Έλλης Χριστοδούλου, ως πληρεξούσιας αντιπροσώπου του Θεόδωρου Κλεάνθους Αβρααμίδη ν. Χριστοδούλας Ευστρατίου, Αριθμός Αίτησης: 112/2012, 7/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αριθμός Αίτησης: 112/2012 Επί τοις αφορώσιν τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμον Κεφ. 224, άρθρα 58 και 80 Μεταξύ: Έλλης Χριστοδούλου, ως πληρεξούσιας αντιπροσώπου του Θεόδωρου Κλεάνθους Αβρααμίδη, από την Πάφο Εφεσείοντα /Αιτητή - και - Χριστοδούλας Ευστρατίου, από την Πάφο Εφεσίβλητης/Καθ' ης η αίτηση ---------------------- Ημερομηνία: 7.
- 2015 Εμφανίσεις: Για εφεσείοντα/αιτητή: κ. Θ. Καραμανής (για ν' ακούσει απόφαση κα Γερμανού) Για εφεσίβλητη/καθ' ης η αίτηση: κ. Χ. Καλογήρου (για ν' ακούσει απόφαση κ. Νεοφύτου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση/έφεση (στο εξής «η έφεση»), ο εφεσείοντας/αιτητής (στο εξής «ο εφεσείοντας») ζητά την ακύρωση και/ή παραμερισμό της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος Πάφου (στο εξής «ο Διευθυντής», ημερομηνίας 23.3.2012, η οποία δόθηκε στο πλαίσιο της αίτησης ΑΧ115/2005, την οποία καταχώρησε η εφεσίβλητη/καθ' ης αίτηση (στο εξής «η εφεσίβλητη»). Με την εν λόγω αίτηση, ο Διευθυντής επίλυσε συνοριακή διαφορά που υπήρχε μεταξύ των κτημάτων των διαδίκων, προς όφελος του κτήματος της εφεσίβλητης. Η έφεση, μεταξύ άλλων βασίζεται στο άρθρο 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, στους κανονισμούς 5 μέχρι 12 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956, στη νομολογία και τέλος, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι επί των οποίων στηρίζεται η έφεση είναι οι εξής: «
- Η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου, λήφθηκε χωρίς να προηγηθεί καθόλου και/ή επαρκής και/ή πρέπουσα έρευνα.
- Η πιο πάνω απόφαση είναι αποτέλεσμα πλάνης περί τα πράγματα και/ή τον Νόμο.
- Η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι άκυρη και άνευ οιασδήποτε νομικής αξίας γιατί δεν υπήρξε συμμόρφωση με τις πρόνοιες του άρθρου 58 του Κεφ.224 εκ μέρους του Διευθυντού.
- H απόφαση του Διευθυντή στερείται επαρκούς δικαιολογίας και/ή καθόλου δικαιολογίας, είναι μη αιτιολογημένη, γενική και αόριστη και δεν αναφέρει πως και γιατί ο Διευθυντής κατέληξε στην άνω απόφαση αλλά ούτε και προσδιορίζει την έκταση της ισχυριζόμενης διαφοράς.
- Ο Διευθυντής και/ή ο αρμόδιος υπάλληλος του Κτηματολογίου παρέλειψαν να προβούν στις αναγκαίες και/ή απαραίτητες καταμετρήσεις και/ή στηριχθούν επί σταθερών και υπαρχόντων σημείων και λάβουν υπόψη τους την επιτόπου κατάσταση.
- Ο Διευθυντής και/ή ο αρμόδιος υπάλληλος παρέλειψαν να στηριχθούν επί σταθερού και/ή σταθερών χωρομετρικών σημείων αλλά ούτε και έγινε σωστή εφαρμογή του εν χρήσει σχεδίου.
- Ο Διευθυντής και/ή ο αρμόδιος υπάλληλος παρέλειψαν να χωρομετρήσουν τα επίδικα κτήματα και/ή οι γενόμενες καταμετρήσεις ήταν ελλιπείς και μη αποτελεσματικές.
- Ο Διευθυντής εσφαλμένα αποφάσισε ότι η έκταση γης που σημειώνεται με κίτρινο χρώμα αποτελεί μέρος του ακινήτου.
- Η απόφαση στερείται οποιασδήποτε αιτιολογίας και/ή οποιασδήποτε επαρκούς και ορθής αιτιολογίας.
- Οποιαδήποτε συνοριακή διαφορά ως προς τα τεμάχια 710 και 712 έχει επιλυθεί προ πολλού από τους προγόνους των σημερινών ιδιοκτητών των εν λόγω τεμαχίων.
- Ο Διευθυντής και/ή ο αρμόδιος υπάλληλος του Κτηματολογίου παρέλειψαν να λάβουν υπόψη ότι στο τεμάχιο 710 υπάρχει πάνω στο σύνορο από το 1966 και μέχρι σήμερα ττέλι με στύλους και στη βόρεια πλευρά του υπάρχει αλώνι με πέτρες.
- Ο Διευθυντής και/ή ο αρμόδιος υπάλληλος του Κτηματολογίου παρέλειψαν να λάβουν υπόψη ότι το τεμάχιο 710 χωρίζεται με το τεμάχιο 712 με ττέλι με στύλους το οποίο αποτελεί προέκταση και συνέχεια του αλωνιού με τις πέτρες το οποίο τοποθετήθηκε από τους προγόνους των διαδίκων στην παρούσα αίτηση - έφεση και υποδεικνύει το σύνορο.
- Περαιτέρω λόγοι Εφέσεως θα αναπτυχθούν κατά την ακρόαση της υποθέσεως.» Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η έφεση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της πληρεξούσιας αντιπροσώπου του εφεσείοντα (μέσω της οποίας καταχωρήθηκε και η έφεση) Έλλης Χριστοδούλου. Η εφεσίβλητη καταχώρησε ένσταση στην έφεση η οποία εδράζεται στους ακόλουθους λόγους: «(α) Η Αίτηση - Έφεση του Εφεσείοντα στερείται νομικού και πραγματικού υποβάθρου και είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη. (β) Η εφεσιβαλλόμενη απόφαση και/ή η ειδοποίηση του διευθυντή ημερομηνίας 23/3/2012 είναι ορθή και νόμιμη και βασίστηκε στο εν χρήσει σχέδιο του Κτηματολογίου και στους τίτλους ιδιοκτησίας και οι καταμετρήσεις είναι απόλυτα ακριβείς με βάση τα εγγεγραμμένα σύνορα. (γ) Ο διευθυντής με την απόφαση του δεν τροποποιεί το εγγεγραμμένο και/ή νόμιμο σύνορο των κτημάτων. (δ) Ο διευθυντής με την απόφαση του, αφού μελέτησε και/ή εξέτασε και/ή έλαβε υπ' όψη του όλα τα σχετικά στοιχεία και γεγονότα, αποφάσισε ότι το διαφιλονικούμενο μέρος ανήκει στην εφεσίβλητη - καθ' ης η αίτηση. (ε) Η εφεσιβαλλόμενη απόφαση είναι αιτιολογημένη και/ή πλήρως και/ή ικανοποιητικά αιτιολογημένη. (στ) Η εφεσιβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή, δίκαιη και αμερόληπτη και/ή ο διευθυντής ορθά εκτίμησε τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και γενικά ενήργησε σύμφωνα με το Νόμο και με τις αρχές του φυσικού δικαίου και της επιείκειας. (ζ) Κατά την επιτόπια εξέταση ακολουθήθηκε η ορθή και/ή κανονική και/ή ενδεδειγμένη διαδικασία και/ή πρακτική και/ή τα ληφθέντα σημεία τα οποία χρησιμοποιήθηκαν προς προσδιορισμό του συνόρου μεταξύ των δύο τεμαχίων ήταν ορθά και/ή κατά την επιτόπια εξέταση χρησιμοποιήθηκαν τα ορθά μέσα επίλυσης της διαφοράς και/ή χρησιμοποιήθηκαν τα ορθά και/ή ενδεδειγμένη κριτήρια και/ή μετρήσεις και/ή συντεταγμένες και/ή μέθοδοι και/ή χρησιμοποιήθηκαν ορθά και/ή επαρκή και/ή ακριβή και/ή σύγχρονα και/ή επιστημονικά όργανα και/ή προγράμματα μέτρησης. (η) Η εφεσιβαλλόμενη απόφαση και/ή ειδοποίηση του διευθυντή είναι ορθή και νόμιμη και εναρμονίζεται πλήρως με τον Νόμο και τη Νομολογία.» Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται σε ένορκη δήλωση στην οποία προέβη η εφεσίβλητη. Επισημαίνεται ότι, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου προέβησαν σε ένορκη δήλωση, για την υπόθεση του εφεσείοντα, ο αγρονόμος και τοπογράφος μηχανικός, απόφοιτος του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Ιεζεκιήλ Ιεζεκιήλ και για την υπόθεση της εφεσίβλητης, η συνάδελφός του - αγρονόμος και τοπογράφος μηχανικός κι αυτή -, απόφοιτος του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου Αθηνών, Νικολλέττα Π'' Χαραλάμπους. Η τελευταία εργάζεται στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και σε συνεργασία με την κτηματολόγο, Ανδρούλα Σάββα προέβη σε επιτόπια έρευνα, για σκοπούς επίλυσης της επίδικης συνοριακής διαφοράς, η οποία επιλύθηκε με την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης. Η ακρόαση της έφεσης, σε εφαρμογή του κανονισμού 10
(3)των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956 διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων, χωρίς οποιαδήποτε πλευρά να ζητήσει να αντεξετάσει οποιοδήποτε μάρτυρα της άλλης πλευράς, επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσής του. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο (των τεσσάρων συνολικά) ενόρκων δηλώσεων και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί (με αναφορά και στη μαρτυρία) ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Πατσαλίδης ν. Δαμασκηνού κ.ά.
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1248: «Το δικαστήριο, στα πλαίσια της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας δυνάμει του άρθρου 80 του νόμου, εξετάζει κατά πόσο η απόφαση του Διευθυντή είναι νόμιμη και ορθή στην ουσία της. ΄Οταν υπάρχουν όλα τα στοιχεία, το δικαστήριο μπορεί να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του και να εκδώσει οποιαδήποτε διαταγή κρίνει δίκαιη. Αυτό σημαίνει ότι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου δεν περιορίζεται μόνο στον έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης αλλά επεκτείνεται και στην ορθότητά της καθώς και στις ρυθμίσεις των δικαιωμάτων των διαδίκων με γνώμονα το δίκαιο. Βλ. Kafieros v. Theocharous
(1978)1 CLR 619, Peyiotis v. Polemides
(1982)1 CLR 442, Αθανάση κ.α. ν. Χατζημάμα κ.α.
(1990)1 ΑΑΔ 208 και Κουμής ν. Κούντουρου
(1992)1 ΑΑΔ 1312.» Τα ίδια περίπου αναφέρονται και στο απόσπασμα που ακολουθεί από την υπόθεση Κουντουρίδη κ.ά. ν. Νικολάου
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 412: «. στις υποθέσεις του είδους το πρωτόδικο Δικαστήριο λειτουργεί με βάση «δικαιοδοσία που αφορά την αναθεώρηση απόφασης διοικητικού οργάνου που επενεργεί στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου». (Ειρήνη Κάκουλλου ν. Χαραλάμπους Ποχουζούρη
(1992)1 Α.Α.Δ. 1503.). Το Δικαστήριο δύναται σε διαδικασίες αίτησης/έφεσης με βάση το άρθρο 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224, όπως έχει τροποποιηθεί, να προβεί σε αναψηλάφιση της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου, ακολουθώντας συναφείς προς την αναθεωρητική διαδικασία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αρχές, δικαιούμενο όμως ταυτόχρονα να υποκαταστήσει τη δική του απόφαση για αυτή της διοίκησης. (Καφιέρος ν. Θεοχάρους
(1978)1 Α.Α.Δ. 619). Περαιτέρω το Δικαστήριο ερευνά όχι μόνο αν η απόφαση του Κτηματολογίου ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις αλλά αν ήταν και ουσιαστικά ορθή. (Κουμή ν. Κούντουρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1312 και Σάββα ν. Κώστα
(2003)1 Α.Α.Δ. 1944).» Ομοίως και στην πιο πρόσφατη υπόθεση Είκοσι κ.ά. ν. Αργυρίδη
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1859 σύμφωνα με την οποία: «Όπως επισημάνθηκε και από την πρωτόδικη δικαστή, με αναφορά στην υπόθεση Αριστοτέλους ν. Χατζηκυριάκου
(2001)1 ΑΑΔ 100, ο Διευθυντής ενεργώντας στα πλαίσια των εξουσιών που του παρέχονται από τα άρθρα 50 και 58 για επίλυση συνοριακών διαφορών, έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η ενάσκηση της οποίας εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου (βλ. επίσης Χατζησοφρωνίου ν. Δημοσθένους, Πολ. Έφ. 111/08, ημερ. 20.5.2011). Το Επαρχιακό Δικαστήριο, κατά τον έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή, δυνάμει του μηχανισμού που παρέχεται από το άρθρο 80 του Κεφ. 224, εφαρμόζει τις αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο διοικητικών πράξεων. Ωστόσο, το Επαρχιακό Δικαστήριο δικαιούται να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή, αλλά θα πρέπει να υπάρχουν ισχυροί λόγοι για να ακολουθήσει μια τέτοια πορεία.» Ανάλογη αναφορά γίνεται και στην ακόμη πιο πρόσφατη υπόθεση Προκοπίου ν. Ryan κ.ά
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 1982, στην οποία προστίθεται ότι το βάρος απόδειξης της ύπαρξης λάθους στην απόφαση του Διευθυντή βρίσκεται στον αιτητή, ως επίσης και ότι η κτηματολογική εργασία είναι εξειδικευμένη και ότι αμφισβήτησή της μπορεί να γίνει με παρουσίαση αναλόγου βαρύτητας πραγματογνωμοσύνης. Παραπέμπω τέλος και στη Χαρίτου κ.ά. ν. Σάββα κ.ά.
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 2535 στην οποία απορρίφθηκε η έφεση επειδή κρίθηκε ότι οι εφεσείοντες απότυχαν να αποδείξουν με θετική μαρτυρία ότι η απόφαση του Διευθυντή ήταν λανθασμένη. Αντιπαραβάλλοντας την ενώπιόν μου μαρτυρία και κυρίως τη μαρτυρία των δύο πραγματογνωμόνων (στην αξία της οποίας έχω ήδη αναφερθεί) σ' όλες τις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής: Είναι σαφές, ότι, ο εφεσείοντας επιχειρεί να οικοδομήσει τη θέση του ότι η εκκαλούμενη απόφαση είναι εσφαλμένη, με βάθρο τη μαρτυρία του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, Ιεζεκιήλ Ιεζεκιήλ. Για λόγους που θα παραθέσω αμέσως, δε θεωρώ αξιόπιστο μάρτυρα τον υπό αναφορά, ο οποίος είμαι βέβαιος, ότι επιστρατεύθηκε από τον εφεσείοντα, όχι για να θέσει ενώπιόν μου τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και δεδομένα που θα με βοηθήσουν να καταλήξω στα δικά μου συμπεράσματα, για ό, τι αποτελεί το ζητούμενο, που ασφαλώς είναι ο έλεγχος της ορθότητας και νομιμότητας της εκκαλούμενης απόφασης, αλλά, για να με οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι αυτή είναι εσφαλμένη, απλώς και μόνο επειδή ένα τέτοιο συμπέρασμα εξυπηρετεί τα συμφέροντα του εφεσείοντα πελάτη του. Στο πλαίσιο αυτό, μεταξύ άλλων υπήρξε αντιφατικός, παραβίασε πάγια νομολογιακή αρχή που διέπει τον έλεγχο της ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή, με την οποία επιλύεται συνοριακή διαφορά, ενώ, αρκετοί από τους ισχυρισμούς του απαντώνται πειστικά και ενίοτε εξουδετερώνονται πλήρως, με τη μαρτυρία της Νικολέττας Π'' Χαραλάμπους, η οποία (για να επαναλάβω) στον ουσιώδη χρόνο προέβη στην επιτόπια εξέταση, για σκοπούς επίλυσης της επίδικης συνοριακής διαφοράς η οποία οδήγησε στην έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης. Ειδικότερα: Ισχυρίζεται ο κ. Ιεζεκιήλ στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσής του, ότι κατά την επιτόπια έρευνα που διεξήγαγε τις 4, 5 και 6.12.2013 αναφορικά με τα επίδικα κτήματα καθώς και άλλα τρία, διεξήγαγε μετρήσεις με το δορυφορικό σύστημα Leica 1200 στην περιοχή των επίδικων τεμαχίων, ελέγχοντας τις μετρήσεις τις οποίες έκαναν οι κτηματολογικοί υπάλληλοι, οριοθετώντας τη συνοριακή γραμμή των επίδικων τεμαχίων 710 με τα τεμάχια 712 και
- Ετοίμασε το σχέδιο (τεκμήριο Κ29 στην ένορκη του δήλωση) στο οποίο, πέραν από την εργασία του κτηματολογίου πέρασε επιπρόσθετα σημεία και μετρήσεις. Επίσης πήρε 5 φωτογραφίες (τεκμήρια Κ24 - Κ28). Περαιτέρω, όπως αναφέρει στην παράγραφο 7, λαμβάνοντας υπόψη τα διάφορα τεκμήρια (που επισυνάπτονται στην ένορκη του δήλωση), τις μετρήσεις που διεξήγαγε ο ίδιος, την ακρίβεια των εν χρήσει σχεδίων, τους φακέλους Α2269/26, Α1884/50 και ΑΧ115/2005 του Επαρχιακού Κτηματολογίου, το σημερινό ιδιοκτησιακό καθεστώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέχουν σήμερα οι εν λόγω ιδιοκτήτες τα επίδικα τεμάχια, πιστεύει ότι η εκκαλούμενη απόφαση είναι επιστημονικά ατεκμηρίωτη, αγνοεί τις μετρήσεις που βρίσκονται καταγραμμένες στους φακέλους του κτηματολογίου και δεν κάνει σωστή χρήση και εφαρμογή του εν χρήσει σχεδίου και δε λαμβάνει υπόψη τις υφιστάμενες καταστάσεις, οι οποίες είναι ατράνταχτες και υφίστανται μέχρι σήμερα αναλλοίωτες. Σύμφωνα πάντοτε με το μάρτυρα, η επίδικη απόφαση αποκρύβει λεπτομέρειες και στοιχεία, τα οποία υφίστανται επί του εδάφους, αλλά δίνει και λανθασμένη ερμηνεία των μετρήσεων των φακέλων, σε σχέση με την εφαρμογή τους στο έδαφος. Η επίδικη απόφαση είναι πλήρως αναιτιολόγητη και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί. Επιχειρώντας να τεκμηριώσει όλους του παραπάνω λόγους, για τους οποίους, όπως είναι η θέση του, η επίδικη απόφαση θα πρέπει να απορριφθεί ισχυρίζεται τα εξής, μεταξύ άλλων, τα οποία θα ιδωθούν σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της συναδέλφου του κας Π'' Χαραλάμπους και φυσικά, υπό το φως και των προαναφερθεισών νομολογιακών αρχών που διέπουν την υπό κρίση έφεση. Ειδικότερα: Ισχυρίζεται ο μάρτυρας, ότι τα τρία σημεία που υπέδειξαν οι κτηματολογικοί υπάλληλοι που διεξήγαγαν την επιτόπια έρευνα στον ουσιώδη χρόνο, ως τη συνοριακή γραμμή μεταξύ των επίδικων κτημάτων είναι άλλα από αυτά στα οποία αναφέρεται ο Διευθυντής στην εκκαλούμενη απόφαση. Όσα ακολουθούν, τα οποία περικλείονται στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης της κας Π'' Χαραλάμπους θεωρώ ότι απαντούν πειστικά στον παραπάνω ισχυρισμό του μάρτυρα, αφού, εκτός από αξιόπιστα παρέμειναν και αναντίλεκτα: Τα σημεία που υποδείχθηκαν κατά την επιτόπια εξέταση είναι αυτά που δεικνύονται στην εκκαλούμενη απόφαση. Κατά τη γραφική εργασία της ως χωρομέτρη, αρχικά σημείωσε κατά λάθος κάποιο άλλο σημείο, με μαύρη κουκκίδα ως σύνορο (αυτή στην οποία αναφέρεται ο κ. Ιεζεκιήλ). Ωστόσο, στη συνέχεια, κατά την περαιτέρω εξέταση της υπόθεσης από την ίδια διαπίστωσε το λάθος της και το διόρθωσε. Οι έλεγχοι που γίνονται στις υποθέσεις αυτού του είδους είναι τόσο λεπτομερείς, με αποτέλεσμα να διαπιστώνονται τυχόν λάθη πριν την κατάληξη στην τελική απόφαση. Με μόνο λόγο ότι ο μάρτυρας, προκειμένου να τεκμηριώσει όσα αναφέρει στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσής του επικαλείται «..το πρώτο σχέδιο που έγινε με την αρχική χωρομετρία γύρω στο 1922..» είναι σαφές, ότι παραβλέπει την πάγια νομολογιακή αρχή, σύμφωνα με την οποία, τα εν χρήσει σχέδια καθορίζουν τα πραγματικά σύνορα των τεμαχίων στα οποία αφορά η συνοριακή διαφορά (βλ. τη Χαρίτου, ανωτέρω). Η έμμεση έστω αμφισβήτηση εκ μέρους του των εν χρήσει σχεδίων, τα οποία, όπως αναφέρεται από το Διευθυντή στην αιτιολογημένη απόφασή του, ημερομηνίας 24.9.2012 καθώς και από την κα Π'' Χαραλάμπους στην ένορκη δήλωση της, λήφθηκαν υπόψη για σκοπούς προσδιορισμού των συνόρων των επίδικων συνόρων αποτελεί επαρκή δικαιολογία ώστε να μην μπορεί να ληφθεί υπόψη οτιδήποτε αναφέρεται από το μάρτυρα στη συγκεκριμένη παράγραφο. Σύμφωνα πάντοτε με τον κ. Ιεζεκιήλ, στη φωτογραφία (τεκμήριο Κ26 στην ένορκη δήλωσή του), φαίνεται το σημείο "Π" στο οποίο καταλήγουν υφιστάμενες λιθοδομές, ατράνταχτο στοιχείο ότι το κοινό σύνορο των τεμαχίων 629, 718 και 710 είναι το σημείο "Π" και όχι το σημείο "Ο", όπως ισχυρίζεται ο Διευθυντής. Στη φωτογραφία τεκμήριο Κ24, προστίθεται, φαίνονται τα σημεία "Κ" και "Λ" που ορίζουν τη δυτική πλευρά του τεμαχίου
- Στη φωτογραφία τεκμήριο Κ25 φαίνεται το σημείο "N". Όπως και στο σημείο "Λ" έτσι και σ' αυτό ξεκινούν οι περιφράξεις, αλλά και στη γραμμή των περιφράξεων εκατέρωθεν υπάρχουν δεντροστοιχίες από ελιές και αμυγδαλιές, μεγάλης ηλικίας. Επίσης, ο Διευθυντής λέει ότι το σύνορο του τεμαχίου 710 με το τεμάχιο 718 είναι η γραμμή ΟΨ2Ρ αγνοεί τη λιθοδομή ΠΨ2Ρ που ο ίδιος δείχνει και φαίνεται στη φωτογραφία τεκμήριο Κ28, η οποία υφίστατο από την αρχική χωρομετρία. Υπάρχει και δεντροστοιχία που μαζί με τις λιθοδομές ήταν μια συνήθεια των ιδιοκτητών ώστε να ξεχωρίζουν τα τεμάχια τους ο ένας από τον άλλο. Με λίγα λόγια - ισχυρίζεται καταληκτικά ο μάρτυρας στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσής του -, ο Διευθυντής, με την απόφασή του, δεν κάνει σωστή εφαρμογή του φακέλου Α1884/50 και δε λαμβάνει υπόψη τις ατράνταχτες υφιστάμενες καταστάσεις, αλλά δημιουργεί και επιπρόσθετα προβλήματα με το τεμάχιο
- Τα όσα αναφέρονται από το μάρτυρα και στην επόμενη παράγραφο
(11)της ένορκης δήλωσής του εντάσσονται και πάλι στο πλαίσιο της προσπάθειάς του να με πείσει ότι ο Διευθυντής δεν έκανε σωστή εφαρμογή του ίδιου φακέλου (Α1884/50). Με όσα - οφείλω να παρατηρήσω - εν πολλοίς δυσνόητα αναφέρει ο μάρτυρας στις παραγράφους 12 και 13 της ένορκης δήλωσής του, με αναφορά στον ίδιο φάκελο και τις υφιστάμενες καταστάσεις επιχειρεί και πάλιν να με πείσει για το εσφαλμένο της εκκαλούμενης απόφασης. Με την παράγραφο 14 ισχυρίζεται ότι εντός του επίδικου τεμαχίου 710, στο επίδικο μέρος με το επίδικο τεμάχιο 712 υπάρχει διάτρηση και απορροφητικός λάκκος στις θέσεις που φαίνονται στη φωτογραφία (τεκμήριο Κ24 στην ένορκη δήλωσή του) τα οποία απέφυγαν να μετρήσουν και παρουσιάσουν οι κτηματολογικοί υπάλληλοι. Η παράγραφος 15 της ένορκης δήλωσης του κ. Ιεζεκιήλ, που είναι και τελευταία ακολουθεί αυτούσια: «Αν πάρουμε την διαφάνεια Τεκμήριο Κ7 η οποία είναι η εργασία του κτηματολογίου στα επίδικα τεμάχια και σε γειτονικά τεμάχια και την τοποθετήσουμε πάνω από το εν χρήσει σχέδιο Τεκμήριο Κ1 θα διαπιστώσουμε σημαντικές ασυμφωνίες. Λαμβάνοντας και πάλι τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω όχι μόνο πιστεύω αλλά είμαι σίγουρος ότι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου έδωσε μία απόφαση αναιτιολόγητη, ατεκμηρίωτη που δεν λαμβάνει υπόψη τους ίδιους τους φακέλους του Κτηματολογίου, δεν λαμβάνει υπόψη την ακρίβεια και τα σφάλματα των σχεδίων Κλίμακας 1/5000 που είναι εμφανές στις ίδιες τις μετρήσεις που υιοθετεί, δεν λαμβάνει υπόψη τις υφιστάμενες καταστάσεις επί του εδάφους και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί. ...........» Προτού υπεισέλθω σε όσα αναφέρει η κα Π'' Χαραλάμπους στη δική της ένορκη δήλωση, τα οποία θεωρώ ότι καταρρίπτουν όλους τους παραπάνω ισχυρισμούς του μάρτυρα, θα ήθελα να επισημάνω δύο πράγματα. Καταρχήν, θα ήθελα να αναδείξω το γενικό, αόριστο και χωρίς ίχνος τεκμηρίωσης ισχυρισμό του κ. Ιεζεκιήλ, ο οποίος περιέχεται στην παράγραφο 15 της ένορκης δήλωσής του (ανωτέρω), σύμφωνα με τον οποίο, «Αν πάρουμε την διαφάνεια Τεκμήριο Κ7 η οποία είναι η εργασία του κτηματολογίου στα επίδικα τεμάχια και σε γειτονικά τεμάχια και την τοποθετήσουμε πάνω από το εν χρήσει σχέδιο Τεκμήριο Κ1 θα διαπιστώσουμε σημαντικές ασυμφωνίες.», υπό την έννοια ότι, ο μάρτυρας, δεν επεξηγεί σε τι και σε ποια έκταση συνίστανται οι κατ' ισχυρισμό του σημαντικές ασυμφωνίες, καθώς και πώς και με ποιο τρόπο διαπιστώθηκαν προκειμένου να μπορεί να ελεγχθεί το βάσιμο ή μη του εν λόγω ισχυρισμού. Ακολούθως είναι και το γεγονός, ότι, ο μάρτυρας, δεν μπορεί από τη μια να επικαλείται το εν χρήσει σχέδιο προκειμένου να με πείσει για το εσφαλμένο της χωρομετρικής εργασίας που οδήγησε στην επίλυση της συνοριακής διαφοράς, που με τη σειρά της οδήγησε στην έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης και από την άλλη, να αμφισβητεί και πάλιν την ορθότητα του εν χρήσει σχεδίου, γεγονός το οποίο αποτελεί ασφαλώς αντίφαση και όχι μόνο. Ότι ο μάρτυρας υπήρξε αντιφατικός αποδεικνύεται από δύο στοιχεία. Καταρχήν, παραπέμπω στον ισχυρισμό του (της παραγράφου 15 και πάλιν) ότι η εκκαλούμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη, επειδή δε λαμβάνει υπόψη, όχι απλώς την ακρίβεια, αλλά και τα σφάλματα των σχεδίων κλίμακας 1/5000. Προφανώς, τα εν λόγω σχέδια, εάν είναι ακριβή δεν μπορεί να περικλείουν οποιοδήποτε σφάλμα, ενώ, εάν συμβαίνει το δεύτερο, δεν μπορεί να ισχύει το πρώτο. Ακολούθως, εάν τα σχέδια σε κλίμακα 1/5000 περικλείουν οποιοδήποτε σφάλμα, ο μάρτυρας, δεν μπορεί να επικαλείται το εν χρήσει σχέδιο προκειμένου να με πείσει για την ορθότητα της δικής του εργασίας και την ίδια ώρα, για το εσφαλμένο της κτηματολογικής εργασίας και κατ' επέκταση της εκκαλούμενης απόφασης και τούτο, επειδή, πολύ απλά, το εν χρήσει σχέδιο (τεκμήριο Κ1 στην ένορκη δήλωσή του) είναι σε κλίμακα 1/5000. Προστίθενται και τα εξής: Ούτε και μπορεί να γίνεται λόγος για σφάλματα στο εν χρήσει σχέδιο, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, αφού, κάτι τέτοιο αντιστρατεύεται τη νομολογιακή αρχή σύμφωνα με την οποία, το κτηματολόγιο, για επίλυση συνοριακής διαφοράς δυνάμει του άρθρου 58 οφείλει να εφαρμόσει το εν χρήσει σχέδιο, ενώ για σκοπούς διόρθωσης κατ' ισχυρισμό λανθασμένου σχεδίου, η μόνη νομική οδός που παρέχεται είναι η προσφυγή στο άρθρο 61 του νόμου, Κεφ. 224 (βλ. την Είκοσι (ανωτέρω) και τη Χατζησωφρονίου κ.ά. ν. Βασιλείου κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1534, σύμφωνα με την οποία, το άρθρο 58 του Κεφ. 224 αφορά απλώς διαφωνία ως προς τα σύνορα η οποία επιλύεται με βάση το σχέδιο, η ορθότητα του οποίου εκλαμβάνεται ως δεδομένη. Ας δούμε τώρα και πώς απαντά η κα Π'' Χαραλάμπους σ' όλους τους παραπάνω ισχυρισμούς του μάρτυρα. Ειδικότερα: Η αίτηση ΑΧ115/05 την οποία εξέτασε και η επίδικη απόφαση δημιουργήθηκε κατόπιν αίτησης για οριοθέτηση συνόρων. Κατά την εξέταση της εν λόγω αίτησης, ο χωρομέτρης Ερμόλαος Δούλιας, ο οποίος κλήθηκε να υποδείξει τα σύνορα, διαπίστωσε συνοριακές διαφορές μεταξύ των εμπλεκομένων τεμαχίων οπότε μετέτρεψε την υπόθεση, από οριοθέτηση, όπως ήταν η αρχική αίτηση, σε αίτηση συνοριακής διαφοράς. Η αίτηση εξετάστηκε από την ίδια σε συνεργασία με την κτηματολόγο Άντρη Σάββα (παράγραφος 3 της ένορκης δήλωσής της). Κατά την εξέταση της αίτησης έλαβε υπόψη τόσο τα στοιχεία που προέκυψαν από τη μελέτη του χωρομέτρη Ερμόλαου Δούλια όσο και τα στοιχεία που προέκυψαν από τη δική της μελέτη και έρευνα κατά την επιτόπια εξέταση, στην οποία προέβηκε σε συνδυασμό με τα στοιχεία, δεδομένα και πληροφορίες που υπήρχαν καταχωρημένα στη βάση δεδομένων του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και στους διάφορους φακέλους του τμήματος (παράγραφος 3). Κατά την επιτόπια εξέταση διαπίστωσε την ύπαρξη λιθοδομής η οποία αρχικά είχε αποτυπωθεί στο σχέδιό της. Παρόλα αυτά η συγκεκριμένη λιθοδομή, δε συμφωνούσε με τα εν χρήσει σχέδια του κτηματολογίου, με αποτέλεσμα να μη θεωρηθεί αναγκαία η καταχώρησή της. Η λιθοδομή αποτελεί τεχνητό και όχι φυσικό χαρακτηριστικό και έχει δημιουργηθεί από τους ιδιοκτήτες των τεμαχίων εκ των υστέρων και ως εκ τούτου δεν αποτελεί στοιχείο που μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα. Περαιτέρω, ως χωρομέτρες πρέπει πάντοτε να λαμβάνουν υπόψη τους το σχήμα ενός τεμαχίου έτσι όπως παρουσιάζεται στο εν χρήσει σχέδιο, για να μπορεί να υπάρχει συνοχή και ταύτιση στη χωρομετρική εργασία, διότι, διαφορετικά, μια διαφοροποίηση στα εγγεγραμμένα σύνορα των τεμαχίων, θα επιφέρει διαφοροποιήσεις και αλλαγές και σε διπλανά τεμάχια. Αυτό πρέπει να λαμβάνεται πάντοτε στα δεδομένα κατά τη διεκπεραίωση της χωρομετρικής εργασίας, όπως έκανε η ίδια στην υπό εξέταση υπόθεση (παράγραφος 5). Για τον τελικό προσδιορισμό των συνόρων έλαβε υπόψη της τους φακέλους Α2269/26 και Α1884/50 οι οποίοι αφορούσαν το διαχωρισμό των αρχικών τεμαχίων και δείχνουν πως προέκυψαν τα εμπλεκόμενα τεμάχια. Η χωρομετρική εργασία που ετοίμασε, στη συνέχεια εξετάστηκε από τον Τομέα Σχεδιαστηρίου, ο οποίος συμφώνησε πλήρως και επιβεβαίωσε την εργασία της, ως ορθή (παράγραφος 6). Η δεντροστοιχία στην οποία αναφέρεται ο κ. Ιεζεκιήλ, η οποία υπάρχει μεταξύ των συνόρων των επίδικων τεμαχίων (710 και 712) δεν λήφθηκε υπόψη και ούτε είναι δυνατό να ληφθεί υπόψη, επειδή τα δέντρα φυτεύτηκαν μετά το διαχωρισμό των τεμαχίων. Είναι σύνηθες φαινόμενο, πολλοί ιδιοκτήτες, οι οποίοι θεωρούν ότι τα σύνορα των τεμαχίων τους φθάνουν μέχρι κάποιο σημείο, το οποίο προφανώς τους υποδείχθηκε από κάποιο πρόγονό τους και χωρίς υπόδειξη από το αρμόδιο τμήμα, προχωρούν είτε σε περίφραξη είτε στη δημιουργία λιθοδομής είτε σε δεντροφύτευση (δεντροστοιχία), τα οποία δεν αποτελούν το ορθό σύνορο. Έχει συναντήσει πολλές φορές στην εργασία της ως χωρομέτρης αυτό τα φαινόμενο (παράγραφος 9). Κατά τη χωρομετρική εργασία της και με σκοπό να καταλήξει σε ορθά συμπεράσματα, πέραν των φακέλων του κτηματολογίου και των εν χρήσει σχεδίων που έλαβε υπόψη, χρησιμοποίησε όλα τα σύγχρονα μέσα που διαθέτει σήμερα το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, όπως, μεταξύ άλλων, το gps που μας δίνει συντεταγμένες σε παγκόσμιο σύστημα συντεταγμένων. Τα μέσα που διαθέτει σήμερα το κτηματολόγιο (που δεν υπήρχαν παλαιότερα), τους παρέχουν τη δυνατότητα για διεξαγωγή ορθής χωρομετρικής εργασίας και ορθών και ακριβών συμπερασμάτων (παράγραφος 10). Κατά την επιτόπια εξέτασή της, δε διαπίστωσε την ύπαρξη σηπτικού λάκκου ή διάτρησης μα ούτε και της υποδείχθηκαν από τους διαδίκους αυτά. Ωστόσο, ακόμη και να υπήρχαν αυτά, δε θα μπορούσαν να διαφοροποιήσουν τα συμπεράσματά της και την επίδικη απόφαση του Διευθυντή. Δεν πρέπει να θεωρείται ότι λόγω κάποιας τεχνητής επί τόπου κατάστασης μπορεί να μετατραπεί σε τέτοιο βαθμό το σύνορο ενός τεμαχίου, το οποίο μπορεί να προσδιοριστεί μόνο, λαμβάνοντας υπόψη φακέλους του Τμήματος, τα εν χρήσει σχέδια και μετρήσεις με ακριβή και σύγχρονα μέσα. Σε αντίθετη περίπτωση, ο κάθε ιδιοκτήτης θα δημιουργούσε μια επί τόπου κατάσταση για δικό του προσωπικό όφελος. Το ίδιο ισχύει και στις περιπτώσεις περιφράξεων ή δεντροστοιχιών ή λιθοδομών. Όσον αφορά τις περιφράξεις που υπήρχαν στα υπό εξέταση τεμάχια, όπως τους είχαν αναφέρει οι ιδιοκτήτες τους, αυτές είχαν τοποθετηθεί από τους ίδιους, χωρίς να τους υποδειχθεί από την αρμόδια αρχή, αλλά, μετά από προφορική υπόδειξη των προγόνων τους (παράγραφος 11). Η διαφάνεια έχει ελεγχθεί από το αρμόδιο τμήμα, το οποίο έχει τις κατάλληλες γνώσεις και το εξειδικευμένο προσωπικό και το οποίο θεώρησε την εργασία της ορθή (παράγραφος 12). Τέλος, η χωρομετρική εργασία που ετοίμασε εξετάστηκε και ελέγχθηκε τόσο από το σχεδιαστήριο όσο και από το τμήμα ελέγχου και καταχώρησης, τα οποία τη θεώρησαν ως ορθή (παράγραφος 13). Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να εξηγήσω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ ότι η μάρτυρας, με απόλυτα απλό, πειστικό, κατανοητό και τεκμηριωμένο τρόπο υποστήριξε την ορθότητα της εργασίας της στον ουσιώδη χρόνο, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα, αρκετούς από τους λόγους, για τους οποίους δεν μπορώ να βασιστώ στην αντίστοιχη εργασία και κατ' επέκταση στη μαρτυρία του συναδέλφου της κ. Ιεζεκιήλ, ο οποίος κατάθεσε για την υπόθεση του εφεσείοντα, στην προσπάθειά του να με πείσει ότι η εκκαλούμενη απόφαση είναι εσφαλμένη, την οποία, εν πάση περιπτώσει θεωρώ απόλυτα ορθή στην ουσία της. Και κάτι ακόμη. Η διεξαχθείσα από την κα Π'' Χαραλάμπους χωρομετρική εργασία, όπως αναφέρει η ίδια στην παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσής της εξετάστηκε και ελέγχθηκε τόσο από το σχεδιαστήριο όσο και από το τμήμα ελέγχου και καταχώρησης και θεωρήθηκε ορθή. Σύμφωνα δε με το Διευθυντή και την αιτιολογημένη απόφασή του, ημερομηνίας 24.9.2012, η χωρομετρική εργασία που έγινε ελέγχθηκε από τον Κλάδο Χαρτογραφίας και θεωρήθηκε απόλυτα ορθή και ετοιμάστηκε σχέδιο στην κλίμακα του εν χρήσει σχεδίου στο οποίο φαίνονται τα σύνορα των τεμαχίων, το διαφιλονικούμενο μέρος και οι επί τόπου καταστάσεις. Είναι μετά από αυτά που ο ίδιος εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφασή του. Κατά πόσο η εργασία του κ. Ιεζεκιήλ ελέγχθηκε από οποιοδήποτε, μου είναι άγνωστο. Δεδομένου ότι με την απόφασή μου στην υπό κρίση έφεση απαντώ μόνο στους λόγους έφεσης που έχουν προωθηθεί κατά τη δίκη, ό, τι απομένει είναι να εξεταστεί το βάσιμο ή μη του 4ου λόγου έφεσης σύμφωνα με τον οποίο «Η απόφαση του Διευθυντή στερείται επαρκούς δικαιολογίας και/ή καθόλου δικαιολογίας, είναι μη αιτιολογημένη, γενική και αόριστη και δεν αναφέρει πως και γιατί ο Διευθυντής κατέληξε στην άνω απόφαση αλλά ούτε και προσδιορίζει την έκταση της ισχυριζόμενης διαφοράς.» καθώς και του 9ου λόγου έφεσης (που είναι συναφής με τον προηγούμενο), με τον οποίο υποβάλλεται ότι, «Η απόφαση στερείται οποιασδήποτε αιτιολογίας και/ή οποιαδήποτε επαρκούς και ορθής αιτιολογίας.» Και οι δύο αυτοί λόγοι έφεσης (όπως και όλοι οι άλλοι) είναι εντελώς αβάσιμοι, αστήριχτοι και ατεκμηρίωτοι. Απλή ανάγνωση του περιεχόμενου της εκκαλούμενης απόφασης καταδεικνύει ότι αυτή περικλείει όλα τα αναγκαία στοιχεία που την καθιστούν απόλυτα ορθή και πλήρως αιτιολογημένη. Αυτά δε επιβεβαιώνονται και από τα διάφορα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης τα οποία έχουν τεθεί ενώπιόν μου και εν πάση περιπτώσει, όπως αναφέρεται και στην ίδια την απόφαση «Περαιτέρω λεπτομέρειες και στοιχεία που πιθανόν να θεωρηθούν αναγκαία βρίσκονται στο φάκελο ΑΧ115/05 (ο οποίος περικλείει την αίτηση της εφεσίβλητης με την οποία επιλύθηκε η επίδικη συνοριακή διαφορά που οδήγησε στην έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης)». Συγκεφαλαιώνοντας, ο εφεσείοντας, που καθώς ήδη έχει αναφερθεί έχει το βάρος να αποδείξει το εσφαλμένο της απόφασης του Διευθυντή, τύποις και ουσία, «.εγχείρημα όχι ευχερές και μέλλον να επιτύχει μόνο αν συντρέχουν ισχυροί λόγοι που να το στηρίζουν.», όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην υπόθεση Κτωρίδη ν. Επάρχου Λεμεσού κ.ά.
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 541, για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί, απότυχε παταγωδώς να το αποσείσει. Απεναντίας, η εφεσίβλητη για τους ίδιους λόγους, απόδειξε - ως μη όφειλε - ότι η εκκαλούμενη απόφαση είναι απόλυτα ορθή, νόμιμη και δεόντως αιτιολογημένη. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου η έφεση απορρίπτεται. Τα έξοδα της έφεσης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της εφεσίβλητης και σε βάρος του εφεσείοντα. . (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση/Έφεση εναντίον απόφασης του Διευθυντή του κτηματολογίου, με την οποία επέλυσε συνοριακή διαφορά. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο