Γρηγόρη Κυριάκου Γρηγόρη κ.α. ν. Κυριάκου Ιωάννου Σπύρου κ.α., Αιτ / Εφ: 86/10, 22/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A91 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Αιτ / Εφ: 86/10 Αναφορικά με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, άρθρα 11 (A) και 80 Κεφ. 224, όπως τροποποιήθηκε Μεταξύ:
- Γρηγόρη Κυριάκου Γρηγόρη, από την Λεμεσό
- Ανδρέα Κυριάκου Γρηγόρη, από τα Κελοκέδαρα Αιτητών/Εφεσειόντων και
- Κυριάκου Ιωάννου Σπύρου, από την Λεμεσό
- Κατερίνας Ιωάννου Σπύρου, από την Πάφο Καθ' ων η αίτηση/Εφεσίβλητων Ημερομηνία: 22.5.15 Εμφανίσεις: Για τους Εφεσείοντες: κ. Ε. Κορακίδης Για τους Εφεσίβλητους: κ. Η. Ευθυμίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την καταχώρηση της παρούσης αίτησης / έφεσης αποτέλεσε η απόφαση του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου να παραχωρήσει δίοδο προς όφελος του κτήματος των Εφεσίβλητων, αριθμός τεμαχίου 288, Φ/Σχ 46/6210VO1, αριθμός εγγραφής 10391 ημερομηνίας 29.8.06, από τώρα και στο εξής «το δεσπόζον ακίνητο», από το ακίνητο των Εφεσειόντων, τεμάχιο με αριθμό 503, Φ/Σχ 46/6210VO1, αριθμός εγγραφής 9299 ημερομηνίας 8.9.09 και από το ακίνητο του Εφεσείοντα 1, αριθμός τεμαχίου 504, Φ/Σχ 46/6210VO1, αριθμός εγγραφής 9300 ημερομηνίας 8.9.
- Δίοδος παραχωρήθηκε, επίσης, και από το τεμάχιο 285, Φ/Σχ 46/6210VO1, αριθμός εγγραφής
- Οι Εφεσείοντες 1 και 2 είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του τεμαχίου 503 κατά 1/3 και 2/3 αντίστοιχα. Τα τεμάχια 503 και 504 από τώρα και στο εξής θα αναφέρονται ως «τα δουλεύοντα ακίνητα». Τα προαναφερόμενα ακίνητα βρίσκονται στο χωριό Κελοκέδαρα της επαρχίας Πάφου. Από τούδε και στο εξής ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου θα αναφέρεται ως «ο Διευθυντής» και η αιτιολογημένη απόφασή του ημερομηνίας 26.3.10 ως «η αιτιολογημένη απόφαση». Σύμφωνα με την αιτιολογημένη απόφαση το τεμάχιο 503 είναι φρακτή με μια κατοικία στην νοτιοανατολική του πλευρά έκτασης 1.050 τετραγωνικών μέτρων. Είναι επίπεδο και εφάπτεται από δύο πλευρές με δημόσιο δρόμο. Το τεμάχιο 504 είναι έκτασης 202 τετραγωνικών μέτρων. Είναι επίπεδο και όπως και το δεσπόζον ακίνητο περίκλειστο. Τα δουλεύοντα ακίνητα βρίσκονται στην Πολεοδομική Ζώνη Η1 με ανώτατο συντελεστή δόμησης 120% και ανώτατο συντελεστή κάλυψης 70%. Η αιτιολογημένη απόφαση υπογράφεται από τον Ανδρέα Σ. Γεωργίου και σε αυτήν επισυνάπτονται, μεταξύ άλλων, η απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 12.2.10 στον τύπο Ν. 286 - Τεκμήριο Α. Με το εν λόγω τεκμήριο γνωστοποιείται στους Εφεσίβλητους δυνάμει του Κανονισμού 6 των Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Παροχή Διόδου) Κανονισμών η υπό του Διευθυντή καθορισθείσα δίοδος. Στο πίσω μέρος του εν λόγω εγγράφου υπάρχει σχεδιάγραμμα με το οποίο η υπό του Διευθυντή καθορισθείσα δίοδος δεικνύεται με χρώμα κόκκινο, τα όρια του τεμαχίου 503 με χρώμα πράσινο, τα όρια του τεμαχίου 504 με χρώμα μωβ, τα όρια του τεμαχίου 285 με χρώμα μπλε και τα όρια του δεσπόζοντος ακινήτου με χρώμα κίτρινο. Το Τεκμήριο Α ετοιμάσθηκε σύμφωνα με αυτό από την κτηματολογική γραφέα Ηλιάνα Θεοχάρους. Από την αιτιολογημένη απόφαση προκύπτουν τα ακόλουθα: η δίοδος παραχωρήθηκε ύστερα από αίτηση των Εφεσίβλητων προς το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου με αριθμό ΑΕΔ 35/07 η οποία υποβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 11(Α) του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, όπως τροποποιήθηκε, από τώρα και στο εξής «ο Νόμος», για αναγκαστική απόκτηση διόδου από τα δουλεύοντα ακίνητα καθώς και από άλλα κτήματα η δίοδος καθορίσθηκε αφού η κτηματολόγος στις 2.11.09 προέβη σε επιτόπια εξέταση και μελέτησε όλα τα σχετικά στοιχεία και γεγονότα. Προέβη, επίσης, σε υπολογισμό της αποζημίωσης. Με την παρούσα αίτηση/έφεση αμφισβητούνται τόσο ο καθορισμός της διόδου και της κατεύθυνσής της από τον Διευθυντή όσο και η υπό αυτού υπολογισθείσα αποζημίωση. Οι Εφεσείοντες εξαιτούνται τον παραμερισμό και/ή αντικατάσταση της απόφασης του Διευθυντή ημερομηνίας 12.2.10 για τους ακόλουθους λόγους: η απόφαση ημερομηνίας 12.2.10 εκδόθηκε κατά παράβαση των Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Παροχή Διόδου) Κανονισμών του 1967 η απόφαση ημερομηνίας 12.2.10 εκδόθηκε καθ' υπέρβαση των ορίων των δραστηριοτήτων που προσδιορίζονται από το ισχύον δίκαιο η απόφαση ημερομηνίας 12.2.10 εκδόθηκε κατά παράβαση της αρχής για διεξαγωγή επαρκούς έρευνας, της εφαρμογής της χρηστής διοίκησης και της αρχής της καλής πίστης η απόφαση ημερομηνίας 12.2.10 είναι εσφαλμένη και μεροληπτική διότι δεν λήφθηκαν υπόψη όλοι οι ουσιώδεις παράγοντες η υπολογισθείσα αποζημίωση είναι άδικη διότι δεν λήφθηκε υπόψη η πραγματική ζημιά που θα υποστούν τα κτήματα των αιτητών/εφεσειόντων. Η αίτηση/έφεση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του Γεώργιου Γεωργιάδη, πρώην διευθυντή του Κτηματολογίου Πάφου, από τώρα και στο εξής «ο Γεωργιάδης». Στην ένορκό του δήλωση ο Γεωργιάδης αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Εξ' όσων έχει πληροφορηθεί από τους Εφεσείοντες το δεσπόζον ακίνητο απολάμβανε για περίοδο πέραν των 100 ετών δίοδο από το γειτονικό τεμάχιο με αριθμό
- Οι ιδιοκτήτες του, όμως, δεν διεκδίκησαν την εγγραφή δικαιώματος διάβασης και αδικαιολόγητα και παράλογα σήμερα αξιώνουν δικαίωμα διόδου από τα δουλεύοντα ακίνητα. Επίσης, ο ιδιοκτήτης του τεμαχίου 287 παράνομα παρεμπόδισε την προαναφερόμενη δίοδο με την κατασκευή παράνομου τοίχου. Με αφορμή την αίτηση των Εφεσίβλητων για παραχώρηση δικαιώματος διόδου από τα δουλεύοντα ακίνητα ο Εφεσείων 2 ενέστη με επιστολή ημερομηνίας 27.11.09 που συνοδευόταν από βεβαιώσεις του Κοινοτικού Συμβουλίου Κελοκεδάρων και αριθμού κατοίκων της κοινότητας με ημερομηνία 26.11.
- Ο Διευθυντής λανθασμένα δεν έλαβε υπόψη την πιο πάνω ένσταση θεωρώντας την παρανομία του ιδιοκτήτη του τεμαχίου 287 ως βάση για απόρριψη της ένστασης. Η απόφαση του Διευθυντή τόσο αναφορικά με τον καθορισμό της διόδου όσο και με τον υπολογισμό της αποζημίωσης είναι λανθασμένη. Οι Εφεσίβλητοι καταχρηστικά αιτήθηκαν δικαίωμα διάβασης από τα δουλεύοντα ακίνητα αφ' ης στιγμής δικαιούνταν να εγγράψουν δικαίωμα διόδου σε βάρος του τεμαχίου
- Ο Διευθυντής εφόσον είχε λάβει γνώση των πιο πάνω με τις επιστολές/βεβαιώσεις ημερομηνίας 26.11.09 και την επιστολή του Εφεσείοντα 2 ημερομηνίας 27.11.09 όφειλε να εξετάσει τα πιο πάνω και να μην παραχωρήσει δικαίωμα διόδου από τα δουλεύοντα ακίνητα. Περαιτέρω το δικαίωμα διόδου θα έπρεπε να καθορισθεί προς τα ανατολικά διότι αυτό θα ήταν συντομότερο και θα προκαλούσε λιγότερη ταλαιπωρία. Τέλος, η ορθή αποζημίωση για το τεμάχιο 504 είναι Ευρώ 17.050 σεντ και για το τεμάχιο 503 Ευρώ 16.640,00 σεντ. Στην ένορκο δήλωση του Γεωργιάδη επισυνάπτονται, μεταξύ άλλων, έκθεση ετοιμασθείσα από τον ίδιο - Τεκμήριο Γ - η επιστολή του Εφεσείοντα 2 ημερομηνίας 27.11.09 - Τεκμήριο Δ - η βεβαίωση του Κοινοτικού Συμβουλίου Κελοκεδάρων ημερομηνίας 26.11.09 - Τεκμήριο Ε - η βεβαίωση αριθμού κατοίκων της κοινότητας Κελοκεδάρων ημερομηνίας 26.11.09 - Τεκμήριο Στ - και η επιστολή/απάντηση του Κτηματολογίου Πάφου ημερομηνίας 12.2.10 - Τεκμήριο Ζ. Με το Τεκμήριο Δ ο Εφεσείων 2 παραπονείται για την αίτηση του Εφεσίβλητου 1 για παραχώρηση διόδου από τα δουλεύοντα ακίνητα και δηλώνει την ένστασή του στην παραχώρηση μιας τέτοιας διόδου προς όφελος του δεσπόζοντος ακινήτου. Όπως εξηγεί το δεσπόζον ακίνητο απολάμβανε για περίοδο πέραν των 100 ετών δίοδο από το τεμάχιο
- Ο ιδιοκτήτης, όμως, του τεμαχίου 287 παράνομα έκλεισε την δίοδο του Εφεσίβλητου 1 με την ανέγερση τοίχου. Εισηγείται να δοθεί στον Εφεσίβλητο 1 δικαίωμα διάβασης που για τόσα χρόνια ο τελευταίος απολάμβανε από το τεμάχιο
- Αυτή είναι η καταλληλότερη και μικρότερη σε μήκος λύση. Παραχώρηση διόδου από το κτήμα του θα έχει σαν αποτέλεσμα αυτό να χωρισθεί και ο Εφεσείων 2 να απωλέσει μεγάλη έκταση γης με αποτέλεσμα να υποστεί εκτεταμένες ζημίες και το κτήμα του να καταστραφεί. Με το Τεκμήριο Ε το Κοινοτικό Συμβούλιο των Κελοκεδάρων απευθύνεται στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου και δηλώνει, μεταξύ άλλων, ότι ο ιδιοκτήτης του δεσπόζοντος ακινήτου είχε διάβαση στην κατοικία του που βρίσκεται εντός του πιο πάνω τεμαχίου μεταξύ του δεσπόζοντος ακινήτου και του τεμαχίου 287 για περισσότερο από 50 χρόνια. Τα δύο τεμάχια είναι κληρονομικά από τον ίδιο κληρονόμο και μεταξύ τους οι κληρονόμοι είχαν κάνει την πιο πάνω διευθέτηση. Ο κληρονόμος του τεμαχίου 287 παράνομα έκλεισε την δίοδο με τοίχο. Ο κληρονόμος του δεσπόζοντος ακινήτου δεν νομιμοποιείται να ζητά δίοδο από άλλα τεμάχια. Το Τεκμήριο Στ έχει ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο με το Τεκμήριο Ε. Τέλος, με το Τεκμήριο Ζ ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Πάφου απαντά στις πιο πάνω επιστολές αναφέροντας, μεταξύ άλλων, ότι ο λόγος που δεν παραχωρήθηκε δίοδος από το τεμάχιο 287 ήταν γιατί ήταν αδύνατο από το εν λόγω τεμάχιο να καθορισθεί δίοδος με το αιτούμενο πλάτος των 3,65 μέτρων αφού αυτό είχε αξιοποιηθεί οικιστικά και ο ελεύθερος χώρος δεν ικανοποιούσε τις ανάγκες της αίτησης των Εφεσίβλητων. Η Ένσταση υποστηρίζεται από κοινή ένορκο δήλωση των Εφεσίβλητων ημερομηνίας 31.5.10, ξεχωριστή συμπληρωματική ένορκο δήλωση από την Εφεσίβλητη 2 ημερομηνίας 27.6.12 και ένορκο δήλωση της Ηλιάνας Θεοχάρους, από τώρα και στο εξής «η Θεοχάρους», ημερομηνίας 22.6.
- Με την ένορκο δήλωση των Εφεσίβλητων ημερομηνίας 31.5.10 οι τελευταίοι υπερθεματίζουν την ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή και υποστηρίζουν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα τα οποία είναι και τα ουσιώδη σημεία της ένορκής τους δήλωσης: η απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 12.2.10 είναι καθόλα νόμιμη και σύμφωνη με τα άρθρα 11(Α) και 80 του Νόμου η απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 12.2.10 είναι το αποτέλεσμα της δέουσας επιτόπιας έρευνας της επιτόπου κατάστασης η υπό του Διευθυντή καθορισθείσα δίοδος είναι η συντομότερη που θα μπορούσε να καθορισθεί και η λιγότερο επιζήμια για τα δουλεύοντα ακίνητα η δήλωση πολιτικής και η εντολή του Υπουργού Εσωτερικών απαιτεί για την αξιοποίηση ενός ακίνητου την ύπαρξη πρόσβασής του σε δημόσιο δρόμο πλάτους τουλάχιστον 3,65 μέτρων. Ακολουθεί ότι το προϋπάρχον δικαίωμα διάβασης και εγγεγραμμένο να ήταν θα ήταν ανεπαρκές. Με την ανέγερση δε της κατοικίας και του τοίχου εντός του τεμαχίου 287 αυτό κατέστη εντελώς απροσπέλαστο η υπό του Διευθυντή καθορισθείσα δίοδος δεν αφαιρεί από τα δουλεύοντα ακίνητα οιονδήποτε εμβαδό και δεν επηρεάζει τον συντελεστή δόμησης. Επίσης, ουδεμία ζημιογόνα επίδραση προκαλείται στο σχήμα και την αξιοποίηση τους και τίποτα δεν αναφέρεται στην ένορκο δήλωση του Γεωργιάδη που να στηρίζει την θέση αυτή. Η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της Εφεσίβλητης 2 ημερομηνίας 27.6.12 επιτράπηκε κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου στην βάση αίτησης η οποία καταχωρήθηκε εκ μέρους των Εφεσίβλητων την 1.6.12 με την οποία ζητείτο άδεια του Δικαστηρίου προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Το σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου είναι ημερομηνίας 14.6.12 και με αυτό, επίσης, επιτράπηκε όπως η συμπληρωματική ένορκος δήλωση της Εφεσίβλητης 2 συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της κτηματολογικής λειτουργού που διενήργησε την επιτόπια εξέταση και καθόρισε το δικαίωμα διόδου εκ μέρους του Διευθυντή. Στην συμπληρωματική ένορκο δήλωση της Εφεσίβλητης 2 επισυνάπτεται ένορκος δήλωση της κτηματολογικού λειτουργού Θεοχάρους η οποία εξέτασε την αίτηση ΑΕΔ 35/07 και στην τελευταία ένορκο δήλωση αντίγραφο της αιτιολογημένης απόφασης. Στην ένορκή της δήλωση η Θεοχάρους αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι εξέτασε την αίτηση για καθορισμό δικαιώματος διάβασης προς όφελος του δεσπόζοντος ακινήτου - ΑΕΔ 35/07 - και επισκέφθηκε τα επίδικα τεμάχια. Υιοθετεί δε ως ορθό το περιεχόμενο της αιτιολογημένης απόφασης αντίγραφο της οποίας και επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 στην ένορκό της δήλωση. Η διαδικασία διεξήχθη με βάση τους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1956 και δη τον τροποποιητικό Διαδικαστικό Κανονισμό 10
(3)σύμφωνα με τον οποίο η ακρόαση αίτησης/έφεσης διεξάγεται στην βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή τις ένορκες δηλώσεις. Προσδιορίζεται, επίσης, στον εν λόγω Κανονισμό ότι το Δικαστήριο μπορεί για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων ή και ακόμη να ασκήσει την διακριτική ευχέρεια που παρέχει η Διάταξη 39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και να επιτρέψει την αντεξέταση ενόρκως δηλούντα (Βλ. Μυριάνθη Παναγιώτη Προκοπίου ν. Jacquelin Lesley Ryan κ.α., Πολιτική Έφεση 341/08, ημερομηνίας 5.9.12). Με άδεια του Δικαστηρίου η πλευρά των Εφεσίβλητων αντεξέτασε τον Γεωργιάδη και η πλευρά των Εφεσειόντων την Εφεσίβλητη 2 και την Θεοχάρους επί του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων του καθενός. Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου επιχειρηματολογώντας υπέρ της θέσης του διάδικου που ο καθένας εκπροσωπεί. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τα ουσιώδη σημεία που προέκυψαν από την αντεξέταση των πιο πάνω μαρτύρων επί του ζητήματος του καθορισμού της διόδου. Πρώτος αντεξετάσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εφεσίβλητων ο Γεωργιάδης. Θέση του ήταν ότι το Κτηματολόγιο δεν έπρεπε να καθορίσει δίοδο από τα δουλεύοντα ακίνητα, αλλά να δώσει ως λύση για τους Εφεσίβλητους την δίοδο που οι τελευταίοι χρησιμοποιούσαν πριν αυτή κλείσει με την ανέγερση πριν από 4 με 5 χρόνια τοίχου ύψους 1,5 περίπου μέτρου και ξύλινου καγκελιού εντός του τεμαχίου 287 καθόλο το μήκος του κοινού του συνόρου με το δεσπόζον ακίνητο. Και συγκεκριμένα με την κατεδάφιση του εν λόγω τοίχου ή μέρους αυτού ώστε η παλαιά δίοδος ή μέρος της να επανέλθει. Προδήλως, αυτό είναι που εννοεί ο Γεωργιάδης με το να ισχυρίζεται στην παράγραφο 5 της ένορκής του δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση/έφεση ότι η δίοδος θα έπρεπε να καθορισθεί από το Κτηματολόγιο προς τα ανατολικά. Ο μάρτυρας επανέλαβε, επίσης, την θέση που διατυπώνει στην ένορκό του δήλωση που συνοδεύει την αίτηση/έφεση ότι οι Εφεσίβλητοι όφειλαν να κατοχυρώσουν τα δικαιώματά τους. Η δίοδος που το δεσπόζον ακίνητο παλαιότερα απολάμβανε ήταν μέσω του τεμαχίου 287 το οποίο συνόρευε με δημόσιο δρόμο στην ανατολική του πλευρά. Το δεσπόζον ακίνητο βρίσκεται δυτικά του τεμαχίου
- Θέση του μάρτυρα ήταν ότι αν κατεδαφιζόταν ο προαναφερόμενος τοίχος κατά 2,5 μέτρα οι Εφεσίβλητοι θα μπορούσαν και πάλι να διέρχονται μέσω του τεμαχίου 287 από τον δημόσιο δρόμο και να φθάνουν στο δεσπόζον ακίνητο. Προδήλως, μόνο με τα πόδια. Πρόκειται για μια λύση πολύ λιγότερο δαπανηρή από αυτή που καθόρισε ο Διευθυντής και πολύ πιο σύντομη. Συγκεκριμένα η απόσταση από τον δημόσιο δρόμο που συνορεύει με το τεμάχιο 287 μέχρι το δεσπόζον ακίνητο είναι περίπου 20 μέτρα. Τέθηκε στον μάρτυρα από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εφεσίβλητων ότι το πλάτος της διόδου που το δεσπόζον ακίνητο απολάμβανε πριν το κλείσιμό της δεν ξεπερνούσε τα 5 πόδια και για τον λόγο αυτό η δίοδος ήταν ανεπαρκής για ανάπτυξη και αξιοποίηση του. Ένεκα τούτου οι Εφεσίβλητοι δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν πολεοδομική άδεια ή άδεια οικοδομής σε περίπτωση που ήθελαν να ανεγείρουν νέο υποστατικό εντός του δεσπόζοντος ακινήτου ή να κάνουν μετατροπές στα πλαίσια ανακαινήσεων μιας και οι κατοικίες που υπάρχουν εντός του δεσπόζοντος ακινήτου είναι παλαιά οικοδομήματα. Ο μάρτυρας δεν μπορούσε να λάβει θέση επί του προκειμένου καθότι δεν γνώριζε το πλάτος της παλαιάς διόδου. Υπεβλήθηκαν στον μάρτυρα από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εφεσίβλητων οι ακόλουθες θέσεις: η παραχώρηση διόδου δεν ισοδυναμεί με απαλλοτρίωση και οριστική στέρηση της περιουσίας κάποιου για σκοπούς αποζημίωσης όπως ήταν η θέση του. Ο μάρτυρας διαφώνησε. Ήταν η θέση του ότι η παραχώρηση διόδου ισοδυναμεί με απαλλοτρίωση η έκθεση του είναι λανθασμένη αναφορικά με την κατεύθυνση της διόδου. Θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εφεσίβλητων ήταν ότι μεγαλύτερη οχληρία θα προκαλείτο με την κατεδάφιση του τοίχου παρά με την την δίοδο όπως αυτή καθορίσθηκε από τον Διευθυντή. Ο μάρτυρας διαφώνησε. Δεν διαπίστωσα προσπάθεια παραποίησης των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης στην μαρτυρία του μάρτυρα. Κάτι το οποίο φαίνεται και από το γεγονός ότι τα όσα σχετικά ο μάρτυρας υποστήριξε δεν αμφισβητήθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εφεσίβλητων. Συναφώς από την διά ζώσης μαρτυρία του μάρτυρα δέχομαι τα ακόλουθα: οι πρόγονοι των Εφεσίβλητων και, κατά συνέπεια, οι Εφεσίβλητοι οι ίδιοι ανέκαθεν και μέχρι την ανέγερση του τοίχου είχαν δίοδο προς το δεσπόζον ακίνητο μέσω του τεμαχίου
- Κάτι το οποίο, άλλωστε, υποστήριξε και με την διά ζώσης μαρτυρία της η Εφεσίβλητη 2 και είναι αποδεκτό από την πλευρά των Εφεσίβλητων όπως διεφάνη μέσα από την αντεξέταση του μάρτυρα η δίοδος έκλεισε με την ανέγερση πριν από 4 με 5 χρόνια από τους ιδιοκτήτες του τεμαχίου 287 τοίχου ύψους 1,5 περίπου μέτρου και ξύλινου καγκελιού καθόλο το μήκος του κοινού συνόρου του τεμαχίου 287 με το δεσπόζον ακίνητο το τεμάχιο 287 συνορεύει με δημόσιο δρόμο στην ανατολική του πλευρά και το δεσπόζον ακίνητο βρίσκεται δυτικά του τεμαχίου
- Κάτι το οποίο προκύπτει και από το σχεδιάγραμμα που φαίνεται στο πίσω μέρος της γνωστοποίησης - Τύπος Ν.286 - που επισυνάπτεται στην αιτιολογημένη απόφαση η λύση που εισηγείται ο μάρτυρας είναι πολύ πιο σύντομη από την υπό του Διευθυντή καθορισθείσα τιαύτη η απόσταση από τον δημόσιο δρόμο που συνορεύει με το τεμάχιο 287 μέχρι το δεσπόζον ακίνητο μέσω της παλαιάς διόδου είναι περίπου 20 μέτρα τα υπό εκτίμηση ακίνητα βρίσκονται στο κέντρο του χωριού. Το υποστατικό που βρίσκεται εντός του τεμαχίου 503 αποτελείται από κατώγειο, ανώγειο κατοικία και αυλή. Βρίσκεται σε πολεοδομική ζώνη Η1 με 120% δόμηση και έχει το προνόμιο να κτίζει μέχρι τα σύνορα. Η δίοδος καθορίσθηκε από την αυλή. το τεμάχιο 503 έχει εμβαδό 1.050 τετραγωνικά μέτρα. Η δίοδος που καθόρισε το Κτηματολόγιο καταλαμβάνει 82 τετραγωνικά μέτρα από το εν λόγω τεμάχιο ένεκα της διόδου όπως αυτή καθορίσθηκε από το Κτηματολόγιο τα δουλεύοντα ακίνητα δεν θα μπορούν να κτίσουν πάνω στο σύνορό τους, πράγμα το οποίο θα δικαιούνταν αν δεν ήταν η υπό του Διευθυντή καθορισθείσα δίοδος αφ' ης στιγμής βρίσκονται στην Πολεοδομική Ζώνη Η
- Από την ένορκο δήλωση του μάρτυρα και για λόγους που θα διαφανούν σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου δεν δέχομαι τα ακόλουθα: την θέση του μάρτυρα η οποία προβάλλεται στην τέταρτη παράγραφο της ένορκής του δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση/έφεση σύμφωνα με την οποία οι Εφεσίβλητοι δεν δικαιούνται να αξιώνουν δικαίωμα διόδου από τα δουλεύοντα ακίνητα καθότι όφειλαν να κατοχυρώσουν τα δικαιώματά τους με το να διεκδικήσουν την εγγραφή δικαιώματος διάβασης που απολάμβαναν μέχρι και την αποστέρησή του ότι η ανέγερση τοίχου εντός του τεμαχίου 287 ήταν παράνομη και ότι παράνομη, επίσης, ήταν και η παρεμπόδιση από τον ιδιοκτήτη του εν λόγω τεμαχίου της διόδου που το δεσπόζον ακίνητο απολάμβανε ότι οι Εφεσίβλητοι δικαιούνταν στην εγγραφή δικαιώματος διόδου επί του τεμαχίου 287 ότι στην βάση της επιστολής του Εφεσείοντα 2 και των επιστολών - Τεκμήρια Δικαστήριο, Ε και Στ στην ένορκο δήλωση του μάρτυρα που υποστηρίζει την αίτηση/έφεση - ο Διευθυντής όφειλε να μην καθορίσει δικαίωμα διόδου από τα δουλεύοντα ακίνητα. Εκτός από τα σημεία που δεν δέχθηκα από την ένορκο δήλωση του μάρτυρα και που πιο πάνω αναφέρονται οι υπόλοιποι ισχυρισμοί του μάρτυρα που περιέχονται στην ένορκό του δήλωση είναι αποδεκτοί. Αποδεκτός, μεταξύ άλλων, είναι και ο ισχυρισμός του ότι η παλαιά δίοδος χρησιμοποιείτο από τους προγόνους των Εφεσίβλητων και στην συνέχεια από τους Εφεσίβλητους για περίοδο πέραν των 100 ετών πριν αυτή κλείσει με τις ενέργειες των ιδιοκτητών του τεμαχίου 287 όπως αυτές πιο πάνω περιγράφηκαν. Δεν μου διαφεύγει ότι με την ένορκό τους δήλωση ημερομηνίας 31.5.10 οι Εφεσίβλητοι δεν αρνούνται ούτε τον ένορκο ισχυρισμό του μάρτυρα περί χρήσης της διόδου πέραν των 100 ετών, αλλά ούτε και την κάπως διάφορη δήλωση που υπάρχει στα Τεκμήρια Ε και Στ και η οποία αναφέρεται σε μικρότερη περίοδο και συγκεκριμένα σε χρήση για περίοδο πέραν των 50 ετών. Από την αντεξέταση, όμως, του Γεωργιάδη προκύπτει ότι ο ένορκος ισχυρισμός του μάρτυρα είναι αποδεκτός από την πλευρά των Εφεσίβλητων. Εξ' ου και το εύρημά μου. Ενδεικτική είναι η ερώτηση που τέθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εφεσίβλητων στον μάρτυρα ως ακολούθως: «Θέλω να μου ξεκαθαρίσετε, αυτή η δίοδος που προϋπήρχε προ 100 ετών, πόσο πλάτος είχε;». Όπως και η ακόλουθη διευκρίνιση που έγινε από τον κύριο Ευθυμίου προς το Δικαστήριο: «Η Δημοκρατία για να πάρει κάποιος οποιαδήποτε άδεια χρειάζεται επαρκείς διόδους 3,65 μέτρα, 12 πόδια, πράγμα που δεν υπήρξε ποτέ να εξυπηρετεί αυτό το ακίνητο. Κτίστηκαν πριν εκατό χρόνια που δεν χρειάζεται άδειες». Η προ εκατονταετίας ανέγερση υποστατικού εντός του δεσπόζοντος ακινήτου συνεπάγεται χρήση του για ανάλογη περίοδο. Κάτι το οποίο συνάδει με την θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εφεσίβλητων όπως αυτή διατυπώνεται μέσα από την ερώτηση του που μόλις πιο πάνω αυτούσια παρατέθηκε. Δέχομαι, επίσης, ότι το Τεκμήριο Δ είναι η επιστολή που ο Εφεσείων 2 απέστειλε στο Κτηματολόγιο Πάφου με την οποία δήλωνε την ένστασή του στην παραχώρηση διόδου από τα δουλεύοντα ακίνητα, ότι το Τεκμήριο Ε είναι η επιστολή που απέστειλε στο Κτηματολόγιο Πάφου το Κοινοτικό Συμβούλιο Κελοκεδάρων, ότι το Τεκμήριο Στ είναι η επιστολή που απέστειλαν στο Κτηματολόγιο Πάφου αριθμός κατοίκων της κοινότητας και ότι το Τεκμήριο Ζ είναι η απαντητική επιστολή του Κτηματολογίου στην επιστολή του Εφεσείοντα 2 - Τεκμήριο Δ. Διαφωνώ, όμως, με την θέση του μάρτυρα ότι το δεσπόζον ακίνητο δεν ήταν περίκλειστο πριν την παύση της διόδου που απολάμβανε μέσω του τεμαχίου
- Σύμφωνα με το άρθρο 11(Α)
(1)του Νόμου ακίνητη ιδιοκτησία θεωρείται περίκλειστη όταν εξ' αιτίας οποιουδήποτε λόγου στερείται της αναγκαίας διόδου σε δημόσιο δρόμο ή αν η υφιστάμενη δίοδος είναι ανεπαρκής για την κατάλληλη χρήση αυτής, ανάπτυξη ή εκμετάλλευση. Στην προκειμένη περίπτωση το δεσπόζον ακίνητο στερείτο και πριν την παύση της διόδου της αναγκαίας διόδου προς τον δημόσιο δρόμο. Το γεγονός ότι απολάμβανε ή είχε με την συγκατάθεση των ιδιοκτητών ή των δικαιούχων του τεμαχίου 287 δίοδο προς τον δημόσιο δρόμο δεν το καθιστούσε μη περίκλειστο. Στην υπόθεση Νεόφυτος Αγαπίου Κουμής ν. Αδούλα Κυριάκου Κούντουρου
(1992)1 ΑΑΔ 1312 λέχθηκε ότι εφόσον ο υφιστάμενος χωματόδρομος δεν ήταν εγγεγραμμένος είτε ως δημόσιος δρόμος είτε ως δικαίωμα διάβασης είτε ως οτιδήποτε άλλο ορθά ο Διευθυντής και το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησαν ότι το κτήμα της εφεσίβλητης ήταν περίκλειστο. Δεν δέχομαι, επίσης, την θέση του μάρτυρα ότι η παραχώρηση διόδου από ένα ακίνητο έχει ως αποτέλεσμα ο ιδιοκτήτης του δουλεύοντος ακινήτου να χάνει τα κυριαρχικά του δικαιώματα επί της έκτασης που καταλαμβάνει η δίοδος και ότι ισοδυναμεί με απαλλοτρίωση. Σύμφωνα με την υπόθεση Ελευθέριος Κορακίδης και Άλλη ν. Christofer Brodie
(1996)1 ΑΑΔ 955 η παραχώρηση διόδου μπορεί να επάγεται την αφιέρωση της προς εξυπηρέτηση του δεσπόζοντος ακινήτου και να αφαιρεί κάθε δυνατότητα κατοχής και αξιοποίησής της από τον ιδιοκτήτη της, η επηρεαζόμενη, όμως, έκταση εξακολουθεί εξ' ορισμού να ανήκει κατά κυριότητα στον ιδιοκτήτη του δουλεύοντος ακινήτου. Τέλος, για τους λόγους που θα διαφανούν σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου η θέση του μάρτυρα όπως αυτή εκτίθεται στην πέμπτη παράγραφο της ένορκής του δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση/έφεση και σύμφωνα με την οποία η απόφαση του Διευθυντή ως προς τον καθορισμό της διόδου είναι λανθασμένη κρίνεται ορθή. Όπως και πάλι για λόγους που θα διαφανούν σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου ορθή, επίσης, κρίνεται η θέση του μάρτυρα, η οποία προωθήθηκε από τον ίδιο διά ζώσης, αναφορικά με την υπό αυτού εισηγηθείσα λύση μέσω του τεμαχίου
- Κατά την αντεξέτασή της η Εφεσίβλητη 2 υποστήριξε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Γεννήθηκε στα Κελοκέδαρα στις 16.8.
- Το δεσπόζον ακίνητο το θυμάται από την παιδική της ηλικία. Εντός αυτού υπάρχουν δύο σπίτια και παλαιότερα ανήκε στην μητέρα της. Σήμερα έχει τίτλο ιδιοκτησίας η ίδια. Προδήλως, και ο Εφεσίβλητος
- Σε αυτό είχε όπως και άλλοι πρόσβαση μέσω ενός μονοπατιού που υπήρχε εντός του τεμαχίου
- Όταν σε κάποια στιγμή η ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 287 ανέγειρε εντός αυτού κατοικία με αποτέλεσμα και με την ανέγερση ενός τοίχου εντός του τεμαχίου η χρήση του μονοπατιού να εμποδισθεί και ουσιαστικά το πέρασμα να κλείσει ο αδελφός της έκανε αίτηση στο Κτηματολόγιο Πάφου για καταναγκαστική δίοδο. Όταν η ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 287 έκτισε τον τοίχο ο αδελφός της Εφεσίβλητης 2 κατήγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία Κελοκεδάρων. Παράπονο είχαν, επίσης, η ίδια και η μητέρα της η οποία δεν μπορούσε να πάει στο ίδιό της το σπίτι. Ερωτηθείσα γιατί δεν προέβη στην λήψη νομικών μέτρων εναντίον της ιδιοκτήτριας του τεμαχίου 287 με τα οποία να ζητά την κατεδάφιση του τοίχου και διάταγμα που να της απαγορεύει να εμποδίζει τους Εφεσίβλητους από του να χρησιμοποιούν το μονοπάτι που για τόσα χρόνια χρησιμοποιούσαν η μάρτυρας απάντησε ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα καθότι η Κατίνα, ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 287, «τα είχε όλα νόμιμα». Ήταν, επίσης, η θέση του κύριου Κορακίδη ότι η Εφεσίβλητη όφειλε να κινήσει αγωγή εναντίον της Κατίνας για να εξασφαλίσει την εγγραφή δικαιώματος διόδου που για χρόνια χρησιμοποιούσε σε βάρος του τεμαχίου 287 στην βάση χρησικτησίας καθώς και την έκδοση διατάγματος εναντίον της Κατίνας που να της απαγορεύει από του να εμποδίζει την Εφεσίβλητη 2 να χρησιμοποιεί το πέρασμα. Η Εφεσίβλητη 2 δεν έπραξε, όμως, τούτο. Αντ' αυτού προτίμησε να ενοχλήσει τους ξένους, ήτοι τους Εφεσείοντες. Στην επανεξέταση η Εφεσίβλητη 2 υποστήριξε ότι το μονοπάτι δεν χωρούσε αυτοκίνητο να περάσει. Ενδεικτικά υποστήριξε ότι αυτό ήταν τόσο μικρό σε πλάτος που την εποχή του τρύγου τα κοφίνια, προδήλως, φορτωμένα πάνω σε ζώα, χτυπούσαν όταν το διέρχονταν πάνω στη γωνιά του σπιτιού που υπήρχε εντός του τεμαχίου
- Η Εφεσίβλητη 2 μου άφησε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Κατέθεσε αυθόρμητα και χωρίς να υπολογίζει τις απαντήσεις της. Η διά ζώσης μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά των Εφεσειόντων. Συνακόλουθα δέχομαι την διά ζώσης μαρτυρία της στην ολότητά της. Από την ένορκό της δήλωση ημερομηνίας 31.5.10 που υποστηρίζει την ένσταση αποδεκτοί είναι οι ακόλουθοι ισχυρισμοί της οι οποίοι δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά των Εφεσειόντων: ότι η υπό του Διευθυντή καθορισθείσα δίοδος δεν αφαιρεί από τα δουλεύοντα ακίνητα οιονδήποτε εμβαδό και δεν επηρεάζει τον συντελεστή δόμησης (παράγραφος 12) ότι η δίοδος μέσω του τεμαχίου 287 με την ανέγερση του τοίχου κατέστη εντελώς απροσπέλαστη (παράγραφος 8). Για τους λόγους δε που θα διαφανούν σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου οι θέσεις που προωθούνται με τις παραγράφους 3, 5, 6, της ένορκης δήλωσης της Εφεσίβλητης 2 δεν είναι αποδεκτοί. Όσον αφορά τις θέσεις που προωθούνται με τις παραγράφους 4 και 7-11 της ίδιας ένορκης δήλωσης, η εξέτασή τους για λόγους που θα καταστούν έκδηλοι παρελκύει. Αντεξεταζόμενη η Θεοχάρους υποστήριξε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Κατά την επιτόπια εξέταση που διενήργησε στις 2.11.09 γνώριζε ότι το δεσπόζον ακίνητο απολάμβανε δίοδο μέσω του τεμαχίου 287 για περίοδο πέραν των 30 ετών. Εξέτασε την περίπτωση να παραχωρήσει δίοδο μέσω του τεμαχίου 287 πλην όμως ένεκα του ότι μεταξύ των δύο τεμαχίων υπάρχουν τοίχοι αντιστήριξης και το πέρασμα που θα μπορούσε μέσω της πιο πάνω λύσης να δοθεί ήταν πολύ μικρό, της τάξης του ενός με δύο μέτρα, έκρινε ότι ήταν ανώφελο να παραχωρηθεί δίοδος μέσω του εν λόγω τεμαχίου. Έδωσε και ήταν υποχρεωμένη να δώσει πλάτος διόδου 3,65 μέτρα καθότι αυτό το πλάτος απαιτούσαν οι Εφεσίβλητοι αφ' ης στιγμής οι τελευταίοι απαιτούσαν δίοδο για οικιστικούς σκοπούς. Επίσης, αυτό είναι το πλάτος που απαιτεί και η Πολεοδομία για οικιστικούς σκοπούς και το ελάχιστο πλάτος που δίνεται για τους ίδιους σκοπούς σύμφωνα και με οδηγίες του γραφείου της. Αντεξεταζόμενη περαιτέρω επί του προκειμένου θέματος η μάρτυρας υποστήριξε ότι δεν γνώριζε ποιες ήταν οι απόψεις της Πολεοδομίας για δίοδο μικρότερου πλάτους καθότι δεν είχε ζητήσει τέτοιες απόψεις από την Πολεοδομία. Δεν χρειαζόταν, άλλωστε, καθότι ήταν υποχρεωμένη να δώσει δίοδο πλάτους αυτού που αιτήθηκαν οι Εφεσίβλητοι. Σε υποβολή ότι η Πολεοδομία δεν απαιτεί σε όλες τις περιπτώσεις πλάτος 3,65 μέτρα η μάρτυρας αντέτεινε ότι για οικιστικούς σκοπούς αυτό το πλάτος απαιτεί. Τα δουλεύοντα ακίνητα βρίσκονται στο κέντρο του χωριού όπου η ανάπτυξη είναι πυκνή, κάτι το οποίο φαίνεται από τον τρόπο που είναι κτιμένα τα υποστατικά και τους συντελεστές δόμησης και κάλυψης. Τόσο το δεσπόζον ακίνητο όσο και τα δουλεύοντα ακίνητα έχουν συντελεστή δόμησης 120% και συντελεστή κάλυψης 70%. Συντελεστής κάλυψης 70% σημαίνει ότι μπορεί να καλυφθεί με υποστατικά το 70% του ακινήτου. Ερωτηθείσα αν έλαβε υπόψη ότι το υπό του Διευθυντή καθορισθέν δικαίωμα διόδου καλύπτει 112 τετραγωνικά μέτρα, ήτοι πέραν του 50% του εμβαδού του τεμαχίου 504 που είναι 202 τετραγωνικά μέτρα, και παραμένουν ωφέλιμα μόνο 90 τετραγωνικά μέτρα απάντησε ότι κατά τον καθορισμό της διόδου έλαβε υπόψη την πιο πάνω παράμετρο, πρόσθεσε, όμως, ότι ο εν λόγω καθορισμός έγινε στην βάση της αντίληψης ότι τα δουλεύοντα ακίνητα κατέχονται ως ένα. Προδήλως, στην βάση του ότι ο Εφεσείων 1 είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης και του 1/3 μεριδίου του τεμαχίου
- Αναγνώρισε, όμως, ότι όταν ο ιδιοκτήτης του τεμαχίου 504 αποφασίσει να το πωλήσει ο αγοραστής δεν θα λάβει υπόψη ότι ο ιδιοκτήτης του τεμαχίου 504 είναι και συνιδιοκτήτης του τεμαχίου
- Αναγνώρισε, επίσης, ότι ο προτιθέμενος αγοραστής θα λάβει υπόψη ότι το ήμισυ του τεμαχίου 504 βαρύνεται με δικαίωμα διόδου και ότι δεν μπορεί να εξασφαλίσει τον συντελεστή κάλυψης του 70%. Δεν θεώρησε, όμως, ότι υπέπεσε σε οποιοδήποτε σφάλμα αφ' ης στιγμής κατά την κρίση της δεν υπήρχε άλλη διαθέσιμη λύση. Με δεδομένο συν τοις άλλοις ότι έπρεπε να δώσει το πλάτος που έδωσε. Αυτό των 3,65 μέτρων. Υπεβλήθηκε στην μάρτυρα από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εφεσειόντων ότι λανθασμένα θεώρησε ότι τα δουλεύοντα ακίνητα κατέχονται ενιαία. Και ότι με την λύση που έδωσε το τεμάχιο 504 επηρεάζεται δυσμενέστατα αφού δεν μπορεί να αξιοποιήσει πλήρως τον συντελεστή δόμησης του 70%. Η μάρτυρας αντέτεινε ότι αυτό θα ίσχυε αν το εν λόγω τεμάχιο λογιζόταν ως μια μονάδα, ως ένα τεμάχιο. Αυτό, όμως, δεν ήταν η αντίληψη στην βάση της οποίας ενήργησε. Εν πάση περιπτώσει η λύση που έδωσε ήταν η μοναδική υπό τις δοσμένες περιστάσεις αφ' ης στιγμής συν τοις άλλοις έπρεπε να δώσει πλάτος 3,65 μέτρα. Το άρθρο 11(Α)
(1)του Νόμου προνοεί ως εξής: «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου αν ακίνητη ιδιοκτησία, εξαιτίας οποιουδήποτε λόγου είναι περίκλειστη με τέτοιο τρόπο ώστε να στερείται της αναγκαίας διόδου σε δημόσιο δρόμο ή αν η υφιστάμενη δίοδος είναι ανεπαρκής για την κατάλληλη χρήση αυτής, ανάπτυξη ή εκμετάλλευση ο ιδιοκτήτης της ακίνητης ιδιοκτησίας δικαιούται να απαιτήσει δίοδο επί των γειτονικών ακινήτων με πληρωμή εύλογης αποζημίωσης. Για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου «δίοδος» περιλαμβάνει το δικαίωμα διοχέτευσης ύδατος, λυμάτων ή οιουδήποτε άλλου υγρού μέσω αυλακιών ή σωλήνων ή οιουδήποτε άλλου κατάλληλου μέσου». Ο μηχανισμός για τον έλεγχο της ορθότητας των αποφάσεων του Διευθυντή του Κτηματολογίου που εμπίπτουν στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου καθώς και, κατ' επέκταση, η εξουσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου για την αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή για τον καθορισμό διόδου απορρέουν από το άρθρο 80 του Νόμου το οποίο προνοεί ως ακολούθως: «Κάθε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο κατά οποιασδήποτε διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του Διευθυντή, που διενεργήθηκε, δόθηκε ή λήφθηκε δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού δύναται εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης σε αυτόν της διαταγής αυτής, ειδοποίησης ή απόφασης να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει επί αυτής τέτοιο διάταγμα ως ήθελε είναι δίκαιο αλλά κανένα Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται οποιασδήποτε αγωγής ή διαδικασίας επί οποιουδήποτε ζητήματος σε σχέση με το οποίο ο Διευθυντής έχει εξουσία να ενεργεί δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού, εκτός με έφεση όπως προνοείται στο άρθρο αυτό ..................................................................................................................». Ο Διευθυντής είναι διοικητικό όργανο στο οποίο με τις πρόνοιες του Νόμου αλλά και άλλων νόμων ανατέθηκε ευρύ φάσμα αρμοδιοτήτων. Οι ενέργειές του, ανάλογα με την περίπτωση, εντάσσονται σε δύο γενικές κατηγορίες. Πρώτα, είναι εκείνες που έχουν ως αντικείμενο ζητήματα που εμπίπτουν στην σφαίρα του δημοσίου δικαίου. Αυτές οι ενέργειες, εφόσον συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, ελέγχονται από το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του σύμφωνα με το άρθρο 146.1 του Συντάγματος. Μετά, είναι εκείνες που εμπίπτουν στην σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου ως αποσκοπούσες στην ρύθμιση ιδιωτικών δικαιωμάτων επί ακίνητης περιουσίας και που, επομένως, εκφεύγουν της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. Θεονίτσα Σωφρονίου Σολομώντος ν. Παναγιώτας Παπανεοκλή
(1992)1 ΑΑΔ 906). Ο Διευθυντής ενεργεί στην σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου είτε ως αμιγές διοικητικό όργανο, προκειμένου να εκτελέσει αμιγώς διοικητικά καθήκοντα, είτε ως διαιτητής υπό την οιωνεί δικαστική ιδιότητα που ορισμένες πρόνοιες του Νόμου του προσδίδουν. Οι εξουσίες του Διευθυντή του Κτηματολογίου δυνάμει του άρθρου 11(Α) του Νόμου ανάγονται στην σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου. Η απόφασή του κατά τον καθορισμό διόδου δεν εμπίπτει εντός του εύρους της παραγράφου 1 του άρθρου 146 του Συντάγματος (Βλ. Peyiotis and Another v. Polemidis
(1982)1 CLR 442). Ο Διευθυντής ενεργεί εν προκειμένω ως διαιτητής και η λειτουργία του είναι οιωνεί δικαστική (quasi-judicial) (Βλ. Θεονίτσα Σωφρονίου Σολομώντος ν. Παναγιώτας Παπανεοκλή
(1992)1 ΑΑΔ 906, Kafieros & Another v. Theocharous & Others
(1978)1 CLR 619, Georghiou v. Hjiphesa
(1970)1 CLR 58). Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο αποφάσεων του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι καλά θεμελιωμένες. Κατά τον καθορισμό δικαιώματος διόδου ο Διευθυντής έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η αναθεώρηση δε της απόφασής του γίνεται με βάση τις αρχές που διέπουν την αναθεώρηση από το Ανώτατο Δικαστήριο ή τον δικαστικό έλεγχο διοικητικών πράξεων ή αποφάσεων που εμπίπτουν στην σφαίρα του δημοσίου δικαίου με την διαφορά πως το Επαρχιακό Δικαστήριο δικαιούται να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με την δική του. Ωστόσο το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν θα αντικαταστήσει εύκολα την δική του διακριτική ευχέρεια με εκείνη του Διευθυντή. Θα υιοθετήσει τέτοια πορεία μόνο εφόσον συντρέχουν ισχυροί λόγοι οι οποίοι αποδεικνύονται με αποδεκτή μαρτυρία και οι οποίοι συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση (Βλ. Ανδρέας Αριστοτέλους ν. Σωτήρη Ανδρέα Χ΄΄Κυριάκου
(2001)1 ΑΑΔ 100). Παρέχεται δε η ευχέρεια στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιαδήποτε απόφαση η οποία κρίνεται δίκαιη (Βλ. Ελένη Νίκου Σάββα ν. Ουρανία Γεωργίου Κώστα
(2003)1 ΑΑΔ 1944). Ενδεικτικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Γεωργούλα Παύλου και Άλλος ν. Ελένης Νεοφύτου
(1995)1 ΑΑΔ 973 στο απόσπασμα που πιο κάτω παρατίθεται: «Οι αρχές που πρέπει να καθοδηγούν το Δικαστήριο όταν εξετάζει αίτηση-έφεση από απόφαση του Διευθυντή κάτω από το άρθρο 80 του Κεφ. 224 διατυπώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Kafieros & Another v. Theocharous & Others
(1978)1 CLR 619 και ορθά αναφέρθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Στην υπόθεση αυτή το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο Διευθυντής μετά την διεξαγωγή επιτόπιας έρευνας καθορίζει την κατεύθυνση και την έκταση της διόδου αφού λάβει υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες. Στην περίπτωση δε που υπάρχουν περισσότερα από ένα κτήματα, που δυνατόν να θεωρηθούν κατάλληλα, ο Διευθυντής έχει την εξουσία να κάμει εκλογή και να αποφασίσει το κτήμα πάνω στο οποίο θα δοθεί το δικαίωμα διόδου λαμβάνοντας υπ' όψιν την δημιουργία της ελάχιστης δυνατής ζημιάς, οχληρίας και ταλαιπωρίας. Ο Διευθυντής αποφασίζοντας ένα δικαίωμα διόδου έχει διακριτική εξουσία να αποφασίσει πάνω σε ιδιωτικά δικαιώματα. Επομένως το Επαρχιακό Δικαστήριο αναθεωρώντας την απόφαση του Διευθυντή ακολουθεί τις αρχές πάνω στις οποίες το Ανώτατο Δικαστήριο στην διοικητική του δικαιοδοσία κάνει δικαστικό έλεγχο πάνω σε διοικητικές πράξεις ή αποφάσεις στον τομέα του δημοσίου δικαίου. Η μόνη διαφορά είναι ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο αποφασίζοντας μιαν έφεση κάτω από το άρθρο 80 του Κεφ. 224 έχει την εξουσία να υποκαταστήσει την δική του διακριτική ευχέρεια με αυτή του Διευθυντή σε αντίθεση με την εξουσία που έχει το Δικαστήριο σε περίπτωση προσφυγής κάτω από το άρθρο 146 του Συντάγματος, όπου το Διοικητικό Δικαστήριο δεν μπορεί να κάμει κάτι τέτοιο. Όμως, το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν θα υποκαταστήσει εύκολα την δική του διακριτική ευχέρεια με αυτή του Διευθυντή εκτός αν υπάρχουν ισχυροί λόγοι οι οποίοι να αποδεικνύονται με αποδεχτή μαρτυρία και οι οποίοι να συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση. Η εξουσία του Διευθυντή είναι πράγματι ευρεία εξουσία σύμφωνα με τον Νόμο και τους Κανονισμούς ιδιαίτερα γιατί είναι πρόσωπο περισσότερο ικανό σαν ειδικός να αποφασίσει την κατεύθυνση και την έκταση του δικαιώματος διόδου και το Δικαστήριο στην απουσία συγκεκριμένων και ισχυρών λόγων δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση τα συμπεράσματά του. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν και εφαρμόστηκαν στην υπόθεση Peyiotis and Another v. Polemidis
(1982)1 CLR 442». (Βλ., επίσης, Λιασίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1989)1 ΑΑΔ 185, Αθανάση κ.α. ν. Χατζημάμα κ.α.
(1990)1 ΑΑΔ 208, Σολομώντος ν. Παπανεοκλή
(1992)1 ΑΑΔ 906, Παύλου κ.α. ν. Νεοφύτου
(1995)1 ΑΑΔ 973 και Georghiou v. Hjiphesa
(1970)1 CLR 58). Στην υπόθεση Μενέλαος Γεώργιου Αθανάση και Άλλοι ν. Μάμα Βαρνάβα Χ΄΄Μάμα κ.α.
(1990)1 ΑΑΔ 208 λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι: «Δεν περιορίζεται η έρευνα στο εύλογο της απόφασης του διευθυντή αλλά επεκτείνεται και στην ουσία της .». Και αυτό γιατί όπως εξηγήθηκε στην πιο πάνω υπόθεση η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου όπως συνάγεται από τη χρήση του όρου "just" στο πλαίσιο του άρθρου 80 επεκτείνεται στην εξέταση κάθε θέματος που άπτεται της απόφασης και των δικαιωμάτων των διαδίκων. Σε αντίθεση με τη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 146 η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου κάτω από το άρθρο 80 δεν περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης, αλλά επεκτείνεται στην ορθότητα της και γενικότερα στις ρυθμίσεις των δικαιωμάτων των διαδίκων με γνώμονα το δίκαιο του πράγματος (Βλ., επίσης, Ελένη Νίκου Σάββα ν. Ουρανία Γεωργίου Κώστα
(2003)1 ΑΑΔ 1944). Το βάρος βρίσκεται στους ώμους του εφεσείοντα να αποδείξει ότι η απόφαση του Διευθυντή είναι λανθασμένη (Βλ. Μυριάνθη Παναγιώτη Προκοπίου ν. Jacquelin Lesley Ryan κ.α., Πολιτική Έφεση 341/08, ημερομηνίας 5.9.12, Ανδρέας Αριστοτέλους ν. Σωτήρη Χ΄΄ Κυριάκου κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 100). Το άρθρο 11( Α)
(3)του Νόμου προνοεί τα ακόλουθα: «Υποχρέωση των γειτόνων για παροχή διόδου δεν υφίσταται αν η συγκοινωνία της ακίνητης ιδιοκτησίας προς το δημόσιο δρόμο σταμάτησε από αυτόβουλη πράξη ή παράλειψη του κυρίου αυτής». Είναι στην βάση του πιο πάνω άρθρου του Νόμου που η πλευρά των Εφεσειόντων σύμφωνα με την τελική αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της βασίζει την θέση της ότι οι Εφεσίβλητοι όφειλαν να διεκδικήσουν εγγραφή δικαιώματος διόδου, της διόδου που οι Εφεσίβλητοι απολάμβαναν για περίοδο πέραν των 30 ετών σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο σε βάρος του τεμαχίου 287. Συνάγεται δε από την πιο πάνω θέση ότι η σύμφωνα με την πλευρά των Εφεσειόντων παράλειψη των Εφεσίβλητων να πράξουν τούτο απαλλάσσει τους γείτονες και στην προκειμένη περίπτωση τους Εφεσείοντες από την υποχρεώση να παραχωρήσουν δίοδο. Είναι η κρίση μου ότι στα πλαίσια της παρούσης διαδικασίας δεν δύναμαι να αποφασίσω το υπό συζήτηση ζήτημα και συγκεκριμένα αν οι Εφεσίβλητοι δικαιούνταν σε εγγραφή του δικαιώματος διάβασης σε βάρος του τεμαχίου 287 στην βάση χρησικτησίας. Και κατ' επέκταση αν ο Διευθυντής λανθασμένα δεν έλαβε υπόψη την παράμετρο αυτή. Επί του θέματος τούτου άντλησα καθοδήγηση από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Νεόφυτος Αγαπίου Κουμής ν. Αδούλα Κυριάκου Κούντουρου
(1992)1 ΑΑΔ 1312 που πιο πάνω μνημονεύεται. Παρατίθεται ενδεικτικό απόσπασμα: «Υποστήριξε ο εφεσείων πως, με βάση τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι η εφεσίβλητη είχε αποκτήσει δικαίωμα διόδου από τη λωρίδα που αναφέρθηκε λόγω άσκησης του, χωρίς διακοπή, για περίοδο πέρα των 30 χρόνων. Η μαρτυρία πάνω στην οποία επιχειρήθηκε η στήριξη της εισήγησης αυτής, προερχόταν από τον ίδιο τον εφεσείοντα και εξαντλείτο στη διατύπωση του ισχυρισμού πως η εφεσίβλητη χρησιμοποιούσε τη λωρίδα εκείνη ως δίοδο κατά τα τελευταία 50 χρόνια. Το άρθρο 11
(1)(β) του Κεφ. 224 αναγνωρίζει τη δυνατότητα κτήσης, μεταξύ άλλων, δικαιώματος διόδου με άσκησή του για περίοδο 30 χρόνων χωρίς διακοπή. Δεν μπορούμε να δεχθούμε όμως πως ήταν νομικά δυνατό είτε ο Διευθυντής, στα πλαίσια της άσκησης των εξουσιών του κατά το άρθρο 11 Α
(1), είτε το Δικαστήριο κατά την αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή, να εμπλακούν σε εξέταση θεμάτων που είχαν να κάμουν με τη διακρίβωση τέτοιας φύσης αστικών δικαιωμάτων τα οποία, μάλιστα, αναπόφευκτα θα επηρέαζαν τρίτους. Ούτε ο Διευθυντής είχε εξουσία ούτε κατ' επέκταση το Δικαστήριο είχε, στα πλαίσια του άρθρου 80 του Κεφ. 224, δικαιοδοσία να αποφανθεί σε σχέση με τέτοιας φύσης ζήτημα. Ο γενικός ισχυρισμός του εφεσείοντα ή, τελικά, η αντίληψή του ως προς το ποιά ήταν τα δικαιώματα της εφεσίβλητης και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις τρίτων, δεν ήταν δυνατό να διαδραματίσει οποιονδήποτε ρόλο στη διαδικασία. Όσο και αν η απόφαση του Διευθυντή στις περιπτώσεις αυτές είναι οιονεί δικαστική, εξακολουθεί να αποτελεί μέρος της διοικητικής διαδικασίας την οποία ο Διευθυντής, ως διοικητικό όργανο, στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου σ' αυτή την περίπτωση, διεξάγει για την εκπλήρωση των ειδικών καθηκόντων που του αναθέτει ο Νόμος και την άσκηση των αντίστοιχων εξουσιών του. (Βλ. Constantinos Nicolaou Georghiou ν. Evangelia HjiGeorghiou HjiPhesa
(1970)1 CLR 58, Kafieros and Another v. Theocharous and Others
(1978)1 CLR 619, Peyiotis v. Polemidis
(1982)1 CLR 442, Θεονίτσα Σωφρονίου Σολομώντος ν. Παναγιώτα Παπανεοκλή,
(1992)1 Α.Α.Δ. 906. Το Δικαστήριο, στα πλαίσια της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας δυνάμει του άρθρου 80, αντίθετα προς ό,τι ισχύει στην περίπτωση του αναθεωρητικού ελέγχου που ασκεί το Ανώτατο Δικαστήριο κατά το Άρθρο 146
(1)του Συντάγματος, ερευνά όχι μόνο αν η απόφαση του Διευθυντή ήταν εύλογη αλλά και αν ήταν ουσιαστικά ορθή. Μπορεί έτσι να αντικαταστήσει τη κρίση του Διευθυντή με τη δική του και να εκδώσει οποιαδήποτε διαταγή κρίνει δίκαιο. [Βλ. Kafieros and Another v. Theocharous and Others (ανωτέρω), Peyiotis ν. Polemidis (ανωτέρω) Μενέλαος Γ. Αθανάση και άλλοι ν. Μαμάς Βαρνάβα Χατζημάμα και άλλος, Πολιτική Εφεση 7545 της 20 Μαρτίου 1990, Θεονίτσα Σωφρονίου Σολομώντος ν. Παναγιώτα Παπανεοκλή (ανωτέρω)]. Εξακολουθεί όμως η δικαιοδοσία του να οριοθετείται σε συνάρτηση προς το συγκεκριμένο ζήτημα που τίθεται ενώπιόν του το οποίο και προσδιορίζει τη φύση του δικαστικού έργου που είναι δυνατό να αναληφθεί». Στην βάση των όσων πιο πάνω αναφέρονται το θέμα τελειώνει εδώ. Σε περίπτωση, όμως, που η πιο πάνω κρίση μου ήθελε είναι λανθασμένη θα προχωρήσω να εξετάσω την υποβληθείσα θέση εντοπίζοντας την αδυναμία και τα κενά της υπόθεσης των Εφεσειόντων αναφορικά με το υπό συζήτηση ζήτημα. Το άρθρο 9 του Νόμου προνοεί ως ακολούθως: «Κανένας τίτλος επί ακίνητης ιδιοκτησίας δεν αποκτάται από οποιοδήποτε πρόσωπο με εχθρική κατοχή κατά της Δημοκρατίας ή εγγεγραμμένου κυρίου». Το άρθρο 10 του Νόμου προνοεί ως ακολούθως: «Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 9, απόδειξη αδιαφιλονίκητης και αδιάλειπτης εχθρικής κατοχής από πρόσωπο, ή από εκείνους από τους οποίους λαμβάνει την αξίωση, ακίνητης ιδιοκτησίας για την πλήρη περίοδο τριάντα ετών, παρέχει το δικαίωμα στο πρόσωπο αυτό όπως λογίζεται ως ο κύριος της ιδιοκτησίας αυτής και όπως αυτή εγγράφεται στο όνομά του: Νοείται ότι καμιά από τις διατάξεις που περιλαμβάνονται στο άρθρο αυτό δεν επηρεάζει την περίοδο χρησικτησίας σε σχέση με οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία η οποία άρχισε να κατέχεται εχθρικά πριν από την έναρξη της ισχύος του Νόμου αυτού, και όλα τα θέματα που αφορούν τη χρησικτησία κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής συνεχίζουν να διέπονται από τις διατάξεις των νομοθετημάτων που καταργήθηκαν από το Νόμο αυτό τα οποία αφορούν τη χρησικτησία, ωσάν ο Νόμος αυτός να μην είχε θεσπιστεί: Νοείται περαιτέρω ότι ανεξάρτητα από την ύπαρξη οποιασδήποτε ανικανότητας που επιφέρει δυνάμει των νομοθετημάτων αυτών την παράταση της περιόδου χρησικτησίας, η περίοδος αυτή σε οποιαδήποτε περίπτωση δεν θα υπερβαίνει συνολικά τα τριάντα έτη ακόμα και όταν οποιαδήποτε τέτοια ανικανότητα δυνατό να συνεχίζει να υπάρχει κατά την εκπνοή των τριάντα ετών». Το άρθρο 9 του Νόμου προστατεύει όχι την εγγεγραμμένη περιουσία, αλλά την Δημοκρατία, αφενός, και τον εγγεγραμμένο κύριο, αφετέρου. Αναφορικά με την Δημοκρατία η απόκτηση τίτλου ένεκα χρησικτησίας είναι τελείως αδύνατη ανεξάρτητα αν η ακίνητη ιδιοκτησία είναι εγγεγραμμένη ή όχι επ' ονόματι της Δημοκρατίας. Η απαγόρευση του άρθρου 9 τέθηκε για πρώτη φορά σε ισχύ την 1.9.1946 όταν τέθηκε σε εφαρμογή ο Νόμος 26 του 1945, τώρα Κεφ. 224. Πριν την 1.9.46 η χρησικτησία ήταν δυνατή και εναντίον εγγεγραμμένου και εναντίον μη εγγεγραμμένου κυρίου. Το άρθρο 9 δεν έχει αναδρομική ισχύ. Αυτό σημαίνει ότι δικαιώματα που αποκτήθηκαν με χρησικτησία βάσει του Νόμου που ίσχυε πριν την 1.9.1946 εξακολουθούν να ισχύουν και αναγνωρίζονται ανεξάρτητα από την απαγόρευση του άρθρου 9. Η απαγόρευση απόκτησης τίτλου ένεκα χρησικτησίας που επήλθε με την ψήφιση του άρθρου 9 είναι απόλυτη και δεν επηρεάζεται από τις πρόνοιες του άρθρου 10. Στην υπόθεση Θωμά Αντώνη Θεοδώρου ν. Χρίστου Θεωρή Χατζηαντώνη
(1961)CLR 203 τονίσθηκε ότι η 1η Σεπτεμβρίου 1946 είναι η ουσιώδης ημερομηνία πριν από την οποία δικαιώματα κυριότητας δυνάμει χρησικτησίας εναντίον εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη έπρεπε να είχαν συμπληρωθεί γιατί η περίοδος της παραγραφής ή της χρησικτησίας μετά την 1.9.1946 δεν λογίζεται καθόλου. Σαν αποτέλεσμα του άρθρου 9 η περίοδος χρησικτησίας αναφορικά με ακίνητη περιουσία για την οποία δεν υπάρχει εγγεγραμμένος κύριος και που είτε άρχισε πριν την 1.9.46 αλλά δεν συμπληρώθηκε μέχρι την 1.9.46, είτε άρχισε μετά την 1.9.46 διακόπτεται αμέσως εναντίον εκείνου του προσώπου που έγινε εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης της (Βλ. Αννούς Χατζηττοφή Κυριάκου ν. Κλεοπάτρας Αργυρού και άλλων
(1953)CLR 186, Ελένης Αγγελή ν. Σάββα Λαμπή και άλλων
(1963)2 CLR 274, Αγάθης Χαραλάμπους ν. Ιωάννη Ιωαννίδη
(1969)1 CLR 72, Ιωάννη Κυριάκου ν. Ιωάννη Πετρή και άλλων
(1985)1 CLR 275). Το βασικό μέρος του άρθρου 10 του Νόμου παρέχει δικαίωμα κυριότητας και εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας ένεκα χρησικτησίας στο πρόσωπο εκείνο που θα αποδείξει αδιαφιλονίκητη και αδιάλειπτη εχθρική κατοχή τέτοιας ιδιοκτησίας από τον ίδιο ή από τους προκατόχους του για περίοδο 30 τουλάχιστον χρόνων. Περιλαμβάνει, επίσης, δύο επιφυλάξεις. Θα αναφερθώ μόνο στην πρώτη. Σύμφωνα με αυτήν οι πρόνοιες του άρθρου δεν επηρεάζουν την περίοδο χρησικτησίας αναφορικά με οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία που άρχισε πριν την 1.9.46 και όλα τα θέματα που αφορούν την χρησικτησία κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου θα ρυθμίζονται όχι σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 10, αλλά σύμφωνα με τις πρόνοιες των νομοθετημάτων που καταργήθηκαν με το άρθρο 10, δηλαδή εκείνες του Οθωμανικού Δικαίου. Το άρθρο 10 του Νόμου δεν έχει αναδρομική ισχύ. Στην υπόθεση Χρίστου Χ΄΄Λοίζου Στόκκα ν. Χριστίνας Αργυρού Σολωμή
(1956)21 CLR 209 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι όπου η παραγραφή αφορά ακίνητη ιδιοκτησία μη εγγεγραμμένη αν η περίοδος άρχισε πριν την 1.9.46 όλα τα σχετικά με την παραγραφή θέματα, συμπεριλαμβανομένης της χρονικής της διάρκειας, καθορίζονται από τον παλαιό Νόμο ανεξάρτητα αν η περίοδος παραγραφής έχει συμπληρωθεί ή όχι πριν την 1.9.46. Η ίδια αρχή επαναλήφθηκε στην μεταγενέστερη υπόθεση Χριστοφή Γιαννή Δίπλαρου ν. Φωτούς Νικόλα
(1974)1 CLR 198. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί ότι σύμφωνα με το Οθωμανικό Δίκαιο η περίοδος χρησικτησίας δεν ήταν η ίδια για όλες τις κατηγορίες της γης. Για παράδειγμα, για τα κτήματα απόλυτης ιδιοκτησίας γνωστά ως Μουλκ ή Μεμλουκέ η περίοδος παραγραφής ήταν 15 χρόνια, ενώ για τα δημόσια κτήματα γνωστά ως Αραζί Μιριέ η περίοδος παραγραφής ήταν 10 χρόνια. Παρατίθενται επιγραμματικά οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να πετύχει κάποιος σε απαίτηση που στηρίζεται στην χρησικτησία: το πρόσωπο που διεκδικεί την απόκτηση τίτλου στην βάση εχθρικής κατοχής πρέπει να είναι μη δικαιούμενο πρόσωπο. Μη δικαιούμενο πρόσωπο είναι το πρόσωπο που δεν αντλεί δικαίωμα κυριότητας είτε από αγορά, είτε από κληρονομία της επίδικης περιουσίας το μη δικαιούμενο πρόσωπο πρέπει να έχει κατοχή της επίδικης περιουσίας. Η έννοια της κατοχής προϋποθέτει όπως το μη δικαιούμενο πρόσωπο κάνει όλες τις πράξεις που συνθέτουν την κατοχή που η φύση της ακίνητης ιδιοκτησίας επιτρέπει. Πρέπει να υπάρχει κατοχή και ουσιαστική χρήση όλης της έκτασης της επίδικης περιουσίας αποκλειστικά από το μη δικαιούμενο πρόσωπο με τρόπο και σε βαθμό που να αποκλείει τον ιδιοκτήτη από οποιαδήποτε κατοχή ή χρήση της ίδιας περιουσίας στην κατοχή πρέπει να υπάρχει το animus domini, δηλαδή, η κατοχή πρέπει να ασκείται με τρόπο που να φανερώνει την ύπαρξη δικαιώματος κυριότητας πάνω σε αυτή. Η όλη συμπεριφορά του προσώπου που ασκεί την κατοχή θα πρέπει να είναι συμπεριφορά ιδιοκτήτη. Τέλος, η κατοχή από το μη δικαιούμενο πρόσωπο πρέπει να είναι εχθρική (adverse), αδιαφιλονίκητη (undisputed) και αδιάλειπτη (uninterrupted). Θα εστιάσω στην τέταρτη προϋπόθεση. Αναφορικά με τον ορισμό της εχθρικής κατοχής υπάρχει νομοθετική διάταξη τόσο στον παλιό όσο και στον νέο Νόμο. Το άρθρο 1 του Περί Παραγραφής Ακίνητης Περιουσίας Νόμου Αρ. 4 του 1886 που βρισκόταν σε ισχύ από το 1886 μέχρι το 1946 προνοεί ότι «εχθρική κατοχή» σημαίνει κατοχή από μη δικαιούμενο πρόσωπο χωρίς να έχει προηγουμένως δοθεί ή ληφθεί η ρητή συναίνεση ή άδεια του δικαιούχου. Επομένως, σύμφωνα με το Οθωμανικό Δίκαιο το οποίο τροποποιήθηκε στο σημείο αυτό από τον Νόμο 4 του 1886 εχθρική κατοχή μπορεί να υπάρξει έστω και αν υπάρχει εξυπακουόμενη συγκατάθεση του δικαιούχου. Το άρθρο 2 του Νόμου 26/45, τώρα Κεφ. 224, προνοεί ότι «εχθρική κατοχή» σημαίνει κατοχή από μη δικαιούμενο πρόσωπο χωρίς να έχει προηγουμένως παραχωρηθεί ή εξασφαλισθεί η ρητή ή εξυπακουόμενη συναίνεση ή άδεια του δικαιούχου. Όπως φαίνεται από το περιεχόμενο των δύο άρθρων και όπως έχει επισημανθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αγάθη Χαραλάμπους ν. Ιωάννη Ιωαννίδη
(1969)1 CLR 72 ο ορισμός τον οποίο δίνουν τα δύο άρθρα στον όρο έχθρική κατοχή είναι ουσιαστικά ο ίδιος με μόνη την διαφορά ότι στον νέο Νόμο γίνεται, επίσης, λόγος για εξυπακουόμενη συναίνεση εκτός από την ρητή συναίνεση ή άδεια. Σύμφωνα με τον Νόμο Αρ. 4 του 1886, ο οποίος τροποποίησε τον Οθωμανικό Νόμο, εχθρική κατοχή μπορεί να υπάρξει έστω και αν υπάρχει εξυπακουόμενη συγκατάθεση του δικαιούχου. Πάντως, ούτε σύμφωνα με τον παλιό, ούτε σύμφωνα με τον νέο Νόμο δεν υπάρχει εχθρική κατοχή αν υπάρχει η ρητή συγκατάθεση ή άδεια του δικαιούχου. Στην υπό εξέταση περίπτωση καμία μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε από την πλευρά των Εφεσειόντων αναφορικά με το καθεστώς κάτω από το οποίο ασκείτο η παλαιά δίοδος. Συναφώς καμία μαρτυρία δεν δόθηκε προς την κατεύθυνση και τίποτα στην δοθείσα μαρτυρία δεν υπάρχει που να συνηγορεί με συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε η ρητή συναίνεση ή άδεια των ιδιοκτητών ή δικαιούχων του τεμαχίου 287 ώστε η κατοχή να μπορεί να λογίζεται ως εχθρική σύμφωνα με το το Οθωμανικό Δίκαιο που όπως φαίνεται σύμφωνα με τα όσα ανωτέρω αναφέρονται είναι το δίκαιο που διέπει την περίπτωση αφ' ης στιγμής η κατοχή άρχισε να ασκείται πριν από 100 και περισσότερα χρόνια. Το βάρος ήταν στους ώμους των Εφεσειόντων να αποδείξουν ότι η κατοχή ήταν χωρίς μια τέτοια συναίνεση. Οι Εφεσείοντες απέτυχαν, όμως, να αποδείξουν κάτι τέτοιο. Βεβαίως, αν υπήρχε μόνο εξυπακουόμενη συναίνεση ή άδεια στην βάση και πάλι του Οθωμανικού Δικαίου δεν θα υπήρχε εμπόδιο στην στοιχειοθέτηση εχθρικής κατοχής, αν και θα υπήρχε πρόβλημα στην βάση του άρθρου 10 του Νόμου αφ' ης στιγμής η εξυπακουόμενη συναίνεση αποκλείει την στοιχειοθέτηση εχθρικής κατοχής. Μόνο που κάτι τέτοιο, ήτοι ότι η συναίνεση ήταν εξυπακουόμενη, και πάλι δεν καταδείχθηκε από την πλευρά των Εφεσειόντων. Επομένως, από την κατοχή δεν αποδείχθηκε ότι υπάρχει το στοιχείο της εχθρικότητας που είναι, όπως από τα πιο πάνω προκύπτει, απαραίτητο συστατικό της χρησικτησίας. Η μη ενασχόληση μου με τυχόν οποιαδήποτε μη συναίνεση στην κατοχή δεν είναι χωρίς αποχρώντα λόγο καθότι όπως από την μαρτυρία της Εφεσίβλητης 2 με ενάργεια συνάγεται η χρήση της διόδου όλα αυτά τα χρόνια ήταν με την συναίνεση των ιδιοκτητών του τεμαχίου 287. Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω ότι η θέση που με την αίτηση/έφεση προωθείται ότι, δηλαδή, οι Εφεσείοντες όφειλαν με αγωγή να εξασφαλίσουν εγγραφή δικαιώματος διόδου σε βάρος του τεμαχίου 287 και στα πλαίσια της αγωγής αυτής να ζητήσουν διάταγμα κατεδάφισης του τοίχου και διάταγμα που να απαγορεύει στην ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 287 να εμποδίζει τους Εφεσίβλητους από του να χρησιμοποιούν την παλαιά δίοδο και ότι για τον λόγο ότι δεν έπραξαν έτσι δεν νομιμοποιούνται να αιτούνται ή ότι αδικαιολόγητα και παράλογα αξιώνουν την παραχώρηση διόδου από γειτονικά τεμάχια δεν ευσταθεί. Συνεπώς η μη έγερση αγωγής από τους Εφεσείοντες προς τον πιο πάνω σκοπό δεν αποτελεί παράλειψη εντός της έννοιας του άρθρου 11( Α)
(3)του Νόμου ώστε οι Εφεσείοντες να μην έχουν υποχρέωση να παραχωρήσουν δίοδο. Ακολουθεί ότι αφ' ης στιγμής οι Εφεσείοντες δεν εδύναντο να κατοχυρώσουν την δίοδο που απολάμβαναν στην βάση της χρησικτησίας η ανέγερση του τοίχου από την ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 287 στο μέρος της διόδου και, κατ' επέκταση, η παρεμπόδιση της διόδου από την ανέγερση του τοίχου δεν ήταν παράνομες. Αναφορικά με τον καθορισμό της διόδου από τον Διευθυντή αναφέρονται τα ακόλουθα. Ο Γεωργιάδης με την διά ζώσης μαρτυρία του προτείνει την κατεδάφιση μέρους του τοίχου ώστε να δημιουργηθεί ξανά η δίοδος που κατά τα παρελθόντα έτη το δεσπόζον ακίνητο απολάμβανε ή μέρος αυτής. Η Θεοχάρους εξέτασε την πιο πάνω λύση πλην όμως την απέρριψε για τον λόγο ότι δεν εξυπηρετούσε τις ανάγκες των Εφεσίβλητων αφ' ης στιγμής οι Εφεσίβλητοι αιτήθηκαν την παραχώρηση διόδου για οικιστικούς σκοπούς και σύμφωνα με την επί τόπου κατάσταση όπως αυτή υφίσταται δεν θα μπορούσε να παραχωρηθεί δίοδος από το τεμάχιο 278 με πλάτος 3,65 μέτρα ως οι Εφεσίβλητοι είχαν αιτηθεί. Σχετικό είναι και το Τεκμήριο Ζ σύμφωνα με το οποίο, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, ο λόγος που ο Διευθυντής δεν παραχώρησε δίοδο από το τεμάχιο 287 ήταν γιατί ήταν αδύνατο από το εν λόγω τεμάχιο να καθορισθεί δίοδος με το αιτούμενο πλάτος των 3,65 μέτρων αφού αυτό είχε αξιοποιηθεί οικιστικά και ο ελεύθερος χώρος δεν ικανοποιούσε τις ανάγκες της αίτησης των Εφεσίβλητων. Σύμφωνα, επίσης, με την Θεοχάρους το πλάτος 3,65 μέτρων είναι το πλάτος που απαιτεί η Πολεοδομία για οικιστικούς σκοπούς. Και αυτό είναι που δίνει και η ίδια στις περιπτώσεις εκείνες που ζητείται δίοδος για τέτοιους σκοπούς σύμφωνα και με οδηγίες του γραφείου της. Με δεδομένη την θέση και το επάγγελμα της μάρτυρος, την γνώση και την ενημέρωση που αυτή λαμβάνει ως εκ της πιο πάνω θέσης και ιδιότητάς της κρίνω ασφαλές να δεχθώ και δέχομαι τα όσα αυτή ανέφερε αναφορικά με τις απαιτήσεις της Πολεοδομίας για το πλάτος διόδου για οικιστικούς σκοπούς. Η περί του αντιθέτου θέση του κύριου Κορακίδη δεν τεκμηριώθηκε με μαρτυρία και αφέθηκε στην σφαίρα των υποβολών. Αξίζει να σημειωθεί ότι όταν τέθηκε και στον Γεωργιάδη η πιο πάνω θέση από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εφεσίβλητων αυτός δεν την αρνήθηκε. Ο λόγος που ο Γεωργιάδης εν τέλει δεν πήρε θέση για το αν κατά πόσο το πλάτος των 5 ποδών που είχε η παλαιά δίοδος ήταν ανεπαρκές για ανάπτυξη και αξιοποίηση του δεσπόζοντος ακινήτου φρονώ πως δεν είναι γιατί δεν γνώριζε ποιες είναι οι επί του προκειμένου απαιτήσεις της Πολεοδομίας ή γιατί δεν συμφωνούσε με τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εφεσίβλητων ως προς αυτές. Κάτι τέτοιο δεν συνάγεται από την μαρτυρία του. Αλλά γιατί, όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε, δεν γνώριζε το πλάτος της παλαιάς διόδου. Τουναντίον, σύμφωνα με την ένορκό του δήλωση είχε διατελέσει διευθυντής του Κτηματολογίου και αναμενόμενο είναι να είχε γνώση και, μάλιστα, πλήρη γνώση επί του προκειμένου ζητήματος. Φρονώ δε πως αν δεν συμφωνούσε θα καθόριζε την θέση του ανάλογα. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως το γεγονός ότι ο μάρτυρας δεν τοποθετήθηκε στην θέση που του τέθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εφεσίβλητων καταδεικνύει ότι συμφωνεί με αυτήν και συνάδει με την θέση της Θεοχάρους. Αναφύεται, όμως, το ερώτημα πόσο γνήσιο είναι το αίτημα των Εφεσίβλητων για δίοδο για οικιστικούς σκοπούς. Σε κανένα σημείο της κοινής ένορκης δήλωσης των Εφεσίβλητων δεν αναφέρεται ρητά ότι οι Εφεσίβλητοι προτίθενται να αναπτύξουν το δεσπόζον ακίνητο. Ό,τι μόνο επί του προκειμένου οι Εφεσίβλητοι αναφέρουν είναι ότι «η δήλωση πολιτικής και η εντολή του Υπουργού Εσωτερικών απαιτεί για την αξιοποίηση ακινήτου την ύπαρξη πρόσβασής του σε δημόσιο δρόμο πλάτους τουλάχιστον 3,65 μέτρα και το προϋπάρχον δικαίωμα διάβασης να ήταν εγγεγραμμένο ήταν ανεπαρκές...». Και αν ακόμα η πιο πάνω δήλωση ήθελε θεωρηθεί ότι υποδηλοί έστω και εξυπακουόμενα πρόθεση από μέρους των Εφεσίβλητων για ανάπτυξη του δεσπόζοντος ακινήτου τα όσα πιο κάτω εντοπίζονται από την μαρτυρία της Εφεσίβλητης 2 καταρρίπτουν την οποιαδήποτε εξυπακουόμενη πρόθεση των Εφεσίβλητων προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ευθύς εξ' αρχής ότι η Εφεσίβλητη 2 αντεξεταζόμενη δεν έκανε καμία νύξη σε προτιθέμενη ανάπτυξη από μέρους της ή του Εφεσίβλητου 1 του δεσπόζοντος ακινήτου. Ό,τι δε μόνο αυτή ανέφερε ήταν τα ακόλουθα: έχει παράπονο από την συμπεριφορά της ιδιοκτήτριας του τεμαχίου 278 να ανεγείρει τοίχο στο μέρος της διόδου αφού με τον φραγμό της διόδου εμποδίζεται αυτή, ο Εφεσίβλητος 1 και η μητέρα της από του να εισέρχονται, προδήλως, πεζοί, εντός του δεσπόζοντος ακινήτου όπως, δηλαδή, συνήθιζαν να κάνουν πριν τον φραγμό της διόδου όταν η ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 287 ανήγειρε τον τοίχο στο μέρος της διόδου ο αδελφός της κατήγγειλε την πιο πάνω ενέργεια της ιδιοκτήτριας στην Αστυνομία καθότι ο τελευταίος και η ίδια είχαν παράπονο που η Κατίνα τους έφραξε την δίοδο. Το παράπονο εστιαζόταν στο ότι με τον φραγμό της διόδου τους αποστερήθηκε η δίοδος προς το δεσπόζον ακίνητο και ιδιαίτερα στην μητέρα της η δυνατότητα να έχει πρόσβαση στο πατρικό της σπίτι. Διερωτάται, επίσης, πού θα έμενε αυτή και η μητέρα της αν η ίδια δεν κατοικούσε και δεν είχε σπίτι στην Πάφο έχει, επίσης, παράπονο που ένεκα του φραγμού της διόδου δεν έχει την δυνατότητα να καθαρίσει το σπίτι που βρίσκεται εντός του δεσπόζοντος ακινήτου αν η Κατίνα δεν έκτιζε τον τοίχο θα μπορούσε να πηγαίνει στο δεσπόζον ακίνητο με την αίτηση που αυτή και ο Εφεσίβλητος 1 υπέβαλαν στο Κτηματολόγιο ζητούσαν την παραχώρηση της παλαιάς διόδου. Όπως χαρακτηριστικά δηλωσε με την εν λόγω αίτηση ζητούσαν να περνούν από εκεί που περνούσαν για τόσα χρόνια. Καθίσταται έκδηλο από τους πιο πάνω ισχυρισμούς της Εφεσίβλητης 2 ότι ό,τι οι Εφεσίβλητοι αποσκοπούσαν με την αίτησή τους στο Κτηματολόγιο δεν ήταν η παραχώρηση διόδου για οικιστικούς σκοπούς, αλλά η αναβίωση της παλαιάς διόδου και της δυνατότητας να περνούν μέσω του τεμαχίου 287 όπως οι Εφεσίβλητοι συνήθιζαν να κάνουν για σειρά ετών. Εξ' ου και η ουσία των παραπόνων των Εφεσίβλητων και των καταγγελιών στην Αστυνομία. Επιστέγασμα αυτού του συμπεράσματος κρίνω πως είναι ο ισχυρισμός της Εφεσίβλητης 2 που εκτίθεται στην παράγραφο 5 ανωτέρω και σύμφωνα με τον οποίο ό,τι με την αίτηση τους στο Κτηματολόγιο οι Εφεσίβλητοι ζητούσαν ήταν την αναβίωση της παλαιάς διόδου και, επομένως, όχι την παραχώρηση διόδου για οικιστικούς σκοπούς. Η υπό συζήτηση δήλωση της Εφεσίβλητης 2 διαψεύδει το γνήσιο του αιτήματος για πλάτος 3,65 μέτρων. Σημαντικό είναι, επίσης, να αναφερθεί ότι όταν η Εφεσίβλητη 2 ρωτήθηκε για τον ισχυρισμό της περί της δήλωσης πολιτικής δεν τον υποστήριξε. Και ουδόλως τον προώθησε με το να επιβεβαιώσει ό,τι εξυπακουόμενα από αυτόν, όπως ενωρίτερα αναφέρθηκε, προκύπτει. Ότι, δηλαδή, πρόθεση των Εφεσίβλητων είναι η οικιστική ανάπτυξη του δεσπόζοντος ακινήτου. Ό,τι δε επί του προκειμένου ανέφερε είναι ότι δεν αντιλαμβανόταν τι με αυτόν εννοούσε. Τέλος, υποδεικνύεται ότι δεν καταδείχθηκε να υποβλήθηκε οποιαδήποτε αίτηση στην αρμόδια αρχή από τους Εφεσίβλητους για ανάπτυξη. Φρονώ πως αν οι Εφεσίβλητοι είχαν γνήσια πρόθεση για ανάπτυξη του δεσπόζοντος ακινήτου θα προέβαιναν στο πιο πάνω διάβημα, κάτι το οποίο δεν έπραξαν. Και που επιβεβαιώνει το πιο πάνω διατυπωθέν συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η παραχώρηση διόδου με πλάτος αυτό που αιτήθηκαν οι Εφεσίβλητοι. Σημειώνεται χωρίς σε αυτό να προσδίδεται οποιαδήποτε βαρύτητα ότι δεν αποκλείεται ο πραγματικός και μοναδικός λόγος για τον οποίο οι Εφεσίβλητοι απαίτησαν δίοδο πλάτους 3,65 μέτρων να είναι το ότι τέτοιο πλάτος τους χρειάζεται για να εισέρχονται εντός δεσπόζοντος με το αυτοκίνητο υποπτευόμενοι ότι η δίοδος θα καθορίζετο μέσω των δουλεύοντων ακινήτων και, κατά συνέπεια, θα ήταν μεγάλη σε μήκος. Προκύπτει, επίσης, με ενάργεια από την μαρτυρία της Θεοχάρους ότι το χάλασμα του τοίχου ή μέρους αυτού με σκοπό όπως η δίοδος, η οποία χρησιμοποιείτο για σειρά ετών από τους Εφεσίβλητους, ή μέρος της, ήτοι σε μικρότερη έκταση ή πλάτος, επανέλθει δεν είναι μια ανέφικτη λύση. Αν και δεν μου διαφεύγει, για σκοπούς και μόνο περάσματος με τα πόδια. Κάτι το οποίο προκύπτει και από το Τεκμήριο Ζ στο περιεχόμενο του οποίου έγινε ήδη αναφορά πιο πάνω. Συναφώς σημειώνεται ότι στο εν λόγω τεκμήριο δεν αναφέρεται ότι ο τοίχος δεν μπορεί να χαλασθεί γιατί, για παράδειγμα, είναι τοίχος ενσωματωμένος με την κατοικία. Τουναντίον και όπως προκύπτει από την μαρτυρία του Γεωργιάδη πρόκειται για περίφραξη, αφού ο Γεωργιάδης προσδιόρισε το ύψος του στο 1,5 μέτρο. Κάτι το οποίο επιβεβαιώνεται και με την μαρτυρία της Θεοχάρους η οποία αναφερόμενη στον τοίχο ρητά δήλωσε ότι πρόκειται για περίφραξη. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εφεσίβλητων δεν αμφισβήτησε τον Γεωργιάδη επί το ότι είναι ανέφικτο ή αδύνατο να χαλασθεί ο τοίχος για λόγους τεχνικούς ή οποιουσδήποτε άλλους. Περιορίσθηκε μόνο να υποβάλει στον Γεωργιάδη ότι η λύση μέσω κατεδάφισης ή χαλάσματος του τοίχου προκαλεί περισσότερη ζημία και οχληρία παρά η λύση μέσω καθορισμού διόδου επί της γης. Αλλά και στην τελική του αγόρευση ο κύριος Ευθυμίου καμία αναφορά δεν κάνει σε αδυναμία κατεδάφισης του τοίχου ή μέρους του προς επαναφορά της διόδου. Ό,τι μόνο έθιξε προς υποστήριξη της θέσης του Διευθυντή ότι δίοδος δεν θα μπορούσε να δοθεί από το τεμάχιο 287 είναι ότι η παλαιά δίοδος ήταν ανεπαρκής σε πλάτος για να ικανοποιήσει τις ανάγκες των Εφεσίβλητων. Τέλος, ούτε από την αιτιολογημένη απόφαση προκύπτει ότι είναι ανέφικτο να χαλασθεί ο τοίχος. Ό,τι στην παράγραφο 14Α της αιτιολογημένης απόφασης αναφέρεται ως καταληκτικός λόγος γιατί δεν «μπορούσε να αποκτηθεί δικαίωμα διάβασης από το τεμάχιο 287» είναι γιατί «η ιδιοκτήτριά του ανήγειρε διώροφο οικοδομή στο κτήμα της και παρέμεινε ελάχιστο πλάτος προς τα γειτονικά τεμάχια με αριθμούς 501 και 288 το οποίο δεν ικανοποιούσε τις ανάγκες των εφεσίβλητων για οικιστική ανάπτυξη». Θεωρώ δε σε συμφωνία με τον Γεωργιάδη ότι λιγότερη οχληρία και ζημιά θα προκληθεί στο τεμάχιο 278 από μια τέτοια λύση παρά την ζημιά και την οχληρία που θα προκληθεί στα δουλεύοντα ακίνητα με την λύση που καθόρισε ο Διευθυντής η οποία ως εκ των πιο πάνω προκύπτει και δη τα όσα σχετικά με το πλάτος της διόδου αναφέρθηκαν είναι αχρείαστη για τους Εφεσίβλητους. Όπως ο Γεωργιάδης ανέφερε η δίοδος που για τόσα χρόνια απολάμβανε το δεσπόζον ακίνητο είναι μικρή σε μήκος. Από τον δημόσιο δρόμο που συνορεύει με το τεμάχιο 278 μέχρι το δεσπόζον ακίνητο είναι μόνο 20 μέτρα. Σε αντίθεση με την δίοδο που καθόρισε ο Διευθυντής η οποία είναι πολύ μεγαλύτερη και όχι ευθεία. Επίσης, η δίοδος μέσω του τεμαχίου 278 δεν θα είναι κάτι καινούργιο για το τεμάχιο 278. Όπως πολλάκις αναφέρθηκε το δεσπόζον ακίνητο απολάμβανε δίοδο μέσω του τεμαχίου 278 από εκατονταετίας. Επίσης, το τεμάχιο 504 υπόκειται σε ιδιαίτερη ζημία καθότι η υπό του Διευθυντή καθορισθείσα δίοδος καλύπτει πέραν του 50% του εμβαδού του και συγκεκριμένα 112 τετραγωνικά μέτρα με αποτέλεσμα να παραμένουν ωφέλιμα μόνο 90 τετραγωνικά μέτρα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην μπορεί ο Εφεσίων 1 να χρησιμοποιήσει τον συντελεστή δόμησης του 70% και, έτσι, να ζημιώνει στο θέμα ανάπτυξη και, κατ' επέκταση, στο θέμα εκμετάλλευση αφού τυχόν πώληση του τεμαχίου με τα πιο πάνω δεδομένα καθίσταται ιδιαίτερη δύσκολη και ακόμα πιο δύσκολη αν αναλογισθεί κανείς ότι το αναφερόμενο τεμάχιο είναι περίκλειστο και με την υπό του Διευθυντή καθορισθείσα δίοδο θα βαρύνεται με δικαίωμα διάβασης που θα επηρεάζει μεγαλύτερο από το ήμισυ του εμβαδού του. Υπό το φως των όσων ανωτέρω αναφέρθηκαν η απόφαση του Διευθυντή να καθορίσει δίοδο μέσω των δουλεύοντων ακινήτων καθώς και του τεμαχίου με αριθμό 285 κρίνεται υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων λανθασμένη. Δεν μου διαφεύγει ότι ένας σημαντικός λόγος για τον οποίο η κτηματολογική λειτουργός καθόρισε την δίοδο όπως την καθόρισε ήταν γιατί όπως και η ίδια υποστήριξε ενήργησε στην βάση του ότι το αίτημα των Εφεσίβλητων ήταν για παραχώρηση διόδου πλάτους 3,65 μέτρων. Και ότι δεν μπορούσε παρά να καθορίσει δίοδο στην βάση του πιο πάνω αιτήματος. Στην βάση δε του πιο πάνω αιτήματος η μόνη δίοδος που μπορούσε να καθορίσει σύμφωνα με την ίδια ήταν η δίοδος που καθόρισε. Κάτι το οποίο, αξίζει να σημειωθεί, δεν αμφιβητήθηκε από την πλευρά των Εφεσειόντων. Αφού άλλη εναλλακτική λύση με πλάτος που να ικανοποιεί τις απαιτήσεις των Εφεσίβλητων δεν προτάθηκε από πλευράς τους. Εκεί δε που ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εφεσειόντων αντεξετάζοντας την Θεοχάρους εστίασε ήταν στην ορθότητα της ενέργειάς της να καθορίσει δίοδο με πλάτος αυτό που οι Εφεσίβλητοι ζητούσαν με την αίτησή τους με την Θεοχάρους να υποστηρίζει ότι αυτό είναι το πλάτος που απαιτείται από την Πολεοδομία και που σύμφωνα με οδηγίες του γραφείου της δίνει σε περιπτώσεις παραχώρησης διόδου για οικιστικούς σκοπούς. Φρονώ πως η Θεοχάρους δεν μπορούσε να αρνηθεί να δώσει δίοδο του πλάτους που οι Εφεσίβλητοι είχαν ζητήσει. Αφ' ης στιγμής στην αίτησή τους οι Εφεσίβλητοι είχαν δηλώσει ότι απαιτούσαν δίοδο για οικιστικούς σκοπούς. Αυτό ήταν και που αντεξεταζόμενη από τον κύριο Κορακίδη αυτή διαλαλούσε. Ότι αφ' ης στιγμής είχε αυτό το αίτημα έπρεπε και να το ικανοποιήσει. Σε αντίθετη περίπτωση ο Διευθυντής θα ενεργούσε ως εάν είχε διακριτική ευχέρεια να δεχθεί ή να απορρίψει πλάτος και να δώσει τέτοιο πλάτος που κατά την κρίση του και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις. Μόνο που φρονώ ότι μια τέτοια εξουσία δεν κέκτηται ο Διευθυντής αλλά μόνο το Δικαστήριο. Επομένως, κρίνω ότι για τον πιο πάνω λόγο και στον βαθμό που αυτός επηρεάζει την απόφασή της η παρούσα περίπτωση δεν είναι η περίπτωση που η κτηματολογική λειτουργός έλαβε υπόψη παράγοντες που δεν έπρεπε να λάβει υπόψη ή η περίπτωση που η κτηματολογική λειτουργός δεν έλαβε υπόψη παράγοντες που έπρεπε να λάβει υπόψη. Όπως, όμως, και να' χει η απόφαση του Διευθυντή υπό το φως των όσων ανωτέρω υποδείχθηκαν δεν κρίνεται η προσφορότερη ή αυτή που προκαλεί την μικρότερη ζημιά και οχληρία. Γι' αυτό και θα πρέπει να παραμερισθεί. Υπό το φως των πιο πάνω η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος παρελκύει. Όπως ενωρίτερα αναφέρθηκε το Δικαστήριο στα πλαίσια της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας δυνάμει του άρθρου 80 του Νόμου εξετάζει κατά πόσο η απόφαση του Διευθυντή είναι νόμιμη και ορθή στην ουσία της. Όταν υπάρχουν όλα τα στοιχεία το Δικαστήριο μπορεί να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του και να εκδώσει οποιαδήποτε διαταγή κρίνει δίκαιη. Γι' αυτό και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου δεν περιορίζεται μόνο στον έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης αλλά επεκτείνεται και στην ορθότητά της καθώς και στις ρυθμίσεις των δικαιωμάτων των διαδίκων με γνώμονα το δίκαιο (Βλ. Kafieros v. Theocharous
(1978)1 CLR 619, Peyiotis v. Polemides
(1982)1 CLR 442, Αθανάση κ.ά. ν. Χατζημάμα κ.ά.
(1990)1 ΑΑΔ 208 και Κουμής ν. Κούντουρου
(1992)1 ΑΑΔ 1312). Όταν, όμως, το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιόν του όλα τα στοιχεία που θα παρείχαν την δυνατότητα σε αυτό να υποκαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του διατάσσει την διεξαγωγή νέας επιτόπιας εξέτασης (Βλ. Peyiotis v. Polemides
(1982)1 CLR 442 και Παύλου κ.ά. ν. Νεοφύτου
(1995)1 ΑΑΔ 973). Πράγμα που προτίθεμαι να διατάξω. Συνακόλουθα η αίτηση/έφεση επιτυγχάνει και η απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 12.2.10 παραμερίζεται και ακυρώνεται με έξοδα υπέρ των Αιτητών / Εφεσειόντων και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 / Εφεσίβλητων 1 και 2 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Διατάσσεται η διεξαγωγή νέας επιτόπιας εξέτασης. (Υπ.) ............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Παραχώρηση Διόδου Subject: Civil / Other Actions / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο