MICHAEL FRANK DYER κ.α. ν. CHR. CHRISTOFOROU ESTATES LTD, Αρ. Αγωγής: 26/08, 28/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A97 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 26/08 Μεταξύ:
- MICHAEL FRANK DYER από την Αγγλία
- BRIDGET ANN FLORENCE DYER από την Αγγλία Εναγόντων και CHR. CHRISTOFOROU ESTATES LTD από την Γιόλου Εναγομένων ------------------------ Ημερομηνία: 28.5.2015 Αίτηση για τροποποίηση του τίτλου της Αγωγής, ημερ. 14.11.14 Για Ενάγοντες-Αιτητές: κα Μ. Τιμοθέου για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου ΔΕΠΕ (ν΄ ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενους-Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Χ. Παπαλλάς για Μάντης και Αθηνοδώρου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι Ενάγοντες αιτούνται την τροποποίηση του τίτλου της Αγωγής με την αντικατάσταση του ονόματος της Εναγόμενης Εταιρείας με το Λεωνίδα Κίμωνος, ως εκκαθαριστή της περιουσίας της καθώς και διάταγμα που να επιτρέπει την εκτέλεση της απόφασης ημερ. 10.12.09 με τα νέα δεδομένα που θα προκύψουν από την τροποποίηση του τίτλου της Αγωγής. Σημειώνεται ότι η παρούσα περίπτωση παρουσιάζει την ιδιομορφία ότι η αίτηση τροποποίησης καταχωρήθηκε μετά σχεδόν πέντε χρόνια από την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης και όχι κατά τη διάρκεια εκκρεμοδικίας της Αγωγής, όπως γίνεται συνήθως. Η νομική βάση της αίτησης είναι τα άρθρα 209, 211(ε), 212(α), 213, 214, 220 και 222 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, η Δ.9, Δ.12, Δ.25, Δ.48 θ.1, 2, 4, 7 και 8
(1)(ρ) και Δ.64 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από την ένορκη δήλωση του κ. Κυριάκου Τ. Γεωργίου ημερ. 12.11.2014, δικηγόρου στο γραφείο του κ. Αντώνη Σ. Παπαντωνίου που εκπροσωπεί τους Αιτητές στην παρούσα διαδικασία. Όπως αναφέρει στην ένορκη του δήλωση εκδόθηκε μετά την καταχώρηση της Αγωγής, δηλαδή στις 29.4.2009, διάταγμα εκκαθάρισης της Εναγόμενης Εταιρείας στα πλαίσια της Αίτησης 80/08 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και ο Επίσημος Παραλήπτης διορίστηκε ως Παραλήπτης της Εναγόμενης (το σχετικό διάταγμα είναι το Τεκμήριο 1 της Ένορκης Δήλωσης). Στις 10.12.2009 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση στην υπό του ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή με την οποία διατάχθηκε η ειδική εκτέλεση της συμφωνίας ημερ. 5.4.2007, που αφορά στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 06631, τεμάχιο 553, Φύλλο/Σχέδιο 35/52 στη Γιόλου, της επαρχίας Πάφου και όπως ο Διευθυντής του Κτηματολογίου Πάφου προβεί σε μεταβίβαση του επ΄ ονόματι των Εναγόντων ανεξαρτήτως εμπραγμάτων βαρών (η απόφαση είναι το Τεκμήριο 2 της Ένορκης Δήλωσης). Είναι η εισήγηση του κ. Γεωργίου ότι κατά την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης οι πελάτες του αγνοούσαν την ύπαρξη του διατάγματος εκκαθάρισης της Εναγόμενης, ενώ οι δικηγόροι της Εναγόμενης τήρησαν σιγή περί του γεγονότος αυτού. Στην προσπάθεια των Εναγόντων εκτέλεσης της απόφασης ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Πάφου δι΄ επιστολής του ημερ. 21.5.14 (Τεκμήριο 4 της Ένορκης Δήλωσης) πληροφόρησε τους Ενάγοντες για το διορισμό του Επίσημου Παραλήπτη και τους κάλεσε να προβούν σε συγκεκριμένα διαβήματα για να καταστεί δυνατή η ειδική εκτέλεση της συμφωνίας, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων και τη τροποποίηση του τίτλου της Αγωγής. Εν τω μεταξύ στις 30.11.12 δυνάμει δικαστικού διατάγματος διορίστηκε ως εκκαθαριστής της Εναγόμενης ο Λεωνίδας Κίμωνος (Τεκμήριο 5 της Ένορκης Δήλωσης), εξού και η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Στις 2.10.14 εξασφαλίστηκε όμως από πλευράς Εναγόντων στα πλαίσια της Αίτησης 80/08 δικαστικό διάταγμα για συνέχιση της υπό του ως άνω αριθμόν και τίτλο Αγωγής εναντίον του Λεωνίδα Κίμωνος, ως εκκαθαριστή της Εναγόμενης (Τεκμήριο 6 της Ένορκης Δήλωσης). Καταλήγοντας ο κ. Γεωργίου εισηγείται ότι η τροποποίηση του τίτλου της Αγωγής δεν θα επιφέρει καμία αδικία ή βλάβη στην άλλη πλευρά ενώ η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι αναγκαία για το καθορισμό των πραγματικών διαδίκων και για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του κ. Λεωνίδα Κίμωνος, διευθύνοντα συμβούλου του Εκκαθαριστικού Οίκου "Leonidas Kimonos Services Ltd" και εκκαθαριστή της Εναγόμενης Εταιρείας από τις 30.11.12, ο οποίος προβάλλει τους εξής λόγους ένστασης: «
- Η παρούσα Αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου.
- Η καταχώρηση της παρούσας Αίτησης προσλαμβάνει την μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και κατάχρησης της διαδικασίας.
- Η παρούσα Αίτηση είναι αντικανονική και/ή αντίκειται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας καθ΄ ότι η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερομηνίας 14.11.2014 γίνεται από Δικηγόρο των Εναγόντων - Αιτητών.
- Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι αποτέλεσμα καλόπιστου λάθους και/ή αβλεψίας εκ μέρους των Αιτητών, αλλά προσπάθεια διάσωσης μιας λανθασμένης Αγωγής και/ή διαδικασίας που έπρεπε να ακολουθηθεί και δεν ακολουθήθηκε.
- Τυχόν έγκριση της παρούσας τροποποίησης θα οδηγήσει περιπλοκή των ζητημάτων που αφορούν την συγκεκριμένη υπόθεση αφού οι ενάγοντες προχώρησαν και εξασφάλισαν απόφαση εναντίον λανθασμένου προσώπου και/ή χωρίς να εξασφαλίσουν άδεια Δικαστηρίου αφού κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης είχε εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας και/ή είχε διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής και ως εκ τούτου καμιά αγωγή ή διαδικασία μπορούσε να αρχίσει ή να συνεχίσει χωρίς άδεια του Δικαστηρίου.
- Με την παρούσα Αίτηση, οι Ενάγοντες προσπαθούν να διορθώσουν το λάθος που είχαν διαπράξει κατά την έκδοση απόφασης ήτοι την μη εξασφάλιση άδειας για συνέχιση της διαδικασίας εναντίον εταιρείας για την οποία είχε εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής λάθος το οποίο προκαλεί απόλυτη ακυρότητα στην απόφαση η οποία έχει εκδοθεί.
- Δεν υπάρχουν και/ή δεν απεκαλύφθησαν επαρκείς λόγοι και/ή στοιχεία που να καταδεικνύουν το ουσιώδες και/ή την χρησιμότητα και/ή αναγκαιότητα των αιτούμενων τροποποιήσεων της υφιστάμενης Έκθεσης Απαίτησης.
- Οι Αιτητές δεν παρουσιάζουν εύλογη αιτία που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων τροποποίησης, η παρούσα Αίτηση δεν υποβάλλεται καλόπιστα και δεν αποσκοπεί στην διόρθωση και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.
- Οι Ενάγοντες Αιτητές δεν δικαιούνται να τροποποιήσουν ένα λάθος το οποίο σε καμιά των περιπτώσεων δεν θεραπεύεται αφού η μη λήψη άδειας κατά τον επίδικο χρόνο έκδοση της απόφασης και του γεγονότος ότι η εταιρεία τελούσε υπό καθεστώς εκκαθάρισης και/ή είχε διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής επιφέρει πλήρη ακυρότητα στην εκδοθείσα απόφαση.
- Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν δικαιολογούνται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπούν υπό τις περιστάσεις.
- Η αιτούμενη τροποποίηση που επιχειρείται θα επιτρέψει στους Ενάγοντες να εφαρμόσουν και/ή να εκτελέσουν την εκδοθείσα απόφαση και αυτό είναι έναντι των αρχών του δικαίου και της επιείκειας αφού η απόφαση είναι λανθασμένη.» Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του ίδιου του Κίμωνος, ημερ. 16.3.
- Ουσιαστικά με την ένορκη δήλωση του επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης δίνοντας περισσότερα στοιχεία, που επιβεβαιώνονται εξάλλου και από το φάκελο του Δικαστηρίου. Είναι εισήγηση του ότι η εκ συμφώνου απόφαση είναι άκυρη, εφόσον δεν είχε εξασφαλιστεί προηγουμένως η απαραίτητη άδεια του Δικαστηρίου για συνέχιση της Αγωγής, εξού και λαμβάνονται δικαστικά μέτρα για ακύρωση της απόφασης. Προς επιβεβαίωση του τελευταίου ισχυρισμού του επισύναψε στην Ένορκη Δήλωση του αντίγραφο του Κλητηρίου Εντάλματος στην Αγωγή 229/15 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με την οποία εξαιτείται ακύρωση της απόφασης ημερ. 10.12.
- Είναι της άποψης ότι εκείνο που επιζητείται με την παρούσα αίτηση είναι η νομιμοποίηση μιας λανθασμένης απόφασης. Καταλήγοντας εισηγείται ότι δεν είναι δυνατή η εκτέλεση μιας άκυρης απόφασης, που είναι αντίθετη με τη δικαιοσύνη. Η νομική βάση της ένστασης είναι η Δ.19 θ.θ.13, 14, 15 και 26, Δ.20, Δ.21 θ.15, Δ.64, Δ.48 θ.θ.1-13 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, το άρθρο 220 του Κεφ. 113 και η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Οι δικηγόροι των διαδίκων κατά την ακρόαση της αίτησης υποστήριξαν τις θέσεις τους με την καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων παραπέμποντας το Δικαστήριο και σε σχετική νομολογία. Ιδιαίτερη αναφορά στις επί μέρους εισηγήσεις τους θα γίνεται στα κατάλληλα σημεία. Στο στάδιο αυτό λόγω της φύσης της αίτησης κρίνω σκόπιμο να ανατρέξω στο ιστορικό της υπόθεσης όπως διαφαίνεται από το περιεχόμενο του Φακέλου. Από την έρευνα διαφάνηκε ότι η υπό την ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή καταχωρήθηκε επί Κλητηρίου Εντάλματος (Ο.2 r.1) στις 8.1.08 υπό των Εναγόντων εναντίον της Εναγόμενης Εταιρείας. Στις 23.1.08 καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους της Εναγόμενης και στις 26.3.08 η Έκθεση Απαίτησης με την οποία αξιώνοντο ειδική εκτέλεση της συμφωνίας ημερ. 5.4.07 που αφορά στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 06631 ή διαζευκτικά τη πληρωμή του ποσού των €512.580,43 ως αποζημιώσεις για παράβαση της συμφωνίας. Στις 4.6.08 καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση μαζί με Ανταπαίτηση ότι η συμφωνία έχει τερματιστεί γι΄ αυτό και θα πρέπει να διαγραφεί από το Κτηματολόγιο ή διαζευκτικά τη πληρωμή του ποσού των €96.581,68 πλέον τόκους. Αφού η Αγωγή αναβλήθηκε μερικές φορές για οδηγίες με σκοπό την εξώδικη διευθέτηση της, η Εναγόμενη Εταιρεία καταχώρησε στις 18.6.09 αίτηση για τροποποίηση του δικογράφου της και στις 8.7.09 εκδόθηκε σχετικό διάταγμα τροποποίησης εκ συμφώνου. Στις 31.7.09 καταχωρήθηκε η τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση και στις 7.9.09 η Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Ακολούθησε ο ορισμός της υπόθεσης για οδηγίες και στις 10.12.09 η έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης ως η παράγραφος 8(Α) της Απαίτησης, δηλαδή διάταγμα για ειδική εκτέλεση της επίδικης συμφωνίας. Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση επίδοσης που υπάρχει στο φάκελο της υπόθεσης η πιο πάνω απόφαση επιδόθηκε στο Κτηματολόγιο Πάφου στις 24.2.
- Το επόμενο βήμα που εντοπίζεται στο φάκελο είναι η καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Προτού προχωρήσω με την εξέταση της ουσίας της αίτησης κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ με το λόγο ένστασης που αφορά στην αντικανονικότητα της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, ότι δηλαδή αυτή έγινε από δικηγόρο και όχι από τους ίδιους τους Αιτητές. Η αρχή που καθιερώθηκε από τη νομολογία είναι ότι είναι ανεπιθύμητο δικηγόροι να προβαίνουν σε ένορκη δήλωση για λογαριασμό των πελατών τους. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Πέτρος Ζωγράφου κ.α. v. Drosoneri Farm Ltd, ECLI:CY:AD:2015:A362, Πολ. Έφεση 379/12, ημερ. 21.5.2015: «Παρά το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, η νομολογία μας δεν απαγορεύει την όμνυση από δικηγόρο σε περιπτώσεις, όπως η παρούσα, που ο ομνύων δεν χειρίζεται την υπόθεση, ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση (βλ. Dimitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82). Όπως έχει νομολογηθεί, «η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης..» (βλ. Investylia Public Company Ltd v. Τζοζεφίν Γαβριηλίδου, Πολιτική Έφεση 326/10, ημερομηνίας 13.6.2013).» Στην παρούσα περίπτωση, λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη τη φύση της αίτησης και τα εξής στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου: Ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε μετά την εκ συμφώνου απόφαση και μετά από διαβήματα του δικηγόρου των Εναγόντων για εκτέλεση της· ότι ο κ. Γεωργίου προβαίνει στην ένορκη δήλωση κατόπιν πληροφόρησης από τον κ. Παπαντωνίου, που προφανώς έχει και το χειρισμό της εκτέλεσης της απόφασης· και ότι από τον τίτλο της υπόθεσης διαφαίνεται ότι η διεύθυνση των Εναγόντων βρίσκεται στην Αγγλία. Ενόψει των ως άνω δεν βρίσκω οτιδήποτε το μεμπτό σε σχέση με την ένορκη δήλωση του κ. Γεωργίου. Το ζήτημα διαγραφής ή προσθήκης διαδίκων διέπεται από τη Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών η οποία αντιστοιχεί με τη Δ.16 θ.11 των παλιών Αγγλικών Κανονισμών. Οι πρόνοιες της Δ.9 Θ.10 υπήρξαν αντικείμενο εξέτασης σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπως στις υποθέσεις Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λτδ ν. Μηνά
(2003)1 ΑΑΔ 1818 και Οδυσσέως ν. Λαική Κυπριακή Τράπεζα
(2001)1 ΑΑΔ 1372. Όπως προκύπτει από τη Δ.9 θ.10 και νομολογία, το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική εξουσία να προβαίνει σε διαγραφή των ονομάτων διαδίκων που προστέθησαν λανθασμένα είτε ως ενάγοντες είτε ως εναγόμενοι ή σε προσθήκη διαδίκων των οποίων η παρουσία είναι αναγκαία και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές που αποσκοπούν στην αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων (βλ. Wilson v. Balcarres
(1893)1 Q.B. 422 C.A., Robinson v. Geisel
(1894)2 Q.B. 685 και McCheane v. Gyles (No. 2)
(1902)1 Ch. 911). Η αίτηση μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης ή ακόμη και μετά την απόφαση για όσο χρόνο παραμένει σε εκκρεμότητα οποιοδήποτε στοιχείο στην Αγωγή έστω και να αφορά μόνο στον υπολογισμό αποζημιώσεων (βλ. Annual Practice 1958, Τόμος 1, σελ. 345 και The Duke of Buccleuch
(1892)p.201). Το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται αιτήσεωv στη βάση της πιο πάνω Διαταγής δεν αποφασίζει επί των δικαιωμάτων των διαδίκων (βλ. Proctor v. Cheshire C.C.
(1891)W.N.43). Στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 37, σελ. 170, παραγρ. 225 αναφέρεται επίσης ότι η αίτηση για προσθήκη ή αντικατάσταση διαδίκου στη βάση της Αγγλικής Δ.16 θ.11 μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είτε πριν ή κατά την ακρόαση ή ακόμη και μετά την απόφαση αν παραμένει σε εκκρεμότητα ο υπολογισμός αποζημιώσεων και η απόφαση δεν έχει ακόμη συνταχθεί αλλά γενικά δεν μπορεί να γίνει μετά την απόφαση. Η Δ.9 θ.11 προνοεί περαιτέρω ότι στην περίπτωση προσθήκης ή υποκατάστασης Εναγόμενου, το Κλητήριο Ένταλμα θα πρέπει να τροποποιείται ανάλογα και ο Ενάγοντας να επιδώσει αντίγραφο του στο νέο Εναγόμενο με τον ίδιο τρόπο όπως θα διενεργείτο η επίδοση στον αρχικό Εναγόμενο και η διαδικασία της αγωγής να συνεχίζεται ως αν ο νέος Εναγόμενος να ήταν αρχικός Εναγόμενος. Θα πρέπει να υπάρχει σαφές αίτημα για συνένωση διαδίκου κατά πρώτο και μετά αίτημα για τροποποίηση δικογράφου. Στην παρούσα περίπτωση η αίτηση γίνεται μετά την απόφαση και αφορά σε τροποποίηση του τίτλου της Αγωγής και συνακόλουθα εκείνου της εκ συμφώνου απόφασης, ώστε να καταστεί εφικτή η εκτέλεση της. Ουσιαστικά εκείνο που επιζητείται με την παρούσα αίτηση είναι η νομιμοποίηση της διαδικασίας στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε η εκ συμφώνου απόφαση. Συνιστά κοινό έδαφος ότι δεν λήφθηκαν διαβήματα απ΄ οποιοδήποτε από τους διαδίκους, εκκρεμούσης της Αγωγής, για λήψη άδειας του Δικαστηρίου συνέχισης της διαδικασίας, ενόψει του διατάγματος εκκαθάρισης της Εναγόμενης Εταιρείας που προηγήθηκε της εκ συμφώνου απόφασης. Τέτοια διαβήματα λήφθηκαν εκ των υστέρων με αποτέλεσμα την έκδοση σχετικού διατάγματος ημερομηνίας 2.10.2014. Η πιο πάνω διαδικασία προβλέπεται από το άρθρο 220 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 που είναι το εξής: «220. Όταν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής, καμιά αγωγή ή διαδικασία συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της εταιρείας εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει.» Παραθέτω επίσης αυτούσιο το άρθρο 222
(1)
(2)του ιδίου Νόμου: «222.—
(1)Για τους σκοπούς του Νόμου αυτού στην έκταση που αναφέρεται στην εκκαθάριση εταιρειών από το Δικαστήριο, ο όρος "επίσημος παραλήπτης" σημαίνει τον Επίσημο Παραλήπτη και Έφορο και περιλαμβάνει οποιοδήποτε πρόσωπο που διορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο για το σκοπό αυτό.
(2)Οποιοδήποτε τέτοιο άλλο πρόσωπο καλείται, για τους σκοπούς των καθηκόντων του με βάση το Νόμο αυτό, "ο επίσημος παραλήπτης" και τηρουμένων των οδηγιών του Επίσημου Παραλήπτη και Εφόρου, δύναται να τον αντιπροσωπεύει σε κάθε διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου ή σε οποιοδήποτε διοικητικό ή άλλο θέμα.» Το άρθρο 220 αντιστοιχεί με το άρθρο 231 του Αγγλικού Companies Act,
- Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, παραγρ. 1075, σελ. 559 αναφέρεται ότι ένα διάταγμα εκκαθάρισης θέτει τέλος στις εξουσίες διαχείρισης των θεμάτων της εταιρείας από μέρους των διευθυντών. Σημειώνεται ότι οι αξιώσεις του κ. Κίμωνος που είναι ο Ενάγοντας στην Αγωγή 229/15 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου που εκκρεμεί, προκύπτουν, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, από τη παράλειψη ενημέρωσης του και λήψης της συγκατάθεσης του μετά το διορισμό του ως εκκαθαριστή της Εναγόμενης Εταιρείας για την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης. Το Δικαστήριο δεν μπορεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας να εξετάσει και να αποφανθεί ως προς τις τυχόν συνέπειες, παραλείψεις ή την εγκυρότητα της εκ συμφώνου απόφασης, εφόσον είναι το επίδικο θέμα της Αγωγής 229/
- Ούτε επίσης είναι ορθό να εξεταστεί αν η διαδικασία που ακολούθησε ο κ. Κίμωνος για ακύρωση της απόφασης είναι η σωστή. Για σκοπούς της υπό κρίση αίτησης το μόνο που μπορεί να ληφθεί υπόψη είναι ότι δεν ακολουθήθηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 220 του Κεφ. 113 για λήψη άδειας του Δικαστηρίου για συνέχιση της διαδικασίας αλλ΄ ούτε και τροποποίηση του τίτλου της Αγωγής μετά την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης, διαβήματα που έπρεπε να ληφθούν πριν την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης. Η παράλειψη αυτή έχει ως αποτέλεσμα να καθιστά υπαρκτό το ενδεχόμενο ακύρωσης της απόφασης του Δικαστηρίου. Σημειώνεται ότι με βάση το διάταγμα εκκαθάρισης της Εναγόμενης εταιρείας είχεν διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής της περιουσίας της ο Επίσημος Παραλήπτης ο οποίος λόγω της θέσης του αυτής και της σχετικής νομοθεσίας είχε λάβει κατοχή των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1 και αποκτήσει εξουσία διαχείρισης των θεμάτων της καθώς και εκπροσώπησης της στο Δικαστήριο. Το κατά πόσο χρειάζεται άδεια του Δικαστηρίου για τροποποίηση του τίτλου ώστε να αναγράφεται ότι η υπό εκκαθάριση εταιρεία ενεργεί δια του εκκαθαριστή της υπήρξε αντικείμενο εξέτασης στην πρόσφατη υπόθεση White Knight Holdings Public Company Limited v. Ήβης Χαραλάμπους, Πολ. Έφεση 140/10, ημερ. 23.3.
- Στην υπόθεση αυτή το θέμα τροποποίησης ανέκυψε εκκρεμούσης της έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση: «.από τα όσα αναγράφονται στο The Annual Practice του 1958 και ειδικά στις σελίδες 23, 53 και 310, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η ορθή διαδικασία θα ήταν να ζητηθεί άδεια για τροποποίηση του τίτλου ώστε, ως εφεσείουσα, να αναγράφεται η εφεσείουσα εταιρεία με την προσθήκη «υπό εκκαθάριση», διά του Εκκαθαριστού - Επισήμου Παραλήπτου. Στη σελίδα 23 του προαναφερόμενου Annual Practice αναγράφεται ότι, εκκαθαριστής ο οποίος εγείρει αγωγή για υπό εκκαθάριση εταιρεία, θα πρέπει να το πράξει στο όνομα της εταιρείας. Δηλαδή θα πρέπει να αναγράφεται στο σχετικό δικόγραφο ότι το δικόγραφο εκδίδεται από την αιτήτρια υπό εκκαθάριση εταιρεία, της οποίας ο εκκαθαριστής είναι συγκεκριμένο πρόσωπο, καθώς και η διεύθυνσή του. Στη σελίδα 53 του προαναφερόμενου Annual Practice γίνεται αναφορά στην απόφαση Bank of Ethiopia v. National Bank of Egypt
(1937)3 All ER 8 και τονίζεται ότι καμιά διαδικασία, (πλην εκείνων που είναι απαραίτητες για την εκκαθάρισή της), δεν μπορεί να εγερθεί από, υπό εκκαθάριση, εταιρεία, εκτός εάν εγείρεται με την εξουσιοδότηση του εκκαθαριστή. Και στη σελίδα 310, του προαναφερόμενου συγγράμματος, αναγράφεται ότι, η υπό εκκαθάριση εταιρεία, διά του εκκαθαριστού της, είναι ο ορθός ενάγων σε αγωγή εναντίον κατόχων αξιογράφων. Με βάση τα προαναφερόμενα θεωρούμε πως η ορθή και ενδεδειγμένη διαδικασία στην παρούσα υπόθεση θα ήταν η εξασφάλιση άδειας ή διατάγματος του Δικαστηρίου για τροποποίηση του τίτλου ώστε να αναγράφεται ότι η εφεσείουσα είναι, υπό εκκαθάριση, εταιρεία η οποία ενεργεί διά του εκκαθαριστού της.» Επομένως η παρούσα περίπτωση δεν αφορά σε μια απλή και άνευ συνεπειών αντικατάσταση του ονόματος της Εναγόμενης, ως η σχετική εισήγηση του δικηγόρου των Εναγόντων-Αιτητών. Επιπλέον τυχόν έγκριση του αιτήματος για αντικατάσταση της Εναγόμενης Εταιρείας με το όνομα του Εκκαθαριστή της ασφαλώς δεν θα είναι χωρίς συνέπειες, εφόσον είναι ορατός ο κίνδυνος να καταστήσει άνευ αντικειμένου την Αγωγή 229/15 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Από την άλλη οι Αιτητές δεν δικαιολογούν επαρκώς την καθυστέρηση. Η αναγκαιότητα τροποποίησης του τίτλου της Αγωγής διαφάνηκε, σύμφωνα με τα τεκμήρια που επισυνάφθηκαν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, από την επιστολή του Κτηματολογίου Πάφου ημερ. 21.5.14 προς τον νέο δικηγόρο των Εναγόντων κ. Παπαντωνίου, δηλαδή παρήλθαν σχεδόν έξι μήνες μέχρι την προώθηση της παρούσας αίτησης. Η υπό κρίση αίτηση προωθήθηκε επίσης στη βάση της Δ.25. Σύμφωνα με τη Δ.25 και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφων και μάλιστα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν αναγκαία. Υπάρχει πληθώρα αποφάσεων τόσον των αγγλικών Δικαστηρίων όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου επί του θέματος. Η σύγχρονη τάση, όπως προκύπτει από την νομολογία, είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις δικογράφων ακόμη και στην περίπτωση που αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ 934) στην οποία υιοθετήθηκε η Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd. v. Associated Newspapers Ltd
(1970)1 All E.R. 754). Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ λέχθηκε, μεταξύ άλλων, για το θέμα της καθυστέρησης ότι ως προς το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου, πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δίκης. Οι προϋποθέσεις τις οποίες το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, συνοψίζονται στην υπόθεση Στέλιου Βουνιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 33, 36,
- Παραθέτω πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση αυτή: "Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
- Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
- Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
- H τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
- Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη". Έχει νομολογηθεί επίσης ότι ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης και εμφανής κακοπιστία εκ μέρους του Αιτητή, δεν δικαιολογούν έγκριση του αιτήματος. Εκεί που εγείρεται ζήτημα κακοπιστίας, ο διάδικος που την επικαλείται έχει και το βάρος απόδειξης της (Βλ. Astor Co κ.ά. v. A & G Leventis Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 και Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης και Συνεταίροι κ.ά.
(2012)1 (Α) Α.Α.Δ. 817, αναφέρθηκε ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση του δικογράφου, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά. Για σκοπούς απόφασης λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη τα εξής: Το στάδιο στο οποίο επιζητείται η αντικατάσταση διαδίκου που ανάγεται σε χρόνο μετά την τελική απόφαση όπου καθίσταται αδύνατη υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης η τροποποίηση· το γεγονός ότι δεν πρόκειται περί μιας τυπικής διόρθωσης του ονόματος ενός διαδίκου για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης, αλλά η προσπάθεια νομιμοποίησης ουσιαστικά των συνθηκών έκδοσης της απόφασης ενόψει της παράκαμψης των προνοιών του άρθρου 220 του Κεφ. 113· ότι τυχόν έγκριση της Αίτησης πιθανόν να προκαλέσει βλάβη στην άλλη πλευρά ενόψει του σταδίου που εγείρεται, δηλαδή μετά την εκ συμφώνου απόφαση και μετά την καταχώρηση της Αγωγής 229/15 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, της οποίας επίδικο θέμα είναι ακριβώς η ακύρωση της εκ συμφώνου απόφασης, η οποία εκκρεμεί. Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι η διακριτική μου εξουσία θα πρέπει να ασκηθεί σε βάρος των Αιτητών. Είναι κατάληξη μου ότι η τροποποίηση δεν πρέπει να επιτραπεί γιατί είναι εναντίον των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Συνεπώς για όλους τους πιο πάνω λόγους η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων-Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων-Αιτητών, τα οποία θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο