 9, 10 και 11 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση. Προβάλλει επίσης και κάποιους ισχυρισμούς περί δικαιοδοσίας των Αγγλικών Δικαστηρίων. Η πλευρά της Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση δίδει τις δικές της εξηγήσεις και θέσεις. Στην υπόθεση Λευκίδου v. Κανναουρίδη
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 528, λέχθηκε με αναφορά στη νομολογία ότι δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση. Αρκεί να αποδείξει ο Εναγόμενος ότι έχει καλή υπεράσπιση πράγμα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας που προσάγεται. Λέχθηκε ακόμα ότι η νομολογία σε σχέση με τη Δ.48 θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεν επιβάλλει απόδειξη γεγονότων που δεν χρειάζεται να αποδειχθούν. Εφαρμόζεται όμως και σε περιπτώσεις αιτήσεων για παραμερισμό σε σχέση με γεγονότα τα οποία στη βάση των Αρχών της Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, πρέπει να αποδειχθούν π.χ. οι λόγοι της μη εμφάνισης ή της όποιας καθυστέρησης. Καταλήγω επομένως ότι η πλευρά της Αιτήτριας έχει καταφέρει να αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Η πλευρά της Αιτήτριας όμως δεν προβάλλει οποιοδήποτε λόγο για την παράλειψη της να εμφανιστεί στην παρούσα υπόθεση. Αντίθετα, η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση έχει καταδείξει μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση τα πιο κάτω: Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε την 18.05.
- Η Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια γνώριζε από τηλεφώνημα προς την Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση ημερομηνίας 16.04.2013 ότι από το Μάιο του έτους 2012 εκκρεμούσε αγωγή εναντίον της και ότι ο δικηγόρος της στην Αγγλία (Γ. Κουνής) από το δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της στην Αγγλία είχε επικοινωνία μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) με την Ενάγουσα την 24.04.
- Την 10.10.2013 ο δικηγόρος της Εναγόμενης 1 ενημερώθηκε για την καταχώρηση της αγωγής και την έκδοση απόφασης. Την 28.5.2014 με ηλεκτρονικό μήνυμα του ο δικηγόρος της Εναγόμενης 1 ζήτησε από την Ενάγουσα να μην προχωρήσει σε εκτέλεση της απόφασης ενώ την 05.06.2014 η Ενάγουσα με ηλεκτρονικό μήνυμα της προς τους δικηγόρους της Εναγόμενης 1 τους πληροφορούσε ότι επειδή δεν υπήρξε πρόοδος στην υπόθεση για διευθέτηση της θα έπρεπε να προχωρήσει σε λήψη μέτρων εκτέλεσης της απόφασης. Την 11.06.2014 ο δικηγόρος της Εναγόμενης 1 μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος του πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι δεν επιδόθηκαν στην πελάτιδα του οποιαδήποτε νομικά έγγραφα ενώ με νέο ηλεκτρονικό μήνυμα του ίδιας ημερομηνίας ζήτησε αναστολή εκτέλεσης της απόφασης στα πλαίσια προσπάθειας εξεύρεσης λύσης. Η ανταλλαγείσα αλληλογραφία φαίνεται στο Τεκμήριο 4 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση και φαίνεται να επιβεβαιώνει τα πιο πάνω. Από τα πιο πάνω καταδεικνύεται ότι η Αιτήτρια - Εναγόμενη 1 είχε γνώση τόσο της εγερθείσας αγωγής όσο και της εκδοθείσας απόφασης όμως επέλεξε να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση με μεγάλη καθυστέρηση, δηλαδή 18 μήνες μετά την επίδοση και σχεδόν 15 μήνες μετά την έκδοση της απόφασης, χωρίς να δικαιολογήσει με οποιοδήποτε τρόπο την παρέλευση αυτού του μεγάλου χρονικού διαστήματος. Καταλήγω επομένως ότι η Αιτήτρια παρέλειψε χωρίς ουσιαστικό λόγο να εμφανισθεί και επέδειξε μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας αίτησης, διαπίστωση η οποία αποβαίνει μοιραία όσον αφορά την τύχη της παρούσας αίτησης η οποία θα πρέπει να απορριφθεί. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση - Ενάγουσας και σε βάρος της Αιτήτριας - Εναγόμενης 1, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Α. Ν. Κονής, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Λ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο